Γηγενείς και πρόσφυγες του ’22. Μια διδακτική ιστορία

Η σημερινή ανάρτηση βασίζεται σ’ ένα εξαιρετικό κείμενο του φιλόλογου Αντώνη Κάλφα, με αναφορά στο τελευταίο μου βιβλίο. Ένα παλαιότερο κείμενο του Αντ. Κάλφα είχε δημοσιευτεί το Νοέμβριο του  2013, στις Ιστορικές Σελίδες της «Ελευθεροτυπίας»

Pieria 1924 arheio Kalfa 3

ΠΩΣ ΕΙΔΑΝ ΟΙ ΓΗΓΕΝΕΙΣ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ (ΚΑΙ) ΣΤΗΝ ΠΙΕΡΙΑ:
ΜΙΑ ΔΙΔΑΚΤΙΚΗ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ

ΤΟΥ  ΑΝΤΩΝΗ  ΚΑΛΦΑ

 «Ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος Κούκου παρά την Αικατερίνην, Κωνσταντίνος Καραβίδας, οπλίσας 15 χωρικούς επετέθη κατά των εγκατασταθέντων Ποντίων προσφύγων τραυματίσας άνδρας και γυναίκας διά ροπάλων. Δύο πρόσφυγες εξηφανίσθησαν, εις δε γέρων ερρίφθη εις την πυράν να καή ζων»

εφ. Ελ. Βήμα, 21/2/ 1924

 Τα υπέροχο κύμα αλληλεγγύης και ανθρωπιάς των τελευταίων εβδομάδων απέναντι στους πεινώντες και διψώντες πρόσφυγες απ΄τη μια αλλά και η μισαλλόδοξη ρατσιστική συμπεριφορά απ΄την άλλη οφείλουν να μας βάλουν να σκεφτούμε κάπως και τις δικές μας προσφυγικές ιστορίες. Το πλούσιο υλικό σχεδόν μισού αιώνα προσφυγικής μνήμης στην Πιερία επιτρέπει, παρακολουθώντας τις αφηγήσεις των πρωταγωνιστών της, να έχουμε μια καλύτερη εικόνα γύρω από ζητήματα όπως: αιτίες της προσφυγιάς, η στάση των γηγενών, προκαταλήψεις και στερεότυπα, τα προβλήματα της εγκατάστασης.

Όπως σημειώνει και ο μαχητικός ιστορικός Βλάσης Αγτζίδης, ο αρχικός εκνευρισμός που ένοιωσαν οι ντόπιοι για τους πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής πήρε σύντομα τη μορφή εχθρότητας. Αντιγράφω από το προσφάτως εκδοθέν βιβλίο του «Μικρά Ασία» (που πρόκειται να παρουσιαστεί στην Ένωση Ποντίων από τους προσφυγικούς συλλόγους του νομού στις 9/4/2016): «Η ρατσιστική συμπεριφορά κατά των προσφύγων θα αποτελέσει γενικευμένη κοινωνική συμπεριφορά, τόσο των ελλαδιτών Ελλήνων, όσο και των εθνικών και θρησκευτικών μειονοτήτων που κατοικούσαν τότε στην Ελλάδα. Δεν θα υπάρξουν σημαντικές εκδηλώσεις κοινωνικής αλληλεγγύης. «Η βρισιά ΄΄τουρκόσπορος΄΄ μαζί με σωρό ανάλογες βρισιές, όπως ΄΄σκατοουγλούδες΄΄, ΄΄παληοαούτηδες΄΄ κ.λπ. ήταν στην ημερήσια διάταξη, από ανώτερα και κατώτερα κυβερνητικά όργανα…» Το συναίσθημα αυτό περιγράφεται από τον Π. Κανελλόπουλο: «Μια μεγάλη μερίδα του πληθυσμού, που από το 1915 είχε διχασθεί δεν αντίκρυσε τους πρόσφυγες με συμπάθεια, όταν τα αδυσώπητα κύματα της ιστορίας τους έριξαν πάνω στους βράχους της Ελλάδας. Δεν υπήρξε συμπάθεια, δεν υπήρξε απάθεια, υπήρξε αντιπάθεια.». Για τους ίδιους τους πρόσφυγες, η επαφή με τους γηγενείς υπήρξε ένα τραυματικό πολιτισμικό σοκ.

Οι γηγενείς της υπαίθρου θα ανταγωνιστούν τους πρόσφυγες προσπαθώντας  να καταπατήσουν τα Ανταλλάξιμα κτήματα. Συνήθως οι πρόσφυγες δέχονται οργανωμένες επιθέσεις από ομάδες γηγενών, που προσπαθούσαν να τους εκδιώξουν από τα μέρη τους. Χαρακτηριστική είναι η περιγραφή του κλίματος στο χωριό Ροδολείβος της Δράμας όπου φανατισμένοι ντόπιοι απειλούσαν ότι: «θα σφάξωσι, θα εκδιώξουσι τους πρόσφυγας δι’ όπλων, μαχαίρων, και ροπάλων». Οι συγκρούσεις θα είναι πολλές, όπως και τα ρατσιστικά συναισθήματα, τα οποία πολλές φορές θα είναι η αιτία των επιθέσων. Χαρακτηριστική είναι η εξήγηση που δίνεται για τη δολοφονία ενός πρόσφυγα από ένα γηγενή στη Νιγρήτα Σερρών: «Τα πραγματικά ελατήρια του φόνου δεν είναι, ως ταύτα μας παρουσιάζονται, η κλοπή ή η ανεύρεσις ενός απωλεσθέντος σχοινίου. Είναι το μίσος, τα πάθη τα οποία εδημιουργήθησαν μεταξύ των εντοπίων και των προσφύγων δια την κατάληψιν των υπό των Οθωμανών καταληφθέντων κτημάτων και γαιών».

Η εμπάθεια του Γεωργίου Βλάχου είναι τέτοια, ώστε αρνείται ακόμα και τις προσφυγικές ψήφους για το Λαϊκό Κόμμα: «Με έκπληξίν μας είδομεν εις τα χθεσινά φύλλα ότι το Λαϊκόν Κόμμα θα περιλάβη τρεις πρόσφυγας πολιτευομένους εις τον συνδυασμόν Αθηνών. Διατί θα τους περιλάβη; Επί τη βάσει ποίας ηθικής και επί τη βάσει ποίας σκοπιμότητος; …..Αλλά είναι Ελληνες και όμαιμοι και αδελφοί. Ας είναι και αδελφοί και εξάδελφοι. Οταν αποκτήσουν συνείδησιν πολιτικήν και θέλησιν πολιτών ελευθέρων -πράγμα το οποίον δεν θα συμβή ποτέ- τότε θα δικαιούνται να θεωρούνται μεταξύ ημών, όχι μόνον ως εκλογείς αλλά και ως εκλέξιμοι. Επί του παρόντος οι πρόσφυγες δεν έχουν καμμίαν θέσιν εις τους συνδυασμούς του Λαϊκού Κόμματος» («Καθημερινή», 19/7/1928).

Στην Πιερία

Στην περιοχή μας, σε ανταπόκριση της εφ. Ελεύθερον Βήμα, το 1924 διαβάζουμε την είδηση: “Ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος Κούκου παρά την Αικατερίνην, Κωνσταντίνος Καραβίδας, οπλίσας 15 χωρικούς επετέθη κατά των εγκατασταθέντων Ποντίων προσφύγων τραυματίσας άνδρας και γυναίκας διά ροπάλων. Δύο πρόσφυγες εξηφανίσθησαν, εις δε γέρων ερρίφθη εις την πυράν να καή ζων”». Αλλά και σε άλλες εφημερίδες, κυρίως μακεδονικές θα δούμε σωρεία περιγραφών με αντιπαραθέσεις και συγκρούσεις γηγενών και προσφύγων, όπως η είδηση που δημοσιεύεται στην εφ. Μακεδονία, στις 28/10/1927 μεταξύ γηγενών Βρωμερής και προσφύγων Περιστάσεως Αικατερίνης.

Pieria 1924 arheio Kalfa 1

Τα ίδια λίγο πολύ περιστατικά, αλλά και άλλα, μικρότερης έκτασης, περιγράφουν στις προφορικές τους αφηγήσεις οι πρόσφυγες στην πόλη μας. Στο βιβλίο τους «ΜΝΗΜΕΣ ΑΠΟ ΤΗ ΘΡΑΚΗ» ο Θανάσης Μισιτσάκης και ο Νίκος Ντουλαπτσής περισυνέλεξαν αφηγήσεις των θρακιωτών που εγκαταστάθηκαν στην Κατερίνη. Το σπουδαίο του εγχειρήματος βρίσκεται στην προσωπική καταγραφή των πληροφορητών/ιστορητών περιγράφοντας τα στοιχειώδη του βίου τους: τόπος γέννησης, οικογενειακή κατάσταση, οικονομική κατάσταση, περιπέτειες εγκατάστασης, τρόπος ζωής στην θρακική πατρίδα, ψυχαγωγία και καθημερινός μικρόκοσμος (καφενεία, μαγαζιά, ποικίλες μνήμες). Ιδιαίτερα σημαντικές αποδεικνύονται οι προφορικές συνεντεύξεις των θρακιωτών της Κατερίνης σε ζητήματα που έχουν σχέση με τα προβλήματα της εγκατάστασης, οι μνήμες από την αντιμετώπιση των ντόπιων της πόλης και οι μνήμες από τις σχέσεις τους με τους Τούρκους.

Θυμάται ο Παναγιώτης Αγατσιώτης: «Εκείνα τα χρόνια οι Θρακιώτες κάθε Κυριακή κάνανε χορό στο πάρκο. Το πάρκο τότε το λέγανε Κισλά. Τότε οι βλάχοι, όταν έβλεπαν τους Θρακιώτες, τρέχανε και μαζεύανε τα παιδιά τους λέγοντας ότι θα τα φάνε οι πρόσφυγες. Τα φοβερίζανε με την ιδέα του πρόσφυγα» (σ. 33).

Ο Δημήτρης Γιαννακίδης θυμάται από τις αφηγήσεις του πατέρα του Ανέστη (1905-1986) τις δυσκολίες τής συνύπαρξης όπως αυτές που αφορούσαν τους γάμους προσφύγων και ντόπιων: «Για αρκετά χρόνια δεν υπήρχε περίπτωση να συγγενέψουν οι ντόπιοι με τους πρόσφυγες και πόσο μάλιστα με τους Κουμπαγιώτες μέσα από γάμο. Το πρωτοπαλίκαρο όμως από τους ντόπιους που πρωτοστατούσε στους καυγάδες με τους Κουμπαγιώτες, ήταν αυτός που παντρεύτηκε πρώτος Κουμπαγιώτισσα. Ο γάμος αυτός βοήθησε πολύ στο να ομαλοποιηθούν τα πράγματα.» (σ.64).

Στην αποτίμηση του λόγου των πληροφορητών διακρίνει κανείς προκαταλήψεις και υποκειμενικές χρήσεις της ιστορικής μνήμης όπως για παράδειγμα οι αναφορές σε κόντρες με τους Τουρκόφωνους από τη Δράμα και με τους Ευαγγελικούς στην πόλη. Αναφερόμενος ο Κώστας Χρηστίδης (γεννήθηκε το 1921) γιος του ανδριανουπολίτη Χρήστου Χρηστίδη (1885-1935) υποστηρίζει τα εξής: «Εγώ γεννήθηκα το 1921 στην Κατερίνη, σε ένα χαμηλό τουρκόσπιτο [στο σπίτι του Ζέτα], απένα μέχρι το 1930. Μετά μας έδωσαν οικόπεδο στα Θρακιώτικα, η τότε Επιτροπή [Ε.Α.Π.]. Η δική μας Θρακιώτικη Επιτροπή δεν έκανε καλή μοιρασιά, γιατί και δεν πήρανε όλοι [χήρες, ορφανά], αλλά μας φάγανε και οι πόντιοι πρόσφυγες τα οικόπεδα στη Νέα Ζωή, τα οποία ήταν τα θρακιώτικα αλώνια. Στο κέντρο του συνοικισμού [σημερινή πλατεία Θρακών] Δραμινοί και τουρκόφωνοι πρόσφυγες, με πίεση από τον Κισά Μπατσάκ πήρανε ετσιθελικά τα δικά μας οικόπεδα όπως και οι Ευαγγελικοί. Όλοι αυτοί ήρθανε πολύ αργότερα από τους Θρακιώτες» (σ. 271).

Η διάσωση της εθνικής μνήμης συνδέεται στενά με την  υπεράσπιση της αλήθειας και της ιστορικής αντικειμενικότητας. Η πλούσια βιβλιογραφία που παράγεται τις τελευταίες δεκαετίες μπορεί να συνεισφέρει ουσιαστικά στη σχετική προβληματική. Παράλληλα, οφείλουν οι ζωντανές ποντιακές οργανώσεις και τα προσφυγικά σωματεία να ανοιχτούν στον δημόσιο διάλογο και την έρευνα, να αντιληφθούν τον πλούτο των δικών τους τοπικών παραδόσεων (μαρτυρίες, απομνημονεύματα, αφηγήσεις και προφορικές μαρτυρίες) εφόσον η ενασχόληση και η ανάδειξη της τοπικής μνήμης «φέρνει την ιστορία μέσα στην κοινότητα» των πολιτών, προσφέρει μια αμφισβήτηση των κοινών τόπων της μεγάλης ιστορίας και εν τέλει είναι «ένα μέσο ριζικής μεταμόρφωσης της κοινωνικής σημασίας της ιστορίας».

Κυρίως όμως προσφέρει μια σπουδαία ευκαιρία να πολεμήσουμε ρατσιστικές ακροδεξιές συμπεριφορές και ξεπερασμένα στερεότυπα.

 

 

3 comments so far

  1. EfP on

    Aκέφαλη η κοινωνία αντιστέκεται

    27.03.2016
    ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ

    Γ​​ια κάποιες εβδομάδες το λιμάνι του Πειραιά φιλοξενεί χιλιάδες περαστικούς (τράνζιτο) πρόσφυγες – ο σταθερός αριθμός για αρκετό διάστημα ήταν δυόμισι χιλιάδες, έφτασε και τις πέντε. Στα Δελτία Eιδήσεων οι αριθμοί είναι «πληροφορία», στην άμεση επιτόπια θέα είναι συγκλονισμός και δέος που διαρκεί.

    Στους τρεις επιβατικούς σταθμούς του OΛΠ ατέλειωτη καταγής στρωματσάδα, στους ολόγυρα υπαίθριους χώρους –πεζοδρόμια, πλακοστρωμένες απλοτοπιές, χώρους στάθμευσης– αναρίθμητα αντίσκηνα, μικρά, μεσαία, μεγάλα. Ποιος προμηθεύει τα αντίσκηνα και ποιος τα μοιράζει, ποιος τις ατέλειωτες κουβέρτες, τα αδιάβροχα, τα μπουφάν, τα πουλόβερ, ποιος πληρώνει το κόστος; Ποιος υποδέχεται τα σμήνη που καταφθάνουν αδιάκοπα, μέρα νύχτα, να τα κατευθύνει, να τα κουμαντάρει, να γνοιαστεί για τις πρώτες ανάγκες τους μόλις κατεβαίνουν από τα πλοία;

    Γλωσσική επικοινωνία ανύπαρκτη. Kάποιοι ελάχιστοι από τους πιο νεαρούς πρόσφυγες παλεύουν διερμηνεία των αναγκών με υποτυπώδη αγγλικά, αλλά είναι δύσκολο να τους εμπιστευθεί κανείς: είναι οι ίδιοι που είχαν διευκολύνει στις ακτές της Mικρασίας και τα ανθρωπόμορφα κτήνη, τους «διακινητές». Για τα πολύ βασικά της συνεννόησης οι χειρονομίες αρκούν, όμως τον άρρωστο ή τον χαμένο από τους δικούς του πώς να τον καταλάβεις τι προσπαθεί να σου πει;

    Tο κράτος απουσίασε ολοσχερέστατα, και ευτυχώς – τέτοιο τσουνάμι ανθρώπινων αναγκών δεν γίνεται να αντιμετωπιστεί από υπαλληλία σε διατεταγμένη υπηρεσία και με ωράριο. Ποικιλώνυμες και ποικιλόμορφες MHKYO προσφέρουν πολύτιμη βοήθεια στη διάρκεια της μέρας, αλλά το βράδυ φυσικά αποσύρονται. Oπως περαστικές ήταν και οι σκόπιμα επιδεικτικές παρουσίες για «διανομή βοηθημάτων»: κυρίες της «καλής κοινωνίας», πολιτευτές (τωρινοί ή επίδοξοι), διοικητικά συμβούλια «ευαγών ιδρυμάτων», αντιπρόσωποι της Iεράς Συνόδου με πλήρη ανάρτηση επιστήθιων επίχρυσων σιδερικών… Aυτό το είδος των επισκεπτών μοιράζουν κάποια πακέτα φωτογραφούμενοι, και αποχωρούν.

    Συνεχή παρουσία, με βάρδιες μέρα και νύχτα, έχουν οι «Γιατροί του Kόσμου» – ακούραστη προσφορά, θαυμαστή αυταπάρνηση. Tο ίδιο και κάποιοι απλοί εφημέριοι ενοριών του Πειραιά, συνεχώς εκεί, στα χέρια τους εμπιστεύονται κάποια συνεισφορά πλήθος αφανείς χορηγοί, ενορίτες τους ή και άγνωστοι – Eλληνες της εξάχρονης στέρησης και ανελπιστίας κομίζοντας το υστέρημά τους: τρόφιμα, ρούχα, σκεπάσματα, φάρμακα, τα καθημερινά χρειώδη, αλλά και ρεφενέ για τις σκηνές (πρώτη ανάγκη) εκατό ή και περισσότερες κάθε ενορία, το κατά δύναμη.

    Aξονας συντονιστικός αυτής της πελώριας, απίστευτης κινητοποίησης: δυο παρέες – ομάδες παιδιών, σε φοιτητικές ηλικίες, διακριτικά αθόρυβα, σχεδόν απαρατήρητα και πανταχού παρόντα. Δηλώνουν (μόνο αν επίμονα τους ρωτήσεις) «αντικρατιστές», χωρίς αυταρέσκεια ή σπουδαιοφάνεια – νιώθεις ότι χρησιμοποιούν τη λέξη μόνο για να φωτίσουν την πράξη: την ακραία νυχθήμερη συνέπεια στην επιλογή τους, στο πιστεύω τους. H πράξη τους δηλώνει ότι ακόμα και σήμερα, με δεδομένη και ασφυκτική την αυτοαχρήστευση της πολιτικής, την αποφορά της σήψης και την εξωφρενική επιμονή των κομματανθρώπων να εγκληματούν κατ’ εξακολούθησιν, η κοινωνία των πολιτών μπορεί, με σιγουριά, να πάρει στα χέρια της τη διαχείριση της ζωής της. Nα αυτοοργανωθεί, να ζήσει τη χαρά της ανιδιοτέλειας.

    Tα παιδιά της «αυτο-οργάνωσης» δεν λένε λέξη για τις πεποιθήσεις τους – «αυτό που βλέπεις», απαντούν στο ερώτημα: «ποιοι είσαστε, τι πιστεύετε». Δεν ανέχονται να τους καπελώσει κανένας, δεν κηρύττουν κοσμοσωτήρια ιδεολογήματα. Παραλαμβάνουν τα μπουλούκια μόλις κατεβαίνουν από τα πλοία, τα φρουρούν από τα «κοράκια» που παραμονεύουν (τους εγχώριους «διακινητές»), οδηγούν τους πρόσφυγες σε ποια μεριά να απαγκειάσουν, τους μοιράζουν τα απαραίτητα, ειδοποιούν τους γιατρούς, αν υπάρχει ανάγκη.

    Δουλεύουν και τα παιδιά με βάρδιες, ακούραστα, αεικίνητα, πανταχού παρόντα – τόσο οι Eλληνες εθελοντές που βοηθούν όσο και οι πρόσφυγες που δέχονται τη βοήθεια, όλοι, σε αυτά τα παιδιά απευθύνονται και κανένας δεν ρωτάει για την οργανωσιακή ή ιδεολογική τους ταυτότητα. Kάποια Eλένη, ήταν δεν ήταν είκοσι χρόνων, όταν τη ρώτησα «πόσες νύχτες είσαι εδώ;» σαν να ξαφνιάστηκε: «Mα θα κοντεύει μήνας», είπε χαμογελώντας. Kαι μια Mαρία συμπλήρωσε: «Tι ρωτάς; Δεν μετράμε ένσημα».

    Mια άλλη Eλλάδα, άλλη ελληνική κοινωνία, αναπάντεχη, ανυπότακτη στην πολιτική αηδία και ατιμία, αδιάφορη για τον κρετινισμό και την αισχρουργία των «μίντια», με την ευαισθησία της τεταμένη για τις κοινωνικές προτεραιότητες, την ανθρωπιά, τη χαρά της προσφοράς. O αδίστακτος αμοραλισμός των «κομμάτων εξουσίας» και των σφετεριστών του κοινωνικού χρήματος δεν έχει ακόμα κατορθώσει να γονατίσει αυτή την «άλλη» Eλλάδα που «αντιστέκεται και επιμένει». Aν καθαρίσει ποτέ η ματιά μας από τον σκοτασμό που φέρνει η οργή, έστω και δίκαιη, θα αναγνωρίσουμε ότι η στάση απέναντι στους πρόσφυγες ήταν η δεύτερη έκπληξη που, μέσα σε ένα χρόνο, εμφάνισε η ελληνική κοινωνία. H πρώτη έκπληξη ήταν το δημοψήφισμα της 5ης Iουλίου 2015.

    Δυο φορές, σε επτά μήνες, φανερώθηκε έμπρακτα, απίστευτη και συγκλονιστική, η ελληνική διαφορά: Tο σθένος των Eλλήνων να πουν «όχι», σε ποσοστό 62%, στον «εκσυγχρονιστικό» μονόδρομο του αμοραλισμού και της εθελοδουλείας, που εκβιαστικά (με το μαχαίρι κυριολεκτικά στον λαιμό) απαιτούσε η Eυρώπη των «Aγορών». Kαι τώρα, η άρνηση της ελληνικής κοινωνίας να συμμορφωθεί με την καινούργια απαίτηση των «πεφωτισμένων και λελαμπρυσμένων» της Eυρώπης κρατών: να αφεθούν στον πνιγμό και στον θάνατο οι χιλιάδες των θυμάτων ενός τερατώδους, φρικιαστικού πολέμου, μεθοδευμένου από την ίδια την «προηγμένη» Δύση για τη δική της αχαλίνωτη ψυχοπαθολογική ανάγκη παγκόσμιας κυριαρχίας.

    Aκέφαλη η ελληνική κοινωνία, με μπροστάρηδες σπιθαμιαία ευτελή ανθρωπάρια, σώζει ακόμα αντιστάσεις.

    http://www.kathimerini.gr/854475/opinion/epikairothta/politikh/akefalh-h-koinwnia-antisteketai

  2. Π on

    Δες μια μαρτυρία από τον Κούκο:

    «…«Σεπτέμβριο-Οκτώβριο του ’22 πληροφορηθήκαμε πως υπεγράφη η Ανταλλαγή. Έδωσαν εντολή οι τουρκικές αρχές να βγάλουμε διαβατήριο. Ετοιμαστήκαμε και φύγαμε για το Χαλέπι. Πέντε μέρες περπατούσαμε ως το χωριό Παπούλ Χαράτσι, όπου σε τρεις μέρες ήρθε η αμερικανική περίθαλψη. Μας μοίρασαν τρόφιμα και μας είπαν πως με τρένο θα πάμε στο Χαλέπι. Στο Χαλέπι μάς εγκατάστησαν σε διάφορα σπήλαια. Μας βοήθησε η εκεί Μητρόπολη. Μας έδωσε χρήματα, ρούχα, τροφή. Ήταν πολύ εύφορο μέρος το Χαλέπι. Πιάσαμε δουλειά όλοι οι πρόσφυγες. Βγάζαμε 15-40 γρόσια την ημέρα. Κάναμε μικροδουλειές, δουλεύαμε σαν αχθοφόροι.
    »Στους οκτώ μήνες πάνω φύγαμε μέσω Βηρυτού. Φτάσαμε στον Πειραιά. Δέκα μέρες μας κράτησαν στην καραντίνα του Αγίου Γεωργίου. Μετά μας έστειλαν στη Θεσσαλονίκη. Στο Χαρμάνκιοϊ της Θεσσαλονίκης μείναμε δεκαπέντε μέρες και μετά μας έστειλαν στα Γρεβενά.

    »Από τα Γρεβενά μάς έστειλαν στο χωριό Τόριστα. Σήμερα το λένε Ποντινή. Μας έδωσαν ζώα και χτήματα. Τέσσερα χρόνια μείναμε εκεί. Μάθαμε πως στην Κατερίνη ήταν καλύτερα. Ήρθαμε κι αγοράσαμε από τους τσιφλικούχους του Κούκου, Καραβιδαίους και Αλβανούς, χτήματα. Χτίσαμε σπίτια και εγκατασταθήκαμε μόνιμα από το 1930. Η αγορά μας μετά ματαιώθηκε [ακυρώθηκε]. Μας τα ξανάδωσαν αφού τα απαλλοτρίωσαν.»»


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: