Περί Δεξιάς, Αριστεράς και των χαμένων νοημάτων

Ένας από τους πλέον παρεξηγημένους πολιτικούς όρους της τελευταίας περιόδου που φτάνει στα όρια της κακοποίησης, είναι ο όρος «Αριστερά».


aristera-3Συνήθως, σήμερα, ο όρος αυτός αντιμετωπίζεται περισσότερο ως καθοριζόμενος από  περιοριστικά πολιτικά χαρακτηριστικά και από την υποκειμενικότητα του φορέα.
.

Πολλές φορές υποτιμάται η αντικειμενική σύνδεση του όρου με κοινωνικά φαινόμενα και την υλική πλευρά της ζωής. Ο ελληνικός Εμφύλιος Πόλεμος (1946-49) και η σκληρή πολιτική αντιπαράθεση που χαρακτήρισε τη μεταπολεμική Ελλάδα, καθόρισε τον τρόπο με τον οποίο οι πολίτες αντιλαμβάνονται τις έννοιες «Αριστερά» και «Δεξιά». Ειδικά σήμερα, μετά την άνοδο της αντιολοκληρωτικής Αριστεράς στην εξουσία, παρατηρούμε το φαινόμενο της προσπάθειας δαιμονοποίησής της, της αναζήτησης όλων των κακών που ταλανίζουν τη σύγχρονη Ελλάδα  σ’ αυτήν.
 .

Παράληλλα, πλάι στον παραδοσιακό λαϊκισμό των πελατειακών κομμάτων εμφανίζεται και ένας νέος αντιαριστερός λαϊκισμός, ο οποίος μέσα από απλοϊκά και εύπεπτα σχήματα –αξιοποιώντας πραγματικά λάθη και παραλείψεις- επιδιώκει τη  διαμόρφωση ενός αρνητικού στερεότυπου μέσω του οποίου καθάρεται όλη η παράδοση του παλαιοκομματισμού και του πελατειακού συστήματος.
.

Οπότε είναι αναγκαίο  να καθαρθεί ο όρος από την αλλοτρίωση που υπέστη, και την υπερβολική χρήση από ποικίλους φορείς, να εντοπιστεί το ιστορικό βάθος του όρου και να περιγραφεί η πραγματική ιστορική του διαδρομή.
.


‘Δεξιά’ και ‘Αριστερά’ στη Γαλλική Επανάσταση
.
Αποτέλεσμα εικόνας για γαλλική επανάστασηΑπό την απαρχή της εμφάνισης του ανθρώπου και ειδικότερα από τη στιγμή που εμφανίζεται η κοινωνική διάκριση, η υποταγή του ανθρώπου σε άλλον άνθρωπο, η σκλαβιά και η εκμετάλλευση, εμφανίζεται αυτόματα και η ανάγκη για εξάλειψη των αρνητικών φαινομένων. Η ανάγκη αυτή θα πάρει κατά καιρούς πολλές μορφές, από φιλοσοφικά εξισωτικά και θρησκευτικά σωτηριολογικά κινήματα έως βίαιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Αυτή ακριβώς η πανάρχαια αντίδραση του ανθρώπου στην καταπίεση και την εκμετάλλευση είναι η απαρχή του φαινομένου που στην εποχή της νεωτερικότητας θα πάρει την ονομασία «Αριστερά».


.
Ο όρος αυτός, όπως και ο αντίστοιχός του «Δεξιά» θα δημιουργηθούν στο πλαίσιο της Γαλλικής Επανάστασης (1789–1799) και θα προέλθουν από τον τρόπο που είχαν τοποθετηθεί οι διάφορες παρατάξεις στο επαναστατικό κοινοβούλιο (Γενική Συνέλευση-états généraux).  Αριστερά κάθονταν  όσοι ήταν αντίθετοι στην φεουδαρχία, την αριστοκρατία, τη Μοναρχία, ενώ στη δεξιά πλευρά κάθονταν οι υποστηρικτές του Παλαιού Καθεστώτος και της κυριαρχίας των αριστοκρατών επί του λαού.
.
Αποτέλεσμα εικόνας για ρήγας βελεστινλής….και ο Ρήγας Φερραίος

Η «Αριστερά» της Γαλλικής Επανάστασης επηρέασε καθοριστικά τον νεοελληνικό διαφωτισμό. Ο πλέον εμβληματικός ηγέτης και μάρτυρας Ρήγας Φεραίος, υπήρξε συνειδητός Γιακωβίνος, δηλαδή οπαδός της πλέον ακραίας εκδοχής της «Αριστεράς» εκείνης της εποχής (Jacobins, «Club des Jacobins», υπό τους Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ και Κουτόν). Από τους Γιακωβίνους προήλθε και η πρώτη εμφάνιση του σοσιαλιστικού κινήματος, με τη δημιουργία της επαναστατικής οργάνωσης «Ένωσης των Δικαίων» του Μπαμπέφ.
.
Υπό τον όρο «Αριστερά» περιγράφηκαν διάφορα κινήματα, όπως  ο Ρεπουμπλικανισμός κατά τη Γαλλική Επανάσταση, ο Σοσιαλισμός και η Σοσιαλδημοκρατία, ο Κομμουνισμός και ο Αναρχισμός.   Η επικρατέστερη αυτών, υπήρξε μια καλά επεξεργασμένη θεωρία από τον Καρλ Μαρξ και τον Φρειδερίκο Ένγκελς και έλαβε το όνομα «μαρξισμός». Ο μαρξισμός επιχείρησε να εξηγήσει τα ιστορικά φαινόμενα μέσα από το κριτήριο της πάλης των τάξεων. Οι μαρξιστές υποστηρίζουν ότι η κοινωνία αποτελείται από διάφορες κοινωνικές τάξεις, η υπόσταση των οποίων εξαρτάται από τη σχέση που διατηρούν με τα μέσα παραγωγής….
.
Την ιστορία της Αριστεράς τον 20ο αιώνα μέσα από τις έντονες αντιθέσεις της, όπως εκφράστηκαν κατά το μεγάλο πείραμα της Σοβιετικής Ένωσης θα τη διαπραγματευτούμε σ’ ένα επόμενο άρθρο….

—————————————

Για τις μεγάλες συγκρούσεις στο εσωτερικό της «Αριστεράς», δείτε ένα παλιότερο κείμενό μου με τίτλο: Ο αντικομμουνισμός των σταλινικών 

—————————————

aristera

—————————————

Το κείμενο αυτό το είχα ενσωματώσει σε ένα ευρύτερο κείμενο που γράφτηκε
με αφορμή ένα κακό άρθρο σε μια τοπική εφημερίδα.

 

—————————————
——————————
—————-

Oι διαφημίσεις που βλέπετε στο τέλος των αναρτήσεων και δεν έχουν καμιά απολύτως σχέση με τη θεματολογία του μπλογκ μας, προέρχονται από τη WordPress  και δεν αποφέρουν κανένα οικονομικό όφελος στο ιστολόγιο μας.

Advertisements

19 Σχόλια

  1. Μ΄ΑΦΟΡΜΗ ΤΗΝ ΕΚΛΟΓΗ ΤΟΥ ΤΡΑΜΠ ΣΤΙΣ ΗΠΑ
    ——————————————————————————–

    «…………….

    Από τότε, το πραγματικό ερώτημα δεν θα έπρεπε να είναι γιατί ο λαϊκισμός αναδύθηκε το 2016, αλλά γιατί χρειάστηκε τόσο πολύ για να εκδηλωθεί.
    Στις ΗΠΑ, υπήρξε πολιτική αποτυχία από την στιγμή που το σύστημα δεν αντιπροσώπευε όσο θα έπρεπε την παραδοσιακή εργατική τάξη. Το Ρεπουμπλικανικό κόμμα κυριαρχήθηκε από την εταιρική Αμερική και τους συμμάχους της που είχαν επωφεληθεί από την παγκοσμιοποίηση, ενώ το Δημοκρατικό κόμμα μετατράπηκε στο κόμμα των πολιτικών της ταυτότητας: ένας συνασπισμός γυναικών, Αφροαμερικανών, Ισπανόφωνων, οικολόγων και της LGBT κοινότητας, που δεν εστίαζε πλέον σε οικονομικά θέματα.

    Αποτυχία της Αριστεράς

    Η αποτυχία της Αμερικάνικης αριστεράς να αντιπροσωπεύσει την εργατική τάξη αντιακατοπτρίζεται σε παρόμοιες αποτυχίες σε όλη την Ευρώπη. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία συμφιλιώθηκε με την παγκοσμιοποίηση κάποιες δεκαετίες πριν, με την μορφή των κεντρώων πολιτικών του Μπλερ ή του νεοφιλελεύθερου ρεφορισμού που προώθησαν οι Σοσιαλδημοκράτες του Γκέρχαρντ Σρέντερ το 2000.
    Αλλά η ευρύτερη αποτυχία της αριστεράς είναι η ίδια με αυτήν πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν όπως το έθεσε ο Βρετανός-Τσέχος φιλόσοφος Έρνεστ Γκέλνερ, ένα γράμμα που στάλθηκε σε ένα γραμματοκιβώτιο με τη λέξη «τάξη» παραδόθηκε κατά λάθος σε ένα με τη λέξη «έθνος».
    Το έθνος σχεδόν πάντα υπερκεράζει την τάξη γιατί μπορεί να έχει πρόσβαση σε μια ισχυρή πηγή ταυτότητας, την επιθυμία σύνδεσης με μια οργανική πολιτιστική κοινότητα. Αυτή η λαχτάρα για ταυτότητα εκφράζεται με όχημα την αμερικάνικη εναλλακτική δεξιά, μια μέχρι πρότινος περιθωριοποιημένη ένωση ομάδων που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο υιοθετούν τον λευκό εθνικισμό. Αλλά ανεξάρτητα από αυτούς τους ακραίους, πολλοί Αμερικανοί πολίτες άρχισαν να αναλογίζονται γιατί οι κοινότητες τους γεμίζουν με μετανάστες και ποιοι είχαν επιβάλλει ένα σύστημα πολιτικής ορθότητας που δεν επέτρεπε σε κάποιον ακόμα και να διαμαρτυρηθεί για το πρόβλημα.
    …………………»

    http://www.imerisia.gr/article.asp?catid=26533&subid=2&pubid=114251697

  2. […] κείμενα που είχα αναρτήσει. Το πρώτο είχε ως τίτλο: Περί Δεξιάς, Αριστεράς και των χαμένων νοημάτων. Το δεύτερο:  Τι ήταν το Βυζάντιο; (Οι αγιογραφίες που […]

  3. zoi vareli-stefanidi on

    Reblogged στις zoi vareli-stefanidi.

  4. Ο Μάριο Μόντι:

    «….σήμερα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η σημαντικότερη διαφορά δεν είναι πλέον μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, αλλά μεταξύ μεταρρυθμιστών και συντηρητικών που δεν θέλουν να αλλάξουν τα πράγματα…»

    __________________________________________________

    …………………………
    …………………………
    Πώς βλέπουν την κυβέρνηση Τσίπρα στην Ευρώπη;

    – Οταν είδα τη μεγάλη νίκη του Τσίπρα, ήλπιζα ότι η Αριστερά θα ήταν σε καλύτερη θέση να προωθήσει τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις που ήταν πολύ απαραίτητες στην Ελλάδα, ιδιαίτερα σε ό,τι αφορά την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς. Με την ευκαιρία να σας πω ότι αποτελεί πεποίθησή μου πως σήμερα στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες η σημαντικότερη διαφορά δεν είναι πλέον μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, αλλά μεταξύ μεταρρυθμιστών και συντηρητικών που δεν θέλουν να αλλάξουν τα πράγματα. Στην προσωπική μου εμπειρία ως πρωθυπουργός, αυτό που έκανα ήταν να οικοδομήσω έναν μεγάλο συνασπισμό εθνικής ανάγκης όπου διασφάλισα από την Αριστερά και το Δημοκρατικό Κόμμα κυρίως τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος, κάτι που είχε γι’ αυτούς πολιτικό κόστος, και ταυτόχρονα από τη Δεξιά του Μπερλουσκόνι, την ενίσχυση της καταπολέμησης της φοροδιαφυγής και της διαφθοράς.
    ……………………….
    ………………….

  5. […] Η «Αριστερά» της Γαλλικής Επανάστασης επηρέασε καθοριστικά τον νεοελληνικό διαφωτισμό. Ο πλέον εμβληματικός ηγέτης και μάρτυρας Ρήγας Φεραίος, υπήρξε συνειδητός Γιακωβίνος, δηλαδή οπαδός της πλέον ακραίας εκδοχής της «Αριστεράς» εκείνης της εποχής (Jacobins, «Club des Jacobins», υπό τους Ροβεσπιέρο, Σαιν Ζυστ και Κουτόν). Από τους Γιακωβίνους προήλθε και η πρώτη εμφάνιση του σοσιαλιστικού κινήματος, με τη δημιουργία της επαναστατικής οργάνωσης «Ένωσης των Δικαίων» του Μπαμπέφ. (Από το Περί Δεξιάς, Αριστεράς και των χαμένων νοημάτων) […]

  6. […] το κομμουνιστικό κατά τον 20ο αιώνα, ιστορικά προήλθε από τη μήτρα της πανάρχαιας ανθρώπινης εξισωτικής […]

  7. […] το κομμουνιστικό κατά τον 20ο αιώνα, ιστορικά προήλθε από τη μήτρα της πανάρχαιας ανθρώπινης εξισωτικής […]

  8. ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΕΝΑ ΚΑΛΟ ΦΙΛΟ
    ——————————————————————-

    T.N.
    23 Απρ

    Βλάση καλημέρα, Τα συστήματα που επιβάλλονται με την βία και συντηρούνται με διώξεις φυλακισμούς εξορίες ή δολοφονίες αντιπάλων και δεν τα θέλω και τα φοβάμαι. Σαν πολίτη δεν με ενδιαφέρει ούτε η ιστορική τους διαδρομή ούτε οι διακηρυγμένες καλές τους προθέσεις. Σαν πολίτης διεκδικώ δημοκρατικές διαδικασίες, έλεγχο εξουσίας, σεβασμό στην αντίθετη άποψη, ισχυρούς θεσμούς. Όποιο σύστημα οδηγεί τους αντίπαλους στην φυλακή ή στην «κερκίδα» τα ονομάζω δικτατορίες και ανάμεσα τους δεν ξεχωρίζω χρωματικές αποχρώσεις. Μαύρα και κόκκινα είναι για μένα το ίδιο ( αφού το αποτέλεσμα είναι το ίδιο =φυλακή – εξορία) , επομένως…. συμφωνώ με τον σύντροφο – Κνιτη. Ο γραπτός σου λόγος είναι όπως πάντα εξαιρετικός και διαβάζω με χαρά τα κείμενα σου. Αν όμως μου επιτρέπεις μια παρατήρηση: στην προσπάθεια σου να συμπυκνώσεις νοήματα ή σκέψεις ενίοτε χρησιμοποιείς φράσεις που ακούγονται πολύ όμορφες αλλά είναι δυσνόητες σε μη αριστερό ακροατήριο. Διάβασα το κείμενο τρεις φορές και ομολογώ ότι δεν κατάλαβα τι εννοείς όταν γράφεις:

    -ανθρώπινης εξισωτικής κοινοκτημονικής πρόθεσης και σωτηριολογικής αγωνίας.

    -στην πράξη ρεφορμιστικό

    -το μόνο που θα καταφέρει είναι να αποτρέψει την οποιαδήποτε ορθολογική διαχείριση της κρίσης προς όφελος το λαού

    Όπως επίσης δεν κατάλαβα σε ποιους πολιτικούς χώρους αναφέρεσαι και τι επιθυμείς όταν γράφεις στον επίλογο :

    -Η ευθύνη του δημοκρατικού αντιαπολυταρχικού χώρου μπρος σ’ αυτήν την αταβιστική παλινδρόμηση είναι πολύ μεγάλη.

    Ίσως θα ήταν πιο χρήσιμο για τον αναγνώστη εάν έκανες πιο σαφείς τις σκέψεις σου. Τ.

    ————————

    Agtzidis Vlassis
    24 Απρ

    προς T.

    Εγώ το βλέπω από ιστορικής πλευράς, χωρίς να αποκρύπτω το αποτέλεσμα του κάθε ολοκληρωτισμού.

    Δεν προέρχονται από την ίδια ιδεολογική μήτρα ο Ροβεσπιέρος και ο Γκέριγκ.

    Ο πρώτος προέρχεται από αυτό που το περιγράφω όσο μπορώ καλύτερα. Την πανάρχαια παράδοση και τάση του ανθρώπου για ισότητα.

    Παραπέμπει περισσότερο στον επαναστατικό πρωτοχριστιανισμό που βασιζόταν πάνω στις εξής πράξεις: «13 Καὶ ἐγγὺς ἦν τὸ πάσχα τῶν ᾿Ιουδαίων, καὶ ἀνέβη εἰς ῾Ιεροσόλυμα ὁ ᾿Ιησοῦς.
    14 καὶ εὗρεν ἐν τῷ ἱερῷ τοὺς πωλοῦντας βόας καὶ πρόβατα καὶ περιστεράς, καὶ τοὺς κερματιστὰς καθημένους.
    15 καὶ ποιήσας φραγέλλιον ἐκ σχοινίων πάντας ἐξέβαλεν ἐκ τοῦ ἱεροῦ, τά τε πρόβατα καὶ τοὺς βόας, καὶ τῶν κολλυβιστῶν ἐξέχεε τὸ κέρμα καὶ τὰς τραπέζας ἀνέστρεψε,
    16 καὶ τοῖς τὰς περιστερὰς πωλοῦσιν εἶπεν· ἄρατε ταῦτα ἐντεῦθεν· μὴ ποιεῖτε τὸν οἶκον τοῦ πατρός μου οἶκον ἐμπορίου.»

    αλλά και ρήσεις: «Ὁ δὲ Ἰησοῦς εἶπε τοῖς μαθηταῖς αὐτοῦ· ἀμὴν λέγω ὑμῖν ὅτι δυσκόλως πλούσιος εἰσελεύσεται εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. 24 πάλιν δὲ λέγω ὑμῖν, εὐκοπώτερόν ἐστι κάμηλον διὰ τρυπήματος ραφίδος διελθεῖν ἢ πλούσιον εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ εἰσελθεῖν.»

    με μέσο ακόμα και τον εμφύλιο, σύμφωνα με το Κατά Ματθαίον: «Μὴ νομίσητε ὅτι ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην ἐπὶ τὴν γῆν· οὐκ ἦλθον βαλεῖν εἰρήνην, ἀλλὰ μάχαιραν. ἦλθον γὰρ διχάσαι ἄνθρωπον κατὰ τοῦ πατρὸς αὐτοῦ καὶ θυγατέρα κατὰ τῆς μητρὸς αὐτῆς καὶ νύμφην κατὰ τῆς πενθερᾶς αὐτῆς· 36 καὶ ἐχθροὶ τοῦ ἀνθρώπου οἱ οἰκιακοὶ αὐτοῦ. …»

    Αυτό δεν σημαίνει ότι θα συγχωρήσουμε ή θα αποκρύψουμε τις παρεκβάσεις και τα εγκλήματα των ολοκληρωτικών πολιτικών που προέρχονται από αυτή την εξισωτική-αντιπλουτοκρατική παράδοση.

    Όσον αφορά τις υπόλοιπες «απορίες»:

    -στην πράξη ρεφορμιστικό

    μεταρρυθμιστικό (και όχι επαναστατικο_

    -το μόνο που θα καταφέρει είναι να αποτρέψει την οποιαδήποτε ορθολογική διαχείριση της κρίσης προς όφελος το λαού

    Η συνδικαλιστική φιλεργατική πολιτική του ΚΚΕ ουσιαστικά συγκαλύπτει τα πραγματικά οικονομικά προβλήματα και εμποδίζει την εκπόνηση ορθολογικών πολιτικών που θα επιφέρουν το ξεπέρασμα της κρίσης. Αυτό το ζήσαμε με τις υπερβολικές συνδικαλιστικές κατακτήσεις που οδήγησαν την κοινωνία να προσφέρει παροχές, όχι με το πλεόνασμα της οικονομίας αλλά με τα δάνεια.

    -Η ευθύνη του δημοκρατικού αντιαπολυταρχικού χώρου μπρος σ’ αυτήν την αταβιστική παλινδρόμηση είναι πολύ μεγάλη.

    Ο χώρος αυτός είναι κάθε πολιτικός δημοκρατικός χώρος που αποστρέφεται τον ολοκληρωτισμό. Ξεκινά από το Σύριζα και τελειώνει στη Ν.Δ.

    ————————————

  9. Από την εισαγωγή του βιβλίου του Ιταλού ιστορικού Έντσο Τραβέρσο «Αριστερή μελαγχολία. Η δύναμη μιας κρυφής παράδοσης» σε μετάφραση του Νίκου Κούρκουλου. (το απόσπασμα το αλίευσα στου Σαραντακού)

    «Για πάνω από έναν αιώνα η ριζοσπαστική αριστερά εμπνεύστηκε από την περίφημη εντέκατη θέση του Μαρξ για τον Φόιερμπαχ: μέχρι σήμερα οι φιλόσοφοι αρκέστηκαν να ερμηνεύουν τον κόσμο, τώρα πρέπει να τον αλλάξουμε. Όταν, το 1989, η αριστερά απόμεινε «χωρίς πνευματικό καταφύγιο», έχοντας συνειδητοποιήσει την αποτυχία των προηγούμενων προσπαθειών για ν’ αλλάξει τον κόσμο, χρειάστηκε να αναθεωρήσει τις ίδιες τις ιδέες με τις οποίες είχε πασκίσει να τον ερμηνεύσει. Και όταν, δέκα χρόνια αργότερα, εμφανίστηκαν νέα κινήματα που διακήρυσσαν ότι «ένας άλλος κόσμος είναι εφικτός», χρειάστηκε να επινοήσουν εξαρχής τις διανοητικές και πολιτικές τους ταυτότητες. Χρειάστηκε να επινοήσουν εξαρχής τον εαυτό τους σφυρηλατώντας πρακτικές –καθώς και θεωρίες, πολλές φορές– ανήκουστες σ’ ένα κόσμο στερημένο από ένα ορατό, κατανοητό ή διανοητό μέλλον. Δεν μπόρεσαν όμως, σε αντίθεση με άλλες ορφανές γενιές που είχαν προηγηθεί, να «επινοήσουν μια παράδοση».

    Το πέρασμα από μια εποχή πυρός και σιδήρου, η οποία παρά τις πολυάριθμες ήττες της παρέμενε κατανοητή, σε μια νέα εποχή πλανητικών απειλών χωρίς ορατή διέξοδο πήρε μελαγχολικές αποχρώσεις. Αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα την αναδίπλωση σ’ ένα περίφρακτο σύμπαν θλίψης και αναμνήσεων, πρόκειται μάλλον για ένα σύνολο συγκινήσεων και συναισθημάτων που περιβάλλουν τη μετάβαση σε μια νέα εποχή. Είναι ο μοναδικός τρόπος να συνυπάρξουν η αναζήτηση ιδεών και σχεδίων για το αύριο με το πένθος και τη θλίψη που συνοδεύουν την εξάλειψη των επαναστατικών εμπειριών του παρελθόντος. Είναι η μελαγχολία μιας αριστεράς, ούτε αρχαϊκής ούτε ανίσχυρης, που ωστόσο δεν θέλει ν’ απαλλαγεί από το φορτίο του παρελθόντος, έστω κι αν αυτό συχνά αποδεικνύεται βαρύ. Είναι η μελαγχολία μιας αριστεράς που, παρότι στρατευμένη στους αγώνες του παρόντος, δεν αποφεύγει να κάνει έναν απολογισμό για τις συσσωρευμένες ήττες.

    Μιας αριστεράς που δεν παραιτείται μπροστά στην πλανητική τάξη πραγμάτων που σχεδίασε ο νεοφιλελευθερισμός αλλά η οποία μπορεί να ακονίσει τα όπλα της κριτικής της μόνο μέσα από μια ενσυναισθησιακή ταύτιση με τους νικημένους της ιστορίας, αυτό το απέραντο πλήθος στο οποίο έσμιξε, στα τέλη του 20ού αιώνα, η τελευταία γενιά των ηττημένων επαναστάσεων. Για να αποφέρει καρπούς, όμως, αυτή η μελαγχολία πρέπει να αναγνωριστεί και να γίνει αποδεχτή, αποφεύγοντας τις συνηθισμένες στρατηγικές της παράκαμψης και τις κλασικές πανουργίες της απώθησης. Υπήρξε μια εποχή όπου το να επιχειρήσει κανείς έφοδο στον ουρανό αποτελούσε τον καλύτερο τρόπο για να πενθήσει τους χαμένους συντρόφους του. Αυτή η εποχή πέρασε, η υπέρβαση της θλίψης μέσα από την έξαψη της μάχης δεν είναι πια, ή δεν είναι ακόμα, στην ημερήσια διάταξη.

    Σ’ αυτό το παρελθόν, ταυτόχρονα οικείο και «άγνωστο» –βιωμένο, μεταβιβασμένο, στη συνέχεια απωθημένο και τέλος αλλότριο για τις νέες γενιές– οι διανοητικές διαμάχες ανακατεύονται με λιγότερο τυποποιημένα πολιτισμικά βιώματα. Τα χνάρια αυτής της αριστερής μελαγχολίας αναγνωρίζονται πολύ ευκολότερα στις άφθονες εκδηλώσεις του επαναστατικού φαντασιακού παρά στην πνευματική παραγωγή και τις θεωρητικές αντιδικίες. Κι αυτές οι θεωρητικές πλευρές, άλλωστε, αποκαλύπτουν πολλά στρώματα κρυφών σημασιών όταν ερμηνευτούν μέσα από το πρίσμα της συλλογικής φαντασίας που τις συνοδεύει. Γι’ αυτό το δοκίμιο τούτο ταλαντεύεται διαρκώς ανάμεσα σε έννοιες και εικόνες χωρίς να καθιερώνει κάποια ιεραρχία ανάμεσά τους, θεωρώντας τες εξίσου σημαντικές για τον ορισμό και την έκφραση της αριστερής κουλτούρας.

    Τις συνδυάζει και συλλαμβάνει την αμοιβαία απήχησή τους, δείχνει εκείνο που μοιράζονται πολλά κλασικά θεωρητικά έργα με τη ζωγραφική, τη φωτογραφία και τον κινηματογράφο. Στηρίζεται σε πηγές διαφορετικής φύσης που θα μπορούσαμε να τις χαραχτηρίσουμε, μαζί με τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, «νοητικές εικόνες» (Denkbilder). Ο στόχος μας δεν ήταν να εγείρουμε κάποιο μνημείο ή να γράψουμε ένα επιτύμβιο, αλλά να εξερευνήσουμε ένα πολύμορφο και συχνά αντιφατικό μνημονικό τοπίο. Σε αντίθεση προς την κυρίαρχη ανθρωπιστική αγόρευση, που ιεροποιεί τη μνήμη των θυμάτων, αγνοώντας ή και απορρίπτοντας τις στρατεύσεις τους, η επαναστατική μελαγχολία στρέφει το βλέμμα της στους νικημένους. Βλέπει τις τραγωδίες που συνδέονται με τις χαμένες μάχες του παρελθόντος σαν βάρος και σαν χρέος, που περιέχουν επίσης μιαν επαγγελία λύτρωσης.

    (…)

    Η αριστερή μελαγχολία δεν είναι κάτι καινούργιο. Δεν εμφανίστηκε στην αυγή του 21ου αιώνα σαν απρόσμενη ανάδυση που χρειάζεται επεξήγηση, επιδοκιμασία ή αποδοκιμασία. Δεν είναι μια ασθένεια της αριστεράς –ένα παθολογικό πένθος– όπως θα μπορούσε να υποθέσει μια επιφανειακή εφαρμογή των φροϊδικών κατηγοριών. Η ιστορική καμπή του 1989 απλώς την έφερε στο προσκήνιο, όμως δεν τη δημιούργησε. Η αριστερή μελαγχολία υπήρχε πάντα, διακριτική, σεμνή, συχνά υπόγεια, στις περισσότερες περιπτώσεις απαγορευμένη από το δημόσιο λόγο, λογοκριμένη από την προπαγάνδα και πάντα απρόθυμη να εκτεθεί στο φως της ημέρας. Την ονόμασα «κρυφή παράδοση», όρο που δανείστηκα από την Χάνα Άρεντ.

    Το 1944, είχε χαραχτηρίσει έτσι («die verborgene Tradition») την ιστορία του «παρία» ιουδαϊσμού, ανυπόταχτου σε κάθε θρησκευτικό ή πολιτικό κομφορμισμό, απείθαρχου τόσο απέναντι στη συναγωγή όσο κι απέναντι στην καθιερωμένη εξουσία. Στα μάτια της, οι καλύτεροι εκπρόσωποί του ήταν ο Χάινριχ Χάινε κι ο Μπερνάρ Λαζάρ, δυο αιρετικοί εβραίοι, ο Τσάρλι Τσάπλιν, ένας καλλιτέχνης που είχε φέρει στον κινηματογράφο τη φιγούρα του shlemihl, αλήτη και περιθωριακού, καθώς και ο Φραντς Κάφκα, αταξινόμητος και βασανισμένος συγγραφέας. Όπως κι αυτή η «κρυφή παράδοση», η αριστερή μελαγχολία δεν ανήκει στο επίσημο αφήγημα του σοσιαλισμού και του κομμουνισμού. Δεν έχει σχεδόν τίποτα κοινό με την ένδοξη εποποιία, τις περισσότερες φορές απατηλή και κίβδηλη, των θριάμβων και των μεγάλων καταχτήσεων, με λάβαρα που ανεμίζουν, σεβάσμιους ήρωες και βεβαιότητες για το μέλλον.

    Εντάσσεται μάλλον σε μια παράδοση ηττών που –όπως υπενθύμισε η Ρόζα Λούξεμπουργκ την παραμονή του θανάτου της– έχουν σημαδέψει την ιστορία των επαναστάσεων. Είναι η μελαγχολία του Μπλανκί και της Λουίζ Μισέλ μετά την αιματηρή καταστολή της Παρισινής Κομμούνας, η μελαγχολία της ίδιας της Ρόζας Λούξεμπουργκ που, στη φυλακή του Βρόνκε, συλλογιόταν το σφαγείο του Μεγάλου Πολέμου και τη συνθηκολόγηση του γερμανικού σοσιαλισμού, η μελαγχολία του Γκράμσι που, σε μια φασιστική φυλακή, ξανασκεφτόταν τη σχέση ανάμεσα σε «πόλεμο θέσεων» και «πόλεμο κινήσεων» μετά την αποτυχία των ευρωπαϊκών επαναστάσεων, η μελαγχολία του Τρότσκι στην έσχατη μεξικανική εξορία του, κλεισμένου πίσω από τους οχυρωμένους τοίχους του καταφυγίου του στο Κογιοακάν, η μελαγχολία του Βάλτερ Μπένγιαμιν που, εξόριστος στο Παρίσι, επανεξέταζε την ιστορία από τη σκοπιά των «υποδουλωμένων προγόνων», η μελαγχολία του Σ. Λ. Ρ. Τζέιμς που έγραφε για τον Μέλβιλ στην καραντίνα του Έλις Άιλαντ, enemy alien στις Ηνωμένες Πολιτείες του μακαρθισμού, η μελαγχολία των ινδονήσιων κομμουνιστών που επιβίωσαν από τη μεγάλη σφαγή του 1965, η μελαγχολία του Τσε Γκεβάρα στα βουνά της Βολιβίας, όταν είχε συνειδητοποιήσει ότι ο κουβανέζικος δρόμος είχε μπει σε αδιέξοδο.

    Τούτο το βιβλίο προσπαθεί να αποδώσει ένα πρόσωπο σ’ αυτή την κρυφή παράδοση, να συλλάβει κάποιες σημαδιακές στιγμές της και ν’ αναδείξει τους κυριότερους εκπροσώπους της, στη θεωρία αλλά και στη ζωγραφική ή τον κινηματογράφο. Η στενοχώρια και το πένθος, το συντριπτικό αίσθημα της αποτυχίας, η θλίψη για τους φίλους και τους συντρόφους που έπεσαν, για τις ευκαιρίες που ξοδεύτηκαν, για τις καταχτήσεις που χάθηκαν, για την ευτυχία που πέταξε, συνόδεψαν την ιστορία του σοσιαλισμού από τις απαρχές του, σάμπως η διαλεκτική άλλη όψη της επαναστατικής έκστασης, όπου όλα γίνονται εφικτά, όταν νιώθεις την ευχαρίστηση να ενεργείς από κοινού και να αχτινοβολείς μέσα στη συλλογική δράση, όταν έχεις την εντύπωση ότι πετάς στον ουρανό, απαλλαγμένος από κάθε βάρος κι ικανός να δώσεις νόημα στην ιστορία. Αυτή η αριστερή μελαγχολία συσκοτίστηκε, απωθήθηκε ή εξιδανικεύτηκε από αναπαραστάσεις που την υπερέβαιναν, σκιαγραφώντας την εικόνα ενός απελευθερωμένου μέλλοντος.

    Έτσι, ποτίζει την ιστορία των επαναστατικών κινημάτων σάμπως υπόγειο ποτάμι, σάμπως ένα ισχυρό μα αόρατο ρεύμα, εξορκισμένο ή εξουδετερωμένο από διδακτικά και παρηγορητικά αφηγήματα. Παραφράζοντας τον Βάλτερ Μπένγιαμιν, θα μπορούσε να έλεγε κανείς ότι η αριστερή κουλτούρα είναι εμποτισμένη με μελαγχολία όπως το στουπόχαρτο με μελάνι: «Αν όμως ακολουθούσαμε το στουπόχαρτο, τίποτα απ’ όσα γράφτηκαν δεν θα απέμενε». Αυτό ακριβώς το κρυφό κείμενο, αυτό το διανοητικό υπόστρωμα φτιαγμένο από συγκινήσεις και μνήμες, σκοπεύει να φέρει στην επιφάνεια τούτο το βιβλίο…»

  10. http://booksjournal.gr/slideshow/item/2576-tromokratia,-aristera,-bogdanos

    Η τρομοκρατία, η Αριστερά, ο Μπογδάνος…

    Νικόλας Σεβαστάκης

    Φωτογραφία με τη σημαία, όπλα και σύμβολα της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη που είχε αποσταλεί μαζί με προκήρυξη και συνόδευσε τη δημοσίευσή της στην Ελευθεροτυπία.
    Φωτογραφία με τη σημαία, όπλα και σύμβολα της τρομοκρατικής οργάνωσης 17 Νοέμβρη που είχε αποσταλεί μαζί με προκήρυξη και συνόδευσε τη δημοσίευσή της στην Ελευθεροτυπία. Αρχείο The Books’ Journal
    Το ότι υποχρεωνόμαστε Ιούλιο μήνα να μιλήσουμε για την αρχαία σκουριά της Αριστεράς, τις εμμονές κάποιων από τους αντιπάλους της και το φάντασμα της ένοπλης βίας, όλο αυτό έχει κάτι βαθιά ανησυχαστικό. Σαν να βυθιζόμαστε στο παρελθόν που αρνείται να παρέλθει κι αυτό να μας κρατάει στην απατηλά στοργική του αγκαλιά.
    Ι

    Άνθρωποι με προέλευση το χώρο της Νέας Δημοκρατίας είτε τις πιο «χαλαρές» και όχι ιδιαίτερα πολιτικοποιημένες πλευρές του αστικού μεσαίου χώρου, δεν γνωρίζουν τα ενδότερα της ελληνικής Αριστεράς. Έχουν θολές και μάλλον πρόσφατες παραστάσεις, κυρίως από την ιστορία και την επικαιρότητα του φαινομένου ΣΥΡΙΖΑ. Αγνοούν, όπως είναι φυσικό, τις μοριακές διεργασίες που δημιούργησαν από τη δεκαετία του 1960, αλλά κυρίως από το 1974 και έπειτα, το μωσαϊκό της εγχώριας άκρας Αριστεράς. Στο κάτω κάτω μιλάμε για μια διαδρομή με εκατοντάδες διασπάσεις που αφορούν από κόμματα μέχρι ομάδες των πενήντα ανθρώπων, με διαφορετικό χρονικό και πολιτικό βάθος ύπαρξης. Εκ των υστέρων, επίσης, πολλά πρόσωπα και πράγματα επιστρέφουν ως απλώς γραφικά και ρετρό σύμβολα μιας άλλης εποχικής σκηνογραφίας.

    Ειδικά για τον μη αριστερό πολίτη, όλες αυτές οι διαφορές, οι τίτλοι και οι πομπώδεις ονομασίες των «αριστερών», όλο αυτό το μπαρόκ επιθετικών προσδιορισμών και βαριάς ιδεολογικής ορολογίας για λίγους και μυημένους ήταν πάντα κάτι σκοτεινό και ακατανόητο. Όποιος γνώριζε τι σήμαιναν τα δεκάδες αρκτικόλεξα ή είχε πληροφορίες για τα δράματα και τις κωμωδίες που παίχτηκαν γύρω απ’ αυτά περνούσε για σαμάνος μιας άχρηστης γνώσης. Αυτές οι ιστορίες είτε δεν είχαν και πολλή σημασία –κομμούνια είναι όλοι τους, τι το ψάχνεις– είτε ήταν και λίγο στάχτη στα μάτια για να μπερδεύεται κανείς.

    Με άλλα λόγια, για έναν κόσμο μακριά από την Αριστερά, σχεδόν όλες οι φαμίλιες και τα subgenres της Αριστεράς ήταν περίπου ένα και το αυτό. Παλιότερα, εξαιρούσαν βέβαια έναν Κύρκο, έναν Ηλιού, τον Παπαγιαννάκη ή τους πιο Ευρωπαίους και μετριοπαθείς της μεταπολιτευτικής περιόδου. Η υπόλοιπη Αριστερά, και ιδίως ο γαλαξίας των εξωκοινοβουλευτικών, εμφανιζόταν ως περίπου το ίδιο πράγμα.

    Έτσι και οι έλληνες τρομοκράτες θεωρήθηκαν γεννήματα των πιθανών χώρων προέλευσής τους: τροτσκιστές, μαοϊκοί ή (αυτή είναι η ελληνική πινελιά) άνθρωποι από το ΠΑΚ και το πρωταρχικό ΠΑΣΟΚ. Σοσιαλ-κομμουνιστές. Για κάποια χρόνια, τουλάχιστον. Ύστερα, ήρθαν οι αναρχικοί και οι νεαροί μηδενιστές, κυρίως κατά την τελευταία δεκαπενταετία.

    Σύμφωνα με πολλούς πολίτες εκτός Αριστεράς, όλα αυτά που συνέβησαν στη χώρα τα έκαναν αριστεροί των άκρων. Και επειδή στις δίκες των εκάστοτε συλληφθέντων πήγαιναν και κανονικοί αριστεροί –από όλους σχεδόν τους χώρους– για μάρτυρες υπεράσπισης, το συμπέρασμα ήταν πως αυτοί οι συλλογικοί χώροι είχαν λερωμένη τη φωλιά τους. Για πολλούς συντηρητικούς υπήρξε σαφώς μια άτυπη, αριστερή ηθική αυτουργία σε διαρκή βάση για τη μεταπολιτευτική τρομοκρατία, πέρα δηλαδή από τα πρόσωπα των όποιων δραστών, από τα φανερά και απ’ όσα έμειναν κρυμμένα και δεν αποκαλύφθηκαν.

    Με τη λεγόμενη αριστερή στροφή του ΣΥΡΙΖΑ τα χρόνια από το 2007 και μετά, αυτή η συσχέτιση τρομοκρατίας και Αριστεράς αναβίωσε και επαναφορτίστηκε στο μυαλό πολλών. Δεν ήξεραν και ούτε είχαν καμιά όρεξη να μάθουν για τη βαθιά περιφρόνηση που αισθάνεται ο εξτρεμιστής για τον «ρεφορμιστή», ούτε για την αναλυτική διάκριση μεταξύ ριζοσπαστισμού και εξτρεμισμού ή για την απόσταση που χωρίζει τις λεκτικές υπερβάσεις της ζύμωσης από τις πραγματικές οριακές πράξεις. Ο ίδιος ο κινηματικός «ιλεγκαλισμός» ορισμένων κινητοποιήσεων του προ-κυβερνητικού ΣΥΡΙΖΑ και τα επιδειξιομανή συνθήματα σε κάτι radical πανό της νεολαίας του (ακόμα και σήμερα, μετά το αριστερό μνημόνιο!), η εμπειρία του Δεκέμβρη του 2008 και, κυρίως, η πάγια απροθυμία της ριζοσπαστικής Αριστεράς να δείξει τον ακροαριστερό εξτρεμισμό ως εχθρό της ελευθερίας και της δημοκρατίας ενίσχυσαν την καχυποψία των μη αριστερών πολιτών: γι’ αυτούς, ανάμεσα σε έναν Κουφοντίνα και σε έναν κινηματικό ακτιβιστή, ανάμεσα σε έναν συνδικαλιστή της ΟΚΔΕ ή του ΝΑΡ και σε ένα μέλος των Πυρήνων της Φωτιάς, σε έναν αναρχικό που μιλάει για τα κοινά και στον τραμπούκο με το σφυρί στο χέρι στο πανεπιστήμιο οι διαφορές είναι αμελητέες και, απλώς, διαφορές «ποσότητας έντασης». Ο ένας είναι απλώς μια μιλιταριστική και πιο φανατική εκδοχή του άλλου. Αδέλφια, ή έστω πρώτα ξαδέρφια, που μπορεί κάποτε να ανταλλάσσουν βρισιές αλλά κατά βάθος αγαπιούνται γιατί συνενώνονται στο βαθύτερο επίπεδο του μίσους για τον κοινό εχθρό, της εμφυλιακής μνήμης και της ιδέας πως ο «αστικός κόσμος» είναι το έσχατο κακό.

    Έκαναν και κάνουν λάθος όλοι όσοι δεν γνωρίζουν ούτε είναι υποχρεωμένοι να έχουν κάποια ιδέα για μια ιστορία με πολλές υπόγειες όψεις; Ναι. Διότι όταν μιλάμε για τρομοκρατία και τρομοκράτες πρέπει πάντα να έχουμε κατά νου συγκεκριμένες πράξεις καθορισμένων ατόμων. Συγκεκριμένες αποφάσεις και επιλογές. Δεν αρκούν τα γενικά συστήματα πεποιθήσεων ούτε κάποια θερμά λόγια αλλά ορισμένες πρακτικές. Πρακτικές και τεχνολογίες δράσης με καταστροφικό και ενίοτε δολοφονικό χαρακτήρα. Η ισοπεδωτική σύγχυση ανάμεσα σε πολύ διαφορετικά επίπεδα ταραχών και ανορθόδοξης δράσης είναι μια σταθερά αυτού του αφελούς, δεξιού «ιμπρεσιονισμού». Αν δεν δει κανείς κυρίως το επιχειρησιακό και πρακτικό σκέλος, υπάρχει πάντα ο κίνδυνος να μη δώσει τόση σημασία στα όποια αποδεικτικά στοιχεία και στα σκληρά τεκμήρια, αλλά να βολευτεί με τα γενικά πολιτικά του συμπεράσματα, με κάποιες επιδερμικές, ιδεολογικές εντυπώσεις. Να βρίσκει έτσι τους εν δυνάμει τρομοκράτες παντού, δυσκολεύοντας με αυτό τον τρόπο και την πραγματική έρευνα για το βίο και τις πρακτικές του ελληνικού πολιτικού υπόκοσμου. Πολλά ας πούμε αποσπάσματα ή και ολόκληρα κομμάτια από τις προκηρύξεις των ενόπλων οργανώσεων (ιδίως της πρώιμης Μεταπολίτευσης) θα μπορούσαν να είναι αυτούσια κείμενα της μιας ή άλλης νόμιμης οργάνωσης της άκρας Αριστεράς. Σημαίνει αυτό ότι όλοι οι χώροι ήταν φιλο-τρομοκράτες ή ότι, αντιθέτως, κάποια άτομα και συγκεκριμένες παρέες κολυμπούσαν στους κοινούς αριστερούς τόπους της εποχής; Μερικές προκηρύξεις της 17 Νοέμβρη παραπέμπουν σαφώς στη μέση θεωρητική και πολιτική σκευή ενός «ριζοσπάστη» πασόκου και αριστερού της πρώιμης Μεταπολίτευσης που σύχναζε στα πηγαδάκια της Ομόνοιας ή σε συνελεύσεις και καφενεία: με μπόλικες θεωρίες εξάρτησης, με μητρόπολη/περιφέρεια, με αντι-δεξιά/ αντιφασιστική ρητορική κοινή που αγκάλιαζε ένα μεγάλο πλήθος ανθρώπων, από τον τότε πατριωτικό πασοκογενή χώρο μέχρι τα ΜΛ. Τίποτα το ιδιαίτερο λοιπόν, εκτός από τις πράξεις και τη μέθοδο. Αυτή η διάσταση της δράσης, του passage à l’acte, κάνει τη διαφορά, η τρομοκρατική πρακτική και όχι η παρουσία εξτρεμιστικών προτάσεων στα ίδια πάνω-κάτω κουραστικά και πομπώδη κείμενα.

    Για να κάνω ένα άλμα στο χρόνο, ο Κωνσταντίνος Μπογδάνος και η κουβέντα-τού-αέρα που εκστόμισε βγαίνουν από αυτή τη σχολή της σύγχυσης και της επιπόλαιης γενίκευσης. Από την ίδια σχολή με την οποία κάποτε ο Καμμένος, ο Τράγκας, κάτι πρωτοσέλιδα του Ελεύθερου Τύπου, διάφοροι Ντάσκες και πολλοί απλοί άνθρωποι του συντηρητικού χώρου (και όχι μόνο) διαβεβαίωναν πως οι κόκκινοι τρομοκράτες μπαινόβγαιναν στα γραφεία κομμάτων και ήταν απλώς τα όργανα εκκαθάρισης των ανήσυχων δεξιών φωνών της Μεταπολίτευσης. Στη δεκαετία του 1980, αυτή η φιλολογία για τα «φιλαράκια τρομοκράτες» ήταν κοινός τόπος και γέννησε μια ανθηρή φιλολογία συνωμοσιολογικής φαντασίας που περιμένει τον μελετητή της.

    ΙΙ

    Πολλοί στην Αριστερά θεώρησαν όμως πως οι ρηχές και ενίοτε εξωφρενικές ασκήσεις φαντασίας κάποιων αντιπάλων της Αριστεράς λύνουν το πρόβλημα. Οι κατά καιρούς Μπογδάνοι λένε ανοησίες ή υπηρετούν απλώς μια ατζέντα «στιγματισμού των ριζοσπαστικών χώρων», επομένως θέμα δεν υπάρχει. Για μεγάλο μέρος της Αριστεράς (εκτός, βεβαίως, του ΚΚΕ, που πρόσθετε πάντα τον αιώνιο παράγοντα CΙΑ στις αναλύσεις του), οι ένοπλοι της Μεταπολίτευσης ήταν κάτι εξωγήινοι ή έστω μικρά κρούσματα στο περιθώριο της Ιστορίας του μαζικού κινήματος. Σύμφωνα με αυτή τη βολική διευθέτηση του θέματος, δεν υπάρχει καμιά σχέση των ένοπλων οργανώσεων μετά το 1974 με την ιστορικότητα της ελληνικής Αριστεράς, με τον αντιφασισμό ή με τους κόσμους των αγώνων από το 1965, την αντιδικτατορική αντίσταση ή το 1974. Σαν να πρόκειται για πρόσωπα, κείμενα και πράξεις δίχως καταγωγή και κοινωνικές σχέσεις, που φύτρωσαν κυριολεκτικά από το πουθενά και σε κενό. Αστεία πράγματα, για όποιον έχει έστω και στοιχειώδη γνώση των αντίστοιχων ευρωπαϊκών παραδειγμάτων όπου για παράδειγμα οι νέοι ερυθροταξιαρχίτες –πριν εμφανιστούν στο προσκήνιο με δράση– συναντούσαν τους ανθρώπους του «Μανιφέστο» και της Αριστεράς του Ιταλικού ΚΚ, οι μεν γνώριζαν φυσικά τους άλλους και βέβαια δεν έτρεφαν καμιά συμπάθεια για τις προθέσεις ο ένας του άλλου. Κανένα δήθεν σκοτάδι, απλώς εξ αρχής ρήγμα και ηθικοπολιτική άβυσσος. Εκεί.

    Στην Ελλάδα όμως χτίστηκαν πολλές, ανακουφιστικές μισές αλήθειες πάνω στην απώθηση μιας πραγματικότητας. Οι ιδεολογικά ρηχές και συχνά κραυγαλέες δίκες που έστηναν κατά καιρούς κάποιοι δεξιοί δημοσιογράφοι ή παράγοντες του ακροδεξιού περιθωρίου έγιναν το πρόσχημα για αυτο-αθώωση και για την ανάπτυξη μιας μυθολογικής ήσυχης συνείδησης στην άλλη πλευρά. Στην Αριστερά εγκαταστάθηκε έτσι η σκανδαλώδης υποτίμηση της αριστερογενούς βίας. Γενικεύτηκε η χρήση ευφημισμών για τις εμπειρίες της πολιτικής τρομοκρατίας. Με την εξαίρεση του άτεγκτου σε αυτά Άγγελου Ελεφάντη και ελάχιστων άλλων, οι διανοούμενοι του χώρου θα αποφύγουν πάντα να μιλήσουν για δολοφόνους της άκρας Αριστεράς. Πολλοί θα βρουν καταφύγιο σε μια ανθρωπιστική ηθικολογία που δεν θέλει να κατονομάσει πολιτικά το κακό αλλά επείγεται να περάσει στην αντεπίθεση κατά των κρατικών σκευωριών (στην ουσία, άλλωστε, θα βαφτίσει «σκευωρίες» όλες τις έρευνες και τις ποινικές διερευνήσεις στη μια ή άλλη υπόθεση).

    Δεν υπήρξε έτσι ποτέ μια σοβαρή καμπάνια εναντίον του εξτρεμισμού και των αντιδημοκρατικών λογικών. Μόνο ή κυρίως μια φτηνή θεωρία περί βλαπτικών συνεπειών στο κίνημα, λες και ένα πολιτικό δεινό κρίνεται απλώς από τις εργαλειακές του επιπτώσεις και όχι με αυτοδύναμα ηθικά-πολιτικά κριτήρια. Δεν αναδείχθηκε ποτέ έτσι το πρόβλημα ως πρόβλημα εκτροπής και πραξικοπηματικής συνείδησης αλλά, αντιθέτως, άνθισε ένας λόγος περί κρατικής καταστολής. Όλο το βάρος έπεσε στις κακές πρακτικές των μηχανισμών του κράτους, στον κιτρινισμό του Τύπου ή σε άλλα φαινόμενα παραβίασης των πρωτοκόλλων της έρευνας για τα σχετικά θέματα. Την ίδια στιγμή, αποτυπώθηκε μια σχεδόν εξαγνιστική προσέγγιση στο φαινόμενο με αναφορές στην Αντίσταση, στο δίκαιο της υποκειμενικής εξέγερσης, σε ιστορικές και ταξικές αδικοπραγίες. Και είχαμε, τέλος, τη διαρκή ενεργοποίηση της μνήμης από άλλους διωγμούς και εμπειρίες καταπίεσης (από τη σκληρή μετακατοχική περίοδο). Ως εάν η μεταπολιτευτική δημοκρατία –με όλες της τις ανώριμες και προβληματικές πλευρές– να ήταν το ίδιο πάνω-κάτω κράτος της εθνικοφροσύνης και της διαρκούς σκευωρίας εναντίον αθώων.

    Αποτέλεσμα; Το ότι η κυρίαρχη ποσοτικά και ποιοτικά τρομοκρατία μετά το 1974 ήταν αριστερογενής δεν έγινε ποτέ αποδεκτό μέσα στην Αριστερά. Όλοι το γνώριζαν, αλλά πολύ λίγοι θα το συζητούσαν δημοσίως. Στο βαθμό μάλιστα που κάτι τέτοιο το φώναζαν συνήθως διάφοροι εμμονικοί της αντίπαλης πλευράς, οδηγούσε πολλούς αριστερούς να το θεωρούν εχθρική συκοφαντία και έγκλημα καθοσιώσεως. Σαν να προσβάλλει κανείς μια ιερή ουσία αναφέροντας τις πολλές βέβηλες λεπτομέρειες τις οποίες προσφέρει η πραγματικότητα. Το διαπιστωμένο –ακόμα και με την πιο απλή καταμέτρηση θυμάτων και στόχων– γεγονός πως το ένοπλο φαινόμενο από το 1974 έως προσφάτως συνδέεται, κατά κανόνα, με τη γνωστή διπλή δέσμευση του ακροαριστερού λόγου, τον αντιδυτικό αντι-ιμπεριαλισμό και τον αντι-καπιταλισμό, ενοχλεί. Και όταν κάποιος το υπενθυμίζει, αντιμετωπίζεται με εχθρικά πυρά. Ή με διάφορες τεχνικές αποφυγής του ουσιώδους ζητήματος, για παράδειγμα, με μετατόπιση της συζήτησης στον συμμοριτισμό (και στις δολοφονικές του συνέπειες) της νεοναζιστικής Χρυσής Αυγής. Λες και η ανάδυση μιας βίαιης, ακροδεξιάς δυναμικής στην ελληνική κοινωνία της κρίσης καθιστά αυτομάτως μικρής εμβέλειας και σημασίας το γεγονός πως υπήρξε τρομοκρατική πρακτική πολλών δεκαετιών από ανθρώπους που δικαιολογούσαν τις πράξεις τους με αριστερά λόγια, με μαρξιστικές, λενινιστικές, αντιαμερικανικές και αντικαθεστωτικές αναλύσεις.

    …………………………

  11. ……………………..

    .

    ΙΙΙ

    Τα αντισύριζα συναισθήματα που αναπτύσσονται σε τμήματα της κοινωνίας ευνοούν σήμερα τη συμπερίληψη όλης σχεδόν της αριστερής ενδοχώρας σε ένα «τόξο του κακού». Μια ακατέργαστη δεξιά αντίληψη –που ενίοτε προσκολλάται και σε αποσπασματικές φιλελεύθερες ρητορικές– τείνει να ιδιοποιηθεί τον αιώνιο αριστερίστικο συλλογισμό: όπως εκείνος δεν βρίσκει διαφορές ουσίας μεταξύ αστικών φιλελεύθερων δυνάμεων και φασισμού, έτσι και κάποιοι δεξιο-φιλελεύθεροι –όχι πολλοί όμως, ευτυχώς– θεωρούν πως ανάμεσα στους αριστερούς, στους εξτρεμιστές και στους τρομοκράτες υπάρχουν μικρές και επουσιώδεις διαφορές. Συχνά, μάλιστα, κυριαρχεί η αντίληψη πως οι τρομοκράτες και οι κάθε λογής βίαιοι είναι συγγενείς πρώτου βαθμού των θεσμικών αριστερών και απολαμβάνουν προστασίας.

    Αυτή ωστόσο η μαχητική αντι-αριστερά της κρίσης δεν μπορεί να χρησιμοποιείται στον δημόσιο λόγο για παιχνίδια προσποίησης και ιδεολογικής φενάκης. Είμαστε πια στο 2017 και δεν έχει κανένα νόημα να αρνείται κανείς την ίδια την ιστορική εμπειρία: το ότι επί χρόνια υπήρξαν σε αυτή τη χώρα παρέες, δίκτυα, ομάδες ανθρώπων με προέλευση από τον πλούσιο αριστερό λειμώνα και οι οποίοι συναντήθηκαν στην ένοπλη παράνομη πρακτική και στο ξεγέλασμα εχθρών και «φίλων». Με διάφορα κίνητρα και φυσικά με αφανείς εμπλοκές που δεν μπορούμε να γνωρίζουμε τις προεκτάσεις τους αφού άλλωστε πολλά πραγματολογικά και αστυνομικά στοιχεία παραμένουν πάντα στο σκοτάδι (ίσως για λόγους πολιτικής σύνεσης των Αρχών για να μην ξύσουν πληγές). Οι εμπειρίες του αριστερού, αντισυστημικού underworld αποτελούν φυσικά μέρος της ιστορίας της Αριστεράς και δεν πρέπει να προσεγγίζονται ως κάτι ξένο ή εξωτικό. Το μειοψηφικό, το περιθωριακό, το «παρακρατικό» και το κρυφό συνυπογράφουν την Ιστορία και την ιστορικότητα της πολιτικής, έστω ως παθολογίες της δράσης.

    Το να αναγνωρίσει κανείς ανοιχτά τις παθολογίες της πολιτικής δράσης, να έχει δηλαδή προχωρήσει σε μια καθαρή εξήγηση με τις αυταρχικές και ολοκληρωτικές πτυχές της ριζοσπαστικής πολιτικής συνείδησης, θα ήταν η μοναδική διέξοδος από τις αμηχανίες, από τα εμφανή ψέματα και τα ανούσια μικροκομματικά παιχνίδια γύρω από το ποιος είναι «με τους τρομοκράτες» και ποιος όχι.

    Υπάρχει όμως κάτι που εμποδίζει εδώ και πολλές δεκαετίες αυτή την πολιτική υπέρβαση μέσα στην ελληνική Αριστερά και στην ελληνική κοινωνία ευρύτερα: το ότι η αντιφασιστική της ευαισθησία της δεν συνδυάστηκε, παρά ελάχιστα, με μια συνεκτική και ώριμη αντιολοκληρωτική δέσμευση. Μικρές πολιτικές δυνάμεις της ανανέωσης και μεμονωμένοι διανοούμενοι (ένας Πατρίκιος, ένας Ραυτόπουλος κ.ά.) είδαν το πρόβλημα – αλλά η κοινωνική βάση και κυρίως οι νεότερες γενιές έμειναν ασυγκίνητες. Οι δε ριζοσπαστικοποιημένοι διανοούμενοι της πρόσφατης, αντιμνημονιακής περιόδου θα θεωρήσουν πως αυτή η αντιολοκληρωτική δέσμευση είναι η εφαρμογή κάποιας διαβολικής θεωρίας των δύο άκρων. Γι’ αυτούς, βεβαίως, δεν υπάρχει άλλο κακό στον κόσμο των πρακτικών παρά μόνο ο νεοφιλελευθερισμός. Αν κάτι δεν συσχετίζεται με αυτόν, δεν έχει γνωστικό και πολιτικό ενδιαφέρον.

    Αλλά για ποιο λόγο να φοβάται κανείς να μιλήσει για δύο άκρα; Υπάρχει μήπως κάποιος ειδικός, ιστορικός ή μεταφυσικός, λόγος που καθιστά έναν ιδεολογικό και πολιτικό χώρο απαλλαγμένο από το πολιτικό κακό; Υπάρχει οποιαδήποτε κληρονομιά εγγενούς αγαθότητας; Όχι φυσικά. Μετά απ’ όλα όσα έχουμε μάθει για τα τέρατα του εικοστού αιώνα, είναι γελοίο και εξοργιστικό να ενδύεται κανείς τον μανδύα της ηθικής υπεροχής. Το να αναγνωρίζεις ότι υπήρξαν και υφίστανται ποικίλες μορφές ιδεολογικοπολιτικού κακού (και ένα από αυτά είναι η τρομοκρατική πρακτική και η αντίστοιχη πολιτική βία) δεν σημαίνει πως σταματάς να ερευνάς τις διαφορές στην Ιστορία, τους ιστορικούς, κοινωνικούς, πολιτισμικούς παράγοντες που διαμορφώνουν την μια ή την άλλη πολιτική παθολογία. Δεν εξισώνεις τα επιμέρους δεινά αλλά αναζητείς το πεδίο στο οποίο όλες οι παθολογίες της πολιτικής δράσης (δεξιές ή αριστερές) υπονομεύουν την κοινωνία των ελευθεριών και τη στοιχειώδη εμπιστοσύνη σε ένα κράτος δικαίου.

    Οι πολιτικές παθολογίες μετέχουν στη διαμόρφωση των συλλογικών ταυτοτήτων και των πολιτικών παθών. Ο ίδιος ο ολοκληρωτισμός δεν μπορεί να κατανοηθεί έξω από την ανάλυση της δημοκρατίας, των αντιφάσεων της μαζικής τεχνολογικής κοινωνίας και των συγκρούσεων που προκύπτουν ανάμεσα στην πολιτική ως θρησκεία και στην πολιτική ως κοσμικό ορίζοντα όπου διαπραγματευόμαστε τις συγκρούσεις μας και χτίζουμε ένα modusvivendi.

    Η αποθέωση της πολιτικής ως θρησκείας της δέσμευσης και της σύγκρουσης για την αλήθεια είναι μια θεμελιώδης παράμετρος που δεν πρέπει να την ξεχνάμε.

    Μαζί όμως με την αποθέωση της πολιτικής ως θρησκείας, η ελληνική εμπειρία γνώρισε και μια αποθέωση της Ιστορίας ως Ιστορίας του πόνου, της κρατικής βίας και του διωγμού. Ο εμφύλιος, η καχεκτική δημοκρατία, η επτάχρονη δικτατορία έγιναν τα υπαρξιακά βάθρα αυτής της αγχωτικής «υπερπολιτικοποίησης». Ο πυρήνας αυτής της υπερπολιτικοποίησης είναι όμως η τραυματική απόκλιση από την ίδια την κοινωνική κίνηση της φιλελεύθερης δημοκρατίας: όσο αυτή η κίνηση εμπεδώνει την ειρήνη, ρυθμίζει τις συγκρούσεις και ενθαρρύνει σχέδια ζωής για εκπλήρωση και ατομική ευτυχία, τόσο πιο έντονη γίνεται η αποκοπή του «πολιτικού αγωνιστή» από την πραγματικότητα. Η παθολογική εκδοχή αυτής της αποκοπής είναι ο τρομοκρατικός και βίαιος σεχταρισμός. Θα σπρώξει εν τέλει άτομα και μικρές ομάδες σε ένα είδος ένοπλου αναχωρητισμού από μια κοινωνία που θα τη θεωρήσουν χαμένη, αποπροσανατολισμένη και παραδομένη στους κάθε λογής δυνάστες της.

    ΙV

    Ο πρωθυπουργός και οι «πρώην σύντροφοί του» οι τρομοκράτες, λέει ο ένας. Πολλοί έσπευσαν να το υιοθετήσουν, λιαίνοντας κάπως τη χοντροκομμένα επιδεικτική ρητορική.

    Η απάντηση ήρθε βεβαίως αμέσως: ιδού «ο φιλελές» και οι «φίλοι» του οι χρυσαυγίτες.

    Από τη μία, το βλέμμα που ψάχνει συνέχεια έως ταύτιση ανάμεσα στις αντιθεσμικές και τυχοδιωκτικές επιλογές του κυβερνώντος ΣΥΡΙΖΑ και στις εξτρεμιστικές και δολοφονικές πρακτικές των «αντικαθεστωτικών».

    Από την άλλη, έχουμε αφύπνιση της γνωστής τάσης που βλέπει κάθε φιλελευθερισμό ως συγκαλυμμένη Ακροδεξιά ενώ ταυτίζει διαρκώς τη «νεοφιλελεύθερη διαπλοκή» με τη δικτατορία και το φασισμό.

    Με αυτές τις δυο εκδοχές φτωχής σκέψης πορευόμαστε, τέσσερις δεκαετίες μετά την τομή του 1974.

    Ο ριζοσπαστισμός ναρκώνει τη σκέψη και τη μεταβάλλει σε οδοστρωτήρα εύκολων συγχωνεύσεων. Στην Αριστερά, ακόμα και σε αυτή την «τσιπρική» μετα-περιοχή της, παλεύουν ακόμα με τους ευφημισμούς και τις όμορφα τακτοποιημένες κουβέντες. Φοβούνται να παραδεχτούν πως υπήρξε και μπορεί ανά πάσα στιγμή να υπάρξει και μια ολοκληρωτική, αντιδημοκρατική, απάνθρωπη ριζοσπαστική κληρονομιά. Και πως ούτε ο αντιφασισμός ούτε ο αντι-ελίτ ηθικισμός και η ρητορική της κοινωνικής δικαιοσύνης απαλλάσσουν κάποιον από το έγκλημα, αν το έχει διαπράξει ή αν έσπευσε να το δικαιολογήσει θεωρητικά.

    Σε ορισμένες γωνιές του φιλελεύθερου χώρου, η άγνοια, η αντιπολιτευτική μανιέρα, η πρόχειρη ανάγκη για δικαίωση ακόμα και των αντικομμουνιστών εθνικοφρόνων του 1950 φτιάχνει πλέον έναν άλλον αναχρονισμό: έναν πολεμικό οίστρο που δεν υπολείπεται σε υστερία από τους αριστερισμούς του διαδικτύου.

    Αλλά δεν υπάρχει πιο τρανή απόδειξη για την οπισθοδρόμησή μας σε πολιτικό και πολιτισμικό επίπεδο από αυτήν εδώ τη γραφή και το θέμα της. Το ότι υποχρεωνόμαστε Ιούλιο μήνα να μιλήσουμε για την αρχαία σκουριά της Αριστεράς, τις εμμονές κάποιων από τους αντιπάλους της και το φάντασμα της ένοπλης βίας, όλο αυτό έχει κάτι βαθιά ανησυχαστικό. Σαν να βυθιζόμαστε στο παρελθόν που αρνείται να παρέλθει κι αυτό να μας κρατάει στην απατηλά στοργική του αγκαλιά. Η πολιτική ανορθογραφία των ημερών μάς αναγκάζει να γίνουμε εθνογράφοι χαμένων κόσμων – επειδή ακριβώς έχουμε την υποψία πως αυτοί οι κόσμοι ζουν και βασιλεύουν. Έστω στο κρύο και κακό αστείο του έλληνα πρωθυπουργού για τις μολότοφ.

    http://booksjournal.gr/slideshow/item/2576-tromokratia,-aristera,-bogdanos

  12. […] Κατ’ αρχάς θα έπρεπε να διευκρινιστεί το τι σημαίνει κομμουνισμός. Στα ελληνικά ο όρος μεταφράζεται ως «κοινωκτημονισμός», ενώ ως κοινωνισμός μπορεί να μεταφραστεί ο όρος σοσιαλισμός(socialisme). Σημαίνει δηλαδή  μια αντίληψη για την κοινωνική οργάνωση που βασίζεται στην ισότητα και στην άρνηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ως ιδεολογικό ρεύμα προέρχεται από την πανάρχαια τάση του ανθρώπου για ισότητα. Από την απαρχή της εμφάνισης του ανθρώπου και ειδικότερα από τη στιγμή που εμφανίζεται η κοινωνική διάκριση, η υποταγή του ανθρώπου σε άλλον άνθρωπο, η σκλαβιά και η εκμετάλλευση, εμφανίζεται αυτόματα και η ανάγκη για εξάλειψη των αρνητικών φαινομένων. Η ανάγκη αυτή θα πάρει κατά καιρούς πολλές μορφές, από φιλοσοφικά εξισωτικά και θρησκευτικά σωτηριολογικά κινήματα έως βίαιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Αυτή ακριβώς η πανάρχαια αντίδραση του ανθρώπου στην καταπίεση και την εκμετάλλευση είναι η απαρχή του φαινομένου που στην εποχή της νεωτερικότητας θα πάρει την ονομασία «Αριστερά».  […]

  13. […] Κατ’ αρχάς θα έπρεπε να διευκρινιστεί το τι σημαίνει κομμουνισμός. Στα ελληνικά ο όρος μεταφράζεται ως «κοινοκτημονισμός», ενώ ως κοινωνισμός μπορεί να μεταφραστεί ο όρος σοσιαλισμός(socialisme). Σημαίνει δηλαδή  μια αντίληψη για την κοινωνική οργάνωση που βασίζεται στην ισότητα και στην άρνηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ως ιδεολογικό ρεύμα προέρχεται από την πανάρχαια τάση του ανθρώπου για ισότητα. Από την απαρχή της εμφάνισης του ανθρώπου και ειδικότερα από τη στιγμή που εμφανίζεται η κοινωνική διάκριση, η υποταγή του ανθρώπου σε άλλον άνθρωπο, η σκλαβιά και η εκμετάλλευση, εμφανίζεται αυτόματα και η ανάγκη για εξάλειψη των αρνητικών φαινομένων. Η ανάγκη αυτή θα πάρει κατά καιρούς πολλές μορφές, από φιλοσοφικά εξισωτικά και θρησκευτικά σωτηριολογικά κινήματα έως βίαιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Αυτή ακριβώς η πανάρχαια αντίδραση του ανθρώπου στην καταπίεση και την εκμετάλλευση είναι η απαρχή του φαινομένου που στην εποχή της νεωτερικότητας θα πάρει την ονομασία «Αριστερά». […]

  14. […] Κατ’ αρχάς θα έπρεπε να διευκρινιστεί το τι σημαίνει κομμουνισμός. Στα ελληνικά ο όρος μεταφράζεται ως «κοινοκτημονισμός», ενώ ως κοινωνισμός μπορεί να μεταφραστεί ο όρος σοσιαλισμός(socialisme). Σημαίνει δηλαδή  μια αντίληψη για την κοινωνική οργάνωση που βασίζεται στην ισότητα και στην άρνηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ως ιδεολογικό ρεύμα προέρχεται από την πανάρχαια τάση του ανθρώπου για ισότητα. Από την απαρχή της εμφάνισης του ανθρώπου και ειδικότερα από τη στιγμή που εμφανίζεται η κοινωνική διάκριση, η υποταγή του ανθρώπου σε άλλον άνθρωπο, η σκλαβιά και η εκμετάλλευση, εμφανίζεται αυτόματα και η ανάγκη για εξάλειψη των αρνητικών φαινομένων. Η ανάγκη αυτή θα πάρει κατά καιρούς πολλές μορφές, από φιλοσοφικά εξισωτικά και θρησκευτικά σωτηριολογικά κινήματα έως βίαιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Αυτή ακριβώς η πανάρχαια αντίδραση του ανθρώπου στην καταπίεση και την εκμετάλλευση είναι η απαρχή του φαινομένου που στην εποχή της νεωτερικότητας θα πάρει την ονομασία «Αριστερά». […]

  15. […] Κατ’ αρχάς θα έπρεπε να διευκρινιστεί το τι σημαίνει κομμουνισμός. Στα ελληνικά ο όρος μεταφράζεται ως «κοινοκτημονισμός», ενώ ως κοινωνισμός μπορεί να μεταφραστεί ο όρος σοσιαλισμός(socialisme). Σημαίνει δηλαδή  μια αντίληψη για την κοινωνική οργάνωση που βασίζεται στην ισότητα και στην άρνηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ως ιδεολογικό ρεύμα προέρχεται από την πανάρχαια τάση του ανθρώπου για ισότητα. Από την απαρχή της εμφάνισης του ανθρώπου και ειδικότερα από τη στιγμή που εμφανίζεται η κοινωνική διάκριση, η υποταγή του ανθρώπου σε άλλον άνθρωπο, η σκλαβιά και η εκμετάλλευση, εμφανίζεται αυτόματα και η ανάγκη για εξάλειψη των αρνητικών φαινομένων. Η ανάγκη αυτή θα πάρει κατά καιρούς πολλές μορφές, από φιλοσοφικά εξισωτικά και θρησκευτικά σωτηριολογικά κινήματα έως βίαιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Αυτή ακριβώς η πανάρχαια αντίδραση του ανθρώπου στην καταπίεση και την εκμετάλλευση είναι η απαρχή του φαινομένου που στην εποχή της νεωτερικότητας θα πάρει την ονομασία «Αριστερά». […]

  16. […] Κατ’ αρχάς θα έπρεπε να διευκρινιστεί το τι σημαίνει κομμουνισμός. Στα ελληνικά ο όρος μεταφράζεται ως «κοινοκτημονισμός», ενώ ως κοινωνισμός μπορεί να μεταφραστεί ο όρος σοσιαλισμός(socialisme). Σημαίνει δηλαδή  μια αντίληψη για την κοινωνική οργάνωση που βασίζεται στην ισότητα και στην άρνηση της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο. Ως ιδεολογικό ρεύμα προέρχεται από την πανάρχαια τάση του ανθρώπου για ισότητα. Από την απαρχή της εμφάνισης του ανθρώπου και ειδικότερα από τη στιγμή που εμφανίζεται η κοινωνική διάκριση, η υποταγή του ανθρώπου σε άλλον άνθρωπο, η σκλαβιά και η εκμετάλλευση, εμφανίζεται αυτόματα και η ανάγκη για εξάλειψη των αρνητικών φαινομένων. Η ανάγκη αυτή θα πάρει κατά καιρούς πολλές μορφές, από φιλοσοφικά εξισωτικά και θρησκευτικά σωτηριολογικά κινήματα έως βίαιες εξεγέρσεις και επαναστάσεις. Αυτή ακριβώς η πανάρχαια αντίδραση του ανθρώπου στην καταπίεση και την εκμετάλλευση είναι η απαρχή του φαινομένου που στην εποχή της νεωτερικότητας θα πάρει την ονομασία «Αριστερά». […]

  17. «Κουλτουριάρης» ή απλά διανοούμενος;

    Του Ουμπέρτο Έκο

    Πρόσφατα ξεκίνησε στην Ιταλία μια συζήτηση με μειωτικούς όρους, όπως «κουλτουριάρης» (culturame) και «σκουπίδι της διανόησης», ο οποίοι χρησιμοποιούνται πάλι ύστερα από δεκαετίες. Πολιτικοί σε πολλές κυβερνήσεις επιστρατεύουν αυτούς τους όρους για να μειώσουν τους διανοουμένους της αντιπολίτευσης.

    Οπως θυμάμαι, ο όρος «κουλτουριάρης» εισήχθη από τον Μάριο Σέλμπα, τον ιταλό υπουργό Εσωτερικών στα τέλη της δεκαετίας του ΄40, άνδρα πιστό μόνο στη λογική του ροπάλου.

    Ο Σπύρος Αγκνιου, ο αντιπρόεδρος του Ρίτσαρντ Νίξον, αναφερόταν σε«ξεπεσμένους υπερόπτες», φέρνοντας στο μυαλό τις παλιές, εβδομαδιαίες εφημερίδες επί φασισμού, οι οποίες γελοιοποιούσαν τους συγγραφείς ή τουςδιανοουμένους που δεν έλεγαν καλά το ρο, αναφερόμενες σε «γομαντικούς ποιητές». «Αβγοκέφαλοι» (eggheads) ήταν μια ανάλογη έκφραση που χρησιμοποιούνταν στα αγγλικά. Και κατά τη διάρκεια των πολιτικών αγώνων της μεταπολεμικής περιόδου, οι δεξιοί διαμορφωτές σκέψης αναβίωσαν την έκφραση «χρήσιμοι ηλίθιοι» , με την οποία ο Βλαντίμιρ Λένιν περιέγραψε τους διανοουμένους που απλώς συμπαθούσαν την Αριστερά. Ολοι αυτοί οι όροι ενισχύουν την ιδέα πως η περιφρόνηση για τους διανοουμένους είναι ένα χαρακτηριστικό της Δεξιάς. Λογικό επακόλουθο μοιάζει το να μην υπάρχουν δεξιοί διανοούμενοι, αφού όλοι οι διανοούμενοι είναι με την αντιπολίτευση.

    Από τη φύση του ένας διανοούμενος είναι πάντα αντίθετος σε κάτι. Αλλά ακόμη και οι δεξιοί μπορούν να είναι αντίθετοι σε πολλά πράγματα. Εχουν υπάρξει σπουδαίοι συντηρητικοί διανοούμενοι, ορισμένοι ακόμη και αντιδραστικοί. «Αντιδραστικός» δεν είναι μια κακή λέξη. Πολλοί πνευματικοί άνθρωποι και καλλιτέχνες έχουν ονειρευτεί την επιστροφή σε μια παράδοση ή σε κάποιο «παλαιό καθεστώς».

    Αντιδραστικός δεν είναι απαραιτήτως κάποιος που θέλει να πεινάσουν οι εργαζόμενοι ούτε είναι αυτομάτως φασίστας. Με αυτή τη λογική ο Δάντης ως διανοούμενος ήταν μέγας αντιδραστικός. Και στην εποχή μας πολλοί συγγραφείς δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επικρίνουν τους νεωτερισμούς, την τεχνολογία και την επαναστατική ουτοπία.

    Πρόσφατα η ιταλική Δεξιά ανέδειξε ως πνευματικούς της «ήρωες» ανθρώπους που ήταν αριστεροί εξ ορισμού, με πιο χαρακτηριστική την περίπτωση (ίσως όχι άδικα) του ιταλού διανοουμένου και σκηνοθέτη Πιερ Πάολο Παζολίνι, δεδομένου ότι υπερασπίστηκε την επιστροφή ανθρώπων και φύσης στο προβιομηχανικό στάδιο.

    Ελάχιστοι έξω από την Ιταλία (ή μέσα σε αυτήν) θα το θυμούνται αυτό, αλλά τη δεκαετία του ΄60 έγινε πολλή συζήτηση για την αναγέννηση μιας δεξιάς κουλτούρας. Κυκλοφόρησε ακόμη κι ένα περιοδικό, υπό τον τίτλο «La Destra» («Η Δεξιά»). Εκδότες όπως ο Μποργκέζε από μικροϋπερασπιστές τουΑδόλφου Χίτλερ έφτασαν να εκδίδουν κείμενα του Σπύρου Αγκνιου (που κάποτε αποκλήθηκε «ο αντιδραστικότερος αντιπρόεδρος των Ηνωμένων Πολιτειών, ο άνδρας που λέει δυνατά ό,τι ο Ρίτσαρντ Νίξον λέει μέσα απ΄ τα δόντια του»).

    Οι εκδόσεις Ρουσκόνι που είχαν εκδώσει πολλούς εκπροσώπους της «δεξιάς διανόησης», από τον ιάπωνα συγγραφέα Γιούκιο Μισίμα ως τον ΡουμάνοΒιντίλα Χορία, από τον ιταλό συγγραφέα Τζιουζέπε Πρετζολίνι ως τον συγγραφέα και πολιτικό Πανφίλο Τζεντίλε, ανακαλύπτουν και πάλι μια αληθινή, «μεγάλη» αντιδραστική φιλοσοφία, όπως αυτή του Ζοζέφ ντε Μεστρ, του γάλλου διπλωμάτη της μετεπαναστατικής εποχής, ο οποίος θεωρείται πρόδρομος του φασισμού.

    Για να βρούμε μεγάλους συγγραφείς που ήταν ή είναι δεξιοί, συντηρητικοί ή αντιδραστικοί, χρειάζεται μόνο να κοιτάξουμε γύρω μας. Μπορούμε να βρούμε φασίστες ή αντισημίτες συγγραφείς, όπως ο Λουί-Φερντινάν Σελίν ή ο Εζρα Πάουντ, και εχθρούς της σύγχρονης εποχής, όπως ο αυστριακός ιστορικός της τέχνης Χανς Σεντλμαΐρ, ο γερμανός φιλόσοφος Μάρτιν Χάιντεγκερ ή ο γάλλος διανοούμενος Ρενέ Γκενόν. Αν ψάξουμε τους καταλόγους των «δημοκρατικών» εκδοτών, μπορούμε να βρούμε προσπάθειες αριστερών να χαρακτηρίσουν «δικούς τους» δεξιούς συγγραφείς, όπως τον Ερνστ Γιούνγκερ ή τον Οσβαλντ Σπένγκλερ. Αραγε αυτοί οι δεξιοί συγγραφείς δεν είναι επίσης «κουλτουριάρηδες»;

    Η αλήθεια είναι ότι αντιλαμβανόμαστε τη Δεξιά σαν να είναι κάτι ομοιογενές. Αλλά ακόμη και σε αυτούς τους κύκλους βρίσκουμε διανοουμένους που αναγνωρίζουν «τον εαυτό τους». Ακριβώς γιατί είναι διανοούμενοι, δεν κολλάνε εύκολα στους αντιπάλους τους την ταμπέλα του «σκουπιδιού της διανόησης» ή των «ξεπεσμένων υπεροπτών».

    Αλλοι, πλάσματα του συστήματος των ρουσφετολογικών διορισμών, λακέδες των πολιτικών, που ενδιαφέρονται μόνο για την εξουσία (ή τα χρήματα), δεν έχουν ποτέ διαβάσει αρκετά για να γνωρίζουν ότι υπάρχουν δεξιοί διανοούμενοι. Βλέπουν μόνον τους αριστερούς της αντιπολίτευσης. Στα μυαλά τους ο διανοούμενος είναι συνώνυμο του αντίθετου. Οπως ο ναζιστής διοικητής της Λουφτβάφε Χέρμαν Γκέρινγκ, μόλις ακούν για κουλτούρα βγάζουν έξω τα ρεβόλβερ τους.

    Αν και η απόδοση της φράσης στον Γκέρινγκ αμφισβητείται, η φράση ακούγεται στο φιλοναζιστικό έργο «Σλαγκέτερ» του Χανς Γιοστ: «Οταν ακούω για κουλτούρα, βγάζω το μπράουνινγκ μου». Αλλά αυτοί που σήμερα είναι έτοιμοι να πυροβολήσουν τους διανοούμενους δεν γνωρίζουν τίποτε για την προέλευση της φράσης. Δεν διαβάζουν. Απλώς δεν διαβάζουν.

    http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=6&artid=303267&dt=05/12/2009

  18. Μια χαρακτηριστική περίπτωση διαστρέβλωσης των όρων και χρήσης τους «δια πάσα νόσον….», είναι ο χαρακτηρισμος ως «φασίστα» του Άγγελου Συρίγου, καθηγητή στο Πάντειο.

    ————————————-
    Με αφορμή τη στοχοποίησή του, ο πρόεδρος του τμήματος Διεθνών, Ευρωπαϊκών και Περιφερειακών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου, κ. Χ. Παπασωτηρίου, δημοσιοποίησε το εξής μήνυμα.
    ————————————————————————

    Αθήνα, 6 Οκτωβρίου 2017

    Κύριες και κύριοι συνάδελφοι,

    Ως πρόεδρος του Τμήματος στο οποίο υπηρετεί ο αναπληρωτής καθηγητής κ. Άγγελος Συρίγος ζητώ τη βοήθειά σας για τη συλλογή όσο το δυνατόν περισσότερων υπογραφών από πανεπιστημιακούς πανελλαδικά για το συνδεδεμένο κείμενο διαμαρτυρίας ενάντια στη νέα στοχοποίηση του κ. Συρίγου σε αφίσα που τον αποκαλεί φασίστα και περιλαμβάνει δύο μεγάλες φωτογραφίες του.

    Η αφίσα τοιχοκολλήθηκε όχι μόνο σε πανεπιστημιακούς χώρους αλλά και στα Εξάρχεια και σε κεντρικούς δρόμους της Αθήνας. Ο λόγος για τη στοχοποίησή του είναι, ότι ο Άγγελος Συρίγος είχε το θάρρος και την υπευθυνότητα να κάνει μήνυση στους τρεις νεαρούς άνδρες, που του επιτέθηκαν σωματικά δίπλα στο Πάντειο Πανεπιστήμιο επειδή τους έκανε παρατήρηση για αναγραφή συνθημάτων στον μαρμάρινο τοίχο του πανεπιστημίου.

    Η μικρή άνανδρη κλίκα που έβγαλε την αφίσα επιδιώκει να εκφοβίσει το σύνολο της πανεπιστημιακής κοινότητας, ώστε να μην τολμήσει κάποιο μέλος της να κάνει μήνυση σε περίπτωση που δεχθεί σωματική επίθεση. Τα μέλη της πανελλαδικής πανεπιστημιακής κοινότητας οφείλουμε να διαμαρτυρηθούμε κατηγορηματικά ενάντια στην προσπάθεια εκφοβισμού μας με μεθόδους που θυμίζουν φασισμό και οργανωμένο έγκλημα. ‘Έξω η βία από τα πανεπιστήμια.

    https://secure.avaaz.org/el/petition/Ypoyrgeio_Paideias_Ereynas_kai_Thriskeymaton_Eimaste_oloi_fasistes/

    ——————————

    ΤΟ ΠΡΟΣ ΥΠΟΓΡΑΦΗ ΚΕΙΜΕΝΟ ΕΙΝΑΙ:

    Γιατί είναι σημαντικό;

    Αν το να ζητάει κάποιος την ποινική δίωξη νεαρών εντελώς άσχετων με την φοιτητική κοινότητα που βάναυσα βιαιοπράγησαν εναντίον του, τον καθιστά φασίστα
    Αν το να εκφράζει κάποιος ελεύθερα απόψεις, οι οποίες ενδεχομένως δεν είναι σε όλους αρεστές, τον καθιστά φασίστα…
    Αν η προβολή κάποιων αντιλήψεων για τη θεωρούμενη ως σωστά διαχείριση των διεθνοπολιτικών θεμάτων της χώρας, καθιστά τον φορέα αυτών των αντιλήψεων φασίστα…
    Τότε οι υπογράφοντες το παρόν ακαδημαϊκοί δάσκαλοι…
    Θεωρούμε πως κινδυνεύουμε κι εμείς να χαρακτηρισθούμε αναλόγως…
    Έστω και αν, ενδεχομένως, ορισμένοι από εμάς μπορεί να ακολουθούσαμε διαφορετική στάση σε δικαστική διαμάχη με τους νεαρούς που βιαιοπράγησαν εναντίον μας …
    Ωστόσο ενημερώνουμε όσους χρησιμοποιούν τέτοιους χαρακτηρισμούς…
    Πως στην ιστορική διαδρομή του τόπου τέτοιοι χαρακτηρισμοί υποδήλωναν τους θύτες και τους μετερχόμενους βία…
    Ενώ στη συγκεκριμένη περίπτωση ταυτίζονται με τα θύματα και τους υφιστάμενους βία
    Για να μη μιλήσουμε για το σοβαρότατο ενδεχόμενο να εκθέσουν σε περισσότερη βία τους κατ’ αυτόν τον τρόπο χαρακτηριζόμενους…
    Θεωρούμε πάντως πως οι περισσότεροι από όσους χάραξαν αυτή τη στρατηγική κατά του συναδέλφου σε μεγαλύτερη ηλικία θα γελούν και ταυτόχρονα θα ντρέπονται για τη συμπεριφορά τους αυτή…

    ————————————-


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: