Ουμπέρτο Έκο: Tα χαρακτηριστικά του πρωτοφασισμού

Eternal Fascism: 
Fourteen Ways of Looking at a Blackshirt 
By Umberto Eco

________________________________________
Το πρωτότυπο κείμενο δημοσιεύτηκε στο
New York Review of Books, 
22 Ιουνίου 1995, σ. 12-15.
Περιέχεται στο: Umberto Eco, Πέντε ηθικά κείμενα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 1998, υπό τον τίτλο «Ο αιώνιος φασισμός».
________________________________________


Παρά την ασάφεια αυτή, νομίζω πως μπορούμε να σκιαγραφήσουμε έναν κατάλογο χαρακτηριστικών τα οποία είναι αντιπροσωπευτικά αυτού που ονομάζω «πρωτοφασισμό», ή «αρχέγονο φασισμό». Αυτά τα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να οργανωθούν σε ένα ενιαίο σύστημα· πολλά απ’ αυτά αλληλοαναιρούνται, και είναι επίσης αντιπροσωπευτικά και άλλων μορφών δεσποτισμού ή φανατισμού. Η παρουσία ενός και μόνο απ’ αυτά, όμως, αρκεί για να επιτρέψει στο φασισμό να συμπτυχθεί γύρω του. 

1. Το πρώτο χαρακτηριστικό του πρωτοφασισμού είναι η λατρεία της παράδοσης. Η παραδοσιαρχία, βέβαια, είναι πολύ παλαιότερη από τον φασισμό. Δεν χαρακτήριζε μόνο την αντιεπαναστατική σκέψη των Καθολικών μετά τη Γαλλική Επανάσταση, αλλά γεννήθηκε στους ελληνιστικούς χρόνους, ως αντίδραση στον κλασικό ελληνικό ορθολογισμό. Στη λεκάνη της Μεσογείου, λαοί διαφόρων θρησκειών (που οι περισσότερες απ’ αυτές είχαν γίνει δεκτές στο ρωμαϊκό πάνθεο) άρχισαν να ονειρεύονται κάποια αποκάλυψη που είχε συμβεί στην αυγή της ανθρώπινης ιστορίας. Αυτή η αποκάλυψη, σύμφωνα με τη μυστηριακή αίγλη που καλλιεργούσε η παραδοσιαρχία, είχε παραμείνει για πολύ καιρό κρυμμένη κάτω από το πέπλο

Οι Επίστρατοι υπήρξαν μια πρωτοφασιστική, παρακρατική, φιλοβασιλική οργάνωση που ιδρύθηκε το 1916 από τους Μεταξά και Γούναρη… Στο Νοεμβριανά του 1916 έπνιξαν στο αίμα την Αθήνα δολοφονώντας δεκάδες Μικρασιάτες πρόσφυγες….

γλωσσών που ήταν πια ξεχασμένες — στα αιγυπτιακά ιερογλυφικά, στους κέλτικους ρούνους, στους παπύρους των σχεδόν άγνωστων θρησκειών της Ασίας.

Αυτή η νέα κουλτούρα έπρεπε να είναι συγκρητιστική. Ο συγκρητισμός δεν είναι απλά, όπως λένε τα λεξικά, «ο συνδυασμός διαφόρων μορφών πίστης και λατρευτικής πρακτικής»· ένας τέτοιος συνδυασμός πρέπει να ανέχεται τις αντιφάσεις. Καθένα από τα αρχικά μηνύματα περιέχει ψήγματα σοφίας, και όποτε έμοιαζαν να λένε διαφορετικά ή ασύμβατα πράγματα αυτό συνέβαινε μόνο και μόνο γιατί όλα παραπέμπουν, με αλληγορικό τρόπο, στην ίδια αρχέγονη αλήθεια.

Συνεπώς, δεν μπορεί να υπάρξει καμία πρόοδος στη γνώση. Η αλήθεια έχει ήδη καταγραφεί μια για πάντα, κι εμείς το μόνο που μπορούμε να κάνουμε είναι να συνεχίζουμε να ερμηνεύουμε το δυσνόητο μήνυμά της.

Αν κοιτάξει κανείς τις βιβλιοθήκες διαφόρων φασιστικών καθεστώτων, θα βρει όλους τους μείζονες διανοητές της παραδοσιαρχίας. Η ναζιστική εσωτερική γνώση τρεφόταν με παραδοσιαρχικά, συγκρητιστικά και μυστικιστικά στοιχεία. Η πηγή που επηρέασε περισσότερο τις θεωρίες της νέας ιταλικής δεξιάς, ο Ιούλιος Έβολα, συνδύαζε το Άγιο Δισκοπότηρο με τα Πρωτόκολλα των Σοφών της Σιών, και την αλχημεία με την Αγία Ρωμαϊκή και Γερμανική Αυτοκρατορία. Και μόνο το γεγονός ότι η ιταλική δεξιά, για να δείξει πόσο ανοιχτό μυαλό διαθέτει, διεύρυνε αυτό τον κατάλογο ώστε να συμπεριλάβει και έργα του Ντε Μαιτρ, του Γκενόν και του Γκράμσι, αποτελεί ολοφάνερη απόδειξη συγκρητισμού.

Αν κοιτάξετε τα ράφια που, στα αμερικάνικα βιβλιοπωλεία, φέρουν την επιγραφή «Νέα Εποχή», θα βρείτε εκεί μέχρι και Άγιο Αυγουστίνο, ο οποίος, απ’ ό,τι γνωρίζω, δεν ήταν φασίστας. Αλλά το να συνδυάζεις τον Άγιο Αυγουστίνο με το Στόουνχεντζ — αυτό είναι σύμπτωμα πρωτοφασισμού.

2. Η παραδοσιαρχία συνεπάγεται την απόρριψη του μοντερνισμού. Και οι φασίστες και οι εθνικοσοσιαλιστές κυριολεκτικά λάτρευαν την τεχνολογία, ενώ οι διανοητές της παραδοσιαρχίας συνήθως την απορρίπτουν ως αντίθετη προς τις παραδοσιακές πνευματικές αξίες. Όμως, παρόλο που ο ναζισμός υπερηφανευόταν για τα βιομηχανικά του επιτεύγματα, ο εγκωμιασμός του μοντερνισμού δεν ήταν παρά η επιφάνεια μιας ιδεολογίας βασισμένης στην ιδέα Αίμα και Γη (Blut und Boden). Η απόρριψη του σύγχρονου κόσμου ήταν μεταμφιεσμένη σαν αντίκρουση του καπιταλιστικού τρόπου ζωής, αλλά αφορούσε κυρίως στην απόρριψη του Πνεύματος του 1789 (και του 1776, φυσικά). Ο Διαφωτισμός, η Εποχή του Ορθολογισμού, γίνεται αντιληπτή ως απαρχή της σύγχρονης αχρειότητας. Κατ’ αυτή την έννοια, ο πρωτοφασισμός μπορεί να οριστεί ως ανορθολογισμός.

3. Ο ανορθολογισμός βασίζεται επίσης στη λατρεία της δράσης για τη δράση. Επειδή η δράση είναι από μόνη της όμορφη, πρέπει να αναλαμβάνεται πριν, ή χωρίς, οποιαδήποτε σκέψη. Η σκέψη είναι μια μορφή αποδυνάμωσης. Επομένως, η κουλτούρα είναι ύποπτη, στο βαθμό που ταυτίζεται με την κριτική στάση. Η καχυποψία απέναντι στον κόσμο της διανόησης αποτελούσε πάντοτε σύμπτωμα του πρωτοφασισμού, από την υποτιθέμενη ρήση του Γκέμπελς («όταν ακούω να μιλάνε για κουλτούρα αρπάζω το όπλο μου») μέχρι τη συχνή χρήση εκφράσεων όπως «εκφυλισμένοι διανοούμενοι», «κουλτουριάρηδες», «παρηκμασμένοι σνομπ», «τα πανεπιστήμια είναι φωλιές κομμουνιστών». Οι επίσημοι φασίστες διανοούμενοι ασχολούνταν κυρίως με το να επιτίθενται στον σύγχρονο πολιτισμό και την αριστερή διανόηση, που έχουν προδώσει τις παραδοσιακές αξίες.

4. Καμιά συγκρητιστική πίστη δεν αντέχει στην αναλυτική κριτική. Το κριτικό πνεύμα κάνει διακρίσεις μεταξύ των εννοιών, και αυτές οι διακρίσεις αποτελούν σημάδι μοντερνισμού. Στον σύγχρονο πολιτισμό, η επιστημονική κοινότητα επαινεί τη διαφωνία ως μέθοδο βελτίωσης της γνώσης. Για τον πρωτοφασισμό, η διαφωνία είναι προδοσία.

5. Εξάλλου, η διαφωνία αποτελεί σημάδι ποικιλομορφίας. Ο πρωτοφασισμός καλλιεργεί και αναζητεί τη συναίνεση με το να οξύνει και να εκμεταλλεύεται το φυσικό φόβο του διαφορετικού. Η πρώτη έκκληση ενός φασιστικού ή πρώιμου φασιστικού κινήματος είναι η έκκληση ενάντια στους παρείσακτους. Επομένως, ο πρωτοφασισμός είναι εξ ορισμού ρατσιστικός. 

6. Ο πρωτοφασισμός πηγάζει από την ατομική ή κοινωνική απογοήτευση. Αυτός είναι και ο λόγος που ένα από τα πιο τυπικά χαρακτηριστικά των φασιστικών καθεστώτων του παρελθόντος ήταν η επίκληση προς μια απογοητευμένη μεσαία τάξη που μαστιζόταν από μια οικονομική κρίση ή ένιωθε πολιτικά εξευτελισμένη και φοβισμένη από την πίεση που ασκούσαν οι χαμηλότερες κοινωνικές τάξεις. Στην εποχή μας, που οι παλιοί «προλετάριοι» είναι πλέον μικροαστοί (και τα λούμπεν στοιχεία είναι κατά κανόνα αποκλεισμένα από την πολιτική σκηνή), ο φασισμός του αύριο θα βρει το ακροατήριό του σ’ αυτή τη νέα πλειοψηφία.

7. Στους ανθρώπους που νιώθουν πως δεν έχουν πλέον ξεκάθαρη κοινωνική ταυτότητα, ο πρωτοφασισμός λέει πως το μοναδικό τους προνόμιο είναι το πιο κοινό, ότι έχουν γεννηθεί στην ίδια χώρα. Αυτή είναι και η απαρχή του εθνικισμού. Άλλωστε, το μοναδικό πράγμα που μπορεί να δώσει ταυτότητα στο έθνος είναι οι εχθροί του. Έτσι, στη ρίζα της πρωτοφασιστικής ψυχολογίας υπάρχει μια εμμονή με τις συνωμοσίες, ιδιαίτερα τις διεθνείς. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν πολιορκημένοι. Ο πιο εύκολος τρόπος να πολεμήσεις μια συνωμοσία είναι η επίκληση στην ξενοφοβία. Αλλά η συνωμοσία πρέπει να έχει και εσωτερικούς μοχλούς: οι Εβραίοι είναι συνήθως ο καλύτερος στόχος, γιατί έχουν το πλεονέκτημα να είναι ταυτόχρονα και εσωτερικοί και εξωτερικοί εχθροί. Στις Η.Π.Α., ένα εμφανές δείγμα συνωμοσιολογικής εμμονής βρίσκεται στο βιβλίο του Πατ Ρόμπερτσον Η Νέα Τάξη Πραγμάτων, αλλά, όπως έχουμε δει πρόσφατα, υπάρχουν και πολλά άλλα.

8. Οι οπαδοί πρέπει να νιώθουν ταπεινωμένοι από τον επιδεικτικό πλούτο και την δύναμη των εχθρών τους. Όταν ήμουν μικρό παιδί, μου είχαν μάθει ότι οι Εγγλέζοι είχαν πέντε γεύματα τη μέρα. Έτρωγαν πιο συχνά από τους φτωχούς αλλά νηφάλιους Ιταλούς. Και ότι οι Εβραίοι είναι πλούσιοι και βοηθάνε ο ένας τον άλλο μέσω ενός μυστικού δικτύου αμοιβαίας αρωγής. Έτσι, με μια συνεχή μετατόπιση της ρητορικής εστίασης, οι εχθροί είναι ταυτόχρονα πολύ ισχυροί και πολύ αδύναμοι. Οι φασιστικές κυβερνήσεις είναι καταδικασμένες να χάνουν τους πολέμους τους, γιατί είναι εγγενώς ανίκανες να κάνουν μια αντικειμενική εκτίμηση της δύναμης του εχθρού.

9. Για τον πρωτοφασισμό, δεν υπάρχει αγώνας για τη ζωή· αντίθετα, η ζωή είναι ένας συνεχής αγώνας. Επομένως, ο ειρηνισμός ισοδυναμεί με συναλλαγή με τον εχθρό. Είναι κακός, γιατί η ζωή είναι ένας συνεχής πόλεμος. Αυτό, όμως, επιφέρει ένα «σύμπλεγμα Αρμαγεδδώνα». Εφόσον οι εχθροί πρέπει να ηττηθούν, θα πρέπει να υπάρξει μια τελική μάχη, μετά από την οποία το κίνημα θα έχει υπό τον έλεγχό του ολόκληρο τον κόσμο. Μια τέτοια «τελική λύση», όμως, θα σημάνει την αρχή μιας περιόδου ειρήνης, μιας Χρυσής Εποχής, πράγμα που έρχεται σε αντίφαση με το δόγμα του συνεχούς πολέμου. Κανείς φασίστας ηγέτης δεν έχει καταφέρει ποτέ να λύσει αυτό το πρόβλημα.

10. Ο ελιτισμός αποτελεί χαρακτηριστική διάσταση κάθε αντιδραστικής ιδεολογίας, στο βαθμό που είναι θεμελιωδώς αριστοκρατικός, και ο αριστοκρατικός και μιλιταριστικός ελιτισμός συνεπάγεται την περιφρόνηση προς τους αδύναμους. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να εκφράσει μόνο έναν λαϊκό ελιτισμό. Κάθε πολίτης ανήκει στον καλύτερο λαό του κόσμου, τα μέλη του κόμματος είναι οι καλύτεροι πολίτες, κάθε πολίτης μπορεί (ή πρέπει) να γίνει μέλος του κόμματος. Αλλά δεν μπορεί να υπάρχουν πατρίκιοι χωρίς πληβείους. Ο Ηγέτης, που γνωρίζει ότι η εξουσία δεν του απονεμήθηκε δημοκρατικά αλλά την κατέκτησε με τη βία, γνωρίζει επίσης ότι η δύναμή του βασίζεται στην αδυναμία των μαζών· οι μάζες είναι αδύναμες, και γι’ αυτό χρειάζονται και αξίζουν έναν ηγεμόνα. Και εφόσον η ομάδα είναι οργανωμένη ιεραρχικά (σύμφωνα με το στρατιωτικό πρότυπο), κάθε ηγέτης περιφρονεί τους υφισταμένους του, και καθένας απ’ αυτούς περιφρονεί τους κατωτέρους του. Αυτό ενισχύει την αίσθηση του μαζικού ελιτισμού. 

11. Μέσα σ’ αυτή την προοπτική, όλοι μαθαίνουν πως πρέπει να γίνουν ήρωες. Σε κάθε μυθολογία, ο ήρωας είναι ένα εξαιρετικό ον, αλλά για την πρωτοφασιστική ιδεολογία ο ηρωισμός είναι ο κανόνας. Αυτή η λατρεία του ηρωισμού συνδέεται στενά με τη λατρεία του θανάτου. Δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα συνθήματα που είχαν οι ισπανοί φαλαγγίτες ήταν το «viva la muerte» («ζήτω ο θάνατος»). Στις μη φασιστικές κοινωνίες, ο απλός λαός μαθαίνει ότι ότι ο θάνατος είναι κάτι το δυσάρεστο που όμως πρέπει να το αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια· και οι πιστοί μαθαίνουν ότι είναι ένας οδυνηρός τρόπος για να περάσουν σε μια μεταφυσική ευτυχία. Αντίθετα, ο πρωτοφασίστας ήρωας αποζητά τον ηρωικό θάνατο, ο οποίος διαφημίζεται ως η μεγαλύτερη ανταμοιβή για μια ηρωική ζωή. Ο πρωτοφασίστας ήρωας ανυπομονεί να πεθάνει. Μέσα στην ανυπομονησία του, συχνά στέλνει κι άλλους ανθρώπους στο θάνατο.

12. Επειδή και ο συνεχής πόλεμος και ο ηρωισμός είναι δύσκολα παιχνίδια, ο πρωτοφασίστας μεταθέτει τον πόθο του για εξουσία στη σεξουαλική συμπεριφορά του. Έτσι προκύπτει ο ματσισμός [σ.τ.Μ.: το αντριλίκι] (που συνεπάγεται αφενός την περιφρόνηση προς τη γυναίκα και αφετέρου την καταδίκη παρεκκλινουσών ερωτικών συνηθειών, όπως η αγνότητα ή η ομοφυλοφιλία). Και επειδή και το σεξ είναι δύσκολο παιχνίδι, ο πρωτοφασίστας ήρωας προτιμά να παίζει με τα όπλα – σαν φαλλικό υποκατάστατο.

13. Ο πρωτοφασισμός βασίζεται σε έναν επιλεκτικό λαϊκισμό, έναν ποιοτικό λαϊκισμό, θα έλεγε κανείς. Σε μια δημοκρατία, οι πολίτες έχουν ατομικά δικαιώματα, αλλά οι πολίτες συνολικά έχουν πολιτική επιρροή μόνο από ποσοτική άποψη — ακολουθούνται οι αποφάσεις της πλειοψηφίας. Για τον πρωτοφασισμό, όμως, τα άτομα ως άτομα δεν έχουν δικαιώματα, και ο Λαός γίνεται αντιληπτός σαν ποιότητα, σαν μια μονολιθική οντότητα που εκφράζει την Κοινή Βούληση. Και επειδή κανένα μεγάλο σύνολο ατόμων δεν μπορεί ποτέ να έχει κοινή βούληση, ο Ηγέτης παριστάνει το διερμηνέα τους. Έχοντας χάσει την εξουσία της αντιπροσώπευσης, οι πολίτες δεν πράττουν· καλούνται μόνο να παίξουν το ρόλο του Λαού. Έτσι, ο Λαός δεν είναι παρά ένα θεατρικό εφεύρημα. Για να πάρουμε μια γεύση ποιοτικού λαϊκισμού δεν χρειαζόμαστε πλέον την Πιάτσα Βενέτσια της Ρώμης, ούτε το Στάδιο της Νυρεμβέργης. Υπάρχει στο μέλλον μας ένας τηλεοπτικός ή διαδικτυακός λαϊκισμός, στον οποίο η συναισθηματική αντίδραση μιας επιλεγμένης ομάδας πολιτών θα μπορεί να παρουσιάζεται και να γίνεται αποδεκτή ως η Φωνή του Λαού. 

Λόγω του ποιοτικού λαϊκισμού του, ο πρωτοφασισμός πρέπει να είναι κατά των «διεφθαρμένων» κοινοβουλευτικών κυβερνήσεων. Μια από τις πρώτες φράσεις που είπε ο Μουσολίνι στο ιταλικό κοινοβούλιο ήταν «Θα μπορούσα να μετατρέψω αυτό το βουβό και καταθλιπτικό μέρος σε στρατόπεδο για τις σπείρες μου» — οι «σπείρες» είναι μια υποδιαίρεση της παραδοσιακής ρωμαϊκής λεγεώνας. Βέβαια, αμέσως βρήκε καλύτερο καταυλισμό για τις σπείρες του, αλλά λίγο αργότερα διέλυσε το κοινοβούλιο. Όποτε ένας πολιτικός αμφισβητεί τη νομιμότητα ενός κοινοβουλίου γιατί δεν αντιπροσωπεύει πλέον τη Φωνή του Λαού, αρχίζει και μυρίζει πρωτοφασισμό. 

14. Ο πρωτοφασισμός μιλάει την «Νέα Ομιλία». Η Νέα Ομιλία επινοήθηκε από τον Όργουελ στο βιβλίο του 1984, ως επίσημη γλώσσα του Αγγλικού Σοσιαλισμού. Αλλά σε πολλές μορφές δικτατορίας συναντά κανείς πρωτοφασιστικά χαρακτηριστικά. Όλα τα ναζιστικά και φασιστικά σχολικά εγχειρίδια χρησιμοποιούσαν φτωχό λεξιλόγιο και στοιχειώδη σύνταξη, με σκοπό να περιορίσουν τη διάδοση των εργαλείων της σύνθετης και κριτικής σκέψης. Αλλά πρέπει να είμαστε σε θέση να αναγνωρίσουμε άλλα είδη Νέας Ομιλίας, ακόμα κι αν παίρνουν τη φαινομενικά αθώα μορφή ενός δημοφιλούς τοκ-σόου.

Το πρωινό της 27ης Ιουλίου 1943, έμαθα ότι, σύμφωνα με ραδιοφωνικές ανακοινώσεις, ο φασισμός είχε καταρρεύσει και ο Μουσολίνι είχε συλληφθεί. Όταν η μητέρα μου με έστειλε να αγοράσω την εφημερίδα, είδα ότι οι εφημερίδες στον κοντινότερο πάγκο είχαν διαφορετικούς τίτλους. Επιπλέον, αφού είδα τους τίτλους, συνειδητοποίησα ότι κάθε εφημερίδα έγραφε διαφορετικά πράγματα. Αγόρασα μία στην τύχη, και διάβασα στην πρώτη σελίδα ένα μήνυμα που το υπέγραφαν πέντε ή έξι πολιτικά κόμματα — ανάμεσά τους η Χριστιανική Δημοκρατία, το Κομμουνιστικό Κόμμα, το Σοσιαλιστικό Κόμμα, το Κόμμα της Δράσης, και το Φιλελεύθερο Κόμμα.

Μέχρι τότε, πίστευα ότι υπήρχε μόνο ένα κόμμα σε κάθε χώρα, και ότι στην Ιταλία αυτό ήταν το Εθνικό Φασιστικό Κόμμα. Τώρα, ανακάλυπτα ότι στη χώρα μου μπορούσαν να υπάρχουν ταυτόχρονα διάφορα κόμματα. Καθώς ήμουν έξυπνο παιδί, κατάλαβα ότι όλα αυτά τα κόμματα δεν μπορεί να γεννήθηκαν μέσα σε μια νύχτα, άρα θα πρέπει να υπήρχαν εδώ και αρκετό καιρό ως μυστικές οργανώσεις.

Το μήνυμα στην πρώτη σελίδα πανηγύριζε για το τέλος της δικτατορίας και την επιστροφή της ελευθερίας: της ελευθερίας του λόγου, του τύπου, της πολιτικής σύμπραξης. Αυτές τις λέξεις, «ελευθερία», «δικτατορία» — τις διάβαζα τώρα για πρώτη φορά στη ζωή μου. Χάρη σ’ αυτές τις λέξεις, ξαναγεννήθηκα ως ελεύθερος δυτικός άνθρωπος.

Πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση, ώστε το νόημα αυτών των λέξεων να μην ξεχαστεί ξανά. Ο πρωτοφασισμός βρίσκεται ακόμα γύρω μας, πολλές φορές με πολιτικά. Θα Χρυσή Αυγή mixaloliakos-pappasήταν πολύ ευκολότερο, για μας, αν εμφανιζόταν στην παγκόσμια σκηνή κάποιος και έλεγε «Θέλω να ξανανοίξω το Άουσβιτς, θέλω να παρελάσουν ξανά οι Μελανοχίτωνες στις ιταλικές πλατείες». Αλλά η ζωή δεν είναι τόσο απλή. Ο πρωτοφασισμός μπορεί να επιστρέψει με το πιο αθώο προσωπείο. Είναι καθήκον μας να τον αποκαλύπτουμε και να καταδεικνύουμε οποιαδήποτε από τις νέες εκφάνσεις του — κάθε μέρα, σε κάθε μέρος του κόσμου. Και είναι καλό να θυμόμαστε τα λόγια που είπε ο Φραγκλίνος Ρούζβελτ στις 4 Νοεμβρίου 1938:

«Τολμώ να πω ότι, αν ποτέ η αμερικανική δημοκρατία πάψει να προχωρεί ως ζωντανή δύναμη και να προσπαθεί μέρα και νύχτα, με ειρηνικό τρόπο, να κάνει όλους τους πολίτες μας καλύτερους, τότε ο φασισμός θα δυναμώσει στη χώρα μας».

Η μετάφραση από εδώ: http://gravityandthewind.blogspot.gr/2010/01/blog-post_14.html

Advertisements

7 Σχόλια

  1. Talking gibberish
    The study of languages has long been prone to nonsense. Why is linguistics such a magnet for dilettantes and crackpots?

    https://aeon.co/essays/why-is-linguistics-such-a-magnet-for-dilettantes-and-crackpots
    ————————————
    Γιατί είναι η γλωσσολογία τέτοιος μαγνήτης για κάθε πικραμένο και ψεκασμένο;

    του Γκαστόν Ντόρρεν

    Τι ωραία που ήταν στις μέρες τής μη εμπειρικής γλωσσολογίας! Στην προ-επιστημονική εποχή μπορεί να έλεγε ο καθένας ό,τι ήθελε, αλλά πόσο διασκεδαστικό είναι αλήθεια να τα αναπολούμε εμείς σήμερα όλα αυτά … Οι λόγιοι έσφαλλαν κατά τρόπους που ελάχιστοι σημερινοί γλωσσολόγοι θα το έκαναν. Σήμερα, το πεδίο μελέτης τους είναι μία σεβαστή κοινωνική επιστήμη, ακριβής στις μεθόδους της, ευρεία στη γκάμα της και γενναιόδωρη στη συγκομιδή της. Χωρίς ειδικούς στη φωνητική, οι υπολογιστές δεν θα ήταν σε θέση να επεξεργαστούν προφορικά αγγλικά. Χωρίς κοινωνιογλωσσολόγους, οι προλήψεις κατά των διαλέκτων και των μη ευρωπαϊκών γλωσσών θα ήταν ακόμα εξίσου διαδεδομένες –και ακόμα περισσότερο. Δικαστικοί γλωσσικοί εμπειρογνώμονες βοηθούν στην εξιχνίαση εγκλημάτων, κλινικοί γλωσσολόγοι συντρέχουν ανθρώπους με γλωσσικές βλάβες, ιστορικοί γλωσσολόγοι ρίχνουν φως στη γλωσσική αλλαγή και ακόμα στις προϊστορικές κουλτούρες και μετακινήσεις –και ούτω καθεξής.

    Όταν η φυσική φιλοσοφία άρχισε με αργούς ρυθμούς να εξελίσσεται σε φυσική και άλλες επιστήμες, ο στοχασμός πάνω στα ανθρώπινα πράγματα δεν ακολούθησε αμέσως. Βαθμιαία όμως και αυτός εξελίχθηκε σε αυτό που σήμερα αποκαλούμε κοινωνικές επιστήμες, και η μελέτη της γλώσσας ήταν μία από τις πρώτες που υιοθέτησε τις νέες μεθόδους. Όσοι την ασκούσαν άρχισαν να σκύβουν πάνω σε αρχαία κείμενα γραμμένα σε γλώσσες από καιρό νεκρές και σε αλφάβητα ξεχασμένα, και να τα συγκρίνουν συστηματικότερα. Αυτό οδήγησε σε μία έκρηξη γνώσεων στα τέλη του 18ου αιώνα, όταν αναδύθηκαν νέες ιδέες σχετικά με την ιστορική προέλευση των σύγχρονων γλωσσών. Οι περισσότερες από αυτές τις ιδέες άντεξαν τη δοκιμασία του χρόνου.

    Αλλά η άνθηση του νέου αυτού τομέα δεν έφερε μόνο νέες απαντήσεις, άλλαξε και τα ερωτήματα. To πάλαι ποτέ, οι λόγιοι, όταν συλλογίζονταν πάνω στη γλώσσα, αναρωτιόντουσαν για πράγματα όπως: ποια από τις σύγχρονες γλώσσες μιλούσε ο πρώτος άνθρωπος; Ποια είναι ανώτερη από τις υπόλοιπες; Και ποια από τις λαλιές των ανθρώπων αξίζει την ετικέτα «θεϊκή»; Οι σύγχρονοι γλωσσολόγοι ούτε καν αγγίζουν τέτοια ερωτήματα. Είναι αδύνατο να μάθουμε ποια ήταν η παλιότερη γλώσσα, αλλά είναι σίγουρο ότι ήταν διαφορετική από οτιδήποτε μιλιέται σήμερα. Η «καλύτερη» γλώσσα είναι αδύνατο να οριστεί με στοιχειωδώς λογικό τρόπο. Όσο για το «θεϊκή» –η ίδια η λέξη είναι άνευ νοήματος σε σχέση με τις γλώσσες, παρεκτός με μια πολιτισμική έννοια.

    Παλιά δεν ήταν έτσι. Μάλιστα, οι απαντήσεις φαίνονταν προφανείς για πολλούς στοχαστές, αν μη τι άλλο χάρη σε αυτή την τόσο αντι-επιστημονική συνήθεια του μυαλού που είναι γνωστή ως εθνοκεντρισμός. Για τους αρχαίους Έλληνες, δεν χρειαζόταν πολλή σκέψη για να καθοριστεί ποια ήταν η πιο λαμπρή γλώσσα του κόσμου: ήταν η δική τους. Όσοι μιλούσαν διαφορετικά ήταν «βάρβαροι», δηλαδή φαφλατάδες. Οι Ρωμαίοι ήταν μια ιδέα πιο ανοιχτόμυαλοι. Η δική τους αξιολόγηση επεκτεινόταν πέρα από τα λατινικά και σε άλλες γλώσσες που είχαν γραπτή παράδοση, ιδίως τα ελληνκά (αυτά μάλιστα ίσως να ήταν και ανώτερα), αλλά επίσης τα φοινικικά, που μιλούσαν οι Καρχηδόνιοι, και τα ετρουσκικά. Όλες οι γλώσσες χωρίς γραφή, όμως, αντιμετωπίζονταν με περιφρόνηση. Ακόμα και στα τέλη του 5ου αιώνα, όταν η Ρώμη είχε χάσει την ισχύ της, ο Ρωμαίος αριστοκράτης Σιδώνιος Απολλινάριος χαρακτήρισε τη γερμανικής καταγωγής γλώσσα των νέων αρχόντων «όργανο με μόνο τρεις χορδές».

    Άλλες κουλτούρες ήταν εξίσου αυτάρεσκες. Στους τελευταίους αιώνες πριν από τη χριστιανική χρονολογία, οι άνθρωποι στη βόρεια Ινδία πίστευαν ότι τα σανσκριτικά τους ήταν θεϊκή γλώσσα, και 1.000 χρόνια αργότερα οι Άραβες θα σκεφτούν το ίδιο για τη γλώσσα του Κορανίου. Για τους Κινέζους, το να εκπολιτίσουν τους γειτονικούς λαούς ουσιαστικά σήμαινε να τους εξοικειώσουν με τη μοναδική μεγάλη γλώσσα. Οι Γάλλοι του Διαφωτισμού, για να μη μείνουν πίσω, θεωρούσαν τη γλώσσα τους κάτι παραπάνω από θεϊκή: ορθολογική.

    Σήμερα, η επίλεκτη γλώσσα είναι η αγγλική, ιδίως στο δυτικό κόσμο· είναι αναμφίβολο ότι κληρονόμησε το καθεστώς της γαλλικής ως ανώτερης υποτίθεται γλώσσας. Πόσο πλούσιο είναι το λεξιλόγιό της, πόσο κατάλληλη είναι για το τραγούδι και την επιστήμη, πόσο σαφής, ακριβής … με μια λέξη, κουλ. Και πόσο γελοία ηχούν όλα αυτά σε εμένα που δεν είμαι ομιλητής της αγγλικής! Τα αγγλικά δεν είναι άσχημα ως γλώσσα, αλλά, έναν αιώνα από σήμερα, όλοι αυτοί οι έπαινοι θα ηχούν τόσο ανόητοι όσο ηχούσαν και έναν αιώνα νωρίτερα.

    Οι ομιλητές μεγάλων γλωσσών δεν είναι οι μόνοι που οδηγήθηκαν σε τέτοιες μεγαλομανίες. Κάποιοι ομιλητές τής Ταμίλ θεωρούν τη γλώσσα τους θεά, ενώ το μεσαίωνα Ιρλανδοί μοναχοί είχαν αναπτύξει μια περίεργη θεωρία που αποδείκνυε ότι η γαελική δημιουργήθηκε από τον βασιλιά της Σκυθίας με βάση τα καλύτερα στοιχεία των γλωσσών που απέμειναν αφού ο Θεός προκάλεσε την κατάρρευση του πύργου της Βαβέλ.

    Όσο για την παλαιότερη γλώσσα, αυτή ήταν η εβραϊκή. Τουλάχιστον, αυτό πίστευαν οι Χριστιανοί για πάνω από 1.000 χρόνια. (Μόνο ο όσιος Εφραίμ ο Σύρος πίστευε ότι η συριακή ήταν παλαιότερη). Για πολύ καιρό θεωρούνταν αίρεση το να αμφιβάλλεις ότι η εβραϊκή γλώσσα και το αλφάβητό της ήταν θεόπνευστα –μαζί και τα λεγόμενα φωνηεντικά σημεία, τα οποία είναι γνωστό ότι τα προσέθεσαν ραββίνοι πολλούς αιώνες μετά το ξεκίνημα της χρονολογίας μας. Ακόμα σήμερα, οι Χριστιανοί που παίρνουν τη Βίβλο κατά γράμμα συνεχίζουν να πρεσβεύουν την παραδοσιακή άποψη. Το 2011, ο Ολλανδός Βίλλεμ Βέστερμπέκε τύπωσε ένα θεολογικό φυλλάδιο με τον τίτλο «Ο Θεός μιλούσε εβραϊκά». Τα ίδια και αλλού: το 2005, κάποιος Θακούρ Πρασάντ Βέρμα ισχυρίστηκε ότι τα σανσκριτικά όχι μόνο ήταν η αρχική γλώσσα της ανθρωπότητας, αλλά δόθηκαν απευθείας ως δώρο από ψηλά· «οι Βέδες είναι λεκτικές μεταμορφώσεις του Θεού». Και σε σχολιασμένη έκδοση μάλιστα.

    Εκτός των εκκλησιών, η συναίνεση σιγά σιγά άρχισε να εμφανίζει ρωγμές και να καταρρέει από την Αναγέννηση και μετά, και, ανάμεσα στον 16ο και το 18ο αιώνα, άρχισαν να βγαίνουν διάφοροι λόγιοι ο ένας μετά τον άλλο και να προτείνουν και μια καινούρια «πρώτη γλώσσα» (βλ. πίνακα κατωτέρω για μια ημιτελή λίστα). Τα γερμανικά ήταν μια δημοφιλής επιλογή, αλλά ο Σουηδός λόγιος του 17ου αιώνα Όλοφ Ρούντμπεκ ευνοούσε τη μητρική του γλώσσα, για έναν αν μη τι άλλο ευρηματικό λόγο: η Σουηδία, υποστήριζε, ήταν η Ατλαντίς, και άρα το λίκνο του ανθρώπινου πολιτισμού.

    Ίσως ο πιο διάσημος ήταν ο Φλαμανδός συγγραφέας Johannes Goropius Becanus, ο οποίος ισχυρίστηκε ότι η ολλανδική γλώσσα, και ειδικά η φλαμανδική διάλεκτος της Αμβέρσας, ήταν ο άμεσος απόγονος της πρωταρχικής γλώσσας και η πηγή όλων των άλλων. Τα τεκμήριά του ήταν ετυμολογικής φύσεως. Το όνομα Αδάμ (Adam), για παράδειγμα, προερχόταν από το haat-dam (=φράγμα εναντίον του μίσους), ενώ η λέξη Diets [ολλανδικά] ήταν συνώνυμο του d’oudste (η αρχαιότερη). Στις Κάτω Χώρες, ο Γκορόπιους έχαιρε κάποιας υποστήριξης για τους επόμενους αιώνες· στο εξωτερικό, το όνομά του κατάντησε συνώνυμο της επινόησης ευφάνταστων ετυμολογιών: ο Γερμανός φιλόσοφος Γκότφριντ Βίλχελμ Λάιμπνιτς έπλασε συναφώς τον όρο «γκοροπισμός». Ακόμη σήμερα, η υπόθεση ότι τα ολλανδικά είναι η παλαιότερη γλώσσα διατηρείται ζωντανή από τουλάχιστον έναν γλωσσολόγο και έναν ποιητή, που και οι δύο φαίνεται να το υποστηρίζουν με κάθε σοβαρότητα.

    Ακόμη τότε, πολλοί σοβαροί άνθρωποι δεν έπαιρναν στα σοβαρά αυτά τα ταξίδια στη φαντασία. Στις αρχές τού 18ου αιώνα, ο Σουηδός ιστορικός και σατιρικός συγγραφέας Όλοφ φον Ντάλιν ειρωνεύτηκε τον Ρούντμπεκ λέγοντας ότι, γι’ αυτόν, το όνομα Adam ήταν μάλλον παραφθορά τού av dam, που στα σουηδικά σημαίνει «(φτιαγμένος) από άμμο». Αν και αστείο, ήταν λιγότερο τραβηγμένο από το «φράγμα του μίσους» του Γκορόπιους.

    Ένας άλλος Σουηδός, ο Άντερς Κέμπε, έγραψε ειρωνικά ότι στον παράδεισο ο Θεός σίγουρα θα μιλούσε σουηδικά, ο Αδάμ δανέζικα και το φίδι γαλλικά. Και ο Λάιμπνιτς το 1699 έγραψε ότι είναι απλώς ζήτημα χρόνου να διακηρύξουν και οι Τούρκοι ότι η δική τους γλώσσα είναι η παλαιότερη. Η ιστορία τον δικαίωσε.

    Aν μπορούμε να αισθανόμαστε συγκατάβαση απέναντι σε όλους αυτούς τους σπουδαγμένους με τις αλλόκοτες θεωρίες τους, είναι απλώς επειδή ζούμε μετά το 1784. Ένα εμβληματικό γεγονός τη χρονιά εκείνη σηματοδοτεί την τομή μεταξύ της απαρχαιωμένης θεωρητικολογίας περί γλώσσας και της νεωτερικής γλωσσολογικής επιστήμης: μια παρουσίαση του Βρετανού φιλόλογου Ουίλλιαμ Τζόουνς στην Καλκούτα, στην οποία εισηγήθηκε την ύπαρξη της ινδο-ευρωπαϊκής οικογένειας γλωσσών (η οποία συμπεριλαμβάνει τις περισσότερες γλώσσες της Ευρώπης, της Ινδίας και του Ιράν). Όπως με πολλά ορόσημα, η επιλογή αυτή είναι κάπως αυθαίρετη. Ο Τζόουνς δεν ήταν ο πρώτος που έθεσε αυτή την ιδέα σε κυκλοφορία, διότι οι μελετητές είχαν προσέξει για πρώτη φορά τις ομοιότητες μεταξύ λατινικών, ελληνικών, σλαβικών, γερμανικών, κελτικών και ορισμένων ασιατικών γλωσσών έναν αιώνα νωρίτερα. Ούτε ήταν ο Τζόουνς ο μόνος που εντόπισε τις ιστορικές διαδικασίες γλωσσικής αλλαγής οι οποίες παγίωσαν την ιδέα αυτή έκτοτε, διότι αυτό το έκαναν κυρίως Γερμανοί και Δανοί λόγιοι του 19ου αιώνα, μεταξύ των οποίων οι αδελφοί Γκριμμ με την παραμυθένια φήμη τους.

    Εκείνοι, περισσότερο από τον Τζόουνς, έθεσαν τη γλωσσολογία στην οδό της επιστημονικής αυστηρότητας. Ακόμη αργότερα, οι ερευνητές θα μελετούσαν ένα πολύ ευρύτερο φάσμα γλωσσικών φαινομένων, αναλύοντας τη γλώσσα με όλο και πιο αφηρημένους τρόπους και επικεντρώνοντας όλο και περισσότερο στην ομιλία. Αλλά αυτό που έδωσε την αρχική ώθηση ήταν η συστηματική σύγκριση γραπτών γλωσσών.

    Με δεδομένο το εκτεταμένο σώμα ιστορικής γνώσης που έχουν συλλέξει έκτοτε, θα ανέμενε κανείς ότι εξωφρενικοί ισχυρισμοί τύπου Γκορόπιους και Ρούντμπεκ θα αποτελούσαν παρελθόν. Αυτό όμως δεν συμβαίνει. Μέχρι σήμερα, αιρετικοί με σοβαρότητα διαβεβαιώνουν ότι το κύριο ρεύμα της γλωσσολογίας αποτελεί ένα τεράστιο σφάλμα.

    Ασφαλώς, η επιστήμη δεν είναι υπεράνω σφαλμάτων, και μερικά απ’ αυτά υπήρξαν συλλογικά και επίμονα –ας σκεφτούμε τη φρενολογία, ή τον συμπεριφορισμό. Η γλωσσολογία δεν αποτελεί εξαίρεση. Αλλά αν η διόρθωση των σφαλμάτων είναι ένα τιτάνιο έργο, πολλοί διαφωνούντες φαίνεται να πιστεύουν ότι μπορεί να υλοποιηθεί με τιτάνιες μυθοπλασίες.

    Μία τέτοια απρόσμενη αφήγηση είχε ως κέντρο της τη «Λεμουρία». Το 19ο αιώνα, βιολόγοι και γεωλόγοι υποπτεύθηκαν την προϊστορική ύπαρξη μιας μεγάλης ηπείρου η οποία βυθίστηκε στον Ινδικό Ωκεανό –κάτι σαν Ατλαντίδα της ανατολής. Διάφοροι σοφοί της περιοχής έσπευσαν να συναγάγουν ότι η παλαιότερη γλώσσα του κόσμου θα έπρεπε να αναζητηθεί εκεί· προτάθηκαν οι γλώσσες της Σρι Λάνκα και της Μαδαγασκάρης. Στα μέσα του 20ού αιώνα, η νέα θεωρία των τεκτονικών πλακών σήμανε το τέλος της ιδέας περί Λεμουρίας.

    Το 1935, η παιγνιώδης προφητεία του Λάιμπνιτς επαληθεύθηκε όταν ένα συνέδριο στην Τουρκία διατύπωσε και επισήμως επικύρωσε τη λεγόμενη θεωρία της «ηλιακής γλώσσας». Τη θεωρία αυτή εισηγήθηκε ένας αφανής Αυστριακός γλωσσολόγος, ο Χέρμανν Τέοντορ Κβέργκιτς, ο οποίος υποστήριξε ότι η γλώσσα προέκυψε όταν ένας προϊστορικός άνθρωπος ανέβλεψε προς τον ήλιο και αναφώνησε: «Α!». Η κραυγή αυτή εξελίχθηκε στην τουρκική γλώσσα, και από αυτήν σε όλες τις άλλες. Για τρία χρόνια, η θεωρία αυτή ήταν της μόδας, αλλά αποκλειστικά στην Τουρκία, για να πέσει σύντομα στην αφάνεια.

    Το έτος 1935 ήταν ευοίωνο έτος για την ψευδογλωσσολογία. Ένα βιβλίο που βγήκε στη Γερμανία πρότεινε έναν μέχρι τότε αγνοημένο υποψήφιο: τα φινλανδικά. Αλλά αντί να φουσκώσουν από εθνική υπερηφάνεια, οι Φινλανδοί απλώς κάγχασαν, επειδή γνώριζαν τον αυτουργό, τον Σίγκουρντ Βέττενχόβι-Άσπα, ως άτομο στερούμενο σοβαρότητας.

    Παρά τον έντονο ανταγωνισμό στο πεδίο της γλωσσικής φαντασιοπληξίας περιφανής θέση αναμφίβολα πρέπει να δοθεί στον Έντο Νύλαντ, έναν Καναδό δασοφύλακα, ο οποίος, αφού βγήκε στη σύνταξη το 1982, σε ηλικία 55 ετών, άρχισε να αναπτύσσει διάφορες πρωτότυπες θεωρίες κατά τις οποίες η Οδύσσεια του Ομήρου διαδραματιζόταν όχι στη Μεσόγειο, αλλά στις ακτές της Ιρλανδίας και της Σκωτίας. Στην περιοχή εκείνη τότε, κατά τον Νύλαντ, μιλιόταν μια γλώσσα συγγενής προς τη βασκική, την οποία ονόμασε «σαχαριανά». Αυτό το συμπέρανε από την ανάλυση διαφόρων τοπωνυμίων, που κατ’ αυτόν, αν τα αναλύσουμε, μοιάζουν με βασκικά. Όχι μόνο αυτά, αλλά και πολλές σύγχρονες λέξεις διάφορων γνωστών γλωσσών. Σημειωτέον ότι ο Νύλαντ δεν γνώριζε ο ίδιος βασκικά και βασίστηκε αποκλειστικά σε λεξικά.

    Μια άλλη αλλόκοτη θεωρία ήταν ο γλωσσικός μαρξισμός ή «μαρρισμός», όπως ονομάστηκε χάρη στον Νικολάι Γιακόβλεβιτς Μαρρ, ο οποίος επιχείρησε μία ταξική ανάλυση των γλωσσών της Ευρώπης. Όπως το έβλεπε αυτός, δεν υπήρχαν οικογένειες γλωσσών, παρά μόνο στάδια ανάπτυξης. Αν οι ινδοευρωπαϊκές γλώσσες μοιάζανε, ήταν επειδή μιλιόντουσαν σε ταξικές κοινωνίες. Όσες μιλιόντουσαν στην περιοχή του Καυκάσου, από την άλλη, (μεταξύ αυτών και η δική του γλώσσα, τα γεωργιανά), ανταποκρίνονταν σε ένα παλιότερο ιστορικό στάδιο, το στάδιο των αταξικών κοινωνιών. Η έννοια των «εθνικών γλωσσών» ήταν γέννημα ψευδούς ταξικής συνείδησης. (Αν δεν το πιάνετε, είστε σε καλό δρόμο).

    Ο Μαρρ αναδείχθηκε σε φωστήρα της σοβιετικής γλωσσολογίας και τιμήθηκε με το βραβείο Λένιν λίγο πριν το θάνατό του, το 1934. Ωστόσο, το 1950 ο Στάλιν ανακοίνωσε ότι ο μαρρισμός ήταν λάθος, αναδεικνύοντας την ανάγκη για περαιτέρω συζήτηση. Καθώς ο Στάλιν ήταν αυτός που ήταν, ο Μαρρ ήταν μάλλον τυχερός που είχε ήδη πεθάνει.

    Μολονότι όλοι οι κλάδοι προσελκύουν διάφορους εκκεντρικούς τύπους, φαίνεται ότι δύο τομείς ασκούν ιδιαίτερα έντονη έλξη: η ιστοριογραφία και η γλωσσολογία. Δύο είναι οι πιθανοί λόγοι. Ο ένας είναι ότι η ιστορία και η γλώσσα της ομάδας στην οποία ανήκουμε –είτε πρόκειται για έθνος, περιφέρεια, μειονότητα ή πίστη- είναι στενά δεμένες με την ταυτότητά της. (Βέβαια μερικοί μελετητές της γλώσσας νοιάζονται όχι για τη δική τους ομάδα, αλλά για κάποια γοητευτική μειονότητα· τα βασκικά και οι κελτικές γλώσσες είναι οι πιο ευνοούμενες). Το γόητρο που αποφέρει ένα ευγενές παρελθόν και μια αρχαία καταγωγή είναι ακαταμάχητο δέλεαρ, και έτσι οι άνθρωποι δεν φείδονται προσπαθειών για να βρουν αποδείξεις –ή, ελλείψει αυτών, περίπου αποδείξεις. Ο Ρούντμπεκ θα ήθελε να είναι τα σουηδικά του η παλαιότερη γλώσσα, ο Ριβαρόλ θα προτιμούσε να έχουν τα γαλλικά υποδειγματική λογικότητα, ο Μαρρ θα επιθυμούσε να μιλάνε όλοι οι εργάτες στον κόσμο μια κοινή ταξική γλώσσα. Αυτό φαίνεται να είναι ένα κοινό νήμα που διαπερνά όλες τις θεωρίες που αναφέρθηκαν παραπάνω: οι δημιουργοί τους θέλουν να είναι αληθείς.

    Η παγίδα με την ιστορία είναι ότι σε αυτήν έχουν συμβεί τόσα πολλά· με τις γλώσσες, ότι υπάρχουν τόσες πολλές. Και αυτός είναι ο δεύτερος λόγος για τον οποίο η γλωσσολογία και η ιστοριογραφία αποτελούν τόσο πρόσφορο έδαφος για αξιοπερίεργες θεωρίες. Οι αυτόκλητοι και οι φαντασιόπληκτοι ρίχνουν τα δίχτυα τους παντού, ψάχνουν τη μια πηγή μετά την άλλη με την ελπίδα να βγάλουν απ’ το νερό κάτι που να μοιάζει με σχέση ή σύνδεση. Αλλά φυσικά όσο πιο πολλά τεκμήρια ξεψαχνίζουν, τόσο αυξάνει η πιθανότητα να πέσουν πάνω σε τυχαίες ομοιότητες και να αντλήσουν κίβδηλα συμπεράσματα. Και όταν οι καθιερωμένοι επιστήμονες διαφωνούν μαζί τους, εκείνοι παγίως αντιδρούν οργισμένα αντί να πάρουν στα σοβαρά την κριτική τους.

    Ασφαλώς, κανείς ερευνητής δεν έχει ανοσία απέναντι σε τέτοιου είδους ανθρώπινες αντιδράσεις. Αλλά στον ακαδημαϊκό χώρο δεν υπάρχει άλλη οδός, πέρα από το να προσπαθήσεις να πείσεις τους ομοτίμους σου απαντώντας στα επιχειρήματα του αντιπάλου. Όσοι όμως κατηγορούν το κύριο ρεύμα της επιστήμης ότι φέρει παρωπίδες, συχνά δεν βλέπουν οι ίδιοι το δοκάρι στο δικό τους μάτι και την αυθαιρεσία της δικής τους μεθοδολογίας. Και ως αποτέλεσμα, η εργώδης προσπάθειά τους κατά κανόνα αποφέρει οργιώδεις ανοησίες.

    https://sarantakos.wordpress.com/2017/09/28/linguistics/#more-17755

  2. ΓΙΑ ΝΑ ΚΑΤΑΝΟΗΣΟΥΜΕ ΤΗ ΛΕΙΤΟΥΡΓΙΑ ΤΩΝ ΦΑΝΑΤΙΚΩΝ
    —————————————————————————————-

    -Τι είναι οι ιδεοληψίες;

    -Οι ιδεοληψίες είναι επαναλαμβανόμενες και επίμονες σκέψεις, ενορμήσεις ή εικόνες που βιώνονται ως παρεισφρητικές και ανεπιθύμητες και οι οποίες συνήθως προκαλούν σημαντικό άγχος ή δυσφορία.

    ——————————————-

    -Τι είναι οι καταναγκασμοί;

    -Οι καταναγκασμοί είναι επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές ή νοερές πράξεις, τις οποίες το άτομο αισθάνεται αναγκασμένο να εκτελέσει ως απάντηση σε μια ιδεοληψία ή σύμφωνα με κανόνες οι οποίοι πρέπει να εφαρμοστούν αυστηρά. Οι συμπεριφορές ή οι νοερές πράξεις αποβλέπουν στην αποφυγή/μείωση της δυσφορίας ή στην αποτροπή κάποιας απευκταίας κατάστασης, ωστόσο δεν συνδέονται με ρεαλιστικό τρόπο με αυτό για το οποίο έχουν σχεδιαστεί να εξουδετερώνουν ή να αποτρέπουν (“μαγική σκέψη”) ή είναι σαφώς υπερβολικές.

    —————————————–

    -Τι διαχωρίζει τις ιδεοληψίες και τις καταναγκαστικές συμπεριφορές από τις φυσιολογικές σκέψεις και συμπεριφορές αντίστοιχα;

    -Οι ιδεοληψίες είναι σκέψεις οι οποίες διέπονται από ξεκάθαρη υπερβολή ή/και έλλειψη ρεαλισμού, ενώ παράλληλα δεν βρίσκονται υπό τον έλεγχο του ατόμου που τις βιώνει (είναι σαν το μυαλό να αυτενεργεί, είναι σκέψεις που μπαίνουν στο μυαλό του ατόμου παρά τη θέλησή του, είναι σκέψεις που το άτομο συνήθως κατανοεί ότι είναι παράλογες αλλά δεν μπορεί να τις αντιμετωπίσει).

    Οι καταναγκασμοί είναι ξεκάθαρα υπερβολικές ή/και μη ρεαλιστικές συμπεριφορές που το άτομο επιτελεί, παρά το γεγονός ότι συνήθως συνειδητοποιεί ότι είναι παράλογες, ώστε να αποφορτιστεί από το άγχος από το οποίο κατακλύζεται (όσο το άτομο προσπαθεί να αντισταθεί στον καταναγκασμό αισθάνεται έντονη δυσφορία με συνέπεια τελικά να παραιτείται της προσπάθειας αντίστασης και να ενδίδει στην παθολογική συμπεριφορά – σταδιακά ο καταναγκασμός εδραιώνεται, εγκαθίσταται και εκδηλώνεται αυτοματοποιημένα, δίχως προσπάθεια αντίστασης, ώστε να αποφεύγεται η φάση της δυσφορίας).

    ————–

    -Σε τι διαφέρουν οι ιδεοληψίες από τις προλήψεις;

    -Οι προλήψεις (δεισιδαιμονίες) και οι συμπεριφορές που τις ακολουθούν ίσως μοιάζουν ορισμένες φορές με τις ιδεοληψίες και τους επακόλουθους καταναγκασμούς (πχ. κάποιος βλέπει μια μαύρη γάτα και εν συνεχεία σταυρώνει τα δάχτυλά του για να “ξορκίσει” την κακοτυχία), ωστόσο αποτελούν μια εντελώς διαφορετική κατάσταση και δε συνιστούν ψυχοπαθολογία. Κάποιες διαφορές προλήψεων και ιδεοληψιών είναι οι εξής:

    • Οι προλήψεις είναι πεποιθήσεις, η πίστη στις οποίες αποτελεί επιλογή του ατόμου, σε αντίθεση με τις ιδεοληψίες οι οποίες είναι παρείσακτες και ανεπιθύμητες σκέψεις, εικόνες ή ενορμήσεις που εισβάλλουν στο μυαλό παρά τη θέληση του πάσχοντα και βιώνονται ως “ξένες” και μη ελεγχόμενες.

    • Οι προλήψεις αποτελούν πολιτισμικό στοιχείο και ανεξάρτητα από το βαθμό αποδοχής που έχουν από το κάθε άτομο είναι καθολικά γνωστές, σε αντίθεση με τις ιδεοληψίες που δεν είναι συμβατές με το πολιτισμικό πλαίσιο και δεν γίνονται αποδεκτές ως συνήθεις από το κοινωνικό σύνολο.

    • Οι προλήψεις απασχολούν το άτομο περιστασιακά και υπό συγκεκριμένες συνθήκες (πχ. όταν περάσει κάτω από μια σκάλα ή όταν δει τον αριθμό 13) σε αντίθεση με τις ιδεοληψίες που είναι επαναλαμβανόμενες, εμφανίζονται συχνά και συνήθως σε ποικίλες καταστάσεις της καθημερινότητας.

    • Οι προλήψεις δεν προκαλούν σημαντική δυσφορία ή δυσλειτουργικότητα σε αντίθεση με τις ιδεοληψίες που είναι “βασανιστικές” και επηρεάζουν σοβαρά τη λειτουργικότητα και την ποιότητα ζωής του ατόμου.

    ————————

    -Τι είναι η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή;

    -Πρόκειται για μια ψυχιατρική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από την εκδήλωση ιδεοληψιών ή/και καταναγκασμών που είναι χρονοβόρες/οι (απασχολούν συνολικά το άτομο περισσότερο από μια ώρα το 24ωρο) ή/και προκαλούν σημαντική δυσφορία ή/και δυσλειτουργικότητα σε ένα ή περισσότερα πεδία της καθημερινής ζωής (πχ. αυτοφροντίδα, αυτοδιαχείριση, εκπαίδευση, εργασία, διαπροσωπικές σχέσεις, κοινωνική ζωή, ψυχαγωγία). Για να τεθεί η διάγνωση θα πρέπει οι κλινικές εκδηλώσεις να μη δύναται να αποδοθούν σε σωματική νόσο, χρήση ουσιών ή άλλη ψυχιατρική διαταραχή.

    Ο επιπολασμός της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής υπολογίζεται σε περίπου 1,5%. Η διαταραχή εμφανίζεται συνήθως στη νεαρή ενήλικη ζωή (στο ¼ των περιπτώσεων τα πρώτα συμπτώματα παρουσιάζονται στην παιδική ηλικία) και είναι ελαφρώς συχνότερη στις γυναίκες σε σχέση με τους άνδρες.

    Συνήθως κατά την έναρξη της διαταραχής οι κλινικές εκδηλώσεις είναι ήπιες και σταδιακά επιδεινώνονται σε ένταση, συχνότητα και διάρκεια. Σπανιότερα η έναρξη της διαταραχής μπορεί να είναι οξεία. Η έγκαιρη διάγνωση αυξάνει τις πιθανότητες ικανοποιητικής θεραπείας, ενώ επί χρονιότητας η διαταραχή είναι ανθεκτικότερη και η αντιμετώπισή της δυσχερέστερη.

    ———————————-

    -Που οφείλεται η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή;

    -Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή εκτιμάται πως έχει κυρίως βιολογική βάση, οφείλεται δηλαδή σε εγκεφαλική δυσλειτουργία. Οι εγκεφαλικές δομές που φαίνεται περισσότερο να ενέχονται στην αιτιοπαθογένεια της διαταραχής είναι ο προμετωπιαίος φλοιός, ο φλοιός του πρόσθιου προσαγωγίου και το ραβδωτό σώμα, ενώ το νευροδιαβιβαστικό σύστημα που δυσλειτουργεί είναι κατά κύριο λόγο το σεροτονινεργικό (υπάρχει δηλαδή δυσλειτουργία στη νευροδιαβίβαση της σεροτονίνης).

    Κάποια χαρακτηριστικά της προσωπικότητας (πχ. καταθλιπτικότητα, άγχος, τελειοθηρία, υπερυπευθυνότητα, εσωστρέφεια) ενισχύουν την πιθανότητα εκδήλωσης της διαταραχής, ενώ ψυχοπιεστικές καταστάσεις (πχ. απώλεια, έλλειψη, απειλή, απόρριψη, αλλαγή, αποτυχία, σύγκρουση, ψυχοτραυματική εμπειρία) είναι πιθανό να δράσουν ως εκλυτικοί παράγοντες σε άτομα με προδιάθεση.

    Επιπλέον, έχει ανευρεθεί ότι η εμφάνιση της οξείας έναρξης ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής σε παιδιά συσχετίζεται με ποικιλία λοιμογόνων παραγόντων και σε ορισμένες περιπτώσεις με την εκδήλωση μεταλοιμώδους αυτοάνοσου συνδρόμου.

    ———————————-

    -Ποιες είναι οι συνέπειες της ιδεοψυχαναγκαστικής διαταραχής για τους πάσχοντες;

    Η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή είναι συχνά μια “βασανιστική” νόσος, λόγω της σημαντικής δυσφορίας ή/και δυσλειτουργικότητας που προκαλεί. Πολλές φορές οι άνθρωποι που πάσχουν από ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή υποφέρουν, καθώς βιώνουν υψηλά επίπεδα άγχους και σοβαρούς περιορισμούς σε διάφορους τομείς της καθημερινότητάς τους, που ελαττώνουν σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργικότητά τους και την ποιότητα της ζωής τους. Συνεπεία των ιδεοληψιών ή/και των καταναγκασμών μπορεί να δυσκολεύονται να φροντίσουν τον εαυτό τους, να αυτοεξυπηρετηθούν, να εκπαιδευτούν, να εργαστούν, να ψυχαγωγηθούν ή να δημιουργήσουν διαπροσωπικές σχέσεις.

    —————————————–

  3. Αλβιος on

    Ο ΦΑΣΙΣΤΑΣ

    ΦΑΣΙΣΤΑΣ-ΦΑΣΙΣΤΙΚΕΣ ΠΡΑΚΤΙΚΕΣ

    Το φασίστα θα δε θα το βρούμε μόνο στη Χρυσή Αυγή. Οι πρακτικές του και οι συμπεριφορές του απαντώνται σε όλους τους χώρους, όχι μόνο τους πολιτικούς.

    Ο φασίστας δεν τολμάει να συζητήσει. Δεν αντικρούει την αντίπαλη άποψη. Τη λογοκρίνει και την εξαφανίζει όπου μπορεί. Ο φασίστας νοιώθει εξαιρετικά άβολα όταν στον περίγυρό του υπάρχουν άνθρωποι με άποψη (εννοείται διαφορετική από τη δική του), άνθρωποι που μιλούν με επιχειρήματα και όχι με κραυγές. Γι΄ αυτό και προσπαθεί να τους απομονώσει, να τους συκοφαντήσει.

    Ο φασίστας κάνει δολοφονία χαρακτήρων. Μιλάει πίσω από την πλάτη αυτών που θέλει να αποκλείσει, τους διαβάλει, δίχως να μπορούν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους.

    Ο φασίστας είναι θρασύδειλος. Αποφεύγει την κατά μέτωπο αντιπαράθεση και δεν τολμάει να ανοίξει το στόμα του όταν η αντίθετη άποψη είναι παρούσα.

    Ενίοτε, ο φασίστας χρησιμοποιεί προοδευτικό και ριζοσπαστικό λεξιλόγιο. Προσπαθεί να παραστήσει το δημοκράτη και το ελεύθερο πνεύμα, αλλά παραμένει φασίστας και το αποδεικνύει με κάθε ευκαιρία.

    Αν ο φασίστας νοιώσει ότι έχει δύναμη, προσπαθεί να αποκλείσει την άλλη άποψη από το χώρο στον οποίο κινείται. Γιατί ξέρει πως η άλλη άποψη θα δικαιωθεί, πρέπει λοιπόν να την εξαφανίσει με αθέμιτο τρόπο, πασπαλισμένο με ρητορείες περί δημοκρατίας και συκοφάντηση του άλλου.

    Ο φασίστας ποντάρει στην πραότητα του περίγυρού του. Επιβάλει την άποψή του εκμεταλλευόμενος την απροθυμία τρίτων να του αντιπαρατεθούν, από συμφέρον και καιροσκοπισμό ή από μια στρεβλή εφαρμογή του φιλότιμου και της διάθεσης να αποφεύγονται αντιπαραθέσεις.
    Ο φασίστας προσπαθεί να καλύψει την ανυπαρξία του με φωνές. Αλλά ακόμα και αυτοί που δεν έρχονται σε ευθεία σύγκρουση μαζί του, τον σιχαίνονται.

    Ευθύνη μας είναι το φασίστα να τον εξαφανίσουμε, τσακίζοντας τις πρακτικές του, αναδεικνύοντας τη γύμνια του, περιβάλλοντάς τον με περιφρόνηση, ματαιώνοντας τους σκοπούς του. Αλλά αυτό θέλει θάρρος. Θέλει να μετατρέπεται σε πράξη η ικανότητα που έχει ο κόσμος να καταλαβαίνει.

    Τελικά, ο φασίστας και οι συμπεριφορές του υπάρχουν λόγω της ανοχής μας, και θα εξαφανιστούν μόνο όταν αντισταθούμε.

    https://metotoufekikaitilyra.wordpress.com/2017/07/23/%CE%BF-%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83/

  4. Το συμβάν της δημοκρατίας, η αξία του Περικλή και το ατόπημα του Umberto Eco

    Με αφορμή το άρθρο του Ουμπέρτο Έκο το οποίο δημοσιεύτηκε στην ιταλική εφημερίδα ‘La Repubblica’ στις 14/01/2012, με τον ιταλικό τίτλο «Pericle il Populista» και μεταφράστηκε από εμάς στην ελληνική γλώσσα με τίτλο «Περικλής ο λαϊκιστής», ο διδάκτωρ φιλοσοφίας Γιώργος Ν. Οικονόμου αναπτύσσει την κριτική του στο κείμενο που ακολουθεί.

    ———- / ———-

    Γιώργος Ν. Οικονόμου

    H δημοκρατία είχε ανέκαθεν πολλούς εχθρούς με ποικίλες μορφές και σε ποικίλους χώρους. Η έχθρα προς τη δημοκρατία χαρακτηρίζει ανθρώπους συντηρητικούς, κεντρώους, δεξιούς, αριστερούς υποστηρικτές του σύγχρονου ολιγαρχικού αντιπροσωπευτικού συστήματος, οι οποίοι τρέμουν στην ιδέα ότι μπορεί κάποτε τα σημερινά άτομα από παθητικοί ψηφοφόροι να γίνουν πολίτες, δηλαδή να λαμβάνουν αποφάσεις, να θεσπίζουν νόμους. Στους επικριτές της δημοκρατίας θα μπορούσαν να προστεθούν και αυτοί που αγνοούν την ουσία της ή νομίζουν ότι την ξέρουν βασιζόμενοι στην ατελή γνώση τους γι΄αυτήν, στην ημιμάθειά τους. Αυτοί συνιστούν τη συντριπτική πλειονότητα, διότι δεν διδάχθηκαν ποτέ τη δημοκρατία, δεν άκουσαν ποτέ γι’ αυτήν ή δεν ενδιαφέρθηκαν να μάθουν. Νομίζουν ότι δημοκρατία είναι τα σημερινά αντιπροσωπευτικά συστήματα, οι εκλογές και τα κόμματα. Από φόβο λοιπόν μήπως συνειδητοποιήσουν οι πολλοί τη δύναμή τους και σταματήσουν να είναι υποτακτικοί στην ολιγαρχία, συστημικοί πολιτικοί και διανοούμενοι προσπαθούν πάντοτε με κάθε μέσον να απαξιώσουν τη δημοκρατία, και φυσικά την αθηναϊκή, αφού αυτή είναι η πηγή και η γενέτειρα των δημοκρατικών ιδεών και η έμπρακτη απόδειξη του ιδίου του πολιτεύματος.

    Έτσι και ο Umberto Eco σε γεροντική ηλικία (2012) αποφάσισε να ασχοληθεί με δύο εμβληματικά σύμβολα της δημοκρατίας, τον Περικλή και τον Επιτάφιο, και να τα απαξιώσει. Ο τρόπος όμως που το κάνει, το ύφος και το ήθος του είναι τουλάχιστον προβληματικά και αντιδεοντολογικά. Το κείμενό του δυστυχώς είναι ατελές, πρόχειρο, επιπόλαιο και διέπεται από την γνωστή αντιδημοκρατική προκατάληψη, όπως θα φανεί στη συνέχεια.

    Ο Επιτάφιος

    Κατ’ αρχάς, ο τίτλος του κειμένου του Eco («Περικλής ο λαϊκιστής») είναι ήδη προβληματικός και πάσχει από αναχρονισμό. Ο σχετικός αρχαίος όρος που χρησιμοποιούνταν ήταν «δημαγωγός», αλλά όχι με την αρνητική σημασία που έχει σήμερα. Υπήρχε ο καλός και ο κακός δημαγωγός, ανάλογα με το αν πολιτευόταν καλώς ή κακώς για τον δήμο, αν οδηγούσε καλώς ή κακώς τον δήμο. Η Ιστορία έχει κατατάξει τον Περικλή στους σημαντικότερους πολιτικούς όλων των εποχών, και θα αναφέρω λίγα στοιχεία γι’ αυτόν στη δεύτερη ενότητα πιο κάτω. Nα σημειωθεί πάντως πως «δημαγωγοί» δεν υπάρχουν στις ολιγαρχίες και στις αριστοκρατίες ούτε στις μοναρχίες και στις τυραννίδες, διότι απλούστατα σε αυτές δεν υπάρχει αληθινός δημόσιος χώρος, δεν υπάρχει λόγος, ελευθερία του λόγου και δήμος πολιτών. Σε αυτές υπάρχουν ο μονάρχης, οι αριστοκράτες, οι ολίγοι που εξουσιάζουν, νομοθετούν και κυβερνούν, ενώ οι πολλοί υπακούουν χωρίς φωνή, χωρίς αντίλογο.

    Όσον αφορά τον Επιτάφιο, ο Eco γράφει πως είναι ένα παράδειγμα «δόλιας συμπεριφοράς» εκ μέρους του Περικλή για να κάνει «πολιτική προπαγάνδα» και «λαϊκισμό». Όμως ο Αθηναίος πολιτικός είναι σαφής, δεν κάνει καμία πολιτική ή «κομματική» προπαγάνδα, αλλά εκθέτει τις αρχές και τις αξίες της δημοκρατίας, για τις οποίες έχασαν τη ζωή τους οι Αθηναίοι πολίτες, οι προκείμενοι νεκροί. Γι’ αυτό άλλωστε έχει μεγάλη αξία ο λόγος του, διότι δεν αναλίσκεται σε συνηθισμένες ρητορείες και τετριμμένες αισθηματολογίες, αλλά επικεντρώνεται στις αρχές του δημοκρατικού πολιτεύματος και στον αντίστοιχο τρόπο του βίου. Από την άλλη, ο Περικλής είναι ο καταλληλότερος για να εκθέσει τις αρχές και τις αξίες της δημοκρατίας στο ευρύ πλήθος που παρευρίσκεται στην ταφή. Δηλαδή ο Eco θα ήταν ευχαριστημένος εάν δεν υπήρχε αυτό το σύντομο αριστούργημα πολιτικού λόγου, το οποίο έχουν αποτιμήσει και εκτιμήσει πλήθος ξένων ερευνητών, ιστορικών, φιλολόγων και φιλοσόφων. Κρίμα που ο Ιταλός σημειολόγος δεν άφησε οδηγίες για το πώς θα έπρεπε να ήταν ο Επιτάφιος.

    Ο Eco αναφέρει ένα σημείο του Επιταφίου, το οποίο παραθέτω στη μετάφραση του Α. Βλάχου και όχι στη δική του που είναι παραποιημένη: «Με συχνές θυσίες και αγώνες φροντίσαμε να μετριάζουμε τους κόπους της εργασίας και να ξεκουράζουμε το πνεύμα μας. Έχουμε ευχάριστη ιδιωτική ζωή ο καθένας μας και η απόλαυσή της αποδιώχνει την στενοχώρια» (2,38). Αυτό ο Eco το θεωρεί ένδειξη «καταναλωτισμού» και «λαϊκισμού» τύπου Μπερλουσκόνι. Αλλά στον Επιτάφιο δεν υπάρχει καμιά νύξη ή υπαινιγμός για αυτά που νομίζει ο Eco, αφού δεν υπήρχαν ούτε στον τρόπο του βίου του Περικλή και των Αθηναίων. Νομίζω ότι εδώ ο Eco, εκτός του αναχρονισμού, παρεκτρέπεται και συμπεραίνει αυθαιρετώντας. Άλλωστε στο ζήτημα αυτό ο ίδιος ο Περικλής απαντά στον Eco: «φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας».

    Ένα άλλο χωρίο του Επιταφίου χάνει επίσης το νόημά του στην απόδοσή του από τον Eco, γι’ αυτό παραθέτω πάλι τη μετάφραση του Α. Βλάχου: «Και στη διάθεσή μας απέναντι στους ξένους διαφέρουμε από τους πολλούς, γιατί αποκτούμε φίλους ευεργετώντας τους και όχι περιμένοντας από αυτούς κάποιο καλό. Η φιλία του ευεργέτη είναι πιο σταθερή, γιατί προσπαθεί να διατηρήσει τον δεσμό του με τον άλλο, ενώ εκείνος που χρωστάει χάρη είναι λιγότερο πρόθυμος, θεωρώντας την ευγνωμοσύνη του σαν χρέος και όχι σαν αίσθημα. Μόνο εμείς δίνουμε απλόχερα τις ευεργεσίες μας, όχι από συμφεροντολογικούς υπολογισμούς, αλλά από ελεύθερο φρόνημα» (2,40).

    Ο Eco θεωρεί ότι σε αυτό το χωρίο εκφράζεται μια «μαφιόζικη αρχή»! Αλλά σε τέτοιες ακρότητες περιπίπτει αυτός που δεν ξέρει την αρχαία Αθήνα καλά, δεν έχει προστρέξει σε αναλύσεις πιο ειδικών ή δεν έχει ελέγξει τις μεταφράσεις που χρησιμοποιεί. Θα καταλάβαινε τότε πως ο Περικλής εννοούσε μία συνηθισμένη πρακτική των Αθηναίων να συνδράμουν ανιδιοτελώς (και επί πλέον με δικούς τους σοβαρούς κινδύνους) όσους ασθενέστερους κινδύνευαν από ισχυρότερους. Έτσι σώζουν τους Ηρακλείδες από τον Ευρυσθέα, υποχρεώνουν τους Θηβαίους να δώσουν για ταφή τα πτώματα των σκοτωμένων στρατηγών του Άργους και πιο πρόσφατα, βοηθούν τις ιωνικές πόλεις που επαναστάτησαν εναντίον του Δαρείου και τους Σπαρτιάτες κατά τον Γ΄ Μεσσηνιακό πόλεμο.

    Ο Eco αναφέρεται σε ένα άλλο σημείο του Επιταφίου χρησιμοποιώντας και τη λέξη «άγιος». Αυτό είναι λάθος διότι πουθενά στον Επιτάφιο δεν υπάρχει τέτοια λέξη, ούτε οι Αθηναίοι και οι αρχαίοι Έλληνες είχαν «αγίους», αυτά είναι χριστιανικές κατασκευές.

    Παραφράζει επίσης ο Eco με ανεπίτρεπτο τρόπο ακόμα και το τέλος του Επιταφίου, όταν ο Περικλής λέει «τώρα, αφού ο καθένας κλάψει τον δικό του, ας πηγαίνετε». Τι το πιο φυσιολογικό σε τέτοια περίπτωση; Και όμως ο Eco παραποιεί αυτά τα λόγια του Περικλή ως εξής «αδειάστε μας τη γωνία και μην μας πρήζετε με τα κλαψουρίσματά σας»! Νομίζω ότι περιττεύει κάθε σχόλιο για τον λαϊκισμό και την κακοπιστία του Eco (malafede, για να χρησιμοποιήσω έναν όρο δικό του).

    Ένα άλλο σημείο «λαϊκισμού» (ή δολιότητας) θεωρεί ο Eco το γεγονός ότι ο Περικλής στον Επιτάφιο «δεν αναφέρει ότι εκείνη την εποχή στην Αθήνα ήταν, μαζί με τους 150.000 κατοίκους και 100.000 δούλοι». Κατ’ αρχάς, οι κάτοικοι της Αθήνα την εποχή αυτή δεν ήταν 150.000, αλλά περίπου 278.000, όπως παραδίδουν αρκετοί έγκυροι ιστορικοί. Έτσι ο συνολικός πληθυσμός ήταν περίπου 378.000 μαζί με τους μετοίκους και τους δούλους.[1] Δεύτερον, στην Αθήνα δεν υπήρχαν Αθηναίοι δούλοι, όπως λανθασμένα γράφει ο Eco – γενικώς οι Έλληνες δεν έκαναν Έλληνες δούλους. Τρίτον, ο Περικλής δεν αναφέρει και άλλα πράγματα, όπως τη θέση των γυναικών, την κλήρωση κ.ά., όμως αυτά δεν ήταν κρυφά, αλλά γνωστά τοις πάσι.

    Η αλήθεια είναι ότι την ύπαρξη δουλείας την ήξεραν όλοι οι παριστάμενοι ακροατές του Επιταφίου, δεν ήταν απόκρυφο μυστικό. Στον Επιτάφιο ο Περικλής δεν κάνει κοινωνιολογική και οικονομική ανάλυση της Αθήνας, αλλά απλώς τιμά τους νεκρούς του πολέμου και αναφέρει τα πολιτικά και πολιτισμικά πλαίσια της πόλεως για την οποία πολέμησαν οι θανόντες. Σε μισή ώρα ή τρία τέταρτα, στις ιδιάζουσες συνθήκες λύπης, πόνου και πένθους για την απώλεια των προσφιλών προσώπων, σε προφορικό λόγο και ενώπιον ενός ετερόκλητου πλήθους από όλες τις κοινωνικές τάξεις της Αθήνας, από ξένους και γυναίκες δεν μπορεί να γίνει τέτοια ανάλυση που υπονοεί ο Eco. Τι άραγε θα μπορούσε να πει ο Περικλής στον Επιτάφιο; Ότι οι Αθηναίοι είχαν δούλους τους οποίους εκμεταλλεύονταν, ενώ οι ίδιοι οι κύριοί τους πήγαιναν στον πόλεμο και έχαναν τη ζωή τους, ή κινδύνευαν να γίνουν δούλοι σε περίπτωση ήττας, πράγμα που συνήθως γινόταν;

    Την άποψη αυτή πάντως ο Eco την αντλεί από τη Nicole Loraux, την οποία δεν αναφέρει. Θα έμπαινε κανείς στον πειρασμό να κάνει λόγο για δολιότητα εκ μέρους του (malafede). Όμως η ουσία εν προκειμένω είναι αλλού. Το χιλιοειπωμένο δήθεν επιχείρημα για τη δουλεία («η δημοκρατία των δούλων»), παρατίθεται από τον Eco για να απαξιώσει έτι περαιτέρω τη δημοκρατία. Όμως πρόκειται για αναχρονισμό και δηλώνει τόσο την άγνοια των συνθηκών της εποχής του 5ου π.Χ. αιώνα όσο και την ένδεια των επιχειρημάτων που χαρακτηρίζει τους επικριτές της δημοκρατίας. Να σημειωθεί πως η δουλεία καταργήθηκε τον 19ο αιώνα, δηλαδή το ανθρώπινο φαντασιακό ήταν εγκλωβισμένο σε αυτή τη φαντασιακή σημασία επί πολλούς αιώνες. Άρα το ζήτημα δεν είναι τόσο εύκολο και τόσο προφανές όσο το παρουσιάζει με περισσή επιπολαιότητα ο Eco. Η Jacqueline de Romilly έκανε μία πολύ σωστή παρατήρηση επί του θέματος γράφοντας πως το να κατηγορούμε τους Αθηναίους και τους άλλους Έλληνες διότι δεν κατήργησαν τη δουλεία είναι σαν να τους κατηγορούμε γιατί δεν ανακάλυψαν το αεροπλάνο.

    Δεν θα επεκταθώ επί του θέματος, διότι ετοιμάζω ένα αναλυτικό κείμενο για το ζήτημα της δουλείας. Θα αναφέρω μόνο ένα στοιχείο, που συνδέεται ακριβώς με το ανθρώπινο φαντασιακό περί δουλείας και τα όρια της ανθρώπινης σκέψης και ελευθερίας. Εάν υπάρχει κάτι πιο απαίσιο και πιο αισχρό από τη δουλεία, αυτό είναι η υπεράσπιση και η δικαιολόγηση της δουλείας. Και εδώ εμπίπτει η περίπτωση των δύο μεγάλων φιλοσόφων, του Πλάτωνα και του Αριστοτέλη, οι οποίοι είναι οι μόνοι που προσπάθησαν να δικαιολογήσουν θεωρητικώς τη δουλεία, πιστεύοντας ότι αυτή οφείλεται στη φύση. Δηλαδή ούτε οι μεγάλοι φιλόσοφοι συνέλαβαν την κατάργηση της δουλείας και επί πλέον τη δικαιολόγησαν φιλοσοφικώς. Αυτή η απαράδεκτη για εμάς στάση τους σημαίνει μήπως ότι δεν είναι μεγάλοι φιλόσοφοι και ότι θα πρέπει να διαγραφεί το όνομά τους από τη λίστα των φιλοσόφων και από την Ιστορία της φιλοσοφίας;

    Γράφει επίσης ο Eco ότι ο Περικλής «ξεχνά» να αναφέρει στην επικήδεια ομιλία του ότι υπήρχαν στην Αθήνα μέτοικοι και κάποιοι Αθηναίοι που δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, με σκοπό να «εξιδανικεύσει» την Αθήνα. Η ίδια απάντηση που ανέφερα προηγουμένως για τους δούλους υπάρχει και εδώ. Όμως αυτό που ξενίζει είναι ότι ο Eco θεωρεί το ζήτημα λυμένο και αποσιωπά με τη σειρά του ότι το ίδιο ζήτημα υφίσταται και στην Ιταλία και στα άλλα σημερινά ευρωπαϊκά κράτη, στα οποία υπάρχουν οι χιλιάδες μετανάστες με άδεια παραμονής, αλλά χωρίς πολιτικά δικαιώματα. Για να μη μιλήσουμε για αυτούς που είναι χωρίς άδεια παραμονής και βρίσκονται ουσιαστικά σε οιονεί καθεστώς δουλείας. Στο ίδιο ακριβώς καθεστώς βρίσκονται και χιλιάδες γυναίκες από τις ανατολικές χώρες, τις οποίες εκμεταλλεύονται τα κυκλώματα εμπορίας γυναικείας σαρκός.

    Η αλήθεια είναι ότι ο Περικλής σε συνθήκες έντονης οδύνης και βαθειάς θλίψης πρέπει να παρηγορήσει και κυρίως να εμψυχώσει τους πολίτες, πράγμα που νομίζω καταφέρνει κατά μοναδικό τρόπο. Χωρίς την εμψύχωση, την απάλειψη του φόβου και της απογοήτευσης δεν προχωρούν οι κοινωνίες και δεν κερδίζονται πόλεμοι. Ο Επιτάφιος δεν είναι ένας επικήδειος σε μία σημερινή κηδεία ούτε μία αγόρευση ρουτίνας σε ένα μισοάδειο σύγχρονο κοινοβούλιο ούτε θεολογική έκθεση αιρετικών δογμάτων. Αναφέρεται κυρίως σε ζητήματα πολιτικού βίου και πολιτισμού και στο συνταρακτικό αμετάκλητο γεγονός του θανάτου – όλοι έχουν ενώπιόν τους τους πρώτους νεκρούς του πολέμου! Μάλιστα ο Επιτάφιος εκφωνείται μόνο από τον Περικλή. αυτόν επέλεξε ο δήμος («ηρημένος υπό της πόλεως»), δεν υπάρχει αντίλογος ή δευτερολογία. Επομένως η σύντομη ομιλία πρέπει να είναι ουσιώδης, περιεκτική και μετρημένη, όπως και είναι. Δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση ο Περικλής να είναι «δημαγωγός», διότι δεν αγορεύει στην Εκκλησία ή στη Βουλή για να κολακεύσει τον δήμο, να κερδίσει την εύνοιά του και να τον ψηφίσει. Ούτε άλλωστε στις άλλες δημηγορίες του που υπάρχουν στον Θουκυδίδη διαφαίνονται ίχνη «δημαγωγίας». Αντιθέτως αυτό που διέπει τους λόγους του στην Εκκλησία του δήμου είναι ορθολογισμός, πραγματισμός, επιχειρηματολογία για να πείσει, και όχι συναισθηματισμοί και ρητορικά σχήματα, ιδεώδη και γενικές αρχές για να αποπροσανατολίσει, να πειθαναγκάσει ή να παρασύρει. Δεν διστάζει, όχι μόνο αυτός αλλά και άλλοι ρήτορες, να κατηγορήσει τους πολίτες και να τους πει λόγια που δεν θέλουν να ακούσουν και δεν τους κολακεύουν. Πρόκειται για την έκφραση της βασικής δημοκρατικής αρχής της παρρησίας.

    Δεν θέλει ο Περικλής να εξιδανικεύσει ούτε μπορεί να το κάνει, διότι απέναντί του δεν έχει ένα παθητικό και άμαθο ακροατήριο όπως τα σημερινά, αλλά ως επί το πλείστον πολίτες οι οποίοι μπορούν να κρίνουν αυτά που λέει. Εν πάση περιπτώσει ο Επιτάφιος δεν είναι ένα κείμενο που θέλει να εξιδανικεύσει την αθηναϊκή δημοκρατία, απλώς παραθέτει τρόπους πολιτικής, πολιτισμικής και κοινωνικής συμπεριφοράς των Αθηναίων. Επισημαίνει την αποτελεσματικότητα των θεσμών και την δημιουργική επιτέλεση έργων. Αυτά καθώς και οι βασικές αρχές και αξίες του δημοκρατικού πολιτεύματος, στις οποίες αναφέρεται ο Περικλής, είναι οι ίδιες με αυτές που αναφέρονται και από άλλους, όχι απαραιτήτως δημοκράτες, αλλά ουδέτερους ή ακόμη και κριτικούς της δημοκρατίας, όπως οι Κορίνθιοι στη δημηγορία τους, ο Ισοκράτης, ο Ξενοφών, ο Αριστοτέλης, ο Λυσίας, ο Δημοσθένης, ο Λυκούργος. Ακόμα και στην τραγωδία επισημαίνεται η δημιουργικότητα των Αθηναίων.[2] Σύμφωνα με τη λογική του Eco θα έπρεπε όλοι αυτοί να χαρακτηρισθούν «λαϊκιστές», «καθάρματα», «γιοι πουτάνας» ή «μαφιόζοι». Έτσι όμως απορρίπτεται πλήρως η αρχαιοελληνική γραμματεία!

    Πάντως ο ίδιος ο Περικλής μέσα από τον Επιτάφιο απαντά κατά κάποιο τρόπο στον Eco. Πράγματι, ο αθηναίος πολιτικός λέει: «ότι αυτά που λέω δεν είναι ρητορικός κομπασμός, αλλά η πραγματική αλήθεια, το δείχνει η δύναμη της πολιτείας που, μόνη από όλες τις άλλες πόλεις, είναι ανώτερη από τη φήμη της στην ώρα της δοκιμασίας…» (2, 41). Αλλά και ο Θουκυδίδης, τον οποίο φαίνεται ότι ο Eco είτε δεν έχει διαβάσει καλά είτε αποφεύγει να τον χρησιμοποιεί, είναι σαφής όταν γράφει ότι ο Περικλής «ήταν σε θέση να συγκρατεί τον δήμο χωρίς να περιορίζει την ελευθερία του. Δεν παρασυρόταν από τον δήμο, αλλά εκείνος τον καθοδηγούσε. Δεν προσπαθούσε να αποκτήσει επιρροή με παράνομα μέσα και δεν κολάκευε το πλήθος με ρητορείες, και είχε τόσο μεγάλο κύρος, ώστε μπορούσε να τού εναντιωθεί και να προκαλέσει την οργή του». Και συνεχίζει ο αθηναίος ιστορικός πως ο Περικλής «όταν καταλάβαινε ότι οι συμπολίτες του, από υπεροψία, γινόνταν υπερβολικά τολμηροί, ενώ δεν το επιτρέπαν οι περιστάσεις, τους συγκρατούσε φοβίζοντάς τους με τα λόγια του και όταν τους έβλεπε φοβισμένους χωρίς λόγο τους έδινε θάρρος» (2, 65).

    Γράφει επίσης ο Eco ότι ο Περικλής με το να δώσει τη δυνατότητα εισόδου των φτωχών στο θέατρο καθιέρωσε κάτι σαν «θεάματα», υποτίθεται για να διασκεδάζουν και να εκτονώνονται. Κατ’ αρχάς δεν ήταν ο Περικλής που εισήγαγε το μέτρο αυτό, αλλά θεσπίσθηκε αργότερα, μετά τον θάνατό του και ήταν ένα πολύ ορθό μέτρο. Διότι η τραγωδία και η κωμωδία δεν ήταν σαν τα θεάματα στις ρωμαϊκές αρένες και στον βυζαντινό Ιππόδρομο όπου ο όχλος διασκέδαζε και εκτονωνόταν. Ήταν ψυχαγωγία με την ουσιαστική πρωταρχική σημασία του όρου, δηλαδή αγωγή της ψυχής, αγωγή του ατόμου σε κάτι βαθύτερο και ανώτερο. Ήταν πολιτικός θεσμός υπό την αιγίδα της πόλεως και με κριτικές επιτροπές του δήμου, ήταν το σχολείο, και κατά κάποιον τρόπο ο «καθρέπτης» της δημοκρατίας. Η τραγωδία ήταν δημιουργία των πολιτών και απαιτεί πολίτες, για αυτό υπήρξε μόνο στην Αθήνα και όχι στις άλλες ελληνικές πόλεις. Ο Καστοριάδης τονίζει ότι είναι λάθος να μιλάμε για ελληνική τραγωδία, διότι η τραγωδία ήταν αποκλειστική αθηναϊκή δημιουργία: «Η ιδιοφυΐα του Αισχύλου και του Σοφοκλή είναι αδιαχώριστη από την ιδιοφυΐα του αθηναϊκού δήμου». Η κωμωδία επίσης είναι η ελεύθερη σάτιρα και η ανελέητη κριτική θεσμών, προσώπων, συμπεριφορών, ένας άλλος καθρέπτης του δημοσίου βίου, που μόνο στην Αθήνα ήταν εφικτή.

    Η τραγωδία και η κωμωδία ήταν αδιανόητες στις ολιγαρχίες, στις αριστοκρατίες, στις μοναρχίες, στην ρωμαϊκή ολιγαρχία και στη βυζαντινή χριστιανική μοναρχία. Το δημοκρατικό θέατρο δεν είχε καμία σχέση με τα φθηνά και βάρβαρα θεάματα που προσφέρονταν στον ρωμαϊκό και στον βυζαντινό όχλο. Την εκπληκτική ποιότητα διαπιστώνουμε και σήμερα στις λίγες τραγωδίες και κωμωδίες που σώθηκαν και παίζονται διαρκώς σε όλον τον κόσμο, μελετώνται, γράφονται βιβλία και γίνονται συνέδρια γι’ αυτές, επηρεάζουν και εμπνέουν ακόμα. Ο Eco συγχέει εποχές και αξίες, συγχέει το ρωμαϊκό και βυζαντινό «άρτον και θεάματα» με την αθηναϊκή τραγωδία και το δημοκρατικό θέατρο.

    Ο Eco συγκρίνει, έστω πλαγίως, δύο ποιότητες εντελώς διαφορετικές, τον Περικλή με τον Μπερλουσκόνι, την αθηναϊκή δημοκρατία με την κατάντια της σύγχρονης Ιταλικής ολιγαρχίας. και μόνο αυτό το γεγονός θα αρκούσε για να χαρακτηρισθεί το κείμενό του εκτός θέματος. Επί πλέον το ύφος του είναι απαράδεκτο αφού αρέσκεται σε φράσεις του τύπου: «ο Περικλής ήταν κάθαρμα» (και στα Ιταλικά «Pericle era un figlio di puttana»). Χαρακτήρισε άραγε ποτέ ο Eco δημοσίως τον Μπερλουσκόνι, τον δήμαρχο του Μιλάνου ή της Μπολόνιας «γιό πουτάνας»; Γράφει δε αβασάνιστα και αφοριστικά ότι «η αθηναϊκή δημοκρατία δεν ήταν τίποτα άλλο παρά λαϊκισμός»! Γι’ αυτό, όπως είπα και στην αρχή, το κείμενό του είναι ατελές και επιπόλαιο. Διερωτώμαι αν υπήρξαν αρνητικές αντιδράσεις στην Ιταλία ή αλλού γι’ αυτή τη μίζερη και κακόβουλη κριτική του Eco.

    Από τα παραπάνω φάνηκαν οι ανακρίβειες και οι παρερμηνείες του Eco και ότι δεν ισχύουν αυτά που λέει για τον Περικλή ότι «λαϊκίζει» και «εξιδανικεύει». Φυσικά προ(σ)καλώ όσους πιστεύουν τις ασύστατες επικρίσεις τον Eco να παραθέσουν με επιχειρήματα σε ποια συγκεκριμένα σημεία ο Επιτάφιος «λαϊκίζει» ή «εξιδανικεύει», όπως προσπαθεί ματαίως τόσα χρόνια τώρα να μας πείσει η ολιγαρχική και αντιδημοκρατική προπαγάνδα με παραποιήσεις, παρερμηνείες και γενικολογίες. Το σίγουρο είναι ότι ο Επιτάφιος του Περικλή δυσφημίζεται από τον Eco, και παραποιείται τα μέγιστα, αλλά είναι επίσης σίγουρο ότι αυτό το κείμενο θα μείνει και στους επόμενους είκοσι πέντε αιώνες ενώ το απαράδεκτο κείμενο του Eco θα ξεχασθεί και δεν θα αναφέρεται θετικά παρά μόνο από όσους δεν ξέρουν και από τους αντιδημοκράτες πάσης φύσεως. Εκτός πια και αν ο ευρωπαϊκός πολιτισμός, που όντως διέρχεται κρίση και δοκιμασία, έχει εισέλθει σε περίοδο αποσύνθεσης και οδηγείται σε ένα νέο μεσαίωνα.

    Φαίνεται ότι η ύπαρξη του εκπληκτικού κειμένου του Επιταφίου, την αξία του οποίου ανακάλυψαν ευρωπαίοι μελετητές πολύ πριν από τους Έλληνες, και το οποίο για τον Κορνήλιο Καστοριάδη είναι το «αποκορύφωμα της δημοκρατικής και πολιτικής σκέψης», ενοχλεί πολλούς. Που σημαίνει ότι θα ήθελαν αν ήταν δυνατόν, όπως υπαινίσσεται ο Eco, να μην διδάσκεται στα σχολεία ή να διδάσκεται μαζί με τις παραποιήσεις του Eco! Ήδη εν Ελλάδι σταμάτησε να διδάσκεται το 2015 επί κυβερνήσεως ΣΥΡΙΖΑ, χωρίς κάποια αξιόλογη αντίδραση! Φυσικά στην συντριπτική πλειονότητα των Νεοελλήνων που διδάχθηκαν τον Επιτάφιο στο ελληνικό σχολείο είναι άγνωστες οι αξίες της δημοκρατίας, αλλά αυτό είναι άλλο θέμα, και δεν είναι αποχρών λόγος για την κατάργηση της διδασκαλίας του Επιταφίου.

    Ο Περικλής

    Όσον αφορά τώρα το ιστορικό πρόσωπο του Περικλή ως πολιτικού, ο Eco στηρίζεται μόνο στον Πλούταρχο. Όμως αυτός έζησε πέντε αιώνες μετά τον Περικλή και είναι γνωστό ότι από τους ειδικούς δεν θεωρείται αξιόπιστη ιστορική πηγή, διότι το έργο του είναι ουσιαστικά συρραφή πληροφοριών και στηρίζεται σε πηγές που δεν έχει διασταυρώσει, σε κουτσομπολιά και φήμες. Ο Βοιωτός συγγραφέας ήταν άλλωστε άρχοντας και ιερέας του Μαντείου, συντηρητικός ολιγαρχικός, υποστηρικτής της καθεστηκυίας τάξεως, πράγμα που συνεπάγεται ότι δεν ξέρει τι σημαίνει δημοκρατία και δεν θέλει να την καταλάβει. Γι’ αυτόν είναι κάτι τόσο μακρινό και ξένο.

    Εν γένει η συμβολή του Περικλή στη δύναμη της αθηναϊκής πολιτείας, στο ηθικό και πολιτισμικό μεγαλείο της, στη θεσμική και δικαιική εξέλιξή της θεωρείται από το σύνολο σχεδόν των ερευνητών σημαντική, έτσι που ο 5ος αιώνας να χαρακτηρίζεται δικαίως «χρυσούς αιών» του Περικλή. Πράγματι, τέτοια άνθηση του ανθρώπινου πολιτισμού σε όλους τους τομείς δεν έχει υπάρξει άλλη αντίστοιχη στην Ιστορία, με εκπληκτικό σύμβολο τον Παρθενώνα και τα άλλα αριστουργήματα στην Ακρόπολη. Στον κύκλο του Περικλή εκτός από τον Φειδία και τον Ικτίνο ανήκαν επίσης ο Ηρόδοτος, ο Πρωταγόρας, ο Αναξαγόρας. Ο Περικλής απέκτησε την ηγεμονική του θέση στην πολιτική σκηνή της Αθήνας λόγω της πνευματικής του προσωπικότητας, των πολιτικών του ικανοτήτων και της αποδεδειγμένης μέριμνάς του για το κοινό αγαθό, για το συμφέρον της συλλογικότητας και όχι κάποιας παράταξης ή μερίδας. Ενδιαφέρθηκε, όχι για τα συμφέροντα κάποιας τάξης είτε της κατώτερης, της θητικής, είτε της ανώτερης στην οποία και ο ίδιος ανήκε κοινωνικά και οικονομικά, αλλά πρωτίστως για τη δημοκρατία, τη διεύρυνσή της και την εδραίωσή της.

    Το ιδεώδες του Περικλή ήταν να μπορεί ο αθηναϊκός δήμος να ασκεί ελεύθερα την εξουσία του, μέσα σε σαφώς προσδιορισμένα πλαίσια, ζώντας με αξιοπρέπεια. Καθιέρωσε τον ημερήσιο μισθό για τους άρχοντες, τους 500 βουλευτές και τους 6.000 δικαστές, ίσο με το ημερομίσθιο ανειδίκευτου εργάτη. Έτσι είχαν τη δυνατότητα οι πιο πτωχοί πολίτες, που αποτελούσαν και την πλειονότητα των Αθηναίων, να απουσιάζουν από την εργασία τους για να ασκούν το αξίωμα στο οποίο είχαν κληρωθεί. Την εποχή του Περικλή και με τη συμβολή του διαμορφώθηκε ο κανονισμός της Εκκλησίας του δήμου, ο οποίος όριζε αυστηρώς την περιοδικότητα των συνεδριάσεων, την ημερήσια διάταξη, τον τρόπο εισαγωγής των νομοσχεδίων, τη διαδικασία της συζήτησης και της ψήφισής τους. Αντίστοιχα διαμορφώθηκε ο κανονισμός της Βουλής των Πεντακοσίων, όσον αφορά τις αρμοδιότητές της σε σχέση με την Εκκλησία του δήμου, καθώς και τις διαδικασίες για τον εξονυχιστικό έλεγχο όσων ασκούσαν δημόσιο αξίωμα. Επί πλέον θεσπίσθηκε το δικαίωμα να κληρώνονται στη θέση των εννέα αρχόντων και από την τρίτη τάξη των ζευγιτών.[3]

    ………………………………………………

  5. ………………………………….

    Από την άλλη, ο Περικλής δεν είχε κανένα σχέδιο να υποτάξει τον τότε ελληνικό κόσμο ως άλλος Αλέξανδρος, Ναπολέων και Χίτλερ. Δεν έχει παραδοθεί κάτι σχετικό ούτε από τον Θουκυδίδη ούτε από τον Ξενοφώντα ούτε από άλλη πηγή. Αλλά και πάλι εάν είχε κάτι παρόμοιο, θα έπρεπε να πείσει τους Αθηναίους πολίτες. Αυτό που ενδιέφερε κυρίως τον Περικλή στα τελευταία χρόνια της ζωής του ήταν η διατήρηση της αθηναϊκής δύναμης, όπως φαίνεται στην τελευταία του δημηγορία στην Εκκλησία το δεύτερο έτος του πολέμου. Σε αυτήν μιλώντας την ωμή γλώσσα της πραγματικότητας και όχι της κολακείας λέει στους Αθηναίους: «δεν είναι πια καιρός να παραιτηθήτε από την ηγεμονία σας αυτή (…) Την ηγεμονία που έχετε την ασκείτε πια σαν τυραννίδα, που η απόκτησή της θεωρείται άδικη, αλλά η παραίτηση από αυτήν θα ήταν επικίνδυνη» (2, 63).

    Πιο αξιόπιστες πηγές για την κατανόηση της προσωπικότητας και του ρόλου του Περικλή είναι κατ’ αρχάς ο μεγάλος ιστορικός Θουκυδίδης και ο μεγάλος φιλόσοφος Αριστοτέλης, οι οποίοι είναι πιο κοντά στην εποχή, και στους οποίους όμως ουδόλως ανατρέχει ο Eco. Αν αυτό δεν γίνεται σκόπιμα, πρόκειται για μέγα λάθος, ασυγχώρητο ακόμη και σε δευτεροετή φοιτητή της Ιστορίας. Ο Θουκυδίδης έχει ζήσει στον εκπληκτικό αιώνα του Περικλή, σίγουρα έχει συναντήσει τον ίδιο τον πολιτικό, τον έχει ακούσει στην Εκκλησία του δήμου και μπορεί από πρώτο χέρι να μιλήσει γι’ αυτόν. Άλλωστε ο ιστορικός δεν είναι των ιδίων πολιτικών αντιλήψεων με τον πολιτικό.

    Ο μεν Θουκυδίδης κάνοντας τον θετικό απολογισμό για το έργο του Περικλή γράφει «Όσο χρόνο ήταν ο πρώτος πολίτης σε καιρό ειρήνης, είχε δείξει μεγάλη σωφροσύνη και είχε διαφυλάξει την ασφάλεια της πολιτείας, η οποία υπό την ηγεσία του είχε γίνει πολύ ισχυρή. Όταν ήλθε ο πόλεμος, αυτός πάλι φάνηκε ότι είχε εκτιμήσει ορθά την δύναμη της Αθήνα (…) Υποστήριζε ότι οι Αθηναίοι θα νικούσαν αν δεν έβγαιναν να δώσουν μάχη, αν φρόντιζαν το ναυτικό τους, αν δεν επιδίωκαν να επεκτείνουν την εξουσία τους όσο διαρκούσε ο πόλεμος και αν δεν εξέθεταν την πολιτεία σε κίνδυνο. Οι Αθηναίοι, όμως, έκαναν τα ακριβώς αντίθετα» (2,65).

    Για να εκφράσει δε τη δύναμη της προσωπικότητας και την αξία του Περικλή, ο αθηναίος ιστορικός χρησιμοποιεί την περίφημη φράση: «εγίγνετό τε λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε υπό του πρώτου ανδρός αρχή» (2,65). Η φράση αυτή δεν σημαίνει ότι ο Περικλής κυβερνούσε απολυταρχικώς ως μονάρχης ή δικτάτορας, όπως ανοήτως έχει γραφεί από κάποιους άσχετους. Εκφράζει την ισχυρή επίδραση του Περικλή στο πολιτικό σώμα με τη δύναμη του χαρακτήρα του, με τις ορθές αποφάσεις του, με το έργο που δημιούργησε, με την ισχυρή και δυναμική προσωπικότητά του και με την ορθολογική επιχειρηματολογία του. Ο Περικλής ενήργησε πάντοτε μέσα στα πλαίσια που όριζε το δημοκρατικό πολίτευμα, δεν σφετερίσθηκε ούτε καταχράσθηκε εξουσία, ενώ οι αθηναίοι πολίτες δεν του παραχώρησαν κάποια ιδιαίτερα προνόμια για το αξίωμά του ή για το πρόσωπό του. Δεν είχε κάποια ιδιαίτερη εξουσία αλλά είχε κύρος με το οποίο επιβαλλόταν χωρίς βία και αστυνομία. Και το κύρος του δεν το χρησιμοποίησε για απόλυτη, προσωποπαγή και ανεξέλεγκτη εξουσία. Όπως το λέει πάλι ο Θουκυδίδης «…ο Περικλής είχε μεγάλο κύρος και μεγάλες ικανότητες, και αποδείχθηκε εμφανέστατα ανώτερος χρημάτων» (2,65).

    Ο Αριστοτέλης από την πλευρά του, έναν αιώνα μετά, όταν προσπαθεί να ορίσει τον πολιτικό που έχει φρόνησιν δίνει ως παράδειγμα τον Περικλή. Να σημειωθεί πως η φρόνησις είναι η σπουδαιότερη πολιτική ικανότητα (αρετή) για τον Αριστοτέλη, την οποία πρέπει να διαθέτει ο πολιτικός προκειμένου να κυβερνήσει καλώς, διότι με αυτήν διακρίνει τι είναι τα αγαθά τόσο για τον εαυτό του όσο και για την πολιτεία.[4] Επί πλέον ο Αριστοτέλης χρησιμοποιεί τον κατέχοντα την φρόνησιν ως κριτήριο για να ορίσει γενικώς την αρετή, που είναι βασική και δεσπόζουσα έννοια της ηθικής και πολιτικής του φιλοσοφίας.[5] Το να παρουσιάζει λοιπόν ο Αριστοτέλης, που είναι κριτικός απέναντι στη δημοκρατία, τον Περικλή ως τον κατ’ εξοχήν πολιτικό που κατέχει την σπουδαιότερη κατά τον ίδιο τον φιλόσοφο πολιτική αρετή, την φρόνησιν, έχει ιδιαίτερη σημασία.

    Πράγματι, στην περίπτωση του Περικλή και του σπουδαίου έργου του μπορεί να γίνει λόγος για ευτυχή συγκυρία, κατά την οποία δύο πρωτογενή στοιχεία συνυπήρξαν «αρμονικά» και δημιουργικά στους κόλπους της δημοκρατίας: από τη μία ο ικανός και δυναμικός πολιτικός, και από την άλλη οι πολίτες που αναγνωρίζουν και αναδεικνύουν την αξία του πολιτικού αυτού. Η πολιτική ικανότητα του Περικλή είναι αδιαχώριστη από την πολιτική ικανότητα του αθηναϊκού δήμου. Εύλογα λοιπόν μπορεί να αναρωτηθεί κάποιος τι θα ήταν η αθηναϊκή δημοκρατία χωρίς τον Περικλή, και τι θα ήταν η ανθρώπινη ιστορία χωρίς την αθηναϊκή δημοκρατία.

    Η τελευταία δεν είναι ένα απλό ιστορικό γεγονός ανάμεσα σε άλλα. Είναι το κατ’ εξοχήν πολιτικό γεγονός, το συμβάν. Υπήρξε από τις πιο σημαντικές ανθρώπινες δημιουργίες, η οποία έδωσε όλες τις βασικές σημασίες που ενέπνευσαν και επηρέασαν τους μεταγενέστερους, και με τις οποίες προχώρησε η ανθρωπότητα (Ρώμη, Αναγέννηση, Διαφωτισμός, Νεωτερικότητα). Αποτελεί το βασικό στοιχείο για το οποίο είναι γνωστός ο αρχαιοελληνικός πολιτισμός. Είναι αυτό που ο Καστοριάδης έχει χαρακτηρίσει ως germe grec, ελληνικό σπόρο ή πηγή. Εάν αφαιρέσουμε από τον πολιτικό και πολιτισμικό χάρτη το δημοκρατικό κίνημα και την αθηναϊκή δημοκρατία, δεν απομένουν παρά ωχρές ολιγαρχίες, αριστοκρατίες, μοναρχίες και τυραννίδες, δηλαδή ένας κόσμος άδειος, χωρίς ελευθερία, ισότητα, ισηγορία και παρρησία, χωρίς πολίτες και δημοκρατία, δίχως λόγο, φιλοσοφία, ποίηση, ρητορική, θέατρο, ιστοριογραφία και επιστήμη. Με βάση όλα αυτά δημιουργήθηκε ο ελληνοδυτικός πολιτισμός, ενώ η κρίση την οποία αυτός διέρχεται σήμερα οφείλεται εν πολλοίς και στην παραμέληση των σημασιών αυτών.

    Η αθηναϊκή δημοκρατία

    Επειδή όμως η αθηναϊκή δημοκρατία είναι ουσιαστικά ένα άγνωστο και παρεξηγημένο πολίτευμα, χρειάζονται κάποιες σύντομες διευκρινίσεις για τον τρόπο λειτουργίας του, για τον τρόπο λήψεως των αποφάσεων και για τη νομοθετική διαδικασία. Εντός αυτού του πολιτεύματος που βρισκόταν σε συνεχή εξέλιξη, σε διαρκή ρητή αυτοθέσμιση, διαμορφώθηκε ο Περικλής, και στη διαμόρφωσή του συνετέλεσε εν πολλοίς και ο ίδιος με τις προτάσεις του στην Εκκλησία του δήμου που ψηφίσθηκαν και έγιναν νόμοι και θεσμοί. Για να κατανοηθεί όμως ο εντελώς ιδιαίτερος αθηναϊκός δημοκρατικός τρόπος του πολιτεύεσθαι χρειάζεται να αποτοξινωθούμε από τις βλαβερές αντιλήψεις, από τις ανθυγιεινές έννοιες και τις αντιδημοκρατικές πρακτικές με τις οποίες έχουμε εμβολιασθεί και τραφεί στα προβληματικά εκπαιδευτικά ιδρύματα και στις ολιγαρχικές κοινωνίες μας. Απαιτείται, δηλαδή, απεγκλωβισμός από όλα τα στερεότυπα και κλισέ που μας έχουν διαμορφώσει και καθορίζουν τον τρόπο που προσεγγίζουμε άλλους κόσμους για να τους κατανοήσουμε.

    «Και όνομα μεν δια το μη ες ολίγους αλλ’ ες πλείονας οικείν δημοκρατία κέκληται». Στην αθηναϊκή δημοκρατία ουσιαστικά ο πολιτικός κυρίαρχος είναι ο δήμος, όλοι οι ενήλικοι ελεύθεροι άνδρες άνω των 18 ετών, οι οποίοι σε τακτές και σε έκτακτες συνελεύσεις στην Εκκλησία του δήμου αποφασίζουν για όλα τα σημαντικά θέματα, νομοθετούν, εκλέγουν και κληρώνουν τους άρχοντες και τους δικαστές. Αυτή είναι ή έμπρακτη σημασία της ελευθερίας και της ισότητας. Πρόκειται για αυτό που σήμερα λέμε καταχρηστικά «άμεση δημοκρατία». Για να έχουν οι συνελεύσεις απαρτία και να είναι νόμιμες, απαιτείται ένας ελάχιστος αριθμός πολιτών που ήταν 6.000. Φυσικά όπως είναι εύλογο μπορεί να ήταν και περισσότεροι, 10.000-15.000, όπως πιθανόν συνέβαινε σε σημαντικές και κρίσιμες αποφάσεις.

    Από τη στιγμή που ο κήρυκας ρωτήσει «Τις αγορεύειν βούλεται;», έκαστος πολίτης μπορεί να πάρει τον λόγο ελεύθερα να πεί την γνώμη του, να επιχειρηματολογήσει και να προτείνει το δέον γενέσθαι (ισηγορία). Έκαστος μιλάει για λογαριασμό του, με ευθύνη δική του, και εκφράζει μόνο τον εαυτό του, δεν μιλάει εξ ονόματος κάποιου άλλου. Στο τέλος ο δήμος, μετά από διαβούλευση, ψήφιζε τις προτάσεις και η πλειοψηφούσα αποτελούσε την απόφαση ή τον νόμο της πόλεως. Είναι εμφανές λοιπόν ότι οι αποφάσεις λαμβάνονταν συλλογικώς μετά από διαβούλευση, δεν λαμβάνονταν από τον οποιονδήποτε ρήτορα, πολιτικό ή άρχοντα κατά μόνας. Στην αρχαία Αθήνα δεν υπήρχε κυβέρνηση με τη σημερινή έννοια, δηλαδή πρωθυπουργός ή πρόεδρος και υπουργοί, οι οποίοι αποφάσιζαν και κυβερνούσαν αυτοβούλως. Η κυβερνητική εξουσία ανήκε στην Εκκλησία του δήμου.

    Ο Περικλής λοιπόν δεν είχε σχηματίσει κάποια «κυβέρνηση» με πρωθυπουργό τον ίδιο, όπως θα νόμιζε ο Eco. Ουδεμία απόφαση έλαβε μόνος του, εκτελούσε ως αιρετός στρατηγός τις αποφάσεις της Εκκλησίας και στο τέλος της ετήσιας θητείας του έδινε απολογισμό των πράξεών του, λόγο και λογαριασμό (λόγον διδόναι) ενώπιον της αρμόδιας επιτροπής της κληρωτής βουλής (εύθυνα). Εάν υπήρχε κάποιο πρόβλημα, τότε η υπόθεση παραπέμπονταν στο δικαστήριο και σε περίπτωση καταδίκης ο ένοχος υφίστατο βαρύτατες κυρώσεις: στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων ή εξορία, μεγάλο πρόστιμο ή δήμευση περιουσίας, ακόμη και θάνατο. Αυτό γινόταν κάθε έτος για όλους τους αιρετούς και κληρωτούς άρχοντες. Είναι εμφανές επίσης πως η ευθύνη ήταν ατομική. Ο Περικλής δηλαδή όχι μόνο δεν είχε εξουσία να λάβει αποφάσεις και να θεσπίσει νόμους, αλλά όταν εκλεγόταν στρατηγός δεν ήταν ανεξέλεγκτος και ανεύθυνος. Έτσι μία χρονιά δεν τον εξέλεξαν στρατηγό, ενώ υποχρεώθηκε να πληρώσει και χρηματικό πρόστιμο.

    Είναι εμφανές ότι το δημοκρατικό πολίτευμα ουδεμία σχέση έχει με το σημερινό αντιπροσωπευτικό, το οποίο αν και αποκαλείται δημοκρατία εν τούτοις είναι μια καθαρή ολιγαρχία. Είναι λογικό άλλωστε σε ένα τέτοιο δημοκρατικό σύστημα να μην υπάρχει ουδεμία θεσμική κατοχύρωση για αντιπροσώπευση και κατά συνέπεια για «κόμματα», διότι έκαστος ασκεί εξουσία αυτοπροσώπως και άμεσα, θεσμικά και αξιακά («τον τε μηδέν τώνδε μετέχοντα ουκ απράγμονα αλλ’ αχρείον νομίζομεν»). Το «κόμμα» είναι έννοια, σημασία και πρακτική ταυτόσημη με την αντιπροσώπευση από τον 17ο-18ο αιώνα και έγινε θεσμός από τον 19ο αιώνα. Στην αρχαία Αθήνα υπήρχαν ομάδες, παρέες, μερίδες, στρώματα ή τάξεις – όχι κόμματα. Δεν υπήρξαν ποτέ κόμματα ως θεσμικά όργανα εξουσίας, όπως σήμερα – η δημοκρατία ήταν αντίθετη με την αντιπροσώπευση, άρα και με τους εκφραστές της τα κόμματα. Ο Περικλής και οι 700 άρχοντες, κληρωτοί και αιρετοί, καθώς και οι 500 κληρωτοί βουλευτές της Αθήνας δεν ήταν αντιπρόσωποι, αλλά εκτελεστικά όργανα που εκτελούσαν τις αποφάσεις και τους νόμους του δήμου. Γενικώς η έννοια της αντιπροσώπευσης ήταν εντελώς ξένη στους αρχαίους Έλληνες. Γι’ αυτό είναι λάθος να χρησιμοποιείται ο όρος «κόμμα», έστω και σε εισαγωγικά, προκειμένου να περιγραφεί η πολιτική κατάσταση στην Αθήνα του 5ου και του 4ου αιώνα π.Χ.

    Φυσικά στο κοινωνικό και πολιτικό σώμα υπήρχαν οι μερίδες των ολιγαρχικών και των δημοκρατικών, καθώς επίσης κοινωνικές, οικονομικές, πολιτισμικές ανισότητες, και οπωσδήποτε τα διάφορα κοινωνικά στρώματα θα προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν αποφάσεις προς το συμφέρον τους. Τα τέσσερα κοινωνικά στρώματα ή τάξεις που υπήρχαν στην αθηναϊκή κοινωνία ασφαλώς είχαν διαφορετικά συμφέροντα, τα οποία εκφράζονταν στον πολιτικό χώρο με ποικίλους ανταγωνιστικούς τρόπους. Σε γενικές γραμμές όμως δεν υπερνικούσαν τα στενά προσωπικά ή ταξικά συμφέροντα, αλλά το κοινό αγαθό, το κοινό συμφέρον. Διαφορετικά θα είχε καταρρεύσει προ πολλού η δημοκρατική πολιτεία, η οποία διήρκεσε περίπου δύο αιώνες (508 π.Χ.-322 π.Χ.) παρά τις μεγάλες αντιξοότητες και τις μεγάλες δυσκολίες: τη δολοφονία του δημοκρατικού Εφιάλτη από τους ολιγαρχικούς, τον μακροχρόνιο πόλεμο, την καταστρεπτική επιδημία, την πανωλεθρία στη Σικελία, την ήττα στον πόλεμο, τις δύο ολιγαρχικές εκτροπές, τη συνεχή υπονόμευση από τους εσωτερικούς εχθρούς της. Μπορεί να γίνει λόγος για πολιτικές μερίδες που προσπαθούσαν να επικρατήσουν, όπως άλλωστε είναι αναμενόμενο, αλλά ο πολιτικός βίος σπανίως έγινε βορά συντεχνιακών ή ταξικών συμφερόντων. Σε αυτό ακριβώς το ζήτημα επέμενε η ολιγαρχική προπαγάνδα με σκοπό να απαξιώσει τη δημοκρατία και φαίνεται άσκησε ισχυρή επιρροή στους μεταγενέστερους, διότι είχε εκπροσώπους τον Σωκράτη, τον Ξενοφώντα και τον Πλάτωνα, οι οποίοι μισούσαν τη δημοκρατία, και έκαναν τα πάντα με την πολεμική και τις διαστρεβλώσεις τους να τη συκοφαντήσουν και να την απαξιώσουν.

    Υπήρχαν επίσης κατά καιρούς και διάφορες άλλες μερίδες στο πολιτικό σώμα, όπως φιλολακωνική, φιλομακεδονική (φιλιππίζοντες), φιλοπερσική μερίδα, που αντιστρατεύονταν τη συνοχή της πολιτείας. Από την άλλη υπήρχαν οι ολιγαρχικής επινόησης μυστικές «εταιρείες» οι οποίες συνωμοτούσαν εναντίον του πολιτεύματος και απεργάζονταν την ανατροπή του. Το κατάφεραν δύο φορές εκμεταλλευόμενες τις αρνητικές συγκυρίες, μία το 411 π.Χ. (ολιγαρχικό πραξικόπημα των Τετρακοσίων) και την άλλη το 404 π.Χ. (τυραννίς των Τριάκοντα με πολλές δολοφονίες δημοκρατικών). Ευτυχώς και οι δύο είχαν σύντομη επικράτηση ολίγων μηνών, αφού ο δήμος κινήθηκε εναντίον τους και τις ανέτρεψε, επαναφέροντας το δημοκρατικό πολίτευμα.

    Όσον αφορά την κατανόηση των αιτίων του πελοποννησιακού πολέμου νομίζω ότι χρειάζονται γνώσεις σε ποικίλες περιοχές. Εκτός από τις στρατιωτικές και τις γνώσεις στρατηγικής, τακτικής, χρειάζεται επίσης γνώση της ευρύτερης κατάστασης της εποχής – δεν είναι εύκολη και απλή υπόθεση. Έχουν γραφεί πολλές μελέτες, αρκετά βιβλία και άρθρα πάνω στο θέμα από διαφορετικούς χώρους, μαρξιστές, βεμπεριανούς και άλλους, όπως λ.χ. από τον μαρξιστή G.E.M. de Sainte Croix, The Origins of the Peloponnesian War. Η βάση όλων αυτών είναι ο Θουκυδίδης, ο οποίος παρουσιάζει τον πόλεμο ως αναπόφευκτο εκ μέρους των Λακεδαιμονίων και των συμμάχων τους που συγκροτούσαν την ολιγαρχική συμμαχία, διότι ανησυχούσαν πολύ για την δύναμη και την αίγλη των Αθηναίων. Οι παράλογες απαιτήσεις τους που ήθελαν να επιβάλουν στους Αθηναίους για να μην εκστρατεύσουν εναντίον τους ήταν δύσκολο να γίνουν αποδεκτές από τους τελευταίους.

    Πράγματι οι Λακεδαιμόνιοι ζήτησαν κατ’ αρχάς από τους Αθηναίους να εξαγνίσουν το κυλώνειο άγος, στο οποίο ενέχονταν και το γένος των Αλκμεωνιδών, δηλαδή το γένος του Περικλή. Αυτό εσήμαινε πως έπρεπε οι Αθηναίοι να εξορίσουν τον Περικλή! Εν συνεχεία, οι Λακεδαιμόνιοι ζήτησαν να αποσύρουν οι Αθηναίοι το Μεγαρικό ψήφισμα, με το οποίο αποκλείονταν οι Μεγαρείς από τα λιμάνια της Αθηναϊκής συμπολιτείας και από την αγορά της Αττικής. Απαιτούσαν επίσης να λύσουν οι Αθηναίοι την πολιορκία της Ποτίδαιας και να αποδώσουν στην Αίγινα της ανεξαρτησία της. Οι Αθηναίοι απαντούσαν ότι έπρεπε να παραπέμψουν τις διενέξεις που υπήρχαν ανάμεσα στα δύο μέρη σε διαιτησία, πράγμα που δεν δέχονταν οι Λακεδαιμόνιοι. Η τελευταία απαίτηση των Λακεδαιμονίων ήταν τελεσιγραφική: «Οι Λακεδαιμόνιοι επιθυμούν την ειρήνη και μπορεί να διατηρηθεί αν αποδώσετε στους Έλληνες την ελευθερία τους» (1,139). Οι απαιτήσεις δηλαδή των Λακεδαιμονίων ήταν προσχηματικές και επιδίωκαν τον πόλεμο. Αναγκαστικά ο Περικλής και οι Αθηναίοι αφού εξάντλησαν όλες τις δυνατότητες ειρηνικών συζητήσεων και ειρηνικής διαιτησίας σύρθηκαν στον πόλεμο που δεν ήθελαν.

    Μπορεί κάποιοι να διαφωνούν με τον Θουκυδίδη, να τον συμπληρώνουν ή να τον επεκτείνουν, αλλά δεν ισχυρίζονται ότι «ο Θουκυδίδης ψεύδεται», όπως μπορεί να το κάνουν κάποιοι επίγονοι του Eco, βιαστικά και επιπόλαια. Χρειάζεται κάποια μετριοφροσύνη και μετριοπάθεια, δεν είμαστε εμείς οι μεγάλοι ιστορικοί που ξέρουμε την αλήθεια μετά από είκοσι πέντε αιώνες για να διορθώσουμε τον «ψευδόμενο» Θουκυδίδη, με μία ή δύο φράσεις. Οι απλουστεύσεις και οι σχηματοποιήσεις αγνοούν και αφαιρούν την πολυπλοκότητα των κρισίμων ιστορικών καταστάσεων. Ο Θουκυδίδης βίωνε την κατάσταση άμεσα και επώδυνα, εξόριστος ων από την πόλιν του, ενώ ταυτοχρόνως συνέλεγε υπομονετικά τα αντικειμενικά στοιχεία για τη συγγραφή του.

    Τα ζητήματα αυτά χρειάζονται αίσθημα ευθύνης, απαιτούν ουσιαστική παιδεία και δημόσιο διάλογο, τα οποία στην Ελλάδα είναι ανύπαρκτα. Η διδασκαλία λ.χ. στα σχολεία των δημοκρατικών αρχών και της αρχαίας πολιτικής Αθήνας είναι ανύπαρκτη, ενώ οι μαθητές είναι υποχρεωμένοι να μαθαίνουν τα πολεμικά κατορθώματα των βυζαντινών Ρωμαίων αυτοκρατόρων και τα ανούσια έργα των χριστιανών πατριαρχών της Κωνσταντινούπολης από τον 4ο έως τον 15ο αιώνα! Οπότε δεν είναι καθόλου παράξενο να υπάρχουν κάποιοι που, ενώ καυτηριάζουν αναιτίως και χωρίς επιχειρήματα τη δημοκρατία, τον Περικλή και τον Επιτάφιο, από την άλλη εκθειάζουν κάποιους βυζαντινούς αυτοκράτορες για τη δύναμή τους και τη διατήρηση της αυταρχικής εξουσίας τους ή μένουν άφωνοι ενώπιον του ορθοδόξου πατριάρχη και του μύθου του. Έχουμε δηλαδή το φαινόμενο κάποιοι, από τη μία να καταδικάζουν τη δημοκρατία και τις αξίες της και από την άλλη να μένουν ενεοί ενώπιον της απόλυτης μοναρχικής εξουσίας του αυτοκράτορα και της βαθύτατης θρησκευτικής ετερονομίας.

    Οι αντιλήψεις αυτές είναι αντιδημοκρατικές, επικίνδυνες και ως τέτοιες αποτελούν εμπόδιο στο απελευθερωτικό πρόταγμα, διότι όταν κάποιος τοποθετεί στη σκέψη του και στη καρδιά του έναν βυζαντινό αυτοκράτορα τότε δεν αφήνει χώρο σε αυτές για τη δημοκρατία και την αυτονομία. Διότι και τα δύο δεν γίνεται να συνυπάρξουν, είναι αντιφατικά και αλληλοαποκλειόμενα. Έτσι επικρατεί η εργαλειακή αντίληψη για την ιστορία και τις «αξίες» και περαιτέρω η απολυτοποίηση της εξουσίας ως αυτοσκοπού, ενώ οι δημοκρατικοί θεσμοί και έννοιες όπως ελευθερία, ισότητα, πολίτης, συμμετοχή, αυτονομία καταντούν δευτερεύουσες ποιότητες, ανοίγοντας τον δρόμο προς τον σχετικισμό και τελικώς τον μηδενισμό.

    Ο Eco και η εποχή του

    Το ερώτημα που τίθεται, κατόπιν όλων αυτών, είναι γιατί ο Eco αντιμετωπίζει με σκαιό τρόπο τον Περικλή και τη δημοκρατία. Θα παραθέσω ορισμένες πρώτες σκέψεις. Ίσως στον Eco να υπάρχει ένα «εθνικό» κόμπλεξ έναντι των αρχαίων Ελλήνων και δη των μεγάλων επιτευγμάτων τους. Το κόμπλεξ αυτό κατάγεται από τους αρχαίους χρόνους, ήδη από τη ρωμαϊκή res publica. Ο Κικέρων λ.χ. στον 1ο π.Χ. αιώνα αν και διδάχθηκε από Έλληνες, αν και ήταν γνώστης της ελληνικής φιλοσοφίας και ρητορικής, που τότε δεν υπήρχαν στη Ρώμη, αν και αναγνώριζε την αξία του ελληνικού πολιτισμού και την οφειλή των Ρωμαίων σε αυτόν, εν τούτοις φθάνει στο σημείο να γράψει (την ανοησία) ότι τα λόγια ενός πεπειραμένου Ρωμαίου πολιτικού είναι «πολύ πιο γόνιμα από το σύνολο της ελληνικής γραμματείας».

    Εν πάση περιπτώσει, ο τομέας στον οποίο επιδόθηκε ο Eco δεν είναι η αρχαία Ελλάδα ούτε η αρχαία Ρώμη, αλλά ο Μεσαίωνας, τα θρησκευτικά δόγματα, οι αιρέσεις και οι θεολογικές έριδες, στις οποίες επιχωριάζουν οι αυθαιρεσίες, οι αυταρχισμοί, οι μεταφυσικοί ακροβατισμοί – απουσιάζει δηλαδή κάθε τί το δημοκρατικό. Επομένως, ο κόσμος του Μεσαίωνα είναι εντελώς άλλος από τον κόσμο της κλασικής δημοκρατίας. Αυτό σημαίνει ότι άλλες αξίες, εντελώς αντίθετες, έχει ο ένας από τον άλλον, συνεπώς έκαστος κόσμος χρειάζεται και άλλα κριτήρια προσέγγισης. Έτσι και ο σημερινός κόσμος είναι άλλος από αυτόν της κλασικής εποχής. Δυστυχώς ο Eco συγχέει τους διαφορετικούς κόσμους.

    Είναι αλήθεια ότι ο Eco βρέθηκε σε δύσκολη θέση να εξηγήσει την εξαιρετικά πτωτική κατάσταση της χώρας του στον 20ο αιώνα και να παραδεχθεί την αδυναμία του ως διανοουμένου να συντελέσει στην καλυτέρευσή της. Πράγματι, ο Eco έχει βιώσει όλα τα μεγάλα δεινά της Ιταλίας: η μακρά περίοδος του φασισμού του Μουσολίνι, Β΄ παγκόσμιος πόλεμος, οργανωμένο έγκλημα της Μαφίας και της Καμόρα σε συνεργασία με τις κρατικές αρχές, ανικανότητα της δικαστικής εξουσίας, το λουτρό αίματος, τα πάθη, το τυφλό μίσος της μαύρης και της κόκκινης τρομοκρατίας με ανώτατο σημείο ανικανότητας του κομματικού συστήματος το πτώμα του πρώην πρωθυπουργού της στο πορτμπαγκάζ ενός αυτοκινήτου. Τα δεινά συνεχίσθηκαν: το σοκ της δικαστικής επιχείρησης «καθαρά χέρια», η απύθμενη διαπλοκή της χριστιανοδημοκρατίας, ο ευτελισμός και η διαφθορά του σοσιαλισμού, η αποτυχία του ευρωκομμουνισμού και του «ιστορικού συμβιβασμού», η διάλυση του παραδοσιακού κομματικού συστήματος, η μεγάλη επιρροή και διαφθορά της καθολικής εκκλησίας, οι εθνικισμοί και οι ρατσισμοί της Β. Ιταλίας και φυσικά η απόληξη όλων αυτών στην απαράδεκτη άνοδο στην ανώτατη εξουσία της χώρας ενός μεγιστάνα αγαπητικού και μέγιστου λαϊκιστή, ενός γελοίου υποκειμένου σαν τον Μπερλουσκόνι.

    Όντως πρόκειται για βαθύτατα ανεπούλωτα τραύματα, για μεγάλη κρίση της χώρας του που συνεχίζεται και στον 21ο αιώνα. Δεν πρόκειται μόνο για λαϊκισμό, αλλά για κάτι βαθύτερο και σημαντικότερο. Πρόκειται για γενικευμένη διαφθορά, διαπλοκή, για ανικανότητα του πολιτικού κόσμου, δυσλειτουργία του πολιτικού συστήματος, ουσιαστική ανυπαρξία νόμων και θεσμών, για κατίσχυση των ιδιωτικών συμφερόντων εις βάρος του δημοσίου, πολιτική αφασία της κοινωνίας, μηδενισμός αξιών, δηλαδή κοινωνική και πολιτική παρακμή. Αυτήν την παρακμή ο Eco δεν προσπαθεί να κατανοήσει, αλλά την απωθεί με ανέντιμα μέσα, συγκρίνοντάς την με την αρχαία Αθήνα, γράφοντας τον αναχρονισμό ότι «και ο Περικλής ήταν λαϊκιστής και η αθηναϊκή δημοκρατία ήταν λαϊκισμός»! Η παρακμή εν τέλει δεν αφήνει κανέναν ανέπαφο.

    Η Ιταλία δεν είχε δυστυχώς ούτε ένα πολιτικό ισάξιο του Περικλή για να μπορέσει να ορθοποδήσει. Και δεν απέκτησε τέτοιον πολιτικό επειδή δεν είχε δημοκρατία, δεν είχε δήμο που να αναδείξει έναν ικανό πολιτικό. Αυτήν την απουσία δημοκρατίας έπρεπε να καταλάβει και να τονίσει ο Eco και όχι να κολακεύει το αποτυχημένο αντιπροσωπευτικό σύστημα των κομμάτων. Θα έπρεπε, κατά τη γνώμη μου, να γίνει και μία έρευνα για την ιδεολογική και πολιτική ευθύνη των Ιταλών διανοουμένων στην γενικευμένη ιταλική παρακμή. Πιστεύω πως θα αναδειχθούν πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία-έκπληξη, είτε πρόκειται για κεντρώους είτε για αριστερούς είτε για καθολικούς διανοουμένους. Δεν είναι τυχαίο που δεν υπήρξε ένας σημαντικός διανοούμενος ο οποίος να διαφοροποιήθηκε από το γενικό κλίμα και να ξεχώρισε με μία δημοκρατική πρόταση αλλαγής, εξηγώντας την αποτυχία του ολιγαρχικού κομματικού συστήματος και υποδεικνύοντας μία δημοκρατική πορεία. Η ιταλική διανόηση χάθηκε στα κομματικά σπήλαια, στις μαρξιστικές ιδεολογίες, στον κενό εργατισμό, στη νεφελώδη επανάσταση, στις μυθιστορηματικές φυγές, στα θεωρητικά μεταμοντέρνα κατασκευάσματα, στις αυταπάτες της αντιπροσώπευσης και στις σοσιαλδημοκρατικές ψευδαισθήσεις (Bobbio, Negri, Agamben, Eco, Vattimo, Virno, Canfora κ.ά.). Βλέποντας το ύφος και το ήθος στο κείμενο του Eco καταλαβαίνει κάποιος γιατί η ιταλική διανόηση έφθασε σε αδιέξοδο. Μία εικόνα αυτού του αδιεξόδου διαφαίνεται στα υπέροχα φιλμ του Μ. Αντονιόνι, του Φ. Φελλίνι, του Λ. Βισκόντι, του Φρ. Ρόζι, του Μπ. Μπερτολούτσι και του Έτορε Σκόλα.

    ———- / ———-

    Ο Γιώργος Ν. Οικονόμου προτείνει την ανάγνωση του λόγου του Περικλή, είτε στην μετάφραση του Ελευθερίου Βενιζέλου (στην καθαρεύουσα), είτε στη μετάφραση του Αγγ. Βλάχου, είτε στην εξαίρετη μετάφραση της καθηγήτριας Ιστορίας Δικαίου (Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης), Μ.Σ. Γιούνη, από το βιβλίο της Ιστορία των πολιτικών θεσμών στην αρχαιότητα, εκδ. Βάνιας, 2015 (σ. 176-179).

    [1] Για περισσότερα στοιχεία βλ. Γ.Ν. Οικονόμου, Άμεση δημοκρατία. Αρχές, επιχειρήματα, δυνατότητες, Παπαζήσης, 2014, σ. 61, όπου και η σχετική βιβλιογραφία.

    [2] Στον Οιδίποδα επί Κολωνώ του Σοφοκλή λ.χ. ο Θησέας λέει για τους Αθηναίους πως φροντίζουν να κάνουν τον βίο λαμπρό όχι με λόγια, αλλά με πράξεις, δράσεις και έργα.

    [3] Αν, όπως νομίζουν κάποιοι ότι ο Περικλής υποστήριζε δημαγωγικά τη θητική τάξη, τότε πώς εξηγούν το γεγονός ότι αυτός δεν φρόντισε να κληρώνονται άρχοντες και οι θήτες;

    [4] Αριστοτελης, Ηθικά Νικομάχεια 6,1140b7.

    [5] Αριστοτέλης, Ηθικά Νικομάχεια 2,1107a1-5.

    http://www.respublica.gr/2017/07/column/%CF%84%CE%BF-%CF%83%CF%85%CE%BC%CE%B2%CE%AC%CE%BD-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1%CF%82/

  6. Αλκίνοος on

    Αντιφά φασίστες!

    26 Οκτωβρίου 2017 11:30

    Όταν οι Έλληνες αντιφά ταυτίζονται με τον ισλαμοφασίστα Ερντογάν

    Του Γιάννη Ξένου από την Ρήξη φ. 137

    Το περιστατικό με την αφισοκόλληση εκατοντάδων αφισών στην Αθήνα με το πρόσωπο του καθηγητή Άγγελου Συρίγου και τίτλο: «Αυτός είναι ο Φασίστας!» είναι το τελευταίο κρούσμα των φασιστικών αντιλήψεων που κυριαρχούν στους Έλληνες αντιφά. Στο κείμενο της συγκεκριμένης αφίσας ξεχωρίζουμε δύο πράγματα:

    Πρώτον, την απειλή ότι είναι πολλοί και κάποια στιγμή μπορεί να το πάρουν απόφαση και να στείλουν στον διάολο τον Συρίγο και τους όμοιούς του (καθηγητές και φοιτητές του Παντείου). Το μένος τους με τον Συρίγο είναι τέτοιο που σε πρόσφατη εκδήλωση στα Γιάννενα που μιλούσε, μια ομάδα τριάντα πέντε ατόμων προσπάθησε, με το «έτσι θέλω», να διακόψει την εκδήλωση. Το ότι δεν το κατάφεραν, επειδή οι παρευρισκόμενοι τους εμπόδισαν, τους εξόργισε περισσότερο, γιατί οι συγκεκριμένες ομάδες θεωρούν ότι έχουν μονοπώλιο στη βία.

    Δεύτερο (και πιο ανησυχητικό) είναι ότι οι αντιφά φασίστες παρουσιάζονται πολύ καλά ενημερωμένοι για τη δραστηριότητα του καθηγητή, π.χ. πόσο συχνά επισκέπτεται τη Θράκη με ποιους συναντιέται κ.ά., πληροφόρηση που μπορούν να έχουν ή από την ΕΥΠ ή την τουρκική MIT, που είναι γνωστό ότι στη Θράκη αλωνίζει.

    Αν ασχοληθούμε εν συντομία και με τις υπόλοιπες αφίσες που βγάζουν αυτές οι ομάδες με τις πολυάριθμες υπογραφές, το ιδεολογικό τους στίγμα γίνεται σαφέστερο και άρα και οι ιδεολογικές τους συγγένειες. Στις αρχές Απριλίου κυκλοφόρησαν δύο αφίσες που ήταν της λογικής ότι η Ελλάδα περικυκλώνει την Τουρκία!

    Στην πρώτη με τίτλο: «Αναρωτιέστε τι προκαλεί την “τουρκική προκλητικότητα”;» απαντούν: «Τα σχέδια του ελληνικού κράτους!». Στο κείμενο αντιστρέφουν πλήρως την πραγματικότητα και, παρουσιάζοντας πάγιες τουρκικές θέσεις, ισχυρίζονται ότι η Ελλάδα άνοιξε το 2010 θέμα ΑΟΖ, ενώ πρώτα θα έπρεπε να ρωτήσει την Τουρκία. Ότι επαναφέρει θέμα Ιμίων, ενώ τα Ίμια, όπως επιδιώκουν οι Τούρκοι, εδώ και είκοσι χρόνια είναι αποστρατιωτικοποιημένη ζώνη. Η Ελλάδα ακόμα επιδιώκει την ανάμειξη του ΝΑΤΟ στο Αιγαίο για να μην αναγκαστεί να αποστρατιωτικοποιήσει τα Δωδεκάνησα και τα νησιά του Βορείου Αιγαίου. Ουσιαστικά με αυτές τις θέσεις τοποθετούνται ανοιχτά υπέρ της διχοτόμησης του Αιγαίου στον 25ο μεσημβρινό. Θέση που, όσο και αν την επιδιώκει το τουρκικό κράτος, ποτέ δεν έχει τολμήσει μέχρι τώρα να τη δηλώσει ανοιχτά. Οι Έλληνες αντιφά έχουν πιο προωθημένες θέσεις και από το ισλαμοφασιστικό καθεστώς του Ερντογάν. Επιπλέον, σε αυτή την αφίσα κατηγορούν την Ελλάδα ότι στήνει τριμερείς συμμαχίες για να περικυκλώσει την Τουρκία και ότι στο Κυπριακό μπλοκάρει τις διαπραγματεύσεις! Και κλείνουν με το ότι ο στόχος του ελληνικού κράτους από το 2010, δηλαδή επί κυβερνήσεως ΓΑΠ (ή μάλλον τότε που επισκέφτηκε για πρώτη και τελευταία φορά την Ελλάδα ο Ερντογάν;) είναι η περικύκλωση της Τουρκίας και η θαλάσσια κυριαρχία από την Κέρκυρα έως τον Λίβανο.

    Η δεύτερη αφίσα είναι μονοθεματική και ασχολείται με τον ελληνικό εναέριο χώρο. Η Ελλάδα, κατά τους αντιφά (και την Τουρκία), κακώς θεωρεί παραβίαση εθνικού εναέριου χώρου το διάστημα μεταξύ των έξι μιλίων των χωρικών υδάτων και των δέκα μιλίων του εναέριου χώρου. Για τους αντιφά, η Ελλάδα κακώς θεωρεί αυτό το χώρο ελληνικό και επομένως δεν υπάρχει καμιά παραβίαση του εθνικού εναέριου χώρου από τα τουρκικά μαχητικά. Φυσικά οι αντιφά (όπως και η Τουρκία) ψεύδονται ασύστολα, γιατί η Ελλάδα, βάσει του Διεθνούς Δίκαιου, έχει δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων της στα 12 ναυτικά μίλια. Δικαίωμα που δεν ασκεί γιατί, από το 1995, η τουρκική εθνοσυνέλευση έχει λάβει απόφαση ότι αν η Ελλάδα κάνει χρήση του νόμιμου δικαιώματός της, θα της κηρύξει πόλεμο. Φυσικά, η Τουρκία από το μακρινό 1964 έχει επεκτείνει τα χωρικά της ύδατα στα 12 ν.μ. στον Εύξεινο Πόντο και τη Μεσόγειο. Αλλά για αυτά, οι λαλίστατοι αντιφά δεν γράφουν μια αράδα.

    Μια τρίτη αφίσα, από το πλήθος που έχουν τυπώσει για τα εθνικά θέματα, και πιο πρόσφατη, είναι αυτή που κυκλοφόρησε στις αρχές Σεπτεμβρίου με τίτλο: «Κατά τα άλλα… φασίστας είναι μόνο ο Ερντογάν» (με υπογραφή antifa selanik (σσ : Selanik είναι η τουρκική ονομασία της Θεσσαλονίκης!)), αναπαράγονται οι γνωστές θέσεις περί Ιμίων, το δικαίωμα της Ελλάδας για θαλάσσια ύδατα στα 12 ν.μ. βαφτίζονται ως ελληνικό «νταηλίκι», η ΑΟΖ κ.ά. Προστίθενται η στήριξη στους Κούρδους ως εχθρική ενέργεια κατά της Τουρκίας και η μη έκδοση των Τούρκων ικετών στρατιωτικών, δηλαδή όλη η ατζέντα του Ερντογάν.

    Φυσικά δεν λησμονούν και το Κυπριακό, σε αφίσα με τίτλο: «Η Κύπρος είναι καμερουνέζικη!». Με αφορμή το γεγονός ότι κάποιος καθηγητής είχε στο e-class ως κωδικό εισόδου το «δεν ξεχνώ 1974», αναπαράγουν την τουρκική προπαγάνδα, ότι δηλαδή πριν το 1974 γίνονταν «πολύχρονες σφαγές των Τουρκοκυπρίων από την ελληνοκυπριακή εξουσία» και υπερασπίζονται το «δικαίωμα» της Τουρκίας να εισβάλει στην Κύπρο το 1974, αφού η χούντα είχε προηγουμένως «οργανώσει πραξικόπημα και στρατιωτική επέμβαση».

    Οι συγκεκριμένες ομάδες διακινούν σε πανεπιστήμια, νεολαιίστικους χώρους κ.α. την πιο χονδροκομμένη μορφή προπαγάνδας της ισλαμοφασιστικής Τουρκίας του Ερντογάν και είναι καιρός οι θέσεις τους να συζητηθούν από τον δημοκρατικά σκεπτόμενο κόσμο. Καιρός να ασχοληθούμε σοβαρά με τους υποτιθέμενους αντιφά, που χύνουν το δηλητήριο της φασιστικής Τουρκίας.

    http://ardin-rixi.gr/archives/205871

  7. Ο καθηγητής Μ.Στεφανίδης γράφει για τον μαθητή του-κατηγορούμενο για τα τρομοδέματα
    Από Pressroom – Νοέμβριος 1, 2017

    Ανάρτηση με αφορμή την σύλληψη του 29χρονου για τα τρομοδέματα έκανε στο προσωπικό του ιστολόγιο ο Μάνος Σ. Στεφανίδης, καθηγητής Ιστορίας της Τέχνης στην Φιλοσοφική Αθηνών, στο τμήμα θεατρικών Σπουδών. Τον νεαρό κατηγορούμενο Κωνσταντίνο Γιαγτζόγλου, τον είχε φοιτητή.

    Η ανάρτηση του καθηγητή στο Facebook έχει ως εξής:

    «Κλεφτοπόλεμος;

    Νομίζω ότι τον αναγνωρίζω. Τον είχα μαθητή στον ΑΚΤΟ. Πριν πόσα χρόνια; Κοντούλης, αδύνατος, ξανθωπός, τα μαλλιά ράστα. Θυμάμαι την έκφραση του. Λίγο σκανταλιάρα, λίγο φοβισμένη. Πάντα χαμηλόφωνη. Του άρεσε το μάθημα της ιστορίας της τέχνης. Έκανε και γκράφιτι; Γραφίστας πάντως!

    Προφανώς από τότε χωρίς δουλειά. Προφανώς με αρχαϊκή οργή και πρωτόγονη πίκρα για όσα συνέβησαν, για όσα συμβαίνουν. Χωρίς πολλά περιθώρια ανάλυσης. Γιατί άλλωστε; Ποιός ανέλυσε σε βάθος το δράμα της χώρας και τα αίτια του για να το πράξει κι ένας εικοσιεννιάχρονος με την παιδεία του ελληνικού σχολείου;

    Προφανώς με μιαν εύκολη, «θεολογική» σκέψη που πιστεύει στην τιμωρία εδώ και τώρα. Που πιστεύει στη κάθαρση. Επειδή είναι οδυνηρά γοητευτικό να μεταμορφωθείς από τίποτε σε θεία Δίκη. Στο χέρι της Ιστορίας. Οι άλλοι στις καφετέριες και στα μπαράκια. Αυτός στη γιάφκα. Στον αγώνα.

    Προφανώς ματαιωμένος. Προφανώς εκτός συστήματος από πολύ νωρίς. Προφανώς έτοιμος για όλα αφού δεν έχει τίποτα να χάσει, με μίσος προς εκείνο το σύστημα που τον ξέρασε τόσο νωρίς. Προφανώς με ανάγκη να πιστέψει σε κάτι χειροπιαστό που να δίνει και στον ίδιο και στην απελπισία του ένα νόημα. Συνωμοτισμός, μυστική δράση, επανάσταση με όποιο τρόπο, αντίσταση σε όσους διασύρουν τον τόπο. Πόλεμος εναντίον όλων. Το κυριότερο. Αλλά και μεθύσι από την αίσθηση και την αισθητική της δύναμης. Παραισθησιογόνο η ίδια συμβολικό ή πραγματικό. Βία, η μαμμή της ιστορίας. Ποιός το είπε; Μπάφο στους μπάφους της εξουσίας.

    Δεν τον δικαιολογώ, προσπαθώ να καταλάβω. Ως δάσκαλος – ποιμένας οφείλω να είμαι αλληλέγγυος προς το απολωλός. Ποιός είναι ο χειρότερος; Ο νεαρός που μισεί τον Σώυμπλε, τον Ντάισενμπλουμ και την παγκόσμια μαφία των τραπεζών ή ο Αλέξης που θαυμάζει υστερόβουλα τον Τραμπ; Προσωπικά σιχαίνομαι τη βία και την θεωρώ πάντα φασισμό. Απ ‘ όπου και αν προέρχεται. Ιδιαίτερα αυτήν την ηλίθια βία για την βία από γιαλαντζί επαναστάτες που κάθε τόσο διαλύει το κέντρο της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Όμως φέρω και εγώ ευθύνη για μιαν ολόκληρη γενιά που περιθωριοποιήθηκε προτού καν ανδρωθεί και που τώρα την χρησιμοποιούν ανερυθρίαστα οι λογής επαγγελματίες της ιδεολογίας. Φέρουμε όλοι ευθύνη με την αισχρή μας απάθεια για την δική τους ψυχοπάθεια. Τί κάνουν εν τέλει ; Ό τι μπορούν και ό τι καταλαβαίνουν. Δηλαδή; Κλεφτοπόλεμο! Την θυμάστε αυτή την λέξη; Επειδή βολεύει πάρα πολύ να την ξεχάσουμε. Όλοι.

    ΥΓ. Ένας ορισμός : Ιστορία είναι αυτό που συμβαίνει όταν εμείς πηγαίνουμε στον τέταρτο όροφο να πληρώσουμε τα κοινόχρηστα.».

    http://www.presspublica.gr/steafanidis/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: