Και πάλι για τη σφαγή στο Κατίν… (των Πολωνών αξιωματικών από τις σταλινικές αρχές)

Image result for κατίν κεφαλήσ αγτζίδη παπασαραντόπουλοσΜε την έκδοση του βιβλίου του Χρήστου Κεφαλή ξέσπασε μεγάλη σύγκρουση στα Μέσα.

Με αφορμή μια βιβλιοπαρουσίαση του Γιαλκέτση στην Εφ.Συν», ο Νίκος Μπογιόπουλος απάντησε με ιδιαίτερα σκληρό τρόπο, για να προκαλέσει την αντίδραση του Κεφαλή. Με πεδίο της σύγκρουσης κυρίως το TVXS.

Ο Μπογιόπουλος ανταπάντησε στον Ημεροδρόμο (το έστειλε και στο TVXS). Ως απάντηση ο Χρ. Κεφαλής συνέταξε το παρακάτω κείμενο:

Εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε τη βιβλιοπαρουσίαση (η δική μου εισήγηση ξεκινά από 29.40 λεπτό):

 .

Σθένος άξιο ενός καλύτερου σκοπού…

του Χρήστου Κεφαλή*

Με αυτά τα λόγια είχε χαρακτηρίσει πριν 70 χρόνια ο Ερνέστ Μαντέλ τις επίμονες προσπάθειες των απολογητών του Στάλιν, στην περίοδο της ζντανοφτσίνα, να αποδείξουν ότι όλες οι μεγάλες εφευρέσεις από το 18ο αιώνα και μετά είχαν γίνει από Ρώσους, και ότι όσοι υποστήριζαν ότι είχαν γίνει από Άγγλους, Γάλλους και άλλους δυτικούς το έκαναν επειδή ήταν πράκτορες του ιμπεριαλισμού.

Έρχονται αναπόφευκτα στο μυαλό διαβάζοντας την απάντηση του κ. Μπογιόπουλου σε κείμενό μου στο tvxs για τη σφαγή του Κατίν και τη σχετική του αρθρογραφία1. Αν και το θέμα του Κατίν είναι λυμένο και εξαντλημένο για όσους μελετούν σοβαρά την ιστορία, θα επανέλθω με μερικά σχόλια, κυρίως για χάρη ενός κοινού που παραπλανείται από τη σταλινική αρθρογραφία, η οποία ανθεί μόνο στη χώρα μας.

Η αρθρογραφία του κ. Μπογιόπουλου είναι μέρος μιας ευρύτερης αρθρογραφίας που έχει εμφανιστεί στα τελευταία 13 χρόνια στο Ριζοσπάστη, περιλαμβάνοντας κείμενα των κ.κ. Σλομπότκιν, Μαΐλη, Γκίκα, Κρητικού, Αντωνάκου, κομματικές ανακοινώσεις, κ.ά., που στο σύνολό τους αναμασούν πάνω-κάτω τα ίδια επιχειρήματα. Θα αναφερθώ στα επόμενα στο σύνολο αυτής της φιλολογίας.

  1. Το πρώτο που εκπλήσσει στη σταλινική φιλολογία, δείγμα του «σθένους» που ανέφερα, είναι η φανατική επιμονή τους ότι όποιος υποστηρίζει πως το Κατίν είναι έγκλημα του Στάλιν είναι οπαδός του Γκέμπελς. Αυτό επεκτείνεται ακόμη και σε μέσα ενημέρωσης που δίνουν βήμα σε υποστηρικτές της σταλινικής ενοχής για το Κατίν. Παλιότερα ο Ριζοσπάστης είχε παρουσιάσει με αυτό τον τρόπο την εκπομπή για το θέμα στο «Κουτί της Πανδώρας» και την ταινία του Βάιντα ως έργα της CIA και των οργάνων της, ενώ και η πρόσφατη παρουσίαση του βιβλίου μου από τον Θ. Γιαλκέτση στην Εφημερίδα των Συντακτών χαρακτηρίστηκε δημοσιογραφία για «γραφικές φασιστοφυλλάδες».

Η ελάχιστη σκέψη θα αρκούσε να τους δείξει ότι με το Κατίν μπορεί να ισχύουν δυο πράγματα: Είτε πρόκειται για σταλινικό έγκλημα που τελέστηκε τον Απρίλη-Μάη του 1940, και τότε μοιραία λέγαν την αλήθεια οι ναζί, που το εκμεταλλεύτηκαν ασφαλώς για τους δικούς τους σκοπούς. Είτε πρόκειται για έγκλημα των ναζί που τελέστηκε το φθινόπωρο του 1941, και τότε λέει την αλήθεια η σταλινική πλευρά.

Η απάντηση στο τι από τα δυο ισχύει μπορεί να δοθεί μόνο με μελέτη και εκτίμηση των στοιχείων για την υπόθεση (που είναι στο μεγαλύτερο μέρος έμμεσα, αφού οι κρατούμενοι Πολωνοί στο Σμολένσκ, το Σταρομπέλσκ και το Οστάσκοφ, εκτελέστηκαν). Δεν μπορεί να δοθεί με φωνασκίες του στιλ, «Για να το είπε ο Γκέμπελς αποκλείεται να είναι έτσι». Ο λόγος που προσφεύγουν σε αυτές οι υποστηρικτές της σταλινικής άποψης είναι ότι τα «στοιχεία» που επικαλούνται είναι διαστρεβλώσεις, ψεύδη ή παρερμηνείες γεγονότων και προσπαθούν να θολώσουν τα νερά.

  1. Αν η σταλινική ηγεσία δεν είχε διαπράξει ποτέ τίποτα επιλήψιμο και έβγαιναν κάποιοι και έλεγαν στα καλά των καθουμένων, «Το Κατίν είναι έγκλημα του Στάλιν», δικαιολογημένα να διαμαρτύρονταν: «Ο Στάλιν; Ποτέ δεν θα το έκανε αυτό! Είστε απολογητές του Γκέμπελς». Στην ΕΣΣΔ όμως έγινε ένα πλήθος ανάλογων εγκλημάτων στην περίοδο 1936-38, που κόστισαν τη ζωή σε πάνω από 600.000 άτομα, στην πλειοψηφία τους κομμουνιστές, διανοούμενους και καλλιτέχνες, απλούς αθώους πολίτες και μέλη εθνικών μειονοτήτων, που δεν μπορεί να τα προσπερνά κανείς. Ενδεικτικά αναφέρω μερικά:

Ι. Η εξόντωση των πιο αξιόλογων καλλιτεχνών, Πιλνιάκ, Μπαμπέλ, Μέγιερχολντ, Μαντελστάμ, Βασίλιεφ, οι Ουκρανοί της «εκτελεσμένης αναγέννησης», μεταπολεμικά ο Μίκοελς, οι Εβραίοι ποιητές και συγγραφείς της Εβραϊκής Αντιφασιστικής Επιτροπής που εκτελέστηκαν το 1952 και πολλοί άλλοι.

ΙΙ. Η εξόντωση των πιο αξιόλογων μαρξιστών, Ριαζάνοφ, Πασουκάνις, Πρεομπραζένσκι, Βορόνσκι, Ρούμπιν, Χέσεν, Κάρεφ, Στεν, και πλήθος άλλοι. Ακόμη η εξόντωση επιφανών επιστημόνων όπως ο Βαβίλοφ, μια σειρά φυσικοί, γλωσσολόγοι, κ.ά., και η ανάδειξη τσαρλατάνων όπως ο Λισένκο.

ΙΙΙ. Η εξόντωση όχι μόνο σχεδόν όλης της ηγεσίας του Οκτώβρη, αλλά ακόμη και εκείνων που υποστήριξαν τον Στάλιν ενάντια στις εσωκομματικές αντιπολιτεύσεις. Στο σοβιετικό κόμμα εκκαθαρίστηκαν πάνω από τους μισούς συνέδρους του 17ου Συνεδρίου, που είχαν υποστηρίξει τον Στάλιν. Το ίδιο έγινε και με τους περισσότερους δυτικούς κομμουνιστές που κατέφυγαν στην ΕΣΣΔ.

Πολύ πρόσφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Μάριου Μαρκοβίτη, που αναφέρεται στη συνταρακτική ιστορία του θείου του, στελέχους του ΚΚΕ, Μάρκου Μαρκοβίτη και σε αρκετές ακόμη. Ο Μαρκοβίτης καταδικάστηκε σε θάνατο στην Ελλάδα για στάση στο στρατό, δραπέτευσε μαζί με άλλους Έλληνες κομμουνιστές από τις φυλακές Συγγρού το 1931, διέφυγε στην ΕΣΣΔ και εκεί εκτελέστηκε το 1938, με την κατηγορία ότι η απόδραση από τις φυλακές Συγγρού ήταν σκηνοθετημένη από την Ελληνική Ασφάλεια και ότι ήταν πράκτοράς της σε κατασκοπευτική αποστολή στην ΕΣΣΔ (αυτό παρότι δεν αποδέχτηκε την ενοχή του, και στο φάκελό του αναφερόταν ότι «αποδεικτικά στοιχεία για την υπόθεση δεν υπάρχουν»)2.

  1. Στο πλαίσιο των εκκαθαρίσεων του 1936-38 έλαβαν χώρα και εθνικές εκκαθαρίσεις, με 250.000 περίπου θύματα, από τα οποία πάνω από 100.000 ήταν Πολωνοί. Στο λήμμα της Wikipedia για την Πολωνική Επιχείρηση διαβάζουμε ότι στα 1937 συνελήφθησαν στα πλαίσιά της 139.835 άνθρωποι, στη μεγάλη πλειοψηφία τους πολωνικής καταγωγής πολίτες της ΕΣΣΔ, και εκτελέστηκαν οι 111.0913.

Την ίδια εικόνα δίνει και ο Τέρι Μάρτιν, που αναφέρει στο βιβλίο του The Affirmative Action Empire4 (σελ. 338-339) ότι στα 1936-38 έγιναν συνολικά 681.692 εκτελέσεις, και από αυτές οι 247.157 αφορούσαν σε θύματα εθνικών εκκαθαρίσεων στα 1937-38, η πλειονότητα των οποίων ήταν Πολωνοί. Ο Μάρτιν παραθέτει στοιχεία και για τις βίαιες μετακινήσεις πληθυσμών από διάφορες περιοχές της ΕΣΣΔ σε άλλες, που αφορούσαν εκατοντάδες χιλιάδες άτομα, μεγάλο μέρος από τα οποία χάθηκαν από τις κακουχίες και τις άθλιες συνθήκες είτε σε στρατόπεδα συγκέντρωσης (μερικά εκατομμύρια άνθρωποι εξορίστηκαν σε αυτά) είτε στους τόπους όπου μεταφέρονταν.

Ο Μάρτιν είναι σοβαρός, αντικειμενικός ιστορικός, τονίζει τις δημοκρατικές εθνικές πολιτικές και τα επιτεύγματα της ΕΣΣΔ στη δεκαετία του 1920 και στις αρχές εκείνης του 1930, και δεν είναι αντισοβιετικός. Στο βιβλίο του αφιερώνει ένα κεφάλαιο στις σταλινικές εθνικές εκκαθαρίσεις, «Εθνικές εκκαθαρίσεις και εχθρικά έθνη» (σελ. 311-343) όπου αναφέρεται σε πολλές τέτοιες περιπτώσεις. Για την ελληνική επιχείρηση, που έλαβε χώρα την ίδια περίοδο, δεν αναφέρει αριθμό, τα θύματά της όμως υπολογίζονται σε περίπου 20.000.

Το να θεωρεί κανείς αδιανόητο να διαπράξει η σταλινική ηγεσία ένα έγκλημα όπως το Κατίν και να αγνοεί όλα τα υπόλοιπα ή να τα εμφανίζει ως μέτρα «υπεράσπισης του σοσιαλισμού» ή μικρολάθη, κοκ, όπως γίνεται κατά κόρο στη φιλοσταλινική φιλολογία, είναι το λιγότερο αστείο.

Η σταλινική ηγεσία είχε διαπράξει 100 ανάλογα εγκλήματα πριν, το Κατίν ήταν το 101ο. Είχε εκτελέσει στην Πολωνική Επιχείρηση πάνω από 100.000 πολωνικής καταγωγής πολίτες της ΕΣΣΔ στα 1937-38, πώς αποκλείεται να σκότωσε και 20.000 από εκείνους που συνέλαβε στην Πολωνία το 1939.

  1. Ακόμη και το ίδιο το Κατίν αν πάρουμε, αφήνοντας κατά μέρος όλα τα άλλα, η πιο πειστική μαρτυρία για το ότι ήταν σταλινικό έγκλημα είναι τα ντοκουμέντα και η φιλολογία της σταλινικής πλευράς.

Αυτό που αποκαλούμε «Σφαγή του Κατίν» αφορά περί τους 22.000 Πολωνούς αιχμαλώτους πολέμου που κρατούνταν στα στρατόπεδα του Κοζέλσκ (περίπου 4400), του Σταρομπέλσκ (3800), του Οστάσκοφ (6300) και περί τις 7000 ακόμη σε διάφορες ουκρανικές και λευκορωσικές φυλακές. Όσοι έχουν ασχοληθεί με το θέμα γνωρίζουν ότι για τους 15.000 που ήταν στα τρία στρατόπεδα υπάρχουν αναφορές του NKVD που πιστοποιούν τη μεταφορά τους αντίστοιχα στο Κατίν, το Χάρκοβο και το Καλίνιν, όπου έγιναν οι εκτελέσεις.

Αυτό είναι αποδειγμένο, οι αναφορές παρατίθενται σε βιβλία για το Κατίν όπως της Λεμπέντεβα κ.ά. (Katyn: A Crime Without a Punishment, Yale University Press, 2007), ώστε το παραδέχονται ακόμη και υποστηρικτές της σταλινικής εκδοχής. Ο Σλομπότκιν, στο κείμενό του με το οποίο ξεκίνησε η σχετική αρθρογραφία του Ριζοσπάστη το 2005, αντικρούοντας τον Φάλιν, που είχε υποστηρίξει από το 1990 στην ΕΣΣΔ ότι το Κατίν είναι έγκλημα του Στάλιν, λέει: «Ο Φάλιν… βγάζει το συμπέρασμα ότι οι εκτελέσεις των Πολωνών αξιωματικών είναι έγκλημα του Μπέρια, δεδομένου ότι μεταφέρθηκαν με συνοδεία στρατευμάτων από το Κοζέλσκ στο Κατίν (πραγματικά μεταφέρθηκαν, αλλά όχι για εκτέλεση αλλά σε σωφρονιστικά στρατόπεδα εργασίας)»5.

Το ερώτημα είναι, υπάρχει κάτι που να δείχνει ότι ως τον Ιούνη του 1941 οι Πολωνοί αιχμάλωτοι ήταν ζωντανοί και όντως χρησιμοποιήθηκαν σε τέτοιες εργασίες, και μετά τους βρήκαν εκεί και τους εκτέλεσαν οι ναζί, όταν κατέλαβαν αυτές τις περιοχές; Η απάντηση είναι αρνητική, όπως θα γίνει φανερό από μια στοιχειώδη αναφορά.

Ι. Πρώτ’ απ’ όλα μέχρι σήμερα δεν ξέρουμε απολύτως τίποτα για την τοποθεσία των στρατοπέδων. Στην Έκθεση Μπούρντενκο6 αναφέρονται αόριστα ως «Στρατόπεδα 1, 2, και 3» και παρατίθεται σχετική μαρτυρία του ταγματάρχη Βετοσίνικοφ, που ήταν υποτίθεται επικεφαλής ενός από αυτά. Τέτοιο όνομα αξιωματούχου δεν έχει βρεθεί σε αρχεία του NKVD. Πού ήταν αυτά τα στρατόπεδα, στον αέρα;

ΙΙ. Ακόμη και αν το παρακάμψουμε αυτό, είναι φανερό ότι αν ίσχυε η σταλινική εκδοχή ότι οι κρατούμενοι έμειναν για πάνω από ένα χρόνο στα αναφερόμενα στρατόπεδα, θα υπήρχαν έγγραφα που θα το αποδείκνυαν. Θα υπήρχαν αναφορές για την κατάσταση στο κάθε στρατόπεδο, τις διαθέσεις των Πολωνών, ανακρίσεις που τους έκαναν οι αρχές, κοκ.

Το NKVD είχε φοβερή οργάνωση και τα στοιχεία διαβιβάζονταν στο κέντρο. Είναι δυνατό για 15.000 ανθρώπους να μην είχε γίνει για πάνω από ένα χρόνο ούτε μια υπηρεσιακή αναφορά; Αν υπήρχαν τέτοια έγγραφα, γιατί δεν τα παρουσίασε η σταλινική πλευρά στη Νυρεμβέργη;

Στην Έκθεση Μπούρντενκο (που η σταλινική πλευρά κατέθεσε στη Νυρεμβέργη χωρίς το συνοδευτικό υλικό, καταθέσεις, τεκμήρια, κ.λπ.) δεν υπάρχει τίποτα παρόμοιο. Γίνεται μόνο αναφορά σε επιστολές Πολωνών στις ρωσικές εκταφές με ημερομηνία μετά το Μάη του 1940, οι περισσότερες από τις οποίες έχουν εκτεθεί ως πλαστές (σύμφωνα με στοιχεία της Λεμπέντεβα7, μια προερχόταν από αιχμάλωτο που δεν είχε εκτελεστεί και άλλες δυο από κρατούμενους στο Οστάσκοφ, που δεν είχαν μεταφερθεί στο Κατίν).

ΙΙΙ. Μετά την είσοδο του σοβιετικού στρατού στην Πολωνία συνελήφθησαν περί τις 310.000 Πολωνοί, 240.000 στρατιώτες και αξιωματικοί, και 70.000 μέλη οικογενειών τους, που κλείστηκαν σε φυλακές και στρατόπεδα ή εκτοπίστηκαν σε διάφορες περιοχές της ΕΣΣΔ. Οι εκτελέσεις στο Κατίν και τις άλλες περιοχές αποφασίστηκαν το Μάρτη του 1940, όταν η ΕΣΣΔ είχε αποβληθεί από την Κοινωνία των Εθνών και γίνονταν συζητήσεις για βρετανική εισβολή στη Φιλανδία, την οποία υποστήριζε η εξόριστη πολωνική κυβέρνηση, γεγονός που έκανε τη σταλινική ηγεσία να θεωρεί τους Πολωνούς αιχμαλώτους ως εσωτερική απειλή για την ΕΣΣΔ. Το Μάη του 1940 οι ναζί επιτέθηκαν στη Γαλλία και δεν έγιναν άλλες εκτελέσεις, γιατί οι Πολωνοί ήταν πρόθυμοι να πολεμήσουν τους ναζί.

Αρχές Ιούλη του 1941 ξεκίνησαν στο Λονδίνο συνομιλίες ανάμεσα στον πρόεδρο της εξόριστης πολωνικής κυβέρνησης Β. Σικόρσκι και τον Σοβιετικό πρεσβευτή στην Αγγλία Μάισκι και στις 30 Ιούλη υπογράφηκε το σύμφωνο Σικόρσκι-Μάισκι, με το οποίο ακυρώνονταν οι συμφωνίες ανάμεσα στην ΕΣΣΔ και τη ναζιστική Γερμανία. Ως αποτέλεσμα δόθηκε στις 12 Αυγούστου 1941 αμνηστία στους Πολωνούς αιχμαλώτους, που άρχισαν να συγκεντρώνονται στην περιοχή Τότσκογιε στο Όρενμπουργκ, σχηματίζοντας μονάδες υπό τη διοίκηση του Πολωνού στρατηγού Άντερς. Ο Άντερς συγκέντρωσε περί τις 80.000 στρατό και 40.000 αμάχους Πολωνούς, που το 1942 πέρασαν στο Ιράν και αργότερα πήραν μέρος σε μάχες στην Ιταλία, όπου διακρίθηκαν ιδιαίτερα στη μάχη του Μόντε Κασίνο και αλλού. Αρκετές χιλιάδες Πολωνοί σχημάτισαν μονάδες που εντάχθηκαν στον Κόκκινο Στρατό.

Οι ναζί έφτασαν στο Σταρομπέλσκ στα μέσα Ιούλη του 1941, στο Σμολένσκ στα τέλη Ιούλη και στο Καλίνιν στα τέλη Οκτώβρη, όταν δηλαδή η ΕΣΣΔ και η Πολωνία ήταν πλέον σύμμαχες χώρες. Από τα τρία στρατόπεδα όμως δεν εμφανίστηκε στις μονάδες του Άντερς ούτε ένας από τους κρατούμενους εκεί Πολωνούς. Αυτό ακριβώς, το ότι δεν εμφανίστηκε ούτε ένας, δείχνει ότι οι αιχμάλωτοι των συγκεκριμένων στρατοπέδων δεν ζούσαν όταν οι ναζί κατέλαβαν αυτές τις περιοχές, είχαν εκτελεστεί πιο πριν.

Αν το Κατίν ήταν σταλινικό έγκλημα είναι πολύ λογικό να μη γλιτώσει ούτε ένας από τους κρατούμενους. Τους οδήγησαν οργανωμένα στους τόπους εκτέλεσης, δεν ήξεραν τι σκόπευαν να τους κάνουν και δεν είχαν δυνατότητα διαφυγής. Αν ήταν έγκλημα των ναζί, και στο Κατίν και στο Σταρομπέλσκ κάποιοι θα είχαν καταφέρει να ξεφύγουν, ήταν έμπειροι στρατιωτικοί και οι ναζί δεν είχαν αντίστοιχο μηχανισμό όπως το NKVD για να τους πιάσουν όλους. Ιδιαίτερα αυτοί που βρίσκονταν στο Καλίνιν (αν ήταν ζωντανοί) δεν δικαιολογείται τέλη Οκτώβρη που το κατέλαβαν οι ναζί να έμειναν εκεί· θα είχαν απελευθερωθεί και κάποιοι θα κατάφερναν να πάνε στον Άντερς.

ΙV. Η ίδια η Έκθεση Μπούρντενκο και η κατάθεση του Μπαζιλέφσκι, του δωσίλογου αντιδήμαρχου στο Κατίν, που παρουσίασε η σταλινική πλευρά ως βασικό μάρτυρα στη Νυρεμβέργη, περιέχουν τέτοιες απιθανότητες και αοριστολογίες που προκαλούν ευθυμία.

Η Έκθεση Μπούρντενκο, πέρα από όσα έχουμε επισημάνει αλλού, αναφέρεται στον μάρτυρα Γιεγκόροφ, ο οποίος δραπετεύει από τους ναζί, παρουσιάζεται σε μια Ρωσίδα της περιοχής ονόματι Μοσκόσκαγια το Μάρτιο του 1943 και της αφηγείται πώς οι ναζί απασχόλησαν τον ίδιο και άλλους Ρώσους αιχμαλώτους στο στήσιμο της ιστορίας του Κατίν τον Απρίλιο!

«[Η Μοσκόσκαγια] είπε στην Ειδική Επιτροπή ότι μια φορά, το Μάρτιο του 1943 μπαίνοντας στο κατάλυμά της, σε μια φάρμα στις όχθες του Δνείπερου, βρήκε ένα άγνωστο πρόσωπο, το οποίο, όπως αποδείχθηκε, ήταν ένας Ρώσος αιχμάλωτος πολέμου… Στις αρχές Μάρτη, τον έστειλαν στο δάσος του Κατίν με μια φάλαγγα 100 αιχμαλώτων από το στρατόπεδο. Διατάχθηκαν όλοι, περιλαμβανόμενου του Γιεγκόροφ, να σκάβουν τάφους που περιείχαν πτώματα Πολωνών αξιωματικών σε στολές, να τα σύρουν έξω από τους τάφους και να απομακρύνουν όλα τα ντοκουμέντα, φωτογραφίες και άλλα αντικείμενα από τις τσέπες τους… Στις αρχές Απρίλη, όλη η δουλειά που είχαν σχεδιάσει οι Γερμανοί είχε τελειώσει. οι αιχμάλωτοι πολέμου δεν εξαναγκάστηκαν να πάνε να δουλέψουν για τρεις μέρες. Τη νύχτα οι Γερμανοί τους ξύπνησαν και τους οδήγησαν κάπου. Η φρουρά ήταν ενισχυμένη. Ο Γιεγκόροφ ήταν υποψιασμένος και παρακολουθούσε με ιδιαίτερη προσοχή όλα όσα συνέβαιναν»8.

Προφανώς, είναι λίγο δύσκολο να συναντιέσαι με κάποιον το Μάρτιο και να του λες τι έκανες τον Απρίλιο, σε χρόνο μεταγενέστερο της συνάντησης…

Η κατάθεση του Μπαζιλέφσκι στη Νυρεμβέργη βρίθει από αοριστολογίες του στιλ, «δεν είχα δει εγώ Πολωνούς, αλλά οι σπουδαστές μου μου είπαν ότι τους είδαν», ο Μενσαγκίν (ο κατοχικός δήμαρχος) του είχε πει ότι οι ναζί εκτέλεσαν τους Πολωνούς, αλλά «δεν ανέφερε το ακριβές μέρος… δεν μου έδωσε αριθμό»9, κοκ.

Είναι χαρακτηριστικός ο εξής διάλογός του με τον Γερμανό συνήγορο Στάμερ:

«Ερ.: Γνωρίζετε πού βρέθηκαν οι τάφοι του Κατίν, στους οποίους θάφτηκαν 11.000 Πολωνοί αξιωματικοί;

Απ.: Δεν ήμουν εκεί. Δεν είδα τους τάφους στο Κατίν.

Ερ.: Δεν είχατε ποτέ βρεθεί στο δάσος του Κατίν;

Απ.: Όπως ήδη είπα, ήμουν εκεί όχι μια αλλά πολλές φορές.

Ερ.: Ξέρετε πού βρισκόταν αυτή η τοποθεσία των μαζικών τάφων;

Απ.: Πώς μπορώ να ξέρω πού βρίσκονταν οι μαζικοί τάφοι, δεδομένου ότι δεν είχα ποτέ βρεθεί εκεί στη διάρκεια της κατοχής;»

Αυτό είναι πλήρης ανοησία, γιατί αν ο Μπαζιλέφσκι είχε επισκεφτεί «πολλές φορές» το μέρος πριν το 1941, όπως είπε στην κατάθεσή του, δεν μπορεί να μην κατάλαβε πού ήταν οι μαζικοί τάφοι, όταν ήταν κατοχικός αντιδήμαρχος και οι ναζί έκαναν τις εκταφές με πλήρη δημοσιότητα.

Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η απάντηση του Μπαζιλέφσκι, όταν ο Στάμερ τον ρώτησε αν ήξερε ότι το στρατόπεδο όπου ήταν, υποτίθεται, οι Πολωνοί έπεσε τα χέρια των Γερμανών με τους Πολωνούς να είναι εκεί:

«Ερ.: Γνωρίζετε αν αυτό το στρατόπεδο, μαζί με τους εγκλείστους του, έπεσε σε γερμανικά χέρια;

Απ.: Προσωπικά, δηλαδή από τη δική μου παρατήρηση, δεν το ξέρω· αλλά σύμφωνα με φήμες, φαίνεται ότι αυτή ήταν η περίπτωση».

Τι μάρτυρας ήταν αυτός που δεν ήξερε ούτε πού βρέθηκαν οι μαζικοί τάφοι και για την υπόθεση ήξερε τι «φαίνεται» σύμφωνα με «φήμες»; Αν το Κατίν ήταν όντως έγκλημα των ναζί, κοτζάμ Στάλιν, δεν βρήκε κανένα καλύτερο μάρτυρα να μας φωτίσει;

Να σημειωθεί ότι στην ίδια την Έκθεση Μπούρντενκο αναφέρονται ως αυτόπτες μάρτυρες, που είχαν δει εκτελέσεις Πολωνών, τρεις Ρωσίδες μαγείρισσες που είχαν προσληφθεί στη γερμανική μονάδα στο Κατίν το καλοκαίρι του 1941. Αν η σταλινική εκδοχή ήταν αληθινή, γιατί δεν τόλμησαν να εμφανίσουν αυτές στη Νυρεμβέργη και εμφάνισαν τον Μπαζιλέφσκι; Ο λόγος είναι προφανής. Θα τις ρωτούσαν οι Γερμανοί, «Τι ρούχα φορούσαν οι Πολωνοί που είχατε δει να εκτελούνται το Σεπτέμβρη;», θα έλεγαν «Ελαφριά» και μετά στην ερώτηση, «Πώς σχεδόν όλοι οι Πολωνοί βρέθηκαν με παλτά στις εκταφές;», και σε κάμποσα άλλα ακόμη, δεν θα είχαν απάντηση.

Σε κάποιο σημείο ο Μπαζιλέφσκι έβγαλε ένα χαρτί και διάβαζε τις απαντήσεις του, τις οποίες ήξεραν από τα πριν οι Ρώσοι μεταφραστές, γεγονός για το οποίο όταν ρωτήθηκε δεν έδωσε εξήγηση:

«Ερ.: Μάρτυρα, όταν καταθέτατε, λίγο πριν το διάλειμμα, διαβάσατε την κατάθεσή σας, αν παρατήρησα σωστά. Θα μου πείτε αν ήταν όντως έτσι ή όχι;

Απ.: Δεν διάβασα τίποτα. Είχα μόνο ένα σχέδιο του δικαστηρίου στο χέρι μου.

Ερ.: Μου φάνηκε σαν να διαβάζατε τις απαντήσεις σας. Πώς μπορείτε να εξηγήσετε το γεγονός ότι ο διερμηνέας ήδη είχε τις απαντήσεις σας στα χέρια του;

Απ.: Δεν γνωρίζω πώς οι διερμηνείς μπορούσε να έχουν τις απαντήσεις μου από πριν…».

Προφανώς, όλοι οι μάρτυρες σε δίκες έχουν στην τσέπη τους ένα σχέδιο του δικαστηρίου, που το ανοίγουν όταν τους ρωτά ο πρόεδρος, να δουν αν είναι όντως στο δικαστήριο ή έχουν πάει κατά λάθος στην τουαλέτα και τους ρωτά κανένας περαστικός. Πάλι καλά που δεν είπε ότι και οι διερμηνείς είχαν ένα σχέδιο στο χέρι και έβλεπαν από εκεί τις απαντήσεις. Και προφανώς, όποιος πει ότι μια τέτοια μαρτυρία είναι αναξιόπιστη, θα είναι τσιράκι των ναζί και των ιμπεριαλιστών· για να είμαστε αντιναζί πρέπει να εκστασιαζόμαστε με τις Εκθέσεις Μπούρντενκο…

  1. Αντί άλλου επιλόγου μερικές ομολογίες του Αλεξάντερ Φαντέγιεφ για τις διώξεις των καλλιτεχνών στην ΕΣΣΔ επί Στάλιν, στο σημείωμα που άφησε όταν αυτοκτόνησε, το 1956.

Ο Φαντέγιεφ, ως πρόεδρος της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων στα 1946-54, είχε πάρει έμμεσα μέρος σε αυτές τις διώξεις. Για παράδειγμα, υπάρχουν τα υπομνήματά του για το κλείσιμο των εβραϊκών εκδοτικών και εφημερίδων της ΕΣΣΔ το 1949, που κατέληξαν στις εκτελέσεις Εβραίων λογοτεχνών το 1952, ακόμη υπομνήματά του στα 1940, που οδήγησαν στο κλείσιμο του περιοδικού του Λίφσιτς και λίγο μετά στη σύλληψη του Λούκατς, κοκ. Ήταν όμως ένας υποκειμενικά έντιμος και αξιόλογος λογοτέχνης. Μπολσεβίκος από το 1918, είχε πάρει μέρος στον εμφύλιο και στο τέλος της ζωής του, παρότι στο σημείωμά του φαίνεται και η προσπάθεια να δικαιολογηθεί, παραδέχτηκε το προφανές, ότι όλα αυτά δεν ήταν για το σοσιαλισμό. Έλεγε μεταξύ άλλων:

«Είναι αδύνατο για μένα να ζήσω άλλο, αφού η τέχνη στην οποία έχω δώσει τη ζωή μου έχει καταστραφεί από την επαρμένη, αδαή ηγεσία του Κόμματος και δεν μπορεί πλέον να διορθωθεί. Τα καλύτερα στελέχη της λογοτεχνίας –σε αριθμό πολύ μεγαλύτερο από ό,τι ακόμη και οι τσαρικοί σατράπες θα μπορούσε να ονειρευτούν– έχουν εξοντωθεί φυσικά ή έχουν πεθάνει χάρη στην εγκληματική συμπαιγνία όσων είναι στην εξουσία. Οι καλύτεροι λογοτέχνες πέθαναν σε μια αφύσικα νεαρή ηλικία. Όλοι οι υπόλοιποι που ήταν, ακόμη και σε ελάχιστο βαθμό, ικανοί να παράγουν αληθινά έργα αξίας έχασαν τη ζωή τους πριν φτάσουν τα 40-50 χρόνια… Με τι αίσθημα ελευθερίας και ανοιχτότητας η γενιά μου μπήκε στη λογοτεχνία όταν ζούσε ο Λένιν· τι απεριόριστη δύναμη ήταν στην ψυχή μας και ποια όμορφη εργασία δημιουργήσαμε και θα μπορούσε να έχουμε δημιουργήσει! Μετά τον θάνατο του Λένιν μας έφεραν στο επίπεδο των παιδιών. Μας κατέστρεψαν· μας απειλούσαν ιδεολογικά και το αποκαλούσαν αυτό “κομματικό πνεύμα”… Η λογοτεχνία, ο ανώτατος καρπός της νέας τάξης, έχει εξευτελιστεί, διωχθεί και καταστραφεί»10.

Τι ήταν ο Φαντέγιεφ που τα είπε αυτά; Γλίτσας, εχθρός του σοσιαλισμού, τσιράκι των ναζί και των ιμπεριαλιστών;

Αν οι συντάκτες του Ριζοσπάστη, πρώην και νυν, ήθελαν να δείξουν ένα σθένος όπως αυτό που έδειξε ο Φαντέγιεφ στο τέλος της ζωής του, θα έπρεπε να παραδεχτούν την ιστορική αλήθεια για το Κατίν, για τους Έλληνες κομμουνιστές που εκτελέστηκαν στην ΕΣΣΔ και για πολλά άλλα θέματα. Αυτό θα ήταν πράγματι ένα σθένος στην υπηρεσία ενός καλύτερου σκοπού.

Είναι βέβαια απίθανο, αλλά με όλη τη δυνατή καλή διάθεση θα ευχηθώ, στον Ν. Μπογιόπουλο και στους υπόλοιπους, να βρουν κάποτε αυτό το σθένος.

Σημειώσεις

  1. Ν. Μπογιόπουλος, «Σεμνά και φιλοναζιστικά», http://tvxs.gr/news/ellada/ksana-semna-kyrie-mpogiopoyle. Για τη ρήση του Μαντέλ, βλέπε Ε. Μαντέλ, «Purge of Soviet Culture», 1949, https://www.marxists.org/archive/mandel/1949/09/sovcult.htm.
  2. Μ. Μαρκοβίτης, Όχι δεν Είμαι Εχθρός του Λαού, εκδ. Επίκεντρο, Αθήνα 2017, ιδιαίτερα σελ. 220, 222-223.
  3. “Polish Operation of the NKVD”, https://en.wikipedia.org/wiki/Polish_Operation_of_the_NKVD.
  4. Τέρι Μάρτιν, The Affirmative Action Empire. Nations and Nationalism in the Soviet Union, 1923-1939, Cornell University Press, Λονδίνο 2001.
  5. Γ. Σλομπότκιν, «ΚΑΤΙΝ: Πώς και γιατί οι χιτλερικοί εκτέλεσαν τους Πολωνούς αξιωματικούς», Ριζοσπάστης, 29/5/2005.
  6. «REPORT of the Special Commission for the examination and investigation of the circumstances of the shooting of Polish prisoners of war in the Katyn forest by the German fascist invaders», http://soviethistory.msu.edu/1943-2/katyn-forest-massacre/katyn-forest-massacre-texts/report-of-soviet-special-commission/.
  7. Ν. Λεμπέντεβα, «Η Ειδική Επιτροπή και ο Πρόεδρός της Μπούρντενκο» (στα ρωσικά), http://katynfiles.com/content/lebedeva-burdenko-commission.html.
  8. «REPORT of the Special Commission…», ό.π.
  9. «Nuremberg Trial Proceedings Volume 17», http://avalon.law.yale.edu/imt/07-01-46.asp.
  10. «Fadeev kills himself. Blames “ignoramuses”», http://www.sovlit.net/fadeevsuicide/.

Ένα φοβερό ντοκουμέντο:

 το αναμνηστικό μετάλλιο που εξέδωσαν από κοινού ΕΣΣΔ-Γερμανία μετά την κατάκτηση και το μοίρασμα της Πολωνίας το 1939.

1939 Polonia sovieto-nazistiki synergasia

3 Σχόλια

  1. Γιώργος Κ. on

    Δημοσιεύτηκε στο TVXS και ήρθε πρώτο σε αναγνωσιμότητα

    http://tvxs.gr/news/ellada/o-mpogiopoylos-kai-o-stalin-sthenos-aksio-enos-kalyteroy-skopoy

  2. Τετάρτη 23 Σεπτεμβρίου 2020,

    Στρατάρχης Ιβάν Κόνεφ: Η σταλινική νίκη είναι η συμφορά του λαού

    Δημήτρης Τριανταφυλλίδης

    Γόνος αγροτικής οικογένειας, ξεκίνησε ως εποχικός εργάτης, μα ο Α’ Παγκόσμιος πόλεμος τον έφερε στην πρώτη γραμμή, όπου πολέμησε στις γραμμές του βαρέως πυροβολικού. Το 1918 γίνεται μέλος του κόμματος των Μπολσεβίκων και ακολουθεί στρατιωτική καριέρα, συμμετέχοντας στον ρωσική Εμφύλιο πόλεμο. Ήταν ανάμεσα στους αντιπροσώπους του 10ου συνέδριου του κόμματος που έλαβαν μέρος στην καταστολή της εξέγερσης της Κροστάνδης. Με τη λήξη του Εμφυλίου πολέμου, αναλαμβάνει διάφορες ηγετικές θέσεις στον Κόκκινο στρατό, κυρίως στην περιοχή της Άπω Ανατολής, ενώ φοιτά σε διάφορες στρατιωτικές σχολές και Ακαδημίες.

    Κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου πολέμου, διακρίθηκε στις μάχες για την υπεράσπιση της Μόσχας, ενώ στη συνέχεια υπηρέτησε υπό τις διαταγές του Γ. Κ. Ζούκοφ στο Δυτικό μέτωπο. Συνέβαλε καθοριστικά στη νίκη των σοβιετικών στρατευμάτων στην προεξάχουσα του Κουρσκ, αλλά και σε διάφορες μάχες στο μέτωπο της Ουκρανίας.

    Μετά τον πόλεμο ανέλαβε καθήκοντα αρχηγού των σοβιετικών στρατευμάτων στην Αυστρία. Ήταν μέλος του στρατοδικείου που καταδίκασε σε θάνατο τον Λ. Π. Μπέρια το 1953 και έγινε αναπληρωτής υπουργός Αμύνης και αρχηγός του γενικού επιτελείου στρατού, ενώ ήταν επικεφαλής της καταστολής της εξέγερσης στη Βουδαπέστη το 1956. Ήταν, επίσης, ανάμεσα σε εκείνους που συνέβαλαν στην εκδίωξη του Ζούκοφ από τον στρατό και την περιθωριοποίησή του. Στη συνέχεια ανέλαβε διάφορες θέσεις είτε ως επιθεωρητής του στρατού, είτε ως διοικητής μεγάλων συγκροτημάτων, ενώ ήταν μέλος της σοβιετικής αντιπροσωπείας στην κηδεία του Τσώρτσιλ. Πέθανε από καρκίνο το 1973 και ο τάφος του βρίσκεται στον τοίχο του Κρεμλίνου.

    Τις παραμονές της 25ης επετείου της Νίκης, ο στρατάρχης Κόνεφ με παρακάλεσε να τον βοηθήσω να γράψει ένα κατά παραγγελία άρθρο για την «Κομσομόλσκαγια Πράβντα». Αφού προμηθεύτηκα διάφορα βιβλία, έφτιαξα ένα «προσχέδιο» του άρθρου που περίμενε η εφημερίδα, σύμφωνα με το πνεύμα εκείνης της εποχής και την επόμενη ημέρα πήγα στον στρατηλάτη. Βλέποντάς τον κατάλαβα πως εκείνη την ημέρα δεν είχε καλή διάθεση.

    – Διάβασε,- μούγκρισε ο Κόνεφ, ενώ πηγαινοερχόταν νευρικά μέσα στο γραφείο του. Μάλλον κάποια οδυνηρή σκέψη τον απασχολούσε.

    Στάθηκα προσοχή κι άρχισα με πάθος να διαβάζω, ελπίζοντας να ακούσω τον έπαινο: «Η Νίκη είναι μεγάλη γιορτή. Είναι ημέρα παλλαϊκού θριάμβου και εορτασμού. Είναι…»

    – Φτάνει!- με διέκοψε εκνευρισμένος ο στρατάρχης. – Φτάνουν οι πανηγυρισμοί! Ανακατεύομαι. Καλύτερα πες μου πόσοι από το σόι σου γύρισαν από τον πόλεμο. Γύρισαν όλοι υγιείς;

    – Όχι. Μας λείπουν εννέα, πέντε από αυτούς κηρύχθηκαν αγνοούμενοι,- μουρμούρισα, αμήχανα γιατί δεν καταλάβαινα που το πηγαίνει. – Άλλοι τρεις γύρισαν με πατερίτσες.

    – Πόσοι έμειναν ορφανοί; – συνέχισε.

    – Είκοσι πέντε ανήλικα παιδιά και έξι ανήμποροι γέροντες.

    – Και πώς ζούσαν; Το κράτος τους εξασφάλισε;

    – Δεν ζούσαν, φυτοζωούσαν, – ομολόγησα. – Μα και τώρα τα ίδια είναι. Οι συγγενείς εκείνων που κηρύχθηκαν αγνοούμενοι και ήταν το στήριγμα των οικογενειών τους, δεν δικαιούνται χρήματα… οι μάνες και οι χήρες τους έκλαψαν πολύ, μα ελπίζουν ακόμη μήπως ξαφνικά κάποιος απ’ αυτούς γυρίσει. Έχουν παραιτηθεί εντελώς…

    – Τι στο διάβολο λοιπόν θριαμβολογείς όταν οι συγγενείς σου πενθούν! Μπορούν μήπως να χαρούν οι οικογένειες τριάντα εκατομμυρίων στρατιωτών που σκοτώθηκαν και σαράντα εκατομμυρίων που σακατεύτηκαν; Βασανίζονται, υποφέρουν μαζί με τους αναπήρους που παίρνουν πενταροδεκάρες από το κράτος…

    Ήμουν αποσβολωμένος. Πρώτη φορά έβλεπα τον Κόνεφ έτσι. Αργότερα έμαθα πως τον είχε εξοργίσει η αντίδραση του Μπρέζνιεφ και του Σούσλοφ, οι οποίοι είχαν αρνηθεί στον στρατάρχη, ο οποίος προσπαθούσε να εκμαιεύσει από το κράτος την υπόσχεση ότι θα φροντίσει εκείνους τους δυστυχισμένους πολεμιστές, ότι θα βρει επιδόματα για τις άπορες οικογένειες των αγνοουμένων.

    …………………………….
    …………………………….

  3. ………………………
    ………………………

    Ο Ιβάν Στεπάνοβιτς έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου του την αναφορά, προφανώς, εκείνη με την οποία ανεπιτυχώς πήγαινε προς τον μέλλοντα στρατάρχη, τέσσερις φορές Ήρωας της Σοβιετικής Ένωσης, τιμημένο με το «Παράσημο της Νίκης» και τρεις φορές διορισμένο ως υπεύθυνο για τα ιδεολογική θέματα της Σοβιετικής Ένωσης. Μου έδωσε το έγγραφο και μουρμούρισε θυμωμένα:

    – Ενημερώσου, για να δεις πως αντιμετωπίζουμε τους υπερασπιστές της πατρίδας. Και για το πως ζουν οι οικείοι τους. Μπορούν αυτοί θα θριαμβολογούν;

    Το έγγραφο με την ένδειξη «Άκρως απόρρητο» ήταν γεμάτο νούμερα. Όσο περισσότερο το διάβαζα, τόσο στεναχωριόμουν: «…Τραυματίστηκαν 46 εκατομμύρια 250 χιλιάδες. Επέστρεψαν σπίτια τους με σπασμένα κεφάλια 775 χιλιάδες πολεμιστές. Έχασαν το ένα μάτι τους 155 χιλιάδες, τυφλοί 54 χιλιάδες. Με παραμορφωμένα πρόσωπα 501.342. Με σπασμένο σβέρκο 157.565. Με κομματιασμένα στομάχια 444046. Με τραύματα στην σπονδυλική στήλη 143.241. Με τραύματα στην περιοχή της λεκάνης 630.259. Με κομμένα τα γεννητικά όργανα 28.648. Μονόχειρες 3.000.147. Χωρίς χέρια 1.010.000. Με ένα πόδι 3.255.000. Χωρίς πόδια 1.121.000. Με μερικώς ακρωτηριασμένα χέρια και πόδια 418.905. Χωρίς χέρια και χωρίς πόδια, τους αποκαλούμενους «Σαμοβάρια» 85.942».

    Και τώρα δες αυτό,- συνέχισε να με ενημερώνει ο Ιβάν Στεπάνοβιτς.

    «Μέσα σε τρεις ημέρες, την 25 Ιουνίου, ο εχθρός κινήθηκε σε βάθος 250 χιλιομέτρων στο εσωτερικό της χώρας. Την 28η Ιουνίου κατέλαβε την πρωτεύουσα της Λευκορωσίας Μινσκ. Κάνοντας παράκαμψη πλησίασε το Σμολένσκ. Στα μέσα Ιουνίου από τις 170 σοβιετικές μεραρχίες οι 28 είχαν περικυκλωθεί πλήρως, ενώ 70 από αυτές είχαν καταστροφικές απώλειες. Τον Σεπτέμβριο του 1941, κοντά στην Βιάζμα είχαν περικυκλωθεί 37 μεραρχίες, 9 ταξιαρχίες τεθωρακισμένων, 31 συντάγματα πυροβολικού των εφεδρειών του Γενικού Επιτελείου και οι διοικήσεις τεσσάρων στρατιών. Στην λαβίδα του Μπριανσκ βρέθηκαν 27 μεραρχίες, 2 ταξιαρχίες τεθωρακισμένων, 19 συντάγματα πυροβολικού και οι διοικήσεις τριών στρατιών. Συνολικά, το 1941 περικυκλώθηκαν και δεν κατάφεραν να ξεφύγουν 92 από τις 170 σοβιετικές μεραρχίες, 50 συντάγματα πυροβολικού, 11 ταξιαρχίες τεθωρακισμένων και οι διοικήσεις 7 στρατιών. Την ημέρα της επίθεσης τις φασιστικής Γερμανίας κατά της Σοβιετικής Ένωσης, την 22η Ιουνίου, το Προεδρείο του Ανωτάτου Σοβιέτ της Ε.Σ.Σ.Δ. κήρυξε επιστράτευση 13 κλάσεων – από το 1905 έως το 1918. Αστραπιαία επιστρατεύτηκαν 10 εκατομμύρια άνθρωποι. Από 2.500.000 εθελοντές σχηματίστηκαν 50 μεραρχίες και 200 συντάγματα τυφεκιοφόρων, οι οποίοι ρίχτηκαν στην μάχη χωρίς στολές και ουσιαστικά, χωρίς τα κατάλληλα όπλα. Από τα 2.500.000 εθελοντές, έμειναν ζωντανοί λίγοι περισσότεροι από 150.000».

    Υπήρχε αναφορά και στους αιχμαλώτους πολέμου. Συγκεκριμένα ότι το 1941 αιχμαλωτίστηκαν από τους χιτλερικούς: κοντά στο Γκόντνο – Μινσκ 300.000 σοβιετικοί στρατιώτες, στην λαβίδα Βίτεμπσκ – Μογκιλιόφ – Γκομέλ 580.000, στο Κίεβο – Ουμάνσκ 768.000. Στο Τσερνίγκοφ και στην περιοχή της Μαριούπολης άλλες 250.000. Στην λαβίδα του Μπριανσκ – Βιάζεμσκ αιχμαλωτίστηκαν 663.000 κλπ. Αν έχεις αυτοκυριαρχία και προσθέσεις όλους αυτούς τους αριθμούς κατά τα χρόνια του Μεγάλου Πατριωτικού πολέμου, πέθαναν στην φασιστική αιχμαλωσία από την πείνα, την παγωνιά και την απελπισία περίπου 4.000.000 σοβιετικοί στρατιώτες και αξιωματικοί, οι οποίοι κηρύχθηκαν από τον Στάλιν «εχθροί του λαού και λιποτάκτες».

    Αξίζει να αναφέρουμε και εκείνους που έδωσαν τη ζωή τους για την αγνώμονα πατρίδα και δεν είχαν μία κηδεία της προκοπής. Με προσωπική ευθύνη του Στάλιν, δεν υπήρχαν ειδικές μονάδες ταφής στα συντάγματα και τις μεραρχίες, ο ηγέτης με επηρμένο ύφος, ισχυριζόταν πως δεν τις χρειαζόμαστε: ο ανδρείος Κόκκινος Στρατός θα τσακίσει τον εχθρό στο έδαφός του, θα τον συντρίψει με πανίσχυρα χτυπήματα, ο ίδιος δε θα έχει μικρές απώλειες. Το κόστος για αυτό το αλαζονικό παραλήρημα ήταν πολύ μεγάλο, όχι όμως για τον αρχιστράτηγο, μα για τους στρατιώτες και τους διοικητές, η τύχη των οποίων δεν τον απασχολούσε καθόλου. Στα δάση, στα χωράφια και στα χαντάκια έμειναν για να ξασπρίζουν άταφα τα κόκαλα περισσότερων από δύο εκατομμύρια ηρώων. Στα επίσημα έγγραφα αναφέρονταν ως αγνοούμενοι, καθόλου κακή οικονομία για το δημόσιο ταμείο, αν θυμηθούμε πόσες χήρες και ορφανά απέμειναν χωρίς επιδόματα.

    Σε αυτήν την μακρινή πια συζήτηση ο στρατάρχης αναφέρθηκε και στις αιτίες της καταστροφής, η οποία βρήκες στις αρχές του πολέμου τον «ανίκητο και θρυλικό» Κόκκινο Στρατό. Στην επαίσχυντη υποχώρηση και τις θηριώδεις απώλειες της την είχε καταδικάσει η προπολεμική εκκαθάριση των ηγετικών στελεχών του στρατού. Σήμερα, αυτό το γνωρίζουν όλοι, εκτός από τους ανίατους θαυμαστές του αρχιστράτηγου (αλλά και εκείνοι, οι οποίοι γνωρίζουν, αλλά κάνουν πως δεν ξέρουν τίποτα), εκείνη όμως την εποχή μία τέτοια δήλωση συγκλόνιζε. Και αποκάλυπτε πολλά. Τι μπορούσε να περιμένει κανείς από έναν στρατό χωρίς ηγέτες, όταν οι έμπειροι αξιωματικοί καριέρας από ταγματάρχη και πάνω είχαν σταλεί στα στρατόπεδα καταναγκαστικών έργων ή είχαν εκτελεστεί και στη θέση τους διορίστηκαν νεαροί, άκαπνοι υπολοχαγοί και πολιτικοί κομισάριοι…»

    – Φτάνει!- είπε αναστενάζοντας ο στρατάρχης, παίρνοντας το τρομακτικό έγγραφο, τα νούμερα του οποίου δεν χωρούσαν στο κεφάλι μου. – Κατάλαβες τώρα τι σου λέω; Πώς μπορούμε να θριαμβολογούμε; Τι να γράψω λοιπόν στην εφημερίδα, για ποια Νίκη; Του Στάλιν; Μήπως την Πύρρεια; Δεν έχει καμία διαφορά!

    – Σύντροφε στρατάρχα, τα έχω χάσει τελείως. Νομίζω πως πρέπει να γράψουμε αλά σοβιετικά…- είπα παίρνοντας μία βαθιά ανάσα: – κατά συνείδηση. Μόνο που πρέπει να το γράψετε μόνος σας, ή καλύτερα, υπαγορεύστε μου και θα γράψω.

    – Γράφε, γράψτα στο μαγνητόφωνο, γιατί άλλη φορά δεν πρόκειται από εμένα ν’ ακούσεις τίποτα τέτοιο!

    Τρέμοντας από την ταραχή μου, άρχισα να γράφω βιαστικά:

    «Τι είναι νίκη; – είπε ο Κόνεφ; – Η σταλινική μας νίκη; Πριν απ’ όλα είναι μία παλλαϊκή συμφορά. Ημέρα θλίψης του σοβιετικού λαού για τον τεράστιο αριθμό των σκοτωμένων. Είναι ποταμοί δακρύων και θάλασσα αίματος. Εκατομμύρια σακατεμένων. Εκατομμύρια ορφανεμένων παιδιών και ανήμπορων γερόντων. Είναι τα εκατομμύρια των τσακισμένων ζωών, των οικογενειών που δεν έγιναν, των παιδιών που δεν γεννήθηκαν. Τα εκατομμύρια των βασανισμένων στα φασιστικά και στη συνέχεια στα σοβιετικά στρατόπεδα πατριωτών της χώρας μας». Εκείνη την στιγμή το στιλό έφυγε από τα τρεμάμενα χέρια μου.

    Σύντροφε στρατάρχα, αυτό δεν πρόκειται να το δημοσιεύσει κανείς!- πετάχτηκα.

    Γράφε εσύ, σήμερα δεν θα το δημοσιεύσουν, θα το κάνουν όμως οι απόγονοί μας. Πρέπει να μάθουν την αλήθεια και όχι το γλυκό ψέμα γι’ αυτή την Νίκη! Γι’ αυτόν τον αιμοσταγή πόλεμο! Για να μπορούν στο μέλλον να είναι προσεκτικοί και να μην επιτρέψουν να πάρουν την εξουσία οι διάβολοι με ανθρώπινο πρόσωπο, οι πολυμήχανοι που φέρνουν τον πόλεμο.

    Υπάρχει και κάτι που δεν πρέπει να ξεχάσεις,- συνέχισε ο Κόνεφ.- Όλα εκείνα τα επαίσχυντα παρατσούκλια με τα οποία φώναζαν τους ανάπηρους στην μεταπολεμική περίοδο! Ιδιαίτερα στις κοινωνικές υπηρεσίες και στα ιατρικά ιδρύματα. Ανάπηρους με διαλυμένο νευρικό σύστημα και κατεστραμμένο ψυχισμό δεν τους έπαιρναν. Από τις εξέδρες οι ρήτορες φώναζαν πως ο λαός δεν θα ξεχάσει τον ηρωισμό των γιων τους, αλλά σε αυτά τα ιδρύματα τους πρώην πολεμιστές και παραμορφωμένα πρόσωπα τους αποκαλούσαν «Κουασιμόδους» («Εϊ, Νίνα, ήρθε ο Κουασιμόδος σου!»– φώναζαν οι θείτσες του προσωπικού ξεδιάντροπα), τους μονόφθαλμους τους αποκαλούσαν «Καμπάλα», τους ανάπηρους με διαλυμένη σπονδυλική στήλη «παράλητους», εκείνους που είχαν τραυματιστεί στην λεκάνη «καμπούρηδες». Εκείνους που είχαν ένα πόδι τους αποκαλούσαν «Καγκουρό». Εκείνους που δεν είχαν χέρια «άπτερους», ενώ εκείνους που δεν είχαν πόδια και κυκλοφορούσαν με αυτοσχέδια καροτσάκια τους αποκαλούσαν «πατίνια». Εκείνους δε που τους είχαν ακρωτηριάσει μερικώς τα άκρα, τους αποκαλούσαν «χελώνες». Δεν το χωράει ο νους! – είπε ο Ιβάν Στεπάνοβιτς, θυμώνοντας ολοένα και περισσότερο.

    Τι ανόητος κυνισμός είναι αυτός; Δεν καταλάβαιναν αυτοί οι άνθρωποι ποιον προσβάλουν! Καταραμένος είναι ο πόλεμος που ξέβρασε στον λαό ένα γιγάντιο κύμα παραμορφωμένων πολεμιστών, το κράτος έπρεπε να τους προσφέρει ανεκτές, τουλάχιστον, συνθήκες ζωής, να τους περιβάλλει με προσοχή και φροντίδα, να τους εξασφαλίσει ιατρική περίθαλψη και οικονομική αυτάρκεια. Αντί γι’ αυτό, η μεταπολεμική κυβέρνηση, με επικεφαλής τον Στάλιν, αποφάσισε ένα μίζερο οικονομικό επίδομα και τους καταδίκασε σε μία άθλια ζωή. Και επιπλέον, με στόχο την εξοικονόμηση πόρων του κρατικού προϋπολογισμού, υπέβαλε τους αναπήρους στην συστηματική επανεξέταση των ιατρικών ειδικών επιτροπών: δήθεν για να ελέγξουν αν φύτρωσαν τα κομμένα χέρια και πόδια! Προσπαθούσαν διαρκώς να μεταφέρουν τον τραυματία υπερασπιστή της πατρίδας, ο οποίος ήταν έτσι κι αλλιώς πάμφτωχος, σε μία νέα κατηγορία αναπηρίας, μόνο και μόνο για να του περικόψουν την σύνταξη…

    Είπε πολλά εκείνη την ημέρα ο στρατάρχης. Είπε ότι η φτώχεια και η κλονισμένη υγεία, μαζί με τις άθλιες συνθήκες ζωής, προκαλούσαν την απελπισία, την συστηματική μέθη, τις κατηγορίες των βασανισμένων γυναικών, τα σκάνδαλα και μία ανυπόφορη κατάσταση στις οικογένειες. Αυτό, σε τελική ανάλυση οδηγούσε στο να φεύγουν οι ταλαιπωρημένοι πολεμιστές από το σπίτι, να περιφέρονται στους δρόμους και τις πλατείες, στις αγορές και στους σιδηροδρομικούς σταθμούς, όπου πολλοί από αυτούς κατέληγαν να ζητιανεύουν και να φέρονται απρεπώς. Οι οδηγημένοι στην απόγνωση πολεμιστές, σιγά – σιγά κατέληγαν απόβλητοι της κοινωνίας, μα δεν πρέπει να τους θεωρούμε υπεύθυνους γι’ αυτό.

    Στα τέλη της δεκαετίας του 1940, αναζητώντας καλύτερη ζωή στην Μόσχα, κατέληγε ένα κίνημα απεγνωσμένων αναπήρων πολέμου από την επαρχία. Η πρωτεύουσα γέμισε από αυτούς τους ανθρώπους που σήμερα δεν χρειάζονται σε κανένα. Με την επίμονη ελπίδα ότι θα βρουν προστασία και δικαιοσύνη, άρχισαν να κάνουν συγκεντρώσεις, να πολιορκούν τις αρχές θυμίζοντας τους τα κατορθώματά τους, να απαιτούν, να κάνουν φασαρίες. Αυτό εννοείται πως δεν άρεσε καθόλου στους αξιωματούχους της κυβέρνησης και της πρωτεύουσας. Οι δημόσιοι υπάλληλοι άρχισαν να σπάνε το κεφάλι τους για να βρουν τρόπο να απαλλαγούν από αυτόν ενοχλητικό όχλο.

    Έτσι, το καλοκαίρι του 1949 η Μόσχα άρχισε τις προετοιμασίες για το ιωβηλαίο του λατρεμένου ηγέτη. Η πρωτεύουσα περίμενε επισκέπτες από το εξωτερικό: πλενόταν και καθαριζόταν. Βέβαια, όλοι αυτοί οι πολεμιστές, με τις πατερίτσες, τα αυτοσχέδια καρότσια τους, εκείνοι που σέρνονταν χωρίς πόδια, οι διάφορες «χελώνες», είχαν «αποθρασυνθεί» τόσο πολύ που οργάνωσαν διαδήλωση μπροστά από το Κρεμλίνο. Αυτό δεν άρεσε καθόλου στον ηγέτη των λαών. Και αποφάνθηκε: «Να καθαριστεί η Μόσχα από τα σκουπίδια!»

    Οι αρχές που μέχρι τότε ήταν συγκρατημένες, άλλο που δεν ήθελαν. Άρχισαν μαζικές συλλήψεις των αναπήρων που «χαλούσαν την εικόνα της πρωτεύουσας». Κυνηγώντας τους σαν αδέσποτα σκυλιά, τα όργανα της τάξης, οι ειδικές μονάδες, κομματικοί και μη κομματικοί ακτιβιστές μέσα σε ελάχιστες ημέρες συνέλαβαν στους δρόμους, στα παζάρια, στους σιδηροδρομικούς σταθμούς ακόμη και στα νεκροταφεία και απομάκρυναν από την Μόσχα, λίγο πριν τους εορτασμούς του ιωβηλαίου του «αγαπητού και αγαπημένου Στάλιν» τους πεταμένους στην χωματερή της ιστορίας ανάπηρους υπερασπιστές της γιορταστικής Μόσχας.

    Έτσι, οι εξόριστοι στρατιώτες του νικηφόρου στρατού άρχισα να πεθαίνουν. Ήταν ένας γρήγορος θάνατος: όχι από τα τραύματα, μα από την προσβολή, από το αίμα που κόχλαζε στις καρδιές τους, με το ερώτημα που ξεστόμισαν μέσα από τα σφαλιστά τους χείλη: «Γιατί μας το κάνεις αυτό σύντροφε Στάλιν;»

    Με αυτόν τον απλό και σοφό τρόπο έλυσαν, όπως θα νόμιζε κανείς, το άλυτο πρόβλημα με τους στρατιώτες – νικητές, οι οποίοι έχυσαν το αίμα τους «Για την Πατρίδα! Για τον Στάλιν!».

    Βλέπεις, σε αυτές τις δουλειές, ο ηγέτης ήταν μεγάλος μάστορας. Δεν είχε κανένα πρόβλημα να αποφασίσει, εκτέλεσε ολόκληρους λαούς,- είπε πικρά, ολοκληρώνοντας, ο δοξασμένος στρατηλάτης Ιβάν Κόνεφ.

    Από το βιβλίο του Ίγκορ Γκάριν «Η άλλη αλήθεια για τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο» μέρος 1ο. Ντοκουμέντα.

    Ο Στεπάν Καστσουρκό, ήταν βοηθός ειδικών αποστολών του στρατάρχη Ιβάν Κόνεφ, αντιστράτηγος, πρόεδρος του Κέντρου Αναζητήσεων και Διαιώνισης της μνήμης των αγνοούμενων και των νεκρών υπερασπιστών της Πατρίδας.

    https://www.liberal.gr/apopsi/stratarchis-iban-konef-i-staliniki-niki-einai-i-sumfora-tou-laou/324855


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: