Συζητώντας για τον εθνικό Διχασμό

Μια από τις πλέον αποφασιστικές στιγμές στην ελληνική ιστορία, που είχε καταλυτικές συνέπειες στα πράγματα της Εγγύς Ανατολής, αλλά και στη μοίρα των ελληνικών πληθυσμών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν ο Διχασμός που άρχισε το 1915, όταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ο Α’, συνεπικουρούμενος από τους Μεταξά, Στρέιτ και Δούσμανη, εξυπηρετώντας τα γερμανικά συμφέροντα υποχρέωσε σε παραίτηση τον εκλεγμένο πρωθυπουργό της Ελλάδα Ελ. Βενιζέλο. Για τα όσα προηγήθηκαν δείτε ένα παλιότερο δικό μου κείμενο για τη Μάχη της Καλλίπολης και την ελληνική στάση.

Οι συνέπειες αυτής της εξέλιξης, που επί της ουσίας σηματοδότησε τον πρώτο ελληνικό εμφύλιο πόλεμο ήταν καταλυτικές στη διαχείριση των μεταπολεμικών ευκαιριών. Η ανεπάρκεια στη Μικρασιατική Εκστρατεία, η εγκατάλειψη του Πόντου, κ.ά, οφειλόταν ακριβώς στην βαριά εκείνη διχαστική πολιτική κληρονομιά. 

Με το θέμα αυτό επιλέξαμε να αρχίσουμε τον φετινό σεμιναριακό κύκλο στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του δήμου Κηφισιάς. Η αφορμή δόθηκε από την έκδοση μιας σημαντικής μελέτης του ιστορικού, καθηγητή στο παν/μιο Αθηνών, Γιώργου Μαυρογορδάτου με τίτλο «1915. Ο εθνικός διχασμός«, εκδ. Πατάκη, Αθήνα, 2015.  Οπότε:

Παρασκευή, 14 Οκτωβρίου, 7.15μ.μ.-9.00 μ.μ.: Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος, καθηγητής, «Εκατό χρόνια από τον μοιραίο εθνικό Διχασμό»,
με αφορμή την έκδοση του βιβλίου του «1915». Θα μιλήσουν οι Βλ. Αγτζίδης και Ίρις Τζαχίλη
Έπαυλη Δροσίνη»-Βιβλιοθήκη Δήμου, Oδός Αγ. Θεοδώρων & Κυριακού, Κηφισιά)

14-9-2016-marogordatos-22-epavli-drosini


Όπως αναφέρεται: «Αυτό το βιβλίο είναι αποτέλεσμα σαράντα ετών έρευνας, στοχασμού, συγγραφής και διδασκαλίας για τον Εθνικό Διχασμό. Επιδίωξή του είναι η κατανόηση, η εξήγηση, η ερμηνεία. Όχι η εξύμνηση, ούτε η καταγγελία. …


Αφού παρουσιαστούν τα κυριότερα γεγονότα από το 1909 έως και το 1922, ο Εθνικός Διχασμός ερμηνεύεται ως οιονεί θρησκευτικό «σχίσμα» χαρισματικής προέλευσης, ως κρίση στη διαδικασία εθνικής ολοκλήρωσης, ως ταξική σύγκρουση, αλλά και ως διαμάχη που απέκτησε τις διαστάσεις εμφυλίου πολέμου. Με την ερμηνεία μπορεί να διαφωνήσει κανείς. Όχι όμως με τα γεγονότα στα οποία βασίζεται.
«

——————

Το θέμα αυτό του Διχασμού που ξεκίνησε το 1915, των πολιτικών ευθυνών και την παρέμβασης του διεθνούς παράγοντα μας έχει απασχολήσει σε πολλές συναντήσεις στο Σεμινάριο Ιστορίας
 .
Είχαμε την τύχη να μας το παρουσιάσει ο κορυφαίος μελετητής της δεκαετίας του 1910 Νίκος ΠετσάληςΔιομήδης, ο οποίος εργάστηκε κυρίως με γερμανικές πηγές. Από τις οποίες προκύπτει άμεσα ότι η γερμανική κατασκοπεία είχε δημιουργήσει ένα πλέγμα δικών της ανθρώπων γύρω από τον Κωνσταντίνο που μαζί με τον εξαγορασμένο αθηναϊκό Τύπο και με την γυναίκα του, τη Σοφία -αδελφή του Κάιζερ-  οδήγησαν την ελληνική πολιτική σε κατεύθυνση αντίθετη με τα γεωπολιτικά συμφέροντα του ελληνισμού. Και επί πλέον την «έπεισαν» να παραβιάσει την ελληνοσερβική συμφωνία και να  αφήσει τους Σέρβους αβοήθητους κατά την αυστροουγγρική επίθεση… 
 .
Σας παραθέτω ένα απόσπασμα από το βιβλίο του Μαυρογορδάτου, το οποίο το συνιστώ ανεπιφύλακτα εφόσον βασίζεται σε πραγματολογικό υλικό: 
 .
«Επειδή λοιπόν πρώτη τους προτίμηση (δηλαδή η συμμετοχή στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας) ήταν από κάθε άποψη ανέφικτη, ο Κωνσταντίνος και οι  άλλοι γερμανόφιλοι επέλεξαν τη ‘διαρκή ουδετερότητα’  της χώρας συμπαρασύροντας και τους λοιπούς Αντιβενιζελικούς….  Η ελληνική ουδετερότητα αποτελούσε ασφαλώς την επιλογή που συνέφερε περισσότερο στη Γερμανία και τους συμμάχους της…. Η ταύτιση με τα γερμανικά συμφέροντα ίσχυε για ελάχιστα πρόσωπα, όπως ο ίδιος ο Κωνσταντίνος και όσοι τον επηρέαζαν -με επικεφαλής τη γυναίκα του Σοφία, αδελφή του Κάιζερ, τον Γεώργιο Στρέιτ, τον Ιωάννη Μεταξά, καθώς και τον Βίκτωρα Δούσμανη. 
 .
Η ταύτισή τους με τη Γερμανία μπορούσε να εκδηλώνεται απερίφραστα νόνο στη διαρκή μυστική συνεννόηση που είχαν με το Βερολίνο, διοχετεύοντας και ελληνικά κρατικά απόρρητα. Για τις διαπιστώσεις αυτές επαρκέστατη και αψευδέστατη μαρτυρία αποτελούν τα ίδια τα ημερολόγια του Μεταξά και Στρέιτ…. Αποδεικνύυν επίσης τη στενή διαρκή επαφή Σοφίας, Στρέιτ, Μεταξά και Δούσμανη όχι μόν μεταξύ τους, αλλά και με εκπροσώπους της Γερμανίας στην Αθήνα: πρεσβευτή, στρατιωτικό ακόλουθο, διευθυντή της Γερμανικής Αρχαιολογικής Σχολής διαβόνητο βαρώνο Σενκ (Schenk) -τυπικά εκπρόσωπο της εταιρείας Κρουπ…. 
 .
Προκύπτει επίσης πεντακάθαρα ότι ο Κωνσταντίνος υπήρξε ανειλικρινής απέναντι στον Βενιζέλο, υπονομεύοντας την πολιτική του και αναζητώντας την κατάλληλη ευκαιρία να απαλλαγεί από τον λαοπρόβλητο πρωθυπουργό του…. Όποτε μάλιστα βρισκόταν σε αμηχανία, ζητούσε μυστικά από τον Κάιζερ διαβεβαιώσεις για τα ελληνικά συμφέροντα, ως άλλοθι για την επιμονή του στη γερμανόφιλη πολιτική της ‘ουδετερότητας‘…»  
Η σύγκρουση εκείνη των δύο απόψεων και των δύο στρατηγικών απηχούσε παράλληλα και τη μεγάλη  ιδεολογική σύγκρουση των δύο μεγάλων ευρωπαϊκών ρευμάτων ιδεών: του διαφωτισμού και του ορθού λόγου από τη μια και του αντιδιαφωτισμού και της αντίθεσης στον ορθολογισμό από την άλλη.  Ο γερμανικός ρομαντισμός -παιδί του αντιδιαφωτισμού-  ενέπνεε και επηρέαζε το φιλομοναρχικό στρατόπεδο, του οποίου τα στελέχη είχαν άμεση σχέση με το γερμανικό στρατιωτικό και αυταρχικό πνεύμα , ενώ ο διαφωτισμός και η αντίθεση προς τον ‘γερμανικό μιλιταρισμό»  κυριαρχούσε στο βενιζελικό στρατόπεδο…
.

ΚΑΠΟΙΑ ΛΟΓΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΒΙΒΛΙΟ ΑΠΟ ΤΗΝ BOOK-PRESS

Του Γιώργου Σιακαντάρη

Πόσες φορές δεν έχουμε ακούσει στα σχολεία στις εθνικές γιορτές, στις διαφορετικές συζητήσεις, στα καφενεία, πως ο Έλληνας όταν ομονοεί καταφέρνει να μεγαλουργεί και όταν επικρατεί το «μικρόβιο της φυλής», που δεν είναι άλλο από τη Διχόνοια, τότε η πατρίδα καταστρέφεται. Πρόσφατα αυτή η κοινοτοπία ακούστηκε και από τα χείλη του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αυτός, συμμετέχοντας στις πανηγυρικές εορταστικές εκδηλώσεις της 103ης επετείου Απελευθέρωσης της επαρχίας Ελασσόνας από τον τουρκικό ζυγό εξέφρασε την ανάγκη «υπέρβασης κάθε διχόνοιας, καθώς και κάθε μικρόψυχης πολιτικής, κομματικής ή άλλης σχετικής διαφοράς». Ίσως αυτό να ήταν μια προειδοποίηση να μην «αγχώνουμε» και πολύ τις εκάστοτε κυβερνήσεις, γιατί θα μας βγει σε κακό. Τέλος πάντων. 

Ο καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος καθόλου δεν συμμερίζεται αυτή την άποψη. Ο συγγραφέας είναι γνωστός για τις ιδιαίτερα σημαντικές μελέτες του σε δυο τομείς του ελληνικού κοινωνικού σχηματισμού, στον τομέα της ιστορίας του ελληνικού Διχασμού και του Μεσοπολέμου και στον τομέα της σχέσης των ομάδων πίεσης με την ελληνική Δημοκρατία. Ο ιστορικός, σε αντίθεση με τις προεδρικές κοινοτοπίες, δείχνει πως όταν οι Έλληνες (και κάθε λαός φυσικά) συγκρούονται μεταξύ τους μπορούν να παράγουν τόσο μεγαλεία όσο και καταστροφές. Στην πραγματικότητα, η Ελλάδα του Διχασμού σε πολλά πράγματα μεγαλούργησε και σε πολλά άλλα καταστράφηκε. Ο συγγραφέας, μεταξύ πολλών άλλων, καταγράφει αυτές τις επιτυχίες και καταστροφές.

 syndesmos
     Το Κίνημα στο Γουδί το 1909 και η δημιουργία του Στρατιωτικού Συνδέσμου
      ήταν «καταλύτης των εξελίξεων».  

Αυτό το βιβλίο, που ξεκινά από το 1909 με το Κίνημα στο Γουδί και τελειώνει στο 1922 με την εκτέλεση των έξι, είναι ένα πάζλ το οποίο συμπληρώνεται με εικόνες μεγαλείου και καταστροφής, υψηλής πνευματικότητας και απύθμενου χαμερπούς μίσους, παλληκαριάς και προδοσίας. Και όπως δείχνει ο συγγραφέας του, οι θετικές και οι αρνητικές πλευρές αυτής της ιστορίας αφορούν και τις δυο παρατάξεις του Διχασμού. Βεβαίως σπεύδει από την αρχή να καταδείξει ότι βλέπει με ευνοϊκό μάτι τον Βενιζέλο ως εκπρόσωπο του ελληνικού εκσυγχρονισμού, παρόλο που ούτε για μια στιγμή δεν διστάζει να του αποδίδει τις ευθύνες που του αναλογούν. Αλλά, όπως δηλώνει ακόμη από τον Πρόλογο, αν φαίνεται να μεροληπτεί υπέρ του Βενιζέλου, αυτό γίνεται γιατί τα πράγματα «μεροληπτούν» υπέρ του και όχι ο ίδιος.

Δεν κρύβω πως προτού ξεκινήσω να γράψω αυτήν εδώ την παρουσίαση έκανα μια «βόλτα» για να δω τι γράφεται στην «ελεύθερη και μη επιστημονική αγορά» του βαθέως διαδικτύου για τον Διχασμό. Αυτή η βόλτα με έπεισε, για μια ακόμη φορά, πως η Ελλάδα του εκσυγχρονισμού έχει «να φάει ακόμη πολλά ψωμιά» μέχρι να κατορθώσει να ισορροπήσει κάπως με την Ελλάδα του σκοταδισμού, της συνωμοσιολαγνείας και της ψεκασμένης «ιστοριογραφίας». Το βιβλίο του Μαυρογορδάτου πάντως είναι ένα ισχυρό όπλο για την Ελλάδα του εκσυγχρονισμού.

Ο Διχασμός των δυο Ελλάδων καθόλου δεν είναι αποτέλεσμα του «σαρακιού που κατατρώει τις σάρκες της Ελλάδος» και λέγεται διχόνοια. Ούτε πάλι είναι αποτέλεσμα μιας απλής «ασυμφωνίας χαρακτήρων» μεταξύ δυο τόσο δυνατών προσωπικοτήτων όπως ήταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος και ο βασιλιάς Κωνσταντίνος. Ήταν μια κρίση που εκδηλώθηκε ως Σχίσμα (Μεσσίας και Σατανάς), ως κρίση εθνικής ολοκλήρωσης (Παλαιά Ελλάδα και Νέες Χώρες, Έλληνες και αλλοεθνείς), ως ταξική σύγκρουση μεταξύ διαφορετικών τάξεων και ενδιάμεσων μερίδων και ως εμφύλιος πόλεμος. Ήταν δηλαδή ένα κανονικός ιστορικός Διχασμός που προέκυψε από την αδυναμία όλων των παραπάνω παραγόντων να οδηγηθούν σε έναν «ιστορικό συμβιβασμό». Ο Διχασμός δεν ήταν η μεταφυσική της διχόνοιας, δεν ήταν το έργο της ειμαρμένης, δεν ήταν το αποτέλεσμα της θείας πρόνοιας. Δεν ήταν τίποτα απ’ όλα αυτά.

mavrogordatos
    Ο καθηγητής στο πανεπιστήμιο Αθηνών  
    Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος
 

Για τον Μαυρογορδάτο εν αρχή ην η Ιστορία. Αλλά ποια Ιστορία; Όχι μια Ιστορία όπου οι προσωπικότητες, οι τάξεις, οι θεσμοί, τα συμφέροντα είναι μεταφυσικές ή μεταμοντέρνες κατηγορίες, αλλά μια ιστορία όπου όλα τα παραπάνω αποτελούν τη σάρκα της πραγματικότητας και οι ιδέες που τα «εκλογικεύουν» είναι το πνεύμα της. Η Ιστορία του Μαυρογορδάτου δεν είναι η Μακράς Διάρκειας Ιστορία του Μπρωντέλ στην οποία τα πολιτικά γεγονότα έχουν δευτερεύουσα θέση, ούτε οι μεταμοντέρνες ιστορίες του τίποτα. Η Ιστορία για τον Μαυρογορδάτο δεν μπορεί παρά να είναι καιπολιτική ιστορία των γεγονότων και των ιδεών.

Ο ιστορικός αφηγείται, με γλώσσα πυκνή όσο και γλαφυρή, κοφτή όσο και διαρκή, ψύχραιμη όσο και ανησυχητική, τα «πράγματα» που μεροληπτούν υπέρ του Βενιζέλου και τα συνδέει με τις ιδέες των υποκείμενων της ιστορίας. Σε αντίθεση με μια ιδεαλιστική ιστορική σκοπιά που θέλει οι ιδέες να προηγούνται των γεγονότων, αυτός επιμένει να περιγράφει πρώτα τα γεγονότα, αλλά τα γεγονότα έτσι όπως συνδέονται με ιδέες και συμφέροντα. Ο Μαυρογορδάτος είναι ένας στοχαστής περισσότερο επηρεασμένος από τον Βέμπερ και τον Γκράμσι και λιγότερο από τον Μαρξ. Αν και θα έλεγα πως δεν οφείλει λίγα και σ’ αυτόν.

Τι πραγματικά συνέβη το 1915;

Το Κίνημα του Στρατιωτικού Συνδέσμου στο Γουδί το 1909 ήταν μια Επανάσταση, όχι με την έννοια της ρήξης αλλά με την έννοια του καταλύτη των εξελίξεων. Ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος υπήρξε έκφραση δυσαρέσκειας των νεότερων και κατώτερων αξιωματικών και με κοινό τους παρονομαστή την αόριστη απαίτηση για την «ανόρθωσιν» του έθνους. Ανόρθωσις, όπως εκσυγχρονισμός, ή κάτι τέτοιο; Η απέλπιδα προσπάθεια προσέγγισης αυτού του εκσυγχρονισμού βάζει τη σφραγίδα της στο ελληνικό κράτος από τότε έως και εκατόν έξι χρόνια αργότερα.

Οι στρατιωτικοί αναζητούσαν έναν «από μηχανής θεό» και τον βρήκαν στο πρόσωπο του Ελευθερίου Βενιζέλου.

Οι στρατιωτικοί αναζητούσαν έναν «από μηχανής θεό» και τον βρήκαν στο πρόσωπο του Ελευθερίου Βενιζέλου. Αυτός ερχόμενος επέβαλλε μια συμβιβαστική λύση μεταξύ κομμάτων και στρατιωτικών. Μια λύση που επεβλήθη με το πείσμα του για Αναθεωρητική και όχι για Συντακτική Βουλή, την οποία επιμόνως του ζητούσε το πλήθος που είχε έρθει να ακούσει από τον ηγέτη λόγια αρεστά γι’ αυτό. Ο Βενιζέλος όμως ήταν ηγέτης και ως τέτοιος είχε ότι κάθε πραγματικός ηγέτης: σχέδιο και πρόγραμμα.

Μέσα στο 1910 κερδίζει δυο εκλογές και παρόλα αυτά επαναφέρει στην ηγεσία του στρατεύματος, το 1911, τον μετέπειτα σφοδρό αντίπαλό του, τον γιο του Βασιλιά Γεωργίου του Α΄, τον Κωνσταντίνο. Επιβάλλει τη σφραγίδα των απόψεών του στην Αναθεώρηση του Συντάγματος και με τον Κωνσταντίνο αρχηγό του στρατεύματος –γεγονός που έδωσε το δικαίωμα στον τελευταίο να εμφανιστεί ως λυτρωτής και απελευθερωτής του έθνους– ξεκινά τους δυο Βαλκανικούς Πολέμους (1912-1913).

Ο Βενιζέλος είχε σχέδιο, αλλά όπως δείχνει ο Μαυρογορδάτος αυτό ήταν περισσότερο ένα αλυτρωτικό σχέδιο και λιγότερο ένα σχέδιο εσωτερικής ανασυγκρότησης. «Η Ελλάδα δεν είχε την πολυτέλεια να αφοσιωθεί στην εσωτερική της ανάπτυξη» (σ. 35). Ταυτοχρόνως, ο Βενιζέλος εμπνέονταν από έναν «ευρωπαϊκό πατριωτισμό», ο οποίος μπορούσε να εφαρμοστεί στο πλαίσιο της συμμαχίας της χώρας με τις αναπτυγμένες βιομηχανικά και πολιτισμικά χώρες. Αντιθέτως, ο Κωνσταντίνος ο Α’, που μετά τη δολοφονία του πατέρα του έγινε βασιλιάς στις 8 Μαρτίου 1913, εμπνεόταν από τον γερμανικό μιλιταρισμό. Εξάλλου, με τη Γερμανία τον συνέδεαν και οικογενειακοί δεσμοί – ήταν γυναικαδελφός του Κάιζερ και σύζυγος της Σοφίας, κόρης των Πρώσων Χοεντσόλερν.

konstantinos 2
    Ο Κωνσταντίνος στη γνωστή φωτογραφία με τους στρατηγούς του, μεταξύ των
    οποίων είναι και ο Ιωάννης Μεταξάς στα αριστερά του.
 

Αμέσως ξεκίνησε η μεγάλη σύγκρουση των δυο τους, με τον Βενιζέλο να επιδιώκει την άμεση συμμετοχή της χώρας στο πλευρό της Εγκάρδιας Συνεννόησης, της Αντάντ, και τον Κωνσταντίνο την «ευμενή ουδετερότητα» υπέρ της Γερμανίας. Η σύγκρουση ήταν μετωπική και συνεχίστηκε μέχρι το 1917, όταν με την επέμβαση των δυνάμεων της Αντάντ αποπέμφθηκε ο βασιλιάς. Μέχρι να γίνει αυτό όμως υπήρξαν δυο παραιτήσεις του Βενιζέλου και τα θλιβερά Νοεμβριανά του 1916. Μετά την αποτυχημένη προσπάθεια του Γάλλου ναυάρχου Φουρνέ στις 18 Νοεμβρίου να επιβάλλει με τα όπλα μια συμφωνία, την οποία είχε συμφωνήσει ο Κωνσταντίνος για παράδοση των όπλων, και την οποία ηρνείτο να εφαρμόσει, οι αντιβενιζελικοί στράφηκαν μετά μεγάλης μανίας και μίσους κατά των βενιζελικών. Μανία και μίσος που αποτύπωσε με προσωπική οδύνη η Πηνελόπη Δέλτα, της οποίας ο πατέρας και δήμαρχος Αθηναίων Εμμανουήλ Μπενάκης υπέφερε αφάνταστες προσβολές και διωγμούς,επειδή δεν αρνήθηκε την φιλία του στον Βενιζέλο. Τότε, πάρα πολλοί υποστηρικτές του Βενιζέλου αντιμετώπισαν τη βία των «αγανακτισμένων» της εποχής. Κάθε ακραία περίοδος έχει τους δικούς της «αγανακτισμένους».

Μετά όμως την οριστική επικράτηση της Προσωρινούς Κυβερνήσεως που είχε εγκαθιδρύσει ο Βενιζέλος, η ιστορία άλλαξε ρότα, αλλά όχι πρόσημο. Οι διωγμοί και οι ευτελισμοί του αντιπάλου συνεχίστηκαν, μόνο που οι διώκτες και οι διωκόμενοι, άλλαξαν θέσεις. Τώρα οι βενιζελικοί κυνηγούσαν και πολλές φορές δολοφονούσαν τους αντιπάλους τους (Πολύγυρος, Απείρανθος, Λαμία, Θήβα, Σάμος), όπως και αξιόλογους πνευματικούς ανθρώπους και λογοτέχνες σαν τον Ίωνα Δραγούμη.

Ο συγγραφέας υποβάλλει σε κριτική τον Βενιζέλο που δεν θέλησε με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο να σταματήσει τους διωγμούς των αντιπάλων του. Κυρίως όμως τον μέμφεται για τον εθνικισμό και την τύφλωσή του με την Σμύρνη. 

Ο Μαυρογορδάτος δεν αγιοποιεί τον Βενιζέλο. Δεν κρύβει τα λάθη του, όπως το ότι δεν αντιτάχθηκε στις πολλές φορές ιταμές απαιτήσεις της Αντάντ για επιβολή των θέσεών της σ’ ένα, υποτίθεται, ανεξάρτητο κράτος. Ο συγγραφέας υποβάλλει επίσης σε κριτική τον Βενιζέλο που δεν θέλησε με ρητό και κατηγορηματικό τρόπο να σταματήσει τους διωγμούς των αντιπάλων του. Κυρίως όμως τον μέμφεται για τον εθνικισμό και την τύφλωσή του με την Σμύρνη. «Η προσήλωση στη Σμύρνη υπήρξε εξαρχής άστοχη, τόσο από στρατιωτική όσο και από οικονομική άποψη» (σ. 123). Τύφλωση που προήλθε από τον αλυτρωτικό εθνικισμό του Βενιζέλου και δεν του επέτρεψε να δει τα οφέλη μιας πολιτικής που θα εστιάζονταν στη Βόρεια Ήπειρο, την Ανατολική Θράκη και την Κύπρο. Ο δε εγχώριος στενός εθνικισμός του Κωνσταντίνου της «μικράς πλην εντίμου Ελλάδος» δεν τον απέτρεψε από το να απορρίψει προτάσεις των Άγγλων για παραχώρηση της Κύπρου, αν η Ελλάδα πολεμούσε στον πλευρό τους. Ο Μαυρογορδάτος με συστηματικό, επιστημονικό αλλά και απλό τρόπο δείχνει πως το πρώτο θύμα κάθε εθνικισμού είναι το έθνος που αυτός δήθεν προασπίζει.

Ακολούθησε η απροσδόκητη ήττα του Βενιζέλου το 1920, που όπως δείχνει ο Μαυρογορδάτος δεν ήταν και τόσο απροσδόκητη, αν λάβουμε υπόψη μας το διχασμό του έθνους μεταξύ κουρασμένης Παλαιάς Ελλάδας και Νέων Χωρών, τον διχασμό μεταξύ των διαφορετικών εθνοτήτων μέσα στη χώρα, την κόπωση και τον φόβο από τη συνέχιση των πολέμων που υποσχόταν ο Βενιζέλος και συνέχισαν οι αντίπαλοί του που υπόσχονταν την ειρήνη. Συμβαίνουν συχνά κάτι τέτοια, η αντιστροφή ρόλων μεταξύ συμπολιτεύσεων και αντιπολιτεύσεων. Αν δεν κάνω λάθος, κάτι τέτοιο ζούμε ξανά από τον Σεπτέμβριο του 2015. Εκατό χρόνια από τότε.

smyrni 2

Το αποτέλεσμα όλων αυτών ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή και η δεύτερη και οριστική εκδίωξη του Κωνσταντίνου, ο οποίος πέθανε τον Δεκέμβριο του 1922. Ακολούθησε η παγίωση αυτού του Διχασμού με την εκτέλεση των έξι. Εκτέλεση που αν είχε αποφύγει ο Βενιζέλος θα είχε κατορθώσει να επιβάλλει μόνιμα την ηγεμονία του. Όπως σωστά υποδεικνύει ο Μαυρογορδάτος, μετά απ’ αυτή την εκτέλεση ο φόβος της εκδίκησης των ηττημένων κυνηγούσε τους νικητές. Και τους βρήκε το 1935, ανταποδίδοντάς τους «τα ίσα».

Οι τέσσερεις διαστάσεις του Διχασμού

Πρώτα απ’ όλα ο Διχασμός εμφανίζεται με τα χαρακτηριστικά ενός μεγάλου Σχίσματος. Ο συγγραφέας χειρίζεται επιδέξια τη θεωρία του Βέμπερ για την χαρισματική πολιτική προσωπικότητα, για να μας δώσει ένα όμορφο και συνάμα αντιφατικό πορτραίτο της προσωπικότητας των δυο χαρισματικών εχθρών. Γιατί έτσι είναι η ιστορία των χαρισματικών προσωπικοτήτων, όμορφη και ταυτόχρονα αντιφατική. «Δύο τύποι χαρίσματος αφορούν τον Εθνικό Διχασμό: η κληρονομική βασιλεία και η «δημοψηφισματική» ηγεσία του χαρισματικού κομματικού αρχηγού» (σ. 159). Έτσι, δεν φτάσαμε τυχαία στο σημείο για τους βενιζελικούς ο ηγέτης τους να είναι ο Μεσσίας και για τους αντιπάλους τους ο Σατανάς. Αυτόν τον Σατανά αφόρισαν οι αντίπαλοί του μετά τα Νοεμβριανά, τον Δεκέμβριο του 1916. Ο «Σατανάς» βεβαίως νικιέται μόνο με τη φυσική του εξόντωση, γι’ αυτό και οι δυο εναντίον του Βενιζέλου απόπειρες. Για τους δε αντιβενιζελικούς, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος ήταν ο Κωνσταντίνος ο ΙΒ’, ο επόμενος μετά τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο ΙΑ’. Ο μεγάλος στρατηλάτης που θα ελευθέρωνε την Πόλη, ασχέτως με το ότι αυτός δεν τάχθηκε αποφασιστικά υπέρ της εκστρατείας των συμμάχων στα Δαρδανέλια. Για τους βενιζελικούς, πάλι, αυτός ήταν μόνο ένας «ιταμός προδότης».

Η Παλαιά Ελλάδα είχε να αντιμετωπίσει δυσεπίλυτα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και διοικητικά προβλήματα που αφορούσαν τη ενσωμάτωση των Νέων Χωρών σ’ αυτήν. Οι Νέες Χώρες υπέφεραν από την αποικιακή νοοτροπία των υπαλλήλων της Παλαιάς Ελλάδας και η Παλαιά Ελλάδα είχε γονατίσει από τους Πολέμους για την «απελευθέρωση του Έθνους». 

Η δεύτερη διάσταση του Διχασμού ήταν αυτή της κρίσης της εθνικής ολοκλήρωσης. «Η άλλη όψη της εθνικής ολοκλήρωσης είναι μοιραία η εμφύλια σύγκρουση μεταξύ ομοεθνών» (σ. 189). Αυτό συνέβη το 1915. Η Παλαιά Ελλάδα είχε να αντιμετωπίσει δυσεπίλυτα οικονομικά, κοινωνικά, πολιτισμικά και διοικητικά προβλήματα που αφορούσαν τη ενσωμάτωση των Νέων Χωρών σ’ αυτήν. Οι Νέες Χώρες υπέφεραν από την αποικιακή νοοτροπία των υπαλλήλων της Παλαιάς Ελλάδας και η Παλαιά Ελλάδα είχε γονατίσει από τους Πολέμους για την «απελευθέρωση του Έθνους». Σ’ αυτό τον διαχωρισμό προσθέτουμε και την αντιπαλότητα των αλλοεθνών των Νέων Χωρών που τάχθηκαν, όπως ήταν ευνόητο, κατά του κύριου φορέα του εθνικού αλυτρωτισμού, εναντίον του Βενιζέλου. Τούρκοι, Βούλγαροι, Σλάβοι ακόμη και οι Σεφαραδίτες Εβραίοι της Θεσσαλονίκης που την έβλεπαν να χάνει τη μείζονα εμπορική της σημασία και οι ίδιοι να χάνουν τον αυτόνομο ρόλο που έπαιζαν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, όλοι αυτοί ήσαν κατά του Βενιζέλου.

Στην αντίθεση μεταξύ Παλαιάς Ελλάδας και Νέων Χωρών, μεταξύ Ελλήνων και αλλοεθνών έρχεται «να επικαθήσει μια συνολικότερη και χωρίς προηγούμενο αντίθεση, που πηγάζει από την αναντιστοιχία Κράτους και Έθνους. Το Κράτος εκφράζει τον εσωστρεφή πατριωτισμό της Παλαιάς Ελλάδας και το Έθνος είναι ένα ενιαίο σύνολο που αγκαλιάζει την Παλαιά Ελλάδα, αλλά και τους αλύτρωτους πληθυσμούς. «Στην «Ελλάδα των δυο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», ο Αντιβενιζελισμός θα αντιτάξει απερίφραστα την «μικράν αλλά έντιμον Ελλάδα»» (σ. 220). «Δεν τα θέλομε», κραύγαζε το αντιβενιζελικό πλήθος για την Θράκη και τη Σμύρνη. Το κράτος της Παλαιάς Ελλάδας εκπροσωπεί ο Κωνσταντίνος και το Έθνος της Νεότερης ο Βενιζέλος. Μ’ ένα τέτοιο δυισμό, το αποτέλεσμα είναι ο Διχασμός.

Αν νομίζει κανείς πως ο Μαυρογορδάτος θα περιφρονήσει την ταξική διάσταση του Διχασμού, επειδή αυτή δεν αποτελεί και το φόρτε των μετανεωτερικών και των δήθεν φιλελεύθερων αναλύσεων, γελιέται οικτρά. Ο συγγραφέας προχωρεί σε μια σημαντική ανάλυση των ταξικών αντιθέσεων του μεγάλου Διχασμού. Μια ανάλυση που δεν είναι τόσο πλούσια σε οικονομικά στοιχεία, όσο αυτή του Γιώργου Β. Δερτιλή (Η Ιστορία του Ελληνικού Κράτους, 1830-1920), είναι όμως εξίσου διεισδυτική, όσον αφορά την ανάλυση των σχέσεων μεταξύ των τάξεων και των μερίδων τους κατά την εποχή του Διχασμού. Ο Μαυρογορδάτος χρησιμοποιεί εδώ την γκραμσιανή μέθοδο για να καταγράψει τις ταξικές σχέσεις που περιβάλλουν την ατμόσφαιρα του Διχασμού, όπως στην ανάλυση της προσωπικότητας των δυο αντιπάλων χρησιμοποίησε στοιχεία της βεμπεριανής μεθόδου.

venizelos konstantinos 2
    Ο Βενιζέλος και ο Κωνσταντίνος σε ένα από τα πολλά
    τετ-α-τετ της πολυκύμαντης σχέσης τους.
 

Ο Βενιζέλος αναγνώριζε με κατηγορηματικό τρόπο την ύπαρξη κοινωνικών τάξεων, ανισοτήτων και συγκρούσεων. Ήταν εξοικειωμένος «με μαρξιστικές και γενικότερα σοσιαλιστικές ιδέες». Την περίοδο του Διχασμού υπήρχε η εξής ταξική διάρθρωση: Από τη μια η κρατικοδίαιτη αστική τάξη, συνδεδεμένη με τα συμφέροντα της μεγάλης γαιοκτησίας και τη χρηματιστηριακή ολιγαρχία και από την άλλη η επιχειρηματική και εμπορική αστική τάξη. «Η επιχειρηματική αστική τάξη, τόσο της Ελλάδας όσο και της διασποράς, είχε επιτέλους την ευκαιρία να εγκαθιδρύσει τη δική της ηγεμονία, με τον Βενιζέλο και το Κόμμα Φιλελευθέρων. Ενώ η αντίσταση και η αντίδραση της κρατικοδίαιτης αστικής τάξης και των γαιοκτημόνων εκφράστηκε από τα Παλαιά Κόμματα, που αργότερα θα συμπήξουν τον Αντιβενιζελισμό» (σ. 240). Ο πόλεμος και η σύμπραξη με τη βρετανική Αυτοκρατορία εξυπηρετούσε την επιχειρηματική και ανοικτή στις αγορές αστική τάξη, ενώ οι λογικές της «φτωχής, πλην εντίμου Ελλάδος», οι λογικές της κλειστής Ελλάδας, ικανοποιούσαν τους υποστηρικτές του Αντιβενιζελισμού.

Σ’ αυτό το πλαίσιο και η μικροαστική τάξη ήταν χωρισμένη σε μια εξωστρεφή μερίδα, τους μικρέμπορους που προσδοκούσαν τα οφέλη μιας επέκτασης της καπιταλιστικής αγοράς και τους βιοτέχνες του Πανελληνίου Συνδέσμου Συντεχνιών οι οποίοι απειλούνταν απ’ αυτή την επέκταση. Αν στον φόβο των ανοικτών αγορών προσθέσουμε και τον εσωστρεφή πατριωτισμό, τον σοβινισμό, τη ξενοφοβία, τη θρησκοληψία, τον ρομαντισμό και την αντικαπιταλιστική αντίδραση, κατανοούμε την ιδεολογία της συμμαχίας των αντιβενιζελικών μικροαστών. Αλήθεια, τι μας θυμίζουν όλες αυτές εδώ οι «ψεκασμένες» ιδεολογίες;

Οι εργάτες αρχικά συντάχθηκαν με τα φιλοεργατικά μέτρα του Βενιζέλου, αλλά ο πόλεμος που έφερε την απότομη πτώση του βιοτικού τους επιπέδου και η ωμή επέμβαση των ξένων οδήγησε πολλούς εξ αυτών στο αντιβενιζελικό στρατόπεδο. Όσον αφορά τους αγρότες, αυτοί χωρίστηκαν στους ακτήμονες βενιζελικούς των Νέων Χωρών, οι οποίοι βρήκαν στον βενιζελισμό «τον ιστορικό φορέα της ριζικής αγροτικής μεταρρύθμισης» (σ. 259) και στους γαιοκτήμονες και μικροϊδιοκτήτες της Παλαιάς Ελλάδας, οι οποίοι εναντιώθηκαν σε κάθε μεταρρύθμιση.

Τελικά «ο Αντιβενιζελισμός συγκροτήθηκε ως βαθύτατα οπισθοδρομική και ρομαντική αντίδραση των συντηρητικών αστικών, μικροαστών, εργατικών και αγροτικών στρωμάτων που απειλούσε ο οικονομικός, κοινωνικός και πολιτικός εκσυγχρονισμός». Σίγουρα οι αναλογίες και οι προεκτάσεις της ιστορίας στο σήμερα  είναι μια παρακινδυνευμένη επιστημονικά ενέργεια, διαβάζοντας όμως αυτό εδώ το βιβλίο και βλέποντας τη σημερινή ελληνική πραγματικότητα μου ήρθε στο μυαλό ένα λάθος του Μαρξ. Τελικά η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ως φάρσα, η ιστορία αντιγράφεται ως κακόγουστη φάρσα.

Καθόλου τυχαία που όλα αυτά οδήγησαν στον Διχασμό ως εμφύλιο πόλεμο. Ένας Διχασμός που είχε το Νοεμβριανό του τραύμα, τα θύματα της Προσωρινής Κυβέρνησης, τους λιποτάκτες, τους προδότες και στασιαστές του, το αντιβενιζελικό μαρτυρολόγιο και κατέληξε στην εκτέλεση των έξι. Εκτέλεση που προκάλεσε ένα μεγάλο τραύμα στη χώρα. Αυτή η εκτέλεση, πέραν από τους έξι, εκτέλεσε και τις ελπίδες για τον από τότε έως τώρα εκσυγχρονισμό αυτής εδώ της «έρημης χώρας».

Advertisements

9 Σχόλια

  1. alcaios on

    Reblogged στις My Blog και σχολίασε
    Πολύ ενδιαφερον!

  2. Διχασμός
    Η φωτογραφία της σημερινής ανάρτησης είναι από την άνοιξη 1913. Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος φοράει πένθος διότι πρόσφατα (13 Μαρτίου 1913) έχει δολοφονηθεί στην Θεσσαλονίκη ο πατέρας του Γεώργιος Α’. Δίπλα του χαμογελαστός ο Βενιζέλος.
    Έχει τελειώσει νικηφόρα ο πρώτος κύκλος των λεγόμενων Βαλκανικών πολέμων και οι σχέσεις των δύο ανδρών χαρακτηρίζονται από εκείνη την ηρεμία πριν από την θύελλα που στην Ελληνική Ιστορία έχει χαρακτηριστεί ως «Εθνικός Διχασμός» και που ξέσπασε λίγο αργότερα. Πρόκειται για την περίοδο που ξεκίνησε το 1915 και ολοκληρώθηκε (χμ;) με την εκτέλεση των «Έξ» στο Γουδί, τον Σεπτέμβριο 1922. Νομίζω ότι πολλά από όσα έγιναν αργότερα, στην περίοδο 1944 – 1949, που χαρακτηρίζουμε «Εμφύλιο», έχουν την απαρχή τους στην περίοδο αυτή, 1915 – 1922.
    Αλλά για αυτά μπορείτε να διαβάσετε σε κάθε βιβλίο Ιστορίας.
    Μάλλον πάντως είναι αληθής η άποψη που έχει εκφραστεί από ορισμένους ότι δηλαδή περισσότερες φορές οι Έλληνες έχουν πολεμήσει μεταξύ τους παρά με άλλους λαούς.
    Τώρα θέλω να σας παρουσιάσω ένα επεισόδιο για την σχεση Θεολογίας – Πολιτικής στην Ιστορία και τον ρόλο της Εκκλησίας, που το παίρνω από το ενδιαφέρον βιβλίου του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου «1915 Ο Εθνικός Διχασμός», εκδόσεις Πατάκη (σ. 63, 64).
    Παρόλο που εκλογές έγιναν στις 31 Μαΐου 1915, ο Κωνσταντίνος καθυστερούσε να αναθέσει την Κυβέρνηση στον νικητή των εκλογών Βενιζέλο, ηγέτη του Κόμματος των Φιλελευθέρων.
    Οι εξελίξεις στην περιοχή ήταν ραγδαίες κι έπρεπε η Ελλάδα να αποφασίσει με ποια πλευρά θα συνταχθεί στον Μεγάλο (1ο Παγκόσμιο τον είπαμε μετά) Πόλεμο. Ο Βασιλιάς ήθελε να μείνουμε ουδέτεροι, διότι εξυπηρετούσε την Γερμανία, ενώ ο Βενιζέλος ισχυριζόταν ότι πρέπει να πάμε με την Αντάτ (Αγγλία Γαλλία Ιταλία).
    Είχε φτάσει Αύγουστος, ο Βασιλιάς επέμενε στην άποψη του κι ο Βενιζέλος αναγκάστηκε ως ύστατο επιχείρημα να του μιλήσει “ως αντιπρόσωπος της λαϊκής κυριαρχίας”. Κι ο Βασιλιάς αντιίλησε για την ευθύνη του έναντι του . . . Θεού.
    Ε, κι εδώ ξέσπασε θυμωμένος ο Βενιζέλος:
    – Δεν σας έφερε ο Θεός, Μεγαλειότατε εις την Ελλάδα! Ήλθατε από τον πατέρα σας, ο οποίος εξελέγη Βασιλεύς δια της ψήφου των Ελλήνων.
    Η Εκκλησία τότε δεν ρωτήθηκε αλλά εξέφρασε άποψη για το παραπάνω πολιτικό με θεολογική απόχρωση ερώτημα (ποιος αποφασίζει τελικά την μοίρα ενός λαού, ο Θεός ή η Πολιτική Ηγεσία του;) εμπράκτως αργότερα, στις 12 Δεκεμβρίου 1916. Ήδη είχε επέλθει η ρήξη ανάμεσα στα δύο «στρατόπεδα» οπότε η Εκκλησία κάλεσε τον λαό σε συλλαλητήριο. Με επικεφαλής την Ιερά Σύνοδο, οι διαδηλωτές κατευθύνονταν στο Πεδίο του Άρεως για να αναθεματίσουν τον «σατανά» της πολιτικής ζωής του τόπου Ελευθέριο Βενιζέλο.
    Εκεί, όπου σήμερα βρίσκεται το άγαλμα της Αθηνάς, ο κάθε διαδηλωτής ρίχνει μία πέτρα και επαναλαμβάνει την κατάρα του Αρχιεπισκόπου Αθηνών, Θεόκλητου: «Κατά Ελευθερίου Βενιζέλου φυλακίσαντος αρχιερείς και επιβουλευθέντος την βασιλείαν και την πατρίδαν, ανάθεμα έστω». Το πλήρες κείμενο του αναθέματος είναι ακόμα πιο κοντά σε τελετές βουντού και μαύρης μαγείας κι αναφέρει τα ακόλουθα «χριστιανικά» λόγια:
    «Κατ’ αυτού όθεν του προδότου Βενιζέλου ανεγνώσαμεν αφορισμόν όπως ενσκήψωσι: Τα εξανθήματα του Ιώβ, Το κήτος του Ιωνά, Η λέπρα του Ιεχωβά, Ο μαρασμός των νεκρών, Το τρέμουλο των ψυχορραγούντων, Οι κεραυνοί της κολάσεως, Και αι κατάραι και τα αναθέματα των ανθρώπων. Τας ιδίας αράς [σ.σ. κατάρες] θα αναγνώσωμεν και κατ’ εκείνων οίτινες κατά τας προσεχείς εκλογάς θέλουσι δώσει λευκήν ψήφον προς τον κατάπτυστον προδότην Βενιζέλον και θα παρακαλέσωμεν, συν τοις άλλοις όπως μαρανθώσιν αι χείρες, τυφλωθώσιν οι οφθαλμοί και κωφαθώσι τα ώτα. Γένοιτο».
    Παρόλα αυτά ο Βενιζέλος επιβίωσε! Αλλά τα λόγια αυτά, ενόψει εκλογών, κάπως περιληπτικά, ακούστηκαν τα επόμενα χρόνια πολλές φορές σε εκκλησίες ή κατ’ ιδίαν από παπάδες κι επισκόπους, για κάθε αντίπαλο του «Καθεστώτος».
    Μέγας μάστορας της πολιτικής επικοινωνίας ο Αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, τον Απρίλιο του 2000, ζήτησε ειλικρινά και δημόσια συγγνώμη για την απαράδεκτη ενέργεια του προκατόχου του Θεοκλήτου Α΄ που τότε έφερε τον τίτλο Μητροπολίτης Αθηνών.

  3. SideliK_2 on

    Πολύ ενδιαφέρουσα ανάλυση από την BOOK-PRESS !

  4. Δομνίκη Τοπούζογλου on

    Κύριε Αγτζίδη καλησπέρα,

    Παρακολούθησα την παρουσίαση του βιβλίου του κου Μαυρογορδάτου, την Παρασκευή 14.10.16 στο «Ελεύθερο Πανεπιστήμιο» του Δήμου Κηφισιάς. Θα ήθελα να αναφέρω ότι η παρουσίαση/σχολιασμός του βιβλίου από την κα Τζαχίλη ήταν απογοητευτικός και αδίκησε κατάφορα το ίδιο το βιβλίο. Η δε συζήτηση που ακολούθησε ήταν εκτός θέματος με επίκεντρο τη Μικρασιατική Καταστροφή και τις σχέσεις Ελλάδος / Τουρκίας. Το θέμα του βιβλίου ήταν ο εθνικός διχασμός, οι αιτίες, κοινωνικές, οικονομικές, πολιτικές κλπ. Αυτές θα έπρεπε να συζητηθούν πράγμα που δεν έγινε. Στη διάρκεια του Σαββατοκύριακου διάβασα το βιβλίο του κου Μαυρογορδάτου και θεωρώ ότι είναι εξαιρετικό, διακρίνεται από αντικειμενικότητα και ιστορική τεκμηρίωση. Όσον αφορά τα συμπεράσματα ή την ερμηνεία του συγγραφέα μπορεί κάποιος να διαφωνεί ή συμφωνεί όμως αυτό δεν αναιρεί την αξία του έργου.

    Θα πρότεινα και θα σας προέτρεπα η επιλογή αυτών που παρουσιάζουν τα βιβλία να είναι αυστηρότερη για να μπορεί να δοθεί στο κοινό η ουσία του έργου ώστε η συζήτηση που ακολουθεί να είναι γόνιμη και δημιουργική. Καλό θα ήταν επίσης να δίνετε το λόγο σε άτομα που έχουν διαβάσει τα βιβλία που παρουσιάζονται, αλλιώς η συζήτηση γίνεται χαώδης.

    Με εκτίμηση,

    Δομνίκη Τοπούζογλου

  5. 12.12.2016 :

    Όταν η εκκλησία έριξε «κατάρα» στον Ελ. Βενιζέλο

    ΣΤΑΥΡΟΣ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ

    Είμαστε στο έτος 1916. Η Ελλάδα ήταν κυριολεκτικά κομμένη στα δύο. Η μεγάλη διαμάχη του Ελευθερίου Βενιζέλου με τον βασιλιά Κωνσταντίνο κατά την διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου έχει διχάσει την χώρα, με φόντο από την μία την επιμονή του Βενιζέλου να ταχθεί η Ελλάδα στο πλευρό της Αντάντ και από την άλλη την αντίθετη άποψη – πιεζόμενος από την γερμανική πλευρά- του βασιλιά Κωνσταντίνου να διατηρηθεί η ουδετερότητα.

    Το μόνο που δεν μπορεί να διατηρηθεί πλέον στην Ελλάδα είναι η ψυχραιμία εμπρός στον καταιγισμό των γεγονότων. Οι Βούλγαροι έχουν καταλάβει το οχυρό Ρούπελ με την -φιλοβασιλική- κυβέρνηση της Αθήνας να μην έχει αντιδράσει.

    Τα στρατόπεδα έχουν ήδη παραταχθεί. Από την μία τα γερμανικά και βουλγαρικά στρατεύματα έχουν εισβάλει στην Αν. Μακεδονία και από την άλλη πλευρά εκείνα της Αντάντ υπό το Γάλλο στρατηγό Σαράιγ έχουν αποβιβαστεί στη Θεσσαλονίκη. Τότε εκδηλώνεται το κίνημα της «Εθνικής Άμυνας» που ζητά να μπει η Ελλάδα στον πόλεμο στο πλευρό της Αντάντ. Ο Βενιζέλος τελικά πείθεται και τίθεται επικεφαλής του κινήματος σχηματίζοντας την δική του κυβέρνηση.

    Η Ελλάδα είναι και επισήμως κομμένη στα δύο.

    Ακολούθως δυνάμεις της Αντάντ και συγκεκριμένα γαλλικά στρατεύματα αποβιβάζονται – ήταν Νοέμβριος του 2016- στον Πειραιά και ακολουθεί βομβαρδισμός της «βασιλικής κυβέρνησης» της Αθήνας. Οι αντιβενιζελικοί εξαγριώνονται και φτάνουν στο σημείο να διακηρύξουν το ιστορικό πως «ο φονεύων βενιζελικόν δεν φονεύει άνθρωπον».

    Η συμμετοχή της εκκλησίας

    Η εκκλησία παίρνει μέρος στον διχασμό, με το περίφημο «ανάθεμα». Διοργανώνεται ογκώδης αντιβενιζελική πορεία που, με την Ιερά Σύνοδο να είναι ουσιαστικά εκείνη που την υποκινεί. Οι εφημερίδες της εποχής κάνουν λόγο για πάνω από 100.000 κόσμο στην Αθήνα που κατευθύνεται στο Πεδίο του Άρεως. Ο σκοπός είναι να ρίξει ο καθένας μια πέτρα και να επαναλαμβάνει την «κατάρα» του «Αθηνών» Θεόκλητου κατά του Βενιζέλου: «Ελευθερίω Βενιζέλω επιβουλευθέντι την Βασιλείαν και την πατρίδα και καταδιώξαντι και φυλακίσαντι Αρχιερείς, ανάθεμα έστω».

    Για την ανάμειξη του αυτή και την προσπάθεια έντονης πολιτικοποίησης της εκκλησίας το ανώτατο ειδικό εκκλησιαστικό δικαστήριο, καθαίρεσε τον Θεόκλητο το 1917 και στο θρόνο ανέβηκε ο Μελέτιος Μεταξάκης.

    Η Πηνελόπη Δέλτα οικογενειακή φίλη και συνεργάτιδα του Ελευθερίου Βενιζέλου περιγράφει το «ανάθεμα» με τρόμο:

    «Όταν, μετά τα Νοεμβριανά του 1916, ο αξιοθρήνητος μητροπολίτης Αθηνών Θεόκλητος Α΄ έκανε το περίφημο «ανάθεμα», άντρες, γυναίκες, παιδιά, κυρίες και κύριοι του λεγομένου “καλού κόσμου”, πήγαν φορτωμένοι πέτρες μεγάλες και μικρές και τις έριξαν, μάζα άμορφη, στο Πεδίον του ‘Aρεως, αναθεματίζοντας, το «Σατανά», το «Βελζεβούλ», τον «προδότη» που εκείνη την ώρα, με όλη τη δύναμη του δαιμόνιου μυαλού του, με όλη την ένταση της θελήσεώς του, μάζευε και οργάνωνε στρατό, για ν’ απωθήσει τους Βουλγαρο-Τουρκο-Γερμανούς και να ελευθερώσει την ανατολική Μακεδονία που είχε δώσει ο Κωνσταντίνος και η Κυβέρνησή του στους Βουλγάρους». (Αρχείο της Π. Σ. Δέλτα, Α΄, «Ελευθέριος Βενιζέλος», Ημερολόγιο-Αναμνήσεις, επιμέλεια Π. Α. Ζάννας, Ερμής, Αθήνα 1978).

    Το αποτέλεσμα είναι ένας βαθύς διχασμός από τον οποίο δεν γλίτωσε απολύτως τίποτα, καθώς υπήρχε συμμετοχή όχι μόνοι των πολιτών αλλά και του στρατού και της εκκλησίας. Δεν υπάρχει κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας που να μην έχει «μολυνθεί» από αυτόν τον ιό που λέγεται βαθύς διχασμός.

    Οι σύμμαχοι μπροστά σε αυτή την εντεινόμενη κατάσταση οδηγούν σε παραίτηση τον Κωνσταντίνο.

    Ο Βενιζέλος ένα χρόνο μετά θα σχηματίσει κυβέρνηση και θα προβεί σε εκκαθαρίσεις του λεγόμενου «κράτους των Αθηνών» που περιλαμβάνουν τους τομείς της εκκλησίας, του στρατού, το δικαστικό σώμα και την δημόσια διοίκηση.

    Η Ελλάδα είναι πλέον ενιαία και ολόκληρη στο πλευρό της Αντάντ, αλλά τα σημάδια το Εθνικού Διχασμού είναι ακόμα ορατά, οι πληγές βαθιές και η επούλωση τους ένα δύσκολο και δυσεπίλυτο ζήτημα που θα κρατήσει για χρόνια.

    http://www.kathimerini.gr/887554/article/epikairothta/ellada/otan-h-ekklhsia-eri3e-katara-ston-el-venizelo?platform=hootsuite

  6. Δύο βήτα: Ένα κεφαλαίο κι ένα μικρό (του Σπύρου Κακουριώτη)

    Του Σπύρου Κακουριώτη

    Πολλές φορές η τέχνη έχει λειτουργήσει προδρομικά σε σχέση με την ιστορική επιστήμη, προσεγγίζοντας θέματα ταμπού, που η εκάστοτε κοινωνία, συνεπώς και η ακαδημαϊκή κοινότητα, δεν είναι ακόμη έτοιμη να αντικρίσει κατάματα. Αυτή είναι η περίπτωση, για παράδειγμα, της ταινίας του Λουί Μαλ Lacombe Lucien (1974), που ανέδειξε τις γκρίζες ζώνες μεταξύ δωσιλογισμού και αντίστασης στην κατεχόμενη Γαλλία, προκαλώντας θυελλώδη πολεμική, καθώς με τον τρόπο αυτό ρηγμάτωνε την λίγο-πολύ ενιαία αφήγηση γκωλισμού και αριστεράς για την αντίσταση.

    Στα καθ’ ημάς, είναι η περίπτωση του Θανάση Βαλτινού, που με την Κάθοδο των εννιά ανέδειξε, σε δύσκολους καιρούς, την αντιηρωική και συνάμα τραγική μοίρα των ηττημένων του ΔΣΕ, ενώ πολλά χρόνια αργότερα, με την Ορθοκωστά, προκάλεσε την μήνιν της αριστερής κριτικής, δίνοντας «φωνή» στους ταγματασφαλίτες της Πελοποννήσου και αναδεικνύοντας το (αποσιωπημένο μετά τη Μεταπολίτευση) ζήτημα της βίας του ΕΛΑΣ απέναντι στους τοπικούς πληθυσμούς. Μέσα από την πολυφωνική του αφήγηση, ο Βαλτινός κατόρθωσε να οδηγήσει τους αναγνώστες στην «πρωταρχική σκηνή» της εμφύλιας σύγκρουσης στο μικροεπίπεδο.

    Αν το λογοτεχνικό έργο έχει κάποτε αυτόν τον προδρομικό χαρακτήρα, δεν συμβαίνει το ίδιο τις σπάνιες φορές που οι ίδιοι οι λογοτέχνες επιχειρούν μια αμιγώς ιστορική αφήγηση. Όσο κι αν ισχυριστούν ότι δεν υποβλέπουν τον ιστορικό και τον ρόλο του, επικαλούμενοι ως «τεκμήριο αθωωότητος» ότι δεν είναι ιστορικοί, δεν μπορεί, εντέλει, παρά να κριθούν ως τέτοιοι –αν όχι ως επαγγελματίες ιστορικοί, ασφαλώς ως «δημόσιοι ιστορικοί», γιατί ακριβώς σε αυτό το πεδίο εντάσσεται το έργο τους.

    Μοιραία, η μελέτη της Αθηνάς Κακούρη Τα δύο βήτα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δημόσια ιστορία και με αυτά τα κριτήρια να εξεταστεί. Λογοτέχνιδα με μακρότατη θητεία, πρώτα στο αστυνομικό και στη συνέχεια στο ιστορικό μυθιστόρημα, επιχειρεί να εξετάσει, με μέσα εξωλογοτεχνικά, τον Εθνικό Διχασμό. Χρονικά, περιορίζεται στην περίοδο 1912-1915, δηλαδή μέχρι την οριστική παραίτηση του Βενιζέλου, ενώ στην αφήγησή της δεν περιλαμβάνει τις σημαντικές εξελίξεις που ακολούθησαν.

    Όπως προδιαθέτει και ο τίτλος, την συγγραφέα απασχολούν οι προσωπικότητες, οι «μεγάλοι άνδρες» (γιατί, βέβαια, πάντα άνδρες είναι, ποτέ γυναίκες). Δύο είναι οι πρωταγωνιστές της, ο Βασιλιάς και ο Βενιζέλος, μόνο που οι ρόλοι τους είναι εξαιρετικά άνισοι: Ο Κωνσταντίνος είναι το κεφαλαίο βήτα, ο Βενιζέλος το μικρό. Δευτεραγωνιστές σε αυτήν την αφήγηση επίσης δύο: ο Γεώργιος Στρέιτ, υπουργός Εξωτερικών, και ο οιονεί αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Ιωάννης Μεταξάς, αμφότεροι φιλομοναρχικοί και συστηματικοί ημερολογιογράφοι, απ’ όπου η συγγραφέας αντλεί εκτενώς.

    Όμως ο Διχασμός υπήρξε μια διαιρετική τομή που διαπέρασε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, απ’ άκρου εις άκρον, και είχε τα χαρακτηριστικά μιας πολιτικής, κοινωνικής και εθνικής σύγκρουσης. Για την συγγραφέα είναι απλώς μια «διαμάχη» δύο ανδρών και τα ερωτήματά της γύρω από αυτόν περιορίζονται στο αν ο Κωνσταντίνος ήταν γερμανόφιλος ή όχι, αν ενήργησε συνταγματικά ή όχι. Από την απάντηση σε αυτά μπορούν να κριθούν και όλα όσα ακολούθησαν, μοιάζει να ισχυρίζεται, αναζητώντας το «πρώτο κινούν». Όμως η ιστορία δεν υπακούει σε κανένα «πρώτο κινούν», είναι πολυπαραγοντική και ενδεχομενική, χωρίς καμιά τελεολογία, κανένα σιδηρούν νόμο ή ντετερμινισμό.

    Για να υπηρετηθεί η «μικρά αλλ’ έντιμος Ελλάς» που αναδύεται μέσα από τις σελίδες των Δύο βήτα δεν απαιτείται ούτε επικαιροποιημένη βιβλιογραφία (λίγες είναι οι παραπομπές σε μελέτες μετά τη δεκαετία του ’80, ενώ λείπουν έργα αναφοράς όπως, εντελώς ενδεικτικά, των Μαυρογορδάτου, Λεονταρίτη, Hering, Ενεπεκίδη κ.ά.) ούτε ιδιαίτερη σπουδή για την αποφυγή παραλείψεων, με κίνδυνο να θεωρηθούν εσκεμμένες (όπως, π.χ., η αποσιώπηση της κρίσιμης διαμάχης Κωνσταντίνου – Βενιζέλου κατά τον Α’ Βαλκανικό για την κατεύθυνση της επιθετικής προσπάθειας, προς Μοναστήρι ή Θεσσαλονίκη).

    Ο κατάλογος των σχετικών μειονεκτημάτων θα αποδεικνυόταν μακρύς και, στην πραγματικότητα, δεν έχει νόημα η καταγραφή τους, γιατί το ερώτημα που θέτει το βιβλίο αυτό δεν αφορά τις ιστοριογραφικές αρετές του. Αυτό που θα ήταν γόνιμο να αναρωτηθεί κανείς είναι γιατί ένα τέτοιο βιβλίο εκδίδεται σήμερα και γιατί σημειώνει μια σχετική επιτυχία, φιγουράροντας κατά καιρούς στις λίστες με τα ευπώλητα.

    Η ίδια η Αθηνά Κακούρη επιχειρεί μια απάντηση στο πρώτο ερώτημα, σημειώνοντας ότι αυτό που «μας συνέβη» το 1915 «εξελίχθηκε σε ένα δηλητηριώδες χάσμα, του οποίου οι αναθυμιάσεις μας πνίγουν ακόμη και σήμερα». Άραγε, ο Εθνικός Διχασμός λειτουργεί ως διαιρετική τομή σήμερα; Δύσκολα θα το ισχυριζόταν οποιοσδήποτε. Αντιθέτως, είναι ένας άχρονος και αϊστορικός διχασμός που υποβάλλεται σαν ιδέα, η «παντοτινή» εμφύλια διαίρεση των Ελλήνων, έτσι ώστε οι διαμάχες του σήμερα να αντιμετωπίζονται μέσα από το πρίσμα του Διχασμού του 1915. Κατασκευάζεται έτσι μια γενεαλογία του διχασμού και της κρίσης (όπως ανάλογες γενεαλογίες κατασκευάζουν κι άλλα ευπώλητα αφηγήματα, και μάλιστα συγγραφέων με επιστημονική σκευή), χαρακτηριστικά που ανάγονται σε σταθερές της ελληνικής ιστορίας, αδειάζοντας από το εκάστοτε περιεχόμενό τους.

    Όμως η συγκρότηση παρατάξεων εκατέρωθεν μιας διαιρετικής τομής δεν γίνεται επειδή αυτή υπάρχει, αλλά επειδή αντικρουόμενα συμφέροντα, σχέδια, προσδοκίες δημιουργούν την τομή και συγκροτούν παρατάξεις.

    Αντιθέτως, η συγγραφέας περιορίζεται στη σύγκρουση προσωπικοτήτων, η χαρακτηρολογική περιγραφή των οποίων είναι εξαιρετικά χαρακτηριστική: στον κρυψίνου και ανερμάτιστο λαοπλάνο Βενιζέλο αντιπαρατίθεται ο στοχαστικός, ολιγόλογος αλλά προσηνής «κουμπάρος», ο λαοφιλής Κωνσταντίνος, σε ένα παιχνίδι ορθολογιστών εναντίον λαϊκιστών. Δεν είναι λοιπόν παρακινδυνευμένη η σκέψη ότι ο Βενιζέλος της Αθηνάς Κακούρη δεν είναι παρά μια μετωνυμία του Ανδρέα Παπανδρέου (ποιος ξέρει, ίσως και μεταγενέστερων ηγετών), ενώ ο Κωνσταντίνος το πρότυπο του ισχυρού ανδρός –ίσως στα μάτια κάποιων μια φιγούρα που παραπέμπει στον Κωνσταντίνο Καραμανλή…

    Ο ξεθυμασμένος παλαιοελλαδίτικος κωνσταντινισμός που αναδύεται από τις σελίδες του βιβλίου, αναπαράγοντας όλους τους κοινούς τόπους του αντιβενιζελισμού, δεν αποτελεί επιστροφή στην παλαιάς κοπής βασιλοφροσύνη. Αντιθέτως, είναι μία, στην ουσία της αντιδραστική, αναζήτηση του «ισχυρού ανδρός» ως υπέρβαση των διχασμών και των κρίσεων του έθνους σήμερα –κι αυτή είναι μια απάντηση πολλαπλώς επικίνδυνη…

    info

    Αθηνά Κακούρη, Τα δύο βήτα, Εκδόσεις Καπόν, 2016

  7. Σελίδες Ιστορίας: Μια μεγάλη ευκαιρία για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, που χάθηκε

    Γράφει ο Δρ. Αυγουστίνος (Ντίνος) Αυγουστή

    Ασφαλώς δεν είναι δυνατόν μέσα σε λίγες γραμμές να εξηγηθεί και να γίνει κατανοητό από ένα απλό και άσχετο με την κυπριακή ιστορία αναγνώστη η διαιώνια αιματηρή πορεία των Ελλήνων της Κύπρου για ΕΝΩΣΗ με την πηγή του οικουμενικού και διαχρονικού πολιτισμού, την οδηγήτρια Μητέρα Ελλάδα. Σήμερα θα περιοριστούμε σε γεγονότα που συνέβησαν στις αρχές του προηγούμενο αιώνα και κυρίως θα γίνει αναφορά σε μια από τις πιο σημαντικές στιγμές αυτής της μεγάλης αιματηρής διαδρομής, για μια ευκαιρία που χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα, το 1915. Όταν τον Σεπτέμβριο του 1907, ο Ουΐνστον Τσώρτσιλ επισκέφθηκε την Αμμόχωστο, τη Λευκωσία, τη Λεμεσό και τη Λάρνακα, ως Υφυπουργός των Αποικιών, οι Κύπριοι τον υποδέχθηκαν με μια μόνο κραυγή, «ΕΝΩΣΙΣ». Τ

    ον πόθο τους αυτόν τον ετόνισαν με παρρησία και οι Δήμαρχοι των πόλεων στις προσφωνήσεις τους προς τον Άγγλο πολιτικό. Στο ίδιο πνεύμα ήσαν και οι προσφωνήσεις των Δημάρχων και των άλλων πόλεων. Από κάθε γωνία της κυπριακής γης έφθασαν τηλεγραφήματα στο γραφείο του Τσώρτσιλ υπέρ της ΕΝΩΣΗΣ. Σε επίσημη συνεδρίαση του Νομοθετικού Συμβουλίου οι Έλληνες αντιπρόσωποι επέδωσαν υπόμνημα εις τον Άγγλο Υφυπουργό συνταχθέν σε ειδική σύσκεψη στην Αρχιεπισκοπή. Ο Τσώρτσιλ «σε προσφώνηση του προς τους Έλληνες Κυπρίους αντιπροσώπους, απέκλεισε οποιαδήποτε μεταπολίτευση, αλλά δήλωσε: “Νομίζω ότι είναι απολύτως φυσικόν, εφ’ όσον ο Κυπριακός λαός είναι ελληνικής καταγωγής, να αποβλέπη εις την ένωσίν του μετά της χώρας εκείνης, η οποία δύναται να ονομασθή μητρική του χώρα, όπως εις εν περιπόθητον ιδανικόν» (Ανδρέα Βαρνάβα «ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΟΥ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΤΙΚΟΥ ΑΓΟΝΑ ΤΗΣ ΕΟΚΑ. 1955-1959, σελ. 10).

    Η εντύπωση που απεκόμισε ο Τσώρτσιλ από την παλλαϊκή εκδήλωση υπέρ της ΕΝΩΣΗΣ κατά την «υποδοχή» του στην Κύπρο ήταν τέτοια, ώστε επιστρέφοντας εις την πατρίδα του, είπε εις τον Σερ Τζων Σταυρίδη: «Θα σου απαντήσω ελληνικά – Ζήτω η Ένωσις! Είναι τα μόνα Ελληνικά που έμαθα εις την Κύπρο». Θα ακολουθήσουν Ενωτικές διακηρύξεις το 1907, το Ενωτικό δημοψήφισμα το 1910 που διενεργήθηκε σε πολλά χωριά και πόλεις και άλλα τέσσερα στη συνέχεια, το 1912, το 1917, το 1919 και το 1921. Στο Δημοψήφισμα στις 25 Μαρτίου 1921 στο οποίο μετείχαν 500 χωριά, θα γεμίσουν 3 τόμοι με υπογραφές που θα παραδοθούν τόσο στον Βρετανό κυβερνήτη όσο και στον Έλληνα πρόξενο για να τα μεταβιβάσουν στις κυβερνήσεις τους. Ποιά, όμως, είναι η μεγάλη ευκαιρία για ΕΝΩΣΗ, στην οποία γίνεται αναφορά στην αρχή του κειμένου μας, που χάθηκε; Ας πάρουμε λοιπόν τα πράγματα από την αρχή: Στις 5 Νοεμβρίου 1914 (23 Οκτωβρίου στο παλαιό ημερολόγιο), με σχετικό βασιλικό «Διάταγμα εν Συμβουλίω» και προκήρυξη του Μεγάλου Αρμοστή, που τοιχοκολλήθηκαν σε κεντρικές τοποθεσίες των κυπριακών πόλεων, η Κύπρος προσαρτήθηκε στο αγγλικό στέμμα.

    Η οριστική προσάρτηση της Κύπρου από την Αγγλία, αναπτέρωσε τις ελπίδες των Ελλήνων της Κύπρου για την επίτευξη του εθνικού στόχου της Ένωσης, αφού έπαυσε πλέον να υφίσταται το προβαλλόμενο πάντα εμπόδιο της αγγλο-τουρκικής Συνθήκης του 1878. Άνω των 11 χιλιάδων Ελλήνων Κυπρίων κατατάχθηκαν στις γραμμές της βρετανικής βοηθητικής δύναμης και πολέμησαν στο πλευρό των συμμάχων. Κατ’ επανάληψη οι Έλληνες Βουλευτές του Νομοθετικού Κυπριακού Συμβουλίου υπέβαλαν πρόταση «περί εφαρμογής και εις την περίπτωσιν της Κύπρου της Αρχής των Εθνοτήτων», δηλ. της Ένωσης της Κύπρου με την Ελλάδα. Όμως η ενωμένη αγγλο-τουρκική αντίδραση στο Κυπριακό ψευδο-κοινοβούλιο απέρριπτε αυτές τις προτάσεις.

    Γράφει ο Πέτρος Παπαπολυβίου: «Η προσάρτηση ήταν αναμενόμενη, ύστερα από τη συστράτευση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας με τη Γερμανία στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εναντίον της Βρετανίας. Ακολούθησε η καταγγελία όλων των διμερών συνθηκών μεταξύ των δύο χωρών. Ανάμεσά τους και της “Κυπριακής Συνθήκης” του Ιουνίου 1878. Η προσάρτηση της Κύπρου “εις τας επικρατείας της Α. Μεγαλειότητος” έγινε με το πρόσχημα “ίνα πρέπουσα γένηται πρόνοια διά την διακυβέρνησιν και προστασίαν αυτής… ”. Η προσάρτηση χαρακτηρίστηκε ως «ο ύστατος και προσωρινός σταθμός ο άγων προς ταχείαν και οριστικήν αποκατάστασιν της πατρίδος ημών, τουτέστιν προς την ένωσιν αυτής μετά του ελευθέρου Ελληνικού Βασιλείου εις ο δικαιωματικώς ανήκει. Η προσάρτηση κατέρριπτε το κυριότερο, μέχρι τότε, προσχηματικό επιχείρημα του Υπουργείου Αποικιών εναντίον της ένωσης, δηλαδή την τουρκική “ιδιοκτησία” της Κύπρου, και η ελληνική πλευρά προσέβλεπε πλέον στη σύντομη διευθέτηση του ζητήματος.

    Στο γενικό κλίμα ευφορίας που επικράτησε, ακόμη και οι εκπρόσωποι των Τούρκων του νησιού έσπευσαν να δηλώσουν τη χαρά τους για τη νέα καθεστωτική πραγματικότητα, εκφράζοντας και αυτοί τη νομιμοφροσύνη τους στον Άγγλο βασιλιά (Πέτρος Παπαπολυβίου, «Εκατό χρόνια από την προσάρτηση στη Βρετανία», εφημερίδα «Φιλελεύθερος», 06-12-2014).

    Πολλοί ιστορικοί θεωρούν το 1915, ως πραγματικό έτος ενταφιασμού της Μεγάλης Ιδέας για την Ελλάδα. Τότε, δόθηκαν οι ευκαιρίες στην Ελλάδα να μεγαλώσει με αντάλλαγμα την είσοδό της στον Πόλεμο, στο πλευρό της Αντάντ (Αγγλία, Γαλλία και Ρωσία), εναντίον των Γερμανών, των Τούρκων και των Βούλγαρων. Η Αντάντ για να εντάξει την Ελλάδα στην συμμαχία, της υποσχέθηκε να τη μετατρέψει σε κράτος των δύο ηπείρων και 5 θαλασσών. Μεταξύ των τμημάτων που προσέφεραν οι Βρετανοί τον Οκτώβριο του 1915 στην κυβέρνηση Ζαΐμη ήταν και η Κύπρος! Η Αθήνα δεν αποδέχθηκε την πρόταση αυτή λόγω της διαφορετικής γνώμης και στάσης που είχε ο τότε γερμανόφιλος βασιλιάς Κωνσταντίνος! Αργότερα η Ελλάδα αναγκάστηκε να βγει στον πόλεμο παρά το πλευρό των «συμμάχων»!

    Η ευκαιρία όμως για ΕΝΩΣΗ της Κύπρου με την μητέρα Ελλάδα, χάθηκε οριστικά και αμετάκλητα!

    Υστερόγραφο: Στις 10 Οκτωβρίου 1921, με τη συμπλήρωση 100 χρόνων από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης συγκαλείται «Παγκύπρια Συνέλευσις» στη Λευκωσία, όπου οι Αντιπρόσωποι διεκήρυξαν ότι: «Η αξίωση του Κυπριακού λαού είναι μια μόνη και αναλλοίωτος – η Ένωσις μετά της Ελλάδος …

    Με την άνοδο στην εξουσία, στα 1924, των Εργατικών οι Κύπριοι ήλπιζαν ότι θα εφαρμοσθεί πλέον εκ μέρους του Εργατικού κόμματος η Αρχή των Εθνοτήτων και γι΄ αυτούς, όπως είχε δηλώσει ο Μακ Δόναλντ, στα 1919, στο Σοσιαλιστικό Συνέδριο της Βέρνης. Δράττοντες δε την ευκαιρία απέστειλαν μέσω του Αρχιεπισκόπου υπόμνημα, στο οποίο τόνιζαν «την ομόφωνον θέλησίν των να ενωθούν με την Ελλάδα, με την οποίαν τους συνδέουν δεσμοί αίματος, θρησκείας, γλώσσας, ιστορίας, παραδόσεων, αυτή αύτη η εθνική τους συνείδησις». Απέστειλαν μάλιστα και Πρεσβεία στο Λονδίνο, για να αναπτύξει και προφορικά το πόθο τους και τα παράπονά τους. Οι ελπίδες τους και πάλιν διεψεύσθησαν…. Όπως διαψεύσθηκαν και όλες οι προσπάθειες που ακολούθησαν τα επόμενα χρόνια έως τον ένοπλο ενωτικό-αντιαποικιακό αγώνα της Ε.Ο.Κ.Α. 1955-1959 … Μικρό απόσπασμα από το ανέκδοτο βιβλίο μου. Δρ. Αυγουστίνος (Ντίνος) Αυγουστή Επίκουρος καθηγητής στο Τ.Ε.Ι. Λάρισας Από το Μονάγρι Λεμεσού a.avgoustis@hotmail.com

    Πηγή: Σελίδες Ιστορίας: Μια μεγάλη ευκαιρία για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα, που χάθηκε http://mignatiou.com/2017/06/selides-istorias-mia-megali-efkeria-gia-tin-enosi-tis-kiprou-me-tin-ellada-pou-chathike/

  8. ΕΝΑΣ ΑΙΩΝΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΠΟΓΚΡΟΜ ΚΑΤΑ ΤΩΝ ΦΙΛΕΛΕΥΘΕΡΩΝ
    Η φρίκη των Νοεμβριανών

    Παράλληλα με τη «μάχη των Αθηνών» (18 Νοεμβρίου/1 Δεκεμβρίου 1916), όπως έχουμε δει στο «Εθνος» της περασμένης Κυριακής, άρχιζε κι ένα πραγματικό πογκρόμ εναντίον των αντιμοναρχικών.

    ΕΘΝΟΣ

    13:59, 4/12/2016

    Γνωστοί «προδότες» Φιλελεύθεροι κρατούνταν εντός της Βουλής από την έναρξη της «μάχης των Αθηνών». Μετά τη «νίκη» οδηγούνται στις φυλακές και στα κρατητήρια για να δικαστούν αργότερα και να καταδικαστούν ή να εξοριστούν.

    Γνωστοί «προδότες» Φιλελεύθεροι κρατούνταν εντός της Βουλής από την έναρξη της «μάχης των Αθηνών». Μετά τη «νίκη» οδηγούνται στις φυλακές και στα κρατητήρια για να δικαστούν αργότερα και να καταδικαστ
    Με πρωταγωνιστές τις συμμορίες των «Επιστράτων» αλλά και κρατικές δυνάμεις. Πριν ακόμη αναχωρήσουν στο σκοτάδι οι αγγλογαλλικές δυνάμεις για τον Πειραιά, άρχισαν να πυκνώνουν τα σποραδικά κρούσματα που είχαν σημειωθεί στη διάρκεια της ημέρας. «Η νυξ διήλθε ζοφερά και βαρεία πλήρης αγωνίας …».

    Κάθε βενιζελικός θεωρούνταν, πλέον, συνεργάτης των εισβολέων και προδότης. Αρκετοί είχαν προνοήσει νωρίτερα, να καταφύγουν στο προστατευμένο από τον «συμμαχικό» στόλο λιμάνι του Πειραιά και στην επαρχία. Οι περισσότεροι, όμως, είτε δεν είχαν αυτήν τη δυνατότητα είτε πίστευαν ότι δεν κινδυνεύουν. Αν και μερικοί ήταν προετοιμασμένοι να προβάλουν αντίσταση, όπως φαίνεται από διηγήσεις.

    Το πρόσχημα για τις ομαδικές επιδρομές δόθηκε από τις επίσημες Αρχές. Υποτίθεται πως οι Φιλελεύθεροι, ενώ ακόμη διαρκούσαν οι μάχες με τους Αγγλογάλλους, πυροβολούσαν από σπίτια, ξενοδοχεία και άλλα οικήματα εναντίον του στρατού. Ουδείς νεκρός ή τραυματίας αναφέρεται από τέτοια πυρά, αλλά αυτό καμία σημασία δεν είχε.

    Προπηλακισμοί
    «Μεθ’ εκάστην έκρηξιν πυροβολισμών των επιστράτων», σύμφωνα με το δημοσιογραφικό χρονικό του Χρ. Χουρμούζιου, «περίπολοι σπεύδουσαι αποκλείουν την καθ’ ης η απόπειρα οικίαν ή κατάστημα και συλλαμβάνουν μεθ’ ύβρεων και δεινών προπηλακισμών και κακοποιήσεων τους εντρόμους Βενιζελικούς ενοίκους, οίτινες δέσμιοι ή συρόμενοι εν μέσω λογχών οδηγούνται εις το Φρουραρχείον, υπό το στίγμα ομοιομόρφου άπαντες κατηγορίας, συνωμοσίας κατά του καθεστώτος και εσχάτης προδοσίας …
    Και είνε χαρακτηριστικόν το επεισόδιον το οποίον αφηγείται η Εσπερινή (αντιβενιζελική εφημερίδα) περί ενός εκ των συλληφθέντων τούτων, όστις απαγόμενος υπό της περιπόλου και εκσυριττόμενος υπό του πλήθους διεμαρτύρετο προς το πλήθος, του οποίου εζήτει να κινήσει την συμπάθειαν, ότι »αυτός δεν ήτο Βενιζελικός, αλλά μόνο κλέπτης»»!

    Πρόσφυγες από την οθωμανική Ανατολή βρίσκουν καταφύγιο στο λιμάνι του Πειραιά για να προστατευτούν κατά τη διάρκεια των Νοεμβριανών.
    Πρόσφυγες από την οθωμανική Ανατολή βρίσκουν καταφύγιο στο λιμάνι του Πειραιά για να προστατευτούν κατά τη διάρκεια των Νοεμβριανών.
    Ο ιστορικός Σπ. Μαρκέτος, βασισμένος σε διάφορες πηγές, περιγράφει τη μεγάλη εικόνα: «Πολλά σπίτια πολιορκήθηκαν με πυροβολισμούς, με την πρόφαση ότι κρύβονταν σ’ αυτά ελεύθεροι σκοπευτές ή υπήρχαν όπλα των βενιζελικών. Η διαδικασία που ακολουθούσε την εισβολή, εξυπηρετούσε πολλούς σκοπούς μαζί: της λεηλασίας, της δήωσης και της σύλληψης των ενοίκων, τους οποίους οδηγούσαν συχνά κακοποιημένους στις αρχές, όπου τους απαγγέλλονταν βαρύτατες, όσο και αόριστες κατηγορίες. Συχνά φαίνεται πως ήταν και τα περιστατικά της έμφυλης βίας εναντίον των γυναικών που είχαν μερικές φορές τραγικά αποτελέσματα. Στην πλευρά των διωκτών, πάλι, κυριαρχούσε κλίμα ευφορίας …».

    Σύμφωνα με την περιγραφή του Χουρμούζιου, που δεν πρέπει να απέχει πολύ από την πραγματικότητα, «παντού όπου εισήρχοντο οι άτακτοι και οι άλλοι οπλοφόροι της Κυβερνήσεως, η εισβολή των χρησιμοποιείται προς διαρπαγήν και λαφυραγωγίαν. Οι συλλαμβανόμενοι θεωρούνται ως προγεγραμμένοι, των οποίων η ζωή εξαρτάται πράγματι μόνον εκ της καλής θελήσεως των αιχμαλωτιστών των. Η περιουσία των θεωρείται ως περιουσία καταδίκων επιθανατίων, την οποίαν δύνανται να διαθέσουν κατά βούλησιν οι »τίμιοι» άνθρωποι, οι αναλαβόντες το καθήκον να μολύνουν τα όπλα των εις το αίμα των »προδοτών»».
    Από τις επιδρομές δεν εξαιρέθηκαν σπίτια επώνυμων, όπως του Μπενάκη, του Νεγρεπόντη, του Κουντουριώτη, του ίδιου του Βενιζέλου. Τα περισσότερα, πάντως, ανήκαν σε εύπορους Αθηναίους. Εκεί υπήρχε, άλλωστε, ευρύ πεδίο για πλιάτσικο.

    Ως μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις βαρβαρότητας αναφέρεται η συμπεριφορά στον 70χρονο εθνικό ευεργέτη και δήμαρχο Αθηναίων Εμμ. Μπενάκη. Σύρεται στους δρόμους ως «άτιμος, προδότης, φονιάς και πουλημένος» μέχρι που αναφωνεί: «Δεν βρίσκεται ένας από σας να με σκοτώσει;». Τον βενιζελικό, επίσης, δήμαρχο του Πειραιά Αν. Παναγιωτόπουλο δεν μπόρεσαν να συλλάβουν. Αντ’ αυτού όμως συνέλαβαν τη μαθήτρια κόρη του με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας».
    Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επιθεωρεί τον στρατό «του» τις μέρες του «πολέμου» κατά της Αντάντ.
    Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος επιθεωρεί τον στρατό «του» τις μέρες του «πολέμου» κατά της Αντάντ.

    Φυλακίσεις

    «Εκατοντάδες περιστατικών ομοίων», σημειώνει ο ιστορικός και δημοσιογράφος Γ. Βεντήρης, «θα ηδύνατο να εξεικονίσουν λεπτομερώς την νοεμβριανήν φρίκην. Και μόνον αυτό αρκεί διά να δείξη την αγρίως άνανδρον μέθοδον, με την οποίαν κατεβασανίσθη και υβρίσθη η Αθήνα… Κακώσεις, συλλήψεις και φυλακίσεις προσώπων, λεηλασίαι οικιών εξετελέσθησαν παμπληθείς. Αν τα θύματα δεν εμετρήθησαν εις χιλιάδας, τούτο συνέβη επειδή οι φιλελεύθεροι έφευγαν σωρηδόν επί του συμμαχικού στόλου και ελληνικών εμπορικών πλοίων… Βασιλεύς, κυβέρνησις, στρατός, υπάλληλοι ανεμίχθησαν εις κακοποιόν συρφετόν με επιστράτους, αποφοίτους φυλακών, όργανα της γερμανικής προπαγάνδας, κακούργους πάσης προελεύσεως. Ο πρωθυπουργός Λάμπρου είπε: Τακτοποιούμεν τα οικογενειακά μας …», απαντώντας σε διαβήματα των Αγγλογάλλων για τις διώξεις.
    Εμβληματική για την κατάσταση έχει μείνει η αποστροφή δικαστικού: «Ο φονεύων βενιζελικόν, δεν φονεύει άνθρωπον».
    ‘ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΜΕΤΕΒΛΗΘΗ ΕΙΣ ΔΟΛΟΦΟΝ’
    «Η Νοεμβριανή φρίκη έθεσε ζήτημα δημοκρατίας… Διότι επί ογδόντα έτη η νεωτέρα Ελλάς ηρίθμησε αρκετούς εμφυλίους πολέμους. Πρώτη όμως φοράν, το επίσημον κράτος ωργάνωσε στάσιν, κατέλυσεν αναφανδόν την δημοσίαν τάξιν και μετεβλήθη εις κοινόν δολοφόνον των ιδίων αυτού πολιτών… Τα Νοεμβριανά έγιναν αφορμή αναλόγων έπειτα πραξικοπημάτων …». Γ. Βεντήρης: Η Ελλάς του 1910-1920
    ΟΙ ΣΥΛΛΗΦΘΕΝΤΕΣ
    Μελλοθάνατοι πριν δικαστούν…
    Οσοι συλλαμβάνονται την πρώτη και τις επόμενες μέρες (19-23 Νοεμβρίου / 2-6 Δεκεμβρίου) του πογκρόμ, αφού πρώτα κακοποιούνται και διαπομπεύονται, στοιβάζονται σε στρατώνες, κρατητήρια και φυλακές.
    Εκεί τους αντιμετώπιζαν ως «καταδίκους εις θάνατον, ων η εκτέλεσις ήτο εγγύς. Και ως προς τοιούτους προσεφέροντο προς αυτούς. Την πεποίθησιν ταύτην είχον εμπνεύσει οι αξιωματικοί. Μόλις μετά δέκα ή δεκαπέντε ημέρας η συμπεριφορά εγένετο ηπιωτέρα» αναφέρει ο Χουρμούζιος (το χρονικό του «Τα κατά την 18ην και 19ην Νοεμβρίου 1916 και επέκεινα» αποτελεί βασική πηγή για κείνες τις μέρες).

    Αξίζει εδώ να προστεθεί ότι τότε ακριβώς «γεννήθηκε» η πρακτική να ζητούνται δηλώσεις «μετανοίας» και «αποκήρυξης». Αυτή θα επισημοποιήσει αργότερα ο Μεταξάς και οι φύλακες της εθνικοφροσύνης κατά τις επόμενες δεκαετίες. Τα Νοεμβριανά, όμως, δεν περιορίστηκαν στην Αθήνα, όπου τουλάχιστον μπορούσαν να βρεθούν προσχήματα.

    Συγκεντρώθηκαν στο λιμάνι
    «Στον Πειραιά η παρουσία του συμμαχικού στόλου και η άμυνα οπλισμένων ομάδων Κρητικών απέτρεψαν τις επελάσεις που σχεδίαζαν οι Επίστρατοι. Ωστόσο πλήθη βενιζελικών και προσφύγων συγκεντρώθηκαν στις αποβάθρες του λιμανιού, ελπίζοντας να βρουν πλοίο φυγής. Σκηνές ανάλογες με της πρωτεύουσας διαδραματίστηκαν και στην επαρχία, από τη Θεσσαλία ως την Πελοπόννησο, ενώ ως την πτώση της κυβέρνησης Λάμπρου οι Φιλελεύθεροι βρέθηκαν ουσιαστικά εκτός νόμου στην Παλαιά Ελλάδα και ολόκληρο το επόμενο εξάμηνο η τρομοκρατία συνεχίστηκε με την ενθάρρυνση των αρχών. Οι Φιλελεύθεροι που απέφυγαν τη σύλληψη συνέχισαν να κρύβονται επί αρκετές εβδομάδες».

    Ο επίλογος της εκτράχυνσης των ηθών και της πολιτικής βαρβαρότητας θα γραφεί στις 12 Δεκεμβρίου στο Πεδίον του Αρεως, με το «ανάθεμα εις τον προδότην» Βενιζέλο. Αυτό, όμως, από μόνο του αποτελεί ένα ξεχωριστό θέμα. Μαζί με την αντίδραση των Φιλελευθέρων (έκπτωση του βασιλιά) και των Αγγλογάλλων (πλήρης αποκλεισμός) στα Νοεμβριανά.
    Η ιστορικός Δέσποινα Παπαδημητρίου, που έχει εντρυφήσει στην περίοδο, διαπιστώνει: «Η νοεμβριανή φρίκη… υπήρξε μια καινοφανής βία -παρά το γεγονός ότι οι βιαιότητες δεν απουσίαζαν από τους πολιτικούς αγώνες της Ελλάδας του περασμένου αιώνα- που προκάλεσε κύκλους αντεκδίκησης και κληροδότησε πρότυπα εμφυλιοπολεμικής συμπεριφοράς στους μεταγενέστερους».
    Ο ΑΙΜΑΤΗΡΟΣ ΑΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ
    Στο στόχαστρο πρόσφυγες και Κρητικοί
    Ο απολογισμός των Νοεμβριανών είναι δυσχερής. Αντιμοναρχικές εφημερίδες δεν κυκλοφορούσαν τις μέρες των γεγονότων. Οι βασιλικές λογοκρίνονταν και αυτολογοκρίνονταν, ενώ ήταν αφιερωμένες στην καλλιέργεια της μισαλλοδοξίας. Ο δε ρόλος τους γενικότερα στην πρόκληση και έξαψη του Εθνικού Διχασμού ήταν καθοριστικός. Από την άλλη το βασιλικό «κράτος των Αθηνών», ενώ πανηγύριζε έξαλλα για την απόκρουση των Αγγλογάλλων εισβολέων, υποβάθμιζε και έκρυβε, σαν από ντροπή, τον εκτραχηλισμό, λόγω και της άμεσης συμμετοχής του. Αν και δεν προκύπτει ότι το πογκρόμ ήταν κεντρικά οργανωμένο.
    Σύμφωνα με κατοπινά στοιχεία, που συγκεντρώθηκαν μετά την επάνοδο του Βενιζέλου στην Αθήνα (Ιούνιος 1917):
    • 35 πολίτες ταυτοποιήθηκε ότι δολοφονήθηκαν.
    • 1.000 περίπου φυλακίστηκαν κι άλλοι τόσοι εξορίστηκαν.
    • 500 οικήματα λεηλατήθηκαν, ενώ αναφέρονται 300 περιστατικά «εμπορικού μποϊκοτάζ».
    • 30 εφημερίδες και τυπογραφεία (ανάμεσά τους και το «Εθνος») αναγκάστηκαν να κλείσουν.
    • 7 εκατ. δραχμές -διόλου ευκαταφρόνητο ποσό- ήταν το κόστος των υλικών ζημιών.
    Πέραν αυτών των επίσημων στοιχείων, υπάρχουν διάσπαρτες πληροφορίες για πολλαπλάσιες εν ψυχρώ δολοφονίες. Ο αριθμός των νεκρών ποικίλλει, αναλόγως της πηγής. Αρχίζει από 100 και φθάνει στους 300 κατά το οργιαστικό νοεμβριανό τετραήμερο.
    Στο στόχαστρο των συμμοριών βρέθηκαν πριν απ’ όλους οι Κρητικοί ως πρωτοπαλίκαρα του βενιζελισμού και οι πρόσφυγες από την οθωμανική Ανατολή. Οι τελευταίοι συλλήβδην κατατάσσονταν στη «σπείρα των βενιζελικών». Σύμφωνα με τον Γ. Βεντήρη «ωδηγούντο πλησίον του φθισιατρείου Σωτηρία Μικρασιάται κυρίως πρόσφυγες και εθανατώνοντο ως κατάσκοποι των Αγγλογάλλων». Οχι μόνο εκεί, αλλά στους δρόμους και τα «μικρά φρουραρχεία» (συνοικιακά κέντρα των Επιστράτων), όπως προσθέτουν άλλοι μελετητές της περιόδου.

    Εν ψυχρώ δολοφονίες

    Ο Χουρμούζιος παραθέτει ορισμένα συγκλονιστικά στοιχεία για εν ψυχρώ δολοφονίες. Οπως επίσης και για μαζικές εκτελέσεις σε στρατόπεδο Πυροβολικού στις όχθες του Ιλισού, στο Γουδί και στο Πεδίον του Αρεως. Ανώνυμοι πρόσφυγες, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων, χωρίς να υπάρχει κάποιος γα να τους αναζητήσει, θάφτηκαν σε ομαδικούς τάφους.
    Ο ιστορικός Π. Πετρίδης σημειώνοντας το γεγονός προσθέτει: «…Οι πρόσφυγες σκοτώθηκαν επειδή ήταν πρόσφυγες. Οι δολοφονίες αποτελούσαν εν ψυχρώ και απρόσωπα εγκλήματα μίσους, το οποίο είχε καλλιεργηθεί συστηματικά από τα μέσα ενημέρωσης. Επιστέγασαν έτσι την πολιτική της κυβέρνησης η οποία είχε απαλλάξει την πρωτεύουσα από αρκετές χιλιάδες άλλους πρόσφυγες, στέλνοντάς τους να αποδεκατιστούν από την πείνα και τις επιδημίες σ’ ένα αυτοσχέδιο στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Σούδα (Κρήτη)…».
    Τ. Κατσιμάρδος
    katsimar@yahoo.gr
    http://www.ethnos.gr/koinonia/arthro/h_friki_ton_noembrianon-64732382/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: