Mπορεί να υπάρξει δημοκρατία χωρίς παιδεία;

Το θέμα αυτό διαπραγματεύεται η Αλεξάνδρα Δεληγιώργη, καθηγήτρια φιλοσοφίας, στο παρακάτω κείμενο:
.

Η δημοκρατία μεταξύ μηδενισμού και ολοκληρωτισμού

Καθώς η δημοκρατία ως τρόπος διακυβέρνησης προϋποθέτει παιδεία, παραμένει το λιγότερο γνωστό από τα πολιτεύματα.

Τo βιβλίο του Φρέντερικ Βορμς «Οι χρόνιες παθήσεις της δημοκρατίας» (2017) διερευνά τρόπους οχύρωσής της από τον κίνδυνο να συνθλιβεί μεταξύ μηδενισμού και ολοκληρωτισμού.

Το ζήτημα πώς η δημοκρατία θα παραμείνει εν ζωή, ξεπερνώντας τις φάσεις έξαρσης των χρόνιων παθήσεών της, όπως αυτή που ζούμε σήμερα, κάνει το βιβλίο ιδιαίτερα σημαντικό και για τον κρίσιμο χρόνο της συγγραφής του και για τον ιστορικό-κριτικό τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει τη δημοκρατία ως πραγματικότητα υπό συνεχή διαμόρφωση και συγχρόνως ως ηθική και κοινωνική επιδίωξη που απαιτεί αγώνες για την ανάπτυξη ή τη διάσωσή της.

Ο συγγραφέας με έντονο το κοινό ιστορικό αίσθημα ανατρέχει σε κορυφαίους θεωρητικούς (Λα Μποεσί, Ρουσό, Τοκβίλ, Ρ. Ζιράρ, Λεφόρ, Γουίνικοτ κ.ά.) για να θέσει ζητήματα της σύγχρονης δημοκρατίας και να δείξει ότι οι κίνδυνοι που διατρέχει συνδέονται μεταξύ άλλων και με την κρίση που έπληξε την Ιστορία, λόγω της μεταμοντέρνας παροντοποίησής της που τη μετέτρεψε από πραγματικότητα σε κείμενο.

Για τον Βορμς, ο ιστορικός χρόνος της πρώιμης και της ύστερης νεωτερικότητας δεν συστήνει γραμμική εξέλιξη που νομοτελειακά εγγυάται την πρόοδο, αλλά κυκλική πορεία που διαγράφει το συνεχώς διαμορφούμενο πολιτειακό σύστημα με βήματα προόδου όσον αφορά τον εκδημοκρατισμό του ή με κινήσεις οπισθοδρόμησης σε δεσποτικά ή τυραννικά καθεστώτα, τα οποία η νεωτερικότητα αγωνίστηκε να υπερβεί με εξεγέρσεις, αστικές επαναστάσεις, εθνικοαπελευθερωτικά κινήματα της «εποχής των ηρώων» ή με θεσμικές δικλίδες που περιορίζουν ή εντείνουν τον κίνδυνο διάβρωσής της από μηδενιστικές και ολοκληρωτικές καθεστωτικές ακρότητες.

Αν η πορεία της Ιστορίας δεν είναι ευθύγραμμη εξέλιξη, όπως διακήρυττε ο θετικισμός, αλλά ανοδική και καθοδική εναλλάξ κυκλική πορεία (ιδέα που παραπέμπει στον μοντερνιστή για τον 18ο αι. Τζ. Μπ. Βίκο) τότε, πριν να είναι πολύ αργά, επείγει να μας απασχολήσουν όλα όσα αποδυναμώνουν αντί να ενισχύουν τη δημοκρατία, αφού είναι το πολίτευμα που περισσότερο από όλα τα άλλα μεριμνά για τον ευδαίμονα βίο των πολιτών, ορθώνοντας εμπόδια σε μορφές έσωθεν και έξωθεν βίας και καταπίεσης.

Οι χρόνιες παθήσεις της δημοκρατίας παραπέμπουν σε έναν ιστορικοκοινωνικό και πολιτειακό οργανισμό που δομείται και λειτουργεί ως σύστημα πολλαπλών υποσυστημάτων με ειδικές λειτουργίες το καθένα.

Σε διάφορες στιγμές της προχριστιανικής και μεταχριστιανικής Ιστορίας, το σύστημα αυτό, που γνώρισε άλλοτε ανάπτυξη και άλλοτε τον εκφυλισμό και την πτώση του, είναι καρπός των ανθρώπινων σχέσεων που ευθύνονται για τη δομή της κοινωνίας και της πολιτικής της οργάνωσης. Αυτή η σχεσιακή δομή καταρρίπτει τον χομπσιανό ατομικιστικό μύθο που εμφανίζει την κοινωνία ως άθροισμα ατόμων που παλεύουν για ίδια συμφέροντα.

Για τον Φρ. Βορμς, μιλούμε για δημοκρατία ως πραγματικότητα και ως δυνατότητα μόνον αφ’ ης στιγμής καταρριφθεί η ψευδο-πόλωση ατομικισμού και κοινωνισμού.

Η δημοκρατία ως πραγματικότητα και ως επιδίωξη αντλεί το περιεχόμενο και το ήθος της από τις σχέσεις κοινωνίας, οι οποίες, αντί να αθροίζουν, διασυνδέουν τα μέλη της.

Καθώς οι σχέσεις αυτές αποτελούν την καταγωγική απαρχή της, οι χρόνιες παθήσεις που υπονομεύουν τη δημοκρατία είναι αποτέλεσμα των πολώσεων που υφίστανται και των βιαιοτήτων που προκαλούν.

Αυτές ευθύνονται για τον χρονίως ασθενικό χαρακτήρα της δημοκρατίας που η κοινωνία των πολιτών αναλαμβάνει να θεραπεύσει, με φάρμακο τις αντιστάσεις τους τόσο στις παραβιάσεις κανόνων, νόμων, θεσμών που διαφυλάττουν την ελευθερία και την ισότητα των αρχομένων που άρχουν όσο και στην κατάχρηση εξουσίας που δεν πλήττει τις αρχές όσο τα πρόσωπα που τις υπερασπίζονται με τις πράξεις τους.

Συγκεκριμένα, οι χρόνιες παθήσεις του τρομοκρατικού ρατσισμού, του υπερφιλελευθερισμού και του χυδαίου κυνισμού, από ένα σημείο και μετά, γίνονται θανάσιμα επικίνδυνες, λόγω της βίας που προκαλούν ή εντείνουν, όπως συμβαίνει σήμερα.

Ακολουθώντας το παράδειγμα του Πλάτωνα, που δείχνει στην Πολιτεία με ποιον τρόπο τα πολιτεύματα πέφτουν θύματα των χρόνιων παθήσεών τους, ο Βορμς συνδέει τη διακύβευση της δημοκρατίας με την παράβλεψη της διπλής ανθρώπινης επιθυμίας για ελευθερία και εθελοδουλία, για αλληλεξάρτηση και φιλαυτία, για εμπιστοσύνη και καχυποψία.

Μπορούν, ωστόσο, να μεσολαβήσουν όροι που ισορροπούν τις αντίρροπες δυνάμεις που κινούν τη σχεσιακή δομή των κοινωνιών.

Στην πόλωση τυφλής εμπιστοσύνης και ακραίας καχυποψίας που οδηγεί στον αναιδή κυνισμό, μεσολαβεί η κριτική δύναμη και οι θεσμίσεις που ισορροπούν τις δύο αντίθετες τάσεις.

Στην πόλωση αλληλεγγύης και εγωισμού, που οδηγεί στον υπερφιλελευθερισμό (βλ. παγκοσμιοποιημένη οικονομία), μεσολαβούν διεθνείς θεσμοί προστασίας του ανθρώπου ως ατομικότητας και συλλογικότητας που ισορροπούν αλληλεγγύη και εγωισμό.

Στην πόλωση ταυτότητας και ετερότητας μεσολαβεί η θεσμική αντιμετώπιση του τρομοκρατικού ρατσισμού, αλλά και η γνώση του εαυτού και των δυνατοτήτων του που εξισορροπούν τις δύο αντίθετες στάσεις.

Χρειάζεται μόνον κοινή βούληση που όταν δεν πλήττεται από τη μανική η βλέψη της εξουσίασης, συντάσσεται με την ευθύνη της διακυβέρνησης.

*καθηγήτρια Φιλοσοφίας, συγγραφέας

https://www.efsyn.gr/arthro/i-dimokratia-metaxy-midenismoy-kai-oloklirotismoy

bty

Advertisements

1 comment so far

  1. Kοstikaς on

    «Το όνομά μας είναι η ψυχή μας»

    Κατασκευάζοντας το έθνος

    Του Σωτήρη Βανδώρου

    Σημαία!… Να, ελληνική σημαία!… Κι άλλη σημαία! Επί τρεις-τέσσερις μέρες μας είχε «τρελάνει». Είτε από το μπαλκόνι να ψάχνει στις απέναντι πολυκατοικίες, είτε σε διαδρομές με το αυτοκίνητο να κοιτά αριστερά και δεξιά, όπου στεκόμασταν κι όπου βρισκόμασταν, διαρκώς επιχειρούσε να εντοπίσει σημαίες και σημαιάκια. Και μόλις έβρισκε μία έσκαγε το χαμόγελο κι έμπηγε τη φωνή: «Σημαία!» Ήταν πριν μερικά χρόνια, λίγο πριν από την 25η Μαρτίου, όταν ο τότε 2,5 ετών γιος μου κατασκεύασε με τα άλλα παιδάκια στον παιδικό σταθμό ελληνικές σημαίες από χαρτόνι, ως ταιριαστή στο κλίμα των ημερών χειροτεχνία. Ενθουσιασμός!

    Αυτή η εμπειρία ήταν πολύ διδακτική για… εμένα. Διότι κατανόησα με τον πιο παραστατικό τρόπο αυτό που ο Ernest Gellner λέει για την εποχή των εθνικισμών· δηλαδή ότι οι άνθρωποι δεν διαμορφώνονται πλέον στη μητρική αγκαλιά, αλλά στα νηπιαγωγεία (Έθνη και Εθνικισμός). Μικρή διόρθωση: ακόμη νωρίτερα! Προφανώς, σε τόσο μικρή ηλικία το παιδί δεν μπορεί να αντιληφθεί τι ακριβώς συμβολίζει η σημαία, δεν μπορεί να γνωρίζει τι είναι έθνος, δεν μπορεί να δείξει την Ελλάδα στο χάρτη. Αυτό όμως καμία σημασία δεν έχει. Γιατί το ουσιώδες είναι ότι κατασκευάζεται μια ταυτότητα. Και στο μηχανισμό αυτής της διαδικασίας κατασκευής η γνωστική διάσταση παίζει δευτερεύοντα ρόλο. Αποφασιστική είναι η ψυχική σύνδεση με αυτό το «κάτι» με το οποίο ταυτιζόμαστε.

    Το κύριο σημαίνον του έθνους παίζει αυτόν τον ρόλο και επιτρέπει στο νήπιο να αποκτήσει μια ταυτότητα, βάσει της οποίας θα τοποθετηθεί στον κόσμο και θα δομήσει τον ψυχισμό του.

    Από ψυχαναλυτική άποψη, αυτό θα πει ότι τα άτομα συγκροτούνται ως υποκείμενα με την εισαγωγή τους στη συμβολική τάξη και με την επενέργεια ενός κύριου σημαίνοντος, το οποίο ως δομή ιεραρχεί, οργανώνει και καθηλώνει τα υπόλοιπα σημαίνοντα, παράγοντας έτσι νόημα και σημασία. Εν προκειμένω, το κύριο σημαίνον του έθνους παίζει αυτόν τον ρόλο και επιτρέπει στο νήπιο να αποκτήσει μια ταυτότητα, βάσει της οποίας θα τοποθετηθεί στον κόσμο και θα δομήσει τον ψυχισμό του. Είναι εξίσου σημαντικό ότι τα ίχνη αυτού του μηχανισμού εξαφανίζονται από τη μνήμη του υποκειμένου μέσω της λήθης και της απώθησης, έτσι ώστε εκ των υστέρων να θεωρεί πως αυτά τα στοιχεία ήταν ανέκαθεν παρόντα (Ν. Δεμερτζής, Ο λόγος του εθνικισμού).

    Το νήπιο, ή ακόμη και το βρέφος, επενδύει συναισθηματικά στη σημαία, στον εθνικό ύμνο, σε πλείστες εκδοχές της εθνικότητας, κατά τρόπο ασυνείδητο, εξ αυτού όμως και καθοριστικό. Διότι, χωρίς να είναι σε θέση να επεξεργαστεί λογικά το νόημα των μηνυμάτων στα οποία εκτίθεται μέσω αυτών των δράσεων, αναπτύσσει έναν ισχυρό δεσμό προς το έθνος, ο οποίος εκλαμβάνεται ως δεδομένος και φυσικός. Επομένως, ήδη έχει συντελεστεί μια αποφασιστική εθνικιστική προπαρασκευή πριν ακόμη ξεκινήσει η τυπική εκπαίδευση, οπότε ο μελλοντικός μαθητής έχει ήδη καταστεί υποδεκτικός σε περιεχόμενα εθνικής παιδείας, κατεξοχήν σε μαθήματα Ιστορίας και γλώσσας.

    ethnos1Πράγματι, ήταν πλέον στην Α’ Δημοτικού, και πάλι παραμονές εθνικής εορτής, όταν αυτή τη φορά ο γιος ανέμιζε το ξίφος (που υποτίθεται κρατούσε) εναντίον των φανταστικών Τούρκων με τις ανάλογες ιαχές. Τον ρώτησα, λοιπόν, τι θα έκανε εάν τυχόν στην παιδική χαρά συναντούσε κάποιο Τουρκάκι. «Μπουνιά και κλωτσιά!» με κεραυνοβόλησε. Ως υπεύθυνος πατέρας και καλός πατριώτης τον επιδοκίμασα: «Μπράβο! Έτσι, σε θέλω γενναίο μου αγόρι!». Ψέματα. Του εξήγησα γιατί αυτή η στάση ήταν προβληματική. Ωστόσο, μπορούμε να υποθέσουμε ότι σε ανάλογη περίσταση κάποιοι άλλοι πατεράδες θα ενθάρρυναν μια τέτοια συμπεριφορά. Και δεν πρέπει καθόλου να υποτιμηθεί ότι, τουλάχιστον στις μικρές ηλικίες, η επενέργεια της πατρικής αυθεντίας (ιδίως όταν κατευθύνεται προς αγόρι) μπορεί να έχει διαμορφωτικά αποτελέσματα. Με άλλα λόγια, εδώ θα μπορούσαμε να έχουμε τη δημιουργία ενός μικρού (και κατόπιν, ίσως, μεγάλου) νταή που δε σηκώνει μύγα (στο εθνικό) σπαθί του.

    Η εθνικιστική ιδεολογία αξιοποιεί το παρελθόν ως πρώτη ύλη προκειμένου να το ανασημασιοδοτήσει επιλεκτικά, να ενοποιήσει και να κάνει γραμμικό τον ιστορικό χρόνο, και να δώσει ενιαία κατεύθυνση και προοπτική στην εθνική αφήγηση (ιστορία), η οποία περιλαμβάνει στιγμές μεγαλείου, αλλά και παρακμής, ηρωικές και τραυματικές εμπειρίες, το λίκνο και το πεπρωμένο του έθνους

    Όμως εδώ πρέπει να κάνουμε ορισμένες διευκρινίσεις. Κατά πρώτον, προς αποφυγή παρεξήγησης, όταν μιλάμε για κατασκευή της ταυτότητας δεν εννοούμε κάτι το ψευδές, απατηλό ή δόλιο. Πρόκειται για την καθιερωμένη στις κοινωνικές επιστήμες έννοια με την οποία δηλώνεται ότι η (κάθε) ταυτότητα δεν είναι «φυσική» ή «αντικειμενική», αλλά προκύπτει μέσω κοινωνικών πρακτικών και διαδικασιών με τη συνδρομή ψυχολογικών μηχανισμών. Το ίδιο ισχύει και για τις εθνικές ταυτότητες. Αντίθετα προς την εθνικιστική ιδεολογία, η οποία ισχυρίζεται ακριβώς το αντίθετο, το (κάθε) έθνος κατασκευάστηκε από αυτή την ίδια. Δεν πρόκειται, δηλαδή, για αυθύπαρκτη ή προαιώνια οντότητα. Αυτό, από την άλλη, δεν σημαίνει ότι συνιστά εντελώς αυθαίρετη κατασκευή και πάντως όχι κατασκευή ex nihilo. Η εθνικιστική ιδεολογία αξιοποιεί το παρελθόν ως πρώτη ύλη προκειμένου να το ανασημασιοδοτήσει επιλεκτικά, να ενοποιήσει και να κάνει γραμμικό τον ιστορικό χρόνο, και να δώσει ενιαία κατεύθυνση και προοπτική στην εθνική αφήγηση (ιστορία), η οποία περιλαμβάνει στιγμές μεγαλείου, αλλά και παρακμής, ηρωικές και τραυματικές εμπειρίες, το λίκνο και το πεπρωμένο του έθνους (B. Anderson, Φαντασιακές κοινότητες). Αυτή, ωστόσο, η αφήγηση αυτοσυστήνεται ως αυτονόητη κι ακαταμάχητη.

    Η δεύτερη παρατήρηση που οφείλουμε να κάνουμε είναι ότι τα περιεχόμενα της εθνικής αφήγησης, τα «υλικά» από τα οποία απαρτίζεται και, κυρίως, η διάταξη και η δοσολογία τους διαφέρουν από περίπτωση σε περίπτωση. Έτσι, ενώ π.χ. δεν υπάρχει έθνος που να μην αισθάνεται υπερηφάνεια για την ιστορία του, δεν αντιμετωπίζουν όλα τα έθνη την ιστορία τους ως εξαιρετικά σημαντική για την ταυτότητά τους, όπως το ελληνικό. Για παράδειγμα, στην αμερικανική περίπτωση αυτό που τονίζεται είναι το πνεύμα καινοτομίας και δημιουργικότητας που καθιστά σημείο αναφοράς το μέλλον και όχι το παρελθόν. Ξέρω, θα αντιτείνετε πως αυτό συμβαίνει για αντικειμενικούς λόγους, αφού οι Αμερικανοί δεν διαθέτουν τη δική μας μακραίωνη ιστορία κτλ. Δεν πρόκειται όμως περί αυτού.

    ethnos2Εν πάση περιπτώσει, η διένεξη με την πΓΔΜ για την ονομασία της σχετίζεται (και) με τα περιεχόμενα που προσλαμβάνει ο ελληνικός εθνικισμός. Εάν η Μακεδονία και ο Μέγας Αλέξανδρος εντάσσονται ως απαραμείωτη και διακεκριμένη αναφορά στην τιμημένη εθνική ιστορία, εάν αυτή η εθνική ιστορία (υποτίθεται ότι) έχει τρόπον τινά καταχωρημένα αποκλειστικά «πνευματικά δικαιώματα» επί τούτων, εάν επιπλέον η ιστορία, ιδίως δε η ένδοξη αρχαιότητα, αναβιβάζεται σε κριτήριο υπεροχής του ελληνικού έθνους, τότε… Τότε, τι; Εδώ ακριβώς υπάρχει μια εγγενής απροσδιοριστία στο πώς μπορεί να τοποθετηθεί και να αντιδράσει το κάθε μέλος του έθνους σε αυτά τα συμφραζόμενα. Κι αυτό διότι δεν αφομοιώνουν και δεν επεξεργάζονται οι πάντες με τον ίδιο τρόπο τη μετάδοση της εθνικιστικής ιδεολογίας. Ας πούμε, ορισμένοι που ανησυχούσαν τη δεκαετία του ’90 στην προοπτική αναγνώρισης με το όνομα Μακεδονία (σκέτο ή ως μέρος σύνθετης ονομασίας) της ακατανόμαστης χώρας του βορρά, εικοσιπέντε και πλέον χρόνια μετά κάνουν ορισμένες διαπιστώσεις: ότι το «όχημα» του ονόματος (όπως λεγόταν τότε) δεν οδήγησε σε εδαφικές διεκδικήσεις σε βάρος της Ελλάδας και κανένα σχέδιο μεγάλων δυνάμεων σε βάρος μας δεν τέθηκε σε εφαρμογή. Είναι οι Έλληνες Μακεδόνες που πρώτοι μπορούν να βεβαιώσουν ότι οι «γυφτοσκοπιανοί», όπως τους αποκαλούσαμε τότε (προφανώς λόγω των πολιτισμικών μας περγαμηνών), δεν έχουν κέρατα και ουρά. Όταν πάνε στην πΓΔΜ για ψώνια, για τουρισμό, για να φτιάξουν τα δόντια τους ή ακόμη και για να βάλουν βενζίνη συναντούν κανονικούς ανθρώπους. Και γνωρίζουν ότι η μεγαλύτερη απειλή από δαύτους είναι μήπως έχουν καπαρώσει κάποιο δίκλινο σε θέρετρο της Χαλκιδικής στην peak season.

    Το όνομα έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά φετίχ…

    Υπάρχει, ωστόσο, και ο λαός των σημερινών συλλαλητηρίων ο οποίος δεν διανοείται να συγκατατεθούμε σε οποιαδήποτε «παραχώρηση» επί του ονόματος. Απέναντί του ορθολογικά επιχειρήματα είναι μάλλον μάταια. Είναι δε πιθανότερο όσο πιο πειστικά παρουσιάζονται τόσο μεγαλύτερη αντίδραση να προκαλέσουν. Διότι σε αυτή την περίπτωση το όνομα έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά φετίχ: «Το όνομα μας είναι η ψυχή μας» (και αντιστρόφως: η ψυχή μας είναι το όνομά μας), όπως ήταν ο τίτλος και η κατάληξη της περιβόητης ανοικτής επιστολής του 1992 που απευθυνόταν προς τους ηγέτες της τότε ΕΟΚ (η οποία έφερε μεταξύ άλλων «βαριών» υπογραφών, αυτές του Οδυσσέα Ελύτη και της Μελίνας Μερκούρη).

    Ορισμένοι απορούν. «Μα, καλά, όλοι αυτοί δεν αντιδρούν για τα μνημόνια που θίγουν τα υλικά τους συμφέροντα και κάνουν έτσι για ένα όνομα;» Ναι, είναι η απάντηση. Γιατί με τα συμφέροντά μας, όσο σημαντικά κι αν είναι, έχουμε μια εξωτερική σχέση. Ενώ εάν η λέξη –ναι, μια λέξη– είναι χαραγμένη «εντός» μας, δηλαδή την εντοπίζουμε σε ένα βαθύτερο στρώμα της ύπαρξής μας, εάν έχει να κάνει όχι με το τι επιδιώκουμε αλλά με το ποιοι είμαστε, τότε η μετατόπισή της, η αλλαγή χρήσης της, η «οικειοποίησή» της από τρίτους κλονίζει και αποσταθεροποιεί ολόκληρο το είναι μας. Να το πούμε αλλιώς: το πατρικό μας μπορούμε να το πουλήσουμε, την ψυχή μας ποτέ. Το πρόβλημα, λοιπόν, είναι ότι πολλοί συμπολίτες μας νιώθουν και τώρα αυτόν τον οίστρο που τους κάνει να ανεμίζουν ξανά το σπαθί της παιδικής τους ηλικίας. Mπροστά σ’ αυτό το φοβερό θέαμα βλέπουμε άλλους πολιτικούς να λακίζουν υπό το φόβο του πολιτικού κόστους και άλλους να δικαιώνουν τον αφορισμό ότι ο εθνικισμός είναι το τελευταίο καταφύγιο κάθε απατεώνα. Κι αναρωτιέμαι αν απομένει στους υπόλοιπους από εμάς κάτι άλλο από το να σηκώνουμε απλώς τα (άδεια) χέρια ψηλά.

    * Ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΒΑΝΔΩΡΟΣ είναι λέκτορας Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου.

    https://www.bookpress.gr/stiles/dimosia-sizitisi/kataskeuazontas-to-ethnos?utm_source=Newsletter&utm_medium=email


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: