To Aρμενικό Ζήτημα (Β’ μέρος)

TO ARMENIKO ZHTHMA ΣΤΟΝ 19Ο ΑΙΩΝΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΥΠΟ

Με αφορμή την έκδοση από το περιοδικό Αρμενικά της μελέτης του Ιωάννη Ασπροποταμίτη για την παρουσίαση του Αρμενικού Ζητήματος μέσα από τον ελληνικό Τύπο κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, αναρτώ το δεύτερο μέρος της βιβλιοκρισίας.

Το Α’ Μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:  https://kars1918.wordpress.com/2018/10/23/armenian-issue-and-greek-press/

Από την παρουσίαση του βιβλίου στη Νέα Σμύρνη στις 24 Οκτωβρίου 2018 με τον Θέμο Στοφορόπουλο, την Κουήν Μινασιάν σε συντονισμό Έρσης Βατού

Το Αρμενικό Ζήτημα

Η μελέτη καλύπτει την περίοδο 1894-1896, οπότε υπήρξε η κορύφωση μιας διαδικασίας η οποία ξεκίνησε από το Συνέδριο του Βερολίνου (1878). Τότε ουσιαστικά εμφανίζεται το Αρμενικό Ζήτημα ως διεθνές ζήτημα στο πλαίσιο του Ανατολικού. Η αρμενική αφύπνιση υπήρξε απόρροια του διαφωτισμού και των νέων ιδεών που ήρθαν από τη Δύση.

 Παράλληλα, επηρέασε τους Αρμένιους το γεγονός της απόκτησης της εθνικής ελευθερίας από τα χριστιανικά έθνη της Βαλκανικής. Καθώς και η εντεινόμενη ρωσο-οθωμανική σύγκρουση η οποία έφερε τα ρωσικά στρατεύματα στην περιοχή του Καυκάσου, καλλιεργώντας αισθήματα προσμονής για απελευθέρωση από το «ξανθό γένος». Στο τέλος του 19ου αιώνα οι Αρμένιοι διεκδίκησαν την εθνική τους απελευθέρωση με μια σειρά δυναμικών κινητοποιήσεων που έφταναν έως και την εξέγερση.   

Η εξέλιξη του Αρμενικού Ζητήματος υπήρξε σε μεγάλο βαθμό απόρροια των πράξεων των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες διαγκωνίζονταν για την απόκτηση καλύτερης θέσης για την μεταοθωμανική εποχή. Ήδη οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ είχαν αλλάξει το κλίμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το πρώτο οθωμανικό Σύνταγμα του 1876 κωδικοποίησε όλες αυτές τις αλλαγές. Όμως η αλλαγή που έγινε αντιληπτή στα μεγάλα αστικά κέντρα, δεν άγγιξε την περιφέρεια. Από την Κρήτη έως και την Αρμενία συνεχίστηκε η ίδια αυταρχική συμπεριφορά των τοπικών αρχών που αρνούνταν να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις.

Αφενός τα ιδιοτελή συμφέροντα των κατά περιοχές μουσουλμανικών ελίτ και αφετέρου η ισλαμική υπεροψία προς τους «άπιστους» είχαν οδηγήσει στη διατήρηση του απαρχαιωμένου  καθεστώτος των διακρίσεων. Το καθεστώς τρόμου, συλλήψεων, άδικης φορολογίας που διατηρήθηκε στην οθωμανική περιφέρεια, οδήγησε σε αντίδραση τους πληθυσμούς που υπόκειντο στην κακομεταχείριση. Αυτή η κατάσταση είχε οδηγήσει στη συμπερίληψη του Αρμενικού Ζητήματος στην αντίληψη των μεγάλων δυνάμεων. Έτσι πρώτα, εισήχθη πρόνοια υπέρ των Αρμενίων με το άρθρο 16 της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου  και στη συνέχεια με το άρθρο 61 της Συνθήκης του Βερολίνου, η οποία αντικατάστησε αυτή του Αγ. Στεφάνου. Έτσι, οι μεγάλες δυνάμεις επιχείρησαν να εξασφαλίσουν την ισονομία και την υλοποίηση των ήδη ψηφισμένων μεταρρυθμίσεων. Μόνο που η πρόθεση των μεγάλων δυνάμεων παρέμεινε μόνο στα λόγια.

Οι Αρμένιοι επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από την επιτυχία του βουλγαρικού κινήματος και επιχείρησαν να το επαναλάβουν στις ανατολικές περιοχές της Αυτοκρατορίας. ‘Όμως οι περιοχές αυτές βρίσκονταν στις εσχατιές της Ανατολίας, περιτριγυρισμένες από μουσουλμανικούς λαούς που τους ένωσε ο θρησκευτικός φανατισμός και η τάση για λεηλασία. Η φοβική αντιμετώπιση της Αρμενίας ως δεύτερης Βουλγαρίας από τον σουλτάνο οδήγησε στη σκλήρυνση της  κατασταλτικής πολιτικής, με τη χρήση εξοπλισμένων κουρδικών ομάδων. Η μεγάλη καταπίεση οδήγησε στη δημιουργία ενός αρμενικού επαναστατικού κινήματος, με δύο σοσιαλιστικές οργανώσεις, την υπέρ της πλήρους ανεξαρτησίας Χιντσακιάν και την υπέρ της αυτονομίας εντός των ορίων Ντασνακτσουτιούν.

Οι προοδευτικές αρμενικές οργανώσεις υπσοτήριξαν μια πρώτη εξέγερση που έλαβε χώρα το 1887 στην περιοχή Ζεϊτούν. Τον Ιούλιο του 1890 έγινε η διαδήλωση των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη, η οποία κατάληξε σε βίαιη καταστολή με πολλά θύματα. Τον επόμενο χρόνο σημειώθηκαν αντιστασιακές δράσεις στην περιοχή Σασούν, νότια της λίμνης Βαν. Τον Ιανουάριο και τον Δεκέμβριο του 1893 σημειώθηκαν δύο επεισόδια εξέγερσης των Αρμενίων στην Γιοσκάτη και στην Κεντρική Ανατολία. Η πρώτη ένδειξη ότι οι Οθωμανοί προσανατολίζονταν στη επίλυση του Αρμενικού Ζητήματος με τη βία υπήρξε η αιματηρή καταστολή στην περιοχή του Σασούν το 1894. Στην περιοχή αυτή εξεγέρθηκαν οι ορεινοί αρμενικοί πληθυσμοί, οι οποίοι υφίσταντο έως τότε κάθε είδους βιαιοπραγία, υπερβολική φορολόγηση και καταπίεση. Ουσιαστικά οι χωρικοί πήραν τα όπλα για να αμυνθούν εναντίον των Κούρδων που ήταν ασύδοτοι. Η εξέγερσή τους θύμιζε πολύ τις αντίστοιχες χριστιανικές της Βαλκανικής. Η τουρκική αντίδραση κατά των Αρμενίων ήταν υπερβολικά σκληρή και σφραγίστηκε με τη σφαγή του τοπικού αρμενικού πληθυσμού.  Στον ελληνικό Τύπο υπάρχουν κείμενα όπου εκφράζεται ο φόβος για επέκταση των διώξεων και κατά του ελληνικού πληθυσμού της Αυτοκρατορίας. 

Η συνέχεια δόθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου οι αρμενικές διαδηλώσεις του  1895 –ως διαμαρτυρία για τα γεγονότα του Σασούν- εξελίχθηκαν σε αληθινή σφαγή με πενήντα νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Φαίνεται από τα δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου ότι το αρμενικό κίνημα, που κατεστάλη αιματηρά,  ήταν από καιρό προμελετημένο και είχε υποκινηθεί από το Αρμενικό Κομιτάτο του Λονδίνου. Και ότι υπήρξε αμοιβαία συνεννόηση με το βουλγαρικό Μακεδονικό Κομιτάτο (ΕΜΕΟ-VМRО), που προωθούσε την αυτονόμηση της οθωμανικής Μακεδονίας, προσδοκώντας να επαναλάβει το παράδειγμα της Ανατολικής Ρωμυλίας. Δηλαδή της παράνομης ενσωμάτωσης (1885) στο βουλγαρικό κράτος. 

Ο ελληνικός Τύπος τονίζει το γεγονός ότι η ελληνική πλειονότητα της Κωνσταντινούπολης έμεινε αμέτοχη στα γεγονότα. Ως συνέχεια της αιματηρής καταστολής που έγινε στην Κωνσταντινούπολη  τον Οκτώβριο του 1895, έγιναν μαζικές και αδιάκριτες σφαγές κατά του αρμενικού πληθυσμού σε όλα τα μέρη όπου κατοικούσαν, από την Τραπεζούντα έως την Κιλικία. Τα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης διεθνοποίησαν για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση το Αρμενικό Ζήτημα. Το θέμα αυτό παρουσιάζεται αναλυτικά στη μελέτη του Ασπροποταμίτη στο κεφάλαιο «Η αρμενική διαδήλωση του Σεπτεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη και οι πιέσεις των Δυνάμεων για την αποκατάσταση της τάξης».

Η απάντηση του επαναστατικού κινήματος των Αρμενίων εκφράστηκε τον Αύγουστο του 1896 με την επίθεση κατά της Οθωμανικής  Τράπεζας (Osmanli Bankasi) στην Κωνσταντινούπολη. Ουσιαστικά οι πράξεις των Αρμένιων επαναστατών υπήρξαν απόρροια της μεγάλης απελπισίας που δημιουργήθηκε λόγω της ανελαστικής πολιτικής της Υψηλής Πύλης. Το αποτέλεσμα ήταν πογκρόμ κατά του αρμενικού πληθυσμού στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας με 6.000 θύματα.   

Ο ελληνικός Τύπος παρουσίαζε τις αρμενικές εξεγέρσεις ως αντίστοιχες με αυτές του 1821, ενώ το Αρμενικό Ζήτημα παρουσιαζόταν καθημερινά από τον ημερήσιο Τύπο. Ο συγγραφέας αναφέρει: «Το Αρμενικό Ζήτημα επηρέασε με έμμεσο ή άμεσο τρόπο, καταλυτικά τις πολιτικές ελληνικές θέσεις για τα γεγονότα της εποχής προκαλώντας την εγρήγορση της ελληνικής κοινωνικής συνείδησης και υποδαυλίζοντας θέματα, που σχετίζονταν σε υψηλό βαθμό με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.»

Εκείνη την εποχή η ελληνική διπλωματία είχε προσανατολιστεί σε μια ήπια προσέγγιση των ελληνο-οθωμανικών σχέσεων αρνούμενη να αναμειχθεί στις κρίσεις που προέκυπταν, παρότι ήταν μια εποχή όπου και οι ελληνικοί  πληθυσμοί που κατοικούσαν στην περιφέρεια της Αυτοκρατορίας επαναστατούσαν (επανάσταση Ολύμπου-1878, Κρητική Επανάσταση 1866 και 1897). Η επιλογή της ειρηνικής συνύπαρξης αποσκοπούσε στην προστασία των ελληνικών πληθυσμών της Αυτοκρατορίας και απηχούσε σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα του ελληνο-οθωμανισμού που κυριαρχούσε τότε στις οθωμανικές ελληνικές ελίτ, αλλά και σε σημαντικούς κύκλους του ελληνικού Βασιλείου που ήδη είχαν προκρίνει τον βουλγαρικό κίνδυνο ως σημαντικότερο. Bέβαια, τo 1897 προέκυψε ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος ως απόρροια της Κρητικής Επαναστασης. Όμως αυτή η πολεμική σελίδα μπορεί να θεωρηθεί ως παρέκβαση της πολιτικής καλής γειτονίας που είχαν υιοθετήσει οι ελληνικές ελίτ.   

Η σημασία της μελέτης

16-11-2018 Aspropotam;itisΤο Αρμενικό Ζήτημα και η Γενοκτονία -σε αντίθεση με το Ελληνικό Ζήτημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη Γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών-  έχει διερευνηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό  από ιστοριογραφικής άποψης. Σε διεθνές επίπεδο το ιστορικό γεγονός ήταν γνωστό από τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τόσο με την έκδοση του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών που είχε επιμεληθεί ο Άρνολντ Τόιμπι, όσο από τις εκθέσεις του Γερμανού ιεραπόστολου Γιοχάννες Λέπσιους.  Όμως η μεγάλη ιστοριογραφική παραγωγή θα αρχίσει μετά το 1970 και θα οφείλεται στην ενεργοποίηση των Αρμένιων της διασποράς.

Η ανάδειξη του θέματος στην Ελλάδα θα ξεκινήσει από τις αρμενικές οργανώσεις με τη συμβολή Αρμένιων μελετητών, όπως ο Αγαμπατιάν Οχανές-Σαρκίς, ο Ιωσήφ Κασεσιάν κ.ά. Ως πρώτη σχετική έκδοση μπορεί να θεωρηθει το βιβλίο Τα απομνημονεύματα του Ναϊμ Μπέη, που εξέδωσε το 1965 μια αρμενική οργάνωση. Το 1967 εκδόθηκε μια πραγματική ιστορία του Λεόν Ζαβόν Σουρμελιάν. Το 1972 θα εκδοθεί το κλασικό βιβλίο Η Σμύρνη στις φλόγες της Αμερικανο-αρμένιας ιστορικού Μάρτζορι Χαουζπιάν και έκτοτε θα γνωρίσει απανωτές εκδόσεις. Τρία χρόνια αργότερα εκδόθηκε το Αρμενία 1915: Μια υποδειγματική γενοκτονία του Ζαν-Μαρί Καρζού. Τη δεκαετία του ’80 το ελληνικό κοινό θα έρθει σε επαφή με περισσότερα έργα για τους Αρμένιους και τη Γενοκτονία. Ενδεικτικά αναφέρονται κάποια από αυτά, όπως τα κείμενα της Ανζέλ Κουρτιάν (1980), ένα πρώτο κείμενο για τη Γενοκτονία από κοινωνιολογικής σκοπιάς του Βαχάκν Νταντριάν (1982), το έργο του μεγάλου Αρμένιου ιστορικού Ρίτσαρντ Χοβανεσιάν (1984) και τα απομνημονεύματα του Χένρι Μοργκεντάου (1989). Σημαντικό υπήρξε το βιβλίο του Μίλτου Παγτζιλόγλου (1988) που αναφερόταν από κοινού στη Γενοκτονία Ελλήνων και Αρμενίων. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε και το βιβλίο του Αγαμπατιάν Οχανές-Σαρκίς για το Αρμενικό Ζήτημα.

Κατά τη δεκαετία του ’90 η εκδοτική παραγωγή θα συνεχιστεί. Το 1990 εκδόθηκαν οι μαρτυρίες της Κουρτιάν, το τρίτομο του Βερφέλ Φραντς για την τραγωδία του Μουσά Νταγ, ο Αρμενικός Απελευθερωτικός Αγώνας του Ιωσήφ Κασεσιάν, καθώς και με το κλασικό βιβλίο για τις φρικαλεότητες κατά των Αρμενίων που επιμελήθηκε ο Τόιμπι (1995). Η εκδοτική δραστηριότητα την επόμενη περίοδο αρχίζει με την αυτοβιογραφική προσέγγιση της Γενοκτονίας του Πήτερ Μπαλακιάν (2000). Δύο χρόνια αργότερα εκδίδεται το κλασικό έργο για την Ιστορία της Αρμενικής Γενοκτονίας του Βακάχν Νταντριάν (2002). Το 2007, το ελληνικό κοινό έχει στην διάθεσή του το κλασικό έργο του Τούρκου ιστορικού Τανέρ Ακσάμ Μια επαίσχυντη πράξη. Το 2014 μεταφράζετε και εκδίδεται στα ελληνικά το κορυφαίο βιβλίο του Φουάτ Ντουντάρ με τίτλο Ο κώδικας της σύγχρονης Τουρκία,. Η μηχανική των εθνοτήτων της ‘Ενωση και Πρόοδος’ 1913-1918, όπου κάνει μια βαθύτατη ανάλυση της ψυχογραφίας των στελεχών του Σωματείου Ένωσης και Προόδου, γνωστών ως Νεότουρκων, που υπήρξαν οι σχεδιαστές και εκτελεστές των γενοκτονιών των Χριστιανικών Λαών της Ανατολής την περίοδο 1913-1922. Στο βιβλίο  αναλύεται  με εξαντλητική λεπτομέρεια η επιχείρηση τουρκοποίησης της Μικράς Ασίας με βία,  πογκρόμ και μετακινήσεις πληθυσμών. Υπάρχει  εκτενέστατη ανάλυση για τον εκτοπισμό των Αρμενικών πληθυσμών με κρυστάλλινη διαύγεια. Δίνονται όλες οι λεπτομέρειες των συμβάντων στις αρμενικές ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές της Κιλικίας, Βαν και Ερζερούμ.

Στις πλέον πρόσφατες εκδόσεις εντάσσεται το σημαντικό έργο του Γιάννη Χασιώτη με τίτλο Αρμένιοι και Έλληνες στις μεγάλες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος (1856-1914). Αδελφά έθνη εν μέσω θυέλλης.

Σ’ αυτό τον κατάλογο ιστοριογραφικής παραγωγής για το Αρμενικό Ζήτημα έρχεται να προστεθεί η μελέτη του Ιωάννη Ασπροποταμίτη για την περίοδο 1894-1896. Ο συγγραφέας βασίζεται και εξαντλεί πλήρως τις πηγές του, που προέρχονται από τον ελληνικό Τύπο της εποχής. Από τη διαπραγμάτευση του υλικού, αποκαλύπτεται το διεθνές πλαίσιο, τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων,  οι διεθνείς κινήσεις και οι παρεμβάσεις υπέρ των Αρμενίων, τα συναισθήματα του ελληνικού πληθυσμού προς τον αγώνα τους, καθώς και η μεγάλη συνάφεια που υπάρχει στα τέλη του 19ου αιώνα μεταξύ του Αρμενικού, του Μακεδονικού και του Κρητικού Ζητήματος.

Η σημασία του έργου έγκειται επιπλέον και στο γεγονός ότι αποτελεί μια από τις ελάχιστες καθαρά ελληνικές ιστοριογραφικές παραγωγές για το θέμα αυτό, οι οποίες βασίζονται στο αναξιοποίητο έως αυτή στη στιγμή υλικό των ανταποκρίσεων και των αναλύσεων των ελληνικών εφημερίδων εκείνης της εποχής.

——————–

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός. Έχει μελετήσει την ιστορία του σοβιετικού ελληνισμού, καθώς και τις διαδικασίες μετασχηματισμού και κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας των ελληνικών κοινοτήτων στα βορειοανατολικά παράλια του Εύξεινου Πόντου.

 

 

Advertisements

3 Σχόλια

  1. http://azator.gr/?p=11296&fbclid=IwAR25kzn2Pztm5oP4BG3hN5EW9q7QlXn9WiOAmiIH9giGqrg3GMSPzWz7X4A

    «Հայկական Հարցը 19րդ դարուն, հելլէն մամուլի հրապարակումներուն ընդմէջէն»
    «Հայկական Հարցը 19րդ դարուն, հելլէն մամուլի հրապարակումներուն ընդմէջէն» գիրքի շնորհահանդէս

    31 Հոկտեմբերի 201875 0

    19րդ ­դա­րը յատ­կան­շած պատ­մա­կան վճռո­րոշ պա­հե­րուն վրայ լոյս սփռե­լու եւ ­Մեր­ձա­ւոր Ա­րե­ւել­քի մէջ հե­տա­գայ զար­գա­ցում­նե­րուն հիմ­քը կազ­մած ե­ղե­լու­թիւն­նե­րուն շուրջ կա­րե­ւոր անդրա­դարձ մը կա­տա­րե­լու նպա­տա­կով, «Ար­մե­նի­քա» պար­բե­րա­թեր­թի խմբագ­րու­թեան կող­մէ լոյս տե­սաւ «­Հայ­կա­կան ­Հար­ցը 19րդ ­դա­րուն, հել­լէն մա­մու­լի հրա­պա­րա­կում­նե­րուն ընդ­մէ­ջէն» խո­րագ­րով յու­նա­րէն գիր­քը։­ Գիր­քին հե­ղի­նա­կը՝ պատ­մա­գէտ Իոան­նիս Ե. Ասփրո­փո­թա­մի­թիս, բծախն­դիր ու­սում­նա­սի­րու­թիւն մը կա­տա­րած է, որ կու­գայ ա­ւել­նա­լու ­Հայ­կա­կան ­Հար­ցի եւ ­Հա­յոց ­Ցե­ղաս­պա­նու­թեան պատ­մա­կան փաս­տը լու­սա­բա­նող գիր­քե­րու կա­րե­ւոր շար­քին։

    Գիր­քի ներ­կա­յա­ցու­մը տե­ղի ու­նե­ցաւ ­Չո­րեք­շաբ­թի՝ 24 ­Հոկ­տեմ­բեր 2018ի ե­րե­կո­յեան, ­Նէա Զ­միռ­նիի ­Թո­ւայ­նա­ցած ­Թան­գա­րա­նէն ներս։ Զ­րոյ­ցի հա­մադ­րու­մը կա­տա­րեց լրագ­րող Էր­սի Վա­թու, ա­պա խօսք ա­ռին ­Գո­ւին ­Մի­նա­սեան («Ար­մե­նի­քա» պար­բե­րա­թեր­թի խմբագ­րու­թեան կող­մէ), Վ­լա­սիս Աղ­ծի­տիս (ար­դի պատ­մու­թեան դա­սա­խօս) եւ ­Թե­մոս Ս­թո­ֆո­րո­փու­լոս (նախ­կին դես­պան)։

    Յար­գե­լի դա­սա­խօս­նե­րը անդ­րա­դառ­նա­լով գիր­քի բո­վան­դա­կու­թեան, նշե­ցին թէ հե­ղի­նա­կը իր նիւ­թը կեդ­րո­նա­ցու­ցած է Ա­թէն­քի եր­կու կա­րե­ւոր թեր­թե­րու հրա­պա­րա­կում­նե­րուն վրայ։ Ա­ռա­ջին հեր­թին՝ Եոր­ղիոս Տ­րո­սի­նի­սի «Էս­թիա», ա­պա՝ Վ­լա­սիս ­Ղավ­րիի­լի­տի­սի «Աք­րո­փո­լիս» օ­րա­թեր­թե­րու հրա­պա­րա­կում­նե­րէն ի յայտ ե­կած տե­ղե­կու­թիւն­նե­րուն վրայ։ Հ­րա­պա­րա­կում­նե­րը յա­ռաջ ե­կած են ար­խի­ւա­յին յստակ աղ­բիւր­նե­րէ, որ բազ­մա­թիւ տե­ղե­կու­թիւն­ներ կը հա­ղոր­դեն Ապ­տիւլ ­Հա­մի­տի եւ յատ­կա­պէս 1894-1896 ժա­մա­նա­կաշր­ջա­նի ի­րա­դար­ձու­թիւն­նե­րուն շուրջ։ Կ’ու­րո­ւագծուի ժա­մա­նա­կի ամ­բող­ջա­կան պատ­կե­րը, Ե­րիտ­Թուր­քե­րու շարժ­ման, ա­պա թրքա­կան ազ­գայ­նա­մո­լու­թեան հետ կա­պո­ւած ե­րե­ւոյթ­նե­րը, միա­ժա­մա­նակ լիո­վին լու­սա­բա­նե­լով ­Հա­յե­րու եւ ­Յոյ­նե­րու քա­ղա­քա­կան յա­րա­բե­րու­թիւն­նե­րու ըն­թաց­քը, Օս­մա­նեան տի­րա­պե­տու­թեան վեր­ջին շրջա­նին։ ­Հե­ղի­նա­կը յու­նա­կան եւ մի­ջազ­գա­յին այլ աղ­բիւր­ներ ալ օգ­տա­գոր­ծած է, փոր­ձե­լով հա­րա­զատ պատ­կե­րը տալ պատ­մա­կան պա­հե­րուն, այ­նո­ւա­մե­նայ­նիւ՝ յու­նա­կան եր­կու օ­րա­թեր­թե­րու վրայ յե­նո­ւած իր աշ­խա­տան­քը, ինք­նին իւ­րօ­րի­նակ կը դարձ­նէ տո­ւեալ գոր­ծը՝ որ­պէս փաս­տագ­րա­կան նիւթ, որ միա­ժա­մա­նակ կը ներ­կա­յաց­նէ ­Յու­նաս­տա­նի մէջ տի­րող քա­ղա­քա­կան ի­րա­վի­ճա­կը։ ­Հե­տե­ւա­բար, Ասփ­րո­փո­թա­մի­թի­սի գոր­ծը ար­խի­ւա­յին մօ­տե­ցում մըն է, որ յոյն հան­րա­յին կար­ծի­քի տե­ղե­կու­թիւն­նե­րը կը հրա­պա­րա­կէ, Ա­նա­տո­լո­ւի մէջ կա­տա­րո­ւած ցնցիչ ի­րա­դար­ձու­թիւն­նե­րուն շուրջ, «յու­նա­կան դի­տան­կիւ­նի» ար­տա­ցո­լա­ցու­մը կազ­մե­լով։

  2. An Archive of Atrocities

    Mark Mazower

    Killing Orders: Talat Pasha’s Telegrams and the Armenian Genocide
    by Taner Akçam
    Palgrave Macmillan, 261 pp., $39.99 (paper)

    Talaat Pasha: Father of Modern Turkey, Architect of Genocide
    by Hans-Lukas Kieser
    Princeton University Press, 532 pp., $39.95

    https://www.nybooks.com/articles/2019/04/04/talat-pasha-archive-atrocities-armenia/

    Το TripAdvisor ταξινομεί σήμερα το Baron Hotel τέταρτο μεταξύ των δεκαεννέα μονάδων που αναφέρει στο Χαλέπ. Στην πραγματικότητα, το πιο αξιοθαύμαστο ξενοδοχείο της πόλης έχει κλείσει από τον εμφύλιο πόλεμο της Συρίας που ξέσπασε το 2011, αν και ατρόμητοι επισκέπτες που γεννούν τους κινδύνους έξω και μπαίνουν στον δροσερό, ξεθωριασμένο προθάλαμο μπορούν ακόμα να δουν το νομοσχέδιο του TE Lawrence και να θαυμάσουν το γραφείο όπου ο Agatha Christie κάποτε εργάστηκε για Δολοφονία στο Orient Express .

    Οι αδερφοί Onnig και Armenak Mazloumian, οι οποίοι ίδρυσαν το ξενοδοχείο πριν από τον Α Παγκόσμιο Πόλεμο, ήταν εύποροι και επιχειρηματικοί Αλεππανοί, μέλη μιας αρμενικής κοινότητας, η παρουσία της οποίας στην πόλη της Συρίας επέστρεψε πολλούς αιώνες. Ήταν γνωστοί τοπικά ως «οι βαρόνοι» μετά την ίδρυσή τους, που έπαιξαν το ίδιο μέρος στη ζωή της περιοχής όπως έκανε το Shepheard στο Κάιρο, στη Μεγάλη Βρετανία στην Αθήνα και στο Παλάτι Pera στην Κωνσταντινούπολη. Η τραπεζαρία του με ξύλινη επένδυση, τα δάπεδα με πλακάκια και το καλά εφοδιασμένο μπαρ προσέλκυσαν τους Ευρωπαίους επισκέπτες πριν και μετά τον Α ‘Παγκόσμιο Πόλεμο. Κατά τη διάρκεια του πολέμου οι επισκέψεις έπαψαν και έγινε η προτιμώμενη τρύπα για πότισμα των ανώτερων οθωμανών πολιτικών και στρατιωτικών αξιωματούχων της πόλης, συμπεριλαμβανομένου του Cemal Pasha, κυβερνήτη της Συρίας και μιας από τις πιο ισχυρές προσωπικότητες της πολεμικής κυβέρνησης, που έγινε προστάτης των αδελφών.

    Σίγουρα τον χρειάστηκαν. Μέχρι τη στιγμή που ο Cemal Pasha έφτασε στην περιοχή, τεράστιοι αριθμοί Αρμενίων σφαγιάστηκαν στις ανατολικές επαρχίες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και εκατοντάδες χιλιάδες περισσότεροι απελάθηκαν και απεστάλησαν για να πεθάνουν σε στοιχειώδη στρατόπεδα στις συριακές ερήμους προς την ανατολή της πόλης. Η ίδια η Χαλέπα γεμίζει γρήγορα με πρόσφυγες που μαρτυρούν τις φρικαλεότητες που είχαν δει. Αρχικά, οι αδελφοί και οι υπόλοιποι αξιωματούχοι είχαν τη δυνατότητα να οργανώσουν ανθρωπιστική βοήθεια για τους απελαθέντες, αλλά ακόμα και όταν η επίσημη πολιτική έγινε σκληρότερη και οι Οθωμανοί άρχισαν να εκτοπίζουν τους ηγέτες της κοινότητας, οι Μαυλουμιάνες συνέχισαν να παρέχουν παράνομη στήριξη στους συναδέλφους τους Αρμένιους, τοπικούς αξιωματούχους.

    Στα τέλη Οκτωβρίου του 1918, τέθηκαν τέσσερις αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας στη Συρία. Τα τουρκικά στρατεύματα υποχώρησαν υπό τη διοίκηση του Mustafa Kemal-αργότερα του ιδρυτή της Τουρκικής Δημοκρατίας (και καλλίτερα γνωστού ως Atatürk) -και επιδιώχθηκαν από τις αραβικές δυνάμεις του emir Faisal, από τους Mysore ιππείς και από τις αυστραλιανές μονάδες τεθωρακισμένων αυτοκινήτων. Ήταν σε αυτές τις συγκεχυμένες εβδομάδες ότι το Baron Hotel είδε την τελευταία και ίσως την πιο αξιόλογη οθωμανική-αρμενική ανταλλαγή όλων. Μεταξύ εκείνων που είχαν επιζήσει από τις σφαγές ήταν ένας εξέχων δημοσιογράφος από την Κωνσταντινούπολη που ονομάστηκε Aram Andonian, ο οποίος συνελήφθη τον πρώτο Απρίλιο του 1915 στην πρώτη Κωνσταντινούπολη και έστειλε στη συριακή έρημο. Κατάφερε να ξεφύγει και επέστρεψε στη σχετική ασφάλεια του Χαλεπίου.

    Ήταν σε θέση να το κάνει αυτό ευχαριστώντας σε μεγάλο βαθμό έναν μικρό οθωμανικό αξιωματούχο που ονομάστηκε Naim Bey, ο οποίος εργάστηκε στο γραφείο απέλασης στην πόλη. Αυτός ήταν ο οργανισμός που περισσότερο από οποιονδήποτε άλλο καθόρισε τη μοίρα των Αρμενίων, εξαιτίας του ότι έπεσε κάτω από τον υπουργό Εσωτερικών, τον Ταλάτ Πασά, ο οποίος ήταν ο πιο ισχυρός άνθρωπος στην πολεμική κυβέρνηση. Ένα habitué του ξενοδοχείου Baron, Naim αγαπούσε τόσο το ποτό και τα τυχερά παιχνίδια, και αυτό ίσως γιατί είχε προτείνει σε ορισμένους πλούσιους Αρμένιους ότι τον πληρώνουν για να βοηθήσουν τις οικογένειές τους να φύγουν από τα στρατόπεδα. Πήρε τον Andonian έξω και στη συνέχεια συνεργάστηκε μαζί του για την απελευθέρωση των άλλων, και αποδείχθηκε εκπληκτικά αξιόπιστος και αξιόπιστος.

    Καθώς πλησίασε το τέλος του πολέμου, ο Andonian πρότεινε στο Naim μια άλλη πηγή εισοδήματος. Πρότεινε ότι ο Ναΐμ να αφαιρέσει σημαντικά έγγραφα από τα αρχεία του υποκαταλόγου για τις απελάσεις και να τα πουλήσει στους Αρμένιους μόλις έφθασαν οι Βρετανοί. Ένας γεννημένος ιστορικός, Andonian ενθάρρυνε επίσης Naim να γράψει τις αναμνήσεις του για το τι είχε συμβεί, ως υπόβαθρο για αυτά τα υλικά. Τον Νοέμβριο του 1918, οι δύο άνδρες συναντήθηκαν στο ξενοδοχείο Baron και ο Naim παρέδωσε αυτό που είχε ετοιμάσει. Η ανάσυρση περιελάμβανε αντίγραφα που έγραψε ο ίδιος ο Ναΐμ, καθώς και πρωτότυπα, μεταξύ των οποίων γράφονται από τον Bahaeddin Şakir – ένας από τους αρχιτέκτονες της μαζικής δολοφονίας – και κρυπτογραφημένα τηλεγραφήματα και επιστολές από τον Talaat Pasha στην Κωνσταντινούπολη από τον διαβόητο κυβερνήτη του Αλέππου, του Μουσταφά Αμπντουλάλικ και του αφεντικού του Ναϊμ, επικεφαλής του γραφείου απελάσεων του Χαλεπίου.

    Μέχρι το τέλος του 1918, το βρετανικό ναυτικό είχε τελικά ατμό μέσω των Dardanelles, και η οθωμανική κυβέρνηση του πολέμου είχε πέσει. Με τους Συμμάχους που κατέλαβαν την Κωνσταντινούπολη και μια νέα κυβέρνηση που επιθυμούσε να τους καθησυχάσει (η στιγμή του Κέμαλ έμενε ακόμα λίγα χρόνια μακριά), ο δρόμος ήταν ανοιχτός για νόμιμη αναμέτρηση με τους αρχιτέκτονες των αρμενικών σφαγών. Στο Λονδίνο το 1920, ο Andonian δημοσίευσε τα απομνημονεύματα του Naim Bey, βασικά μια συντακτική συλλογή των εγγράφων με μερικά από τα σχόλια του Naim. Την ίδια χρονιά ο Abdulahad Nuri Bey, ο ανώτερος υπάλληλος του Naim στο Αλέππο, τέθηκε ενώπιον του στρατιωτικού δικαστηρίου στην Κωνσταντινούπολη, ο οποίος είχε ήδη καταδικάσει πολλούς δράστες σε θάνατο. Ο Andonian έστειλε μερικά έγγραφα στην Κωνσταντινούπολη για να βοηθήσει στη δίωξη και τον επόμενο χρόνο βοήθησε επίσης δικηγόρους στο Βερολίνο να χειριστούν την υπόθεση του Soghomon Tehlirian, του νέου Αρμένιου που είχε δολοφονήσει το Talaat σε έναν δρόμο Charlottenburg ως μέρος μιας μεγαλύτερης παράνομης επιχείρησης εκδίκησης.

    Τελικά ο Andonian μετακόμισε στο Παρίσι, όπου έγινε διευθυντής της Βιβλιοθήκης Nobar Boghos, η οποία είναι σήμερα ένας από τους κορυφαίους αποθετήρια γραπτών αρμενικών υλικών στον κόσμο. Αν και κατέθεσε την εκτεταμένη συλλογή του υλικού για τις δολοφονίες του πολέμου εκεί, σύμφωνα με το νέο βιβλίο του Taner Akçam, Killing Orders, αυτό δεν εξασφάλισε την ασφάλεια των ιστορικών που έχουν αποκαλεί τα έγγραφα Naim-Andonian. Ορισμένα από τα αντικείμενα που είχε στείλει στους δικηγόρους στην Κωνσταντινούπολη και το Βερολίνο δεν επέστρεψαν ποτέ, ενώ η συλλογή του Andonian στη βιβλιοθήκη Nubar φαίνεται ότι έλειπε. Το αποτέλεσμα ήταν να διευκολυνθεί η αμφισβήτηση των ίδιων των εγγράφων. Δεν είναι μόνο οι hacks που έχουν κάνει αυτό? αρκετοί σχετικά αξιοσέβαστοι μελετητές μιας περισσότερο ή λιγότερο αρνητικής πειθούς το έχουν κάνει κι αυτό. Αλλά τα έγγραφα έχουν εδώ και καιρό θεωρηθεί γνήσια από τους Αρμένιους μελετητές – και όχι μόνο από αυτούς. Το 1921, για παράδειγμα, ο Walter Rössler, ο οποίος είχε υπηρετήσει ως Γερμανός πρόξενος του Χελέ στο Αλεππό, δήλωσε ότι δεν είχε καμία αμφιβολία ότι τα έγγραφα Naim ήταν το πραγματικό πράγμα.

    Δολοφονία παραγγελιώνεπιβεβαιώνει πειστικά αυτή την άποψη και παρέχει νέα στοιχεία για να το πράξει. Αποδεικνύεται ότι θα υπάρξει μια ακόμη συστροφή της μοίρας. Ο Krikor Guergerian ήταν τετραετής όταν σκοτώθηκαν οι γονείς του και δέκα από τα αδέλφια του. Επέζησε, έλαβε καθολική εκπαίδευση στη Βηρυτό και τη Ρώμη και έγινε μοναχός. Το πάθος της ζωής του, ωστόσο, καταγράφει τη γενοκτονία. Ενώ ζούσε στο Κάιρο, γύρω στο 1952, συνάντησε έναν ηλικιωμένο Τούρκο που ήταν ένας από τους προεδρεύοντες δικαστές στα στρατιωτικά δικαστήρια της Κωνσταντινούπολης το 1919. Αυτός ο άνθρωπος είχε εγκαταλείψει τις κεμαλικές δυνάμεις το 1922 και εξήλθε στην Αίγυπτο όπου, τριάντα χρόνια αργότερα, όχι μόνο δήλωσε στον Αρμένιο μοναχό πολλές λεπτομέρειες σχετικά με τις δίκες αλλά επίσης αποκάλυψε ότι το Αρμενικό Πατριαρχείο είχε το δικαίωμα να έχει αντίγραφα από όλα τα έγγραφα που περιέχονται στα αρχεία των υποθέσεων του δικαστηρίου: στην έκπληξη του Guergerian, έμαθε ότι είχε κάνει χρήση αυτού του δικαιώματος και ότι τα αρχεία είχαν σταλεί στη Γαλλία όταν ανέλαβαν οι εθνικιστές του Kemal και στη συνέχεια στο Αρμενικό Πατριαρχείο στην Ιερουσαλήμ τον τελικό προορισμό τους. Έτσι, ο Guergerian πήγε στην Ιερουσαλήμ και φωτογραφήθηκε όσο το δυνατόν περισσότερο από το αρχείο. Φωτογράφησε επίσης τα υλικά Naim-Andonian, τα οποία ήταν διαθέσιμα εκείνη τη στιγμή στο Παρίσι.

    Και εξίσου καλά για εμάς. Τα αρχεία των τουρκικών στρατιωτικών δικαστηρίων παραμένουν κλειστά, τα Αρχεία του Αρμενικού Πατριαρχείου δεν είναι πλέον ανοικτά και τα έγγραφα Naim έχουν χαθεί. Το φωτογραφικό αρχείο Guergerian, το οποίο εμφανίστηκε μόλις πρόσφατα, έχοντας παραμείνει στα χέρια των οικογενειών του, αποτελεί μια αξιοσημείωτη και ανεκτίμητη ιστορική πηγή. Έχει πλέον ψηφιοποιηθεί και διατίθεται στον ιστοχώρο της βιβλιοθήκης του Πανεπιστημίου Clark, όπου ο Akçam είναι καθηγητής, και παρέχει τη βάση για τη μελέτη του σχετικά με τις δολοφονίες του Χαλεπίου.

    Το Akçam, ηγετικό όργανο για τη γενοκτονία των Αρμενίων, είναι αναμφισβήτητα ένας πολύ γενναίος άνδρας: τώρα με έδρα τις ΗΠΑ, είναι και αυτός τουρκικός και λόγω του πρωτοποριακού του έργου υπήρξε από καιρό μισημωμένη φιγούρα για την τουρκική δεξιά. Το 2012 δημοσίευσε μια ωραία μελέτη για τους Νεαρούς Τούρκους και τη γενοκτονία και από τότε ίδρυσε το Πανεπιστήμιο Clark ως κέντρο σοβαρών ερευνών σε αυτό. 1 Το νέο του βιβλίο δεν είναι εύκολο να διαβάσει κανείς, και όχι μόνο λόγω του θέματος. Η δολοφονία παραγγελιών είναι λιγότερο συμβατική ιστορία από ένα είδος εγκληματολογικής άσκησης που έχει σχεδιαστεί για να αναπαύεται μια για πάντα οποιαδήποτε διαφωνία σχετικά με την αυθεντικότητα των Naim-Andonian εγγράφων και να αποδείξει τη σημασία τους για να βοηθήσει στην κατανόηση των κρατικών δομών που επέτρεψαν τη γενοκτονία να λάβει χώρα.

    Υπάρχει μακρά συζήτηση για τις οθωμανικές τεχνικές κρυπτογράφησης και εκτεταμένη κριτική για τα επιχειρήματα της άρνησης του στρατοπέδου. Αναφέρονται έγγραφα που αποδεικνύουν ότι ένας υπάλληλος που ονομάζεται Naim πράγματι δούλευε στο αρμόδιο τμήμα του Χαλεπίου και ότι είχε τοποθετηθεί στα σημεία που είπε ότι είχε. Οι ημερομηνίες και οι υπογραφές ελέγχονται και συγκρίνονται. Επειδή ορισμένοι Τούρκοι μελετητές διαμαρτυρήθηκαν ότι τα έγγραφα Naim πρέπει να είναι απομιμητικά διότι είναι γραμμένα σε χαρτί γραμμένο σε χαρτί, έχουμε μάλιστα μια σύντομη εξήγηση για την επίσημη οθωμανική πολιτική σχετικά με τη χρήση χαρτιού γραμμένου σε κρυπτογραφημένα έγγραφα. Ο αναγνώστης αισθάνεται μάλλον σαν κάποιος που έχει περάσει σε ένα έντονα προβληματισμένο δράμα στο δικαστήριο. Μπορούμε είτε να προσπαθήσουμε να ακολουθήσουμε κάθε ώθηση και αντίρρηση από τις αντίθετες πλευρές, ή μπορεί κανείς -όσο παρά την υπεράσπιση και εξαιτίας αυτού- να προσπαθήσει να καταλάβει τι έχει σημασία στην όλη ιστορία. Από αυτή την άποψη, μοιάζει με το έργο ενός παλαιότερου μελετητή στον τομέα, του Vahakn Dadrian, ο οποίος δημοσίευσε ένα μακρύ άρθρο σχετικά με τα υλικά Naim-Andonian πριν από τριάντα χρόνια και συνεργάστηκε στενά με την Akçam στο παρελθόν.

    Τα ίδια τα έγγραφα, τα οποία εμφανίζονται μαζί με τα σχόλια του Ναϊμ σε προσάρτημα πενήντα σελίδων του βιβλίου, είναι συγκλονιστικά και αποκαλυπτικά. Καθιστούν σαφές ότι οι μετατροπές στο Ισλάμ ή οι γάμοι σε μουσουλμάνους δεν ήταν αρκετοί για να απαλλάξουν τους Αρμένιους από την απέλαση. Ένα έγγραφο του Υπουργείου Εσωτερικών σημείωσε ότι δεν υπήρχε λόγος να διερευνηθούν οι εγκληματικές ενέργειες που διεξήγαγαν οι ντόπιοι στην περιοχή Deyr-i Zor – η σκηνή μερικών από τις χειρότερες σφαγές – δεδομένου ότι ήταν συνεπείς με την κυβερνητική πολιτική. Ένα άλλο μήνυμα του κυβερνήτη του Αλεππό, Μουσταφά Αμπντουλχάϊκ, επέκρινε τον κυβερνήτη του Deyr-i Zor για την ανησυχία του για τους απελαθέντες. Ορισμένα από τα τηλεγράφημα που αντιγράφει ο Naim φαίνεται ότι δείχνουν τον Ταλάτ Πασά παραγγέλλοντας τον κυβερνήτη του Χαλεπίου να ξεχωρίσει τον κληρικό για τη δολοφονία. Άλλοι χρησιμοποίησαν ευρέως αποδεκτούς ευφημισμούς, όπως «γνωστές και προηγουμένως ανακοινωμένες κατευθυντήριες γραμμές» και «απαραίτητα μέτρα», γεγονός που αντανακλούσε μεγαλύτερη ανησυχία στους υπεύθυνους για τη χάραξη πολιτικής σχετικά με τα νέα των δολοφονιών. Ο Ταλάτ διέταξε τους αρμένιους δημοσιογράφους να συλληφθούν και να «εκκαθαριστούν» και παρότρυνε τον κυβερνήτη να εξασφαλίσει ότι τα πτώματα που κατέστρεψαν τις διαδρομές απέλασης θα θαφτούν το συντομότερο δυνατόν.

    Το βιβλίο του Akçam περιέγραψε τα έγγραφα ως «σεισμό στις μελέτες γενοκτονίας». Ίσως. Αυτό που είναι σίγουρα ενδιαφέρον είναι πόσα αποδεικτικά στοιχεία μπόρεσε να συγκεντρώσει από τα ίδια τα οθωμανικά αρχεία -ιδιαίτερα από τα αρχεία του υπουργείου Εσωτερικών και από τα αρχεία του γραφείου του μεγαλοεπιχειρητή και αλλού. Αυτά βοηθούν στην τεκμηρίωση του ιστορικού των υλικών του Naim και σαρώνουν τη συμμετοχή ανώτερων αξιωματούχων της Οθωμανίας.

    Παρά τις διακεκομμένες προσπάθειες σε μια κάλυψη που καταγράφηκε από τον Ναμίμ, τον Αντώνιο και λεπτομερέστερα από τον Akçam και παρά την συνεχιζόμενη άρνηση της τουρκικής κυβέρνησης να εκφράσει την έκκληση για το τι συνέβη μια γενοκτονία, ένα αυξανόμενο φάσμα πρωτογενών εγγράφων αποδεικνύεται έτσι διαθέσιμο επίσημα αρχεία · μαρτυρούν όχι μόνο την κλίμακα των απελάσεων και των δολοφονιών αλλά και τα πρότυπα της διοίκησης στην οθωμανική κρατική διοίκηση. Όπως και στην αντίστοιχη περίπτωση ιστοριογραφίας του Ολοκαυτώματος, είναι δυνατόν να αφιερώσουμε μια μεγάλη επιστημονική ενέργεια που αναζητά κάποιο είδος πυροβόλων όπλων ντοκιμαντέρ. Ωστόσο, μια καλύτερη αίσθηση του πώς τα πράγματα ξεδιπλώνονται μπορεί να προέρχονται από μια σειρά πηγών που φωτίζουν την πορεία των γεγονότων από πολλές οπτικές γωνίες. Ορισμένα σημαντικά πρόσφατα έργα μιας νέας γενιάς μελετητών το κάνουν με μεγάλη επιτυχία. με τον τρόπο του,2

    Τι Killing Παραγγελίες καθιστά σαφές είναι το κεντρικό συμμετοχή του Υπουργείου Εσωτερικών και το κεφάλι του, Ταλάτ Πασά, στην έναρξη και την παρακολούθηση τεράστιες κινήσεις πολιτών σε όλη την αυτοκρατορία, ορίζονται οι κατευθυντήριες γραμμές για τη θεραπεία τους, και, ίσως το πιο σημαντικό απ ‘όλα αποφάσεων του προσωπικού οι αποφάσεις που εξασφάλιζαν αξιόπιστα στοιχεία ήταν στο σωστό μέρος την κατάλληλη στιγμή. Άλλοι φορείς συμμετείχαν επίσης, τη στρατιωτική, για παράδειγμα, και η Ειδική Οργάνωση, μια παραστρατιωτική δύναμη των παράτυπων δολοφόνους υπό τον έλεγχο του έμπιστος Talaat, Behaeddin Şakir-αλλά το Υπουργείο Εσωτερικών ήταν τόσο πολύ στο επίκεντρο των εργασιών, όπως η SS ήταν κατά την εκδίκαση της Τελικής Λύσης.

    Η σημασία του Talaat Pasha σε ολόκληρη τη ζοφερή ιστορία – μάλιστα σε οποιαδήποτε ιστορία της οθωμανικής πολεμικής προσπάθειας – καθιστά την εμφάνιση μιας νέας βιογραφίας του καλωσόριστη. Ο Hans-Lukas Kieser, ένας ελβετικός ιστορικός που σήμερα είναι στο Πανεπιστήμιο του Newcastle στην Αυστραλία, είναι ένας σεβαστός μελετητής των τουρκικών υποθέσεων. Όπως και ο Akçam, δεν μπορεί να ξεφύγει από την έλξη της αντιπαράθεσης γενοκτονίας και ο Talaat Pasha του: Πατέρας της σύγχρονης Τουρκίας, Αρχιτέκτονας της Γενοκτονίας , σκοπεύει επίσης να καταλάβει την υπόθεση ότι η ηγεσία του πολέμου στην Κωνσταντινούπολη και ιδιαίτερα το Talaat διαπράχθηκαν το 1915 σε μια πολιτική εξόντωσης του αρμενικού πληθυσμού της αυτοκρατορίας.

    Η πεζογραφία του Kieser είναι πεζό, αλλά το βιβλίο του είναι ανεκτίμητο, προσφέροντας μια μεγαλύτερη εικόνα από εκείνη του Akçam, και τα δύο γεγονότα που προκάλεσαν τις σφαγές του 1915-1917 και τον πόλεμο. Η θέα από το γραφείο του Talaat Pasha δίνει μια προοπτική που θα ήταν δύσκολο να νικήσει. Ηγετική προσωπικότητα στην επιτροπή της Ένωσης και της Προόδου ( CUP), που ανατράπηκε ο Σουλτάνος ​​Αμπντούλ Χαμίτ και οδήγησε την Τουρκία στον πόλεμο, ο Ταλάτ ήταν αυτοεπιχειρημένος, πρώην υπάλληλος της ταχυδρομικής υπηρεσίας που αργότερα ως υπουργός είχε τηλεγραφική γραμμή συνδεδεμένη με την ιδιωτική του κατοικία για να διευκολύνει τις επικοινωνίες του με τις επαρχίες. Ένας άνθρωπος «επιτροπής» μέσα και μέσα, είχε την χαρακτηριστική ορμητικότητα, την υποψία και την αγάπη της δράσης του υπόγειου επαναστάτη. Εμφανίστηκε το 1913 ως ένας από τους κυβερνώντες «τρεις Πασάς» – με τους συναδέλφους του Ένβερ Πασά και Τσεμάλ Πασά – που πήραν συλλογικά την Τουρκία στον πόλεμο. Εκείνο που τον έκανε να ξεσηκωθεί ακόμα και οι στενότεροι αντιπάλους του ήταν οι διπλωματικές του δεξιότητες και η γοητεία του, που τον ανέδειξε σε μια θέση εξουσίας μετά από μια άλλη μέχρι που τελείωσε τον πόλεμο ως μεγάλο βεζίρι.

    Έπεσε στο Talaat, ως υπουργός εσωτερικών, να χειρίζεται ζητήματα απομάκρυνσης και επανεγκατάστασης. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε χρησιμοποιήσει την επανεγκατάσταση νομαδικών φυλών ως τεχνική για την ανάληψη των κατακτημένων εδαφών ήδη από τον δέκατο τέταρτο αιώνα. η δημογραφική της πολιτική επεκτάθηκε στην υποδοχή μεγάλου αριθμού Εβραίων που εκδιώχθηκαν από την Ισπανία στα τέλη του 15ου αιώνα και την επανεγκατάστασή τους. Έτσι, η αυτοκρατορική νοοτροπία συνηθίζει να σκεφτόμαστε τους πιστούς και τους άπιστους πληθυσμούς. Στην επική πάλη της αυτοκρατορίας με την τσαρική Ρωσία γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα από τα τέλη του 18ου αιώνα και μετά, εκατοντάδες χιλιάδες μουσουλμάνοι που είτε έφυγαν είτε αναγκάστηκαν προς νότο σε οθωμανικά εδάφη μπροστά στη ρωσική πρόοδο, εγκαταστάθηκαν παντού από τα Βαλκάνια σε μεγαλύτερα Συρία.

    Αλλά καθώς τα χριστιανικά έθνη-κράτη προέκυψαν στη νοτιοανατολική Ευρώπη και η εισροή μουσουλμάνων προσφύγων έφτασε σε ρυθμό, η αυτοκρατορία άρχισε επίσης να εκτοπίζει πληθυσμούς που θεωρούσε εχθρικούς. Οι αυξανόμενες υποψίες των Αρμενίων άρχισαν να εμφανίζονται στο τέλος του δέκατου ένατου αιώνα, αλλά δεν ήταν οι μόνοι. Μετά τους βαλκανικούς πολέμους, οι μουσουλμάνοι πρόσφυγες έφθασαν στην Ανατολία την άνοιξη του 1914, προτρέποντας την κυβέρνηση, με τον πρωθυπουργό Talaat, να απελάσει ορθόδοξους χωρικούς από τις μικρασιατικές ακτές, υποτίθεται ότι έκαναν χώρο για τους νεοεισερχομένους αλλά και χωρίς αμφιβολία θεωρείται ως κίνδυνος ασφαλείας σε περίπτωση πολέμου με την Ελλάδα, η οποία αναμενόταν ευρέως.

    Μόλις η Οθωμανική Αυτοκρατορία εισχώρησε στον πόλεμο από τη Γερμανία και ειδικά αφού ο Enver ξεκίνησε ανόητα την καταστροφική εκστρατεία του ενάντια στις ρωσικές δυνάμεις στην ανατολή, οι Αρμένιοι των ανατολικών επαρχιών βρέθηκαν σε μια ακόμα πιο επισφαλής κατάσταση. Αυτό που χειρότερα έπληξε ήταν ότι την παραμονή του πολέμου οι οθωμανικές αρχές είχαν πολύ διστακτικά υπογράψει ένα ευρωπαϊκό μεταρρυθμιστικό σχέδιο που θα παρείχε διεθνή εποπτεία στη διοίκηση αυτών των επαρχιών. Η Μακεδονία είχε αποτελέσει αντικείμενο παρόμοιας πρότασης μια δεκαετία νωρίτερα και, για τους άνδρες όπως ο Ταλάτ, σήμαινε σαφώς το είδος της ευρωπαϊκής ανάμειξης στις οθωμανικές υποθέσεις που θα μπορούσε να έχει μόνο ένα αποτέλεσμα – την περαιτέρω αποσύνθεση της αυτοκρατορίας.

    Talaat Pasha
    Εικόνες από την Ιστορία / Granger
    Ο Ταλάτ Πασά, ο Οθωμανός υπουργός Εσωτερικών κατά τη γενοκτονία των Αρμενίων
    Παρ ‘όλα αυτά, η μαζική δολοφονία στην κλίμακα που ξεδιπλώθηκε την άνοιξη του 1915 δεν ήταν αναπόφευκτη, αν και οι σφαγές των Αρμενίων του 1894-1896, που ξέσπασαν υπό τη σουλτάνη Αμπντούλ Χαμίντ, παρείχαν ένα είδος προηγουμένου: είχαν αφήσει κάπου μεταξύ 100.000 -200.000 νεκρούς πριν από μια διεθνή κατακραυγή τους σταμάτησε. Το 1909, περίπου 15.000 έως 30.000 Αρμένιοι σκοτώθηκαν γύρω από την πόλη της Αδάνης, αλλά η CUP είχε επικριθεί για τις σφαγές και οι δράστες ήταν γενικά συνδεδεμένοι με το παλαιό καθεστώς.

    Ο Kieser υποστηρίζει ότι η σκέψη του Talaat διαμορφώθηκε από τον πόλεμο και από τη δυνατότητα που του δόθηκε να τερματίσει το αρμενικό ζήτημα μια για πάντα. Η αίσθηση μεταξύ των μελών της CUP ότι ήταν κλειδωμένη σε έναν υπαρξιακό αγώνα για τη ζωή της αυτοκρατορίας ενέπνευσε μεγάλες εξωστρεφείς φιλοδοξίες. Η γενική απώλεια ζωής κατά τη διάρκεια του πολέμου – μεταξύ των στρατιωτών και των πολιτών – ήταν ένας άλλος παράγοντας: ο Ταλάτ συχνά έδωσε εντολή στους υφισταμένους του να μην χάσουν τη συμπόνια τους για τους Αρμένιους όταν υπέφεραν τόσοι πολλοί μουσουλμάνοι. Και η τεχνολογία – η εξάπλωση του σιδηροδρόμου και ειδικότερα του τηλεγράφου – του επέτρεψε επίσης να εκδίδει εντολές και να παρακολουθεί τα γεγονότα πιο στενά από οποιονδήποτε από τους προκάτοχούς του από τους Hamid.

    Πώς ξετυλίγεται η γενοκτονία; Στην περίπτωση των Ναζιστών, σχεδόν έσπασε. Πρώτα υπήρξαν οι δολοφονίες στα κατεχόμενα σοβιετικά εδάφη. τότε υπήρχαν τα στρατόπεδα θανάτου στην Πολωνία. μόνο αργότερα η πολιτική επεκτάθηκε σε ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Κατά τον ίδιο τρόπο, η δολοφονία Αρμενίων ξεκίνησε σε δύο ξεχωριστά μέρη: την Κωνσταντινούπολη, όπου συνελήφθησαν (και δολοφονήθηκαν) οι πρεσβείες και οι ανατολικές επαρχίες όπου σημειώθηκαν οι πρώτες σφαγές. Ούτε ο Ταλάτ ούτε κανένας άλλος φαίνεται να είχε αρχικά προβλέψει την επέκταση της πολιτικής στη Συρία, γι ‘αυτό και οι Αρμένιοι των Αλεππανοί παρέμειναν αλώβητοι μήνες από τότε που ο πληθυσμός της περιοχής Βαν είχε εξολοθρευτεί ή απελάθηκε. Το 1916, ωστόσο, με ένα νέο, αξιόπιστο κυβερνήτη που τέθηκε σε λειτουργία στο Αλέπο, η πολιτική μετατράπηκε σε μία από τις ενεργές δολοφονίες στη βόρεια Συρία, με το Ταλάατ, σύμφωνα με τα λόγια του Kieser, «ο αρχηγός αυτού του γενοκτονικού κόσμου». Την επόμενη χρονιά ο Talaat ανέθεσε μια στατιστική έρευνα για το πόσοι Αρμένιοι επέζησαν στην αυτοκρατορία. Ενώ το 1914 υπήρχαν περίπου 1,5 εκατομμύρια (αριθμός που προφανώς απέκλειε τους προτεσταντικούς Αρμένιους), ο αριθμός εκείνων που ζούσαν τρία χρόνια αργότερα είχε πέσει σε περίπου 350.000-400.000.3

    Αν και οι Αρμένιοι αναμφισβήτητα έφεραν το κύριο βάρος της γενοκτονικής επίθεσης της πολιτικής του Ταλάιτ, ήταν ύποπτος για μια εκπληκτικά μεγάλη ποικιλία εθνοτικών ομάδων. Οι Νεστοριανοί χριστιανοί διακρίθηκαν για διασπορά και θάνατο, μέλη της Ορθοδόξου Ρώμης γύρω από το Τραπεζούντα σφαγιάστηκαν και οι Κούρδοι, που συχνά εργάστηκαν για τη δολοφονία Αρμενίων από Οθωμανούς αξιωματούχους, διακρίθηκαν για απέλαση. χιλιάδες από αυτούς λιμοκτονούσαν το 1916-1917. Η εκπληκτική μελέτη του Ryan Gingeras για την περιοχή του Μαρμαρά δείχνει ότι οι γραφειοκράτες του υπουργείου Εσωτερικών εντοπίζουν τους Circassians, τους Αλβανούς και τους Βόσνιους και τηρούν λεπτομερή αρχεία για το ποιος είχε εξουσία σε κάθε κοινότητα. 4

    Η φιλόδοξη και ενδεχόμενη προσέγγιση της εθνοτικής πολιτικής του υπουργείου Εσωτερικών ήταν εκπληκτική. Ωστόσο, οι πόροι της ήταν αυστηρά περιορισμένοι. Στην πραγματικότητα, είναι ζωτικής σημασίας για την κατανόηση της βίας η επισφάλεια του Talaat για την εξουσία. Όπως κάθε οθωμανός υπουργός στην Κωνσταντινούπολη πριν από αυτόν, είχε έντονη αίσθηση του πόσο περιορισμένοι ήταν οι πόροι που είχε στη διάθεσή του. Ως εκ τούτου, η εξάρτηση από τους τοπικούς ένοπλους άνδρες, τις μονάδες που ξετυλίγονταν μαζί για ειδικούς σκοπούς, συχνά πληρώνονταν με την ιδιοκτησία των Αρμενίων και τη λεηλασία που συνόδευε το έργο τους. Εξ ου και η εμμονή του Talaat με την εργασία μέσω των πιστών που θα μπορούσε να εμπιστευτεί, τους ανθρώπους των οποίων τα δολοφονικά ένστικτα αποδείχθηκαν, και την πανταχού παρούσα ανησυχία του για τη διαφθορά, μήπως οι Αρμένιοι πληρώνουν αξιωματούχους για να τους επιτρέψουν να επιβιώσουν. Δεν έκανε λάθος υποψιάζοντας ότι πολλοί οθωμανικοί αξιωματούχοι απέρριψαν τα σχέδιά του:

    Ο Talaat Pasha φαίνεται να μην είχε καμία αμφιβολία και, όπως ενημέρωσε τον πρεσβευτή των ΗΠΑ, δεν λυπάται. Η είσοδος στον πόλεμο στην πλευρά της Γερμανίας ήταν ένα τυχερό παιχνίδι, και είχε αποφασίσει να πάει για έσπασε. Την άνοιξη του 1918, φάνηκε ότι το στοίχημα είχε πληρώσει μακριά. Η κυβέρνηση της Γερμανίας είχε δείξει μια έντονη αδιαφορία για τις δολοφονίες των Αρμενίων. (Οι μεμονωμένοι γερμανοί αξιωματούχοι, ιεραπόστολοι και δημοσιογράφοι αντιτίθενταν μεταξύ των σημαντικότερων μαρτύρων σε ό, τι συνέβη και σε πολύτιμες πηγές μαρτυρίας.) Και όταν το καθεστώς του Λένιν εναντιώθηκε στην ειρήνη το χειμώνα του 1917-1918, ήταν ο Ταλάατ που ηγήθηκε του Οθωμανικού αντιπροσωπεία στο Brest-Litovsk και επέστρεψε με θρίαμβο, έχοντας διαπραγματευτεί την επιστροφή των επαρχιών που είχαν χαθεί στην αυτοκρατορία για σαράντα χρόνια.

    Μέχρι το τέλος του 1918, όλα αυτά ήταν μια μακρινή μνήμη. Ο Τάλατ παραιτήθηκε τον Οκτώβριο και τον επόμενο μήνα διέφυγε από την Κωνσταντινούπολη και εγκαταστάθηκε σε μια ημι-κρυφή ύπαρξη στο Βερολίνο. Από εκεί ήταν ο πρώτος ανώτερος CUPγια να διακηρύξει την υποταγή στον Μουσταφά Κεμάλ. Τον Μάρτιο του 1921 δολοφονήθηκε στο Charlottenburg από τον Tehlirian. Ο Behaeddin Şakir, πρώην δολοφόνος ηγέτης της παραστρατιωτικής Ειδικής Οργάνωσης, μίλησε στην κηδεία του: ο ίδιος έπεσε στους δολοφόνους λίγο περισσότερο από ένα χρόνο αργότερα. Αρχικά ανεπιθύμητο στην Τουρκία, τα απομεινάρια του Talaat μεταφέρθηκαν πίσω στην Κωνσταντινούπολη τον Φεβρουάριο του 1943, ένα σημάδι των ελπίδων του Χίτλερ για μια νέα εποχή της τουρκογερμανικής φιλία. Σήμερα βρίσκεται στο νεκροταφείο Abidi-i-Hürriyet, που είναι θαμμένο κάτω από ένα επιβλητικό τόξο από το Μνημείο της Ελευθερίας. Ο πρώην σύντροφος του, Ένβερ Πασά, βρίσκεται κοντά. Τα ερείπια των θυμάτων δεν είναι τόσο εύκολα τοποθετημένα: βρίσκονται σε εκατοντάδες, αν όχι χιλιάδες μη επισημασμένους αυτοσχέδιους τάφους διάσπαρτους σε όλη την Ανατολία και τη συριακή έρημο.

    1
    Το Εγκλήματα Νέων Τούρκων κατά της Ανθρωπότητας: Η Γενοκτονία των Αρμενίων και ο Έθνικ Καθαρισμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (Princeton University Press, 2012). ↩

    2
    Πάρτε για παράδειγμα τη διατριβή του 2016 από έναν μαθητή του Akçam, Khatchig Mouradian, με θέμα «Γενοκτονία και Ανθρωπιστική Αντίσταση στην Οθωμανική Συρία, 1915-1917» και το φωτιστικό του άρθρο στο Études arméniennes contemporaines , Vol. 7 (2016) που χρησιμοποιεί τόσο τις οθωμανικές όσο και τις αρμενικές πηγές για να καταδείξει με τρόπο που θυμίζει τη θεραπεία του Christopher Browning για την εξέλιξη της Τελικής Λύσης πώς μια ακριβής προσοχή στη χρονολογική σειρά ανά μήνα μας επιτρέπει να κατανοήσουμε πλήρως την εξέλιξη της επίσημης σκέψης στο αρμενικό ζήτημα. ↩

    3
    Ara Ara Sarafian, Έκθεση Talaat Pasha για την γενοκτονία των Αρμενίων, 1917 (London: Gomidas Institute, 2011), σελ. 5-6. ↩

    4
    Ryan Gingeras, Θυμωμένες ακτές: Βία, Εθνότητα και τέλος της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, 1912-1923 (Πανεπιστημιακός Τύπος της Οξφόρδης, 2011). ↩


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Google photo

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: