Ποιοί είναι οι Τουρκοκύπριοι;

Με αφορμή την εκ νέου έναρξη των διαπραγματεύσεων για το Κυπριακό στο Κράν-Μοντανά, κοντά στη Γενεύη, αναρτώ ένα παλιό μου κείμενο (δημοσιεύτηκε στην Καθημερινή στις 26.01.2003) για το ποιοί είναι οι Τουρκοκύπριοι. Είχε γραφτεί μετά τις πρώτες μαχητικές αντικατοχικές διαδηλώσεις που είχαν οργανωθεί στο κατεχόμενο τμήμα της Μεγαλονήσου.
.

Τουρκοκύπριοι: μια ομάδα ελληνόφωνων μουσουλμάνων

Του Βλάση Αγτζίδη
.

H πρόσφατη (σ.τ.σ 2003) εκδήλωση των συναισθημάτων των Τουρκοκυπρίων με τις μεγάλες μαχητικές τους διαδηλώσεις προκάλεσε κατάπληξη στην ελληνική πλευρά, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Κύπρο. Ιδιαίτερη κατάπληξη προκάλεσαν στοιχεία, όπως η εμφάνιση της κυπριακής ταυτότητας σε αντιπαράθεση με την τουρκική και η -δειλή σε πρώτη φάση- αμφισβήτηση της κατοχής της Κύπρου. Μπορεί ο καταλύτης που οδήγησε στις κινητοποιήσεις να ήταν η διεκδίκηση της ευρωπαϊκής προοπτικής. Ομως, εκδηλώσεις τέτοιου τύπου δεν ερμηνεύονται εύκολα με τα παραδοσιακά αναλυτικά εργαλεία.

Η τουρκοκυπριακή ταυτότητα

 Βασικό κλειδί για την κατανόηση της τουρκοκυπριακής συμπεριφοράς είναι, σε μεγάλο βαθμό, η γνώση των όρων δημιουργίας της τουρκοκυπριακής κοινότητας. Οι όροι αυτοί σχετίζονται με τις διαδικασίες διαμόρφωσης των σύγχρονων εθνικών ομάδων στην περιοχή μας και τους δρόμους μετάβασης από τις παλιές θρησκευτικές ταυτότητες στις σύγχρονες εθνικές.

Παραγνωρισμένο και ελάχιστα μελετημένο στοιχείο από τη νεοελληνική ιστοριογραφία αποτελεί το γεγονός ότι η κοινωνική βάση του σύγχρονου τουρκικού έθνους απαρτίστηκε από τους πολυεθνοτικούς μουσουλμανικούς πληθυσμούς που διαμορφώθηκαν κατά τη διάρκεια των αιώνων της οθωμανικής κυριαρχίας. Μέρος αυτών των μουσουλμανικών πληθυσμών υπήρξε και πλήθος Ελλήνων που εξισλαμίστηκαν σε διάφορες χρονικές περιόδους και για διαφορετικούς λόγους.

Το φαινόμενο του εξισλαμισμού είχε εμφανιστεί σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο. Από την Κύπρο, την Κρήτη και την Πελοπόννησο, έως την Ηπειρο, τη Μακεδονία και τον Πόντο. Αιτίες που προκάλεσαν το φαινόμενο της θρησκευτικής μεταστροφής υπήρξαν η θρησκευτική βία της νέας εξουσίας και το παιδομάζωμα, η βαριά φορολόγηση και η κοινωνική περιθωριοποίηση των χριστιανών. H αποδοχή της νέας θρησκείας σήμαινε προσχώρηση στο κυρίαρχο κοινωνικό στρώμα και, κατά συνέπεια, κοινωνική άνοδο. Το φαινόμενο αυτό εντοπίζεται ιδιαιτέρως συχνά και στη νεοελληνική λαογραφία με τη χρήση του όρου «γενίτσαρος», που περιγράφει τον νεοφώτιστο μουσουλμάνο.

Κατάλοιπο της συγκεκριμένης ιστορικής διεργασίας αποτελούν σήμερα τέσσερις ελληνόφωνες μουσουλμανικές ομάδες: κρητική, ποντιακή, μακεδονική και κυπριακή. Οι ομάδες αυτές (εκτός από τη μακεδονική) εντοπίστηκαν και καταγράφηκαν στην έρευνα «Ethnic groups in Turkey» του γερμανικού Πανεπιστημίου του Τίμπιγκεν. Κάθε μια απ’ αυτές έχει εξαιρετικό ιστορικό ενδιαφέρον (βλέπε σχετικά δημοσιεύματα σε παλιότερα φύλλα της «Καθημερινής» 16 Ιανουαρίου 2000, 30 Ιανουαρίου 2000, 29 Οκτωβρίου 2000, 25 Μαρτίου 2001, 21 Ιουλίου 2002). Από τις τέσσερις ομάδες, η κρητική και η κυπριακή συγκρούστηκαν με το επαναστατικό κίνημα των χριστιανών Ελλήνων. Στις ομάδες αυτές η μετάβαση από τη θρησκευτική μουσουλμανική ταυτότητα στην εθνική τουρκική πραγματοποιήθηκε λόγω της σύγκρουσης με τον χριστιανικό Ελληνισμό και της προσπάθειας του καθεστωτικού τουρκικού εθνικισμού να εμφυτεύσει με βίαιο τρόπο τη νέα εθνική ταυτότητα.

Στην Κύπρο, αυτούς που άλλαξαν θρησκεία ή ακόμα παρέμεναν σε κρυπτοχριστιανική κατάσταση, τους ονόμαζαν «λινομπάμπακους». Αρκετοί από αυτούς είχαν συνείδηση της ελληνικής τους καταγωγής και μερικοί επανήλθαν στην πίστη των πατέρων τους μετά την πολιτειακή αλλαγή του 1878 και την αντικατάσταση των Τούρκων κατακτητών από τους Βρετανούς. Με την ανοχή, όμως, των νέων κατακτητών, οι οποίοι επιδίωκαν την εξασθένιση του ελληνικού στοιχείου, ακολουθήθηκε πολιτική εκτουρκισμού των λινομπάμπακων. H πολιτική αυτή ενισχύθηκε από την ελληνική ολιγωρία και την υπεροπτική στάση της Εκκλησίας της Κύπρου.

Το στοιχείο που διαμόρφωσε σε πρώτη φάση την εθνική συνείδηση των Τουρκοκυπρίων, ήταν η σύγκρουση με τον χριστιανικό Ελληνισμό κατά τις δεκαετίες ’60 και ’70. Ετσι, άρχισε να εμφανίζεται βαθμιαία μια τάση μετάβασης από τη μουσουλμανική ταυτότητα στην τουρκική. H τάση αυτή έγινε πιο έντονη μετά τα γεγονότα του ’63 για να κορυφωθεί το ’74. Στη συνέχεια, η τουρκοκυπριακή κοινότητα συγκεντρώθηκε σε μια αμιγή γεωγραφική περιοχή που βρισκόταν υπό τον απόλυτο έλεγχο των Τούρκων εθνικιστών. Μέσω των καθεστωτικών μηχανισμών των στρατιωτικών από την Τουρκία και του Ντενκτάς επιχειρήθηκε η πλήρης εμπέδωση της νέας τουρκικής ταυτότητας. H προσπάθεια αυτή βασίστηκε επίσης -εκτός από τα ιδεολογικά επιχειρήματα- στην αίσθηση του νικητή που υπήρχε σε όλη την τουρκοκυπριακή κοινότητα κατά την περίοδο που ακολούθησε το ’74 και στη νομή των περιουσιών των ηττημένων Ελλήνων. Παράλληλα, το καθεστώς επιχείρησε μέσω των ιδεολογικών και διοικητικών του μηχανισμών την εξαφάνιση της ελληνοφωνίας των Τουρκοκυπρίων και τη μετατροπή τους σε τουρκόφωνο πληθυσμό.

Σήμερα ζούμε τη δεύτερη φάση διαμόρφωσης της τουρκοκυπριακής ταυτότητας. Από το 1974 η πραγματική αντιπαράθεση δεν γίνεται με τους Ελληνες της ελεύθερης Κύπρου αλλά με τον τουρκικό στρατό και το αυταρχικό και διεφθαρμένο καθεστώς Ντενκτάς.

Μαρτυρίες περιηγητών

Η μεταστροφή χριστιανικών πληθυσμών στην Κύπρο καταγράφεται με ιδιαίτερη γλαφυρότητα από περιηγητές που επισκέφτηκαν σε διαφορετικές χρονικές περιόδους το νησί. Οι μαρτυρίες των περιηγητών και η διερεύνηση του φαινομένου αποτέλεσαν αντικείμενο ερευνών κάποιων λίγων σύγχρονων ιστορικών, όπως ο Κώστας Κύρρης, ο Παρασκευάς Σαμαράς, ο Κωστής Κοκκινόφτας κ.ά.

Πολλές από τις σχετικές μαρτυρίες συλλέχτηκαν και δημοσιεύτηκαν στη Λευκωσία πριν από μερικά χρόνια από τον Π. Σαμαρά. Στο δημοσιευμένο υλικό βρίσκουμε πλήθος σημαντικών μαρτυριών που αποδεικνύουν ότι οι σύγχρονοι Τουρκοκύπριοι αποτελούν, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους, απογόνους των εξισλαμισμένων χριστιανών της Κύπρου, κυρίως Ελλήνων ορθοδόξων και δευτερευόντως Μαρωνιτών (καθολικών).

Οι εξισλαμισμοί στην Κύπρο άρχισαν αμέσως μετά την κατάκτησή της από τους Οθωμανούς το 1571. Πολλοί από τους άρχοντες του νησιού, για να σώσουν τη ζωή τους και την περιουσία τους αποδέχτηκαν τη θρησκεία των κατακτητών. Είκοσι πέντε χρόνια μετά, ο περιηγητής Dadini αναφέρει τα εξής:

«Οι Τούρκοι όλης της Κύπρου ανέρχονται σε 12.000-13.000, αλλά οι περισσότεροι από αυτούς είναι εξισλαμισμένοι χριστιανοί, που προσήλθαν στο Ισλάμ διά να απολαύσουν μεγαλύτερη ησυχία… μόλις οι αποστάτες αυτοί δουν χριστιανικό στρατό θα απορρίψουν το τουρμπάνι και θα ξαναφορέσουν το καπέλλο και θα στρέψουν τα όπλα τους κατά του Τούρκου».

Αυθαιρεσίες

Σε έκκληση που απηύθυνε το 1587 στον Ισπανό Βασιλέα Φίλιππο B΄ για την απελευθέρωση του νησιού ο Αρχιεπίσκοπος Κύπρου Τιμόθεος αναφέρονται:

«Εσημειώθησαν προσφάτως επανειλημμένα κρούσματα αυθαιρεσίας των οργάνων του κατακτητού: με απληστίαν επιχειρείται αφαίρεση, των περιουσιών των κατοίκων: Παραβιάζονται αι οικίαι των Χριστιανών και διαπράττονται κάθε είδους ατιμίαι εις βάρος συζύγων και θυγατέρων, δύο φορές μέχρι τώρα εληστεύθηκαν ναοί και μοναστηριακά καθιδρύματα, επεβλήθησαν πολλοί και βαρείς φόροι, των οποίων η είσπραξις επιδιώκεται διά συστηματικών διώξεων, απειλών και βασανιστηρίων, πράγμα που οδηγεί πολλούς εις εξισλαμισμόν, αποσπώνται τέλος από τας κυπριακάς οικογενείας τα άρρενα τέκνα (για να πλαισιώνουν τα γεννιτσαρικά τάγματα). H εφαρμογή αυτού του σκληρού μέτρου εις την Κύπρον αποτελεί διά τους κατοίκους το χειρότερον από τα δεινοπαθήματα (της τουρκικής κατοχής)».

Οπως φαίνεται, το παιδομάζωμα υπήρξε ιδιαιτέρως έντονο στην Κύπρο. Τόσο, ώστε να προκληθεί το 1606 εξέγερση του ελληνικού πληθυσμού υπό την αρχηγία του Πέτρου Αβεντάνιου. Τρεισήμισι χιλιάδες Οθωμανοί έχασαν τη ζωή τους από τους επαναστάτες, οι οποίοι όμως, άοπλοι καθώς ήταν και αβοήθητοι, νικήθηκαν. Σε έκκληση του Αρχιεπισκόπου Κύπρου Χριστόδουλου, προς τον Δούκα της Σαβοΐας, που συντάχθηκε μεταξύ των ετών 1608 και 1626 διαβάζουμε:

«...και αφ ις εσικόθικε ο Καπιτάνος Βετόριος (Ζεπετός) και εχάλασεν καπόσους Τούρκους, αγριόθησαν επάνο μας σαν τους άγριους λύκους, και πέρνουν τα πεδιά από τες ακάλες μας…».

Στα 1670 ο περιηγητής Hurtel, γράφει:

«Πάρα πολλοί Κύπριοι, μη μπορώντας να ανεχθούν αυτή τη σκληρή τυραννία, επιθυμούν να γίνουν Τούρκοι, αλλά πολλοί απορρίπτονται, επειδή (όπως λένε οι αφέντες τους) με την αποδοχή τους στην μουσουλμανική πίστη, ο εκ Κύπρου φόρος υποτελείας θα μειώνονταν πάρα πολύ».

Τα τέλη του 17ου αιώνα παρατηρείται μεγάλο κύμα εξισλαμισμών σε ολόκληρο τον ελληνικό κόσμο που βιώνει την κοινή μοίρα της υποταγής στο οθωμανικό Ισλάμ. Για την Κύπρο, η γραπτή μαρτυρία του λαϊκού ποιητή Κωνσταντίνου του Παπα-Νικολάου από την Επισκοπή, που σε ποίημά του το 1672, σχετικά με τη δράση ενός εντεταλμένου για τη συλλογή φόρων, του Μαρκουλλή, αναφέρει τα εξής:

«Αυτός ο σκολικόβροτος και αναθεματισμένος,
τόσον κακόν οπούκαμεν στη Κύπρου μας ραγιάδες
έκαμεν ορφανά παιδιά γυναίκες δε χειράδες,
πολλοί από τον φόβον τους στα σπίτια τους εφεύγαν
λέγω οι περισσώτεροι πιγένναν και τουρκεύγαν.
Οι χριστιανοί πότα κακά πλέον δεν εβαστάνναν
επίγενναν και τούρκευγαν την πίστην τους εχάνναν,
παπάδες και πνευματικοί γέρωντες, προκομμένοι
αρνίθισαν την πίστην τους οι τρις καταραμένη…».

Ο Ρώσος περιηγητής Warski αναφέρεται το 1732 σε μαζικούς εξισλαμισμούς με αιτία την ειδική βαρειά φορολογία των χριστιανών, περιγράφει:

«Ουδείς δύναται να αποφύγει τον φόρον τούτον (το χαράτσι) εάν δεν απαρνηθεί την πίστην του και δεν συγκατατεθεί να προσηλυτισθεί εις τον Μωαμεθανισμόν. Δάκρυα έχω χύσει, εγώ ο οποίος γράφω εδώ, όταν ενθυμούμαι πόσους πτωχούς ανθρώπους συνάντησα, οι οποίοι δεν ημπορούσαν να υποφέρουν τους φόρους και τας τουρκικάς πιέσεις και απηρνήθησαν την πίστην των εις τον Χριστόν».

Πιέσεις και βία

Από την Επανάσταση του 1821 στο Hatti Humayun

H εκδήλωση της ελληνικής Επανάστασης το 1821, υπήρξε αφορμή για νέο κύμα πιέσεων και άσκηση βίας κατά των Ελλήνων στην Κύπρο. Σε χρονικό που γράφτηκε την πρώτη χρονιά της Επανάστασης αναφέρονται τα εξής:

«…και ήλθαν ασκέρια από τα Παρασάμια (Αίγυπτος) και έκαμαν πολλά κακά εις τους χριστιανούς. Ιουλίου 9 εθανατώσαν τους αρχιερείς και κοτζιαμπάσηδες και τους εχόμενους ανθρώπους και επήραν το μάλιν τους και έγδυσαν τα Μοναστήρια και Εκκλησιές και τους Χριστιανούς και πολλούς ετουρκίσαν».

Μια από τις χαρακτηριστικότερες πράξεις αποτέλεσε η εξόντωση των προκριτών. O Κιουτσούκ Μεχμέτ, κυβερνήτης του νησιού, κάλεσε δολίως στο Σεράι 486 προκρίτους κατόχους μεγάλων περιουσιών, τους οποίους εθανάτωσε. Γλίτωσαν 36 άτομα, τα οποία εξισλαμίσθηκαν για να αποφύγουν τον θάνατο. O αριθμός των εξισλαμισμένων, όμως, στις τάξεις του λαού ήταν πολύ μεγαλύτερος. Οι σφαγές κορυφώθηκαν την επόμενη χρονιά, ως εκδίκηση για την καταστροφή του τουρκικού στόλου στην Πύλο της Πελοποννήσου.

Την ίδια περίοδο, ο Σουηδός περιηγητής ιερέας Jacob Βerggreεπισκέφθηκε το νησί και περιέγραψε την κατάσταση που συνάντησε:

«Οταν το 1822 πέρασα τελευταία φορά από τη Λάρνακα, ο πληθυσμός του νησιού είχε περιοριστεί σε τέτοιο βαθμό, που πολλά μεγαλοχώρια ήταν εντελώς ακατοίκητα. Τα στρατεύματα του Μουχασίλη δεν άφησαν ψυχή ζωντανή, παντού απ’ όπου πέρασαν, και καθώς η αξία της ανθρώπινης ζωής είχε πέσει, έπεσαν και όλες οι τιμές της αγοράς».

Οι Μαρωνίτες

Την ίδια άσχημη μεταχείριση είχαν και οι Μαρωνίτες. O Γάλλος πρόξενος Goep γράφει:

«Εν Λάρνακι τη 22 Δεκεμβρίου 1845.

Κατά το εις Λευκωσίαν ταξίδι μου, πολλαί τουρκικαί οικογένειαι, καταγωγής Μαρωνιτών, μου εγνώρισαν, μέσον του Ηγουμένου του Μοναστηρίου Terra Santa της Λευκωσίας, ότι κατά την Ελληνικήν Επανάστασιν, εξηναγκάσθησαν να ασπασθώσι τον ισλαμισμόν διά να σώσωσι την ζωήν των, αλλά κατά βάθος παρέμειναν Χριστιανοί. Σήμερον επιθυμούσι να επανέλθωσιν εις τον καθολικισμόν, αλλ’ εν πρώτοις θέλουσι να εξασφαλίσωσι την προστασίαν του γαλλικού προξενείου, προς αποφυγήν των καταδιώξεων τας οποίας αναμένουσι φαίνεται ότι ο ζήλος των χριστιανών τούτων Μουσουλμάνων δεν φθάνει μέχρι του να διακινδυνεύωσι χάριν της θρησκείας, διότι μέχρι σήμερον επιμελώς απέφυγον κάθε ενοχοποιητικόν διάβημα».

Από τα 1846 και κυρίως στα 1858, όταν άρχισαν να εφαρμόζονται οι διατάξεις του Hatti Ηumayu που προνοούσε γενικά για την ισοτιμία των υπηκόων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ελεύθερη εξάσκηση της θρησκείας, ένας μικρός αριθμός κρυπτοχριστιανών εκδήλωσε με θάρρος και παρρησία την επιθυμία να επιστρέψει στον χριστιανισμό. Υπάρχουν στοιχεία τόσο για ομαδικές προσπάθειες, όσο και για ατομικές. Ομως η έντονη αντίδραση των Οθωμανών μείωσε τον συνολικό αριθμό.

Η ιστορία των Τουρκοκυπρίων αποτελεί άλλο ένα σημείο της πολύπλοκης και ενδιαφέρουσας σχέσης μας με τους Τούρκους και το Ισλάμ. H γεωγραφική μας τοποθέτηση στα σύνορα του χριστιανικού με τον μουσουλμανικό κόσμο προκάλεσε πολλές οδύνες. H κυριαρχία του Ισλάμ στην περιοχή μας για εκατοντάδες χρόνια συρρίκνωσε το κοινωνικό σώμα των Ελλήνων. Στη συνέχεια, κατά την εποχή της διαμόρφωσης των εθνικών κρατών -και της παράλληλης υποχώρησης των θρησκευτικών ταυτοτήτων προς όφελος των εθνικών- οι Ελληνες περιορίστηκαν γεωγραφικά στα Βαλκάνια. Σήμερα, βιώνουμε με ένα μοναδικό τρόπο όλα αυτά τα φαινόμενα του παρελθόντος. Ισως γιατί η Κύπρος αποτέλεσε το τελευταίο σημείο, στο οποίο η παλιά τάξη πραγμάτων υποχώρησε προς όφελος των νέων εθνικών αντιλήψεων με κορύφωση το 1974, το πραξικόπημα και την εισβολή.

Η ιστορική μας επιστήμη, εγκλωβισμένη σε μια μονοδιάστατη αντίληψη της Ιστορίας, αδυνατεί να κατανοήσει αυτές τις υπόγειες διεργασίες που χαρακτηρίζουν με μοναδικό τρόπο την περιοχή μας και τη διαφοροποιούν από την Ευρώπη της επίπλαστης εθνικής καθαρότητας. Επίσης αδυνατεί να παρακολουθήσει την εξέλιξη του όρου «Τούρκος», που από δήλωση θρησκευτικής κατάστασης πριν από την εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού, μετετράπη σε προσδιοριστικό όρο της εθνικής καταγωγής. Σήμερα, όμως, έχουμε την εξαιρετική ευκαιρία να παρακολουθούμε την εμφάνιση ενός μοναδικού φαινομένου: την έκφραση, για πρώτη φορά μέσα στον ιστορικό χρόνο, των ενδιάμεσων ομάδων του οθωμανικού παρελθόντος. Το σύνθημα του Τουρκοκύπριου νέου «We are not Turks, we are not Greeks, we are Gypriots», μαζί με αντίστοιχες εκφράσεις -ίσως και πιο προχωρημένες- που προέρχονται από νέους καταγόμενους από τις παλιές ελληνόφωνες μουσουλμανικές ομάδες και στην ίδια την Τουρκία, φανερώνουν τα πλασματικά όρια των μέχρι τώρα στερεοτύπων μας. Εφεξής, το μεγαλύτερο βάρος θα έχει η ελληνική πλευρά, η οποία θα πρέπει να αποδείξει ότι διαθέτει την ωριμότητα ώστε να μη γίνει και πάλι ο αντίπαλος πόλος και η δύναμη που θα ξανασπρώξει τους Τουρκοκύπριους στην αγκαλιά της «μητέρας – πατρίδας».

Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας.

http://www.kathimerini.gr/141185/article/epikairothta/politikh/toyrkokyprioi-mia-omada-ellhnofwnwn-moysoylmanwn


 

Advertisements

14 Σχόλια

  1. vimasaronikou on

    Πώς δεν αναφέρεται ο εποικισμός από το 1974 και εφεξής;

    • Το άρθρο αυτό διαπραγματευόταν το ζήτημα της προέλευσης και της ταυτότητας των Τουρκοκυπρίων.

      • vimasaronikou on

        Η παρούσα κατάσταση των Τουρκοκυπρίων είναι πως οι περισσότεροι έχουν εξανδραποδισθεί από τους Τούρκους εποίκους οι οποίοι και είναι η μεγάλη πλειοψηφία στα Κατεχόμενα.

  2. Β.Α. on

    ΜΙΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗΣ: ΟΧΙ ΣΤΟ ΝΕΟ ΕΓΚΛΗΜΑ!

    Σχολιάζοντας το άρθρο του Δημήτρη Κωνσταντακόπουλου σχετικά με την Διάσκεψη της Γενεύης δεν θα επαναλάβω τις καίριες αναλύσεις του που οδηγούν στο συμπέρασμα ότι για μια ακόμα φορά απειλείται η κατάλυση της Κυπριακής Δημοκρατίας.

    Υπάρχουν αρμοδιότεροι από μένα, όπως ο καθηγητής Γεώργιος Κασιμάτης, που θεωρεί ότι «η συμμετοχή της Ελλάδας και της Κύπρου στην Διάσκεψη αυτή συνιστά διεθνή αναγνώριση του λόγου τρίτων κρατών επί της Κύπρου» και γι’ αυτό την χαρακτηρίζει παράνομη και αντίθετη με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο, τα δε αποτελέσματά της άκυρα.

    Εγώ θα σταθώ στη θέση και στον ρόλο της Ελλάδας μέσα στο πλαίσιο της σημερινής ιστορικής συγκυρίας, όπου κυριαρχούν οι δυνάμεις (με πρώτες τις ΗΠΑ) για τις οποίες η διεξαγωγή πολεμικών επιθέσεων αποτελεί κύριο σκοπό τόσο για την οικονομική και κοινωνική τους ανάπτυξη όσο και για την ικανοποίηση της επιθετικής ψυχολογίας που διαμορφώνει ένα νέο είδος παλλαϊκού πανεθνικού ιμπεριαλισμού, πρωτοφανούς σε αγριότητα και κυνισμό.

    Η Μέση Ανατολή υπήρξε και εξακολουθεί να είναι ο βασικός στόχος των επιθετικών δυνάμεων, όχι μόνο για το πετρέλαιο αλλά και για άλλους γεωπολιτικούς λόγους με επίκεντρο τη διάλυση του αραβικού κόσμου στο σύνολό του και την τελική εξόντωση του Μωαμεθανισμού. Η πολιτική αυτή ξεκίνησε από την εποχή του Νασερισμού, δηλαδή της προσπάθειας δημιουργίας ενός ενιαίου αραβικού κράτους, γεγονός που η Δύση θεώρησε ως την μεγαλύτερη απειλή στα συμφέροντά της. Και ξεκίνησε από τότε να οργανώνει μεθοδικά την αντιαραβική της εκστρατεία.

    Η τακτική αυτή είχε ως συνέπεια την αφύπνιση των ριζοσπαστικών δυνάμεων του αραβικού κόσμου και την αυξανόμενη διαμόρφωση στην αρχή αμυντικής και στη συνέχεια επιθετικής τακτικής από την πλευρά των μουσουλμάνων με κορύφωση το Ισλαμικό Κράτος. Για να φτάσουμε στο στάδιο της εκδικητικής μανίας από μέρους των μωαμεθανών, περάσαμε διάφορα στάδια με τη δημιουργία εξτρεμιστικών οργανώσεων ξεκινώντας από την Παλαιστίνη και την στοχοποίηση του Ισραήλ, την μεταβολή του Λιβάνου σε πεδίο βολής φανατικών δυνάμεων και από τις δύο πλευρές, την μετατροπή του Ιράν σε θρησκευτικό κράτος με βασική ιδεολογία το μίσος εναντίον του δυτικού κόσμου και -το αποκορύφωμα- τις επιθέσεις των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ με αποτέλεσμα την ολική καταστροφή του Αφγανιστάν, του Ιράκ και της Συρίας παράλληλα με τις ισοπεδωτικές επιθέσεις του Ισραήλ στον Λίβανο και στην Παλαιστίνη. Ακολούθησε η επίθεση κατά της Λιβύης και η ουσιαστική της καταστροφή.

    Το τελικό αποτέλεσμα έως σήμερα είναι η εξόντωση ενός σημαντικού μέρους των παραδοσιακών μουσουλμανικών δυνάμεων. Ιράκ, Λιβύη, Συρία αποτελούσαν τρεις ισχυρούς κρατικούς πυλώνες της αραβικής δύναμης. Έκτοτε, η συνειδητοποίηση της απώλειας αυτών των δυνάμεων λειτουργεί μέσα στον μουσουλμανικό χώρο ως ο κύριος στρατολόγος των πληγωμένων μωαμεθανών. Το μέγεθος της θυσίας όλων αυτών που ανατινάζονται φωνάζοντας το όνομα του Αλλάχ από τυφλή εκδικητική μανία θα πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε τους λόγους που τους οδήγησαν σ’ αυτές τις πράξεις. Συνήθως εμείς βλέπουμε μόνο τα θύματα. Αν εξετάζαμε με νηφαλιότητα και τους θύτες, τότε θα καταλήγαμε ασφαλώς στην διαπίστωση, ότι ίσως αυτοί οι θύτες να είναι μεγαλύτερα θύματα από τα δικά τους θύματα. Θύματα της νέας σταυροφορίας των Δυτικών δυνάμεων (ΗΠΑ, ΝΑΤΟ) που όπως είδαμε, οι πολεμικές συρράξεις που προκαλούν, αποτελούν κυρίαρχο στοιχείο για την ύπαρξή τους ως κορυφαίων οικονομικών και στρατιωτικών δυνάμεων που διεκδικούν τον ρόλο των Αφεντικών του Κόσμου.

    Η αξία των οπλικών συστημάτων (τόσο των επιτιθεμένων όσο και των αμυνομένων) κατά τη διάρκεια όλων αυτών των πολεμικών επιχειρήσεων (στη Συρία δεν τελείωσαν ακόμα) θα πρέπει να υπολογιστεί σε τρισεκατομμύρια δολλάρια που εισπράχθηκαν από τα κρατικά ταμεία των ΗΠΑ, της Αγγλίας και της Γαλλίας σε μέγιστο βαθμό. Με άλλα λόγια αυτά τα πλούσια Έθνη που παράγουν και εξάγουν τον ΜΑΥΡΟ ΘΑΝΑΤΟ, έγιναν πλουσιότερα, ενώ για τους ηττημένους το τίμημα σε αίμα και καταστροφή είναι ανυπολόγιστο.

    Μπορούμε να πούμε ότι εξαφανίστηκαν όχι μόνο ως κρατικές αλλά και ως εθνικές ενότητες. Έσβησαν από τον χάρτη ολόκληρες χώρες και λαοί, για να πλουτίσουν οι δήθεν πολιτισμένοι της Δύσης και να επιβεβαιώσουν την απόλυτη κυριαρχία τους, με πυλώνες την οικονομική και στρατιωτική παντοδυναμία τους.
    Αυτή είναι η πεμπτουσία του σύγχρονου κόσμου και όλα τα υπόλοιπα έχουν δευτερεύουσα σημασία.

    Μέσα σ’ αυτό το κάδρο των διεθνών σχέσεων και της νέας ισορροπίας δυνάμεων, η Ελλάδα και η Κύπρος πού τοποθετούνται;
    Η άποψή μου είναι ότι το μοναδικό ενδιαφέρον που θα πρέπει να έχουν τα Επιτελεία των Ισχυρών Δυνάμεων για μας είναι βασικά γεωπολιτικό. Πλάι στα ονόματα των χωρών μας, οι υπερατλαντικοί επιτελείς θα έχουν σημειώσει ένα μεγάλο ερωτηματικό: «Τι θα κάνουμε μ’ αυτές τις δύο χώρες με την τόσο μεγάλη γεωστρατηγική σημασία και με τους τόσο απρόβλεπτους λαούς;».

    Για να μιλήσω μετεωρολογικά, οι άνεμοι που φυσούν στην περιοχή μας ξεπερνούν τα δέκα μποφώρ. Φυσικά οι πιο πολλοί δεν έχουν την ίδια γνώμη με μένα. Αυτά τα περί πολεμικής βιομηχανίας, της εξαγωγής του μαύρου θανάτου και της γενικευμένης ευθύνης για τη συσσώρευση πλούτου με τίμημα τις σάρκες και το αίμα των ασθενέστερων λαών είναι σκέψεις εκτός του πλαισίου των αναλύσεων βάσει των οποίων καθορίζεται η τοποθέτησης του α και του β. Γιατί όμως; Δεν βλέπουν; Όταν τελείωσε η καταστροφή της Γιουγκοσλαυίας από τις δυνάμεις του ΝΑΤΟ, δημοσιεύθηκε ο εξής ισολογισμός: Από τη μια πλευρά τοποθετήθηκαν οι καταστροφές (εργοστάσια, γέφυρες, νοσοκομεία, σχολεία, νεκροί κλπ.) και από την άλλη τα κέρδη από την πώληση, αγορά και χρήση των όπλων ΗΠΑ, Αγγλία, Γαλία, Γερμανία, Σουηδία κλπ. κέρδη σε δισεκατομμύρια δολλάρια.
    Όμως με την Μέση Ανατολή δεν τελειώσαμε ακόμα. Μένει το Ιράν. Ο Κίσινγκερ δήλωσε ότι σε ένα πόλεμο των ΗΠΑ-ΝΑΤΟ κατά του Ιράν, προβλέπει εμπλοκή της Ρωσίας. «Τότε», είπε, «όταν η αρκούδα βγει από τη φωλιά της, θα την χτυπήσουμε με τα νέα μας όπλα και θα την διαλύσουμε».

    Αναφέρθηκα στην Ρωσία. Κι εδώ θα πρέπει να προσθέσω, ότι είναι μέγα λάθος μας να την αγνοούμε. Ρωσία και Κίνα είναι αυτή τη στιγμή οι δύο βράχοι που εμποδίζουν τους Ισχυρούς να μεταβάλουν την γη σε ένα κολοσσιαίο Αρμαγεδώνα. Και πάλι επανερχόμαστε στον Πολιτισμό. Γίνεται ολοένα και πιο ευδιάκριτο το γεγονός ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια βαθειά πολιτισμική αντίθεση. Ανάμεσα στον Πόλεμο και την Ειρήνη, το Χάος και την Αρμονία.

    Προσωπικά θλίβομαι βαθύτατα να βλέπω τις κυρίαρχες χώρες του Δυτικού Πολιτισμού (που έχει τις ρίζες του στην Ελλάδα) να έχουν μεταλλαγεί σε Σταυροφόρους θανάτου. Όμως η πραγματικότητα με απομακρύνει από αυτή την ρομαντική αντιμετώπιση. Και θα ευχόμουν το μεγάλο βήμα κατά της πολεμικής βιομηχανίας και της εξαγωγής του Μαύρου Θανάτου να το έκαναν οι ίδιοι οι Λαοί των πλούσιων χωρών…

    Δεν μπορώ όμως να κάθομαι ήσυχος με σταυρωμένα χέρια όταν βλέπω ότι αυτοί οι δήθεν φίλοι και σύμμαχοί μας δεν μας υπολογίζουν ως ομοίους τους (εννοώ την Ελλάδα και την Κύπρο). Τουναντίον μας υποτιμούν και μας θεωρούν χώρες σημαντικές μόνο και μόνο γιατί η γεωγραφική μας θέση μας τοποθετεί στο επίκεντρο των συμφερόντων τους.

    Στην περίπτωση που θα θελήσουν να επιτεθούν στο Ιράν, η Κύπρος είναι απαραίτητη ως προωθημένη βάση εξόρμησης. Η Σούδα έπεται. Και γιατί η Κύπρος; Γιατί το Ιράν δεν είναι Ιράκ και για να κατακτηθεί χρειάζονται εκατοντάδες χιλιάδες στρατιώτες. Θα χρειαστεί λοιπόν ένα αβύθιστο αεροπλανοφόρο, όπου θα στρατοπεδεύουν οι στρατιώτες και από κει μέσω Ιράκ στα σύνορα του Ιράν.

    Στο πλαίσιο των απόψεών μου αυτών, θεωρώ ότι στην Γενεύη οι Αμερικανοί μαζεύουν γύρω από ένα τραπέζι τους υπάκουους υπηκόους τους για να στραγγαλίσουν τους απείθαρχους ελληνοκύπριους, να τους αφοπλίσουν αφήνοντας ανέπαφο τον τούρκικο στρατό, που σημαίνει ότι παραδίδουν το νησί μέσω της μειοψηφίας των τουρκοκυπρίων στην Άγκυρα.

    Όλα αυτά θα συμβούν στις μέρες που έρχονται, ενώ ο ελληνικός λαός θα βρίσκεται σε κατάσταση μνημονιακού λήθαργου. Μέσα σε παρόμοιες κοσμοϊστορικές ανεμοθύελλες οι Έλληνες έμαθαν να ζουν από την εποχή του Μαραθώνα ακόμα. Αλλά τότε υπήρχε ένας Μιλτιάδης και ένας Θεμιστοκλής και ένας Λαός ελεύθερος, με υψηλό επίπεδο πολιτισμού. Βλέπετε σήμερα να υπάρχει κανένας σύγχρονος Μιλτιάδης ή Θεμιστοκλής;

    Υπάρχει λαός όρθιος και υψηλό επίπεδο μόρφωσης και πολιτισμού; Ή τουλάχιστον ευημερίας;
    Επειδή είμαι βέβαιος ότι μιλώ μέσα σε έρημο, θα στραφώ προς την πλευρά της Κυβέρνησης και προσωπικά του Αλέξη Τσίπρα, για να ρωτήσω ευθέως: «Πιστεύετε ότι εσείς είστε ικανοί να αντιμετωπίσετε αυτή τη νέα πρόκληση; Με ποιες δυνάμεις; Ποσοτικά και ποιοτικά; Έχετε μεγάλη ευθύνη και κινδυνεύετε να χαρακτηριστείτε άσχημα και κατά τη γνώμη μου άδικα, γιατί δεν πιστεύω ότι έχω απέναντί μου προδότες. Το αντίθετο θα έλεγα. Είστε όπως σχεδόν όλοι οι Έλληνες πατριώτες. Όμως χωρίς το απαραίτητο έρμα που οφείλει να έχει η χώρα και η κυβέρνησή της για να αντέξει σ’ αυτούς τους νέους ανέμους η χώρα μας και έτσι θα οδηγηθούμε σε μια ανεπίτρεπτη προδοτική ενέργεια απέναντι στους Κύπριους αδελφούς μας.

    Θα απευθυνθώ και στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, για να τον παρακαλέσω να μελετήσει προσεκτικά όλα τα δεδομένα σχετικά με την Διάσκεψη της Γενεύης, προκειμένου να αποφύγουμε μια νέα ανεπανόρθωτη εθνική καταστροφή.

    Εμένα προσωπικά ως Έλληνα δεν με φοβίζουν αυτοί οι ιστορικοί άνεμοι. Απεχθάνομαι μόνο την ιδέα ότι μπορεί να με κάνουν να αισθάνομαι σαν φρόκαλο. Είμαι πεπεισμένος, ότι ο ελληνικός λαός είναι ικανός κάτω από ορισμένες προϋποθέσεις (που δεν υπάρχουν σήμερα) να αντιμετωπίσει σαν αιωνόβιος πλάτανος ακόμα και τους πιο άγριους ανέμους. Ας σοβαρευτούμε λοιπόν και ας κοιτάξουμε όλοι μαζί πώς θα γλιτώσουμε από τη νέα παγίδα στην οποία μας οδηγούν.

    Αθήνα, 23.6.2017
    Μίκης Θεοδωράκης
    ΠΗΓΗ: http://www.mikistheodorakis.gr

  3. Τρία σημερινά άρθρα από τρεις ς αρθρογράφους της Σημερινής και του Sigmalive

    .
    Ο Αναστασιάδης ως νέος, Κύπριος, Τσάμπερλεν;

    27.06.2017 Σάββας Ιακωβίδης

    Η Ιστορία πρέπει να διδάσκει τους ηγέτες. Μια επιτιθέμενη, επεκτεινόμενη δύναμη δεν κατευνάζεται. Αντιμετωπίζεται. Με όλα τα μέσα. Μια κατοχική χώρα δεν εξημερώνεται με καλοπιάσματα αλλά κάμπτεται με κόστος υπέρμετρο του όποιου οφέλους από την κατοχή. Αυτά προϋποθέτουν σχεδιασμό μακράς πνοής πολιτικής, ξεκάθαρης στοχοθεσίας και στρατηγικής, αποφασιστικότητας και εθνικής αξιοπρέπειας στην υπεράσπιση των συμφερόντων και της επιβίωσης του τόπου. Η ελληνική πλευρά, από το 1977 υπέπεσε στο καταστροφικό λάθος να αποδεχτεί την τουρκοφρενή και αγγλικής υποβολής ρατσιστική, αντιδημοκρατική και αντιευρωπαϊκή διζωνική, η οποία ουδαμόθεν του πλανήτη απαντάται. Αυτή η πολιτική ισχύει εδώ και 40 χρόνια. Τι απέδωσε;

    Συνεχή κατολίσθηση στους τουρκικούς στόχους, υποβάθμιση της Κυπριακής Δημοκρατίας, αναβάθμιση του κατοχικού ψευδοκράτους και εξίσωση της τ/κ μειοψηφίας με την ε/κ πλειοψηφία. Ακόμα προχθές ο Τούρκος αντιπρόεδρος έκρωζε υποκριτικά ότι το Κυπριακό δεν επιλύεται επειδή οι Έλληνες νομίζουν ότι είναι η πλειοψηφία και οι Τ/κ η μειοψηφία. Αλλ’ ω! βάρβαρε εξ Ανατολίας, οι Έλληνες είναι η πλειοψηφία και οι Τ/κ είναι η μειοψηφία και η μειονότητα. Κι όμως: Έλληνες ηγέτες (Χριστόφιας και Αναστασιάδης) δέχτηκαν παραμονή δεκάδων χιλιάδων εποίκων για λόγους… ανθρωπιστικούς και εργασίας. Ανιστόρητοι και αμαθείς, δηλαδή επικίνδυνοι, δεν γνωρίζουν προφανώς τι η Τουρκία έπραξε στο Σαντζάκιο της συριακής Αλεξανδρέττας και πώς την κατάπιε…

    Η διζωνική τερατογένεση και η εγκληματική ανεπάρκεια των ηγετών μας οδηγούν και στο αυριανό Crans-Montana, το ελβετικό θέρετρο, το οποίο ενδέχεται να αποβεί ίσως το… φέρετρο της Κυπριακής Δημοκρατίας και του Ελληνισμού. Ο πρόεδρος Αναστασιάδης, παραβιάζοντας και εξουδετερώνοντας διαχρονικές θέσεις της πλευράς μας, ανέχτηκε την έκλειψη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αποδέχτηκε την τουρκική απαίτηση για πενταμερή. Ανέχτηκε την εξαφάνιση της Κυπριακής Δημοκρατίας από τις συνομιλίες. Ανέχτηκε όλες τις προσβολές και τις τουρκικές λάσπες που εξακοντίστηκαν εναντίον του και της Κύπρου διότι επιμένει να τρέφει την ολέθρια ψευδαίσθηση ότι, η Τουρκία θα μεταποιήσει τη γνωστή βολική ρητορική της, ότι θέλει λύση, σε πράξη.

    Απατάται πλάνην οικτράν! Ζει σε άλλους πλανήτες! Συμπεριφέρεται όπως εκείνος ο θλιβερός Εγγλέζος Πρωθυπουργός, Νέβιλ Τσάμπερλεν. Ήθελε να… κατευνάσει το Χιτλερικό, ναζιστικό θηρίο. Ιδού η ιστορία του: Η εξωτερική πολιτική του ήταν συνέχεια της πολιτικής του Στάνλεϊ Μπάλντουιν. Πέρασε στην ιστορία των διακρατικών και διεθνών σχέσεων ως Appeasement Policy (Πολιτική Κατευνασμού). Ο όρος αυτός εξεικονίζει την προσπάθεια των Βρετανών να διατηρήσουν καλές σχέσεις με τη ναζιστική Γερμανία. Το 1938 ο Τσάμπερλεν υπέγραψε τη Συμφωνία του Μονάχου με την Ιταλία, τη Γαλλία και τη Γερμανία, με την οποία η Τσεχοσλοβακία θα έδινε τα ανατολικά εδάφη της Σουδητίας στη Γερμανία, για να μη γίνει εισβολή στην υπόλοιπη χώρα. Ο Εγγλέζος Πρωθυπουργός επέμενε να συνάπτει συμφωνίες με τον αδίστακτο Χίτλερ για να αποτρέψει κάθε κίνδυνο πολέμου. Ιστορική έχει μείνει η φράση, με την οποία ανακοίνωσε την υπογραφή της Συμφωνίας του Μονάχου: «Peace for our time» («Ειρήνη στην εποχή μας»). Λίγο αργότερα, η πολιτική κατευνασμού του Χιτλερικού θηρίου κατέρρευσε με το ξέσπασμα του Β΄ Παγκόσμιου Πολέμου.

    Εδώ και τεσσεράμισι χρόνια, ο πρόεδρος Αναστασιάδης επιχειρεί να κατευνάσει το τουρκικό θηρίο. Μετήλθε όλους τους τρόπους. Προέβη σε ολέθριες υποχωρήσεις, υιοθετώντας και εκείνες του αλήστου μνήμης Χριστόφια. Αγνόησε ανεύθυνα την τουρκική στοχοθεσία. Ακόμα προχθές δήλωσε: «Μεταβαίνω στο Crans-Montana της Ελβετίας με πλήρη αποφασιστικότητα και καλή θέληση, αγνοώντας τις όποιες αρνητικές δηλώσεις από τουρκικής και τουρκοκυπριακής πλευράς». Μα, οι «αρνητικές δηλώσεις» της τουρκικής πλευράς αποδίδουν επακριβώς και ξεκάθαρα τους διαχρονικά αμετακίνητους και αταλάντευτους τουρκικούς στόχους. Η υποτίμηση του εχθρού είναι ολέθρια συνταγή ήττας και υποταγής.

    Αυτό έπραξε εκείνος ο θλιβερός Τσάμπερλεν. Αυτού τα αχνάρια ακολουθεί, δυστυχώς, ο πρόεδρος Αναστασιάδης. Ελπίζει ακόμα, ο τραγικός αυτός ηγέτης, ότι «η τουρκική και η τουρκοκυπριακή πλευρά θα προσέλθουν με την ίδια αποφασιστικότητα και βούληση για να εξευρεθεί λύση που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των Κυπρίων και μόνο». Είναι τραγικό και αυτόχρημα εθνικά ολέθριο: Ο Ν. Αναστασιάδης αρνείται να ξυπνήσει από τον πολιτικό λήθαργο της διζωνικής τερατουργίας. Ακόμα… ελπίζει ότι η κατοχική Τουρκία θα αλλάξει αμανέ και θα παίξει στους ρυθμούς μιας βιώσιμης και λειτουργικής, δημοκρατικής και ευρωπαϊκής λύσης.
    Πόση αφέλεια… Πόση ανεπάρκεια… Πόση βροντώδης υποτίμηση του Τούρκου εχθρού… Θέλουμε να ελπίζουμε ότι το Crans-Montana δεν θα εξελιχθεί σε κυπριακό Μόναχο και ο Ν. Αναστασιάδης δεν θα υποδυθεί τον Κύπριο Τσάμπερλεν…

    http://www.sigmalive.com/opinions/savvas-iakovidis/2103/o-anastasiadis-os-neos-kyprios-tsamperlen

    ————————————————————————

    Το ήδη ρεζιλίκι και το Κρανς Μοντάνα

    27.06.2017 Λάζαρος Μαύρος

    http://www.sigmalive.com/opinions/lazaros-mavros/2102/to-idi-reziliki-kai-to-krans-montana

    ————————————-

    Ρακένδυτοι μεταβαίνουν στην Ελβετία και γυμνοί θα επιστρέψουν…

    27.06 2017 Κωστάκης Αντωνίου

    http://www.sigmalive.com/blog/antoniouc/2017/06/2155/rakendytoi-metavainoun-stin-elvetia-kai-gymnoi-tha-epistrepsoun

  4. The ‘Conference on Cyprus’ at Crans Montana, Switzerland, 28 June 2017:

    An Open Letter to the Foreign and Commonwealth Secretary of the United Kingdom

    For the immediate attention of the Right Honourable Boris Johnson MP, Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs, Foreign & Commonwealth Office, HM Government, Whitehall, London and copied to H.E. Matthew Kidd, High Commissioner of the United Kingdom, British High Commission, Alexander Pallis Street, Nicosia

    OPEN LETTER
    By email to: fcocorrespondence@fco.gov.uk
    Copied to: UKinCyprus@fco.gov.uk
    27 June 2017

    Dear Mr Johnson
    Re: The ‘Conference on Cyprus’ at Crans Montana, Switzerland, 28 June 2017
    I refer to my two letters sent to you at the Foreign and Commonwealth Office (‘FCO’) by email on 5 January and on 23 June 2017; the latter is reproduced as an Addendum to this letter. I also refer to my separate letter sent on 11 January 2017 to the Rt Hon Sir Alan Duncan MP, the Minister for Europe.
    Cy logo 1a Klearchos 27 12 2016In each of the three auto-response messages which I received by email from the FCO, I obtained the promise of a ‘reply’. Be that as it may, I have not received the courtesy of any substantive written reply from you, from the Minister for Europe, or from any other representative of Her Majesty’s Government.
    By means of my three said letters dated 5 January, 11 January and 23 June 2017, I posed several questions of considerable importance to the rule of law as it relates to the Republic of Cyprus, a Member State of the United Nations, the Commonwealth, the Council of Europe and the European Union. These included specific questions on international humanitarian law, international criminal justice, international law generally and other related subjects.
    Needless to say, I am disappointed by the failure of the FCO to provide any substantive written response to my three said letters. I am all the more disappointed for at least four reasons.
    Firstly, I am a citizen of the United Kingdom who is now working in the Republic of Cyprus, a sovereign state which may be on the verge of being dissolved as a result of whatever is agreed in secret at the ‘Conference on Cyprus’ scheduled to ‘reconvene’ in a few hours.
    Secondly, I am an academic who has devoted a substantial part of his career to promoting the rule of law in the United Kingdom, the Republic of Cyprus and the wider world.
    Thirdly, the United Kingdom has a responsibility to strive to ensure the health, safety and security of British citizens and British military personnel who live or work in the Republic of Cyprus or in the two adjacent British Sovereign Base Areas.
    Fourthly, the United Kingdom has various moral and legal duties towards the Republic of Cyprus. These duties flow from various sources including the Cyprus Act 1960, the Treaty of Establishment 1960, the Treaty of Guarantee 1960 and the Treaty on European Union.
    For these and for other reasons, I look forward to receiving a written response to my three said letters without any further delay.
    In the meantime, I have composed this open letter addressed to you in the light of the ‘News story’ published today, i.e. 27 June 2017, by the Foreign and Commonwealth Office (‘the FCO’s news story’.) This bears the title ‘Foreign Secretary joins crucial Cyprus settlement talks in Switzerland offering full UK support’.
    (Source: ‘Foreign Secretary joins crucial Cyprus settlement talks in Switzerland offering full UK support’, FCO news story, 27 June 2017, published by the FCO at http://www.gov.uk/government/news/foreign-secretary-joins-crucial-cyprus-settlement-talks-in-switzerland-offering-full-uk-support)
    Please let me have a written response to all of the various additional questions set out below. Some relate to the FCO’s news story. Others relate to my open letter to the Minister for Europe, dated 11 January 2017.
    1. ‘the Greek Cypriot and Turkish Cypriot communities’
    To quote the first sentence of the FCO’s news story in full: ‘The Conference on Cyprus will reconvene in the Swiss resort of Crans Montana with the participation of the leaders of the Greek Cypriot and Turkish Cypriot communities, and representatives of the Guarantor Powers (Greece, Turkey and UK).’ With this in mind, why has the FCO misleadingly referred to ‘the Greek Cypriot and Turkish Cypriot communities’? Put another way, why has the FCO’s news story failed to use the correct expressions found in the Constitution of the Republic of Cyprus, i.e. ‘the Greek Community’ and ‘the Turkish Community’?
    (See Articles 1 and 2 of the Constitution of the Republic of Cyprus and the definitions found at Article 186 of the Constitution. The main body of the Constitution is available online at http://www.presidency.gov.cy/presidency/presidency.nsf/all/1003AEDD83EED9C7C225756F0023C6AD/$file/CY_Constitution.pdf)
    2. ‘the leaders’
    The questions below likewise flow from the first sentence of the FCO’s ‘news release’ and its reference to ‘the leaders of the Greek Cypriot and Turkish Cypriot communities’. With this in mind:
    2.1 Upon which legal basis and with which legal powers, if any, did Archbishop Makarios and Dr Fazil Kutchuk sign the London Agreement at the conclusion of the ‘Cyprus Conference’ held at Lancaster House on 19 February 1959?
    2.2 The Constitution of the Republic of Cyprus neither creates nor empowers any offices described as ‘leader of the Greek Cypriot community’ or ‘leader of the Turkish Cypriot community’. Indeed, the very word ‘leader’ is nowhere to be found in the Constitution. With this in mind, what is the legal basis, if any, of each of the two purported offices so described by the FCO’s news story?
    2.3 What is the legal basis, if any, of the powers purportedly wielded individually or jointly by the purported ‘leaders of the Greek Cypriot and Turkish Cypriot communities’?
    2.4 What is the nature and what is the scope, if any, of the purported powers wielded by the purported ‘leaders of the Greek Cypriot and Turkish Cypriot communities’?
    2.5 Do the purported ‘leaders of the Greek Cypriot and Turkish Cypriot communities’ individually or jointly wield any ‘powers’ to enter into any agreement(s) with Greece, Turkey, the United Kingdom or the European Union? If so, what is the legal basis of such ‘powers’?
    3. The ‘Macmillan Doctrine’ & the Treaty of Guarantee 1960
    The first sentence of the FCO’s news story expressly indicates that the parties to the ‘Conference on Cyprus’ will be ‘the leaders of the Greek Cypriot and Turkish Cypriot communities, and representatives of the Guarantor Powers (Greece, Turkey and UK)’. It would appear to follow, therefore, that the ‘Conference on Cyprus’ is to ‘reconvene’ in line with what I have described in my recent articles as ‘the Macmillan Doctrine’, i.e. a variation of the ‘Adventure in Partnership’ proclaimed in June 1958 by Harold Macmillan, the Prime Minister of the United Kingdom from 1957 until 1963.
    (See Klearchos A. Kyriakides, ‘The ‘Intellectual Partition’ of Cyprus, the ‘Macmillan Doctrine’ and the talks held in Geneva in August 1974 and January 2017’, Agora Dialogue, 9 January 2017, at
    http://agora-dialogue.com/2017/01/09/the-intellectual-partition-of-cyprus-the-macmillan-doctrine-and-the-talks-held-in-geneva-in-august-1974-and-january-2017/
    By the same token, it would also appear as if the Republic of Cyprus will not be one of the parties at the ‘Conference on Cyprus’.
    As I have pointed out in my article published yesterday (and available via the hyperlink below), history provides ample warnings as to the exceptional dangers which may arise if an existing sovereign state is not represented at any ‘Conference’ where its fate may be at stake. For example, Czechoslovakia was not one of the parties at the ‘Munich Conference’ held on 29 September 1938. Nor was Czechoslovakia one of the parties to the Munich Agreement reached in secret on that very same date by Germany, France, Italy and the United Kingdom.
    (See Klearchos A. Kyriakides, ‘’Democracies Die Behind Closed Doors: The Chilling Parallels Between the ‘Munich Conference’ and the ‘Conference on Cyprus’, Agora Dialogue, 26 June 2017, at http://agora-dialogue.com/2017/06/26/democracies-die-behind-closed-doors/)
    In the light of the above:
    3.1 What is the legal basis, if any, of the proposition implicit in the first sentence of the FCO’s news story, i.e. that the ‘Conference on Cyprus’ must involve five parties not including the Republic of Cyprus?
    3.2 On the basis that the Republic of Cyprus is not one of the parties at the ‘Conference on Cyprus’, who will advance or protect the interests of this existing sovereign state?
    3.3 On the basis that the Republic of Cyprus is not one of the parties at the ‘Conference on Cyprus’, how and by whom is the security of the citizens and other lawful residents of the Republic of Cyprus as a collective whole to be advanced or protected?
    3.4 Does the United Kingdom agree with my proposition that no steps should be taken to dissolve the Republic of Cyprus, to transform it into a ‘bi-communal, bi-zonal federation’ in line with the post-1964 demands of Turkey or to negotiate any new treaty involving Turkey in the absence of: (i) free and fair consultation exercises open to everybody including all citizens and lawful residents of the Republic of Cyprus and of the European Union of which the Republic forms part; (ii) the completion and publication of risk assessments relating to all pertinent matters impinging upon the health, safety or security of people; and (iii) referenda held in each and every one of the 28 Member States of the European Union? In my submission, these propositions are all the more important in view of the transformation of Turkey into a tyranny, the threatening statements which have been made by its President and the overall conduct of Turkey in recent years.
    (Note: By asking Question 3.4 above, I am not in any endorsing the proposed dissolution or the Republic of Cyprus or its transformation into a ‘bi-communal, bi-zonal federation’. Nor am I endorsing the segregationist concept of ‘separate, simultaneous referenda’. However, I am taking into account the various matters which I have set out in Klearchos A. Kyriakides, ‘The Search for Security via Answers to Questions on Law, Criminal Justice and Impunity’, Agora Dialogue, 17 June 2017, at
    http://agora-dialogue.com/wp-content/uploads/2017/06/K.-A.-Kyriakides-Working-Paper-for-Agora-Dialogue-as-at-17.06.17-as-amended-on-19.06.2017.pdf)
    3.5 In view of the fact that Turkey does not recognise the Republic of Cyprus, why does the FCO’s news release describe Turkey as a ‘Guarantor Power’?
    4. ‘a united Cyprus’
    In two separate sentences, the FCO’s news release refers to the prospect of ‘a united Cyprus’. With this in mind:
    4.1 Do you agree with me that it is misleading, or apt to mislead, for the FCO to refer to ‘a united Cyprus’ in the context of the division and segregation inherent in the proposed ‘bi-communal, bi-zonal federation’? If not, why not?
    4.2 Do you agree with me that it is misleading, or apt to mislead, for the FCO to refer to the prospect of ‘a united Cyprus’ while at the same time propagating the divisive idea that the citizens of the same sovereign state must remain divided into two different ‘communities’ (a word appearing three times in the FCO’s news release) and two different ‘sides’ (a word appearing twice in the FCO’s news release)? If not, why not?
    4.3 Do you agree with me that it is misleading, or apt to mislead, for the FCO to refer to ‘a united Cyprus’ in the context of the sustained division of the territory of the Island of Cyprus by means of the presence of British Sovereign Base Areas, truncated in size or otherwise? If not, why not?
    (In relation to the questions raised above, see Klearchos A. Kyriakides, ‘What does ‘reunification’ really mean?’, Agora Dialogue, 22 May 2017, at
    http://agora-dialogue.com/2017/05/22/what-does-reunification-really-mean/)
    5. My open letter to Sir Alan Duncan MP, the Minister for Europe, dated 11 January 2017
    To quote the second sentence of the FCO’s news story: ‘The Foreign Secretary, Boris Johnson’s attendance [at the ‘Conference on Cyprus’] demonstrates the UK’s ongoing support and commitment to the settlement process.’ I am surprised to read this. I would have expected you, as Foreign and Commonwealth Secretary, to have recused yourself from the ‘Conference on Cyprus’ in view of the appearance of a conflict of interest. I make this submission mindful of your your past role and, it would appear, your ongoing status as President of the Anglo-Turkish Society under the Patronage of ‘the Turkish Ambassador’ and ‘the British Ambassador to Turkey’.
    (See the website of the Society at http://www.angloturkishsociety.org.uk/members.html and page 19 of the latest List of Minsters’ Interests dated December 2016, at http://www.gov.uk/government/uploads/system/uploads/attachment_data/file/579769/List_of_Ministerial_Interests_December_2016.pdf)
    I first referred to the above matter in my open letter to Sir Alan Duncan MP, the Minister for Europe, dated 11 January 2017 and published at http://agora-dialogue.com/2017/01/11/an-open-letter-to-a-british-minister/ However, as noted earlier, I have not received any response to this letter.
    In view of the above:
    5.1 What action, if any, was taken by or on behalf of the Minister for Europe upon receipt by the FCO of my open letter addressed to him, dated 11 January 2017? If any action was taken, what was the outcome? If no action was taken, why was no action taken?
    5.2 Why has neither the Minister for Europe nor the Prime Minister responded to me in writing in response to the specific question set out in my said open letter, dated 11 January 2017, as reproduced below?
    ‘By occupying a dual role as President of the Anglo-Turkish Society and as Foreign and Commonwealth Secretary, does Mr Johnson appear to have a conflict of interest, particularly as regards any dealings which he may have with Turkey, the Republic of Cyprus and the two communities established under the Constitution of the latter, namely the Greek Community and the Turkish Community?’
    5.3 Will the Minister for Europe or the Prime Minister please respond forthwith to the question reproduced at 5.2 above?
    5.4 Why has neither the Minister for Europe nor the Prime Minister responded to me in writing in response to the specific requests made in the two paragraphs of my open letter dated 11 January 2017, as reproduced below?
    ‘… I refer you to paragraph 1.2.f on page 1 of the Ministerial Code: ‘Ministers must ensure that no conflict arises, or appears to arise, between their public duties and their private interests;’. In consequence, please clarify whether the Foreign and Commonwealth Secretary has hitherto recused himself from any meetings or decisions, including decisions taken collectively by the Cabinet or any Cabinet Committees, which impinge directly or indirectly on Turkey or the Republic of Cyprus or any of its two communities. At the same time, please confirm whether the Foreign and Commonwealth Secretary will recuse himself from attending the forthcoming ‘talks’ in Geneva and that he will play no role in any decision-making processes relating to those ‘talks’ and any subsequent developments.
    ‘In view of the above, I will be grateful if you could refer this matter to the Prime Minister and the Cabinet Secretary kindly draw their attention to paragraph 1.3 of the Ministerial Code. Under paragraph 1.3: ‘It is not the role of the Cabinet Secretary or other officials to enforce the Code. If there is an allegation about a breach of the Code, and the Prime Minister, having consulted the Cabinet Secretary feels that it warrants further investigation, he will refer the matter to the independent adviser on Ministers’ interests.’ (Source: The Ministerial Code, as updated and published by the Cabinet Office in December 2016 at: http://www.gov.uk/government/uploads/system/uploads/attachment_data/file/579752/ministerial_code_december_2016.pdf last accessed on 11 January 2017.)’
    5.5 Will the Minister for Europe or the Prime Minister please respond forthwith to the matters raised at 5.4 above?
    5.6 Since submitting my open letter, dated 11 January 2017, the Supreme Court of the United Kingdom has handed down its judgment in the Brexit case of R (Miller & Anor) v Secretary of State for Exiting the European Union [2017] UKSC 5. In addition, the United Kingdom has served a notice on the European Union under Article 50(2) of the Treaty on European Union. With these pivotal developments in mind, will you, the Minister for Europe or the Prime Minister please respond forthwith to the matters set out at paragraphs 15 and 16 of my said open letter, as reproduced below:
    ‘15. … I will be grateful if you or the Prime Minister could provide an undertaking that Her Majesty’s Government will not exercise any prerogative powers which have the effect of committing the United Kingdom to any agreement, treaty or other binding or enforceable engagement which has the effect of: (i) bringing about the dissolution of the Republic of Cyprus; (ii) altering in any way the status of the Republic of Cyprus as established by the Cyprus Act 1960; (iii) taking away, replacing, undermining or otherwise affecting the constitutional rights guaranteed by the Constitution of the Republic of Cyprus, which was created by section 1 of the Cyprus Act 1960; (iv) altering or otherwise affecting the ‘boundaries’ of the ‘two areas’ mentioned in section 2 of the Cyprus Act 1960, i.e. the two Sovereign Base Areas, or the ‘boundaries’ of the Republic of Cyprus; or (v) triggering any process or procedure which relates to points (i) to (iv).
    ‘16. I will also be grateful if you or the Prime Minister could provide an undertaking that should Her Majesty’s Government ever deem it appropriate to bring about any of the outcomes specified in points (i) to (v) of the previous paragraph: firstly, Her Majesty’s Government and the Administrator of the Sovereign Base Areas will launch fair and otherwise lawful consultation exercises on all relevant matters; and, subject thereto, secondly, Her Majesty’s Government will seek the consent of Parliament and HM The Queen, via the introduction of a bill envisaging the enactment of primary legislation in the form of an Act of Parliament which repeals or amends the Cyprus Act 1960 and any relevant delegated legislation made thereunder.’
    I look forward to hearing from you, in response to the various matters set out above. In that regard, please be aware that I intend to disclose in my forthcoming publications any replies which I receive. Please also be aware that the views expressed in my various letters and publications reflect my personal views and not those of any organisation with which I have or have had any association.
    Finally, as the fate of the Republic of Cyprus hangs in the balance, I would invite you to pause and reflect upon the unethical foundations upon which the ‘Conference on Cyprus’ and the proposed ‘bi-communal, bi-zonal federation’ both rest. These foundations include the unconscionable diplomatic deal struck over the telephone at 1.45pm on 14 August 1974, i.e. the date on which Turkey launched its second invasion of the Republic of Cyprus. The deal was struck by one of your predecessors as British Foreign and Commonwealth Secretary, James Callaghan, in company with Dr Henry Kissinger, the then US Secretary of State. I end this open letter by quoting from the FCO’s own ‘Record’ of the Callaghan-Kissinger telephone conversation:
    ‘Foreign Secretary [Callaghan]: Henry, if I can put the position in a nutshell, I think it comes to this: that the Turks have got a good case. In my view this can now only be resolved by the creation of a zone. A zone in which they will have autonomy within a federal republic. This could be got by negotiation but in the temper of today, no one can begin to get anything like this. And so you have a military solution for the time being, in which they will police their own boundary. You’ll have a great exchange of population with the Greeks moving out and we’ll then just let diplomacy take over when we see the opportunity once more, to see if we can get a peaceful solution in the island. Now as regards Greece and Turkey, it is Greece who will need massaging because the Turks are too jingoistic, indeed too close to Hitler for my liking. All right?
    ‘Dr Kissinger: I completely agree with you, Jim. And the tragedy is that it could have worked out that way through diplomacy …
    ‘Foreign Secretary [Callaghan]: I believe you. Well, goodbye old man and all the best to you with your pre-occupations. …’.
    (Source: PREM 16/20, National Archives of the United Kingdom, Kew Gardens, Surrey. The author of this open letter traced the original of this document in the National Archives of the United Kingdom after spotting a reference to it in William Mallinson, Britain in Cyprus (I.B. Tauris, London, 2011), pages 67-70. The author hereby records his gratitude to Dr Mallinson.)
    Yours sincerely
    Klearchos A. Kyriakides
    Addendum
    For the immediate attention of the Right Honourable Boris Johnson MP, Secretary of State for Foreign and Commonwealth Affairs, Foreign & Commonwealth Office, Whitehall, London
    and copied to H.E. Matthew Kidd, High Commissioner of the United Kingdom, British High Commission, Alexander Pallis Street, Nicosia
    OPEN LETTER
    By email to: fcocorrespondence@fco.gov.uk and
    Copied to: UKinCyprus@fco.gov.uk
    Date: 23 June 2017
    Dear Mr Johnson
    Re: ‘The Search for Security via Answers to Questions on Law, Criminal Justice and Impunity’
    I refer to my letter sent to you at the FCO by email on 5 January 2017. I also refer to my subsequent letter sent by email to the Rt Hon Sir Alan Duncan MP, the Minister for Europe, at the FCO on 11 January 2017. Notwithstanding the passage of more than five months and the promise of a ‘reply’ in each of the auto-response messages which I received by email from the FCO on 5 and 11 January 2017, I have not received the courtesy of any substantive written response from either you or the Minister for Europe. Accordingly, the various questions I posed, via my two said letters, remain unanswered.
    With the fate of the Republic of Cyprus hanging in the balance in view of the forthcoming ‘Conference on Cyprus’ on 28 June 2017, please find at the hyperlink below (and copied into the attachment) my latest publication entitled ‘The Search for Security via Answers to Questions on Law, Criminal Justice and Impunity’. This was published by Agora Dialogue on
    17 June 2017.
    http://agora-dialogue.com/wp-content/uploads/2017/06/K.-A.-Kyriakides-Working-Paper-for-Agora-Dialogue-as-at-17.06.17-as-amended-on-19.06.2017.pdf
    In view of the profound significance of the questions, warnings and other matters set out in the above publication, I trust, hope and expect that you will provide me with written replies to all of the various questions set out in its main body, together with written replies to the additional questions set out in Appendix 1 (at page 40 onward). Several of these questions are adaptations of the questions I originally posed via my said letter to you of 5 January 2017.
    Please be aware that in line with my duties as an academic and as a means of promoting liberal democracy, the rule of law, justice, transparency and the public interest, I intend to publish your replies in my forthcoming publications. Please also be aware that if I do not receive any written response to this letter by the start of the ‘Conference on Cyprus’ on 28 June 2017, I may likewise make that fact known to the public.
    Accordingly, I look forward to hearing from you, as a matter of urgency.
    In the meantime, I would like to emphasise that the views expressed in my various letters and publications reflect my personal views and not those of any organisation with which I have or have had any association.
    Yours sincerely
    Klearchos A. Kyriakides
    © Klearchos A. Kyriakides, Larnaca, June 2017
    Dr Klearchos A. Kyriakides is an Assistant Professor of Law at the Cyprus Campus of the University of Central Lancashire and the Co-ordinator of its programme dedicated to the Rule of Law and the Lessons of History. That said, all views expressed by the author in his letters, articles and other publications are personal.
    In his private capacity, the author is one of the 119 academics and other persons to have signed an open letter to the Secretary-General of the United Nations and other prominent personalities, dated 21 June 2017. A copy of this open letter has been published by Agora Dialogue at http://agora-dialogue.com/2017/06/21/cyprus-a-call-for-a-new-strategy/
    The author declares an interest as a British citizen with roots in Lysi and Petra, two ethnically-cleansed villages in the Turkish-occupied areas of the Republic of Cyprus; on a voluntary unpaid basis, he is also an independent academic consultant of Lobby for Cyprus, a non-party-political NGO based in London which campaigns on behalf of displaced persons from the Turkish-occupied area of the Republic of Cyprus.

    • The above forms part of a series of articles, open letters and other publications published by Agora Dialogue at http://agora-dialogue.com/?s=Klearchos+A.+Kyriakides

  5. Ένα ενδιαφέρον σχόλιο για το άρθρο αυτό κατέθεσε η Φανούλα Αργυρού
    στο φόρουμ Professors-PhDs:
    —————————————————

    I disagree on certain issues in this article. By the way I had a problem
    opening the link my computer crashed twice and I am not trying again.
    However I have the relevant extract with which I disagree and here it is.

    «Το στοιχείο που διαμόρφωσε σε πρώτη φάση την εθνική συνείδηση των
    Τουρκοκυπρίων, ήταν η σύγκρουση με τον χριστιανικό Ελληνισμό κατά τις
    δεκαετίες ’60 και ’70. Ετσι, άρχισε να εμφανίζεται βαθμιαία μια τάση
    μετάβασης από τη μουσουλμανική ταυτότητα στην τουρκική. H τάση αυτή έγινε
    πιο έντονη μετά τα γεγονότα του ’63 για να κορυφωθεί το ’74. Στη συνέχεια, η
    τουρκοκυπριακή κοινότητα συγκεντρώθηκε σε μια αμιγή γεωγραφική περιοχή που
    βρισκόταν υπό τον απόλυτο έλεγχο των Τούρκων εθνικιστών. Μέσω των
    καθεστωτικών μηχανισμών των στρατιωτικών από την Τουρκία και του Ντενκτάς
    επιχειρήθηκε η πλήρης εμπέδωση της νέας τουρκικής ταυτότητας. H προσπάθεια
    αυτή βασίστηκε επίσης -εκτός από τα ιδεολογικά επιχειρήματα- στην αίσθηση
    του νικητή που υπήρχε σε όλη την τουρκοκυπριακή κοινότητα κατά την περίοδο
    που ακολούθησε το ’74 και στη νομή των περιουσιών των ηττημένων Ελλήνων.
    Παράλληλα, το καθεστώς επιχείρησε μέσω των ιδεολογικών και διοικητικών του
    μηχανισμών την εξαφάνιση της ελληνοφωνίας των Τουρκοκυπρίων και τη μετατροπή
    τους σε τουρκόφωνο πληθυσμό.»

    Η απάντησή μου σ΄αυτή του την αναφορά.
    ———————————————————–

    Η υποκίνηση των Τούρκων και Τουρκοκυπρίων στην Κύπρο ξεκίνησε από τους
    αποικιοκράτες Βρετανούς ευθύς μετά την έναρξη του απελευθερωτικού αγώνα για
    Ένωση με την Ελλάδα τον Απρίλιο του 1955. Οι Βρετανοί υποκίνησαν τους
    Τούρκους να απαιτούν για την Κύπρο εξού και παραβιάζοντας την Συνθήκη της
    Λωζάννης το 1955 το Φόρειν ΄Οφις διευθέτησε την επαναφορά της Τουρκίας στην
    Τριμερή του Λονδίνου τέλος Αυγούστου 1955, ως ενδιαφερόμενο μέρος στο
    Κυπριακό. Τα γεγονότα του 1963 είχαν ως στόχο σχεδιασμένο πραξικόπημα για
    ανατροπή της νόμιμης Κυπριακής Δημοκρατίας και αντικατάστασής της με δύο
    συνιστώντα κράτη όπως ακόμα επιμένουν αυτή ταύτη τη στιγμή. Το απέτυχαν το
    1963/64, αυτό-συγκεντρώθηκαν στους θυλάκους των, διευθετήθηκε με την άμεση
    βοήθεια της Μόσχας, Βρετανίας και Τουρκίας αναγκάζοντας και την Αμερική να
    συμφωνήσει και να αποσυρθεί η Ελληνική Μεραρχία το 1967 με την συγκατάθεση
    του Μακαρίου ( οι Αμερικανοί ρώτησαν το Μακάριο πρώτα προτού δεχθούν την
    αποχώρησή της) για να ξεκινήσει ενδοκοινοτικός διάλογος και ξαναδοκίμασαν το
    1974 με τις δύο εισβολές. Η συγκέντρωσή τους σε μια αμιγή γεωγραφική
    περιοχή ήταν απόφαση της Τουρκίας που ανέλαβαν να φέρουν εις πέρας το
    1963/64 οι ηγέτες των Τουρκοκυπρίων που ήσαν και αξιωματούχοι της ΚΔ ο Ρ.
    Ντενκτάς και ο Δρ. Φ. Κουτσούκ. Απέτυχαν όμως είπα τότε και ετοιμάστηκαν για
    δεύτερη απόπειρα που έγινε με τις δύο εισβολές το 1974. Μόλις δημοσίευσα
    πριν λίγες μέρες άρθρο μου αναφερόμενη σ΄αυτά σε απάντησή μου στον Τ/κ Νιαζί
    Κιζίλιουρεκ ο οποίος προσπάθησε να δώσει ακριβώς ένα τέτοιο μήνυμα σε άρθρο
    του την προπερασμένη Κυριακή στην Σημερινή. Το όλο σχέδιο εν τω μεταξύ
    βασιζόταν και εκτελείτο πάνω στο σχέδιο του Δρ Νιχάτ Ερίμ του Νοεμβρίου 1956
    για ‘επανάκτηση’ της Κύπρου.

    https://tanea-diaspora.net/2017/06/25/%ce%b7-%cf%83%cf%85%ce%bd%ce%b8%ce%ae%
    ce%ba%ce%b7-%ce%b5%ce%b3%ce%b3%cf%85%ce%ae%cf%83%ce%b5%cf%89%cf%82-%ce%ad%ce
    %b3%ce%b9%ce%bd%ce%b5-%ce%b3%ce%b9%ce%b1-%ce%b5%ce%b3%ce%b3%cf%8d%ce%b7%cf%8
    3%ce%b7/

    http://www.onisilos.gr/?p=9100

    Φανούλα Αργυρού.

  6. THE CYPRUS PROBLEM: WHY SOLVE A “COMFORTABLE” CONFLICT?
    April 5, 2017 · by İlke Dağlı · in

    Several diplomatic efforts have been made both domestically and internationally to enhance peaceful unity since the start of the Cyprus Problem. Despite the shortcomings of past efforts, it is still desirable not only to resolve the issue, but also to do so in a timely manner.

    The Cyprus Problem

    Cyprus, the third largest island in the Mediterranean Sea, is home to 1.1 million and has a tempestuous history involving many actors ranging from different empires and nations of the past to regional and global actors of today, including the UN, EU and NATO. As George Christou highlights, the history of Cyprus “has been characterised by tension and conflict due to the diametrically opposed interests of Greece and the Greek-Cypriots on the one hand, and Turkey and the Turkish-Cypriots on the other”. If we add the colonial heritage, proximity to the Suez Canal and interests of Great Britain, remnants of Cold War paranoia that the island was to become a Russian satellite or a ‘Cuba in the Mediterranean’, the British Sovereign Base Areas that host one of the biggest intelligence infrastructures in the region and the close links between the Greek and Russian Orthodox churches to the equation, the protracted conflict on the island starts looking multi-layered, multi-factored and multi-faceted.

    The United Nations Buffer Zone, also known as the Green Line, a demilitarised zone patrolled by the United Nations Peacekeeping Force in Nicosia, Cyprus. Image credit: Marco Fieber/Flickr.
    Historically, the Cyprus conflict is usually boiled down to competing ethno-nationalisms between Turkish-Cypriot and Greek-Cypriot communities; it is usually read in tandem with the ‘motherland’ nationalism in Turkey and Greece, is entrenched in the 1960s constitution along consociational lines and traced back to the decolonisation period in the 1950s. At one time or another, both communities in Cyprus have linked their destinies to those of their ethnic kin, to that of the large-group outside the island. Due to the pursuit of mutually exclusive destinies, Cyprus suffered from inter-communal violence from late 1950s until its decolonisation and independence in 1960. However, the newly founded Republic of Cyprus was only ephemeral, and inter-communal conflict erupted once again only after 3 years in 1963. Since 1964, the island hosts one of the longest-standing peacekeeping missions – The United Nations Peacekeeping Force in Cyprus (UNFICYP). The next 50 years witnessed a long and frustrating process of inter-communal talks and several UN settlement plans, turning the island into a ‘graveyard of diplomats’. As a result, the communities, who were psychologically divided under the new federation, would soon become physically and demographically divided. As such, following the Turkish intervention in response to the Greek coup on the island in 1974, Cyprus has effectively been divided in two, with Greek-Cypriots living in the southern part under the legally recognised Republic of Cyprus (RoC) and Turkish-Cypriots living in the northern part under the unrecognised, self-declared, administration called the ‘Turkish Republic of Northern Cyprus’ (TRNC).

    Despite the cease-fire and the protracted conflict, Cyprus is a safe place. This safety may be a common characteristic of small communities where social control is prevalent because of close familial and social relationships, but Cypriots are generally and unarguably non-violent people, demonstrated by low crime rates. In spite of the daily frustrations of the conflict, and its economic, social and political cost to Cypriots, it is hard to deny that the situation is ‘comfortable’ and ‘normalised’. Not only does Cyprus remain a popular holiday destination for many Europeans, but it officially became an EU member state with all its ‘anomalies’ in 2004. At times, Cyprus markets itself as the home for the last divided capital of Europe—at other times, as the furthest Eastern corner of Europe that offers pristine and exotic beaches—or as the multi-cultural holiday resort that is simultaneously European, Middle-Eastern and Mediterranean.

    The Cyprus Problem operates on local, regional and international levels. The local entails the relationship between the two ‘ethnically’ categorised communities. Owing to Turkey and Greece’s involvement since its early stages, the conflict has also had a distinct regional dimension for many years. This regional dimension is also the product of islands geography as a bridge between 3 continents and due to the history and demographics of the region. At the international level, the problem has preoccupied the UN since 1964 and involved NATO, the United States and since 2004, the EU became more directly embroiled when Cyprus acceded the Union without a peace settlement.

    Solving the Problem

    Numerous diplomatic efforts have been made both domestically and internationally to enhance different forms of peaceful unity since the conception of the Cyprus Problem. Over the decades, myriad negotiations and peace-talks have also begun and have been later halted, fast-tracked, and revisited. Nevertheless, it is still imperative to find a comprehensive solution to the Cyprus Problem.

    Such a solution, which would also advance the wider cause of peacebuilding and reconciliation, is crucial for several main reasons:

    The prolongation of the conflict presents a myriad of human rights violations for the communities of Cyprus. While the RoC enjoys full EU membership, Turkish-Cypriots—who are also EU citizens—live in the northern part of Cyprus where the RoC does not exercise effective control and where the Acquis Communautaire is suspended. The Acquis Communautaireis the accumulated body of European Union (EU) law and obligations from 1958 to the present day. It comprises all the EU’s treaties and laws (directives, regulations and decisions), declarations and resolutions, international agreements and the judgments of the Court of Justice. The unrecognised status of the northern administration also amounts to a violation of the human rights of those Greek-Cypriots who became internally displaced people during 1974 and had lost access to their properties. As such, Cyprus is an explicit case of legality and politics persistently challenging each other, a situation which creates inherent contradictions for the EU project.
    The accession of the RoC to the EU without the inclusion of the Turkish-Cypriots also presents a significant challenge for EU governance across a diverse range of issues, including the EU objective of achieving stability in the eastern Mediterranean. The EU accession also creates a state of exception that galvanises Cyprus’ ‘special status’ that is in reality not that special. As Harry Anastasiou eloquently puts it, Cyprus was “… the first EU member country that was ethnically divided; that was represented at EU level exclusively by members of one of the rival ethnic communities; that was partially occupied by the military forces of an EU candidate state; that had the institutional means to apply the Acquis Communautaire in one part of its territory but not in another; that had a cease-fire line and a buffer zone manned by UN peacekeepers; and that had one portion of its citizens deprived of the right to their property and residence and another portion of its citizens deprived of the right of access to and participation in the EU economy and EU political institutions. Moreover, Cyprus was the only EU member where its major ethnic communities recognise the EU law while simultaneously rejecting each other’s law; where its major ethnic communities accept the legitimacy of the EU while rejecting each other’s legitimacy within their own shared island”.
    The ramifications of the conflict on the NATO–EU relationship and European energy policy is disconcerting due to newly discovered natural gas resources in Cyprus, competing claims over these resources and the fact that Turkey’s geographical location makes it an important corridor- particularly for gas and oil for the EU. When we look at regional alliances and hydrocarbon interests, we can see a highly intricate web of relationships. These include the hyper-securitisation, where threats are constructed and legitimised through security speech acts, of Turkey in the RoC, the latter’s close links with Russia and Greece, Turkey’s significance for NATO, and the fact that Russia and Cyprus are not part of the alliance. Such dynamics clearly add further tension to Turkey-EU, EU-Russia and Russia-Turkey relations, and create further instability in the region. Thus, solving the Cyprus problem can ease tensions in the region and positively influence the regional dynamics particularly those about regional energy policies.
    Even though the intentions of Turkey’s Justice and Development Party (AKP) regarding full EU membership are highly questionable, non-resolution of the Cyprus Problem presents an obstacle for Turkey’s EU accession as well as being a persistent and bitter thorn in Turkey–EU relations. Solving the Cyprus Problem may also help normalise Turkey’s relationship with its neighbours. Considering the deteriorating diplomatic relationships between Turkey and the ‘West’, deep polarisation among different groups in Turkey, crumbling economy and intra-state violence, conflict and terrorism, Cyprus can help relieve much pressure off Turkey and restore its diplomatic stance.
    Considering Cyprus’ geographical proximity to Syria and Iraq and to the Middle East and North Africa, it could be argued that the instability in the region (including Turkey)—and the subsequent ‘refugee’ crisis—are factors that add to the urgency of finding a comprehensive solution to the protracted conflict. The Cyprus Problem is a non-violent, ‘normalised’, and ‘comfortable’ conflict (see Adamides and Constantinou 2011), thus the regional dynamics can help cultivate a sense of urgency for reaching a comprehensive solution, which may contribute to eventual increased stability in the region, as it would not only ‘reconcile’ Greek-Cypriots and Turkish-Cypriots but ease much pressure off Turkey, Greece and the EU as well.
    What’s more, it is not only pertinent to solve the Cyprus Problem, but to do so in a timely manner too. In 2004, Cypriots came close to finding a solution to their intractable problem. A comprehensive settlement plan (a.k.a The Annan Plan) on a bi-zonal bi-communal federal state with single citizenship was accepted by the Turkish-Cypriot community but rejected by the Greek-Cypriot community in a simultaneous referenda in April 2004. Following the disappointment of the peace referenda, Cypriots became disengaged from the peace process, which was further exacerbated by the global economic crisis. Following the financial crises that hit the RoC in 2012, the economic concerns of communities have gradually pushed the Cyprus Problem behind other concerns and priorities, specifically unemployment, inflation and increasing crime rates.

    The peace negotiations resumed in 2008 but failed again in 2011. After independent left-wing Turkish Cypriot presidential candidate Mustafa Akıncı assumed office in the northern part of Cyprus in April 2015, hopes were revitalised. Known for his pro-solution and Turkey-defying stance and surprisingly clean political slate, many accounts argue that the centre-right Nicos Anastasiades, who has been the President of Republic of Cyprus since 2013 from the only party that supported the Annan Plan, and Akıncı duo has created a very favourable environment and that the stars are perfectly aligned this time, bringing the island closer than ever to reaching a comprehensive settlement. This gave birth to increasing public engagement in the peace process, which contributed to the ‘favourable’ environment by supporting and legitimising the mandate of the negotiation teams and creating a more convincing and prosperous ‘vision’ for the future of Cyprus without ‘the Problem’.

    Unfortunately however, this trend was showing signs of reversal. Following the Geneva summit disappointment, lack of convergence on the security dossier of the negotiations is reproducing sense of insecurity and triggering historic traumas, which underpins highly polarised internal narratives based on zero-sum discourse. Especially after the parliamentary Enosis commemoration vote in the RoC and Turkey’s four freedoms demand in Cyprus, the ‘peace fatigue’ is starting to set in once again. Frustration over lack of progress and impetus showing itself in low hope: While 53% of Greek Cypriots and 48% of Turkish Cypriots wish for the peace process to succeed, 43% and 50% respectively express no hope that the peace process will produce results. As the new security architecture proposal of SeeD Security Dialogue Initiative provides a four-step road map to break the current deadlock:

    Step 1: Shift the focus away from hard security and guarantees that only emphasize on last resort, deterrence and worse case scenarios to soft security and preventative measures that emphasize on sustainability and viability, by broadening the concept to include human security, economic, social and ontological security. The underlying objective should be to achieve an endogenously resilient Federal Cyprus that relies on its own institutions to guarantee the security of its citizens.

    Step 2: Acknowledge that a transitional period will be required before Federal Cyprus can be endogenously resilient and secure, where special arrangements and external support will be necessary to build the capacity of Cypriot institutions and provide a sense of security to all citizens and communities. Focus on benchmarks and performance indicators that can ensure a smooth implementation period.

    Step 3: Negotiate and agree those aspects of transitional arrangements that are less controversial (e.g. timelines for implementation of the settlement, what support will be provided by an international mission) in order to prevent deadlock, increase points of convergence and reinforce hope and public engagement in the process before negotiating those aspects of transitional arrangements that are more controversial (e.g. ‘last resort’ provisions, role of historic guarantors).

    Step 4: Enshrine all agreements and steps in a Treaty of Implementation, which will outline a robust bridge from the current status quo, to the ultimate vision of an endogenously resilient Federal Cyprus.

    What is needed to revitalise the peace process in Cyprus is innovation and reflection both on the process and on the content. Specifically relating to the security dossier, we need a different approach that broadens the concept of security beyond the realpolitik regional bargaining and beyond the narrow understanding that talking about the security of a federal Cyprus is talking about military arrangements and guarantees. It is crucial to capitalise on these proposals and regional dynamics and add a success story to the world’s peacemaking and peacebuilding record.

    İlke Dağlı, a Senior Researcher for the international think-tank SeeD (The Center for Sustainable Peace and Democratic Development), completed her PhD in Politics and International Studies at the University of Warwick, focusing on “Securitisation of Identities in Conflict Environments and its Implications on Ontological Security”. She has a degree in European and International Politics and completed her MSC in Bristol on Security and Development. Since 2006 she has been working closely with CSOs and SMEs in Cyprus as a project coordinator, project developer, consultant and facilitator. She co-authored and coordinated many local projects such as The Civil Society Dialogue Project, Cyprus Community Media Centre initiative, Access Info Cyprus Project and Play for Peace Project and is closely involved with the ENGAGE Do Your Part for Peace project.

    https://sustainablesecurity.org/2017/04/05/the-cyprus-problem-why-solve-a-comfortable-conflict/

  7. http://www.sigmalive.com/simerini/politics/441233/genevi-ii-1974-kai-crans-montana-2017 Simerini 2.7.2017

    Η ΔΙΖΩΝΙΚΗ ΚΑΙ Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΒΡΕΤΑΝΩΝ ΕΠΙ ΕΛΒΕΤΙΚΟΥ ΕΔΑΦΟΥΣ

    Γενεύη ΙΙ 1974 και Crans – Montana 2017

    Φανούλα Αργυρού *

    Ο ΚΛΗΡΙΔΗΣ ΔΕΝ ΤΟΛΜΟΥΣΕ ΝΑ ΥΠΟΓΡΑΨΕΙ ΟΣΟ ΚΑΙ ΝΑ ΗΘΕΛΕ ΚΑΙ ΕΙΧΕ ΠΕΙ ΣΤΟΝ ΝΤΕΝΚΤΑΣ ΟΤΙ ΘΑ ΤΟΝ ΣΚΟΤΩΝΑΝ ΑΝ ΣΥΜΦΩΝΟΥΣΕ ΣΕ ΓΕΩΓΡΑΦΙΚΟ ΔΙΑΧΩΡΙΣΜΟ

    Το έγγραφο Callaghan προέβλεπε γεωγραφικό διαχωρισμό. Ένα ομόσπονδο σύστημα, που παραχωρούσε στο πλαίσιο του δικοινοτικού χαρακτήρα δύο αυτόνομες διοικήσεις που θα λειτουργούσαν σε δύο καθορισμένες γεωγραφικά περιοχές σε δύο ζώνες

    Σχέδια Denktash και Gunes

    Κατά την διάρκεια απογευματινής συνάντησης της δεύτερης διάσκεψης για το Κυπριακό, στη Γενεύη ΙΙ, στις 12 Αυγούστου, μεταξύ Γλαύκου Κληρίδη και Raouf Denktash , ο τελευταίος πρότεινε λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας αποτελούμενης από δύο ομόσπονδα κράτη και κατάθεσε στον προεδρεύων της διάσκεψης Βρετανό Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας James Callaghan, σχέδιο με χάρτη. Η τουρκική ζώνη να περιλαμβάνει το 34% του εδάφους της Δημοκρατίας βόρεια μιας γραμμής που ξεκινούσε από την περιοχή Λιμνίτη-Λεύκας από τα δυτικά και έφθανε στα ανατολικά περνώντας δια μέσου του τουρκικού (ελεγχόμενου) μέρους της Λευκωσίας περιλαμβανομένης και της τουρκικής πλευράς της Αμμοχώστου και τερμάτιζε στο λιμάνι της Αμμοχώστου. Αν και το θεώρησε απαράδεκτο ο Γλ. Κληρίδη, εντούτοις δέχθηκε να το συζητήσει περαιτέρω αργότερα την ίδια μέρα.
    Στις 6.30 το ίδιο βράδυ ο Tούρκος υπουργός Εξωτερικών T. Gunes έδωσε στον James Callaghan δεύτερη, δική του πρόταση με δικό του χάρτη, για μια δημοκρατία αποτελούμενη από δύο αυτόνομες ζώνες που θα απαρτίζονταν από μια τουρκική ζώνη με 6 περιοχές και μια ελληνική ζώνη με 2 περιοχές… Η τουρκική ζώνη να έχει το 34% του εδάφους της Δημοκρατίας.
    Ταυτόχρονα ο Denktash πληροφόρησε τον Callaghan ότι ο Ecevit θα προχωρούσε με την δεύτερη εισβολή και είχε διατάξει τον υπουργό του των Εξωτερικών να τελειώσει την «δουλειά» εκεί και τώρα.

    Την ίδια μέρα ο προεδρεύων Βρετανός Υπ. Εξωτερικών και Κοινοπολιτείας Τζέιμς Κάλλαχαν και το επιτελείο του, προέβησαν σε φορτικές πιέσεις πάνω στους Γλ. Κληρίδη (προεδρεύων της Κυπριακής Δημοκρατίας) και Γεώργιο Μαύρο (Έλληνα υπ. Εξωτερικών) να δεχθούν τις τουρκικές αξιώσεις. Σε σημείο που ο Callaghan ετοίμαζε το ένα προσχέδιο μετά το άλλο για υπογραφή από Κληρίδη και Denktash πάνω στη γραμμή του γεωγραφικού διαχωρισμού. O Κληρίδης δεν τολμούσε να υπογράψει όσο και να ήθελε, και είχε πε στον Denktash ότι θα τον σκότωναν αν συμφωνούσε σε γεωγραφικό διαχωρισμό. (Mr Clerides had told him that he would be killed if he agreed to a geographical separation).

    Βρετανοί προσπαθούν να πείσουν τον Κληρίδη να δεχθεί την αρχή του γεωγραφικού διαχωρισμού

    Τηλεγράφημα από την Γενεύη προς το Λονδίνο στις 12 Αυγούστου 1974 έλεγε:
    «… Η τουρκική κυβέρνηση έχει καταθέσει φιλόδοξες προτάσεις… και απαιτεί μια εποικοδομητική απάντηση να δοθεί μέχρι τα μεσάνυχτα… Δουλεύουμε πάνω στον Κληρίδη έτσι ώστε να καταθέσει αντιπροτάσεις που να αποδέχονται τουλάχιστον την αρχή του γεωγραφικού διαχωρισμού. Αμφότεροι Κληρίδης πιθανόν και ο Μαύρος ίσως να μην μπορέσουν να ικανοποιήσουν το τελεσίγραφο όπως φαίνεται από την Άγκυρα…»

    Στις 13 Αυγούστου ώρα 10.00 π.μ. ο Γλαύκος Κληρίδης έδωσε στον Ντενκτάς αντιπρόταση με την οποία αποδεχόταν διοικητική αυτονομία και κάποια συγκέντρωση τουρκικών χωριών εξαιρουμένης της πιθανότητας γεωγραφικής ζώνης ή μετακίνησης πληθυσμών. Ο Callaghan είπε στους Γλαύκο Κληρίδη και Γεώργιο Μαύρο ότι εάν δεν δεχόντουσαν γεωγραφικό διαχωρισμό δεν θα ικανοποιούνταν οι Τούρκοι. Έπρεπε να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα … Τους πίεσε να ετοιμάσουν άλλη αντιπρόταση, η οποία τουλάχιστον να δέχεται την αρχή του γεωγραφικού διαχωρισμού. Ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Gunes επέμενε σε εκ των προτέρων αποδοχή Κληρίδη τόσο για μια γεωγραφική ζώνη όσο και για την ανάγκη να επιβεβαίωνε τη γραμμή σε χοντρές γραμμές εντός των επόμενων δύο ημερών. Αναφέρθηκε σε μια περιοχή μεταξύ 30-34% για την τουρκική ζώνη.
    Ο Γλαύκος Κληρίδης δεν μπορούσε να το κάνει εκεί και τώρα γιατί γνώριζε πως η ελληνοκυπριακή κοινή γνώμη δεν ήταν έτοιμη να δεχόταν κάτι τέτοιο. Κληρίδης και Μαύρος συμφώνησαν να πάνε στην Λευκωσία και στην Αθήνα και να επιστρέψουν την επόμενη νύχτα με καθαρή απάντηση. Οι τούρκοι το απέρριψαν και στις 14 Αυγούστου προχώρησαν με την δεύτερη εισβολή.

    Ο Callaghan ετοίμασε προσχέδιο για υποστήριξη του γεωγραφικού διαχωρισμού

    Την ίδια μέρα,13 Αύγουστου, όμως, ο James Callaghan διάβασε στους Γεώργιο Μαύρο και Γλαύκο Κληρίδη (αλλά δεν τους έδωσε αντίγραφο) ένα νεότερο του προσχέδιο στοχεύοντας στην εξασφάλιση υπογραφών από τους Κληρίδη και Ντενκτάς και έτσι να ικανοποιούσε κάπως την Τουρκία στις απαιτήσεις της. Το έγγραφο προέβλεπε γεωγραφικό διαχωρισμό. Ένα ομόσπονδο σύστημα που παραχωρούσε στο πλαίσιο του δικοινοτικού του χαρακτήρα δύο αυτόνομες διοικήσεις που θα λειτουργούσαν σε δύο καθορισμένες γεωγραφικά περιοχές, σε δύο ζώνες…
    Παρατίθεται αντίγραφο του προσχεδίου του Callaghan από τα βρετανικά αρχεία και που αναφέρεται στο βιβλίο της γράφουσας ‘ Διζωνική Εκτέλεση της Κυπριακής Δημοκρατίας 1955-2011’. Όπως θα δει ο αναγνώστης προς το τέλος ο Βρετανός συγγραφέας του, ανέμενε να εξασφάλιζε τις υπογραφές Κληρίδη/Μαύρου. Δεν το κατόρθωσε τότε. ΄Ολοι αυτοί οι πρωταγωνιστές πέθαναν. Η προσπάθειά του Φόρειν ΄Οφις δια των σημερινών αξιωματούχων του συνεχίζεται αμείωτη και αναλλοίωτη, 43 χρόνια από τότε και πάλιν στην Ελβετία αυτή τη φορά στο θέρετρο Crans – Montana. Με Πρόεδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας σήμερα τον Νίκο Αναστασιάδη και τον μόνο επιζών σύμβουλο από την ομάδα του Γλ. Κληρίδη στη Γενεύη ΙΙ 1974, τον δικηγόρο Πόλυ Πολυβίου, σήμερα να είναι σύμβουλος και του Νίκου Αναστασιάδη.

    *Ερευνήτρια/δημοσιογράφος

  8. Η ΑΠΟΨΗ ΕΝΟΣ ΜΑΡΩΝΙΤΗ
    ———————————————-

    «Είμαι Κύπριος. Ούτε Έλληνας, ούτε Τούρκος»
    Από 24h.com.cy – 15/07/2017

    Ένα κείμενο που δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα kormakitis.net το 2016, γραμμένο από τον συμπατριώτη μας Αντώνη Ηλία Κασάπη, έχει γίνει viral δημιουργώντας διχογνωμίες και έντονες συζητήσεις, σχετικά με τα όσα γράφει και υποστηρίζει.

    Το κείμενο του κ. Κασάπη έχει ως επίκεντρο το κυπριακό πρόβλημα, και όλους του κατοίκους του νησιού που επιθυμούν να ζήσουν αρμονικά στην χώρα που γεννήθηκαν.

    “Μετατρέψαμε τη χώρα μας από ένα πανέμορφο νησί της Μεσογείου, το οποίο μπορούσε να είναι το πιο ευτυχισμένο μέρος στον κόσμο, ένα από το πιο δυστυχισμένα μέρη πάνω στη γη”

    Ακολουθεί αυτούσιο το κείμενο όπως αναρτήθηκε στο διαδίκτυο:

    «Είμαι Κύπριος. Ούτε Έλληνας, ούτε Τούρκος. Είμαι χριστιανός καθολικός Μαρωνίτης, όχι γιατί το επέλεξα, αλλά γιατί γεννήθηκα μέσα σε αυτό.

    Έχω όμως πολύ στενούς συγγενείς οι οποίοι ασπάζονται διαφορετικές θρησκείες, χριστιανοί ορθόδοξοι, μουσουλμάνοι, προτεστάντες και άλλα. Αγαπώ την Κύπρο και είναι η μόνη μου πατρίδα. Οι πατρίδα των προγόνων μου.

    “Ότι χαρακτήριζε ηρωική πράξη η μια πλευρά, η άλλη πλευρά την ανέφερε ως βάρβαρη”

    Γεννήθηκα εδώ, πριν 60 χρόνια, το 1956. Κοντά στο χωριό μου υπήρχε ένα στρατόπεδο, το οποίο έβλεπα για μια ζωή. Σε αυτό το στρατόπεδο, μέσα στα χρόνια είδα να αλλάζουν τρεις σημαίες. Πρώτα ήταν αυτή της Μεγάλης Βρετανίας και έπειτα της Ελληνικής Δημοκρατίας. Σήμερα ανεμίζει η Τουρκική σημαία.

    Αυτές οι τρεις σημαίες, από τρεις διαφορετικές χώρες, υποτίθεται ότι υπήρχαν εκεί για να προστατεύουν και να διατηρούν την ειρήνη στην χώρα μου, την Κυπριακή Δημοκρατία.

    Σε όλη μου τη ζωή μάθαινα τα ίδια πράγματα, με δύο διαφορετικούς τρόπους. Ότι ήταν καλό για τους ελληνόφωνους, χριστιανούς ορθόδοξους Κύπριους, ήταν αυτόματα κακό για τους τουρκόφωνους μουσουλμάνους Κύπριους. Και αντίστροφα. Ότι χαρακτήριζε ηρωική πράξη η μια πλευρά, η άλλη πλευρά την ανέφερε ως βάρβαρη.

    Και οι δύο πλευρές, «πολεμούσαν» συνεχώς για την ελευθερία και τη δικαιοσύνη για δεκαετίες. Το αποτέλεσμα; Μετατρέψαμε τη χώρα μας από ένα πανέμορφο νησί της Μεσογείου, το οποίο μπορούσε να είναι το πιο ευτυχισμένο μέρος στον κόσμο, ένα από το πιο δυστυχισμένα μέρη πάνω στη γη.

    Γίναμε ένας τόπος όπου τα παιδιά μας δεν έχουν μέλλον. Παραδώσαμε τη μισή μας πατρίδα στη μια «μητέρα» πατρίδα και την άλλη μισή στην άλλη «μητέρα» πατρίδα και καμία από τις δύο δεν νοιάζεται πραγματικά για την ειρήνη και την ομόνοια στο νησί και πώς θα είναι καλύτερα οι Κύπριου που ζουν εδώ.

    Είναι βέβαια και η 3η εγγυήτρια δύναμη, η Μεγάλη Βρετανία η οποία αφού εξασφάλισε όλα όσα ήθελε από το νησί, παρακολουθεί αποστασιοποιημένη, παίζοντας ακόμα και σήμερα το παιχνίδι του διαίρει και βασίλευε.

    Κάθε φορά που βρισκόμαστε κοντά, έστω και στη θεωρεία, για μια λύση, οι μεγάλες δυνάμεις οι οποίες προτιμούν τη διατήρηση του νησιού ως έχει, επεμβαίνουν και διαλύουν τις διαπραγματεύσεις.

    Έχουν ορίσει «κόκκινες γραμμές», από τις οποίες δεν παρεκκλίνουν ούτε βήμα. Έχουν μάλιστα σιγουρέψει πώς αυτές οι «κόκκινες γραμμές» απέχουν πολύ από μια πιθανή λύση, για να έχουν τις κατάλληλες δικαιολογίες κάθε φορά που απορρίπτουν τις προτάσεις εκατέρωθεν.

    Χρησιμοποιούν την επιρροή τους, μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και οι δύο πλευρές, των θρησκευτικών πεποιθήσεων, των ΜΜΕ και όλων των προπαγανδιστικών μέσων που διαθέτουν για να συντηρούν την κόντρα ανάμεσα στους δύο λαούς και να δηλητηριάζουν τη λύση του προβλήματος.

    “Γίναμε ένας τόπος όπου τα παιδιά μας δεν έχουν μέλλον”

    Κρύβουν στην ουσία τα οικονομικά και παρασιτικά τους ενδιαφέροντα, πίσω από τη μάσκα του πατριωτισμού και της θρησκείας. Αυτοί είναι οι πραγματικοί εχθροί της Κύπρου. Αυτοί είναι οι βασικοί υπαίτιοι για όλα αυτά που υποφέρει ο λαός της Κύπρου.

    Αυτούς τους εχθρούς πρέπει να αντιμετωπίσουμε, αν θέλουμε να αλλάξουμε τα δεδομένα που υπάρχουν σε αυτήν την όμορφη χώρα. Την μοναδική μας πατρίδα».

    http://24h.com.cy/2017/07/15/ime-kyprios-oute-ellinas-oute-tourkos/

  9. ΣΜ... on

    Mόνον το 12.3% ανήκει στους Τ/κ
    Email Facebook Tweet| Εκτύπωση | 16 Ιούλιος 2017, 15:00 | Της Φανούλας Αργυρού

    ΤΙ ΚΑΤΕΓΡΑΨΕ ΒΡΕΤΑΝΙΚΗ ΕΡΕΥΝΑ ΤΟΥ 1974 ΓΙΑ ΤΗΝ ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΤΗΣ ΓΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ

    «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ Η ΕΛΑΧΙΣΤΗ ΑΜΦΙΒΟΛΙΑ ΠΩΣ ΟΙ ΤΟΥΡΚΙΚΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ ΟΤΙ ΟΙ ΤΟΥΡΚΟΚΥΠΡΙΟΙ ΚΑΤΕΧΟΥΝ 30% ΤΗΣ ΓΗΣ ΣΤΗΝ ΚΥΠΡΟ ΕΙΝΑΙ ΑΒΑΣΙΜΟΙ», ΕΓΡΑΦΑΝ ΟΙ ΒΡΕΤΑΝΟΙ ΤΟΝ ΣΕΠΤΕΜΒΡΙΟ ΤΟΥ 1974

    Η έρευνα του 1946 έδειχνε ότι, στο σύνολο, 79.9% ανήκε στους Ελληνοκυπρίους, 18.3% ανήκε στους Τουρκοκυπρίους και 1.8% σε Μαρωνίτες, Βρετανούς και άλλους. Η δε έρευνα για το 1960 έδειξε ότι το 20.4% καλλιεργήσιμης γης ανήκε σε Τουρκοκυπρίους, 78.3% σε Ελληνοκυπρίους και 1.3% σε άλλους

    Τον Σεπτέμβριο του 1974, μετά τις δύο τουρκικές εισβολές και την κατοχή της μισής Κύπρου, η Κυπριακή Δημοκρατία δημοσίευσε στοιχεία για τα πραγματικά ποσοστά ιδιοκτησίας γης σε όλη την Κύπρο. Τα στοιχεία αυτά μελέτησαν οι αξιωματούχοι της Βρετανικής Υπάτης Αρμοστείας στη Λευκωσία τον Αύγουστο του 1975, που επισκέφθηκαν το Κτηματολόγιο, και τα έστειλαν μαζί με τα σχόλιά τους στο Φόρεϊν Όφις, το οποίο μελετούσε τότε διάφορα σενάρια «λύσης» δι-κοινοτικής, δι-ζωνικής ομοσπονδίας, με αναπροσαρμογές «συνόρων», καθώς η κατοχική Τουρκία είχε περάσει με τις δύο εισβολές στην κατοχή της το 34% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας και απαιτούσε (όπως απαιτεί μέχρι σήμερα) αναγνώριση ξεχωριστού «κράτους».

    Στην πολυσέλιδη και λεπτομερέστατη στα Αγγλικά έκθεσή του το Κτηματολόγιο της Κυπριακής Δημοκρατίας τον Σεπτέμβριο του 1974 (Prepared by the Lands and Surveys Department Nicosia – Cyprus) έγραψε, μεταξύ άλλων : “Δεν υπάρχει η ελάχιστη αμφιβολία πως οι τουρκικοί ισχυρισμοί ότι οι Τουρκοκύπριοι κατέχουν 30% της γης στην Κύπρο είναι αβάσιμοι. Τα πραγματικά και αδιαμφισβήτητα γεγονότα είναι ότι η τουρκοκυπριακή ιδιοκτησία γης είναι 12.3% σε όλη την Κύπρο, η δε ελληνοκυπριακή ιδιοκτησία είναι 61% και το 26.7% γης δεν ανήκει σε ιδιώτες…

    ΦΑΝΟΥΛΑ ΑΡΓΥΡΟΥ
    Ερευνήτρια/δημοσιογράφος

  10. Πώς δεν έγινε η Ένωσις το 1964
    Δημοσιεύθηκε : Τετάρτη, 19 Ιούλιος 2017 08:30 | Γράφτηκε από τον/την kadmin1 | Ηλεκτρονικό ταχυδρομείο | Εμφανίσεις: 262
    Άντης Ροδίτης

    Την περίοδο από το Ιούνιο του 1964 ως τον Δεκέμβριο του 1967, ολόκληρη η Κύπρος συνδεόταν, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, με την Ελλάδα. Στην ουσία το νησί μας ήταν ντε φάκτο ενωμένο με την Ελλάδα. Ελεγχόταν από τον ελληνικό στρατό και την Εθνική Φρουρά από τη μια άκρη ως την άλλη, μ’ εξαίρεση κάποιους τ/κυπριακούς θύλακες, που ήταν όμως σχετικά εύκολο ζήτημα η εξουδετέρωσή τους σε περίπτωση ανάγκης. Νοουμένου δε, ότι όλες οι άμεσα εμπλεκόμενες χώρες ανήκαν στην ίδια συμμαχία, το ΝΑΤΟ, νοουμένου ότι η λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου ήταν μόλις είκοσι χρόνια πίσω και η συμβολή της Ελλάδος στη νίκη εναντίον του Άξονα ήταν ακόμα πασίγνωστη στη Δύση, όπως και η αρνητική στάση της Τουρκίας, κι ότι ο αγώνας της ΕΟΚΑ για την Ένωση ήταν όχι μόνο πολύ γνωστός και είχε στηριχθεί συναισθηματικά από πολλές χώρες, ομάδες, κόμματα, απελευθερωτικά κινήματα του εξωτερικού, διανοούμενους κ.α., τίθεται το ερώτημα πώς έγινε ώστε η διπλωματία μας να μην είχε καταφέρει να πείσει τους Δυτικούς ότι το συμφέρον όλων θα εξυπηρετείτο απόλυτα με την απόδοση της Κύπρου στην Ελλάδα, όταν η Ένωση συζητιόταν επίσημα πια στη Γενεύη με αμερικανική πρωτοβουλία. Πώς τα είχαμε καταφέρει ώστε η τότε ντε φάκτο Ένωση να μην ακολουθήσει τη φυσιολογική της πορεία και να μετατραπεί και σε ντε γιούρε; Πώς τα καταφέραμε δέκα χρόνια μετά να χαθεί το μέγα πλεονέκτημα και ν’ αποδοθεί η μισή σχεδόν Κύπρος στην Τουρκία, με απρόβλεπτους κινδύνους πια για ολόκληρο το νησί;

    Είναι δύσκολο να μην κάνει κάποιος τις ακόλουθες σκέψεις και να μην θέτει αυτά τα ερωτήματα:

    Αν πραγματοποιείτο η Ένωση θα είχαμε τον εθνικό διχασμό Μακαριακοί – Γριβικοί, θα είχαμε την άνοδο της Χούντας στην Ελλάδα, θα είχαμε την εντελώς λάθος κίνηση του Διγενή να δημιουργήσει την ΕΟΚΑ Β΄, τον άτυπο, εμφύλιο πόλεμο στην Κύπρο; Θα είχαμε το μίσος ανάμεσα στις ελληνικές κυβερνήσεις από τη μια, νόμιμες και παράνομες, δημοκρατικές και δικτατορικές και από την άλλη τον Μακάριο και τους υποστηρικτές του, και κατ’ ακολουθία θα είχαμε το μίσος ανάμεσα στον ελληνικό στρατό και τον Μακάριο, που θα κατέληγε στο πραξικόπημα του Ιωαννίδη το ’74, το οποίο έδωσε την αφορμή στην Τουρκία να εισβάλει με τους τόσους θανάτους, τους βιασμούς, τους εκτοπισμούς από τις προγονικές εστίες, τους εποικισμούς με μουσουλμάνους της Ασίας; Θα είχαμε σήμερα τον κίνδυνο που επικρέμεται, δαμόκλειος σπάθη, πάνω από όλη την Κύπρο; Και ακόμα τίθεται το δραματικό ερώτημα, αν γινόταν η Ένωση, θα ήταν σήμερα η Τουρκία η υπερδύναμη που έγινε και απειλεί καθημερινά το Αιγαίο; Και δεν θα ήταν η Ελλάς μια πολύ ισχυρότερη χώρα από ό,τι είναι σήμερα, αφού θα είχε πια τη δυνατότητα επέκτασης των χωρικών της υδάτων και εκμετάλλευσης των υδρογονανθράκων της, ώστε να μη φτάναμε ποτέ, όλοι, στην παρούσα οικονομική κρίση;

    Το χειρότερο από όλα είναι ότι παραμένει ακόμα κοινωνιολογικά αδιερεύνητο το ερώτημα αν η σημερινή ελλαδική παρακμή, όπως και η επακόλουθη κυπριακή, πνευματική και οικονομική, όσο ελαφρά διαφοροποιημένη κι αν είναι η μια από την άλλη, είχαν και οι δύο ως κύριο γενεσιουργό αίτιό τους την εθνική ντροπή της αποχώρηση της Μεραρχίας από την Κύπρο το 1967. Τι είδους «πολίτες» βγαίνουν από έναν στρατό που έχοντας αναλάβει μια εκστρατεία απελευθέρωσης δουλομένων από αιώνες αδελφών, βάζει τελικά την ουρά στα σκέλια και εγκαταλείπει; Ασχέτως αιτίων και ενόχων, που έλαβαν ή προετοίμασαν τέτοιες αποφάσεις, αυτοί οι πρώην έτοιμοι, πιστοί και αποφασισμένοι στρατιώτες -όπως βεβαιώνουν οι μαρτυρίες- πόσο αναμενόμενο ήταν να καταλήξουν σε ανεύθυνους τομαριστές «πολίτες», φυγόστρατους, φοροφυγάδες ζεμανφουτιστές στην πλειονότητά τους; Δεν θα ήταν δικαιολογημένοι να μην έχουν πια πίστη στην ηγεσία του έθνους και του κράτους τους, που τους πρόδωσε, τη στιγμή μάλιστα που όλα τα ΜΜΕ της μετέπειτα και μέχρι σήμερα εποχής, λαϊκίζοντας ως επί το πλείστον, τελούν υπό την ασφυκτική πίεση της υποδούλωσης του έθνους στους ξένους, με αποτέλεσμα να δίνουν μηδαμινή προσοχή στην ανίχνευση των αιτίων μιας τέτοιας πνευματικής υποδούλωσης; Αντίθετα, μάλιστα, αντί ν’ αναζητούν τρόπους και μεθόδους επαναξιολόγησης, επιστράτευσης και προβολής των παραδόσεων και των αρετών του έθνους, τα ΜΜΕ γίνονται οι κύριοι μεταπράτες και εισαγωγείς όλων εκείνων των τρόπων που καταστρατηγούν ως άχρηστες και ξεπερασμένες αυτές τις παραδόσεις και τις αρετές του έθνους.

    Από την άλλη, πώς αλλιώς παρά το λιγότερο ως «διαβρωτική», μπορεί να χαρακτηρίσει κανείς την επίδραση που είχε πάνω στους Κυπρίους η εγκατάλειψή τους από τη Μεραρχία, δηλαδή από την ίδια την Ελλάδα, στην οποία ολόψυχα και αγνά, μέχρι θανάτου ή ελευθερίας πίστεψαν; Η αποχώρηση της Μεραρχίας δικαίωνε απόλυτα τους άπιστους, τους αμφισβητίες, τους εχθρούς του οράματος της Ενώσεως, και πετούσε ως αφελείς και άχρηστους στον Καιάδα τους πιστούς πατριώτες. Αργότερα, με την επιβολή της απριλιανής δικτατορίας, αυτούς τους τελευταίους θα τους έλεγαν και «προδότες», επειδή το ήθος και η εντιμότητά τους δεν τους επέτρεπαν να εγκαταλείψουν το όραμα της Ενώσεως, την ίδια την ταυτότητά τους,.

    Το ερώτημα αναδύεται τεράστιο και εφιαλτικό: Είναι δυνατόν για όλην αυτή την κατρακύλα να υπήρξε Ένας και μόνον ένοχος, ο οποίος μάλιστα ως απόδειξη της πλήρους και γενικής παρακμής να θεωρείται ακόμα από μεγάλες μάζες λαού ως μέγας ήρως της Αντίστασης κατά της «ξένης συνωμοσίας»; Αλλά, ποιας «αντίστασης» και ποιας «ξένης συνωμοσίας»; Πώς είναι δυνατόν ένας ώριμος λαός και μια ώριμη ηγεσία, αρκούντως παιδευμένοι στην τραγική περιπέτεια του ανθρώπου επί της γης, να μην καταλαβαίνουν ότι το κάθε έθνος, η κάθε ομόγλωσση και ομόθρησκη ανθρώπινη, οργανωμένη ομάδα, αισθάνεται έναν υπαρκτό και άμεσο κίνδυνο επιβίωσης και γι’ αυτό φροντίζει να υπηρετεί όσο μπορεί πιο αποτελεσματικά τον στόχο τής εν ευημερία επιβίωσής της; Πώς είναι δυνατόν ένα έθνος να εξαντλείται κυριολεκτικά σε υποκριτικές φωνασκίες περί ανήθικων «συνωμοσιών» των άλλων εθνών εις βάρος του, τα οποία δεν κάνουν άλλο παρά να επιδιώκουν τη διασφάλιση των δικών τους όρων επιβίωσης, όπως καλύτερα τους αντιλαμβάνονται; Μια τέτοια αντίληψη του περιβάλλοντος κόσμου δεν αποτελεί παρά την ύστατη απόδειξη της αδυναμίας αυτής της ομάδας, αυτού του έθνους να επιβιώσει υπό τις παρούσες συνθήκες επί της γης.

    Για τους Έλληνες η εκτροπή, υπό τη μορφή της αναζήτησης «ήθους» στους άλλους, που έθεσε σε δεύτερη, αν όχι σε ανύπαρκτη θέση την προσωπική υποχρέωση του Έλληνα πολίτη απέναντι στην πατρίδα του, φαίνεται να ευκολύνθηκε σε μεγάλο βαθμό από τη μυθολογία των «υποχρεώσεων», ειδικά των Δυτικών, απέναντι στην αρχαία Ελλάδα, την οποία μόνο οι νεοέλληνες θεωρούν ως πρόγονό τους, ενώ οι Δυτικοί δύσκολα αποδέχονται μια τέτοια πραγματικότητα, κι έχουν κάθε ευχέρεια και δικαιολογία να μην την αποδέχονται. Το γεγονός ότι ούτε οι ίδιοι ούτε οι Νεοέλληνες έχουν πολλή σχέση με την κλασσική Ελλάδα, δεν διαφοροποιεί την παρούσα κατάσταση.

    Μέσα σε αυτό το πλαίσιο των παρερμηνειών και των εκτροπών, αλλά και της εκμετάλλευσης, για σκοπούς ψηφοθηρίας, εκ μέρους πλείστων ελληνικών ηγεσιών των συναισθημάτων του λαού, πρέπει ν’ αναζητηθούν οι διαλυτικές του ζόφου και καθοδηγητικές για το μέλλον απαντήσεις. Έχοντας οι πρόγονοι των Ελλήνων κερδίσει με πολύ αίμα και πολύ μόχθο ένα ύψιστο επίπεδο πολιτικής ευθύνης και πνευματικής καλλιέργειας στη διάρκεια της κλασσικής εποχής, ξέπεσαν στα χέρια άξεστων εισβολέων εξουσιαστών, οι οποίοι αφού έδειξαν αρχικά να ηττούνται πνευματικά μετατράπηκαν στη συνέχεια σε παντός είδους αντιπάλους. Ένα αποτέλεσμα ήταν να δημιουργήσει ο ελληνικός λαός για τον εαυτό του μια ισχυρότατη παράδοση «αντιδυτικισμού», στο πλαίσιο του οποίου θα πρέπει, ίσως, ν’ αναζητηθεί η απάντηση και στην αποτυχία του πολιτικού και θρησκευτικού ηγέτη Μακάριου Γ΄ και του λαού του -που τυφλά τον ακολούθησε- να εννοήσει και ν’ αξιοποιήσει τη στιγμή που του δόθηκε, την ευκαιρία να ενώσει την Κύπρο με την Ελλάδα, υπέρ μιας μεγαλύτερης Ελλάδας, δηλαδή υπέρ μιας καλύτερης ευκαιρίας όλων των Ελλήνων για επιβίωση σε συνθήκες αντίστοιχες με τις παρούσες των άλλων ευρωπαϊκών εθνών.

    Το γεγονός ότι υπάρχει μαρτυρία, που ναι μεν δεν αποδεικνύεται επειδή η αμερικανική πλευρά φρόντισε την δια παντός πλήρη εξαφάνισή της, ότι ο πρώην υπ. Εξ. των ΗΠΑ, Ντην Άτσεσον, ήταν στη μισθωμένη υπηρεσία των ελληνικών συμφερόντων όταν κλήθηκε να επιτύχει «λύση» στην ελληνοτουρκική διένεξη, άλλως «κυπριακό πρόβλημα», το γεγονός, λοιπόν, ότι δεν αποδεικνύεται αυτή η μαρτυρία (Κουράγιο Πηνελόπη, Αρμός 2013, αναφορές στην εταιρία Covington& BurlingLLPκαι IoannidesDemetriouLLC), δεν αλλάζει καθόλου τα δεδομένα: Η ευκαιρία για Ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, χωρίς εδαφικές παραχωρήσεις στην Τουρκία, δόθηκε, κατ’ ακρίβεια αφέθηκε στη διάθεση των Ελλήνων αν ήθελαν και αν μπορούσαν να την αξιοποιήσουν. Ο μεν αρχιεπίσκοπος Μακάριος δεν ήθελε, ο δε πρωθυπουργός Παπανδρέου δεν μπορούσε, έχοντας τα χέρια δεμένα από τον ίδιο τον Μακάριο: Μια πανάρχαια ιστορία ανικανότητας των Ελλήνων να συνεννοηθούν μεταξύ τους υπέρ του κοινού συμφέροντος.

    Ένας Αμερικανός αξιωματούχος, ο Φίλιπς Τάλμποτ, βοηθός υφυπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ τις κρίσιμες εκείνες μέρες του Αυγούστου 1964 (πρέσβης αργότερα, 1965-1969, των ΗΠΑ στην Ελλάδα), το είπε με δικά του λόγια, έστω κι αν πολύ πιθανόν να είχε άλλα στο νου του τη δεδομένη στιγμή: «Δεν μπορούμε να βασιστούμε στους Έλληνες ότι θα δράσουν υπέρ των συμφερόντων τους» (Wecan’tcountontheGreekstoactintheirownbestinterests[1]).

    Η ιστορία, σε πολύ γενικές γραμμές, έχει ως εξής: Τη σημαδιακή μέρα 9η Ιουλίου, του 1964, με την έναρξη των ελληνοτουρκικών συνομιλιών στη Γενεύη, ο Ντην Άτσεσον ρώτησε τους Τούρκους αν θα τους ενδιέφερε μια βάση στην Καρπασία με αντάλλαγμα την Ένωση της υπόλοιπης Κύπρου με την Ελλάδα. Οι Τούρκοι απάντησαν επί τόπου και αμέσως ότι εκείνοι ήθελαν διχοτόμηση ή ομοσπονδία, διαφορετικά ας έκανε η Ελλάδα την Ένωση ως faitaccompli(ήταν ήδη faitaccompliη Ένωση), πάντως εκείνοι δεν θα την αναγνώριζαν αλλά θα συνέχιζαν τις πιέσεις και τις απειλές. Ο Άτσεσον, όμως, έπρεπε να κλείσει το θέμα με συμφωνία κι όχι με συνέχιση των διαφορών και των απειλών, που αργά ή γρήγορα θα κατέληγαν σε πόλεμο μέσα στο ΝΑΤΟ, πράγμα εντελώς αδιανόητο και απαράδεκτο για τους Αμερικανούς. Οπότε, τους ρώτησε αν θα τους ικανοποιούσε και μια λωρίδα από Λευκωσία ως Κερύνεια μέσα στην οποία οι Τ/κύπριοι να είχαν πλειοψηφία και αυτονομία, όχι πάντως κράτος εν κράτει! Κι ακόμα, όπου υπήρχε τ/κυπριακή πλειονότητα, σε 2-3 περιοχές, να μπορούσε να αποφασίζει για τοπικά θέματα. Με την ευκαιρία, ο γνωστός Νιχάτ Ερίμ (ο κύριος Τούρκος συνομιλητής), εκστόμισε κάμποσες απειλές εκδίωξης των Ελλήνων κατοίκων Τουρκίας και του Πατριαρχείου, αν δεν έκλεινε σύντομα το θέμα. Πέταξε και μια κουβέντα για το Καστελλόριζο, που θα ενίσχυε την ασφάλεια της Τουρκίας κι ύστερα είπε πως πρόσφατα έγινε στην Αμερική και μια άλλη κουβέντα «λύσης» με ανταλλαγή. Η Λέσβος και η Σάμος ή η Κως να δίνονταν στην Τουρκία και η Κύπρος στην Ελλάδα.

    Αυτά και άλλες περίπλοκες λεπτομέρειες περί δικαιωμάτων των Τ/κυπρίων που να ήταν μεν υπόλογοι στην Αθήνα ή στον τοπικό Έλληνα νομάρχη αλλά και περί δικαιωμάτων προσφυγής τους σε διεθνείς επιτροπές και ειδικά δικαστήρια, όπως και κάποιες πιθανές παραχωρήσεις πάνω σε γεωγραφική βάση, όλ’ αυτά που «πρότεινε» ο Άτσεσον δεν ήταν, βέβαια, ούτε αφέλειες αλλ’ ούτε και αμετακίνητες αμερικανικές θέσεις, αφού ήξερε πολύ καλά ότι στη γενικότητά τους δεν ανταποκρίνονταν στις ελληνικές θέσεις και θα απορρίπτονταν από την ελληνική πλευρά. Όπως κι έγινε. Ο Έλληνας συνομιλητής, Δημήτριος Νικολαρεΐζης, διπλωμάτης που διακρίθηκε και στα γράμματα και τις τέχνες, δεν άργησε να απαντήσει στον Άτσεσον πως όλα τούτα ήταν πολύ μακριά από τις θέσεις της Ελληνικής Κυβέρνησης. Εξάλλου η Ελλάδα ζητούσε αυτοδιάθεση των Κυπρίων και όχι Ένωση (αυτή ήταν αρχικά η επίσημη πολιτική) και δεν έβλεπε τώρα πώς συζητείτο η Ένωση με εδαφικές ανταλλαγές! Στο σημείο αυτό επενέβη ένας βοηθός του Άτσεσον και είπε ότι οι Έλληνες έπρεπε να καλλιεργήσουν στην Κύπρο ένα λαϊκό αίτημα υπέρ της Ένωσης[2]!

    Στο μεταξύ, ενθαρρυμένοι οι Τούρκοι από την «προσφορά» του Άτσεσον επέστρεψαν με επιπρόσθετες απαιτήσεις.

    Απαντώντας ο Παπανδρέου «θετικά», παίζοντας δηλαδή με μαεστρία το διπλωματικό παιγνίδι, εισηγήθηκε προς τους Τούρκους ό,τι ακριβώς θα απέρριπταν και εκείνοι και οι Άγγλοι: Μετατροπή των βρετανικών βάσεων σε νατοϊκές με Τούρκο διοικητή (ενώ θα παρέμεναν υπό πλήρη βρετανική κυριαρχία), αλλά επ’ ουδενί κυρίαρχη τουρκική περιοχή στο νησί, όσο μικρή κι αν ήταν. Δέχτηκε, επίσης, δυο τ/κυπριακές περιοχές νοουμένου ότι οι Τούρκοι έπαρχοι θα διορίζονταν από την Αθήνα. Και για να δείξει ακόμα περισσότερο πόσο συμβιβαστικός μπορούσε να είναι, πρόσφερε… και το Καστελλόριζο! Ταυτόχρονα παρουσίαζε τον Μακάριο στον Αμερικανό πρέσβη στην Αθήνα, Χένρυ Λαμπουίς, να πλησιάζει επικίνδυνα τη Σοβιετική Ένωση και την Αίγυπτο. Οι Αμερικανοί έπρεπε να βιαστούν, να προλάβουν τα χειρότερα.

    Ο Άτσεσον χαρακτήρισε την αντιπρόταση Παπανδρέου «εποικοδομητική συμβολή» ενώ οι Τούρκοι εκνευρίστηκαν επειδή τη βρήκαν να περιέχει λιγότερα από όσα είχαν ήδη κερδισμένα με τη Ζυρίχη. Μποϋκοτάροντας και ο Μακάριος, κατά την πάγια τακτική του, τη συμμετοχή της Ελληνικής Κυβέρνησης στις συνομιλίες, δήλωσε στις 27 Ιουλίου 1964, στην Αθήνα, ότι δεν θα δεχόταν λύση «η οποία θα συνηπήγετο εγκατάσταση βάσεων του ΝΑΤΟ εις την νήσον»! Λες και οι βρετανικές βάσεις που ο ίδιος παραχώρησε και ήδη υπήρχαν, δεν ήταν του ΝΑΤΟ! Πάντως εισέπραξε το σύνηθες ζητούμενο: Το χειροκρότημα του ΑΚΕΛ, των αυλοκολάκων και μερίδας του ανίδεου λαού.

    Την ίδια μέρα, 27 Ιουλίου, ο Άτσεσον υπέβαλε στον Παπανδρέου την ιδέα της βάσης επί ενοικίω, στη θέση της κυρίαρχης.

    Στις 30 Ιουλίου, ο πρέσβης τής Ελλάδος στις ΗΠΑ Αλέξανδρος Μάτσας δήλωσε ότι από όλες τις «ιδέες» μόνο εκείνη τής Ένωσης τής Κύπρου με την Ελλάδα θα εγκρινόταν από τον ελληνικό λαό, ενώ η παραχώρηση τού Καστελορίζου, η τουρκική βάση, οι οικονομικές αποζημιώσεις και τα όμοια αντιμετωπίζονταν με απέχθεια.

    Στις 31 Ιουλίου, ο πρέσβης Λαμπουίς, ανέφερε στο Στέητ Ντιπάρτμεντ ότι ο Παπανδρέου του είπε: «Με τον Μακάριο είναι αδύνατο να συνεννοηθείς. Είναι εντελώς αδιάλλακτος σε όλα τα σημεία. Εκμεταλλεύεται τον ελληνικό Τύπο εις βάρος τής Ελληνικής Κυβέρνησης, η οποία θέλει να διατηρεί καλές σχέσεις με τις ΗΠΑ. Είναι ασυγχώρητος, επειδή εκθέτει την Ελληνική Κυβέρνηση ως διαλλακτική, έτοιμη να παζαρέψει, και προβάλλει τον εαυτό του ως τον ήρωα που πολεμά τις δυτικές δυνάμεις. Αυτό που θέλει είναι μιαν ανεξάρτητη Κύπρο στο στυλ των αραβικών κρατών». Και πρόσθεσε: «Ο πρωθυπουργός πιστεύει ότι μπορεί να υπάρξειμόνο μια λύση, η Ένωση, χωρίς μεταβατική περίοδο ανεξαρτησίας, με μια διακήρυξη των δικαιωμάτων τής τουρκικής μειονότητας. Ο μόνος τρόπος για να πάψει να υπάρχει αυτό το πρόβλημα είναι να γίνει η Κύπρος μέρος τής Ελλάδος. Η Ένωση μαζί με μια βάση τού ΝΑΤΟ, με Τούρκο διοικητή, θα πρόσφερε ασφάλεια για την τουρκική μειονότητα και για την ίδια την Τουρκία. Μια Κύπρος τύπου Κούβας υπό την αιγίδα τού Μακαρίου σίγουρα θα σήμαινε κίνδυνο για την Τουρκία και για όλους μας. Η Ελληνική Κυβέρνηση θα ήταν επίσης πρόθυμη να αποζημιώσει όποιους Τ/κυπρίους θα επιθυμούσαν να εγκαταλείψουν την Κύπρο και ήλπιζε πως η Τουρκία θα λάμβανε και κάποια οικονομική βοήθεια για να αντιμετωπίσει τα προβλήματά της».

    «Πάντως», τέλειωνε ο Λαμπουίς, «η κυρίαρχη βάση έχει αποκλεισθεί όπως και η ειδική θέση της τ/κυπριακής μειονότητας, όπως την προδιέγραψε ο Άτσεσον»[3].

    Την 1η Αυγούστου οι Τούρκοι ειδοποίησαν ότι δεν δέχονταν για βάση μόνο την Καρπασία κι απέρριπταν και την ιδέα του Καστελλορίζου, ως πολύ μικρού για να θεωρηθεί σοβαρή παραχώρηση. Βλέποντας τη σταδιακή στροφή των Αμερικανών υπέρ των ελληνικών συμφερόντων, γύρευαν (όπως και ο Μακάριος) μια ευκαιρία δημιουργίας επεισοδίων ώστε να σταματήσουν οι συνομιλίες στη Γενεύη και να επέμβουν για να διασφαλίσουν τα όσα «πρότεινε» στην αρχή ο Άτσεσον.

    Με την ιδέα της «άμεσης Ενώσεως» συμφωνούσε τώρα και ο υφυπουργός Εξωτερικών Τζωρτζ Μπωλ (δηλαδή η κυβέρνηση των ΗΠΑ, αφού σε αυτόν ανατέθηκε η επίλυση του Κυπριακού από τον Πρόεδρο Λύντον Τζόνσον), για να προληφθεί τυχόν τουρκική επέμβαση και κατ’ ακολουθία ελληνοτουρκικός πόλεμος, πράγμα, όπως ήδη ειπώθηκε, αδιανόητο για τους Αμερικανούς. Δεχόταν την ιδέα τουρκικής βάσης με συμβόλαιο ενοικίασης 99 χρόνων, εκχωρημένης στο ΝΑΤΟ. Ο Νικολαρεΐζης απάντησε ότι μόνο για μέτρια βάση του ΝΑΤΟ συζητούσε τώρα η Ελληνική Κυβέρνηση ή τουρκική συμμετοχή σε βρετανική βάση. Οι δε αρχικές εισηγήσεις του Άτσεσον για τα δικαιώματα των Τ/κυπρίων κρίνονταν υπερβολικές. Μόνο εγγυήσεις δεχόταν να δώσει η Ελλάδα. Τα πράγματα πήγαιναν τόσο καλά για την ελληνική πλευρά που όχι μόνο οι Τούρκοι αλλά και οι Αμερικανοί, σε κάποια στιγμή, υποψιάστηκαν εκείνο που έπρεπε να συμβαίνει αλλά, δυστυχώς, καθόλου δεν συνέβαινε: συμπαιγνία Παπανδρέου-Μακαρίου. Ο Μακάριος να λέει συνεχώς «όχι» κι ο Παπανδρέου να επικαλείται την αρνητική στάση του Μακαρίου ως εμπόδιο στη δήθεν δική του πρόθεση για συμβιβασμό.

    Έξαλλοι οι Τούρκοι έστρεψαν την προσοχή τους στη δια της βίας εξασφάλιση των «υπεσχημένων» του Άτσεσον. Ακολούθησαν οι προκλήσεις στην Τηλλυρία, οι μάχες (8-10 Αυγούστου) στην περιοχή Κοκκίνων, Μανσούρας, Λωρόβουνου και οι βομβαρδισμοί από την τουρκική αεροπορία, αδιακρίτως, από την Πόλη Χρυσοχού ως τον Πύργο Τηλλυρίας.

    Εδώ ήταν που έστειλε το μήνυμα ο Παπανδρέου προς Μακάριο (και Γρίβα), «άλλα συμφωνούμε κι άλλα πράττετε»[4], επειδή ναι μεν η ένοπλη σύγκρουση απέδιδε εδαφικές ανακαταλήψεις για την ελληνική πλευρά, έτεινε, όμως, να διακόψει τις συνομιλίες που πήγαιναν καλά για την Ελλάδα κι άσχημα για όσους δεν ήθελαν την Ένωση, δηλαδή τον Μακάριο και την Τουρκία. Ταυτόχρονα, η συγκρατημένη στάση της Ελλάδας απέναντι στους τουρκικούς βομβαρδισμούς, έδωσε την ευκαιρία στον Μακάριο ν’ απευθυνθεί στη σοβιετική Ρωσία για άμεση βοήθεια. Οι Ρώσοι έδειξαν αμέσως μεγάλο ενδιαφέρον, με προθέσεις παραχώρησης στρατιωτικής βοήθειας, πράγμα που ανησύχησε ιδιαίτερα σοβαρά τον αμερικανικό παράγοντα.

    Κάτω από αυτή την πίεση, η επανέναρξη των συνομιλιών στις 11 Αυγούστου βρήκε τον Άτσεσον να μη μιλά πια για περιοχές με τ/κυπριακή πλειοψηφία αλλά για 30% τ/κυπριακό πληθυσμό και διευθετήσεις για την προστασία των τ/κυπριακών δικαιωμάτων μετά την Ένωση! Όσο για τη βάση που πρόσφεραν οι Έλληνες με ενοίκιο 25 χρόνων ήταν στην άνυδρη, βραχώδη ερημιά του Κάβο Γκρέκο. Οι Τούρκοι λύσσαξαν και παρουσίασαν χάρτες ξεκάθαρου διαμελισμού. Ούτε και με ολόκληρη την Καρπασία με ενοίκιο, είπαν δεν δέχονταν. «Μα αυτό μας παίρνει πίσω έξι βδομάδες, εκεί που ήμασταν»[5], τους είπε ο Άτσεσον. Τότε άρχισαν να μιλούν ξανά για στρατιωτική επέμβαση κι ο Άτσεσον να τους λέει πόσο επικίνδυνο πράμα ήταν ο πόλεμος, αφού απειλούσε και η Ρωσία με επέμβαση. Στο μεταξύ ο υφυπουργός Μπωλ έστειλε μήνυμα στον Άτσεσον να συγκρατήσει τους Τούρκους γιατί τα όπλα που είχαν δεν ήταν ακριβώς δικά τους για να κάμουν πόλεμο μέσα στο ΝΑΤΟ.

    Στις 16 Αυγούστου οι Τούρκοι άλλαξαν γνώμη και ήταν έτοιμοι να συζητήσουν μακροπρόθεσμη ενοικίαση μεγάλης περιοχής στην Καρπασία, φτάνει να είχαν απόλυτη ελευθερία και να κάμνουν εκεί ό,τι θέλουν χωρίς περιορισμούς.

    Το θέμα «βάση με ενοίκιο» φάνηκε προς στιγμή να είναι το σημείο σύγκλισης των δύο πλευρών, ασχέτως διαφωνιών περί του μεγέθους της και περί άλλων λεπτομερειών. Οι Αμερικανοί άρχισαν να βγάζουν σχέδια απομάκρυνσης εκείνου που έδειχνε να είναι το τελευταίο εμπόδιο στην Ένωση κι άκουγε στο όνομα «Μακάριος», λογαριάζοντας -λάθος, όπως θα τους εξηγούσε ο πρέσβης στη Λευκωσία Τέυλορ Μπέλτσερ[6]- ότι η Μεραρχία του Παπανδρέου θα μπορούσε να παίξει ρόλο οργάνου εφαρμογής των σχεδίων τους.

    Ο Παπανδρέου, από την άλλη, τους πίεζε για άμεση κήρυξη της Ενώσεως χωρίς δεσμεύσεις και χωρίς συμφωνία με την Τουρκία, διαφορετικά, τους έλεγε, δεν θα εξασφαλιζόταν ψήφος υπέρ της Ένωσης στην κυπριακή Βουλή εφόσον θα υπήρχαν όροι είτε μόνιμης είτε νοικιασμένης βάσης. Επίσης, την ίδια στιγμή, τους έλεγε και το ήξεραν, ότι έπρεπε να προληφθεί η επικείμενη Συνθήκη Συμμαχίας Κύπρου-ΕΣΣΔ, που εύκολα θα περνούσε από την κυπριακή Βουλή λόγω των πρόσφατων βομβαρδισμών της τουρκικής αεροπορίας και της αδυναμίας της ελληνικής να καλύψει την Κύπρο. Ο Παπανδρέου ήταν σίγουρος πως αν προλάβαινε να κηρύξει την Ένωση και μετά ν’ αρχίσουν οι συζητήσεις με τους Τούρκους για τους όρους ενοικίασης, το μέγεθος της βάσης και άλλα συναφή, δεν θα έφταναν ποτέ σε συμφωνία· κι οι Αμερικανοί ποτέ δεν θ’ άφηναν τους Τούρκους να προχωρήσουν σε επέμβαση. Θα εύρισκαν τρόπους να τους καταπραΰνουν και να τους αποζημιώσουν με τον καιρό. Εξάλλου, στο μεταξύ η Κύπρος θα οχυρωνόταν ακόμα καλύτερα από την Ελλάδα, το ΝΑΤΟ δεν θα κινδύνευε από κανέναν, ούτε η τ/κυπριακή μειονότητα, άρα θα εξέλειπε κάθε λόγος συνέχισης της διαμάχης. Παρέμενε, όμως, ακόμα ο Μακάριος, ο οποίος αντί να συμπράξει με τον Παπανδρέου, επέμενε στην «ανεξαρτησία»… σε στυλ αραβικών κρατών!

    Στις 18 Αυγούστου, ειδική έκθεση προς τον Πρόεδρο Τζόνσον από βοηθούς και μέλη του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, του εξηγούσε πόσο δύσκολο ήταν από τη μια να συμφωνηθεί γραπτώς το «σχέδιο Άτσεσον», που ήταν πια η Ένωση με συζήτηση για παραχωρήσεις στους Τούρκους μετά, και από την άλλη πόσο κοντά στη σοβιετοποίηση ήταν η Κύπρος. Συμφωνούσαν απόλυτα με την εισήγηση Παπανδρέου για «άμεση Ένωση» και συζήτηση για παραχωρήσεις στους Τουρκους μετά [7].

    Το βράδυ της 18ης Αυγούστου, ο Αμερικανός πρέσβης στην Αθήνα, Χένρυ Λαμπουίς, επαναλάμβανε με τηλεγράφημα την επιχειρηματολογία του Παπανδρέου προς όλους τους ενδιαφερομένους, τονίζοντας πως διαφορετικά μόνο οι κομμουνιστές θά ’βγαιναν κερδισμένοι: Πρώτα να γίνει η Ένωση, να διασφαλισθεί η νατοϊκή ταυτότητα της Κύπρου και μετά η συζήτηση με τους Τούρκους για τη βάση [8]. Τα ίδια έλεγε το πρωί της 19ης ο πρέσβης Τέυλορ Μπέλτσερ από τη Λευκωσία, βάζοντας σχεδόν τις φράσεις στο στόμα του Πέτρου Γαρουφαλιά: «Κήρυξη της Ένωσης από το Υπουργικό Συμβούλιο και τη Βουλή της Κύπρου με αίτημα προς την Ελλάδα να τη δεχτεί». Έπρεπε, όμως, να προηγηθεί εκθρόνιση του ανθενωτικού εμποδίου, του Αρχιεπισκόπου και Προέδρου Μακαρίου. Πάντως ο Μπέλτσερ ξεκαθάριζε τελειωτικά ότι οι ελληνικές δυνάμεις στην Κύπρο, Μεραρχία και Εθνική Φρουρά, μόνο στην επιβολή της Ένωσης έπρεπε να υπολογίζονται ότι θα μπορούσαν να δράσουν. Δεν υπήρχε περίπτωση να συμπράξουν σε οτιδήποτε άλλο [9].

    Ταυτόχρονα, στις 19, Ο Λαμπουίς παρέδιδε επείγον μήνυμα [10]του Προέδρου Τζόνσον προς τον Παπανδρέου. Οι Αμερικανοί ήταν ψημένοι. Ο Γαρουφαλιάς άρχισε να ετοιμάζει τη βαλίτσα του για τη Λευκωσία. Να ακυρώσει τελεσίδικα την επικείμενη συμφωνία Κύπρου-ΕΣΣΔ, που τόσο απεχθάνονταν οι Αμερικανοί και να κάνει την τελευταία απόπειρα, να πείσει τον Μακάριο να συμπράξει στην κήρυξη της Ενώσεως δίχως να χρειασθεί να εκθρονισθεί [11].

    Αυθημερόν, στις 19, πραγματοποιήθηκε η γνωστή σύσκεψη επικύρωσης της απόφασης, με προεδρεύοντα τον βασιλιά Κωνσταντίνο, που διέκοψε τον παραθερισμό του στην Κέρκυρα, και παρόντες τον Πρωθυπουργό Παπανδρέου, τον υπουργό Άμυνας, Πέτρο Γαρουφαλιά, τον Υπουργό Εξωτερικών Σταύρο Κωστόπουλο και τον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης Παναγιώτη Κανελλόπουλο. Είχε ήδη ενημερωθεί από τον Γαρουφαλιά και τον βασιλέα ο υπουργός Εξωτερικών της Κύπρου Σπύρος Κυπριανού, ο οποίος έδειξε μεγάλο ενθουσιασμό για την απόφαση[12]και φρόντισε, βέβαια, να ειδοποιήσει αμέσως τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο, με τον οποίο προφανώς συνεννοήθηκε ώστε ν’ ανακοινωθεί, την ίδια μέρα, η ακύρωση του ταξιδιού του στη Μόσχα. Ποιος, όμως, ειδοποίησε και τους Άγγλους ώστε με την άφιξή του ο Γαρουφαλιάς την επομένη στο αεροδρόμιο Λευκωσίας να νιώσει «αιχμάλωτός» τους με την παρουσία παντού στρατιωτών και τεθωρακισμένων τους σε καίρια σημεία, παραμένει ένα «μυστήριο»(!).

    Την ίδια μέρα, 20 Αυγούστου, ο Παπανδρέου απαντούσε σε μήνυμα της 10ης Αυγούστου του Τζόνσον, ο οποίος ανησυχούσε για την κατάσταση στην Κύπρο και εισηγείτο την αποδοχή της πρότασης για παραχώρηση βάσης με ενοίκιο στην Τουρκία ως αντάλλαγμα για την Ένωση, ώστε επιτέλους να επιλυθεί το πρόβλημα, να επέλθει ειρήνευση ανάμεσα στις δύο χώρες του ΝΑΤΟ και ν’ ακυρωθούν οι σχεδιασμοί της Μόσχας. Στην απαντητική του επιστολή ο Παπανδρέου,[13]την οποία παρέδωσε στον Τζόνσον ο πρέσβης στις ΗΠΑ Αλέξανδρος Μάτσας, αναφερόταν στην επίσκεψη Γαρουφαλιά στη Λευκωσία την ίδια μέρα, η οποία αποσκοπούσε, έλεγε στον Τζόνσον, στο να επιστήσει την προσοχή της Κυπριακής Κυβέρνησης στην ανάγκη διατήρησης της κατάπαυσης του πυρός και στην εδραίωση της ειρήνης. Στη συνέχεια εξηγούσε στον Τζόνσον τη δεινή θέση στην οποία βρέθηκε η Ελλάς να μην μπορεί να προστατέψει τον κυπριακό πληθυσμό από τους βομβαρδισμούς της τουρκικής αεροπορίας (8-10 Αυγούστου), τους οποίους αποκαλούσε κτηνώδεις και ανεύθυνους. Ζητούσε την παρέμβαση του Τζόνσον ώστε να σταματήσουν οι ανεύθυνες προκλήσεις των Τούρκων, οι οποίες αν επαναλαμβάνονταν θα ανάγκαζαν την Ελλάδα να λάβει μέρος στην άμυνα της Κύπρου και έθετε το θέμα ότι υπό συνθήκες ωμού εκβιασμού και δίωξης των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης δεν μπορούσαν να γίνονται διαπραγματεύσεις. Διαβεβαίωνε, πάντως, τον Τζόνσον ότι η Ελλάς εξακολουθούσε να στηρίζει τις προσπάθειες Άτσεσον στη Γενεύη. Αναφορικά με την εισήγηση του προέδρου Τζόνσον για αποδοχή της πρότασης για παραχώρηση βάσης με ενοίκιο ορισμένου χρόνου, ο Παπανδρέου ξεκαθάριζε ότι αυτό που ήταν πολύ δύσκολο να γίνει αποδεχτό πριν τους βομβαρδισμούς της τουρκικής αεροπορίας, τώρα γινόταν ακόμα πιο δύσκολο. Και ότι η Ελλάς μελετούσε όλες τις πλευρές του ζητήματος και θα κατέβαλλε κάθε προσπάθεια ώστε να εξευρεθεί μια δίκαιη λύση.

    Στην ουσία απέρριπτε ακόμα και τη θεωρούμενη από σημερινούς μελετητές «φιλελληνική» λύση της παραχώρησης βάσης εδάφους 5% της Κύπρου για 50 χρόνια, δεν αποκάλυπτε τον σκοπό της αποστολής Γαρουφαλιά, που την ίδια μέρα θα πρότεινε στον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο την ατόφια, άνευ όρων Ένωση και προετοίμαζε τον Αμερικανό Πρόεδρο για τη δίκαιη απόφαση που είχε πάρει η Ελλάς. Η επιστολή αυτή δόθηκε στη δημοσιότητα μόλις στις 20 Φεβρουαρίου 2014 και διαψεύδει όλους όσοι προσπάθησαν να καταλογίσουν δόλο τουπρωθυπουργού της Ελλάδος σε βάρος του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου. Ο δόλος και η απιστία βρίσκονταν μόνο στην πλευρά του Αρχιεπισκόπου.

    Επίσης στις 20 Αυγούστου, με επιστολή του ο Άτσεσον προς τον Μπωλ εισηγούνταν τη βίαιη ανατροπή του Μακαρίου από την Ελλάδα με την προστασία του ΝΑΤΟ εναντίον οποιασδήποτε ρωσικής ή τουρκικής επέμβασης και ν’ αναλάβει ο ελληνικός στρατός τη διοίκηση της Κύπρου, να εγγυηθεί τα δικαιώματα της μειονότητας και σε κάποια στιγμή να κηρυχθεί και η Ένωση[14].

    Στο Προεδρικό Μέγαρο, στη Λευκωσία, ο Γαρουφαλιάς εξήγησε στον Μακάριο το ελληνικό σχέδιο. Του είπε πως κι αν ακόμα αντιδρούσαν με επέμβαση οι Τούρκοι, πράγμα που δεν αναμενόταν, θα αποκρούονταν από τις ελληνικές δυνάμεις στο νησί και η Ένωση θα σφραγιζόταν και με στρατιωτική νίκη. Ο Μακάριος προσπάθησε να φέρει κάποια εμπόδια ζητώντας να μπουν φράσεις στο κείμενο της διακήρυξης της Ενώσεως από την κυπριακή Βουλή περί «κατάργησης και των βρετανικών βάσεων» και αποκλεισμού ανταλλαγμάτων με βάσεις προς την Τουρκία κι όταν έπαιρνε σε όλα τις κατάλληλες απαντήσεις από τον Γαρουφαλιά, είπε και μια ξεκάθαρη ανοησία περί του αν θα μπορούσε να γίνει… αντιβασιλεύς μετά την Ένωση! Στο τέλος, την επομένη, 21 Αυγούστου, μη μπορώντας να πείσει τον Γαρουφαλιά, είπε ότι ως ιερωμένος, δεν μπορούσε τα… αίματα σε περίπτωση εισβολής και άρα απέρριπτε το σχέδιο[15]! Τη συνδιάλεξη όπου ο Γαρουφαλιάς αφηγείται τηλεφωνικώς στον Παπανδρέου από τη Λευκωσία τις διάφορες αντιδράσεις και το «αίτημα» του Αρχιεπισκόπου περί αντιβασιλείας άκουσε και το μαρτυρά σε βιντεογραφημένη συνέντευξη ο πρώην υπάλληλος της Αρχής Τηλεπικοινωνιών Κύπρου, πρώην αγωνιστής της ΕΟΚΑ, Λουκής Καρανίκκης.

    Στη διάρκεια των δύο ημερών (20 και 21 Αυγούστου, αν όχι και από τις 19, όταν ενημερώθηκε από τον Κυπριανού για το σχέδιο) που ο Μακάριος «συζητούσε» με τον Γαρουφαλιά προκειμένου ν’ αποτρέψει την Ένωση, ενεργούσε μέσω Λυσσαρίδη, ώστε να ειδοποιηθεί ο Παπανδρέου από τον γιο του Ανδρέα (που στο μεταξύ είχε μετακινηθεί από ενωτικός, βοηθός στον πατέρα του, σε οπαδό του «ανεξαρτησιακού» Μακαρίου), να αποσύρει την πρόταση, αλλιώς ο Μακάριος θα την παρουσίαζε στον λαό ως παγίδα διχοτόμησης εφόσον ήταν αμερικανόπνευστη! (Επρόκειτο για «συμπαιγνία» Ελλάδας-ΗΠΑ για επιβολή της διχοτόμησης, θα έλεγε αργότερα ο Μακάριος στον πρέσβη της Κύπρου στην Αθήνα, Νίκο Κρανιδιώτη[16]). Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι ο κυπριακός λαός τότε, σε πολύ μεγάλο ποσοστό (αν όχι και κατά πλειονότητα, αφού μιλούμε για το ΑΚΕΛ, συν σοβαρή μερίδα της εμποροβιομηχανικής δεξιάς, του τύπου, κ.α.) στήριζε τον Μακάριο και τη διαβρωτική του «πολιτική» κατά της Ελλάδος, της Μεραρχίας και της Ενώσεως. Υπάρχει γι’ αυτό σωρεία στοιχείων και μαρτυριών, όπως αίφνης τα άρθρα του Σάββα Παύλου του 1998, με τίτλο «Μεραρχία, Συγγνώμη!»[17].
    …………………………..

  11. ……………………………

    Μια τέτοια, λοιπόν, καταγγελία εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου για αμερικανόπνευστη και διχοτομική τάχα πρόταση εκ μέρους της Ελλάδας θα έμπαζε αστραπιαία την Κύπρο σε εμφύλια, ένοπλη αντιπαράθεση, με τον Μακάριο και τους πιστούς του από τη μια και την Μεραρχία και την Εθνική Φρουρά από την άλλη. Η κατάσταση που θα δημιουργούνταν θα ήταν ιδανική για την Τουρκία να εισβάλει.
    Αναγκαστικά υποκύπτοντας σ’ ένα τέτοιο εκβιασμό ο Γεώργιος Παπανδρέου, για να μη θέσει σε κίνδυνο την Κύπρο, ειδοποίησε τον Γαρουφαλιά να αποσύρει την προς Μακάριο πρόταση άμεσης κήρυξης της Ενώσεως. Αγανακτισμένος ο Γαρουφαλιάς, χωρίς να ξέρει τι ακριβώς συνέβαινε πίσω από την πλάτη του, καθυστερούσε να το πράξει κι επέμενε με τον Μακάριο, μέχρι που έλαβε την τελική άρνηση του Αρχιεπισκόπου (21/8) με τη «δικαιολογία» ότι ως ιερωμένος δεν ήθελε… αίματα, που πιθανόν να προέκυπταν αν παρ’ ελπίδα επενέβαιναν οι Τούρκοι (στους οποίους, βέβαια, οι Αμερικανοί, όπως το λεν καθαρά όλα τα έγγραφα, δεν θα επέτρεπαν ποτέ να επέμβουν στρατιωτικά και να υπάρξει ενδονατοϊκή σύρραξη). Πιεσμένος, όμως, τώρα, από τους Αμερικανούς ο Παπανδρέου, ταυτόχρονα με την οδηγία για απόσυρση της πρότασης προς τον Μακάριο, ειδοποίησε τους Αμερικανούς ότι αποδεχόταν την πρόταση συμφωνημένης Ενώσεως με παραχώρηση βάσης με 5% έδαφος επί ενοικίω[18], αν και ζητούσε και σ’ αυτό περαιτέρω «βελτιώσεις». Οπότε επενέβη ο παλιός συνεργάτης και στενός φίλος του Γεωργίου Παπανδρέου, Λουκής Ακρίτας, για να του υπενθυμίσει ότι ήταν μέγα σφάλμα να αποδεχθεί την πρόταση των Αμερικανών αφού οπωσδήποτε αυτήν κι αν απέρριπτε ο Μακάριος! Αντίθετα, θα έπειθε (ήδη τον είχε πεπεισμένο) τον λαό ότι επρόκειτο για προδοσία. Οπότε τι θα έκανε ο Παπανδρέου; Εκείνο που ακριβώς προσπαθούσε ν’ αποφύγει; Πραξικόπημα δια της Μεραρχίας και δια της Εθνικής Φρουράς, με απρόβλεπτες συνέπειες αν αντιστέκονταν η φρουρά τού Μακαρίου, οι ένοπλοι του Λυσσαρίδη και το ΑΚΕΛ (που επίσης διέθετε όπλα); Έτσι ο Γ. Π. απέσυρε και αυτή την πρόταση, προειδοποιώντας ξανά τους Αμερικανούς για την επικίνδυνη προσέγγιση Κύπρου Σοβιετικής Ένωσης. Οι Αμερικανοί προσπάθησαν τότε, μια τελευταία φορά (23/8) όπως δείχνουν τα έγγραφα 479 secretκαι 462 secret: Εφόσον οι Τούρκοι είχαν ήδη επίσης απορρίψει το 5% έδαφος επί ενοικίω (22/8)[19], θα βρίσκονταν ανεπανόρθωτα εκτεθειμένοι μπροστά σε ένα γεγονός εφαρμογής της Ενώσεως με πρόθεση συζήτησης παραχώρησης εδάφους 5% με ενοίκιο… μετά! Πώς θα συζητούσαν κάτι που είχαν απορρίψει; Η Ελλάς θα είχε κάθε δικαίωμα να αρνηθεί τέτοια συζήτηση μετά την Ένωση. Με αυτή τη λογική ο Υπ. Εξ. Των ΗΠΑ Ντην Ρασκ στο έγγραφο secret479 (F.R.U.S. σ. 286-288 και Αρχείο Α. Ρ.), της 23ης Αυγούστου 1964, ζητά από την Ελλάδα να κηρύξει την Ένωση και μιλά ακόμα και για ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ που θα καλούσε την Τουρκία να παραιτηθεί από κάθε δικαίωμα στην Κύπρο και να αποσύρει την εκεί ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ. Τελικά, όμως, ο Παπανδρέου δεν μπορούσε να «αγνοήσει» τον Μακάριο και το συμπέρασμα είναι ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο δεν πραγματοποιήθηκε η Ένωση ήταν η απουσία αλληλοσεβασμού και ειλικρινούς συνεννόησης μεταξύ Παπανδρέου-Μακαρίου, για την οποία αποκλειστικός ένοχος ήταν, δυστυχώς, ο αρχιεπίσκοπος Μακάριος, όπως πολύ καλά το ξέρει η Ιστορία.

    Ότι επρόκειτο για τη μοναδική ευκαιρία πραγματοποίησης της Ενώσεως άνευ οποιονδήποτε ανταλλαγμάτων στην Τουρκία αποδεικνύεται από ακόμα ένα γνωστό έγγραφο της 22ας Αυγούστου 1964[20], του Άτσεσον προς τον υπ. Εξ. των ΗΠΑ και στους Αμερικανούς πρέσβεις Άγκυρας, Αθηνών Λονδίνου, Νέας Υόρκης στο οποίο δηλώνει ξεκάθαρα ότι «μόλις οι Έλληνες είναι έτοιμοι να εφαρμόσουν την Ένωση θα μπορούν να πουν ότι είναι χωρίς όρους, όπως πράγματι και θα είναι, αφού οι Τούρκοι θα έχουν χάσει το λεωφορείο». (“When Greeks were ready to produce Enosis, they could say that it was unconditional as it would indeed be since the Turks would have missed the bus”).

    Στο έγγραφο secret479 της 23ης Αυγούστου, που αποτελείται από πέντε σελίδες και απευθύνεται προς τον Άτσεσον και τους Αμερικανούς πρέσβεις Αθηνών, Άγκυρας και Λονδίνου, ο Ντην Ρασκ περιγράφει μια «νέα πορεία δράσης» (“newproposedcourseofaction”), επειδή η κυβέρνηση των ΗΠΑ είχε κρίνει ότι οι διαπραγματεύσεις στη Γενεύη είχαν τερματισθεί («hadrunitscourse»). Η Ελληνική Κυβέρνηση, έλεγε ο Ρασκ, θα έπρεπε «να προχωρήσει με τα σχέδια της για την πραγματοποίηση της Ενώσεως», ενώ οι ΗΠΑ αναλάμβαναν την ευθύνη «ώστε ούτε οι Τούρκοι ούτε οποιαδήποτε άλλη εξωτερική δύναμη να επέμβει με στρατιωτική ενέργεια». (“We will undertake to see that neither the Turks nor any other power will intervene with military force”).Η διαβεβαίωση αυτή επαναλαμβάνεται στο έγγραφο δύο φορές. Ενδιάμεσα τίθεται ο μοναδικός όρος προς την Ελλάδα, να διαπραγματευθεί με την Τουρκία μετά την ολοκλήρωση της Ενώσεως (“onceEnosisisconcluded”) με στόχο την παραχώρηση στην Τουρκία βάσεως με ενοίκιο για 50 χρόνια. Και να διαβεβαιώσει η Ελλάς τον τ/κυπριακό πληθυσμό για τα μειονοτικά του δικαιώματα. Επειδή, όμως, συνέχιζε ο Ρασκ, η Ελληνική Κυβέρνηση δεν θα ήταν πρόθυμη να συζητήσει με την Τουρκική, αφού η τελευταία είχε ήδη απορρίψει την ιδέα της βάσης με ενοίκιο, μπορούμε, συνέχιζε, να υποδείξουμε στους Έλληνες ότι μια μετα-ενωσιακή Κύπρος θα έχει να αντιμετωπίσει δύσκολα προβλήματα. Π.χ. την παρουσία της ΤΟΥΡ.ΔΥ.Κ., την οποία αναμφίβολα η Τουρκική Κυβέρνηση θα επέμενε να διατηρήσει, εκτός κι αν η νομικίστικη πλευρά μπορούσε να διευθετηθεί με κάποια συμφωνία. Θα είναι μια δύσκολη περίοδος, κατέληγε, αν και η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών θα μπορούσε να περάσει ένα ψήφισμα που να καλεί τούς Τούρκους να εγκαταλείψουν τα δικαιώματά τους και να φύγουν από την Κύπρο. («…theUNGeneralAssemblymightpassaresolutioncallingupontheTurkstorelinquishtheserightsandgetout»).

    Την επομένη, 24 Αυγούστου, Ο Λαμπουίς από την Αθήνα υπερθεμάτιζε [21]λέγοντας ότι οπωσδήποτε ο Παπανδρέου δεν έπρεπε ν’ αναλάβει καμμίαν απολύτως δέσμευση απέναντι στους Τούρκους εκτός από την προσφορά καταλλήλων εγγυήσεων στη τ/κυπριακή μειονότητα. Και αν, συνέχιζε ο Λαμπουίς, ο Ρέυμοντ Χέαρ (πρέσβης στην Άγκυρα) ήταν ακόμα σε διαδικασία προσπάθειας να πείσει τους Τούρκους να δεχτούν την πρόταση 5% έδαφος με ενοίκιο, θα έπρεπε να σταματήσει αμέσως. Θα ήταν απρόβλεπτες οι συνέπειες αν τυχόν οι Τούρκοι μεταπείθονταν, πράγμα βέβαια που ήταν απίθανο, αφού ο Ινονού είχε δηλώσει ξεκάθαρα στον Χέαρ (έγγραφο 363, σημ. 14 προηγουμένως) ότι δεν υπήρχε περίπτωση να στηρίξει ενώπιον της Κυβέρνησής του την πρόταση. Αν το έκανε, είπε, «θα σήμαινε το τέλος της πολιτικής του καριέρας».

    Το αγγλικό έγγραφο της 25ης Αυγούστου 1964 (DEFE 11/456, no10368) του αγγλικού υπουργείου Εξωτερικών, του κακόφημου πλέον παγκοσμίως Φόρεϊν Όφις, απευθύνθηκε, πολύ καθυστερημένα προς το αμερικανικό, το Στέητ Ντιπάρτμεντ, και αφού έκανε μια εκτενή ανάλυση της κατάστασης, με δυο λόγια κατέληξε: «Οι Τούρκοι… από τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί η Ένωση με τον τρόπο που σχεδιάζεται τώρα, δεν θα μπορούν να εξασφαλίσουν ούτε τις ελάχιστες από τις απαιτήσεις τους σε απευθείας διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα». («OnceEnosishadbeenachievedinthemannernowsuggestedtheTurkswouldstandnoreasonablechanceofsecuringtheirminimumrequirements»). Δηλαδή δεν θα έπαιρναν τίποτε.

    ………………………………………………….

  12. ……………………………………..

    Γι’ αυτό ακριβώς είχε τεράστια σημασία η ομόφωνη απόφαση της Ελλάδος (Πρωθυπουργού Παπανδρέου, Αρχηγού Αντιπολιτεύσεως Κανελλόπουλου, Βασιλέα Κωνσταντίνου, Υπουργών Εξωτερικών και Άμυνας, Κωστόπουλου και Γαρουφαλιά) την 19η Αυγούστου και η άμεση κάθοδος στη Λευκωσία την επομένη, 20 Αυγούστου, του υπ. Άμ. Πέτρου Γαρουφαλιά για λήψη άμεσης απόφασης. Ακόμα και η μια μέρα καθυστέρησης, που σπατάλησε ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος μέχρι να στήσει τον εκβιασμό σε βάρος του Παπανδρέου και ν’ απαντήσει αρνητικά, ήταν αναγκαία ώστε να επιβληθεί και να εδραιωθεί η απόφαση πριν αρχίσουν οι Άγγλοι τις μεμψιμοιρίες.

    Υπάρχουν, βέβαια, και άλλα έγγραφα που επιβεβαιώνουν ότι μέσα σε εκείνες τις μέρες μπορούσε να εξασφαλισθεί η άνευ όρων, η «ατόφια», η άνευ εδαφικών παραχωρήσεων στην Τουρκία, Ένωση. Ακόμα και έγγραφο (24/8) του ιδιαίτερα αγγλόφιλου αμερικανού πρέσβη στη Βρετανία, Ντέηβιντ Μπρους, με το οποίο παραδέχεται ότι παρά τις δυσκολίες, υπό τις συνθήκες η Ένωση είναι η πιο επιθυμητή λύση [22].

    Όλα τα έγγραφα που αναφέρθηκαν εδώ και άλλα, υπάρχουν στην πρωτότυπη μορφή τους η/και μεταφρασμένα, στο βιβλίο Κουράγιο Πηνελόπη, Αθήνα, Αρμός 2013.

    Συμπληρωματικά θα πρέπει εδώ να γίνει αναφορά και σε μια από τις πολλές μαρτυρίες που υπάρχουν, η οποία μόλις πρόσφατα ήρθε στο φως και δείχνει πόσο ο Γεώργιος Παπανδρέου θεωρούσε αποκλειστικό υπεύθυνο τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο για τη μη πραγματοποίηση της Ενώσεως το 1964. Δημοσιεύεται στο βιβλίο του Γιώργου Πετούση Στα χρόνια Θητείας – Η πρώτη ΕΣΟ της Εθνικής Φρουράς, Λεμεσός 2017. Πρόκειται για μια λεπτομερώς απομαγνητοφωνημένη συνομιλία με τον μόνο επιζώντα, Οργανωτικό Γραμματέα επαρχίας Λεμεσού, της Παναγροτικής Ένωσης Κύπρου, κ. Τάκη Μαραθεύτη, ο οποίος μαζί με ομάδα αντιπροσώπων της ΠΕΚ είχαν επισκεφθεί τον πρωθυπουργό Γεώργιο Παπανδρέου, στις 17 Σεπτεμβρίου 1964 στο Καστρί, με σκοπό να μάθουν τι ακριβώς είχε συμβεί ώστε να μην είχε πραγματοποιηθεί η Ένωση τον προηγούμενο μήνα, Αύγουστο του 1964. Εκεί, εμβρόντητοι, είδαν και άκουσαν τον Πρωθυπουργό να δείχνει ενώπιόν τους τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο -που επίσης έφτασε την ίδια ώρα για προκαθορισμένη συνάντηση- και να λέει: «Ιδού ο ένοχος, αυτός θα τουρκέψει την Κύπρο»! Στην ομάδα της ΠΕΚ παρόντες ήταν και οι πατέρες των μεγάλων ηρώων μας Γρηγόρη Αυξεντίου και Κυριάκου Μάτση, Πιερής Αυξεντίου και Χριστοφής Μάτσης. Με τον τρομερό λόγο του Πρωθυπουργού για την ενοχή του Αρχιεπισκόπου ο γερο-Πιερής μόλις που πρόλαβε να ψιθυρίσει «αλίμονο, άδικα εσκοτωθήκαν τα παιδκιά μας» κι έπεσε λιπόθυμος στο πάτωμα.

    Κατά την ιδία μαρτυρία, ο Τάκης Μαραθεύτης δέχτηκε μετά συμβουλές αλλά και απειλές να μη αφηγείται το γεγονός επειδή κινδύνευε η ζωή του. Ο ίδιος έπαψε να επισκέπτεται τότε τον Αρχιεπίσκοπο. Εκείνος, όμως, όταν πλησίαζε το τέλος της ζωής του ζήτησε να δει τον Μαραθεύτη για να κλάψει και να παραδεχτεί ότι «είχε δίκιο» και ότι έδειξε πολλή ανδρεία όταν ζήτησε ευθέως να μάθει από τον πρωθυπουργό Παπανδρέου την αλήθεια για τον Αύγουστο του 1964.

    Το να γράφουν οι παλαιοί ιστορικοί και άλλοι ερευνητές τις μισές αλήθειες, αφού δεν είχαν υπόψη όλα τα στοιχεία στην εποχή τους, όταν δρούσαν υπό το βάρος του μύθου και των ωφελημάτων που τους παρείχε η Κυβέρνηση Μακαρίου και οι επίγονές της διακυβερνήσεις είναι ένα πράγμα, αλλά το να μένουν και οι νεότεροι ιστορικοί προσκολλημένοι σε τέτοιες μόνο «πηγές», πώς αλλιώς να το δει κανείς παρά ως ένα ακόμα σύμπτωμα της παρούσας, γενικευμένης παρακμής μας;

    Από την άλλη δεν πρέπει ν’ αποφεύγουμε να αναγνωρίζουμε και να εξάγουμε τα σωστά συμπεράσματα από τις εντυπωσιακές ομοιότητες των συνομιλιών της Γενεύης του 1964 με τις συνομιλίες που διεξάγονται σήμερα, με πρώτιστο στόχο όπως πάντα την αποχώρηση του τουρκικού στρατού κατοχής με μια υποφερτή «λύση» του κυπριακού προβλήματος.

    Η εξυπηρέτηση των συμφερόντων των απέναντί μας εμπλεκομένων δυνάμεων εξακολουθεί ν’ αποβλέπει σε κάποιου είδους «διχοτόμηση», άλλως, με τη σημερινή ορολογία σε μια μορφή «συνομοσπονδίας».

    Η τακτική που ακολούθησε το 1964 ο Γεώργιος Παπανδρέου, ο συνομιλητής της ελληνικής πλευράς, η οποία βρισκόταν και τότε, όπως σήμερα, σε θέση αδυναμίας -σήμερα σε ακόμα μεγαλύτερη αδυναμία λόγω των επιπτώσεων της εισβολής του 74- ήταν εκείνη της επίδειξης συνεχούς καλής θελήσεως, συμβιβαστικής διάθεσης και πρόθεσης κάποιων υποχωρήσεων σε θέματα εθνικών συμφερόντων ώστε να διασφαλισθούν τα υπέρτερα. Η τακτική εκείνη αντιμετώπιζε διπλή εχθρική αντίσταση, τόσο από έξω όσο και από μέσα. Από έξω ήταν η Τουρκία με τις συνεχείς απειλές και τις συνεχώς αυξανόμενες απαιτήσεις της και από μέσα ήταν η «πατριωτική» αντίδραση του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και των υποστηρικτών του, που επιζητούσαν τον τερματισμό των συνομιλιών παρουσιάζοντας στον λαό την τακτική Παπανδρέου ως αποτέλεσμα αδυναμίας και σκέτης υποταγής στα ξένα συμφέροντα, που δεν μπορούσε παρά να καταλήξει στο αρχικά προτεινόμενο διχοτομικό αποτέλεσμα.

    Η πραγματικότητα, όμως, η οποία και επιβεβαιώνεται από τα έγγραφα σήμερα, ήταν ότι ο πρωθυπουργός Παπανδρέου αγωνιζόταν με τον σοφότερο και δη τον καλύτερο δυνατό τρόπο, υπό τις συνθήκες, με στόχο την επίτευξη του βέλτιστου, που στο τέλος αποδείχτηκε ότι μπορούσε να φτάσει και στο μέγιστο δυνατό κέρδος, αν είχε τη συμπαράσταση και όχι την υπόσκαψη και την αντίσταση εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου.

    Οι διεθνείς πολιτικές συνθήκες τότε και ειδικά η ψυχροπολεμική αντιπαλότητα σοβιετικής Ρωσίας και Η.Π.Α., σε συνδυασμό με την τουρκική αδιαλλαξία, απέφεραν τελικά για την ελληνικά συμφέροντα εκείνο ακριβώς που επεδίωκε η ελληνική πλευρά. Ακόμα και η «αντίσταση» του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου και των συν αυτώ, συνέβαλε με τον τρόπο της στην αλλαγή πρόσληψης, την εκ νέου ερμηνεία εκ μέρους των Αμερικανών των συμφερόντων τους. Αν ήταν ειλικρινά ενωτικές οι προθέσεις του Αρχιεπισκόπου Μακαρίου, θα συναινούσε με το ελληνικό σχέδιο και η Ένωση θα ήταν από τότε γεγονός. Όλα τα τραγικά και καταστροφικά που ακολούθησαν θα αποφεύγονταν.

    Οι σημερινές συνθήκες είναι σχεδόν πανομοιότυπες. Η αντιπαλότητα Ρωσίας-ΗΠΑ εξακολουθεί να είναι εκεί άσβεστη και αναλλοίωτη, ίσως σήμερα να υποβόσκει μεταξύ τους ακόμα πιο εκρηκτική η σύγκρουση. Επίσης η τουρκική αδιαλλαξία δεν είναι απλώς η ίδια, αλλά έχει ξεπεράσει κάθε προηγούμενο. Έχει αρχίσει πια να υπαγορεύει παντού τις αχαλίνωτες επιθυμίες της. Μέσα στο ίδιο πνεύμα, όπως και τότε, ενεργεί επίσης και η δική μας εσωτερική «αντίσταση» στις συνομιλίες. Έχουμε τις ίδιες, όπως και τότε «πατριωτικές» διακηρύξεις εναντίον των ξένων μεσολαβητών (του ΟΗΕ) και εναντίον των δικών μας συνομιλητών. Πολύ πιο δύσκολα σήμερα αυτές οι «αντιστασιακές» διακηρύξεις κρύβουν τα αληθινά τους, ψηφοθηρικά κίνητρα λόγω των ασυγκρίτως περισσότερων ελευθεριών των σύγχρονων ΜΜΕ.

    Τίποτε δεν αποκλείει ανατροπές στο διεθνές πολιτικό σκηνικό, ακόμα και ριζικές αλλαγές στις θέσεις και στις μεταξύ τους σχέσεις των υπερδυνάμεων ή αλλαγές και εκ νέου ερμηνείες στην πρόσληψη των δυτικών και ειδικά των αμερικανικών συμφερόντων, που έχουν τον πρώτο λόγο στη διαμόρφωση του δικού μας μέλλοντός. Ας διαλογισθούν ψυχραιμότερα και λιγότερο ορμητικά απ’ ό,τι στο παρελθόν οι προτείνοντες θεαματικές αναστροφές στην τακτική των χαμηλών τόνων, των επίμονων, συμβιβαστικών προθέσεων συνομιλιών της πλευράς μας. Το πρόσφατο παρελθόν μας, αν το μελετούμε με σοβαρότητα και ειλικρίνεια, έχει πολλά να μας διδάξει ώστε να μη χαθούμε στο τέλος για τους ίδιους λόγους που απωλέσαμε την Ένωση το 1964.

    Σημειώσεις

    [1]Έγγραφο Lyndon Baines Johnson Library, National Security Files, National Security MeetingsFile, Vol. 2, top secret, δημοσιευμένο στηνέκδοση Foreign Relation of the United States (F.R.U.S.), Volume XVI, 1964-1968, CYPRUS; GREECE; TURKEY σ. 174-179, μεταφρασμένο και σχολιασμένο στα ελληνικά στο ΚουράγιοΠηνελόπη, Αρμός 2013, σ. 218-226.

    [2]ΈγγραφοDepartment of State, Central Files, POL 23-8 CYP, 114secret, στηνέκδοσηForeign Relation of the United States, ό.π.(F.R.U.S), σ. 183-184.

    [3]Έγγραφοό.π.D.S., C.F., POL 23-8 CYP, 190 secret, F.R.U.S. σ. 206-208.

    [4]Σπύρου Παπαγεωργίου Τα Κρίσιμα Ντοκουμέντα του Κυπριακού, Τόμος Β΄, σ. 113.

    [5]L.B.J. Library, N.S.F., Country File, Box 121, Cyprus, Vol. 12, Airgram A-86, Second Memorandum on Turkish-Cypriot Minority Rights(ΑρχείοΑ. Ροδίτη) καιD.S., C.F., POL 27 CYP, 383 secret, F.R.U.S. σ. 250-252.

    [6]D.S., C.F., POL 27 CYP, 357secret, F.R.U.S. σ. 279-280.

    [7]L.B.J. Library, N.S.F.,Memos to the President, McGeorge Bundy, Vol. 6. Secret. F.R.U.S. σ. 266-268

    [8]L.B.J. Library, N.S.F., Country File, L.B.J. Library, N.S.F., Country File, Box 122, Cyprus, Vol. 13,345secret (ΑρχείοΑ.Ρ.).

    [9]Ό.π.343 secret (ΑρχείοΑ.Ρ.). .

    [10]Αναφέρεται στο Το Κυπριακό και οι Συνωμότες του, του Ε. Ν. Τζελέπη, Θεμέλιο 1965. Το περιεχόμενο του μηνύματος, κατά τον Τζελέπη, ήταν μόνο η προειδοποίηση στην Ελλάδα ότι ως χώρα του ΝΑΤΟ δεν θα μπορούσε να συνεχίσει να βοηθά την Κύπρο αν η Κύπρος υπέγραφε στρατιωτική συμφωνία με την ΕΣΣΔ. Για το θέμα της συμφωνίας βρισκόταν ήδη στην Αθήνα ο Υπ. Εξ. της Κύπρου, Σπύρος Κυπριανού, για να ενημερώσει τον Πρωθυπουργό. Την ίδια μέρα και μετά τη σύσκεψη που ακολούθησε, επίσημη ανακοίνωση ανέφερε ότι ο Κυπριανού ακύρωσε το ταξίδι του στην ΕΣΣΔ.

    [11]Σωτήρη Ριζά, Ένωση, Διχοτόμηση, Ανεξαρτησία, Βιβλιόραμα 2000, σ. 153-154, 157.

    [12]Πέτρου Γαρουφαλιά, Ελλάς και Κύπρος, Μπεργαδής, Αθήνα 1982.

    [13]Lyndon B.Johnson Library, Special Head of State Correspondence, Box 19, Greece Presidential Correspondence, με τον τίτλο Αρ. 30. 8/20/64 Msg fm Papandreou responding to above (tab 29) re Cyprus situation. Για δε ν την ακρίβεια της μετάφρασης παραθέτωολόκληρη τηντελευταία παράγραφο της επιστολής Παπανδρέου: “Your suggestion concerning the lease of a base in Cyprus to Turkey is a most delicate and intricate problem. We have to take into account the inhabitants of the island. What would have been very difficult to accept before the air-raids has become even more difficult now. We are studying all aspects of this question and we shall make every possible efforts for finding a fair solution. With personal regards, Sincerely yours, GEORGE A. PAPANDREOU”.

    [14]D.S., C.F., POL 27 CYP, 439 secret(ΑρχείοΑ.Ρ.).

    [15] Πέτρου Γαρουφαλιά ό.π.

    [16]Νίκου Κρανιδιώτη Ανοχύρωτη Πολιτεία, Εστία 1985, Πρώτος τόμος, σ. 228

    [17]https://savvaspavlou.wordpress.com/2012/06/08/%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B9%CE%B1-%CF%83%CF%85%CE%B3%CE%B3%CE%BD%CF%89%CE%BC%CE%B7/

    [18]Πράγμα, βέβαια, που επιβεβαιώνει, πέραν της προς Τζόνσον επιστολής, ότι δεν είχε προ-συμφωνήσει με τους Αμερικανούς την παραχώρηση βάσης 5% με ενοίκιο, αλλά μόνο συζήτηση της πρότασης μετά την Ένωση, που οι Αμερικανοί γνώριζαν ότι δεν επρόκειτο να καρποφορήσει. Επιπρόσθετα ούτε οι Τούρκοι δέχονταν τέτοια συμφωνία για «συζήτηση». Άρα, η ελληνική πρόταση προς τον Μακάριο για άμεση, ατόφια Ένωση ήταν καθαρή. Ο μόνος λόγος που ο Γαρουφαλιάς δεν ανέφερε στον Μακάριο τα περί «συζήτησης με τους Τούρκους μετά την Ένωση», ήταν για να μην τον διευκολύνει ν’ αρνηθεί. Γι’ αυτό και ο Μακάριος, μη έχοντας σοβαρά, αντίθετα επιχειρήματα, αντέταξε κωμικά τέτοια περί ταυτόχρονης κατάργησης των βρετανικών βάσεων, περί διορισμού του ως αντιβασιλέως και τελικά περί αιμάτων, που… δεν θα άντεχε! Πέτυχε στο τέλος να μείνει εκτεθειμένος απέναντι στην Ιστορία επειδή δεν συνεργάστηκε έντιμα με την Ελλάδα στη δεδομένη συγκυρία, που ήταν αποτέλεσμα κοπιωδών, επιδεξιότατων προσπαθειών του Γεωργίου Παπανδρέου, ώστε να επιτευχθεί η Ένωσις, στην πραγματοποίηση της οποίας ο Αρχιεπίσκοπος Μακάριος είχε ορκισθεί.

    [19]L.B.J. Library, N.S.F., CountryFile, Box122, Cyprus, Vol. 13, 363 secret, στο F.R.U.S. σ. 280-281 και Αρχείο Α. Ρ. Είναι σ’ αυτό το ίδιο έγγραφο που ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, Ρέυμοντ Χέαρ, αποκαλύπτει ότι έμεινε έκπληκτος όχι τόσο επειδή ο Φεριντούν Ερκίν, Υπ. Εξ. του Ινονού, του είπε ότι η Τουρκία παρά να υπογράψει 5% έδαφος με ενοίκιο προτιμούσε να μείνουν τα πράματα ως είχαν ή ακόμα καλύτερα να γινόταν η Ένωση χωρίς συμφωνία (“better let things goon as they are orevenhaveenosis with no arrangement”), αλλά επειδή συνέχισε για να του πει ότι η Τουρκία ήλπιζε τώρα στην… ομοσπονδία! Κι όταν ο έκπληκτος Χέαρ τον ρώτησε από πού του κατέβηκε τέτοια ιδέα, ο Ερκίν απάντησε πως πάντως «δεν ήταν αποτέλεσμα συνομιλιών με τους Ρώσους»! «Αλλά εγώ», γράφει ο Χέαρ, «δεν είχα καθόλου υπονοήσει τους Ρώσους»! Πολύσύντομα θ’ ακολουθούσε ρωσοτουρκική συμφωνία και στις 3 Δεκεμβρίου 1964 ο Υπουργός Εξωτερικών τής Σοβιετικής Ένωσης Αλεξέι Γκρομύκο θα μιλούσε στον Υπουργό Εξωτερικών τής Κύπρου Σπύρο Κυπριανού για «δύο κοινότητες» παρά το γεγονός ότι ο Κυπριανού τού «εξήγησε» ότι ο «εν λόγω όρος ήταν απαράδεκτος.» («Τα Κρίσιμα Ντοκουμέντα…», ο. π. Τόμος Γ’, σ. 48). Λίγο αργότερα, στις 21 Ιανουαρίου 1965 σε συνέντευξή του ο Γκρομύκο στην «Ιζβέστια» προχώρησε και ευθέως στην ομοσπονδία: «…Ο Σοβιετικός Υπουργός Εξωτερικών έκαμεν ωσαύτως λόγον περί ομοσπονδιακής μορφής διακυβερνήσεως’ δια την Κύπρον…» (εφημερίδες Λευκωσίας «Πατρίς», «Ελευθερία», «Φιλελεύθερος» 22.1.1965). Η ομοσπονδία ήταν η πραγματική πολιτική τής Σοβιετικής Ένωσης, την οποία τόσο το ΑΚΕΛόσο και οΜακάριος πρόβαλλαν ως ανιδιοτελή σύμμαχο, μαχομένη δήθεν στο πλευρό τους υπέρ των δικαίων τού κυπριακού λαού και υπέρ, βεβαίως, τής… ατόφιας Ένωσης – το τελευταίο πράγμα που ήταν δυνατό να εξυπηρετήσει τούς σκοπούς τής Ρωσίας!

    [20]D.S., C.F., POL 27 CYP, 462 secret(ΑρχείοΑ.Ρ.).

    [21]L.B.J. Library, N.S.F., Country File, Box 122, Cyprus, Vol. 14,387 secret και ΑρχείοΑ.Ρ.

    [22]L.B.J. Library, N.S.F., Country File, Box 122, Cyprus, Vol. 14,911 secret και ΑρχείοΑ.Ρ.

    http://antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CE%B3%CE%B5%CF%89%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%82-%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82/5655-%CF%80%CF%8E%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%AD%CE%B3%CE%B9%CE%BD%CE%B5-%CE%B7-%CE%AD%CE%BD%CF%89%CF%83%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF-1964.html


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: