Aριστερά και φασίζουσες συμπεριφορές

«…Και να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους»
.

Υπάρχουν αυταρχικές έως και φασιστικές συμπεριφορές στην Αριστερά;

Το ερώτημα αυτό φαντάζει αυτονόητο για όσους γνωρίζουν την ιστορία της Αριστεράς ή έχουν συμμετάσχει οργανωτικά σε  κάποια από τις απειράριθμες ομάδες της που συνήθως βίωσαν την διάσπαση και την δαιμονοποίηση των πάλαι ποτέ συντρόφων τους.


koinwniko_kentro_agwnaΤο σχόλιο αυτό γράφεται με αφορμή ένα περιστατικό που συνέβη κατά την πρόσφατη εκδήλωση στη Νέα Φιλαδέλφεια για μια από τις πλέον άγνωστες σελίδες του ελληνικού γλωσσικού ζητήματος: τη μεσοπολεμική σύγκρουση δύο μορφών της ελληνικής,  της ποντιακής και της δημοτικής, κατά τη διεκδίκηση της ανακήρυξης μιας εκ των δύο ως επίσημης ελληνικής γλώσσας της ΕΣΣΔ .

Η εκδήλωση έγινε την Παρασκευή 22-4-2016 στο στέκι της Λαϊκής Συνέλευσης Φιλαδέλφειας – Χαλκηδόνας στο πλαίσιο του γλωσσολογικού σεμιναριακού κύκλου που επιμελείται ο Λάμπης Κατσιάπης.

Η εκδήλωση είχε πολύ ενδιαφέρον. Στο τέλος της παρουσίασης του θέματος πρόβαλα και αρκετές φωτογραφίες και κείμενα που είχα διαμορφώσει με το PowerPoint και έτσι τα όσα συνέβησαν καθώς και οι πρωταγωνιστές πήραν συγκεκριμένη μορφή. Φυσικά, κατά την ανάπτυξη του θέματος αναφέρθηκα στην εθνική πολιτική που ακολουθήθηκε στην ΕΣΣΔ τόσο κατά την πρώτη «λενινιστική» περίοδο όσο και τη δεύτερη –με κορύφωση τις Δίκες της Μόσχας–   που την αποκαλούμε «σταλινική» και κατά την οποία οι Έλληνες κομμουνιστές που είχαν πρωταγωνιστήσει στο ελληνικό σοβιετικό ζήτημα θα δολοφονηθούν ως «εχθροί του λαού» ή θα εκτίσουν πολύχρονες καθείρξεις σε Στρατόπεδα Συγκέντρωσης στη Σιβηρία.

Η αναφορά αυτής της τραγικής σελίδας, τόσο του ποντιακού ελληνισμού όσο και της ελληνικής Αριστεράς, φαίνεται ότι ακόμα και σήμερα προκαλεί εχθρότητα και υποκινεί πρωτόγονες συμπεριφορές.

Μάρτυρες αυτού ακριβώς του φαινομένου υπήρξαν όσοι παρακολούθησαν την διάλεξή μου. Γιατί στο τέλος της εκδήλωσης υπήρξε βίαιη παρέμβαση ενός απόφοιτου των ΚΝΑΤ, ενός «κακομούτσουνου» κατά τον ορισμό του Μπορίς Βιαν –δηλαδή ένας από αυτούς που επιχειρούν να μας κατευθύνουν με τη βία και το ψέμα επικαλούμενοι στην περίπτωσή μας την αγία και αμόλυντη σταλινική θεολογία που δοξάζει το σοβιετικό τέλειο Παράδεισο. Υποστήκαμε –με μια προσωπική εναντίον μου τρομοκρατική παρέμβαση- όλη τη βία που γνωρίσαμε και στο παρελθόν όλοι όσοι αναδεικνύουμε και  ασκούμε κριτική στις σκοτεινές πλευρές του σοβιετικού πειράματος.

Το ενδιαφέρον –για όσους ενδιαφέρονται βέβαια- είναι ότι η νέα υστερία και η επιθετική στάση εκπορεύεται από το Βαθύ Κράτος που υπήρχε από πάντα μέσα στο ΚΚΕ και από το ’91  έχει κυριαρχήσει στον Περισσό (Παπαρήγα-Μαϊλης κ.ά.) Η ομάδα αυτή επιχειρεί να κατασκευάσει ένα κομματικό αλλά και σοβιετικό παρελθόν αγιοποιημένο, απαλλαγμένο και από κάθε τι που θα μπορούσε να το σκιάσει και να προκαλέσει τον προβληματισμό και την αμφισβήτηση στους πιστούς που εντάσσει στο σωτηριολογικό του σχέδιο. Δημιουργεί έτσι ένα κλίμα που θυμίζει από τα μια το περιβάλλον του Μεσοπολέμου και από την άλλη –σε μια λάιτ εκδοχή- το σύγχρονο ισλαμοφασιστικό και τζιχαντιστικό μοντέλο.     

Παράλληλα, χρησιμοποιώντας στρατευμένους ιστορικούς που δρουν στο πλαίσιο του τομέα Ιστορίας της ΚΕ, προσπαθεί να δημιουργήσει ένα αιτιολογικό πλαίσιο για τις μεγάλες σφαγές των εσωκομματικών αντιπάλων που προκάλεσε ο Στάλιν καθώς και την πολιτισμική Γενοκτονία των μικρών μειονοτήτων, μεταξύ των οποίων και των Ελλήνων της ΕΣΣΔ. Στο πλαίσιο αυτό ανασύρουν ακόμα και στοιχεία της νεοναζιστικής προπαγάνδας για να τα χρησιμοποιήσουν εναντίον τωνΠοντίων της ΕΣΣΔ και να δικαιολογήσουν τις σταλινικές διώξεις.

Απόρροια όλων αυτών των μεθοδεύσεων είναι διάφορες αντιδράσεις σταλινοειδών, είτε αυτές προέρχονται από τον δήμαρχο του Χαϊδαρίου Μιχ. Σελέκο, είτε από τους ολιγόμυαλους οπαδούς του ΚΚΕ στο Κιλκίς, είτε από «κακομούτσουνους» ανεγκέφαλους σαν και αυτόν που έκανε «παρέμβαση» στην προχθεσινή εκδήλωση της Νέας Φιλαδέλφειας.

Το ζήτημα είναι ευρύτερο και σχετίζεται με τον εξευτελισμό της Αριστεράς και την άρνηση των βασικών κριτηρίων της, που είναι κριτική έρευνα και διαρκής αγώνας για την αλήθεια και τη δικαιοσύνη.     

Μήπως θα έπρεπε οι πραγματικοί Αριστεροί -που τιμούν τις γενέθλιες συνθήκες δημιουργίας της ως  δημοκρατική κατάκτηση του διαφωτισμού, και γνωρίζουν να υπηρετούν το ουμανιστικό της πνεύμα- θα έπρεπε να τοποθετήσουν την αυταρχική ολοκληρωτική εκδοχή της σε ένα πλάνο, πλάι στους νεοναζί της Χρυσής Αυγής;

Μήπως -λέω μήπως- θα πρέπει πλέον να αποφασίσουμε να συγκρουστούμε αποφασιστικά με τους «κακομούτσουνους»;;;  

gulang

Διαβάστε επίσης:

Το ΚΚΕ, το πολιτικό σύστημα και η παράξενη ανοχή του σταλινισμού

https://kars1918.wordpress.com/2015/09/18/kke-avgi/

KNAT

Advertisements

9 Σχόλια

  1. Κλέων Ι. on

    Τι έκανε ο κνίτης; Σίγουρα θα σε είπε και αντικουμμουνιστή, ε; Βέβαια, όποιος τυχόν τολμήσει να αμφισβητήσει στο παραμικρό το ΚΚΕ ή τον σταλινισμό, αυτομάτως είναι αντικομμουνιστής, θαρρείς και το ΚΚΕ έχει την επιφοίτηση ΤΟΥ! Αγίου Πνεύματος μαζί με το ISO κομμουνισμού.

    • Αγαπητέ Κλέωνα. Η τραγωδία είναι ακόμα μεγαλύτερη γιατί ο συγκεκριμένος είναι πρώην ΚΚΕ… Απότι μου είπαν στο Στέκι, η ομάδα αυτή που αποχώρησε από το ΚΚΕ δημιούργησε το ΕΑΜ (αλλοίμονο!!! -όπως λέμε ΕΛΑΣ -ΕΛληνική ΑΣτυνομία 🙂 ) και στις τελευταίες εκλογές ψήφισαν Σύριζα…. Κάτι που σημαίνει ότι η παθογένεια είναι πολύ πιο βαθειά. Όχι βέβαια ότι ο «μια φορά Κνίτης πάντα Κνίτης», αλλά ότι ο παραδοσιακός φιλοσταλινισμός συναντώντας την νέα κυνική πολιτική του Περισσού, απόκτησε ιδιαίτερη ένταση….

    • Επίσης… όχι μόνο «αντικομμουνιστής» αλλά και «πράκτορας» και «κυπατζής» και ότι άλλο τους υπαγορεύσει το άγιο πνεύμα του Πατερούλη και κατεβάσει στον κομμουνιστικώς υπεραναπτυγμένο εγκέφαλό τους

  2. Πρόκειται για μια απίστευτη αθλιότητα, σχεδόν μουσειακού τύπου..Έτυχε να είμαι παρών και να πέσω πραγματικά από τα σύννεφα, μπροστά στην καγκεμπίτικη συλλογιστική του επιτιθέμενου. Συγχαρητήρια στον Βλάσση Αγτζίδη για την ομιλία του αλλά και για την ψύχραιμη αντιμετώπιση του αναιδή Σταλινικού

  3. […] Aριστερά και φασίζουσες συμπεριφορές […]

  4. …………………………………………
    /……………………………………………………………………………………………………………

    Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΑΡΙΣΤΕΡΑΣ ΣΤΗΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΙΚΗ ΙΔΕΟΛΟΓΙΑ

    » Ὅταν στήν κορυφή παίζουν βιολί, τί ἄλλο περιμένει κανείς παρά αὐτοί πού εἶναι ἀπό κάτω νά χορεύουν;» ( Κάρλ Μάρξ, Ἡ 18η Μπρυμαίρ )
    » Ἄν τά βάζῃ κανείς μέ ὡρισμένους, ἐνδέχεται νά ἔχῃ δίκηο, ἄν τά βάζη μέ ὁλο τόν κόσμο, εἶναι σίγουρα τρελλός». ( Ντοστογιέφσκυ)

    Ἂς ὑποθέσωμε λοιπὸν ὅτι εἴμαστε τρελλοὶ καὶ ἂς κάνωμε τώρα μερικὲς συμπληρωματικὲς ὑποθέσεις. Εἴπαμε ἤδη ὅτι ὁ τρόπος τῶν ἀναλύσεων μας εἶναι μαθηματικός, οἱ ὑποθέσεις συνεπῶς ἐπιτρέπονται πάντα.
    Θὰ ἦταν ὑψίστης εὐτυχίας ἐνδεχόμενο ἄν, μέσα στὴν ἀτμόσφαιρα τοῦ νεοελληνικοῦ χειρουργείου, εὕρισκε κάπου κανεὶς νὰ ἀπόθεση κάποιες ἀμυδρὲς ἐλπίδες. Κόμμα τῶν ἐλπίδων εἶναι ἐξ ὁρισμοῦ ἡ Ἀριστερά, γιατί εἶναι κόμμα τῆς κοσμοθεωρίας πού ἀφορᾶ μονίμως στὸ μέλλον. Στὸ μέλλον βρίσκεται πάντα καὶ ἡ ἐλπίδα.
    Ὅπως εἴδαμε, ἡ νεοελληνικὴ ἀστικὴ ἰδεολογία δημιουργήθηκε μὲ δεδομένο τὴν πρόληψη τῶν κοινωνικῶν διαφορισμῶν, πού θὰ ἀποδυνάμωναν τὸ ἠμιαπαικιακὸ καθεστώς. Ἦταν συνεπῶς ἑπόμενο ἡ ἰδεολογία αὐτὴ νὰ ὑπέχῃ τὸν ρόλο τοῦ ἁπλοῦ ὅπλου, ἐστερημένη ὁποιουδήποτε ἐθνικοῦ περιεχομένου καὶ προοπτικῆς. Ἀφαιρῶντας τὰ ποσοστὰ τῆς ἀντισοσιαλιστικῆς σκοπιμότητας, ἡ ὑπόλοιπη ποσότης τῆς νεοελληνικῆς Ἰδεολογίας ἀνάγεται στὸ μηδέν. Ἡ συνεκτικὴ σχέση τῶν δύο πόλων οὐδέποτε ἐπέτρεψε τὴν ὕπαρξη ἄλλης πνευματικῆς ζωῆς. Τοῦτο φανερώνει ὅτι τροφοδότης τῆς νεοελληνικῆς ἰδεολογίας ἦταν κατ’ οὐσίαν ἡ ἴδια ἡ ἀντίπαλή της ἰδεολογία : ὅτι ἦταν οὐσιαστικὰ ἐγγενῶς ἀδύναμη καὶ ἀπρόσφορη γιὰ μία ἀντίπαλη τακτική. Οὐδέποτε ἡ νεοελληνικὴ ἰδεολογία θὰ εὕρισκε τόσην εὐχέρεια ὑπάρξεως χωρὶς τὴν ἰδεολογικὴ στασιμότητα τῆς Ἀριστερᾶς. Καίτοι, ὅπως ἦταν φυσικό, ἐγνώριζε ἡ Ἀριστερὰ ὅτι τὴν μεταπολεμικὴ τουλάχιστον ὕπαρξή της θὰ ἔχρησιμοποιοϋσε ὡς προπέτασμα ἡ ἀστικὴ συντήρηση, ὄχι μόνο δὲν ἐφρόντισε νὰ βρῆ μία ἀνασχετικὴ τακτικὴ αὐτῶν τῶν διαθέσεων, ἀλλά πεπεισμένη ἐκ γενετῆς γιὰ τὴν ἱστορική της δικαίωση καὶ ἔμμονη στὶς κοσμοθεωρητικές της πίστες, οὐδέποτε μπόρεσε νὰ καθορίση ἀντικειμενικὰ πῶς καὶ πόσο ἦταν αὐτό πού ἀπεκόμιζε ἡ Δεξιὰ ἀπὸ τὴν τακτική της. Τοῦτο ἐπιδέχεται ἐμβάθυνση γιὰ τὴν πολιτικὴ νοοτροπία τῆς Ἀριστερᾶς.
    Ἀνεξαρτήτως τῶν οἱωνδήποτε συνθηκῶν, τὴν ἑλληνικὴ Ἀριστερὰ βαρύνει ἕνα μοναδικὸ στὴν ἱστορία σύμπτωμα : ὅτι ἔχει στὸ παθητικό της τὸ μοναδικὸ ἀνὰ τὸν κόσμο ἡττημένο κομμουνιστικὸ κίνημα. Βάσει τῆς ἁπλῆς καὶ ἀπολύτως ἰσχυρᾶς Λογικῆς, ὅταν χάνετα ἕνας πόλεμος, συμβαίνουν δύο τινὰ : ἤ χάνεται ἐξ αἰτίας ἀνικάνων πολιτικῶν, ἤ ἐξ αἰτίας κακῶν στρατηγών [1]. Ἂν ὁ πόλεμος εἶναι ἐκ τῶν προτέρων καταδικασμένος, εἶναι χρέος τῶν πολιτικῶν νὰ τὸ προβλέψουν ἂν δὲν εἶναι, τότε φταῖνε οἱ στρατηγοί.
    Τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου ἀποδεικνύει ἀπολύτως ὅτι κάπου ὑπερέχει ἡ Δεξιά. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ἄλλο ἀπὸ τὴν πολιτικὴ νόηση.
    Ἡ πολιτικὴ νόηση, κατὰ τὴν Ἀριστερά, φέρεται συμφυής, μὲ τὴν «θεωρία τῶν λαθῶν», ἀπορρέει δὲ ἀπὸ τὴν γνωστὴ διαδεδομένη ἄποψη : «Γνώμων τῆς μελλοντικῆς δράσης εἶναι ἡ κατανόηση τῆς παρελθούσης πείρας». Γράφει ἐπὶ παραδείγματι γνωστό ἔντυπο τῆς Ἀριστερᾶς :
    «Τὸ Κ.Κ.Ε. μὲ τὴν θαρρετὴ καὶ ἀνοιχτὴ ἀναγνώριση τῶν λαθῶν του ἔδειξε πραγματικά, πώς εἶναι ἕνα σοβαρὸ μαρξιστικὸ – λενινιστικὸ κόμμα μὲ βαθιὰ συναίσθηση τῶν εὐθυνῶν καὶ τῆς ἀποστολῆς του. Ἕνα κόμμα πού ἀναζητάει, ἀναγνωρίζει, μαθαίνει καὶ διδάσκεται ἀπὸ τὸ λάθη του. Ἕνα κόμμα στὸ ὁποῖο ὁ Ἑλληνικὸς λαὸς μπορεῖ νάχει ἐμπιστοσύνη ὅτι θὰ ὁδηγήσει σὲ νικηφόρο τέρμα».[2]
    Διότι, ὅπως παρατηρεῖ τὸ ἴδιο ἔντυπο, « ὁ Λένιν τονίζει ὅτι ἡ σοβαρότητα ἑνὸς ἐπαναστατικοῦ κόμματος καὶ κατ’ ἐπέκταση κι ἑνὸς ἐπαναστάτη ἡγέτη καθορίζεται, πρώτ’ ἂπ’ ὅλα, ἀπὸ τὴν στάση του ἀπέναντι στὰ λάθη του».
    Ἂν ὅμως ἀναφερθῆ κανεὶς σὲ συγκεκριμένες ὅμοιες καταστάσεις, ὅπως π.χ. στὴν δικτατορία τοῦ Πάγκαλου, τοῦ Μεταξᾶ καὶ τῆς 21 Ἀπριλίου, θὰ διαπιστώση ὅτι ἡ Ἀριστερὰ πάσχει τὰ ἴδια ἀκριβῶς συμπτώματα—γεγονός πού ἐλάχιστα πείθει γιὰ τὴν ὀρθότητα τῆς «περὶ λαθῶν» θεωρίας»[3]. Ἐπὶ Παγκάλου, ὑπάρχει ἐσωτερικὸ πρόβλημα λικβινταρισμοΰ. Ἐπὶ Μεταξᾶ, ἀντιμετωπίζει «ἀγώνα φραξιονισμοῦ καὶ σεχταρισμοῦ», ἐνῶ, κατὰ τὴν τελευταία ἑπταετία, ρεβιζιονιστικὴ διάλυση. Ὅταν δηλαδή οἱ ἐξωτερικὲς συνθῆκες σκληρύνονται, οἱ ἐσωτερικὲς ὀξύνονται ὡς σὲ σημεῖο διαλύσεως. Τοῦτο φανερώνει πώς ἡ Δεξιὰ πάντοτε κατορθώνει ὅ,τι βούλεται στὸν χῶρο τῆς Ἀριστερᾶς. Ἡ ὁμοιότης τῶν καταστάσεων ἀποδεικνύει ὅτι στὴν Ἀριστερὰ ἐνδημεῖ κάποια ἱστορικὴ στασιμότητα καὶ μιὰ ἀτελέσφορη νοοτροπία. Μὲ τὶς ἴδιες αἰτίες, ἴδια ἀποτελέσματα. Αὐτὸ κατ’ οὐσίαν φανερώνει τὴν ἔλλειψη δυναμικῆς ἰδεολογίας στὸν χῶρο τῆς Ἀριστερᾶς καὶ ἀκόμη, ὅτι ἡ ὀλίγη στατικὴ ἰδεολογικὴ προσκόλληση στὶς κλασσικὲς ἀρχὲς τοῦ Μαρξισμοῦ-Λενινισμοῦ, ὄχι μόνο ὑπερκαλύπτεται ἰδεολογικὰ ἀπὸ τὴν Δεξιά, μὰ ἀποτελεῖ ἀκριβῶς τὴν πρόφαση τῆς νεοελληνικῆς ἀστικῆς Ἰδεολογίας. Ἂν πρὸς στιγμὴν θέλαμε νὰ ἀρνηθοῦμε τὴν ἀλήθεια αὐτὴ καὶ νὰ ἀποδώσωμε στὴν Ἀριστερὰ μία προσηρμοσμένη μαρξιστικὴ ἰδεολογία— ἀφήνοντας κατὰ μέρος τὴν «περὶ λαθῶν» θεωρία — θὰ ἐμπλεκόμαστε σὲ ἀδιέξοδο ὡς πρὸς τὸν ἐθνικό της ρόλο ἔναντι τῆς προστασίας. Ἀναγνωρίζοντας ὀρθούς τους ἱστορικοπολιτικούς ρόλους πού ἡ ἴδια ἐπικαλεῖται καὶ παραδεχόμενοι τὴν ὕπαρξη μίας ἀποτελεσματικῆς Ἰδεολογίας — ἐπέκεινα τῆς «καλῆς πίστεως» —, προκύπτει αὐτομάτως ἡ ἐνοχή της γιὰ κάθε πολιτικὴ ἐκτροπὴ τῆς Δεξιᾶς. Ἀναγνωρίζοντας στὴν Ἀριστερὰ τὸν ρόλο τοῦ διαχειριστῆ τῶν ὑψίστων συμφερόντων τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ, θάπρεπε ταυτόχρονα νὰ προβληματισθοῦμε γιατί τοῦτος ὁ λαὸς ἔμεινε ἀκάλυπτος ἔναντι της ὅλης πολιτικῆς τῆς Δεξιᾶς, κατὰ τὴν δικτατορία τοῦ Μεταξᾶ, ὅπως καὶ κατὰ τὴν τελευταία ἑπταετία. Πρέπει δηλαδὴ νὰ ἐρευνήσωμε πῶς προέβλεψε ἡ Ἀριστερὰ τὶς δικτατορίες (Σήμ. ἡ παλαιὰ «αὐγὴ» λίγο πρὶν ἀπὸ τὴν 21/4 ἔγραφε πώς οὐδεὶς κίνδυνος δικτατορίας ὑπάρχει) καὶ τί ἐν προκειμένω ἔκανε γιὰ νὰ τὶς ἀποτρέψη. Αὐτά, βέβαια, ὑπὸ τὴν προϋπόθεση ὅτι οἱ δικτατορίες ἀποτελοῦν κάτι καθ’ ἑαυτὸ κακόν. Ἐπειδὴ ὅμως δὲν ὑπάρχουν ἀπόλυτα κακά, μπορεῖ κανεὶς νὰ ρωτήση : γιατί ἡ τελευταία δικτατορία νὰ μὴ ἀποβῇ πρὸς ὄφελος τῆς Ἀριστερᾶς; Ἡ δικτατορία αὐτή, πού ὑπῆρξε ἐνέργεια ἀφροσύνης τῆς ἀμερικανικῆς πολιτικῆς, ἦταν τὸ βασικὸ λάθος τοῦ ντόπιου ταξικοῦ της ἀντιπάλου, πού θὰ μποροῦσε νὰ ἐκμεταλλευθῇ ὅπως ἀκριβῶς ἐξεμεταλλεύθη ὁ Λένιν τὸν πρῶτο παγκόσμιο πόλεμο. Ἡ καλὴ ὀργάνωση στὶς συνθῆκες φαίνεται. Ἡ ὑπεροχὴ τῆς πολιτικῆς νόησης ἔγκειται ἀκριβῶς στὴν ἐκμετάλλευση τῶν λαθῶν τοΰ ἀντιπάλου. Καὶ ἡ δικτατορία ὑπῆρξε μέγα ἐλάττωμα τῆς ἑλληνικῆς Δεξιᾶς. Δὲν συνιστᾶ δηλαδὴ δικαιολογία γιὰ τὴν κατάσταση τῆς Ἀριστερᾶς τὸ γεγονὸς τῆς δικτατορίας. Ἡ κατάσταση της εἶναι ἀνεξάρτητη ἀπὸ τὸ γεγονὸς αὐτὸ καὶ ὀφείλεται σὲ ἐγγενεῖς λόγους. Ἐπειδὴ ὑπῆρξεν ἡ δικτατορία, δημιουργήθηκε ἡ ἐντύπωση ὅτι ἦταν καί ἡ αἰτία τῆς καταστάσεως- ἂν δὲν ἦταν αὐτὴ κάποια ἄλλη δικαιολογία θὰ βρισκόταν. Οἱ συλλογισμοὶ αὐτοὶ ἀπορρέουν ἀπὸ τὸ ἁπλούστατο γεγονὸς ὅτι δὲν ἔχει μόνο ὁ ὀπαδὸς ὑποχρεώσεις πρὸς τὸ κόμμα του, ἀλλά καὶ τὸ ὁποιοδήποτε κόμμα ἔχει ὑποχρέωση ἔναντι τῶν θυσιῶν πού ὑφίσταται ὁ ὀπαδός. Ἂν συνεπῶς ἡ ὅλη πολιτικὴ τῆς Δεξιᾶς ἐφέρετο μὲ ἀποκλειστικὸ πνεῦμα τὸν ἀντικομμουνισμό, προκύπτει αὐτομάτως ἡ ὑποχρέωση τῆς Ἀριστερᾶς γιὰ τὴν ὑπεράσπιση τῶν ὀπαδῶν της καὶ τοῦ λαοῦ γενικά, ἔναντι μιᾶς τέτοιας πολιτικῆς. Καὶ τοῦτο ἀκριβῶς ἐθίξαμε.
    Τὸ πρόβλημα τῆς Ἀριστερᾶς — μὲ βάση πάντα τὰ δεδομένα καὶ τὰ ἀποτελέσματα—,ἦταν ἀνέκαθεν πρόβλημα ἡγεσίας. Καὶ τὴν κατάσταση αὐτὴ ὑποβάλλει ἡ ἴδια ἡ Δεξιά. Γιὰ τοῦτο μὲ ὅμοιες ἱστορικὲς συνθῆκες ἐπέρχονται ἴδια ἐσωτερικὰ ἀποτελέσματα. Οἱ κοινωνικὲς συνθῆκες τῆς χώρας μας δὲν ἐϊναι ἐκεῖνες πού θὰ ἐπέτρεπαν ἕνα ἀμιγὲς ἐργατικὸ κίνημα. Κάθε κίνημα στὸν τόπο μας συνεχίζει νὰ ἔχη κατ’ ἀνάγκην ἀστικοδημοκρατικο διαφορισμό[4]. Τὰ βασικὰ χαρακτηριστικά τῆς νεοελληνικῆς σύνθεσης καὶ νοοτροπίας, ἐπὶ τῶν ὁποίων ἑδράζονται καὶ οἱ μόνιμες ἐπιδιώξεις τῆς νεοελληνικῆς ἀστικῆς ἰδεολογίας, καθορίσθηκαν ἀπὸ τὸ 1871, μὲ τὸν νόμο τοῦ Κουμουνδούρου «περὶ διανομῆς καὶ διαθέσεων τῶν ἐθνικῶν γαιῶν». Κάθε ἰδεολογικὴ ἀδιαλλαξία, γιὰ τὶς ἀρχὲς τῆς προλεταριακῆς τακτικῆς, καταντᾶ ἄσκοπη θρησκοληψία, πού καταδικάζει τὸ σοσιαλιστικὸ κίνημα σὲ ἁπλόν διευκολυντή τῶν ἐπιδιώξεων τοῦ κατεστημένου. Ἐν ὀνόματι τῆς προλεταριακῆς ἐπανάστασης καὶ τοῦ «κομμουνιστικοῦ μανιφέστου», ἡ νόθα ἀστικὴ τάξη ὄχι μόνον ἐδυσκολεύτηκε νὰ βρῆ κάποιαν ἱστορικὴ συμπύκνωση καὶ μία ὁμαλὴ σχηματοποίηση, ἀλλά καὶ ἐξωθήθηκε ἤ δὲν ἐμποδίσθηκε νὰ ἀποδεχθῆ τὴν ἄνευ ὅρων κηδεμονία τῆς προστασίας. Τὰ ἀποτελέσματα εἶναι γνωστά.
    Τὰ πράγματα τῆς ἱστορίας ὅπως καὶ τὰ πράγματα τῆς ζωῆς δὲν γνοιάζονται, φυσικά, γιὰ τὴν λογική τους ἀκολουθία. Οἱ ἐργάτες ἤθελαν νὰ δουλεύουν ἀνθρώπινα, οἱ ἀγρότες νὰ μὴν ψοφοζοῦν καὶ οἱ ἐν γένει συνθῆκες ζωῆς νὰ τοὺς παρέχουν ἕνα μίνιμουμ ἐξασφαλίσεων. Ὅλα τοῦτα ἀπαιτοῦσαν ἀγῶνες, ἀπαιτοῦσαν ἕνα ὀργανωμένο κίνημα διεκδικήσεων. Ἀπὸ τὸ σημεῖο τοῦτο ὅμως ὡς τὴν ἐπαναστατικὴ διεκδίκηση τῆς ἐξουσίας, ἡ ἀπόσταση εἶναι μεγάλη. Τὸ ’44 δὲν ἔγινε ἐν ὀνόματι τῆς μαρξιστικῆς θεωρίας, ἔγινε ὡς πειραματικὴ δοκιμή, ὅπως ἀκριβῶς τὸ 17 στὴν Ρωσία. Ἡ ἁπλὴ ἀλλά κρίσιμη διαφορὰ εἶναι ὅτι τὸ 17 ὑπῆρχε μιὰ ἐπαναστατικὴ κατάσταση, πού δὲν ὑπῆρχε τὸ ’44. Τὸ πείραμα τοῦ ’17[5] στὴν Ρωσία συνετελέσθη, ἀφοῦ, πλὴν τῶν ἄλλων παραγόντων καί τοῦ πολέμου, ὑπῆρξαν ὅλες οἱ μακροχρόνιες προεργασίες πού ἐξησφάλισαν τὴν ἐπιτυχία τῆς ἀστικοδημοκρατικῆς ἐπανάστασης, ὅπως ἐξηγεῖ ὁ Λένιν [6], καὶ εἶναι αὐτὸ ἀκριβῶς πού ἐννοεῖ λέγοντας «ἐπαναστατικὴ κατάσταση». Ἐδῶ οἱ συνθῆκες ὡρίμανσης μιᾶς ἀστικῆς ἐπανάστασης δὲν ὑπῆρξαν ποτὲ [7].
    Ἐπειδὴ ἀκριβῶς ἡ ἀστικοδημοκρατική ἐπαναστατικὴ διαδικασία εἶναι ἱστορικὰ ἀναγκαία, βρίσκει πάντα ἡ Δεξιά, μέσῳ τοῦ λεπτοῦ αὐτοῦ σημείου, πού ἐπιμόνως ἀγνοεῖ ἡ Ἀριστερά, νὰ καθορίζη τὴν πολιτική της. Γιὰ τοῦτο σὲ κάθε δικτατορία δὲν χτυπάει τὸ κίνημα στὴν βάση του, ἀλλά κυρίως διασπᾶ μὲ τὸν ἕνα ἤ τὸν ἄλλο τρόπο τὴν ἡγεσία. Ἔχουμε ἔτσι τὴν κλασσικὴ πιὰ περίπτωση γιὰ τὴν ἡγεσία τῆς Ἀριστερᾶς, νὰ πεθαίνουν ὅλοι χαρακτηρισμένοι ἀπὸ τὸ ἴδιο τὸ Κόμμα προδότες! Αὐτὸ εἶναι ἐπίτευξη τῆς Δεξιᾶς. Ἐπειδὴ ἡ ἡγεσία τῆς Ἀριστερᾶς εἶναι ἐκ τῶν πραγμάτων ὑποχρεωμένη ν’ ἀποτελεῖται ἀπὸ ἀστικὰ στὸ σύνολο της στοιχεῖα, τὰ ὁποῖα δὲν ὁδηγοῦνται ὡς ἐκεῖ μέσῳ μίας ἀστικῆς ἐπαναστατικῆς διαδικασίας — ὅπως ὁ Λένιν π.χ. — ἀλλά λόγῳ μιᾶς μυστικιστικῆς θρησκοληψίας καὶ μιᾶς πολιτικῆς καθαρὰ ντόπιας νοοτροπίας, παρέχεται εὔκολα ἡ δυνατότης τῆς διάβρωσης καὶ ἡ διάσπαση ἐν τέλει. Γιὰ τὸν λόγο αὐτὸ ὁλόκληρο τὸ ἀριστερὸ κίνημα καταρρέει, ὁσάκις καταφέρη ἡ Δεξιὰ νὰ δημιουργῆ μιὰ καὶ μόνο ἀπόκλιση στὸ κόμμα [8]. Κόμμα χωρὶς ταυτόχρονο ἐσωτερικὸ ἀγώνα πρὸς τίς ἀποκλίσεις καὶ φράξιες δὲν ὑπάρχει καί οὔτε εἶναι φυσικὸ νὰ ὑπάρξῃ, γιατί τὸ κόμμα εἶναι ἔκφραση πραγματικῆς ἱστορικῆς διαδικασίας. Καὶ ὁ ἴδιος ὁ Λένιν, ὅπως καὶ οἱ σημερινοὶ Βιετκὸγκ διεξήγαγαν διπλὸν ἀγῶνα : καὶ μέσα καὶ ἔξω. Τοῦτο ὅμως δὲν σημαίνει ὅτι ὁ ἕνας ἀγώνας μπορεῖ νὰ ἄρη τὸν ἄλλον. Μαρξιστικὴ θρησκοληψία αὐτὸ ἀκριβῶς σημαίνει : μιὰ θεωρία φύσει δυναμικὴ — πού ἀντλεῖ τὴν ἰσχυρότητά της ἀπὸ τὸ ποσοστὸ προσαρμογῆς της στὴν ἀνάλυση τρεχουσῶν συνθηκῶν — νὰ μεταβάλλεται σὲ δόγμα ἀποκλεῖον κάθε σχετικότητα. Μὰ ἐπιστημονικὴ θεωρία μὴ σχετικὴ οὔτε ὑπῆρξε, οὔτε εἶναι δυνατὸν νὰ ὑπάρξῃ.
    Ἡ ἡγεσία τῆς Ἀριστερᾶς πάσχει μονίμως ἀπὸ τὸ σύμπτωμα τοῦτο καὶ δὲν ὑπάρχει λόγος ν’ ἀνατρέξωμε στὸν Ζαχαριάδη, πού ἐφήρμοσε τὰ μαρξιστικά του κριτήρια γιὰ ν’ ἀπόδειξη τὸν Παλαμᾶ κομμουνιστὴ! Μποροῦμε ν’ ἀναφερθοῦμε ἀπὸ τὸ ’50 κι’ ἐδῶ — ἐποχὴ πού θὰ καλοῦμε χάριν συντομίας, μεταπολεμική. Δὲν κατενόησε λοιπὸν ἡ Ἀριστερὰ ὅτι στὴν Ἑλλάδα δὲν ὑπάρχει ἀστικὴ τάξη πού θὰ ἐπέτρεπε τὴν ἐφαρμογὴ μαρξιστικῶν θεωρημάτων, ἀλλά μόνο συμμωρία (τοῦ Μεϋνώ), πού ἀπαιτεῖ ἁπλῶς μιὰ εἰδικὴ τακτική. Ἄν τοῦτο κατανοοῦσε, δεδομένου ὅτι τὸ ποσοστὸ παραγωγῆς στὸ ἐθνικὸ προϊὸν ἀνέρχεται σὲ 48 % ἀπὸ τὸν τομέα τῶν τριτογενῶν ὑπηρεσιῶν, θὰ καταλάβαινε ὅτι τὰ πράγματα μας ὑπολείπονται πολύ τοῦ σημείου ἀπ’ ὅπου ἀρχίζει ἡ μαρξιστικὴ θεωρία. Θὰ καταλάβαινε δηλαδή ὅτι μόνο μέσῳ μιᾶς ἀμιγοῦς ἀστικῆς ἐπαναστατικῆς διαδικασίας, εἶναι δυνατὸν νὰ ἰσχύσῃ ὁ Μαρξισμός. Ὅπως ἰσχυρίζεται ὁ κ. Ε. Ἀβέρωφ – Τοσίτσας, τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐμφυλίου ἐπῆλθε γιατί δὲν κατώρθωσε ἡ Ἀριστερὰ νὰ πείση τὴν μεγάλη μάζα τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ. Τοῦτο εἶναι ἀπόλυτα σωστό, ἐπιβεβαιούμενο ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα. Ἂν ὁ λαὸς ἐπείθετο — ἂν ἦταν συνειδητὰ προετοιμασμένος — οὔτε ὁ Σκόμπυ, ὀΰτε ἄλλη δύναμη θὰ μποροῦσε νὰ τὸν ἀναχαιτήση. Τὸ παράδειγμα τοῦ Βιετνὰμ μᾶς πείθει [9]. Οὔτε τότε, οὔτε τώρα πρόκειται νὰ πείση ἡ Ἀριστερὰ αὐτή τὴν μάζα. Διότι ἡ πολιτικὴ της εἶναι — νομίζομε — ξένη καὶ ἄσχετη πρὸς τὴν σύνθεση καί τὴν εἰς βάθος νοοτροπία, αὐτῆς τῆς μάζας. Ἂν θεωρήσουμε τὴν ἑλληνικὴ πραγματικότητα σὰ μία μαρξιστικὴ ὁλότητα, ἡ ἱστορικὴ ἀνωμαλία δὲν βαρύνει μόνο τὴν Δεξιά, ἀλλά καὶ τὴν Ἀριστερά. Ὅπως δηλαδή ἡ ἀστικὴ διανόηση ὑπεραμύνεται τῆς παράδοσης, ἐνῷ στὴν οὐσία τὴν ἐξευτελίζει, ἔτσι καὶ ἡ Ἀριστερὰ ὑπεραμύνεται τῆς μαρξιστικῆς θεωρίας καὶ κατ’ οὐσίαν τὴν κακοποιεῖ. Ἂν κάποιο ἀπὸ τὰ δύο δὲν συνέβαινε, δὲν θὰ ὑπῆρχε τὸ ἱστορικὸ τέλμα μὲ τοὺς πολιτικούς του ὑποτροπιασμούς.
    Ὅπως ξέρουμε, τὸ μεταπολεμικὸ ἀστυνομικὸ κράτος ἔλαβε τὴν ἀκρογωνιαία του στήριξη ἀπὸ τὸ ἀποτέλεσμα τοῦ ἐμφυλίου πολέμου. Ἡ μετέπειτα τακτικὴ τῶν ἡττημένων — δηλαδή ἡ τακτική της ἀδιαλλαξίας, χωρὶς ἴχνος πολιτικῆς σκοπιμότητος κι’ εὐελιξίας — δημιούργησε ἕνα ἄγχος στοὺς νικητές, πού τούς ὑπεχρέωσε, ὄπως δικαιολογεῖ στὶς τελευταῖες σελίδες τοῦ βιβλίου του ὁ κ. Ε. Ἀβέρωφ -Τοσίτσας, στὴν τακτική τοῦ γνωστοῦ μεταπολεμικοῦ κράτους. Δὲν ἕπεται βέβαια ὅτι καὶ χωρίς τὰ δεδομένα αὐτά, τὸ ἀστυνομικὸ κράτος θ’ ἀποφευγόταν. Ἐδείξαμε προηγουμένως ὅτι ἦταν ἀναγκαῖο. Αὐτὸ πού λέμε τώρα εἶναι ὅτι στὴν προσπάθεια αὐτὴ τὸ κατεστημένο βοηθήθηκε ἀπὸ τὴν πολιτικὴ ἀμβλύνοια τῆς Ἀριστερᾶς. Ἡ Ἀριστερά τοῦ προσὲφερε ὅλα τὰ προσχήματα τῶν ἐπιδιώξεων του. Μὲ βάση τὰ ἴδια τὰ μαρξιστικὰ θεωρήματα πού διαγιγνώσκουν τὰ συμπτώματα τῆς σεσηπυΐας Δεξιᾶς, μπορεῖ κανένας νὰ ἀποφανθῆ καὶ γιὰ τὴν Ἀριστερά. Διότι Δεξιὰ καὶ Ἀριστερά, μέσα σὲ δεδομένες ἱστορικὲς συνθῆκες, ἀποτελοῦν μία ὁλότητα γιὰ τὴν ὁποίαν ἰσχύουν ἑνιαῖα θεωρήματα.
    Πολιτικὴ σημαίνει ἀνυπαρξία ἀρχῶν. Τοῦτο δὲν σημαίνει ὅτι δὲν ὑπάρχουν τελικοὶ σκοποὶ στὴν πολιτική. Μποροῦν νὰ ὑπάρχουν σκοποὶ καὶ μάλιστα νὰ μοιάζουν αἰώνιοι. Διότι ἂν οἱ σκοποὶ δὲν ἀφοροῦν σὲ κάποιο «αἰώνιο» τέλος, καταντοῦν ἄσκοποι. Σημαίνει ὅμως ὅτι δὲν μπορῶ νὰ ἀνακηρύσσω σὲ ἀμετάθετη ἀρχὴ ὅ,τι ἔκανε ὁ Λένιν ἐδῶ κι’ ἑκατὸ χρόνια. Γιατί κι’ ὁ ἴδιος ὁ Λένιν καμμιὰ ἀρχὴ δὲν ἐτήρησε, προκειμένου νὰ πετύχη τὸν σχοπό του. Εἶναι περιττὸ νὰ ἐπιμείνουμε σὲ λεπτομέρειες. Ἐπειδὴ ὑπάρχουν σκοποὶ στὴν πολιτική, γι’ αὐτὸ εἶναι ἀναγκαία ἡ ἀνυπαρξία ἀρχῶν. Ὁ πολιτικὸς συνεπῶς κρίνεται ἀπό τους σκοποὺς πού ἐπιδιώκει καὶ ὄχι ἀπὸ τὰ μέσα πού χρησιμοποιεῖ. Ἀκαμψία ὡς πρὸς τὶς ἀρχές, σημαίνει ἔλλειψη προσηρμοσμένης πολιτικῆς νοοτροπίας. Αὐτό πού λέει τὸ κατεστημένο καὶ πού ἐνδεχομένως θὰ ἀποτελοῦσε δικαιολογία γιὰ τὴν τακτική της Ἀριστερᾶς— ὅτι πρέπει νὰ ὑπάρχουν στὸν τόπο μας κόμματα ἀρχῶν— εἶναι ἔμμεση ὁμολογία τῆς ἔλλειψης ἱστορικῶν καὶ ἐθνικῶν σκοπῶν ἐκ μέρους τῆς κατεστημένης τάξεως, τήν ὁποίαν αὐθαιρέτως βαφτίζει «κόμματα ἀρχῶν». Ἡ φράση αὐτή εἶναι κενή περιεχομένου. Καί τοῦτο τό ξέρει τό κατεστημένο. Ἁπλῶς ταχυδακτυλουργεῖ γιὰ μιὰ ἀκόμη φορά. Προπέτασμα αὐτῶν τῶν κομμάτων ἀρχῶν εἶναι ἡ Δημοκρατία — δηλαδή κάτι πού ἀποτελεῖ κανόνα βίου καὶ ὄχι ἀναλύσιμη ἔννοια. Μέσα στὴν ὁμίχλη αὐτῆς τῆς λέξης ἐπιβιώνει τὸ νόημα τῶν «κομμάτων ἀρχῶν». Ἡ μεγάλη ὅμως πολιτικὴ εἶναι σὰν τὸν ἔρωτα, ὅπου τά χρησιμοποιηθέντα μέσα ἁγιάζονται ἐκ τῶν ὑστέρων. Για τόν Λένιν πολιτικὴ ἀρχῶν θὰ ἦταν ἀδιανόητη. Ἡ σημερινὴ Ἀριστερὰ στὸν τόπο μας, τὰ προφανῆ καὶ συνειδητὰ πολιτικὰ ψέμματα τοῦ Λένιν τὰ ἀνεκήρυξε σὲ ἄρθρα πίστης. Δὲν μπορεῖ δηλαδή νὰ διακρίνη τὴν ἱστορικὴ ἀλήθεια ἀπὸ τὸν λεπτὸ πολιτικὸ ἑλιγμό. Μὲ τὶς ἔμμονες θρησκοληψίες της ἀπαλοίφει τὸν βασικὸ ἱστορικὸ συντελεστὴ στὴν χώρα μας, ὅτι δηλαδή στὶς σχέσεις μας μὲ τὴν προστασία εἴμαστε μιὰ σχεδὸν ἀποικιακὴ ὑπανάπτυκτη χώρα. Ὁ Λένιν ἔλεγε: « Εἶναι ἀναγκαῖο νὰ ἀναγνωρίσουμε τὴν ἀκαταμάχητη ἀλήθεια ὅτι ἕνας μαρξιστής πρέπει νά ἔχῃ ἀντίληψη τῆς ζωῆς, τῆς πραγματικότητας, ὅτι δέν πρέπει νά προσκολλᾶται στήν θεωρία τοῦ χθές, πού, ὅπως κάθε θεωρία, περιλαμβάνει μόνο τὰ γενικὰ πλαίσια, καὶ μόνο προσεγγίζει τὸ πολύπλοκο τῆς ζωῆς».

    ………………………… ………….
    ……………………………………..

  5. ……………………………….
    ……………………………………..

    (Γράμματα γιὰ τὴν τακτική).

    Ἀντὶ λοιπὸν νὰ προσεγγίσῃ ἡ Ἀριστερὰ τὴν περίπτωση τῆς προστασίας καὶ νὰ διαμορφώσῃ μίαν ἀνάλογη τακτική, ἔμενε καί συνεχίζει να μένῃ ἀγκυλωμένη σὲ σχήματα. Ἔχουμε βάσιμους λογοὺς νὰ πιστεύουμε ὅτι ἡ Ἀριστερὰ δὲν εἶναι σὲ θέση νὰ ἀναλύσῃ μαρξιστικὰ τὶς ἐπιπτώσεις τῆς προστασίας. Ὅταν λέμε ὅτι ἡ νεολληνικὴ ἀστική ἰδεολογία στηρίχθηκε ἀποκλειστικὰ στὴν πνευματικὴ ἀποβλάκωση, μέσῳ τῆς καθολικῆς παιδείας, δὲν ἐπαναλαμβάνουμε μίαν ἁπλὴ πασίγνωστη ἀλήθεια- ἐννοοῦμε μία μαρξιστικὴ ἀποδεικτική. Λέγοντας ἐξανδραποδισμὸ ἐννοοῦμε αὐτό πού ἐννοεῖ ὁ Μὰρξ λέγοντας «σχέσεις παραγωγῆς» καὶ λέγοντας ἀποβλακωτικὴ ὑπανάπτυξη, ἐννοοῦμε τὸν ἐξωτερικόν ἔλεγχο τῶν σχέσεων παραγωγῆς. Προστασία δηλαδὴ στὸν ἰδεολογικὸν τομέα, σημαίνει παγίωση τῶν παραγωγικῶν σχέσεων καὶ ἔλεγχο ἐφ’ ὅλων τῶν παραγωγικῶν δυνάμεων, πλὴν τῶν ἐργατῶν. Δεδομένου ὅτι ἡ παγίωση τῶν σχέσεων παραγωγῆς ἐπιτυγχάνεται μὲ τὸ χαμηλότατο ἐπίπεδο γενικῆς παιδείας, πού ἐξαπολύεται μέσῳ τῆς ἀστικῆς ἰδεολογίας, γεννιέται τὸ ἐρώτημα : πῶς ἔχει μέχρι τώρα ἀντιδράσει ἡ Ἀριστερὰ πρὸς τὸ καθεστὼς τοῦτο; Ὤφειλε νὰ ἀνακαλύψῃ ὅτι ἡ παιδεία ὑπὸ καθεστὼς προστασίας εἶναι ὁ καταλύτης πού μεταβάλλει τὶς παραγωγικὲς δυνάμεις σὲ μέσα παραγωγῆς, ἤγουν τοὺς ἀνθρώπους σὲ ζῶα. Μέριμνα της συνεπῶς ἔπρεπε νὰ εἶναι πρωτίστως ἡ τάξη ἐκείνη πού πλήττεται ἀπὸ ἕνα τέτοιο καθεστώς. Καὶ αὔτη εἶναι ἡ δεύτερη παραγωγικὴ τάξη κατὰ Μάρξ, δηλαδή ἡ τάξη τῶν διανοουμένων. Πῶς ἀντέδρασεν ἡ Ἀριστερὰ μέσα στὸ καθεστὼς τῆς νεοελληνικῆς Ἰδεολογίας; Εἶναι περιττὸ νὰ ἰσχυρισθῆ ὁ,τιδήποτε, διότι καθόλου δὲν ἀντέδρασε. Δὲν συνέλαβε καθόλου τὸ πρόβλημα. Ἤξερε καὶ ξέρει ὅτι ὑπάρχει στὸν τόπο μας τὸ πρόβλημα τῆς προστασίας. Ἔκεϊνο πού ἁγνοεΐ εἶναι τί ἀκριβῶς σημαίνει προστασία καὶ πῶς δρᾶ μέσα στὴν κοινωνικὴ διαδικασία. Καὶ ἀντὶ ν’ ἀσχοληθῆ μὲ αὐτή τὴν ἐξακρίβωση, προτίμησε νὰ θεωρήσῃ τὶς ἐπιπτώσεις τῆς προστασίας σὰν ἄμεσα ἐκμεταλλεύσιμα πολιτικὰ γεγονότα, ἀνακηρύσσοντας τὴν τακτικὴ τῶν εὐκαιριῶν σὲ ὑπάτη πολιτικὴν ἀρχή [10].
    Προστασία σημαίνει ἔλεγχος τῶν παραγωγικῶν σχέσεων. Τότε ἔχομε ἀναπτυξιακὴ διαδικασία, ὅταν οἱ παραγωγικὲς δυνάμεις [11] καθορίζονται ἄμεσα ἀπὸ τὴν σύμμορφη συνάρτησή τους μὲ τὶς σχέσεις παραγωγῆς καὶ ὄχι ἀπὸ τὴν ἔνταξή τους τοὺς μέσα σὲ μιὰ ἐξωτερικὰ καθορισμένη τέτοια συνάρτηση. Τὸ computer π.χ. δὲν εἰσάγεται στὴν ἑλληνικὴ ζωὴ σὰν ἕνα ἀναμενόμενο γεγονὸς ἀπὸ τὴν ὕπαρξη τῆς παραγωγικῆς δυνάμεως τῶν ἐπιστημόνων. Ἁπλῶς μεταφυτεύεται καὶ δημιουργεῖται μία τάξη τεχνικῶν — αὐτὴ πού λέμε ἐπιστήμονες – πού τὸ ὑπηρετεῖ. Αὐτοὶ οἱ τεχνικοί, τεχνικῶς κατασκευασμένοι, δὲν ἐκφράζουν κάποια διαδικασία τῶν παραγωγικῶν σχέσεων, ὥστε ν’ ἀποτελοῦν παραγωγική δύναμη. Εἶναι ἁπλῶς μία τάξη ἀθροιστικὰ κατασκευασμένη καὶ πλήρως ἐλεγχόμενη, πού σκοπὸ ἔχει νὰ παράγη χάριν κάποιας ἑταιρείας, πού χρησιμοποιεῖ τὸ κομπιοῦτερ. Εἶναι μία τάξη, χωρὶς νὰ εἶναι παραγωγικὴ δύναμη. Παραγωγικὴ δύναμη ἐν προκειμένῳ εἶναι ὁ κατασκευαστὴς τοῦ κομπιοῦτερ, πού βρίσκεται στὴν Ἀμερική.
    Αὐτὸς ὁ τεχνικὸς — καὶ σὰν τέτοιον ἐννοοῦμε ὅλη τὴν μεσοαστικὴ τάξη στὴν Ἑλλάδα, ὅπως καθηγητές, γιατρούς, δικηγόρους. μηχανικοὺς καὶ ὅλους τούς ἄλλους ὑψηλοὺς μεροκαματιάρηδες — εἶναι τὸ ἄμεσον ὑποχείριο τῆς προστασίας, προϊόν τοῦ ἐλέγχου τῶν παραγωγικῶν σχέσεων καὶ ὄχι ἀποτέλεσμα κοινωνικῆς διαδικασίας. Ὁ ἔλεγχος τῶν παραγωγικῶν σχέσεων προϋποθέτει ἕνα χαμηλότατο ἐπίπεδο κουλτούρας καὶ μεγάλον βαθμὸ ψυχοπνευματικῆς ἀλλοτρίωσης. Σὲ χῶρες ἀνεπτυγμένες, ἕνας τέτοιος ἔλεγχος παραγωγικῶν σχέσεων δὲν εἶναι δυνατός. Ἡ Γερμανικὴ οἰκονομία ἀπετελέσθη μεταπολεμικῶς ἀπὸ κεφάλαια Ἀμερικανικά, μὰ ἡ Γερμανία δὲν ὑφίσταται τὴν προστασία ὅπως ἐμεῖς. Ἡ «προστασία», ὅπως τὴν ξέρομε, ἐπιτυγχάνει μέσῳ τῆς διαρκοῦς πολιτιστικῆς ὑποβάθμισης. Ὁ διὰ τῆς προστασίας ἔλεγχος τῶν παραγωγικῶν σχέσεων γίνεται σ’ ἐμᾶς μέσῳ τῶν μονίμων συντεταγμένων πού δημιουργεῖ ἡ νεοελληνικὴ ἀστικὴ ἰδεολογία. Αὐτὴν συνεπῶς εἶχε πρώτιστον χρέος νὰ ἀντιμετώπιση ἡ Ἀριστερά. Καὶ τὸ χρέος της αὐτὸ δὲν ἦταν μόνο πολιτικό, ἔναντι τοῦ Λαοῦ καὶ τῶν ὀπαδῶν της, ἀλλά καὶ θεωρητικό.
    Μία ἀπὸ τὶς ὑποχρεώσεις τῆς σοσιαλιστικῆς συνέπειας εἶναι ἡ διαπλάτυνση καὶ ἡ προσαρμοστικὴ ἐπεξεργασία τοῦ Μαρξισμοῦ. Ὁ Λένιν στὸν καιρό του δὲν ὀλιγώρησε ν’ ἀντιπαράθεση τὸν Μαρξισμὸ στὴν κορυφαία ἀστικὴ φιλοσοφικὴ διανόηση τῆς Εὐρώπης καὶ ὅσο κι’ ἂν ὑπῆρξε διακινδυνευμένο, ἐθεώρησε χρέος του νὰ τὰ βάλη μὲ κορυφαίους ἐπιστήμονες τοῦ καιροῦ του, ὅπως τὸν Ὄστβαλντ, τὸν Πουανκαρὲ καὶ τὸν Μάχ. Καὶ τοὺς πολέμησε μέσα στὴν ἴδια τους τὴν περιοχή. Δὲν μποροῦσε βέβαια νὰ κάμη διαφορετικὰ ὁ Λένιν, διότι ὁ Μαρξισμός, ὅταν δὲν γονιμοποιῆται ἀπὸ τὴν πραγματικότητα, στερεύει. Εἶναι δηλαδή στὴν φύση τῆς ἐπιστήμης τὸ σύμπτωμα αὐτὸ καὶ ἰδιαίτερα τῆς ἐφηρμοσμένης ἐπιστήμης. Τέτοιος εἶναι ὁ Μαρξισμὸς καὶ εἶναι ἴδιον τῆς ἐπιστημονικῆς του φύσης νὰ μένη πάντα ἀνοιχτὸς πρὸς τὴν πραγματικότητα. Παγία ἐπιστήμη καὶ τελειωμένη στὶς ἀρχές της δὲν ὑπάρχει, διότι ἐπιστήμη εἶναι ὁ τρόπος ἐξαρτήσεως μας ἀπὸ τὴν Φύση, συνεπῶς καὶ ἀπὸ τὴν κοινωνία. Αὐτὸ σημαίνει ἐπιστήμη σὰν ὠργανωμένη λογικὴ δραστηριότητα. Αὐτοὶ οἱ τρόποι ἐξαρτήσεως διαρκῶς μεταβάλλονται καὶ Μαρξισμὸς δὲν εἶναι τίποτε ἄλλο ἀπὸ τὴν ἐπίγνωση αὐτῶν τῶν τρόπων.
    Ἀντὶ ἡ Ἀριστερὰ νὰ κατανόηση τὴν περίπτωση καὶ τὴν λειτουργικότητα τῆς προστασίας, ἀπεδέχθη ὡς ὑψίστη ἱκανοποίηση, ἔναντι τῆς ἰδεολογικῆς προπαγάνδας τῆς μεταπολεμικῆς Δεξιᾶς, τὴν ἀναγκαστικὴ τοτεμικὴ προσκύνηση στὶς ἀρχὲς τοῦ Μαρξισμοῦ – Λενινισμοῦ. Μὰ ὁ Μὰρξ καὶ ὁ Λένιν, ὅμως, δὲν εἶχαν ἀναγκαστικὰ ὑπ’ ὄψη τους τὸν Θεοτοκᾶ καὶ τὸν Μελᾶ! Δὲν τίθεται καν θέμα ἂν μποροῦσε ν’ ἀντιπαρατεθῆ στὴν νεοελληνικὴ Ἰδεολογία μία συντονισμένη μαρξιστικὴ φιλολογία, διότι στὸ τέλος – τέλος ποιὸς ἦταν ὁ Θεοτοκᾶς καὶ ποιὸς ὁ Μελᾶς. Τίθεται ὅμως θέμα τακτικῆς μίας τέτοιας ἀντιπαράθεσης. Ἀκούγεται πολὺ συχνὰ ὅτι ὁ Μαρξισμὸς εἶναι «ξεπερασμένος». Ἡ εὐθύνη γιὰ τὴν κατηγορία αὐτή ἀνήκει στὴν διανόηση τῆς Ἀριστερᾶς. Διότι ὁ Μαρξισμὸς εἶναι ὄντως ξεπερασμένος, ὅταν μεταβάλλεται σὲ ἕνα σύστημα ἀμετακίνητων δογμάτων. Τὸ Κ.Κ. μετὰ τὴν πρόσφατη νομιμοποίησησή του, τὰ πρῶτα ἒργα πού βρῆκε νὰ ἐκδώσῃ ἦταν τὰ «ὑλικά του 9ου συνεδρίου» καὶ τὸ «πρόγραμμα καὶ τὸ καταστατικό». Αὐτὰ τὰ βιβλία χρειάζεται ὁ νέος φοιτητὴς σήμερα πού τὸ ’67 ἦταν νήπιο στὴν τρίτη Γυμνασίου; Ἀνέκαθεν ἡ Ἀριστερὰ εἶχε μιὰ ἀπαράμιλλη ἱκανότητα νὰ παρουσιάζη ἄκρως ἀντιπαθητικὴ τὴν μαρξιστικὴ θεωρία καὶ μέσα στὶς συνέπειες αὐτῆς τῆς ἀντιπάθειας νὰ κινῆται ἡ προστασία, μέσῳ τῆς νεοελληνικῆς μας Ἰδεολογίας. Αὐτή ὑπῆρξε ἡ μεγάλη συνεργία τῆς Ἀριστερᾶς στὴν ἐπιβίωση τῆς νεοελληνικῆς ἀστικῆς Ἰδεολογίας. Ἂν κοιτάξη κανένας τὶς σύγχρονες ἐκδόσεις στὸν χῶρο τῆς Ἀριστερᾶς, θὰ ἰδῆ ὅτι πρόκειται γιὰ ἁπλὲς ἀνατυπώσεις ἀναιμικῶν βιβλίων πού βγῆκαν ἀπὸ τὸ ’50 καὶ πρίν. Ρωτᾶμε λοιπὸν : αὐτὸ λέγεται διαπλάτυνση τοῦ Μαρξισμοῦ – Λενινισμοῦ; Εἶναι ἀδύνατον νὰ ἐπιβιώς πνευματικὰ κανένας, περισσότερο ἀπὸ τρία χρόνια, μὲ τὴν πνευματικὴ τροφὴ πού τοῦ προσφέρει ἡ Ἀριστερά. Ἡ Ἀριστερὰ τὴν οὐσιαστικὴ μόρφωση τὴν θεωρεῖ χασομέρι. Φοβᾶται ὅτι μὲ τὴν μόρφωση θὰ τῆς προκύψουν φράξιες καὶ φαγωμάρα (ἡ συνήθης ἐπιδημία) καὶ δὲν καταλαβαίνει ὅτι αὐτή ἡ ἐπιδημία εἶναι τὸ ἐνδεικτικό της οὐσιαστικῆς ὕπαρξής της. Ὁ Λένιν ὅλο μὲ φράξιες εἶχε νὰ κάμη, μὰ τοῦτο δὲν τὸν ἐμπόδισε νὰ κάμη ὅ.τι ἔκαμε. Φροντίζουσα ἡ ἴδια νὰ ἀποφύγη τὶς φράξιες — ἂν τὶς δημιουργοῦσε θὰ μποροῦσε νὰ τὶς ἐλέγχῃ, ὅπως κι’ ὁ Λένιν — τὶς ἔχει ἐμπιστευθῆ στὴν προστασία. Γι’ αὐτὸ καὶ ἡ προστασία ἀνέλαβε ἡ ἴδια νὰ ἐκδίδῃ σύγχρονα «μαρξιστικὰ» ἔργα. Μὴ μπορῶντας ἤ μὴ θέλοντας νὰ κάμη τίποτε ἐμπρὸς σ’αὐτή τὴν κατάσταση, ἀποφάσισε νὰ πιστέψη ὅ,τι πιστεύει καὶ τὸ κατεστημένο : πώς ὁ καλύτερος ἱστορικὸς της σύμμαχος εἶναι ἡ ὑπανάπτυξη καὶ ἡ πνευματικὴ νηπιότης. Ἔτσι λοιπὸν ἀποτείνεται στὸ συναίσθημα καὶ τὴν πίστη, μεταβάλλει τὸν Μαρξισμὸ σὲ θρησκεία, κι’ ἐπιδιώκει τὴν συναισθηματικὴ συγκόλληση τῶν ὀπαδῶν της μὲ «ἐκδηλώσεις», ποιήματα καὶ τραγούδια ἀνὰ τὰ ταβερνεϊα τῶν Ἀθηνῶν. Αὐτὲς τὶς μεθόδους στὴν Ἀριστερὰ τὶς ὑποβάλλει οὐσιαστικὰ τὸ κατεστημένο. Διότι τὸ κατεστημένο, σοφὸ καὶ διεφθαρμένο ὅπως εἶναι, μαντεύει τὴν ἐσώτατη πίστη τῆς Ἀριστερᾶς: ὅτι ἐπειδὴ νομίζει πῶς τῆς ἀνήκουν οἱ ἄνθρωποι, πιστεύει ὅτι δὲν τῆς χρειάζεται τὸ μυαλό. Μέσῳ αυτῶν τῶν ἐκδηλώσεων, πού πιστεύει ὅτι μπορεῖ νὰ λειτουογήση ὁ ὁποιοσδήποτε μηχανισμός της, δρᾶ κατ’ οὐσίαν ὁ μηχανισμὸς Ἀσφαλείας τοῦ κατεστημένου. Ὅλη ἡ μεταπολεμικὴ περίοδος εἶναι μιὰ ἀτόφια ἀπόδειξη. Ἴσως δὲν χρειάζονται πρόσθετες ἀποδείξεις, ἂν παρατηρήσουμε ὅτι καμμία ἔκδοση μαρξιστικοῦ ἔργου δὲν ὑπάρχει ὡς ὠργανωμένη ἐκδοτικὴ προσπάθεια ττς Ἀριστερᾶς. Τὸ «Θεμέλιο» παληότερα, ἐκτός ἀπὸ μερικὲς ἀνατυπώσεις κλασσικῶν ἔργων — ἁπλῶς μεταφρασμένες καὶ ἀσχολίαστες —, ἐθεώρησε χρέος του μέσα σὲ ὅλη τὴν ὑπόλοιπη ψιλὴ «προσφορά» του, νά ἐκδώσῃ καὶ τὸν Θεοτοκᾶ. Μποροῦσε ὅμως ἀπὸ αὐτὸ νὰ βγῆ κανένα κέρδος, ἀφοῦ ὁ Θεοτοκᾶς ἦταν πιὸ ἔξυπνος ἀπὸ τὸ «Θεμέλιο» ; Πῶς ἀλλοιῶς ὀνομάζεται αὐτὸ παρὰ πολιτικὴ τῆς σπέκουλας; Θὰ ἐξετάσουμε παρακάτω τὶς πιθανὲς δικαιολογίες, μὰ πρέπει νὰ παρατηρήσουμε ὅτι ἐδῶ ἀκριβῶς βρίσκεται ἡ πολιτικὴ ὑπεροχὴ τοῦ κατεστημένου : ὅτι μπορεϊ νὰ καλλιεργῆ μίαν ἰδεολογικὴ στασιμότητα στὴν ἀριστερὴ διανόηση καὶ νὰ διαθέτη διανοουμένους καὶ νὰ τοὺς προβάλη ἡ ἴδια ἡ Ἀριστερά. Αὐτὸ εἶναι τὸ μυστικό του μηχανισμοῦ τῆς νεοελληνικῆς ἀστικῆς Ἰδεολογίας καὶ ἐδῶ ἔγκειται ἡ εὐθύνη τῆς Ἀριστερᾶς. Εἶναι σοφὴ ἡ ἐναλλακτικὴ ἰδεολογικὴ μαεστρία τοῦ κατεστημένου μὲ τὴν Ἀριστερά. Ἀξίζει νὰ προσέξη κανείς, στὴν τωρινὴ ἐπιχείρηση τῆς Δεξιᾶς γιὰ τὴν ἐπανάκτηση τῶν θεσμῶν της, πόσο μεγάλη προσπάθεια πλειοδότησης καὶ ἐξομοίωση πρὸς τὰ ἀριστερὰ καταβάλλεται [12]. Διαρκής υἱοθέτηση καὶ παραποίηση ἀριστερῶν ἀρχῶν. Εἴτε ἡ Δεξιὰ —καθ’ὅ νικητής—θα ἔχη ἀπομονωμένη τὴν Ἀριστερὰ [13] καὶ θὰ διαθέτη τοὺς ἐκπροσώπους της προβαλλόμενους ἀπὸ τὴν ἴδια τὴν Ἀριστερά, εἴτε, ὅπως τώρα, θὰ πλειοδοτῇ ἡ ἴδια εἰς ἀριστερισμὸ καὶ «Δημοκρατία». Κάποιος βαθύτερος βέβαια λόγος ὑπάρχει πού ἡ Κεντροδεξιὰ ἀσχολεῖται μὲ τὴν μαρξιστικὴ ἔρευνα καὶ πού μεριμνᾶ μὲ περιοδικά της νὰ καλύπτη ἕνα ὡρισμένο χῶρο τῆς ἀριστερᾶς διανόησης. Γιὰ τὴν μέριμνα αὐτὴ ἀρκεῖ, κατὰ τὴν Ἀριστερά, ὁ ἐξορκισμὸς μὲ τὰ Λενινιστικὰ φετίχ. Τὸ τσιτάτα τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Λένιν εἶναι γιὰ τὸν νέο ἀνθροιπο ἕνα εἶδος τίμιου ξύλου καὶ ἅπαξ καὶ τὸ ἀγγίξῃ, δὲν τόν πιάνουν οἱ ἰδεολογικοὶ διάολοι τῆς Δεξιᾶς. Ὁ νέος ἄνθρωπος γιὰ νὰ προφυλαχθῆ ἀπὸ τὶς ἰδεολογικὲς σειρῆνες τῆς Δεξιᾶς, δὲν ἔχει παρὰ νὰ διαβάςῃ τὸ Κεφάλαιο τοῦ Μάρξ! Ἔτσι ἀντιλαμβάνεται τίς ἰδεολογικές της ὑποχρεώσεις ἡ ἀριστερὰ [14]. Ἀφοῦ ὑπάρχουν τὰ κείμενα τοῦ Μὰρξ καὶ τοῦ Λένιν καὶ κυκλοφοροῦν στὸ ἐμπόριο, ἡ εὐθύνη τῆς Ἀριστερᾶς ἀπέναντι στὸ πρωτοετῆ φοιτητὴ δὲν εἶναι νὰ τὸν βοηθήση στὸν παραδαρμὸ του ἀνάμεσα ἀπὸ τὸν Μαρξισμὸ τῆς «σχολῆς τῆς Φρανκφούρτης» καὶ τὸν Μαρξισμὸ τοῦ Ράϊχ, ἀλλά νὰ τοῦ σερβὶρῃ τὰ «πρακτικὰ» γιὰ τὶς ὑποχρεώσεις του ὡς συνεποῦς κομμουνιστοῦ. Αὐτὴ ὅμως ἡ τακτικὴ δὲν εἶναι μαρξισμός, μὰ ἀστρομαντική. Ὁ Λένιν ἔγραφε: «Γιὰ νὰ γίνουμε στὰ μάτια τῆς κοινῆς γνώμης μιὰ πολιτικὴ δύναμη, δὲν ἀρκεῖ νὰ κολλήσουμε τὴν ἐττικέτα «πρωτοπορία» πάνω σὲ μιὰ θεωρία καὶ μιὰ τακτικὴ ὀπισθοφυλακῆς. Πρέπει νὰ δουλέψουμε πολὺ καὶ μὲ πεῖσμα. γιὰ ν’ ἀνεβάσουμε τὴν συνείδησή μας». (Τί νὰ κάνουμε, 1956, σελ. 99).
    Εἶναι ἐθνικῶς ὑπόλογη ἡ Ἀριστερὰ ὅταν ὑπερυψώνη σὲ πρότυπο κομματικῆς συμπεριφορᾶς τὴν νοοτροπία τοῦ ὀργισμένου ἀσυνείδητου νεαροῦ πού κρατάει τὸ μεγάλο πλακὰτ στὴ συγκέντρωση καὶ ὠρύεται. Διότι ὁ ὀργισμένος αὐτὸς νεαρὸς ἔχει ὑποκαταστήσει, ἁπλούστατα, τὴν ποδοσφαιρική του ἐκτόνωση μὲ τὸ πλακὰτ καὶ τὸ «ἀταξικὸν ἰδεῶδες». Ἡ ἰδεολογική του συνειδητοποίηση στὸ πλακὰτ σταματᾶ. Καὶ γιὰ τοῦτο κυρίως ὑπὸλογη εἶναι ἡ Ἀριστερά. Διότι καμμία προσπάθεια δὲν ἔκαμε καὶ καμμία τακτικὴ δέν ἐφήρμοσε γιὰ τὸ ἀνέβασμα τῆς συνείδησης τῶν ὀπαδῶν της. Ἀπὸ τὸ 1926 πού πρωτοεκπροσωπήθηκε ὡς κόμμα στὴν ἑλληνικὴ βουλή, τὸ ποσὸν τῆς πνευματικῆς της συνεισφορᾶς πρὸς τὸ ἔθνος (τὴν προλεταριακὴ ἔννοια τοῦ «ἔθνους» ἀναλύομε παρακάτω) βρίσκεται ἐγγύς του μηδενός. Ἐμεῖς, πέραν ἀπὸ τὸν «Σοφιστὴ» τοῦ Γληνοῦ, τίποτε ἀξιόλογο καί μὴ θορυβοποιητικὸ δὲν ξέρουμε. Ἡ Ἀριστερὰ τὴν πνευματική της ἡγεσία τὴν ἐδίωξε ἀμειλίκτως. Ὄχι πάντα φανερά, μὰ πάντα ἀμειλίκτως. Ἀπὸ τὴν πνευματική της ἡγεσία ἐκράτησε μόνο ὅσους τὴν ἐξυπηρετοῦσαν γιὰ τὰ ἄμεσα συναγελαστικὰ της ἔργα, τὶς συγκεντρώσεις καὶ τὶς «πορεῖες Εἰρήνης»! Εἶναι ἡ μόνη περιπτωση πού γιὰ πολλοὺς ἀπ’ αὐτοὺς ἐπέδειξε μειλιχιότητα καί συγκατάβαση. Ἐνῶ ἄλλους δὲν ἐκαταδέχθηκε νὰ τοὺς βγάλη οὔτε βουλευτὲς — ὅπως τόν Γ. Σκουριώτη πού ἔδωσε τὸ «Κεφάλαιο» τοῦ Μάρξ. Ὁ τόσος μόχθος τοῦ «Κεφαλαίου» δὲν ἄξιζε μιὰ βουλευτικὴ ἕδρα ! Αὐτὸ σημαίνει ὅτι ἡ Ἀριστερὰ περιφρονεῖ τὴν διανόηση, ὅτι, ὅταν λέῃ «διανοούμενο», ἐννοεῖ θορυβοποιὸ ἀμέσου κομματικοῦ κέρδους. Σημαίνει δηλαδή ὅτι ἔχει ὑποκαταστήσει τὴν διανόηση μὲ τὴν εἰδωλολατρεία. Καὶ ἀνάλογες εἶναι οἱ μέθοδες πού χρησιμοποιεῖ. Αὐτὲς οἱ μέθοδες ὅμως δὲν μποροῦν νὰ δώσουν ἱστορικὸ ἀποτέλεσμα. Ἡ συναισθηματική συγκόλληση τῶν ὀπαδῶν μέσῳ τῆς περιστασιακῆς ποίησης καὶ τῶν τραγουδιῶν εἶναι μέθοδες δοκιμασμένες καὶ ξεπερασμένες [15], εἶναι μέθοδες πού κάνουν νὰ ἐπαληθεύουν κάποιες μικρὲς ἀλήθειες πού ἔλεγε παληότερα ἕνας Ἀστυνομικὸς Διευθυντὴς [16]. Εἶναι μέθοδες πού δὲν ἐπιτρέπουν τὸν ἔλεγχο, διότι ὠθοῦν τά ἀρχικὰ κίνητρα πρὸς τὸν ὑποτροπιασμὸ [17]. Εἶναι βιασμοί, πού μὲ δαύτους μπορεῖ κανένας νὰ ζῆ χρόνια μετανοιωμένος ἀριστερός. Ὅτι οἱ ἀσυνείδητοι ὀπαδοί, παρὰ τὴν εὐκαιριακὴν ἐκμετάλλευση, δὲν ὠφελοῦν τὴν ὑπόθεση τοῦ σοσιαλισμοῦ, εἶναι σὲ θέση νὰ ἐκτιμήσῃ ἡ Ἀριστερά, περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλη φορά. Διότι ἡ ψυχολογία τοῦ νεαροῦ ἀστοῦ, πού γίνεται ὀπαδός, εἶναι μᾶλλον σύμπτωμα τῆς ἀστικῆς του καταβολῆς, παρὰ ἰδεολογικὴ ὡριμότης. Αὐτὸν τὸν νεαρὸ ἔπρεπε νὰ ἔχη τὴν εὐφυία ἡ Ἀριστερὰ νὰ καταστήση ὀπαδό της. Ἔπρεπε δηλαδή νὰ διαθέτη τὴν δυνατότητα νὰ μεταβάλη τὴν ἀστική του εἷς βάθος ψυχοσύνθεση. Μὰ γιὰ τὸ ἔργο τοϋτο ἦταν ἀπαραίτητο νὰ διαθέτη μιὰ εὐλύγιστη ἰδεολογία καὶ μιὰ εὐρύτατη φιλολογία πρὸς τὰ δεξιά. Μέσα στήν ἀδυναμία της αὐτή, ἡ Ἀριστερά ἀμύνεται μὲ τὴν καχυποψία. Ἀνακηρύσσει σὲ δόγματα τίς κομματικὲς ἀρχὲς καὶ δοκιμάζει μὲ τὴν προσκύνησή τους. Αὐτὸ ὅμως συνιστᾶ καὶ μιάν ἄπειρη πολιτικὴ μειονεκτικότητα ἔναντί τοῦ κατεστημένου.
    Τῆς νοοτροπίας αὐτῆς ὑπάρχει βέβαια ἡ πραγματικὴ ἐξήγηση, πού ταυτόχρονα ἐπιβεβαιώνει καὶ τὴν πολιτικὴ ἀμεριμνησία : εἶναι ἡ ἀντίληψη ὅτι τὸ Κόμμα ἀποτελεῖ τὴν «ἀστείρευτη κοίτη». Ἡ ἀντίληψη αὐτὴ ἐμβάλλει τὴν ἔμμονη στὴν ἀμετακινησία τῶν δογμάτων. Ἀγνοῶντας ἀφειδῶς τὸ ἀνθρώπινο ὑλικὸ — πεπεισμένη γιὰ τὴν «ἀστείρευτη κοίτη» — μετρᾷ τὴν ἱστορία μὲ αἰῶνες αἰώνων καὶ ἡ μυθολογικὴ ψυχὴ της βλέπει παντοῦ μουζίκους, λαϊκὰ μέτωπα καὶ Κερένσκυδες. Κανένα ἴχνος πολιτικοῦ συγχρονισμοῦ. Δὲν ξέρουμε βέβαια γιὰ τοὺς μουζίκους, ξέρουμε ὅμως ὅτι τὸ γεγονὸς τῆς ἅπαξ ἐμφανίσεως τοῦ Κερένσκυ, ἀποκλείει τὴν ἐπανεμφάνισή του. Μήπως πίστευε τὸ ’63 ἡ Ἀριστερὰ 6τι θὰ ἔπαιρνε τὴν ἐξουσία ἀπὸ τὴν Ἕνωση Κέντρου, ὅπως τὴν πῆρε ὁ Λένιν ἀπὸ τὸν Κερένσκυ; Μήπως ἀκόμη πίστευε ὅτι θὰ παρεῖχε τὸ Κέντρο τὴν εὐκαιρία τῆς πολιτικῆς τοῦ Δούρειου Ἵππου; [18] Καὶ ἂν οἱ συνθῆκες δὲν ἦταν ἐκεῖνες πού θὰ ἐπέτρεπαν ἕνα τέτοιο γεγονός, πρὸς τί ἡ ὀπτασία τοῦ μετώπου; Ἐκτός ἄν ἡ Ἀριστερὰ πιστεύη στὴν «Δημοκρατία», ὁπότε κι’ ἐμεῖς δὲν ἔχουμε τί ἄλλο νὰ προσθέσουμε. Ἡ ἱστορικὴ ἀπάντηση ἀπὸ τὸ μέτωπο ἐκεῖνο ἦρθε τὴν 21 Ἀπριλίου. Αὐτὸ ἤθελε μὲ τὸν τόσο θόρυβο τῶν «Λαμπράκηδων» ; Τὴν Δεξιά, ἡ Ἀριστερά, θεωρεῖ πολιτικό της ἀντίπαλο καὶ κρίνει ὅτι μπορεῖ καλύτερα νὰ κινηθῆ μὲ κεντρῶες κυβερνήσεις καὶ μὲ τὴν σοσιαλδημοκρατία! Εἶναι τοῦτο ἐνδεικτικό τῆς πολιτικῆς της νοήσεως. Κατὰ ποιὰ Λογικὴ μπορεῖ νὰ μαζικοποιηθῆ τὸ κίνημα της μέσα σὲ συνθῆκες ὑφέσεως, εἶναι ἕνα ἐρώτημα γιὰ τὸ ὁποῖο πρέπει κανεὶς ν’ ἀποτανθῆ στὸ Μαντεῖο τῶν Δελφῶν [19]. Ἐπειδὴ ἡ πολιτικὴ της εἶναι ἐμπειρικὴ παρέχει πληθώρα προγνωστικῶν ἐντυπωσιασμῶν στοὺς φαρμακοποιοὺς τῆς πολιτικῆς ἀλχημείας, πού συνεπάγονται μιὰ ἄμετρη θολούρα καὶ δέος γιὰ τὸν ταλαίπωρο ὀπαδό [20]. Εἴμαστε πεπεισμένοι ὅτι ὁ Λένιν οὐδέποτε θὰ υἱοθετοῦσε συνθήματα καὶ τακτικὲς πού θὰ μποροΰσαν νὰ βελτιώσουν τὴν κατάσταση τοῦ ἀντιπάλου του. Ὅ,τι ἔβλεπε νὰ ἐπιδεινώνη, θὰ τὸ ἐπικροτοῦσε ἀπόλυτα καὶ θὰ φρόντιζε, ἁπλούστατα, νὰ ἐκμεταλλευθῇ τ’ ἀποτελέσματα. Μὰ τοῦτο προϋποθέτει ὅτι ἡ ὁποιαδήποτε πολιτικὴ συμπεριφορὰ εἶναι ἀπόρροια κάποιας θεωρητικῆς τακτικῆς, κάποιας συγκεκριμένης πολιτικῆς θεωρίας. Τέτοιο πρᾶγμα δὲν διαθέτει ἡ Ἀριστερά. Διότι οἱ πολιτικὲς ὑπαγορεύσεις ἐκπηγάζουν μόνο ἀπὸ τὴν χρήση μίας ἐμπράγματης πολιτικῆς ἀνάλυσης καὶ αὐτὸ ἀκριβῶς εἶναι τὸ σημεῖο, ὅπου ἀδυνατεῖ. Μὴ μπορῶντας νὰ χρησιμοποίση τὸν Μαρξισμὸ σὲ διαρκῆ ἀναφορὰ πρὸς τὴν πραγματικότητα — ἑπομένως κατ’ ἀνάγκην ἀχρηστεύοντας τον — τὸν διατηρεῖ ὁμοίωμα καὶ συναξάρι ἀφορισμῶν. Ἔτσι, ἡ μὲν πολιτική της στὴν πράξη εἶναι ἡ τοῦ ἐνστίκτου — ὅ,τι πρὸς στιγμὴν μᾶς βολεύει πρὸς ἄγραν ὀπαδῶν —, ἡ δὲ μαρξιστικὴ θεωρία γίνεται πρωτοχριστιανικὸ δόγμα, κατάλληλο μόνον γιὰ τὸν ἀνώριμο εἰκοσαετῆ ὀπαδό. Γιὰ τοῦτο ἡ Ἀριστερὰ δὲν ἀφήνει εὐκαιρία συναγελαστικὴς ἐκδήλωσης νὰ πάη χαμένη, πεπεισμένη ὅτι αὐτὴ εἶναι ἡ τακτικὴ γιὰ τὴν συνειδητοποίηση τῶν «ὀπαδῶν» καὶ τὴν μαζικοποίηση τοῦ κινήματος!
    Μὰ τούτη ὅμως ἡ τακτικὴ δὲν βλέπουμε σὲ τί διαφέρει ἀπὸ τὴν παληότερη, ὅταν δηλαδή ἐπίστευε πώς ἡ κατάργηση τῆς «ἀτομικῆς ἰδιοκτησίας» συνίστατο στὴν πυρπόληση τῶν ὑποθηκοφυλακείων! Εἶναι ἡ τακτική της μυθολογικῆς ἔξαψης, ἀπό τήν ὁποία δὲν μπορεῖ νὰ ὑποστῇ ἡ Ἀριστερά. Καὶ τοῦτο συμβαίνει ἐπειδὴ ἡ πολιτικὴ της πράξη εἶναι ἄσχετη ἀπὸ τὴν ὁποιαδήποτε μαρξιστικὴ κατανόηση συγκεκριμένων καταστάσεων.
    Ἐπειδὴ ἀκριβῶς πάσχει θεωρητικῶς, στὸ σημεῖο τοῦτο στηρίζεται ἡ ὅλη ἀντίπαλη πολιτικὴ καὶ ἡ προστασία. Πιστεύει π.χ. ἡ Ἀριστερὰ ὅτι ἡ τακτική τῆς «εἰρηνικῆς συνύπαρξης» βγαίνει ἀπὸ τὴν ἐλεύθερη βούληση τῆς Σοβιετικῆς Ἑνώσεως [21]καὶ συνεπῶς τὰ φαινόμενα τοῦ τόπου μας — καί ἰδιαίτερα τὴν ὑποστήριξη τῆς Σόβ. Ἑνώσεως πρὸς τὸ καθεστὼς τῆς 21 Ἀπριλίου— τά ἑρμηνεύει κατὰ τὸ δοκοῦν, βάσει τῶν ἀρχῶν τῆς συνεπείας πρὸς τὶς ἀρχὲς τοῦ σοσιαλιστικοῦ διεθνισμοῦ. Γιὰ τοῦτο καὶ ἡ ἀποδοχὴ τῆς διαμάχης «περὶ διεθνισμοῦ». Ἐὰν ἡ Δεξιὰ δὲν εἶναι σοφὴ γιὰ τὸν ἑαυτὸ τῆς εἶναι ἀναμφιβόλως σοφωτερη ἐναντί τῆς Ἀριστερᾶς. Δὲν θὰ ὑπῆρχε περιθώριο διαμάχης ἐὰν ἡ Ἀριστερά ἐπεξεργαζόταν τὸν Μαρξισμὸ πάνω στὴν σωστὴ ἀντίληψη τρεχουσῶν συνθηκῶν. Ὁτιδήποτε καὶ νὰ ἀπεπειρᾶτο ἡ Δεξιὰ θὰ ἦταν ἀδύνατον νὰ ἐπιτύχη στὶς ἐπιδιώξεις της, ἐὰν ἕνα τμῆμα τῆς Ἀριστερᾶς δὲν ἦταν ἀπὸ τήν ἐποχὴ τοῦ ‘50 θεωρητικὰ ἀνεξέλιγκτο καὶ ἀσυντόνιστο πρὸς τὴν τροπὴ τοῦ παγκόσμιου σοσιαλιστικοῦ κινήματος.

    ………………………………
    ………………………………


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: