To Aρμενικό Ζήτημα (Β’ μέρος)

TO ARMENIKO ZHTHMA ΣΤΟΝ 19Ο ΑΙΩΝΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΤΥΠΟ

Με αφορμή την έκδοση από το περιοδικό Αρμενικά της μελέτης του Ιωάννη Ασπροποταμίτη για την παρουσίαση του Αρμενικού Ζητήματος μέσα από τον ελληνικό Τύπο κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, αναρτώ το δεύτερο μέρος της βιβλιοκρισίας.

Το Α’ Μέρος μπορείτε να το διαβάσετε εδώ:  https://kars1918.wordpress.com/2018/10/23/armenian-issue-and-greek-press/

Από την παρουσίαση του βιβλίου στη Νέα Σμύρνη στις 24 Οκτωβρίου 2018 με τον Θέμο Στοφορόπουλο, την Κουήν Μινασιάν σε συντονισμό Έρσης Βατού

Το Αρμενικό Ζήτημα

Η μελέτη καλύπτει την περίοδο 1894-1896, οπότε υπήρξε η κορύφωση μιας διαδικασίας η οποία ξεκίνησε από το Συνέδριο του Βερολίνου (1878). Τότε ουσιαστικά εμφανίζεται το Αρμενικό Ζήτημα ως διεθνές ζήτημα στο πλαίσιο του Ανατολικού. Η αρμενική αφύπνιση υπήρξε απόρροια του διαφωτισμού και των νέων ιδεών που ήρθαν από τη Δύση.

 Παράλληλα, επηρέασε τους Αρμένιους το γεγονός της απόκτησης της εθνικής ελευθερίας από τα χριστιανικά έθνη της Βαλκανικής. Καθώς και η εντεινόμενη ρωσο-οθωμανική σύγκρουση η οποία έφερε τα ρωσικά στρατεύματα στην περιοχή του Καυκάσου, καλλιεργώντας αισθήματα προσμονής για απελευθέρωση από το «ξανθό γένος». Στο τέλος του 19ου αιώνα οι Αρμένιοι διεκδίκησαν την εθνική τους απελευθέρωση με μια σειρά δυναμικών κινητοποιήσεων που έφταναν έως και την εξέγερση.   

Η εξέλιξη του Αρμενικού Ζητήματος υπήρξε σε μεγάλο βαθμό απόρροια των πράξεων των μεγάλων δυνάμεων, οι οποίες διαγκωνίζονταν για την απόκτηση καλύτερης θέσης για την μεταοθωμανική εποχή. Ήδη οι οθωμανικές μεταρρυθμίσεις του Τανζιμάτ είχαν αλλάξει το κλίμα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Το πρώτο οθωμανικό Σύνταγμα του 1876 κωδικοποίησε όλες αυτές τις αλλαγές. Όμως η αλλαγή που έγινε αντιληπτή στα μεγάλα αστικά κέντρα, δεν άγγιξε την περιφέρεια. Από την Κρήτη έως και την Αρμενία συνεχίστηκε η ίδια αυταρχική συμπεριφορά των τοπικών αρχών που αρνούνταν να εφαρμόσουν τις μεταρρυθμίσεις.

Αφενός τα ιδιοτελή συμφέροντα των κατά περιοχές μουσουλμανικών ελίτ και αφετέρου η ισλαμική υπεροψία προς τους «άπιστους» είχαν οδηγήσει στη διατήρηση του απαρχαιωμένου  καθεστώτος των διακρίσεων. Το καθεστώς τρόμου, συλλήψεων, άδικης φορολογίας που διατηρήθηκε στην οθωμανική περιφέρεια, οδήγησε σε αντίδραση τους πληθυσμούς που υπόκειντο στην κακομεταχείριση. Αυτή η κατάσταση είχε οδηγήσει στη συμπερίληψη του Αρμενικού Ζητήματος στην αντίληψη των μεγάλων δυνάμεων. Έτσι πρώτα, εισήχθη πρόνοια υπέρ των Αρμενίων με το άρθρο 16 της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου  και στη συνέχεια με το άρθρο 61 της Συνθήκης του Βερολίνου, η οποία αντικατάστησε αυτή του Αγ. Στεφάνου. Έτσι, οι μεγάλες δυνάμεις επιχείρησαν να εξασφαλίσουν την ισονομία και την υλοποίηση των ήδη ψηφισμένων μεταρρυθμίσεων. Μόνο που η πρόθεση των μεγάλων δυνάμεων παρέμεινε μόνο στα λόγια.

Οι Αρμένιοι επηρεάστηκαν σε μεγάλο βαθμό από την επιτυχία του βουλγαρικού κινήματος και επιχείρησαν να το επαναλάβουν στις ανατολικές περιοχές της Αυτοκρατορίας. ‘Όμως οι περιοχές αυτές βρίσκονταν στις εσχατιές της Ανατολίας, περιτριγυρισμένες από μουσουλμανικούς λαούς που τους ένωσε ο θρησκευτικός φανατισμός και η τάση για λεηλασία. Η φοβική αντιμετώπιση της Αρμενίας ως δεύτερης Βουλγαρίας από τον σουλτάνο οδήγησε στη σκλήρυνση της  κατασταλτικής πολιτικής, με τη χρήση εξοπλισμένων κουρδικών ομάδων. Η μεγάλη καταπίεση οδήγησε στη δημιουργία ενός αρμενικού επαναστατικού κινήματος, με δύο σοσιαλιστικές οργανώσεις, την υπέρ της πλήρους ανεξαρτησίας Χιντσακιάν και την υπέρ της αυτονομίας εντός των ορίων Ντασνακτσουτιούν.

Οι προοδευτικές αρμενικές οργανώσεις υπσοτήριξαν μια πρώτη εξέγερση που έλαβε χώρα το 1887 στην περιοχή Ζεϊτούν. Τον Ιούλιο του 1890 έγινε η διαδήλωση των Αρμενίων στην Κωνσταντινούπολη, η οποία κατάληξε σε βίαιη καταστολή με πολλά θύματα. Τον επόμενο χρόνο σημειώθηκαν αντιστασιακές δράσεις στην περιοχή Σασούν, νότια της λίμνης Βαν. Τον Ιανουάριο και τον Δεκέμβριο του 1893 σημειώθηκαν δύο επεισόδια εξέγερσης των Αρμενίων στην Γιοσκάτη και στην Κεντρική Ανατολία. Η πρώτη ένδειξη ότι οι Οθωμανοί προσανατολίζονταν στη επίλυση του Αρμενικού Ζητήματος με τη βία υπήρξε η αιματηρή καταστολή στην περιοχή του Σασούν το 1894. Στην περιοχή αυτή εξεγέρθηκαν οι ορεινοί αρμενικοί πληθυσμοί, οι οποίοι υφίσταντο έως τότε κάθε είδους βιαιοπραγία, υπερβολική φορολόγηση και καταπίεση. Ουσιαστικά οι χωρικοί πήραν τα όπλα για να αμυνθούν εναντίον των Κούρδων που ήταν ασύδοτοι. Η εξέγερσή τους θύμιζε πολύ τις αντίστοιχες χριστιανικές της Βαλκανικής. Η τουρκική αντίδραση κατά των Αρμενίων ήταν υπερβολικά σκληρή και σφραγίστηκε με τη σφαγή του τοπικού αρμενικού πληθυσμού.  Στον ελληνικό Τύπο υπάρχουν κείμενα όπου εκφράζεται ο φόβος για επέκταση των διώξεων και κατά του ελληνικού πληθυσμού της Αυτοκρατορίας. 

Η συνέχεια δόθηκε στην Κωνσταντινούπολη όπου οι αρμενικές διαδηλώσεις του  1895 –ως διαμαρτυρία για τα γεγονότα του Σασούν- εξελίχθηκαν σε αληθινή σφαγή με πενήντα νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Φαίνεται από τα δημοσιεύματα του ελληνικού Τύπου ότι το αρμενικό κίνημα, που κατεστάλη αιματηρά,  ήταν από καιρό προμελετημένο και είχε υποκινηθεί από το Αρμενικό Κομιτάτο του Λονδίνου. Και ότι υπήρξε αμοιβαία συνεννόηση με το βουλγαρικό Μακεδονικό Κομιτάτο (ΕΜΕΟ-VМRО), που προωθούσε την αυτονόμηση της οθωμανικής Μακεδονίας, προσδοκώντας να επαναλάβει το παράδειγμα της Ανατολικής Ρωμυλίας. Δηλαδή της παράνομης ενσωμάτωσης (1885) στο βουλγαρικό κράτος. 

Ο ελληνικός Τύπος τονίζει το γεγονός ότι η ελληνική πλειονότητα της Κωνσταντινούπολης έμεινε αμέτοχη στα γεγονότα. Ως συνέχεια της αιματηρής καταστολής που έγινε στην Κωνσταντινούπολη  τον Οκτώβριο του 1895, έγιναν μαζικές και αδιάκριτες σφαγές κατά του αρμενικού πληθυσμού σε όλα τα μέρη όπου κατοικούσαν, από την Τραπεζούντα έως την Κιλικία. Τα γεγονότα της Κωνσταντινούπολης διεθνοποίησαν για πρώτη φορά σε τέτοια έκταση το Αρμενικό Ζήτημα. Το θέμα αυτό παρουσιάζεται αναλυτικά στη μελέτη του Ασπροποταμίτη στο κεφάλαιο «Η αρμενική διαδήλωση του Σεπτεμβρίου στην Κωνσταντινούπολη και οι πιέσεις των Δυνάμεων για την αποκατάσταση της τάξης».

Η απάντηση του επαναστατικού κινήματος των Αρμενίων εκφράστηκε τον Αύγουστο του 1896 με την επίθεση κατά της Οθωμανικής  Τράπεζας (Osmanli Bankasi) στην Κωνσταντινούπολη. Ουσιαστικά οι πράξεις των Αρμένιων επαναστατών υπήρξαν απόρροια της μεγάλης απελπισίας που δημιουργήθηκε λόγω της ανελαστικής πολιτικής της Υψηλής Πύλης. Το αποτέλεσμα ήταν πογκρόμ κατά του αρμενικού πληθυσμού στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας με 6.000 θύματα.   

Ο ελληνικός Τύπος παρουσίαζε τις αρμενικές εξεγέρσεις ως αντίστοιχες με αυτές του 1821, ενώ το Αρμενικό Ζήτημα παρουσιαζόταν καθημερινά από τον ημερήσιο Τύπο. Ο συγγραφέας αναφέρει: «Το Αρμενικό Ζήτημα επηρέασε με έμμεσο ή άμεσο τρόπο, καταλυτικά τις πολιτικές ελληνικές θέσεις για τα γεγονότα της εποχής προκαλώντας την εγρήγορση της ελληνικής κοινωνικής συνείδησης και υποδαυλίζοντας θέματα, που σχετίζονταν σε υψηλό βαθμό με τα ελληνικά εθνικά συμφέροντα.»

Εκείνη την εποχή η ελληνική διπλωματία είχε προσανατολιστεί σε μια ήπια προσέγγιση των ελληνο-οθωμανικών σχέσεων αρνούμενη να αναμειχθεί στις κρίσεις που προέκυπταν, παρότι ήταν μια εποχή όπου και οι ελληνικοί  πληθυσμοί που κατοικούσαν στην περιφέρεια της Αυτοκρατορίας επαναστατούσαν (επανάσταση Ολύμπου-1878, Κρητική Επανάσταση 1866 και 1897). Η επιλογή της ειρηνικής συνύπαρξης αποσκοπούσε στην προστασία των ελληνικών πληθυσμών της Αυτοκρατορίας και απηχούσε σε μεγάλο βαθμό το πνεύμα του ελληνο-οθωμανισμού που κυριαρχούσε τότε στις οθωμανικές ελληνικές ελίτ, αλλά και σε σημαντικούς κύκλους του ελληνικού Βασιλείου που ήδη είχαν προκρίνει τον βουλγαρικό κίνδυνο ως σημαντικότερο. Bέβαια, τo 1897 προέκυψε ο ατυχής ελληνοτουρκικός πόλεμος ως απόρροια της Κρητικής Επαναστασης. Όμως αυτή η πολεμική σελίδα μπορεί να θεωρηθεί ως παρέκβαση της πολιτικής καλής γειτονίας που είχαν υιοθετήσει οι ελληνικές ελίτ.   

Η σημασία της μελέτης

16-11-2018 Aspropotam;itisΤο Αρμενικό Ζήτημα και η Γενοκτονία -σε αντίθεση με το Ελληνικό Ζήτημα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και τη Γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών-  έχει διερευνηθεί σε ικανοποιητικό βαθμό  από ιστοριογραφικής άποψης. Σε διεθνές επίπεδο το ιστορικό γεγονός ήταν γνωστό από τα χρόνια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου τόσο με την έκδοση του βρετανικού υπουργείου Εξωτερικών που είχε επιμεληθεί ο Άρνολντ Τόιμπι, όσο από τις εκθέσεις του Γερμανού ιεραπόστολου Γιοχάννες Λέπσιους.  Όμως η μεγάλη ιστοριογραφική παραγωγή θα αρχίσει μετά το 1970 και θα οφείλεται στην ενεργοποίηση των Αρμένιων της διασποράς.

Η ανάδειξη του θέματος στην Ελλάδα θα ξεκινήσει από τις αρμενικές οργανώσεις με τη συμβολή Αρμένιων μελετητών, όπως ο Αγαμπατιάν Οχανές-Σαρκίς, ο Ιωσήφ Κασεσιάν κ.ά. Ως πρώτη σχετική έκδοση μπορεί να θεωρηθει το βιβλίο Τα απομνημονεύματα του Ναϊμ Μπέη, που εξέδωσε το 1965 μια αρμενική οργάνωση. Το 1967 εκδόθηκε μια πραγματική ιστορία του Λεόν Ζαβόν Σουρμελιάν. Το 1972 θα εκδοθεί το κλασικό βιβλίο Η Σμύρνη στις φλόγες της Αμερικανο-αρμένιας ιστορικού Μάρτζορι Χαουζπιάν και έκτοτε θα γνωρίσει απανωτές εκδόσεις. Τρία χρόνια αργότερα εκδόθηκε το Αρμενία 1915: Μια υποδειγματική γενοκτονία του Ζαν-Μαρί Καρζού. Τη δεκαετία του ’80 το ελληνικό κοινό θα έρθει σε επαφή με περισσότερα έργα για τους Αρμένιους και τη Γενοκτονία. Ενδεικτικά αναφέρονται κάποια από αυτά, όπως τα κείμενα της Ανζέλ Κουρτιάν (1980), ένα πρώτο κείμενο για τη Γενοκτονία από κοινωνιολογικής σκοπιάς του Βαχάκν Νταντριάν (1982), το έργο του μεγάλου Αρμένιου ιστορικού Ρίτσαρντ Χοβανεσιάν (1984) και τα απομνημονεύματα του Χένρι Μοργκεντάου (1989). Σημαντικό υπήρξε το βιβλίο του Μίλτου Παγτζιλόγλου (1988) που αναφερόταν από κοινού στη Γενοκτονία Ελλήνων και Αρμενίων. Την ίδια χρονιά εκδόθηκε και το βιβλίο του Αγαμπατιάν Οχανές-Σαρκίς για το Αρμενικό Ζήτημα.

Κατά τη δεκαετία του ’90 η εκδοτική παραγωγή θα συνεχιστεί. Το 1990 εκδόθηκαν οι μαρτυρίες της Κουρτιάν, το τρίτομο του Βερφέλ Φραντς για την τραγωδία του Μουσά Νταγ, ο Αρμενικός Απελευθερωτικός Αγώνας του Ιωσήφ Κασεσιάν, καθώς και με το κλασικό βιβλίο για τις φρικαλεότητες κατά των Αρμενίων που επιμελήθηκε ο Τόιμπι (1995). Η εκδοτική δραστηριότητα την επόμενη περίοδο αρχίζει με την αυτοβιογραφική προσέγγιση της Γενοκτονίας του Πήτερ Μπαλακιάν (2000). Δύο χρόνια αργότερα εκδίδεται το κλασικό έργο για την Ιστορία της Αρμενικής Γενοκτονίας του Βακάχν Νταντριάν (2002). Το 2007, το ελληνικό κοινό έχει στην διάθεσή του το κλασικό έργο του Τούρκου ιστορικού Τανέρ Ακσάμ Μια επαίσχυντη πράξη. Το 2014 μεταφράζετε και εκδίδεται στα ελληνικά το κορυφαίο βιβλίο του Φουάτ Ντουντάρ με τίτλο Ο κώδικας της σύγχρονης Τουρκία,. Η μηχανική των εθνοτήτων της ‘Ενωση και Πρόοδος’ 1913-1918, όπου κάνει μια βαθύτατη ανάλυση της ψυχογραφίας των στελεχών του Σωματείου Ένωσης και Προόδου, γνωστών ως Νεότουρκων, που υπήρξαν οι σχεδιαστές και εκτελεστές των γενοκτονιών των Χριστιανικών Λαών της Ανατολής την περίοδο 1913-1922. Στο βιβλίο  αναλύεται  με εξαντλητική λεπτομέρεια η επιχείρηση τουρκοποίησης της Μικράς Ασίας με βία,  πογκρόμ και μετακινήσεις πληθυσμών. Υπάρχει  εκτενέστατη ανάλυση για τον εκτοπισμό των Αρμενικών πληθυσμών με κρυστάλλινη διαύγεια. Δίνονται όλες οι λεπτομέρειες των συμβάντων στις αρμενικές ευρύτερες γεωγραφικές περιοχές της Κιλικίας, Βαν και Ερζερούμ.

Στις πλέον πρόσφατες εκδόσεις εντάσσεται το σημαντικό έργο του Γιάννη Χασιώτη με τίτλο Αρμένιοι και Έλληνες στις μεγάλες κρίσεις του Ανατολικού Ζητήματος (1856-1914). Αδελφά έθνη εν μέσω θυέλλης.

Σ’ αυτό τον κατάλογο ιστοριογραφικής παραγωγής για το Αρμενικό Ζήτημα έρχεται να προστεθεί η μελέτη του Ιωάννη Ασπροποταμίτη για την περίοδο 1894-1896. Ο συγγραφέας βασίζεται και εξαντλεί πλήρως τις πηγές του, που προέρχονται από τον ελληνικό Τύπο της εποχής. Από τη διαπραγμάτευση του υλικού, αποκαλύπτεται το διεθνές πλαίσιο, τα συμφέροντα των μεγάλων δυνάμεων,  οι διεθνείς κινήσεις και οι παρεμβάσεις υπέρ των Αρμενίων, τα συναισθήματα του ελληνικού πληθυσμού προς τον αγώνα τους, καθώς και η μεγάλη συνάφεια που υπάρχει στα τέλη του 19ου αιώνα μεταξύ του Αρμενικού, του Μακεδονικού και του Κρητικού Ζητήματος.

Η σημασία του έργου έγκειται επιπλέον και στο γεγονός ότι αποτελεί μια από τις ελάχιστες καθαρά ελληνικές ιστοριογραφικές παραγωγές για το θέμα αυτό, οι οποίες βασίζονται στο αναξιοποίητο έως αυτή στη στιγμή υλικό των ανταποκρίσεων και των αναλύσεων των ελληνικών εφημερίδων εκείνης της εποχής.

——————–

(*) Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός. Έχει μελετήσει την ιστορία του σοβιετικού ελληνισμού, καθώς και τις διαδικασίες μετασχηματισμού και κατάρρευσης της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Βραβεύτηκε από την Ακαδημία Αθηνών για τη συγγραφή της ιστορίας των ελληνικών κοινοτήτων στα βορειοανατολικά παράλια του Εύξεινου Πόντου.

 

 

Advertisements

2 Σχόλια

  1. http://azator.gr/?p=11296&fbclid=IwAR25kzn2Pztm5oP4BG3hN5EW9q7QlXn9WiOAmiIH9giGqrg3GMSPzWz7X4A

    «Հայկական Հարցը 19րդ դարուն, հելլէն մամուլի հրապարակումներուն ընդմէջէն»
    «Հայկական Հարցը 19րդ դարուն, հելլէն մամուլի հրապարակումներուն ընդմէջէն» գիրքի շնորհահանդէս

    31 Հոկտեմբերի 201875 0

    19րդ ­դա­րը յատ­կան­շած պատ­մա­կան վճռո­րոշ պա­հե­րուն վրայ լոյս սփռե­լու եւ ­Մեր­ձա­ւոր Ա­րե­ւել­քի մէջ հե­տա­գայ զար­գա­ցում­նե­րուն հիմ­քը կազ­մած ե­ղե­լու­թիւն­նե­րուն շուրջ կա­րե­ւոր անդրա­դարձ մը կա­տա­րե­լու նպա­տա­կով, «Ար­մե­նի­քա» պար­բե­րա­թեր­թի խմբագ­րու­թեան կող­մէ լոյս տե­սաւ «­Հայ­կա­կան ­Հար­ցը 19րդ ­դա­րուն, հել­լէն մա­մու­լի հրա­պա­րա­կում­նե­րուն ընդ­մէ­ջէն» խո­րագ­րով յու­նա­րէն գիր­քը։­ Գիր­քին հե­ղի­նա­կը՝ պատ­մա­գէտ Իոան­նիս Ե. Ասփրո­փո­թա­մի­թիս, բծախն­դիր ու­սում­նա­սի­րու­թիւն մը կա­տա­րած է, որ կու­գայ ա­ւել­նա­լու ­Հայ­կա­կան ­Հար­ցի եւ ­Հա­յոց ­Ցե­ղաս­պա­նու­թեան պատ­մա­կան փաս­տը լու­սա­բա­նող գիր­քե­րու կա­րե­ւոր շար­քին։

    Գիր­քի ներ­կա­յա­ցու­մը տե­ղի ու­նե­ցաւ ­Չո­րեք­շաբ­թի՝ 24 ­Հոկ­տեմ­բեր 2018ի ե­րե­կո­յեան, ­Նէա Զ­միռ­նիի ­Թո­ւայ­նա­ցած ­Թան­գա­րա­նէն ներս։ Զ­րոյ­ցի հա­մադ­րու­մը կա­տա­րեց լրագ­րող Էր­սի Վա­թու, ա­պա խօսք ա­ռին ­Գո­ւին ­Մի­նա­սեան («Ար­մե­նի­քա» պար­բե­րա­թեր­թի խմբագ­րու­թեան կող­մէ), Վ­լա­սիս Աղ­ծի­տիս (ար­դի պատ­մու­թեան դա­սա­խօս) եւ ­Թե­մոս Ս­թո­ֆո­րո­փու­լոս (նախ­կին դես­պան)։

    Յար­գե­լի դա­սա­խօս­նե­րը անդ­րա­դառ­նա­լով գիր­քի բո­վան­դա­կու­թեան, նշե­ցին թէ հե­ղի­նա­կը իր նիւ­թը կեդ­րո­նա­ցու­ցած է Ա­թէն­քի եր­կու կա­րե­ւոր թեր­թե­րու հրա­պա­րա­կում­նե­րուն վրայ։ Ա­ռա­ջին հեր­թին՝ Եոր­ղիոս Տ­րո­սի­նի­սի «Էս­թիա», ա­պա՝ Վ­լա­սիս ­Ղավ­րիի­լի­տի­սի «Աք­րո­փո­լիս» օ­րա­թեր­թե­րու հրա­պա­րա­կում­նե­րէն ի յայտ ե­կած տե­ղե­կու­թիւն­նե­րուն վրայ։ Հ­րա­պա­րա­կում­նե­րը յա­ռաջ ե­կած են ար­խի­ւա­յին յստակ աղ­բիւր­նե­րէ, որ բազ­մա­թիւ տե­ղե­կու­թիւն­ներ կը հա­ղոր­դեն Ապ­տիւլ ­Հա­մի­տի եւ յատ­կա­պէս 1894-1896 ժա­մա­նա­կաշր­ջա­նի ի­րա­դար­ձու­թիւն­նե­րուն շուրջ։ Կ’ու­րո­ւագծուի ժա­մա­նա­կի ամ­բող­ջա­կան պատ­կե­րը, Ե­րիտ­Թուր­քե­րու շարժ­ման, ա­պա թրքա­կան ազ­գայ­նա­մո­լու­թեան հետ կա­պո­ւած ե­րե­ւոյթ­նե­րը, միա­ժա­մա­նակ լիո­վին լու­սա­բա­նե­լով ­Հա­յե­րու եւ ­Յոյ­նե­րու քա­ղա­քա­կան յա­րա­բե­րու­թիւն­նե­րու ըն­թաց­քը, Օս­մա­նեան տի­րա­պե­տու­թեան վեր­ջին շրջա­նին։ ­Հե­ղի­նա­կը յու­նա­կան եւ մի­ջազ­գա­յին այլ աղ­բիւր­ներ ալ օգ­տա­գոր­ծած է, փոր­ձե­լով հա­րա­զատ պատ­կե­րը տալ պատ­մա­կան պա­հե­րուն, այ­նո­ւա­մե­նայ­նիւ՝ յու­նա­կան եր­կու օ­րա­թեր­թե­րու վրայ յե­նո­ւած իր աշ­խա­տան­քը, ինք­նին իւ­րօ­րի­նակ կը դարձ­նէ տո­ւեալ գոր­ծը՝ որ­պէս փաս­տագ­րա­կան նիւթ, որ միա­ժա­մա­նակ կը ներ­կա­յաց­նէ ­Յու­նաս­տա­նի մէջ տի­րող քա­ղա­քա­կան ի­րա­վի­ճա­կը։ ­Հե­տե­ւա­բար, Ասփ­րո­փո­թա­մի­թի­սի գոր­ծը ար­խի­ւա­յին մօ­տե­ցում մըն է, որ յոյն հան­րա­յին կար­ծի­քի տե­ղե­կու­թիւն­նե­րը կը հրա­պա­րա­կէ, Ա­նա­տո­լո­ւի մէջ կա­տա­րո­ւած ցնցիչ ի­րա­դար­ձու­թիւն­նե­րուն շուրջ, «յու­նա­կան դի­տան­կիւ­նի» ար­տա­ցո­լա­ցու­մը կազ­մե­լով։


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: