Παρέμβαση στο Πρόγραμμα Σπουδών για την Ιστορία

Με αφορμή τη συγκρότηση επιτροπής για την αλλαγή των σχολικών βιβλίων στην υποχρεωτική εκπαίδευση και ειδικότερα για το μάθημα της Ιστορίας, απέστειλα στην Επιτροπή μια έκθεση με προτάσεις και παρατηρήσεις. Παρακάτω παρατίθεται το Εισαγωγικό κείμενο αυτής της έκθεσης.  

 

Κάποιες παρατηρήσεις και προσθήκες στο Σχέδιο Προγραμμάτων Σπουδών για το μάθημα της Ιστορίας στην υποχρεωτική εκπαίδευση

Του Βλάση Αγτζίδη

Οι πρώτοι προβληματισμοί για το περιεχόμενο της σχολικής εκπαίδευσης, για την καταλληλότητα των βιβλίων και των μεθόδων διδασκαλίας άρχισαν να συστηματοποιούνται από τη ίδρυση του «Εκπαιδευτικού Ομίλου» (1910). Από τότε είναι συνεχείς  οι μεταρρυθμιστικές προσπάθειες που σταματούσαν τις περιόδους των  πολιτικών εκτροπών για να ξαναρχίσουν με την αποκατάσταση της εύρυθμης δημοκρατικής λειτουργίας της κοινωνίας.  Στόχος όλων των μεταρρυθμιστών ήταν η αναμόρφωση της ελληνικής εκπαίδευσης, ώστε οι μελλοντικοί πολίτες να διακρίνονται για την κριτική τους σκέψη και να έχουν πλήρη εποπτεία επί της ιστορικής πορείας του τόπου.

Βεβαίως, οι επιδιώξεις αυτές των μεταρρυθμιστών λίγο επηρέασαν την πραγματική εκπαιδευτική λειτουργία, εφόσον πάντα μεταξύ της πρόθεσης και του αποτελέσματος διαμεσολαβούσε η πολιτική άποψη των κρατούντων και οι αντιλήψεις περί των στενών κρατικών συμφερόντων.

Αυτή η κατάσταση φαίνεται να επιβιώνει μέχρι σήμερα, οπότε κρίνεται αναγκαία η αναμόρφωση τόσο των μεθόδων όσο και το περιεχομένου, ώστε να υπάρξει συμφωνία με τις ευγενικές προθέσεις και να ανταποκρίνεται στις σύγχρονες ιστοριογραφικές κατακτήσεις, στις αλλαγές που συμβαίνουν στην εποχή μας, αλλά και στις αγωνίες και τα ερωτήματα που η ίδια η κοινωνία θέτει.

Έτσι για ένα πλήθος θεμάτων, τα οποία θα αναπτύξουμε στη συνέχεια, η διδασκόμενη ιστορία είχε να παραθέσει μόνο σιωπές, ακόμα και διαστρεβλώσεις. Επί της ουσίας αποτελούσε ένα μέσο ιδεολογικής χειραγώγησης τόσο από την πολιτική εξουσία όσο και από ομάδες που ήλεγχαν τμήματα της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Θέματα ιστορίας που αμφισβητούσαν στερεότυπα και πολιτικές προκαταλήψεις αγνοούνταν ή παρουσιάζονταν με ένα μεροληπτικό τρόπο. Τέτοια θέματα υπήρξαν οι μηχανισμοί μετασχηματισμού της οθωμανικής  Ανατολής σε κράτος-έθνος, η σοβιετική εμπειρία και τα γκουλάγκ, η μετεμφυλιακή βία στην Ελλάδα και η ξένη εξάρτηση κ.ά.  

Και αυτά συνοδεύονταν με τον υπερβολικό ελλαδοκεντρισμό, που προκαλούσε η υπερφίαλη ιδεολογία του «εθνικού κέντρου», σύμφωνα με την οποία η Ελλάδα ήταν η  Μητρόπολη και ολόγυρά της υποδεέστερες και  εξαρτημένες ελληνικές παροικίες του εξωτερικού. Έτσι, χαρακτηριστικό της διδασκόμενης ύλης υπήρξε η υποβάθμιση της ιστορίας και της σημασίας του εξωελλαδικού ελληνισμού. Αποσιωπήθηκε ακόμα και η ύπαρξη άλλων πολιτικών, οικονομικών αλλά και εθνικών κέντρων, όπως το Φανάρι, η Μικρασιατική Άμυνα στη Σμύρνη, η Εθνοσυνέλευση του Πόντου, οι Αυτόνομες Ελληνικές Σοβιετικές Περιοχές στην ΕΣΣΔ του Μεσοπολέμου. Κέντρα που δεν εξαρτούσαν την ύπαρξη και τη δράση τους από τη βούληση της Αθήνας.

Ενδεικτικό της αποσιώπησης όλων αυτών υπήρξε το γεγονός ότι για επτά δεκαετίες η μεγαλύτερη καταστροφή που υπέστησαν οι Έλληνες δεν διδάσκονταν. Ο κόσμος των Ελλήνων της Ανατολής ήταν ανύπαρκτος στην εκπαιδευτική αντίληψη του ελληνικού κράτους. Μόλις μετά το 1981 άρχισαν να εισάγονται δειλά κάποια στοιχεία για όλα αυτά και για τη Μικρασιατική Καταστροφή.

Οι σιωπές των σχολικών βιβλίων

Η διαδικασία μετασχηματισμού της πολυεθνικής ισλαμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας σε κράτος-έθνος μέσα από το μηχανισμό των εθνικών εκκαθαρίσεων δεν εντάχθηκε ποτέ στη διδασκαλία. Η αντίληψη των γεγονότων περνούσε αποκλειστικά και μόνο μέσα από την εξωτερική πολιτική του ελληνικού κράτους και αγνοούνταν εντελώς διεργασίες που δεν είχαν καμιά σχέση με την πολιτική αυτή. Οι εσωτερικές διεργασίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, τα στάδια μετασχηματισμού της, η ανάδυση του εθνικισμού που επέλεξε την εσωτερική «τακτοποίηση» ήταν διαδικασίες που ουδεμία σχέση είχαν με την πολιτική του ελληνικού κράτους. Ως ιστορικό φαινόμενο, η  γενοκτονία των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας συνδεόταν με τις ενδοοθωμανικές διεργασίες και τις ταξικές και πολιτικές αντιθέσεις. Τα συμφέροντα του τουρκικού εθνικισμού για τη δημιουργία «εθνικά καθαρού» ομοιογενούς κράτους με την ταυτόχρονη κεφαλαιακή συσσώρευση, ήταν υπέρτερες και πολύ πιο καθοριστικές από τα όποια συμφέροντα των ελλαδικών ελίτ.

Το ιστορικό αυτό γεγονός που η εκπαιδευτική πολιτική στην Ελλάδα επέλεξε έως σήμερα να αγνοήσει, ανήκει στην ίδια ακριβώς κατηγορία με τις Γενοκτονίες των Αρμενίων και των Ασσυρίων.

  Ήδη η γενοκτονολογική επιστήμη έχει μελετήσει και έχει αποφανθεί επί των συγκεκριμένων μηχανισμών. Και έχει απολύτως διευκρινίσει ότι εκείνοι οι βίαιοι μηχανισμοί που επελέγησαν για την «εθνική τακτοποίηση» του πολυεθνικού χώρου, υπήρξαν αποτέλεσμα της κυριαρχίας του ακραίου μιλιταριστικού εθνικισμού, Ενός εθνικισμού που εμπνεύστηκε από τη γερμανική φυλετική ιδεολογία και βασίστηκε σ’ αυτήν για να διαμορφώσει ρατσιστικές συμπεριφορές.  Επίσης, οι Νεότουρκοι αμφισβήτησαν και ανέτρεψαν την οθωμανική οικουμενικότητα και εξόντωσαν τους δημοκράτες αστούς  Οθωμανούς, που προσδοκούσαν και επιδίωκαν  τη μετατροπή της Αυτοκρατορίας σε κράτος δικαίου .

Όλα αυτά τα γεγονότα επηρέασαν αποφασιστικά την ελληνική κοινωνία και συνέβαλαν στην τελική της διαμόρφωση. Σήμερα ένα μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού που κατοικεί στην Ελλάδα είναι αποτέλεσμα εκείνων των ιστορικών διεργασιών. Η παρεχόμενη έως τώρα εκπαίδευση δεν συμπεριλαμβάνει την ιδιαίτερη ιστορική εμπειρία του πληθυσμού αυτού, έστω και αν αυτή η εμπειρία συνδέεται με απόλυτο τρόπο με τις διαδικασίες της οριστικής διαμόρφωσης  της Εγγύς Ανατολής.

Η ανισορροπία γίνεται ακόμα μεγαλύτερη όταν ληφθεί υπόψη το γεγονός της επίσημης  θέσπισης από το ελληνικό κράτος δύο Ημερών Μνήμης (19 Μαϊου για τον Πόντο και 14 Σεπτεμβρίου για το σύνολο της Μικράς Ασίας) για τη Γενοκτονία που υπέστησαν οι ελληνικοί πληθυσμοί την περίοδο 1914-1923.

Οι σιωπές των σχολικών βιβλίων γι αυτά τα ιστορικά γεγονότα είχε ως άμεσο αποτέλεσμα την ΜΗ παροχή της απαιτούμενης έγκυρης γνώσης σε μια ολόκληρη γενιά πολιτών που υπέστη την εκπαιδευτική διαδικασία από το 1994 σήμερα.

 

«Παλαιο-ελλαδίτικος τοπικισμός VS προσφυγικός λόγος»

Είναι κατανοητό ότι η προσπάθεια παράκαμψης αυτών των επίμαχων στιγμών της σύγχρονης ιστορίας, οφείλεται στο βαθύτατο συντηρητισμό και τα κληρονομημένα στερεότυπα. Στην καλύτερη περίπτωση η αποσιώπηση μπορεί να θεωρηθεί ως αποτέλεσμα αμηχανίας.  Αυτή την αμηχανία αυτή περιέγραψε εύστοχα ένας από τους σημαντικούς σύγχρονους ιστορικούς μας, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος: «Δίπλα στον παλαιο-ελλαδίτικο τοπικισμό, αυτός ο αναβιωμένος προσφυγικός λόγος του πένθους και της διεκδίκησης έρχεται να διεμβολίσει από μια απροσδόκητη πλευρά το νηφάλιο εθνικό σχήμα της κοινωνικής συνοχής και της πολιτιστικής μας ταυτότητας, που με τόσες προσπάθειες πάει να συγκροτηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, μετά τη μεταπολίτευση, στη χώρα μας. Ποντιακός ελληνισμός, μικρασιατική προσφυγιά, κυπριακός ξεριζωμός κ.ά. τραγικές στιγμές του Νέου Ελληνισμού, δεν διεκδικούν απλά μια θέση στο βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, αλλά ζητούν ένα εφαλτήριο για ένα διορθωτικό εγχείρημα μέσα στο πεδίο της ιστορίας, προσβλέποντας σε μια αναδρομική διόρθωσή της. Ζητούν να κερδίσουν τη μάχη της μνήμης (που φυσικά δεν έχει χαθεί) ταυτίζοντάς την με τη μάχη των εδαφών και των χαμένων πατρίδων, μια μάχη που κανείς δεν τολμά ωστόσο ούτε να ομολογήσει και ούτε να προτείνει τον τρόπο της διεξαγωγής της…» (Β. Παναγιωτόπουλος, «Ποιος θα διορθώσει ποιον;» Το Βήμα,  17/06/2007)

Με τις αποσιωπήσεις αυτές, η έως τώρα παρεχόμενη εκπαιδευτική ύλη, δημιουργούσε ένα περιοριστικό περιβάλλον για τη γνώση, που υπονόμευε επί της ουσίας το κριτικό πνεύμα. Παράλληλα, τα μεθοδολογικά ζητήματα, όπως η πλήρης υποβάθμιση της μικροϊστορίας, η περιφρόνηση προς τις τοπικές όσο και  τις οικογενειακές και προφορικές ιστορίες των μαθητών διαμόρφωναν ένα πατερναλιστικό τοπίο. Μεγάλο μέρους του κενού που δημιούργησαν οι αποσιωπήσεις, καλύφθηκε από την αυθαίρετη  και ανεξέλεγκτη παραφιλολογία του διαδικτύου. Η εκπαιδευτική αφωνία επέτρεψε την οικειοποίηση το προσφυγικού λόγου και την εκμετάλλευση των ιστορικών γεγονότων από πολιτικές ομάδες που εμφορούνται από αντιδημοκρατικές και εθνικιστικές απόψεις και εμπνέονται από την ίδια ιδεολογία η οποία είχε οδηγήσει στη διάπραξη των Γενοκτονιών

Όσον αφορά τα ζητήματα που θέτει για πρώτη φορά ο κατά τον Παναγιωτόπουλο «αναβιωμένος προσφυγικός λόγος του πένθους και της διεκδίκησης» η επίσημη (και ανεπίσημη) ιστοριογραφία έχει επιλέξει τη βολική στάση του αγνωστικισμού. Όμως με τον τρόπο αυτό παραβιάζει και υπονομεύει βαθύτατες και καίριες συμβάσεις που έχουν επιτευχθεί κατά τη μακρά πορεία διαμόρφωσης της εθνικής ιστορίας. Εξαιρετική είναι η παρακάτω περιγραφή  της Χριστίνας Κουλούρη –με αφορμή τον δεξιό αναθεωρητισμό που κατόρθωσε την ακύρωση της Δίκης των Εξ- αυτής της επιβιωμένης παλιάς σύγκρουσης και της μη τήρησης του κανόνα της συνηθισμένης σύμβασης: «Η εθνική ιστορία έχει συντεθεί μέσα από συμβιβασμούς που επιτρέπουν σε όλες τις τοπικές κοινότητες, από τον Μοριά μέχρι τη Θράκη, να αναγνωρίζουν τον εαυτό τους. Ολες αυτές οι κοινότητες ωστόσο διεκδικούν πρωταγωνιστική θέση στο εθνικό αφήγημα. Ας θυμηθούμε την επικράτηση των Καλαβρυτινών έναντι των Μανιατών ως προς τον τόπο έναρξης του Αγώνα του 1821. ….. Η επανάληψη της Δίκης των Εξι ξαναφέρνει λοιπόν στο προσκήνιο τη σύγκρουση Ελλαδιτών και προσφύγων, μια σύγκρουση που έχει καθορίσει την προσφυγική μνήμη, καθώς και το αίσθημα αποκλεισμού της προσφυγικής μνήμης από την επίσημη ιστορία(Χριστίνα Κουλούρη, «Η Δίκη των Εξι και ο Κολοκοτρώνης», Το Βήμα, 14/02/2010)

Η κληρονομημένη αυτή αντινομία μεταξύ της πραγματικής ιστορίας, που αφορά ένα μεγάλο τμήμα του ελληνικού πληθυσμού και της διδασκόμενης ύλης, έχει προκαλέσει μια έντονη συζήτηση και τις διαμαρτυρίες των προσφυγικών οργανώσεις. Οι οργανώσεις αυτές ευλόγως διαμαρτύρονται για την αποσιώπηση της προσφυγικής ιστορικής εμπειρίας και τη μετάθεσή της στο πεδίο της τότε εξωτερικής πολιτικής της Ελλάδας. Επισημαίνουν την αντίφαση να απουσιάζει η διδασκαλία των Γενοκτονιών κατά Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυρίων  από την εκπαιδευτική λειτουργία του κράτους που αναγνώρισε ομοφώνως τις γενοκτονίες αυτές και επιπλέον θέσπισε και Ημέρες Μνήμης που τιμώνται ως  εθνικές επέτειοι. Καταγγέλλουν με ένταση την «αναθεωρητική ερμηνεία», που θεωρούν ότι ευθύνεται για την αποσιώπηση και παραλληλίζουν τη στάση αυτή με τη στάση των αναθεωρητών του Ολοκαυτώματος και των αρνητών των Γενοκτονιών. Θεωρούν ότι υπεύθυνα για τη διαιώνιση των ιστορικών αποσιωπήσεων είναι «τα αντιδραστικά αντανακλαστικά της ‘αυτοχθόνου’ ιδεολογίας», καθώς και η έλλειψη ενσυναίσθησης από τις υπόλοιπες σύνοικες ομάδες..

Αυτές οι κληροδοτημένες ανεπάρκειες  θα έπρεπε να ξεπεραστούν με το νέο δημοκρατικό και διευρυμένο πρόγραμμα σπουδών. 

 

Η νέα πρόταση για το Πρόγραμμα Σπουδών

Το σχέδιο για το νέο πρόγραμμα σπουδών που διέρρευσε στον Τύπο θέτει για πρώτη φορά μια ολοκληρωμένη  προβληματική για τη νέα εκπαιδευτική αντίληψη. Ορίζει με σαφήνεια τους γενικούς σκοπούς που έχει το μάθημα της Ιστορίας και περιγράφει τις μεθόδους και τα μέσα μάθησης.

Πιστεύω ότι το τελικό Νέο Πρόγραμμα Σπουδών θα είναι πρωτοποριακό και καινοτόμο, αρκεί βεβαίως να καλύψει τα κενά του σχεδίου με την προσθήκη κάποιων σημείων που τα προηγούμενα αναλυτικά προγράμματα παρέκαμπταν.

Advertisements

2 Σχόλια

  1. Από ένα παλιό Υπόμνημα την εποχή του «συνωστισμού της κ. Ρεπούση»
    —————————————————————————————————–

    …………….

    Υπόμνημα των ποντιακών οργανώσεων

    spyros1.jpg

    «Η Ιστορία πρέπει να μας κάνει

    να καταλαβαίνουμε σε ποιο

    κόσμο ζούμε.

    Να καταλαβαίνουμε τους άλλους

    κι όχι μόνο τη

    δική μας αλήθεια» [1]

    Η παραδοχή αυτή συμπυκνώνει τις αγωνίες όλων μας, τόσο για τις κατευθύνσεις της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, καθώς και των αντανακλάσεων που αυτή έχει στα νέα βιβλία Ιστορίας. Η έκδοση των νέων βιβλίων και ειδικότερα αυτό της ΣΤ’ δημοτικού, έχει τροφοδοτήσει μια έντονη συζήτηση για την ποιότητα και τη λειτουργικότητα τους:

    –Το βιβλίο αυτό αντιμετωπίζει με σεβασμό και ακρίβεια τη νεότερη και σύγχρονη Ιστορία ή όχι;

    –Ευνοεί τη διδασκαλία της Ιστορίας με σύγχρονο τρόπο ή την απορυθμίζει πλήρως;

    Παράλληλα, η συζήτηση επικεντρώνεται και στην αναζήτηση του βαθμού, που η πολιτική διαχείριση της ιστορικής μνήμης αναθεωρεί την ίδια την Ιστορία και περιφρονεί την ιστορική εμπειρία σημαντικών τμημάτων του πληθυσμού, στα οποία απευθύνεται ως διδακτικό μέσο.

    Ένα σύγχρονο βιβλίο Ιστορίας θα πρέπει να λαμβάνει υπόψη του όλες τις νεότερες κατακτήσεις, τόσο της ιστοριογραφικής επιστήμης, όσο και της ίδιας της κοινωνίας των πολιτών. Οφείλει να αποβάλλει τις προκαταλήψεις και τα στερεότυπα και να δημιουργεί ένα τέτοιο θεωρητικό πλαίσιο, που να δίνει έμφαση στην πλήρη ιστορική γνώση. Η παρέμβαση φίλτρων, που σχετίζονται με πολιτικές σκοπιμότητες, ή η διατήρηση των παραδοσιακών ιδεολογικών αγκυλώσεων, οδηγεί αναπόφευκτα στην επανάληψη των Σιωπών επί ιστορικών γεγονότων.

    Θεωρούμε ότι το βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού -παρότι έχει αρκετές αρετές σε επί μέρους ζητήματα- εν τούτοις διαχειρίζεται πολιτικά την ιστορική μνήμη με τρόπο που προσβάλλει σημαντικές μερίδες του ελληνικού πληθυσμού. Αγνοώντας την ιστορική εμπειρία του ελληνισμού της Ανατολής, καταστρατηγώντας το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών, παραβιάζει τον αρχικό κανόνα και λειτουργεί ως μέσο αποδόμησης της συλλογικής μνήμης.

    Αυτές οι «ελλείψεις» του βιβλίου, έχουν προκαλέσει την εμφάνιση ενός πολύμορφου και ανομοιογενούς κινήματος που διεκδικεί την απόσυρσή του. Ο ποντιακός ελληνισμός ασκεί τη δική του ιδιαίτερη κριτική που σχετίζεται με συγκεκριμένες ελλείψεις του βιβλίου. Δηλαδή με τις παραβιάσεις των οδηγιών του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, και με τις επιλεγμένες αποσιωπήσεις για ζητήματα που η κοινωνία μας, αλλά και η ιστορική επιστήμη έχει απαντήσει. Το νέο βιβλίο Ιστορίας ήδη έχει αποτελέσει αντικείμενο σημαντικής κριτικής, που επικεντρώνεται στη μέθοδο, στην οπτική των συγγραφέων και στην πολιτική διαχείρισης της ιστορικής μνήμης που ακολούθησαν.

    Η αναφορά στον ελληνισμό της Ανατολής είναι ελάχιστη, τόσο σε σχέση με τις απαιτήσεις του Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών, όσο και με τις πρόσφατες σχετικές κατακτήσεις της νεοελληνικής ιστοριογραφίας, καθώς και με τις ευρύτερες πλέον παραδοχές της κοινωνίας μας. Ειδικά ο χώρος του Πόντου φαίνεται να αποτελεί ιδιαίτερο ταμπού για τους συγγραφείς του βιβλίου.

    spyros2.jpg

    Περιοριζόμενοι στα θέματα που αφορούν τον ελληνισμό της Ανατολής, θα προσεγγίσουμε ανά ενότητα τις συγκεκριμένες αποκλίσεις του βιβλίου από την ιστορική πραγματικότητα μέσα από το Πρόγραμμα Σπουδών:

    2η Ενότητα:

    Οι Έλληνες κάτω από ξένη κυριαρχία

    Διδακτικοί στόχοι:

    1. Να κατανοήσουν (οι μαθητές) τις έννοιες σκλαβιά, τουρκοκρατία, παιδομάζωμα, εξισλαμισμός.

    2. Να γνωρίσουν τις υποχρεώσεις που είχαν οι υπόδουλοι Έλληνες, καθώς και τους περιορισμούς, τις καταπιέσεις και τις ταπεινώσεις που υφίσταντο.

    Η ενότητα αυτή αρχίζει (σελ. 15) με τη φράση: «Ξένη κυριαρχία θεωρείται η περίοδος της ελληνικής ιστορίας που αρχίζει με την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453 και καταλήγει στην ελληνική Επανάσταση του 1821». Λίγο παρακάτω (σελ. 36) αναφέρουν ότι σε κάποιες βυζαντινές περιοχές, όπως η Πελοπόννησος, η ξένη κυριαρχία ξεκινά αργότερα.

    Οι συγγραφείς αγνοούν ότι εκείνη τη χρονική στιγμή υπήρχαν δύο, ολόκληρα και ξεχωριστά, ελληνικά μεσαιωνικά κράτη: το Βυζάντιο και η Αυτοκρατορία Τραπεζούντας (1204-1461). Το τελευταίο ελληνικό κράτος που θα υποταχθεί στους Οθωμανούς θα είναι το δεύτερο, οκτώ χρόνια μετά την Άλωση της Πόλης.

    Στο βιβλίο, δεν υπάρχει καμιά αναφορά στην Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας, ούτε στον πολιτικό ρόλο που διαδραμάτισε στην εγγύς Ανατολή, αλλά ούτε και στο γεγονός ότι υπήρξε σημαντικό πολιτιστικό κέντρο απ’ όπου ξεπήδησαν σημαντικές μορφές Ελλήνων διανοουμένων, όπως ο Βησσαρίων, ο Γεώργιος Τραπεζούντιος, ο Γεώργιος Αμοιρούτζης κ.ά. .

    Ακριβώς η ίδια σύγχυση συναντιέται και στη σελ. 3, όπου ο Βησσαρίων -που υπήρξε ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες λογίους του μεσαίωνα και ένας από τους προδρόμους του νεοελληνικού διαφωτισμού- αναφέρεται ως «Βυζαντινός λόγιος», ενώ θα έπρεπε να αναφέρεται ως «Πόντιος λόγιος», εφόσον γεννήθηκε το 1403 στην πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας.

    Στην ενότητα αυτή δεν αναδεικνύεται η βαθύτατη θρησκευτική ρήξη των κυρίαρχων μουσουλμάνων Οθωμανών με τις χριστιανικές κοινότητες. Μια ρήξη που εκφραστεί με τη σκληρή οικονομική καταπίεση και την κοινωνική περιθωριοποίηση των λαϊκών στρωμάτων, μέχρι τις μεταρρυθμίσεις του Χάτι Χουμαγιούν. Δεν αναφέρεται το στοιχείο των εξισλαμισμών, ως μηχανισμός διαμόρφωσης των κοινωνικών διαχωρισμών και ως μέσο εμπέδωσης της οθωμανικής κυριαρχίας, ούτε η διαμόρφωση στρωμάτων κρυπτοχριστιανών. Ο μηχανισμός των εξισλαμισμών αντιμετωπίζεται μόνο ως εξαίρεση, ως αποτέλεσμα συγκυριακών «αναστατώσεων». (σελ. 18)

    Στην αναφορά των «μορφών αντίστασης» αναφέρονται μόνο περιοχές που βρίσκονται εντός των ελλαδικών ορίων. (σελ. 32) Έτσι, εξαιρείται και δεν αναφέρεται καθόλου η περίπτωση της Σάντας του Πόντου, που αποτελεί περίπτωση αντίστοιχη με αυτή του Σουλίου, που χαρακτηρίζεται επί πλέον και από ελληνοφωνία.

    spyros3.jpg

    3η Ενότητα:

    Η μεγάλη Επανάσταση

    Στην ενότητα αυτή παρατηρούμε μια εντυπωσιακή αναντιστοιχία μεταξύ των θεματικών ενοτήτων που προβλέπει το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών και του βιβλίου.

    Δεν είναι αισθητή η προεπαναστατική πολιτισμική κίνηση, που έθεσε τις βάσεις για τη μετέπειτα εξέγερσή τους. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχουν οι χάρτες της προεπαναστατικής εκδοτικής κίνησης -που μάλλον αγνοούν οι συγγραφείς- που συνέταξε ο Φίλιππος Ηλιού, ο οποίος ανέδειξε επίσης το γεγονός ότι η Ιωνία υπήρξε ένα από τα σημαντικά προεπαναστατικά κέντρα του ελληνισμού.

    Θα επισημαίναμε ότι στην ενότητα αυτή δεν αναδεικνύεται στο βαθμό που θα ‘πρεπε η πανελλήνια εμβέλεια της Επανάστασης, όπως και το κόστος των υπόλοιπων περιοχών. Δεν αναφέρονται οι αντεκδικήσεις των Οθωμανών [σφαγές στη Χίο, Θεσσαλονίκη, καταστροφή Κυδωνιών (Αϊβαλί)]. Δεν αναφέρεται στο μαζικό κίνημα των εθελοντών από τις ελληνικές περιοχές του υπόλοιπου οθωμανικού χώρου, που επάνδρωσαν τα επαναστατημένα στρατεύματα.

    Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης, γενικός αρχηγός δεν αναφέρεται ότι είναι Πόντιος (με καταγωγή από τον ΄Οφη της Τραπεζούντας) γεννημένος στην Κωνσταντινούπολη. Ο αδελφός του Δημήτριος, αναφέρεται μόνο ότι «κατάγεται από φαναριώτικη οικογένεια…» (σελ. 53)

    spyros4.jpg

    4η ενότητα:

    Η Ελλάδα ανεξάρτητο κράτος

    Δεν επισημαίνει τη διαφορά μεταξύ της Μεγάλης Ιδέας (που αποτελεί την εθνική ιδεολογία του νεαρού Βασιλείου από το 1844) και του συναισθήματος για εθνική και πολιτική χειραφέτηση που χαρακτηρίζει τους πληθυσμούς που βρίσκονται υπό οθωμανική κυριαρχία. Δεν διασαφηνίζει το γεγονός ότι στην ελληνική διανόηση των περιοχών αυτών προϋπάρχει το αλυτρωτικό συναίσθημα, ως αποτέλεσμα της κίνησης του ελληνικού διαφωτισμού που είχε αναπτυχθεί σε περιοχές που δεν εντάχθηκαν στο ελεύθερο κράτος, είτε ως απόηχος της συμμετοχής στην Επανάσταση.

    Επίσης, παρότι παρουσιάζει με ενδιαφέροντα τρόπο την κοινωνική ζωή στο νεαρό κράτος, δεν αναφέρει για την αντίστοιχη πολιτιστική κίνηση και την κοινωνική κατάσταση των Ελλήνων στα μεγάλα αστικά κέντρα της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, όπου κατοικούν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί με παράδοση και συνέχεια. Ούτε επίσης τη ζωή στις ελληνικές κοινότητες της διασποράς. Στο σημείο αυτό το βιβλίο γίνεται τελείως «παλαιοελλαδοκεντρικό».

    Η έλλειψη αυτή είναι ιδιαιτέρως σοβαρή γιατί δεν κατανοείται ο ιδιαίτερος ρόλος των Ελλήνων της Ανατολής στα χρόνια της τελικής ρύθμισης του Ανατολικού Ζητήματος. Δεν αναφέρεται ότι μετά τις μεταρρυθμίσεις του Χάτι Χουμαγιούν, οι Έλληνες, οι Αρμένιοι και οι Εβραίοι θα καλύψουν τους τομείς της νέας οικονομίας και θα συγκροτήσουν έτσι την αστική τάξη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Την τάξη αυτή θα ανταγωνιστούν αργότερα οι στρατιωτικοί Τούρκοι εθνικιστές και θα αποφασίσουν την εξόντωσή της. Τα θέματα αυτά θα μπορούσαν οι συγγραφείς να τα εντάξουν στο σχετικό Κεφάλαιο που προέβλεπε το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών στην 5η Ενότητα.

    Όμως το Κεφάλαιο αυτό λογοκρίθηκε και απαλείφθηκε ολοκληρωτικά από τη συγγραφική ομάδα.

    spyros5.jpg

    5η Ενότητα:

    Η Ελλάδα κατά τον 20ο αιώνα

    Στο σημείο αυτό το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών μία Θεματική ενότητα (από τις 12 συνολικά), με αντικείμενο:

    Η Θράκη, η Μικρά Ασία και ο Πόντος, κέντρα του Ελληνισμού.

    Όμως οι συγγραφείς δε διαθέτουν ούτε μία διδακτική ώρα για την ενότητα αυτή. Η παράκαμψη αυτής της εντολής του Αναλυτικού Προγράμματος Σπουδών, μόνο ως αποτέλεσμα ρατσιστικής εμπάθειας μπορεί κατανοηθεί.

    Το μόνο που περιλαμβάνει το βιβλίο είναι τέσσερις εικόνες στη «Μαθητεία της Ιστορίας» (σελ. 102), που δείχνουν ελληνικές σχολές στη Σμύρνη και την Τραπεζούντα, ένα καφενείο στην Πρίγκιπο κι ένα χορό Ποντίων στο πλαίσιο του κεφαλαίου: «Μικρασία: εκστρατεία και καταστροφή»

    Στην ενότητα αυτή δεν υπάρχει η παραμικρή αναφορά στα γεγονότα που συνέβησαν στην Ανατολή μετά το κίνημα των Νεοτούρκων και την επίσημη απόφασή τους σε συνέδριο τον Οκτώβριο βιαίως του 1911 να επιλύσουν βιαίως το εθνικό ζήτημα. Δεν γράφτηκε τίποτα για το εγχείρημα των Νεοτούρκων που αποσκοπούσε στην εξόντωση των χριστιανικών ομάδων της πολυεθνικής μουσουλμανικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και την μετατροπή της σ’ ένα νέο εθνικό τουρκικό κράτος.

    Καμιά μνεία για το νεοτουρκικό εγχείρημα, που έθετε τέλος σε μια μακραίωνη περίοδο οθωμανικής παράδοσης, που συγκροτούσε ένα πολυεθνικό μουσουλμανικό κράτος με κύρια έμφαση στην θρησκευτική επιλογή. Η παντουρκιστική εκδοχή, τόσο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυροχαλδαίων και Αράβων), όσο και κατά των πολυεθνοτικών και πολύγλωσσων μουσουλμανικών μαζών φαίνεται να είναι αποδεχτή από τους συγγραφείς. Γι’ αυτό και δεν υπάρχει καμιά απολύτως αναφορά σ’ αυτά τα γεγονότα.

    Με τον ίδιο άνευρο και ανιστορικό τρόπο παρουσιάζεται και ν μικρασιατική εκστρατεία και Καταστροφή. Δεν αποσαφηνίζει το γεγονός ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία υπήρξε ένα διαφορετικό κράτος απ’ ότι η Τουρκία. Αφήνουν να εννοηθεί ότι ήταν κάτι το ταυτόσημο.

    Επίσης ο Μουσταφά Κεμάλ πασά αναφέρεται ως ηγέτης του «απελευθερωτικού αγώνα των Τούρκων». Αποδέχονται έτσι την βασική θέση του τουρκικού εθνικισμού ότι οι Έλληνες υπήρξαν ιμπεριαλιστές στην περιοχή. Αμφισβητούν δηλαδή με τον τρόπο αυτό τα στοιχειώδη δικαιώματα των γηγενών Ελλήνων στην Ιωνία ή στον Πόντο για διεκδίκηση της πολιτικής τους χειραφέτησης. Με τον ίδιο τρόπο αντιμετωπίζεται και η υπόθεση των Αρμενίων.

    Δεν υπάρχει καμιά αναφορά στα γεγονότα του Πόντου: Γενοκτονία, αντίσταση μέσα από το αντάρτικο κίνημα, διεκδίκηση της ανεξαρτησίας.

    Η παρουσίαση της τελικής πράξης επίλυσης του Ανατολικού Ζητήματος, που θα κορυφωθεί με τη νίκη του τουρκικού εθνικισμού είναι επίσης προκλητική. Η καταστροφή της Σμύρνης από τα κεμαλικά στρατεύματα θα παρουσιαστεί ως απλός «συνωστισμός στην παραλία μετά την είσοδο του τουρκικού στρατού στην πόλη»

    Στη Σμύρνη, το Σεπτέμβρη του 22, με έναν πρωτοφανή τρόπο για τη σύγχρονη εποχή, ο Μουσταφά Κεμάλ πασά -που αργότερα οι Τούρκοι θα τον αναγνωρίσουν ως γεννήτορά τους (Ατατούρκ)- θα γιορτάσει τη νίκη του με τη σφαγή του άμαχου χριστιανικού πληθυσμού και την πυρπόληση της πόλης. Στην πόλη εκείνη τη στιγμή κατοικούσαν 150.000 Έλληνες και είχαν μαζευτεί και άλλες εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες από το εσωτερικό της Ιωνίας.

    Με το Ολοκαύτωμα των χριστιανικών πληθυσμών θα ολοκληρωθεί η διαδικασία διαμόρφωσης του σύγχρονου τουρκικού έθνους-κράτους, το οποίο θα ιδρυθεί τυπικά το 1923. Θύματα ήταν οι περισσότερες γηγενείς χριστιανικές ομάδες, πλην των λεγόμενων Φραγκολεβαντίνων και των ελάχιστων τουρκοορθόδοξων του παπα-Εφτίμ. Οι μονοφυσίτες (Αρμένιοι, Ασσύριοι και λίγοι Κούρδοι), οι ορθόδοξοι (Έλληνες στον Πόντο, την Ιωνία, την Καππαδοκία και την Ανατολική Θράκη, καθώς και Άραβες Σύριοι στον οθωμανικό Νότο), οι προτεστάντες (Αρμένιοι και Έλληνες) και οι καθολικοί (Αρμένιοι και Άραβες), ανέρχονταν σε τέσσερα εκατομμύρια περίπου. Μετά το τέλος της μεγάλης ανθρωποσφαγής, λίγες μόνο δεκάδες χιλιάδες παρέμειναν στα πατρικά τους εδάφη. Οι Έλληνες που εξοντώθηκαν την περίοδο αυτή πιθανόν να ανέρχονται σε ένα εκατομμύριο άτομα. Και οι πρόσφυγες πλησίαζαν το 1.5 εκαταμμύριο.

    Είναι ακατανόητη και προκλητική η συγκάλυψη του τουρκικού εθνικισμού και των ενεργειών του από τους συγγραφείς του βιβλίου. Η οποία γίνεται ακόμα προκλητικότερη με το δεδομένο ότι υπάρχουν δύο Επίσημες Εθνικές Επέτειοι για τη γενοκτονία κατά των Ελλήνων της Ανατολής: 19 Μαϊου, για τη Γενοκτονία στον Πόντο και 14 Σεπτεμβρίου για το σύνολο της Μικράς Ασίας.

    spyros6.jpg

    Tελικές ρυθμίσεις: τα σύνορα και η ανταλλαγή των πληθυσμών

    Στο βιβλίο αναγράφεται: «Με την ήττα… τίθεται σε συζήτηση το θέμα των μουσουλμανικών πληθυσμών που ζουν στην Ελλάδα, καθώς και των ορθόδοξων πληθυσμών που ζουν στην Τουρκία… Τα ζητήματα αυτά ρυθμίζονται τελικά με τη Συνθήκη της Λωζάννης…» Η παρουσίαση όμως αυτή είναι λανθασμένη και αντιβαίνει προς την περιγραφή των πληθυσμών, όπως γίνεται στο κείμενο της Συνθήκης.

    Η Συνθήκη της Λωζάννης ορίζει με σαφήνεια τους πληθυσμούς: οι «εν Τουρκία Έλληνες» και οι «εν Ελλάδι Μουσουλμάνοι».

    Στο βιβλίο επίσης δεν υπάρχει καμιά αναφορά για την πορεία των πολυάριθμων ελληνικών πληθυσμών στη Σοβιετική Ένωση. Δεν αναφέρονται ούτε τα επιτεύγματά τους ούτε η μεταχείρισή τους τα χρόνια της σταλινικής τρομοκρατίας. Με τον τρόπο αυτό στερείται η ιστορική εκπαίδευση από σύνολο πληροφοριών αναγκαίων για την κατανόηση σύγχρονων φαινομένων, όπως η μετακίνηση δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων (πάνω από 200.000 από τις αρχές της δεκαετίας του 90) ΄από τη διαλυμένη Σοβιετική Ένωση προς την Ελλάδα.

    Συμπέρασμα

    Το βιβλίο δεν τηρεί τις προϋποθέσεις που θέτει το Αναλυτικό Πρόγραμμα Σπουδών. Οι συγγραφείς του διακρίνονται για την μονομέρεια και την προκατάληψη κατά του ελληνισμού της Ανατολής και φυσικά του ποντιακού ελληνισμού. Σε κάποια σημεία η μονομέρεια μετατρέπεται σε ρατσισμό και υλοποιείται με την εξαφάνιση των ιστορικών γεγονότων, ακόμα και του γεωγραφικού χώρου του Πόντου, όπου διαδραματίστηκαν σημαντικά γεγονότα της σύγχρονης Ιστορίας μας.

    Η στάση αυτή δεν είναι απόρροια των νέων μεθόδων διδασκαλίας, αλλά μιας προκατειλημμένης αντίληψης για τον τρόπο πολιτικής διαχείρησης της ιστορικής μνήμης.

    Έχει επισημανθεί από σημαντικούς μελετητές ότι το η γνώση παρέχεται με «ημιτελή» τρόπο, εκφράζοντας μια νέα σκηνοθετική αντίληψη για τα σχολικά βιβλία: «…η αφήγηση, η εξέλιξη των γεγονότων και των καταστάσεων απουσιάζουν, σε τρόπο ώστε να εμποδίζεται κάθε συσχέτιση αιτίου και αποτελέσματος. Τα γεγονότα, δοσμένα αποσπασματικά και ενίοτε με χαρακτηριστικά κενά ανάμεσά τους, δίνονται αταξινόμητα ως προς τη σημασία τους…Η έλλειψη κριτηρίων και αναλογιών αιφνιδιάζει… » [2]

    Με το μεροληπτικό και ιδεοληπτικό τρόπο γραφής το βιβλίο εμποδίζει την κατανόηση του κόσμου μέσα στον οποίο ζούμε αλλά και την αλληλοκατανόηση μέσα στη κοινωνία που ζούμε.

    Επειδή θεωρούμε και μεις, όπως πολλοί ιστορικοί έγραψαν δημόσια, ότι το βιβλίο εντάσσεται στην αναθεωρητική ιστοριογραφία και διαχειρίζεται ιδεοληπτικά τα ιστορικά γεγονότα και προσβάλλει με τον τρόπο αυτό τη μνήμη του ποντιακού ελληνισμού, αλλά το σύνολο του ελληνικού λαού, ζητάμε την απόσυρση του βιβλίου.

    spyros.jpg

    [1] Αντώνης Λιάκος, από την παρέμβαση στην εκδήλωση της 5 Μαρτίου ΄07. ΕΣΗΕΑ.

    [2] Γιώργος Μαργαρίτης, καθ. Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

    Η φωτογραφία της κ. Ρεπούση δημοσιεύτηκε στην Ελευθεροτυπία. Ο τίτλος του ποστ βασίστηκε στη λαϊκή ρήση: Μας πήραν και τα σώβρακα. Επίσης, ο όρος «Νέοι Ιστορικοί» μας αρέσει πολύ γιατί παραπέμπει στους αντίστοιχους ¨Νέους Φιλοσόφους«

    https://pontosandaristera.wordpress.com/2007/04/18/19-3-2007/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: