H εισήγηση στην Ημερίδα της Θεσσαλονίκης

21-2-2016 HMERIDA THESSALONIKI POPS 5Με ιδιαίτερη επιτυχία έγινε η Ημερίδα που διοργάνωσε η  Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων την Κυριακή 21 Φεβρουαρίου 2016, με θέμα «Οι γενοκτονίες των χριστιανικών λαών της Ανατολής (1875-1923) και η διαχείριση της μνήμης τους». Εξαιρετικές ήταν οι εισηγήσεις των Σπυρίδωνα Σφέτα,  Ιωάννη Μουρέλου, Άγγελου Συρίγου, Βενιαμίν Καρακωστάνογλου και Κυριακής Τεκτονίδου…

Η δική μου εισήγηση ήταν η εξής:

Χρήσεις και καταχρήσεις της Γενοκτονίας

Του Βλάση Αγτζίδη (*)

21-2-2016 HMERIDA THESSALONIKI POPS 4Την επίσημη Ιστορία τη γράφουν πάντα οι νικητές, και η προσπάθεια των ηττημένων να αναδείξουν και αυτοί τη δική τους ιστορική εμπειρία αποτελεί τις περισσότερες φορές μια επώδυνη περιπέτεια.

Και οι ηττημένοι -κατά τη διαδικασία του μεγάλου μετασχηματισμού της Εγγύς Ανατολής που άρχισε το 1908 και ολοκληρώθηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923- υπήρξαν οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, οι Ανταλλάξιμοι και από τις δύο ακτές του Αιγαίου καθώς και οι οικογένειες των στρατιωτών που έχασαν τη ζωή τους την περίοδο του ελληνοτουρκικού πολέμου 1919-1922. Nα σημειωθεί από τη αρχή ότι ο όρος «Μικρά Ασία» συμπεριλαμβάνει τις περιοχής του Πόντου, της Ιωνίας, της Βιθυνίας, της Καππαδοκίας κ.ά.

 Η διεκδίκηση της ιστορικής ορθότητας και της κυριαρχίας μιας συγκεκριμένης ερευνητικής ματιάς φαίνεται ότι αποκτά πλέον κεντρική θέση στις ιδεολογικές διεργασίες. Αντιμαχόμενες κοινωνικοπολιτικές ομάδες δίνουν το δικό τους νόημα σε ιδέες και ιστορικά γεγονότα. Οι κατεστημένες κυρίαρχες απόψεις αμφισβητούνται και το ιστορικό παρελθόν διεκδικείται πλέον από τις πάλαι ποτέ αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες. Η διαμόρφωση ενιαίου ιστορικού αφηγήματος μετατρέπεται σε κοινωνικό κίνημα που επιδιώκει την ενσωμάτωση κάθε ξεχωριστής ιστορικής εμπειρίας. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η πάλη των ιδεών στην Ελλάδα της μεταπολιτευτικής περιόδου και η προσπάθεια των αποκλεισμένων ερμηνειών να εδραιώσουν την παρουσία τους στο χώρο των ιστορικών αφηγημάτων.

Το ιστορικό παρελθόν φαίνεται να υπόκειται σε πολλαπλές αναγνώσεις. Η «αντι-μνήμη», δηλαδή ο χώρος της μνήμης που διαμορφώνεται από τα κάτω, αμφισβητεί τα κυρίαρχα αφηγήματα. Το μεγαλύτερο παράδειγμα αυτής της περίπτωσης αποτελεί η πολιτική μνήμη των προσφύγων του ’22, απαγορευμένη έως τη δεκαετία του ’80. Με το αίτημα που διατυπώθηκε από τις προσφυγικές οργανώσεις για την αναγνώριση της Γενοκτονίας που υπέστησαν από τον τουρκικό εθνικισμό την περίοδο 1914-1923, αλλά και με την κριτική που άσκησαν, τόσο προς τις ελλαδικές ελίτ για την αρνητική τους στάση όσο και προς το σταλινισμό για τη μεταχείριση αυτών που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ, αμφισβήτησαν το σύνολο των κυρίαρχων ιδεολογημάτων και την απαίτηση για επιλεκτική λήθη.

Η προσπάθεια των οργανώσεων των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής να προτείνουν ένα άλλο ερμηνευτικό μοντέλο για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου θα συναντήσει σφοδρή αντίδραση, αρχικά από το συντηρητικό φιλονατοϊκό πολιτικό χώρο και στη συνέχεια από ένα τμήμα της παραδοσιακής Αριστεράς αλλά και της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς.

Η καθιέρωση κατά τη δεκαετία του ’90 των Ημερών Μνήμης για τις Γενοκτονίες λίγο άλλαξε τα φιλοκεμαλικά ελλαδικά στερεότυπα, ενώ αντίθετα παρατηρήθηκε η εμφάνιση ενός σημαντικού ρεύματος αρνητών της Γενοκτονίας, καθώς και μια έμπρακτη προσπάθεια του δεξιού αναθεωρητισμού, όπως εκφράστηκε με την απόφαση του Άρειου Πάγου που ακύρωνε τη Δίκη των Εξ. Οι διαφωνίες αυτές και οι σκληροί πόλεμοι για τη Μνήμη και την Ιστορία, αγγίζουν τον πυρήνα διαμόρφωσης της νεοελληνικής ιδεολογίας.

Η ιστοριογραφία

Σημαντικά τμήματα της νεότερης ελληνικής ιστορίας έμειναν στο σκοτάδι ως άγραφες Λευκές Σελίδες. Κι αυτό γιατί η ιστοριογραφία μας καθορίστηκε από τα  στενά συμφέροντα του έθνους-κράτους και των διαφόρων πολιτικών εκδοχών που εμφανίστηκαν αποκλειστικά στα όριά του. Αναπαράχθηκε έτσι πιστά η πολιτική, που χαρακτήρισε  τις πολιτικές δυνάμεις της Ελλάδας που διαχειρίστηκαν τη μικρασιατική πρόκληση. Η συνάντηση της ακροδεξιάς άποψης του Ιωάννη Μεταξά με την πρώιμη κομμουνιστική του ΣΕΚΕ-ΚΚΕ, καθόρισε και την ματιά της νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Ο περιορισμός παράλληλα του βενιζελισμού στην κρατική εκπροσώπηση και μόνο, συνέβαλε στο να μετατραπεί η συγκεκριμένη ματιά σε καθολική. Η νομιμοποίηση των εθνικών εκκαθαρίσεων που διέπραξε ο τουρκικός εθνικισμός υπήρξε στη συνέχεια κοινός τόπος. Ως εξέλιξη της ίδια πολιτικής μπορεί να θεωρηθεί η αποσιώπηση και η απουσία κάθε ερευνητικής απόπειρας, για τις σταλινικές διώξεις που πραγματοποιήθηκαν εναντίον των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης από το 1937.

21-2-2016 HMERIDA THESSALONIKI POPS 6Η πραγματικότητα αυτή θα αμφισβητηθεί μόνο κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, όταν θα προβάλλει –με όχι επιτυχημένο πάντα τρόπο- μια ιστοριογραφική σχολή που θα γεννηθεί στους κόλπους των προσφυγικών οργανώσεων.  Το γεγονός αυτό θα προκαλέσει την αντίδραση της παραδοσιακής ιστοριογραφίας – συμπεριλαμβανομένων των «νέων ιστορικών», των αποκαλούμενων «μεταμοντέρνων»- οι οποίοι θα κινηθούν μ’ ένα σπασμωδικό τρόπο καταγγελίας και αμφισβήτησης της νέας αυτής τάσης. Η ενόχλησή τους θα είναι τόσο έντονη, ώστε θα καταφύγουν και σε μεθόδους συνειδητής παραχάραξης και παρανόησης, ακόμα και διεθνών νομικών όρων, όπως αυτός της «γενοκτονίας», προκειμένου να υποστηρίξουν την παραδοσιακή εκδοχή.

Η διατήρηση και ο μετασχηματισμός της Μνήμης

Ας δούμε όμως πώς διατηρήθηκε η Μνήμη στις κοινότητες των προσφύγων σ’ έναν άξενο τόπο, όπως ακριβώς υπήρξε η Ελλάδα του Μεσοπολέμου για τους πραγματικούς ηττημένους του ΄22. Και ας περιοριστούμε στο ποντιακό υποσύνολο της προσφυγικής κοινότητας, αφού περιγράψουμε πρώτα τη συγκρότησή της.

Ο οργανωμένος προσφυγικός χώρος (δηλαδή οργανώσεις που έχουν δημιουργηθεί ή επανδρώνονται από απογόνους των προσφύγων του ’22 και θέτουν ως  καταστατικό στόχο τη διατήρηση της ιστορικής Μνήμης) είναι εκατοντάδες στην Ελλάδα, την πρώην ΕΣΣΔ και τη Διασπορά. Το μεγαλύτερο ποσοστό ενεργοποίησης ανήκει στους προερχόμενους από τον Πόντο, με την ευρεία σημασία του όρου. Μόνο στην Ελλάδα υπάρχουν περισσότερες από 600  ποντιακές οργανώσεις, εκ των οποίων οι 60 περίπου, στο Λεκανοπέδιο και άλλες τόσες στη Θεσσαλονίκη. Η σημασία των οργανώσεων αυτών είναι ιδιαίτερη, σε σχέση με τις παραδοσιακές εθνικοτοπικές οργανώσεις, γιατί εκτός από τα λαογραφικά ενδιαφέροντα και τα ιστορικά που αφορούν την Μνήμη, υπάρχουν και πολιτικά αιτήματα, άλλα εκ των οποίων είναι οικονομικής φύσης (διεκδίκηση της «Ανταλλάξιμης περιουσίας», υποστήριξη των «παλιννοστούντων») και άλλα άπτονται της εξωτερικής πολιτικής (διεθνής αναγνώριση της Γενοκτονίας, στήριξη των ελληνικών κοινοτήτων στις μετασοβιετικές χώρες, στήριξη των προσπαθειών των ελληνοφώνων στην Τουρκία για διατήρηση και ανάδειξη του ποντιακού πολιτισμού, στήριξη των μεταναστών Ποντίων μουσουλμάνων από την Τουρκία κ.ά.)

21-2-2016 HMERIDA THESSALONIKI POPS 8Από την πρώτη γενιά των διανοούμενων Ποντίων, των οποίων η εγκύκλια μόρφωση, ήταν ιδιαιτέρως υψηλή,  είχαν καταγραφεί με λεπτομέρεια τα γεγονότα που είχαν διαδραματιστεί στον Πόντο από την εποχή που η νεοτουρκική εξουσία άρχισε να εφαρμόζει τα σχέδιά της.  Από τα πρώτα χρόνια της υποχρεωτικής εγκατάστασης στο βαλκανικό Νότο, οι πρόσφυγες οργανώνουν συστηματικές εκδηλώσεις Μνήμης για τα θύματα των διώξεων. Χαρακτηριστική είναι η ομιλία που εκφώνησε ο Γιώργος Μαυρομματόπουλος το 1925, στο μνημόσυνο που έγινε στη Νεάπολη της Κοζάνης, «υπέρ των σφαγιασθέντων Ποντίων εν Τουρκία» , ενώ από το 1925 ο Γεώργιος Βαλαβάνης  μεταφέρει στους “Πόντιους επιγόνους”, την ευχή για ιστορική δικαίωση. Οι διασωθέντες θα οργανώσουν τους συλλόγους τους, στα καταστατικά των οποίων αποτυπώνεται η ιστορική προέλευση και εμπειρία.   Τις παραμονές της δικτατορίας θα εμφανιστεί ένα δυναμικό κίνημα ιστορικής Μνήμης στη Θεσσαλονίκη.

Με την κατάρρευση της Χούντας ξεκίνησε η αποδόμηση συγκεκριμένων στερεοτύπων, που είχαν διαμορφωθεί καθ’ όλη την περίοδο που ακολούθησε τη Μικρασιατική Καταστροφή.  Η Μεταπολίτευση και η ανάδυση της κοινωνίας των πολιτών θα επιτρέψει τη δημόσια εμφάνιση αυτού του τραύματος με τη μορφή ενός διεκδικητικού κινήματος. Για πρώτη φορά από το ΄22, το Τραύμα της καταστροφής διαμόρφωσε ένα κίνημα αμφισβήτησης και κατέθεσε πολιτικές προτάσεις. Οι νέες αυτές τάσεις εκφράστηκαν από πολίτες ποντιακής καταγωγής, που πολιτικά εντασσόταν στην αριστερή πτέρυγα του Πασοκ, αλλά και στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς.

Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του αυτόνομου και ακηδεμόνευτου σε πρώτη φάση κινήματος ήταν η πολυμορφία και η διαμόρφωση των ενδοπροσφυγικών σχέσεων με βάση τις αντιλήψεις των πρωταγωνιστών. Εφόσον η ανασύσταση του παρελθόντος διαμορφωνόταν από τις παρούσες συνθήκες, η επιλογή των βασικών στοιχείων της ανασύστασης καθοριζόταν από τις πολιτικές και ιδεολογικές θεωρήσεις των δυνάμεων εκείνων που προωθούσαν τη ριζοσπαστικοποίηση. Θα εμφανιστεί η ποικιλία των απόψεων που ενυπήρχαν στον προσφυγικό χώρο, αλλά και των διαφορετικών προσλήψεων των ιστορικών γεγονότων, που σχετίζονταν με τις διαφορετικές εντάξεις. Σε αρκετές περιπτώσεις οι σχέσεις αυτές έλαβαν συγκρουσιακές μορφές, τόσο ανάμεσα στην επιμέρους προσφυγική κοινότητα, όσο και μεταξύ των προσφυγικών υποομάδων.

Ο οργανωμένος ποντιακός χώρος αντέδρασε αρχικά έντονα στα μέσα της δεκαετίας του ’80 στις νέες αυτές προσεγγίσεις. Η άποψη αρκετών Ποντίων, συντηρητικών και μη, ήταν ότι δεν έπρεπε να τεθεί ζήτημα γενοκτονίας και αναγνώρισής της. Κορυφαία στελέχη  αμφισβήτησαν το ίδιο το ιστορικό γεγονός. Οι μεγάλες παραδοσιακές οργανώσεις των προσφύγων στη Θεσσαλονίκη, όπως η Παναγία Σουμελά και η Εύξεινος Λέσχη, αλλά και στην Αθήνα, όπως  οι Αργοναύτες-Κομνηνοί και η Επιτροπή Ποντιακών Μελετών, ήταν αρχικά αρνητικές, φοβούμενες την εκ νέου περιθωριοποίηση από τις κυρίαρχες ελλαδικές ελίτ. Η θετική μεταστροφή τους οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην προσωπική επιρροή των υψηλόβαθμων στελεχών του τότε κυβερνώντος κόμματος, που εξέφραζαν μια από τις τάσεις που πρωτοστάτησε στη ριζοσπαστικοποίηση. Στη συνέχεια όμως, η αρχική αντίδραση του παραδοσιακού ποντιακού χώρου θα υποχωρήσει και στο Β’ Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού το 1988, ο στόχος της πρόταξης του αιτήματος για αναγνώριση της Γενοκτονίας θα γίνει αποδεκτός απ’ όλους.  Η ερευνητική παραγωγή θα αυξηθεί και θα υπάρξει και έντονη παρέμβαση  μέσω του Τύπου για τη γνωστοποίηση των άγνωστων αυτών ιστορικών στιγμών. Η βαθμιαία αύξηση της δυνατότητας των πολιτών να παρεμβαίνουν στην κεντρική πολιτική σκηνή, να συνδιαμορφώνουν τα ιδεολογικά και κοινωνικά πρότυπα και να επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις, θα επιτρέψει στον οργανωμένο ποντιακό χώρο να προωθήσει τις απόψεις του και τα αιτήματά του. Το Φεβρουάριο του 1994 θα αναγνωριστεί ομόφωνα από την ελληνική Βουλή η Γενοκτονία στον Πόντο με το νόμο 2193/94 και θα καθιερωθεί η 19η Μαϊου ως επίσημη Ημέρας Μνήμης. Τέσσερα χρόνια αργότερα θα ολοκληρωθεί η διαδικασία της αναγνώρισης με τον δεύτερο νόμο 2645/98 που αναγνώριζε τη Γενοκτονία στο σύνολο της Μικράς Ασίας.  Βέβαια, η θεωρητική υποστήριξη και των δύο νόμων υπήρξε προβληματική, όσον αφορά κάποιες περιγραφές, γεωγραφικές τοποθετήσεις (εφόσον απουσιάζει κάθε αναφορά στην ανατολικοθρακιώτικη παράμετρο) αλλά και τα αριθμητικά μεγέθη. Και στις δύο περιπτώσεις είναι ορατή η απουσία μιας συγκροτημένης πολιτικής για τη διαχείριση της μνήμης σχετικά με τη γενοκτονία.

Στην περίπτωση της αναγνώρισης της γενοκτονίας των ελληνορθόδοξων πληθυσμών απ΄ τους εθνικιστές (νεότουρκους και κεμαλικούς), το ζήτημα δεν σχετίζεται με την διατύπωση μιας επίσημης θέσης από την πλευρά του κράτους, το οποίο έτσι και αλλιώς διατηρεί το δικαίωμα παραγωγής μιας δημόσιας ιστορίας που ανταποκρίνεται στα συμφέροντά του και στις εδραιωμένες αντιλήψεις. Οι προσφυγικές απόψεις και ερμηνείες έγιναν αποδεκτές για δύο κυρίως λόγους:  Πρώτα από την ωρίμανση των συνθηκών  που επέτρεψαν στο ελληνικό κράτος να κλείσει τις πολιτικές εκκρεμότητες που είχε με τους πρόσφυγες του 1922 και κατόπιν   στην ακτιβιστική δράση και στην κοινωνία των πολιτών που υποχρέωσε τη Βουλή να θεσπίσει τις επετείους.

Νομίζω όμως ότι ουδέποτε η ιστορική αυτή εμπειρία και οι επέτειοι που παρήχθησαν και θεσμοθετήθηκαν τη δεκαετία του ’90 έγιναν ουσιαστικό μέρος της κρατικής αντίληψης για το παρελθόν. Η μεγαλύτερη απόδειξη είναι ότι κανένα σχετικό μνημείο δεν στήθηκε αυτοβούλως από το κράτος και τις υπηρεσίες του. Αντιθέτως όλα τα μνημεία που έχουν αναγερθεί για τα ιστορικά αυτά γεγονότα είναι δημιουργήματα συλλόγων και ιδιωτών.

Δηλαδή στο ζήτημα της ανάδυσης της προσφυγικής μνήμης και της ενσωμάτωσής του στο κοινό εθνικό αφήγημα, φαίνεται ότι υπάρχει ένα πολύπλοκο σχήμα, το οποίο γίνεται ακόμα πιο σύνθετο με την συγκροτημένη εμφάνιση αρνητιστικών απόψεων, όπως επίσης με την ενσωμάτωση στο λόγο και την πρακτική διαφόρων ομάδων. Ομάδες που έως πρόσφατα διατηρούσαν μια επιφυλακτική ακόμα και απορριπτική στάση και είναι πολιτικοί κληρονόμοι τόσο της αντιπροσφυγικής πολιτικής του Μεσοπολέμου όσο και των πολύ συγκεκριμένων ενεργειών που οδήγησαν κατά την κρίσιμη περίοδο στην απόλυτη εγκατάλειψη των Ποντίων και στην Μικρασιατική Καταστροφή..

Τι σημαίνει όμως σε κοινωνικό επίπεδο η θέσπιση των Ημερών Μνήμης;

Η θεσμοθέτηση των Ημερών Μνήμης για τις γενοκτονίες μπορεί να θεωρηθεί ως οριστική μεταβολή του φυσικού τραύματος, όπως διαιωνίστηκε μέσα από τις αφηγήσεις της πρώτης γενιάς, σε πολιτισμικό τραύμα. Δηλαδή μπορεί να θεωρηθεί ότι ολοκληρώθηκε μια διαδικασία κοινωνικής νοηματοδότησης, που κάνει το «τραύμα» γενικά αποδεκτό. Εφεξής το πολιτιστικό-κοινωνικό τραύμα  ορίζεται ως «κοινή θέση» και επηρεάζει πλέον τα συστήματα αναφοράς της ποντιακής κοινότητας κατ’ αρχάς, αλλάζοντας κατεστημένους ρόλους, διαμορφώνοντας κοινούς κανόνες και διατυπώνοντας δημόσια κοινές  αφηγήσεις. Η διαμόρφωση μιας τέτοιας πραγματικότητας ορίζει και τον επόμενο στόχο, που  δεν είναι άλλος από την ευρύτερη αποδοχή του πολιτιστικού τραύματος από την υπόλοιπη, περιβάλλουσα, κοινωνία. 

21-2-2016 HMERIDA THESSALONIKI POPS 37Ο τοπικισμός υπήρξε το κύριο χαρακτηριστικό στις ποντιακές οργανώσεις και γι αυτό δεν έγινε κατορθωτό να διαμορφωθεί ένα ενιαίο παμπροσφυγικό αφήγημα. Η θεωρητική προσέγγιση των γεγονότων της περιόδου 1914-1923, απέκοβε πλήρως την ιστορική εμπειρία των Ποντίων από την εμπειρία του υπόλοιπου προσφυγικού ελληνισμού. Ο Πόντος παρουσιαζόταν σαν κάτι ξεχωριστό και σίγουρα ξεκομμένο από την υπόλοιπη μικρασιατική χερσόνησο. Η εμπειρία της γενοκτονίας προβαλλόταν ως μοναδική εμπειρία των Ποντίων και αποκρυπτόταν επιμελώς ότι γενοκτονία είχαν υποστεί και άλλοι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας. Μοναδική πρωτοτυπία ήταν και παραμένει το γεγονός ότι μια τοπική ομάδα διεκδίκησε την αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστη, εκτός των ορίων του έθνους που ανήκει, ανακατασκευάζοντας με αυθαίρετο τρόπο την ιστορική πραγματικότητα. Η προσπάθεια αποκοπής των Ποντίων από τον υπόλοιπο  προσφυγικό ελληνισμό του ΄22 -που αποτελούσαν το φυσικό τους κοινωνικό χώρο- θα ιδεολογικοποιηθεί.  

  Έτσι, θα εδραιωθεί η τοπικιστική αντίληψη και θα υπάρξει μια διαχείριση του τραύματος της Γενοκτονίας, που περισσότερο συνδεόταν με τις προσπάθειες πολιτικής αναπαραγωγής της κυρίαρχης ομάδας, παρά με την ουσιαστική προσέγγιση του ιστορικού φαινομένου. Η στάση αυτή εμπεριείχε το στοιχείο της  συνειδητής προσπάθειας περιθωριοποίησης και απομονωτισμού  της ομάδας. Τέτοια πολιτική στάση, είχε ως βάση την προσπάθεια καταστροφής συναισθημάτων ενσυναίσθησης και συμπόνιας για τους υπόλοιπους που υπέστησαν τις ίδιες ακριβώς βίαιες πολιτικές. Η καλλιέργεια μιας μερικής αντίληψης και η προσπάθεια για αποτροπή διαμόρφωσης μιας συνολικής αντίληψης για το ιστορικό γεγονός, πρέπει να θεωρείται ότι έχει ως συνειδητό στόχο την χειραγώγηση της ομάδας. Η τοπικιστική καθήλωση, με τον περιορισμό της Γενοκτονίας μόνο στον Πόντο, θα είναι ιδιαιτέρως έντονη γιατί θα συνεχιστεί, ενώ είναι δεδομένη η ιστορική βάση της αναγνώρισης. Ουσιαστικά, η ιδεολογική πολιτική που ασκήθηκε παραβίαζε το Ψήφισμα του IAGS, παρότι ήταν γνωστό ότι η συνέχιση της προσπάθειας περιχαράκωσης αποκλειστικά στο δικό τους ιστορικό τραύμα, θεωρείται πλέον ως αρνητισμός. 

Είναι μάλλον κοινοτυπία η επανάληψη της διαπίστωσης, ότι τα κύρια χαρακτηριστικά του ελλαδικού ποντιακού χώρου κατά τις δύο τελευταίες δεκαετίες, ήταν η πολυδιάσπαση και η αδυναμία του να κατανοήσει και να  ανταποκριθεί στις μεγάλες προκλήσεις που εμφανίστηκαν από τη δεκαετία του ’90.

Αδυναμίες που οδήγησαν στην περιθωριοποίησή του και στη διαμόρφωση ενός γκέτο το οποίο ελάχιστα επικοινωνούσε με τον έξω κόσμο για τα μεγάλα θεωρητικά, κοινωνικά αλλά και ιδεολογικά ζητήματα που έθετε η ίδια η ζωή.

Τα μεγάλα θύματα αυτής της δυσανεξίας ήταν οι Πόντιοι πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ένωση που –πλην λίγων εξαιρέσεων- δεν βρήκαν την υποστήριξη που θα έπρεπε, καθώς και το ζήτημα της Γενοκτονίας, το οποίο δεν προωθήθηκε ουσιαστικά και με συνέπεια, ούτε στο χώρο της νεοελληνικής ιστοριογραφίας αλλά ούτε και της ίδιας της κοινωνίας.

Ένα από τα μεγάλα ζητήματα που αντιμετωπίζουν όσοι υποστηρίζουν τις νέες ερμηνευτικές προσεγγίσεις που διατυπώνονται από τον προσφυγικό χώρο για τα γεγονότα στην Ανατολή την περίοδο 1908-1923, είναι η γενικευμένη καχυποψία και η άρνηση αποδοχής των ερμηνειών αυτών από τον κόσμο της ιστοριογραφίας. Δεν είναι τυχαίο

Το φαινόμενο αυτό έχει αναλυθεί και εξηγηθεί. Η απόπειρα να αλλάξει η κυρίαρχη ιδεολογία δεν είναι μια εύκολη υπόθεση.

Κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, το προσφυγικό κίνημα με τις προσεγγίσεις του διεμβόλισε κυριολεκτικά όλες τις τάσεις (δεξιές και αριστερές) και αμφισβήτησε  παραδεδεγμένες αρχές που για δεκαετίες απάρτιζαν την επίσημη εθνική ιδεολογία, που έθετε εκτός του ενδιαφέροντος την ιστορία του ελληνισμού της Ανατολής. Η προσφυγική ιστοριογραφία που αναπτύχθηκε, αποδόμησε τις κυρίαρχες ιστοριογραφικές εκδοχές. Βεβαίως, κάποιοι  λίγοι ιστορικοί του προσφυγικού χώρου κατέφυγαν στον ανορθολογισμό, το  βερμπαλισμό, ακόμα και στη διαστρέβλωση -εν πλήρει συνειδήσει ή όχι- της αληθινής ιστορίας. Λειτούργησαν έτσι «βολικά» και εξυπηρετικά προς αντιδραστικούς κύκλους, υπονομεύοντας  τόσο τη σοβαρότητα των συγκεκριμένων αναλύσεων όσο και το ριζοσπαστικό ρόλο που έχει από την ίδια της τη φύση η κριτική αποτίμηση του παρελθόντος. Αυτή τη στιγμή είναι ορατό και συγκεκριμένο ένα ιδεολογικό ρεύμα που αρνείται να χαρακτηρίσει τα γεγονότα της εθνοκάθαρσης ως Γενοκτονία. Οι πλέον επιθετικοί Αρνητές των προσφυγικών απόψεων παραγνωρίζουν εντελώς το υπαρκτό Τραύμα που έχει  μεταφερθεί μέσα στις προσφυγικές γενιές, και επιπλέον δεν  έχουν καμιά εποπτεία- ούτε και τους ενδιαφέρει βέβαια να μάθουν για την ζώσα προσφυγική εμπειρία των Ποντίων της ΕΣΣΔ. Γι αυτούς τα πάντα είναι υποκειμενικές  «κατασκευές» και ειδικά για την περίπτωση των Ποντίων έχουν καταθέσει ένα σχήμα όπου η επίκληση της Γενοκτονίας  γίνεται για ωφελιμιστικούς λόγους, ότι η «αυτοθυματοποίηση» λειτουργεί ως  κίνητρο, αυτοσκοπός και μέσον επίτευξης ταπεινών υλικών στόχων. Το παράδοξο είναι ότι το συγκεκριμένο σχήμα εκφράζεται δημοσίως και από κάποιους που προέρχονται από τον οργανωμένο ποντιακό χώρο ….

Ο ποντιακός χώρος βρίσκεται παντελώς εκτός των κέντρων που αναπαράγεται η συλλογική μνήμη, πλην κάποιων εκδηλώσεων που διοργανώνουν αυτοβούλως καθηγητές και δάσκαλοι. Και κυρίως βρίσκεται εντελώς εκτός της ιστοριογραφικής κοινότητας. Οι μόνοι που υποστηρίζουν τη συγκεκριμένη εκδοχή της Ιστορίας είναι κάποιοι λίγοι προσφυγικής καταγωγής ιστορικοί. Η συντριπτική κοινότητα των επιστημόνων ιστορικών αγνοεί εντελώς αυτά τα ιστορικά γεγονότα ή κρατά μια επιφυλακτική στάση, ενώ αναπτύσσεται και η τάση της δημόσιας αμφισβήτησης. Ακόμα και από τα μεγάλα συνέδρια, που οργανώθηκαν για την αποτίμηση της Μεταπολίτευσης (περ. ‘Historein’, Δεκέμβρης του ’12 και Ελληνική Εταιρεία Πολιτικής Επιστήμης, Δεκέμβριος ’14), απουσίαζε παντελώς οποιαδήποτε αναφορά στο προσφυγικό κίνημα των δεκαετιών ’80 και ΄90 που έκανε την πλέον έντονη παρέμβαση στην κίνηση των ιδεών στη μεταπολιτευτική Ελλάδα.

Απογοητευτικό επίσης είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει ούτε μια έδρα σπουδών για τον ελληνισμό της Ανατολής στα Πανεπιστήμια της –κατ’ όνομα πρωτεύουσας των προσφύγων- Θεσσαλονίκης (Αριστοτέλειο και Μακεδονίας..) και αυτό δεν φαίνεται να απασχολεί ουσιαστικά –τουλάχιστον έως τώρα- κανέναν από τους ταγούς του οργανωμένου ποντιακού ελληνισμού.

Αντί επιλόγου

Η επαναδιατύπωση των κριτηρίων που επιχειρεί η προσφυγική ιστοριογραφία για την προσέγγιση της νεότερης Ιστορίας είναι έρευνα επί της ιστορικότητας των εννοιών, γίνεται αυτοψία στα δομικά υλικά που συγκρότησαν το εγχείρημα των εθνών-κρατών στις δύο πλευρές του Αιγαίου και οδήγησαν στις γενοκτονίες των χριστιανικών πληθυσμών της νεοτουρκικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Η συγκεκριμένης λειτουργία της αποδόμησης του παραδοσιακού σχήματος, που προέκυψε με την εμφάνιση της προσφυγικής ιστοριογραφίας, ολοκληρώνεται με τη συνάντηση με το έργο των Τούρκων αντικεμαλικών ιστορικών και ερευνητών. Ορίζοντας έτσι με μια νέα ματιά τις διαχωριστικές γραμμές, τις σχολές και τα  ρεύματα.

21-2-2016 HMERIDA THESSALONIKI POPS 34Η αμφισβήτηση των παραδεδεγμένων θα έπρεπε να αντιμετωπίζεται ως ευκαιρία και πρόκληση για αναστοχασμό πάνω στα βασικά ζητήματα του νεότερου ελληνισμού. Και ως συμπλήρωμα όλων αυτών θα έπρεπε να διευκρινήσουμε το σημαντικό ρόλο που έχει η ίδια η κοινωνία των προσφύγων του ΄22 στο μεγάλο εγχείρημα της αλλαγής των  αφηγημάτων. Ρόλο πολυεπίπεδο, που αφορά τόσο την υποστήριξη όσων δίνουν την ιδεολογική μάχη στο δημόσιο χώρο κατά της αρνητιστικής τάσης, όσο και με τη διαφύλαξη της καθαρότητας των απόψεων, την αποτροπή της χρήσης και της εκμετάλλευσής τους για προσωπικούς, πολιτικούς ή  άλλους άδηλους λόγους και την καταδίκη του εθνολαϊκιστικού λόγου, που διαστρέφει και παραποιεί τα ίδια τα γεγονότα διαμορφώνοντας μανιχαϊστικά σχήματα.

Ο ρόλος των ιστορικών, των ερευνητών, των συλλόγων και των ομοσπονδιών του προσφυγικού ελληνισμού είναι πολύ σημαντικός και η ευθύνη τους πολύ μεγάλη.

Αυτή τη σημασία την εξέφρασε με τον καλύτερο τρόπο ένας Εβραίος ιστορικός, ο Ιγκνατσί Σχίπερ, που πέθανε στο ναζιστικό στρατόπεδο συγκέντρωσης 
του Μάιντανεκ, Πολωνία

«Όλα εξαρτώνται από αυτούς που θα μεταφέρουν τη μαρτυρία τους στις μέλλουσες γενιές, από αυτούς που θα γράψουν την ιστορία τούτης της εποχής. 

 Η ιστορία γράφεται, κατά κανόνα, από τους νικητές. 

Όλα όσα γνωρίζουμε για τους λαούς που εξοντώθηκαν είναι όσα ήθελαν να πουν οι διώκτες τους. Εάν οι διώκτες μάς νικήσουν, εάν αυτοί γράψουν την ιστορία τούτου του πολέμου, τότε ο αφανισμός μας θα παρουσιαστεί ως μία από τις ωραιότερες σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας, και οι μέλλουσες γενιές θα αποτίσουν φόρο τιμής στο θάρρος αυτών των σταυροφόρων. Ο λόγος τους θα είναι Ευαγγέλιο. Μπορούν έτσι να αποφασίσουν να μας σβήσουν από τη μνήμη του κόσμου σαν να μην υπήρξαμε ποτέ….»

 

21-2-2016 HMERIDA THESSALONIKI POPS 3

 

6 comments so far

  1. Γενοκτονία ή εθνοκάθαρση;

    του Βενιαμίν Καρακωστάνογλου, Διεθνολόγου

    Οι επανειλημμένες αναφορές του Υπουργού Παιδείας, κ. Φίλη, στο ζήτημα του χαρακτηρισμού της γενοκτονίας των Ποντίων (και προφανώς ευρύτερα των Ελλήνων της «καθ`ημας Ανατολής» ), αποδεικνύουν ελλειπή γνώση του ζητήματος, ιδεολογική εμμονή και έλλειψη σεβασμού στη συλλογική μνήμη του προσφυγικού Ελληνισμού αλλά και σε ομόφωνες αποφάσεις του Ελληνικού Κοινοβουλίου και στο σοβαρό επιστημονικό έργο που έγινε από Έλληνες και ξένους επιστήμονες.

    Η διεθνής αναγνώριση της συνολικής γενοκτονίας των Χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής και Κεμαλικής Τουρκίας αποτελεί καθήκον απέναντι στους νεκρούς και εκδιωχθέντες, αλλά και σοβαρή πράξη για την αποτροπή παρόμοιων γενοκτονικών πολιτικών τόσο από την Τουρκία όσο και διεθνώς. Στόχος του αγώνα αναγνώρισης είναι μόνον η ηθική και πολιτική απαξίωση των γενοκτονιών του παρελθόντος, ώστε να υποβοηθηθεί η καλή γειτονία στην περιοχή μας. Δυστυχώς η λήθη και η ατιμωρησία για τις τουρκικές γενοκτονικές πράξεις ( υπό τις συμβουλές Γερμανών αξιωματικών) οδήγησε προφανώς και τη Ναζιστική Γερμανία στο ολοκαύτωμα των Εβραίων. Δεν αποκλείεται και σήμερα η γενοκτονική πολιτική του Ισλαμικού κράτους να πήρε παραδείγματα από τις παραπάνω γενοκτονίες.

    Επιβάλλεται πάντως να γίνουν ορισμένες επιστημονικές επισημάνσεις για να οριοθετηθούν οι νομικές έννοιες και να αξιολογηθούν οι θέσεις του κ. Φίλη:

    Γενοκτονία αποτελεί οποιαδήποτε από τις παρακάτω πράξεις, εφόσον διαπράττεται με πρόθεση μερικής ή ολικής καταστροφής ομάδος εθνικής, φυλετικής, θρησκευτικής κλπ.
    α) Φόνος μελών της ομάδας

    β) Σοβαρή βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητός τους

    γ) Υποβολή σε συνθήκες διαβίωσης που μπορούν να επιφέρουν πλήρη ή

    μερική καταστροφή της ομάδας

    δ) Μέτρα που αποβλέπουν στην παρεμπόδιση των γεννήσεων

    ε) Αναγκαστική μεταφορά παιδιών της ομάδας σε άλλη ομάδα

    Δεν είναι απαραίτητη η απώλεια της ζωής και δεν απαιτείται η πλήρης εξόντωση της ομάδος. Όλες οι γνωστές μέχρι τώρα γενοκτονίες αφορούν μερική μόνον εξόντωση της ομάδας.
    Η γενοκτονία τιμωρείται είτε διαπράττεται σε καιρό ειρήνης είτε σε καιρό πολέμου( μεταξύ κρατών ή εμφυλίου).
    Πλήθος εγγράφων, μαρτυριών και διπλωματικών αρχείων, μαρτυρούν ότι υπήρξε πρόθεση και σχεδιασμός από τους Νεοτούρκους και στη συνέχεια τους Κεμαλικούς, για την εξόντωση των Χριστιανών της Τουρκίας. Υπάρχει και πλούσια βιβλιογραφία.

    Όλες οι θεωρούμενες ως πράξεις γενοκτονίας τελέστηκαν σε βάρος Ελλήνων, Αρμενίων και Ασσυροχαλδαίων, με τους ίδιους τρόπους, στην ίδια περίοδο(1913-1923), και από τους ίδιους δράστες. Μήπως άραγε ο κ. Φίλης αρνείται και την Αρμενική γενοκτονία που έχουν αναγνωρίσει πλείστα κράτη, Κοινοβούλια( και το Ευρωπαϊκό) και Πολιτείες των ΗΠΑ ;

    Το έγκλημα της γενοκτονίας, μολονότι διαμορφώθηκε στη ομώνυμη διεθνή σύμβαση του 1948, περιέχει αρχές εθιμικού δικαίου που προηγήθηκαν αρκετές δεκαετίες( βλ. νομολογία διεθνών δικαστηρίων) και αφορούν ευρύτερα τα διεθνή εγκλήματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο όρος «γενοκτονία» αποδίδεται ήδη από τα έκτακτα στρατοδικεία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας του 1919-1920 περί της γενοκτονίας των Αρμενίων.

    Άλλωστε η γενοκτονία είναι έγκλημα που δεν υπόκειται σε παραγραφή.

    Ο όρος «γενοκτονία» είναι προάγγελος του αντίστοιχου όρου της «εθνοκάθαρσης» ο οποίος άρχισε να χρησιμοποιείται διεθνώς με αφορμή την κρίση στη Γιουγκοσλαβία (1991-1999). Εθνοκάθαρση ή εθνική εκκαθάριση είναι η μαζική εκδίωξη των μελών μιας εθνότητας ή άλλης ομάδας από μια περιοχή ή /και ο αφανισμός τους με σκοπό τη βίαιη εξασφάλιση πληθυσμιακής ομοιογένειας σε μια γεωγραφική περιοχή για γεωπολιτικούς σκοπούς.

    Ο όρος «εθνοκάθαρση» δεν έχει λάβει αυτοτελή νομική υπόσταση αλλά χρησιμοποιείται, κυρίως από το Ποινικό Διεθνές Δικαστήριο για την πρώην Γιουγκοσλαβία, για να περιγράψει ένα σύνολο επιμέρους εγκλημάτων πολέμου. Αν διαπιστωθεί η ύπαρξη ειδικού δόλου (πρόθεσης) κατά της ομάδας από το δράστη της εθνοκάθαρσης και αν αυτή διεξάγεται με τις εγκληματικές μεθόδους της γενοκτονίας τότε πρόκειται ταυτόχρονα και για γενοκτονία. Αυτό συνέβη και στην περίπτωσή μας. Άλλωστε επί της ουσίας το αποτέλεσμα είναι συνήθως το ίδιο(θάνατοι, εκτοπισμοί κλπ). Η εμμονή, λοιπόν, του κ. Φίλη στο χαρακτηρισμό ως εθνοκάθαρσης της γενοκτονίας των Χριστιανών της Ανατολής, προδίδει ελλειπή γνώση της ιστορικής και νομικής πραγματικότητας και ιδεολογική προκατάληψη. Όταν μάλιστα και πολλοί προοδευτικοί Τούρκοι έχουν αποδεχθεί τη γενοκτονία!

    Πρέπει ταυτόχρονα να επισημανθεί ότι και τα πογκρόμ της Ελληνικής ομογένειας στην Τουρκία, δηλαδή Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο (Σεπτεμβριανά 1955 και απελάσεις, κατασχέσεις1964-65), εντάσσονται στην ίδια γενοκτονική πολιτική την οποία και αποκαλύπτουν, ενώ επίλογο της γενοκτονίας αποτέλεσε η εκδίωξη 200.000 Ελληνοκυπρίων από την κατεχόμενη Β. Κύπρο το 1974 και έως σήμερα.

    Θα τελειώσω με μια προσωπική μου μαρτυρία: τον Ιούνιο του 1998 διοργανώθηκε από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων, σε συνεργασία με τον παγκόσμιο οργανωμένο Ποντιακό Ελληνισμό, επίσκεψη επιστημονικής ομάδας στην έδρα των Ηνωμένων Εθνών στη Νέα Υόρκη, όπου καταθέσαμε πολυσέλιδο υπόμνημα για τη γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού από τους Τούρκους, το οποίο είχε εκπονήσει ομάδα πέντε επιστημόνων μεταξύ των οποίων και ο γράφων. Η κατάθεση έγινε στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και συνοδεύτηκε από τη διεξαγωγή διεθνούς συνεδρίου για την αναγνώριση της Ποντιακής Γενοκτονίας(που ουσιαστικά είναι το πιο χαρακτηριστικό δείγμα της ευρύτερης γενοκτονίας του Μικρασιατικού και Θρακικού Ελληνισμού). Στην αποστολή μας συμμετείχε και επίσημη αντιπροσωπεία του Ελληνικού Κοινοβουλίου (που το Φεβρουάριο 1994 με ομόφωνη απόφασή του είχε αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Ποντίων), αποτελούμενη από τους βουλευτές Χάρη Καστανίδη(ΠΑΣΟΚ), Σταύρο Παπαδόπουλο (Ν.Δ) και Ευάγγελο Αποστόλου (Συνασπισμού). Ο τελευταίος είναι ο σημερινός βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ και Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης. Ας ρωτήσει λοιπόν ο υπουργός Παιδείας, κ. Φίλης, το συνάδελφο του στην Κυβέρνηση, Υπουργό κ. Αποστόλου, για εκείνη την ιστορική επίσκεψη και τις απόψεις τις οποίες συμμερίστηκε τότε ως εκπρόσωπος του Συνασπισμού της Αριστεράς για τη γενοκτονία των Ποντίων! Γιατί λοιπόν σήμερα ο κ. Φίλης αποδυναμώνει την κοινή εθνική μας θέση, δίνοντας επιχειρήματα στην Τουρκική αδιαλλαξία;

    ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Το άρθρο αποτέλεσε τη βάση της εισήγησης του κ. Β. Καρακωστάνογλου στην ημερίδα της ΠΟΠΣ για την Γενοκτονία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας απο τους Τούρκους.

    http://www.anixneuseis.gr/?p=139695

  2. Μικρασιατική καταστροφή: «γενοκτονία» ή «μοιραία συνέπεια» ενός πολέμου;

    του Άγγελου Μ. Συρίγου*

    1. Εισαγωγή

    Το 1998 η Βουλή των Ελλήνων ψήφισε το νόμο 2645/1998. Σύμφωνα με το πρώτο άρθρο του νόμου[1] η 14η Σεπτεμβρίου κάθε έτους ορίσθηκε «ως ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας από το Τουρκικό Κράτος». Η ψήφιση του νόμου έγινε ομόφωνα χωρίς τη διατύπωση αντιρρήσεων ή έστω κάποιων επιφυλάξεων για το περιεχόμενο και τον σκοπό του. Αντιθέτως, δύο χρόνια αργότερα το 2001, η διαβίβαση για υπογραφή ενός σχεδίου Προεδρικού Διατάγματος κατ’ εφαρμογήν του άρθρου 2 του Νόμου[2] από την ίδια κυβέρνηση, συνάντησε προβλήματα και απετέλεσε αντικείμενο πολιτικής αντιπαραθέσεως.[3]

    Η πολιτική αντιπαράθεση οδήγησε στο να τεθεί το ερώτημα κατά πόσον τα ιστορικά γεγονότα που έλαβαν χώρα στη Μικρά Ασία στις αρχές του 20ου αιώνα και κορυφώθηκαν τον Αύγουστο και Σεπτέμβριο του 1922 συνιστούν γενοκτονία του ελληνισμού της Μικράς Ασίας ή αποτελούν μοιραία συνέπεια ενός πολέμου που διήρκεσε πολλά χρόνια και είχε πολλά βίαια επεισόδια. Στόχος του παρόντος άρθρου είναι, με βάση τα ιστορικά στοιχεία, να εξετασθεί ο νομικός χαρακτηρισμός των γεγονότων εκείνης της εποχής και να διαπιστωθεί η ορθή νομική τους αντιμετώπιση πέραν από πρόσκαιρες πολιτικές αντιπαραθέσεις.

    Τί είναι Γενοκτονία
    Σύμφωνα με το άρθρο 2 της Συμβάσεως του ΟΗΕ του 1948 για την πρόληψη και καταστολή της γενοκτονίας, όπως επαναλαμβάνεται και στο άρθρο 6 του Καταστατικού Χάρτη του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου του 1998

    «γενοκτονία νοείται οποιαδήποτε από τις ακόλουθες πράξεις που ενεργούνται με την πρόθεση ολικής ή μερικής καταστροφής ομάδος εθνικής, εθνολογικής, φυλετικής ή θρησκευτικής:

    α. φόνος των μελών της ομάδας,

    β. σοβαρά βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ακεραιότητας των μελών της ομάδας,[4]

    γ. εκ προθέσεως υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβιώσεως δυνάμενες να επιφέρουν την πλήρη ή τη μερική σωματική καταστροφή αυτής»[5]

    δ. μέτρα αποβλέποντα εις την παρεμπόδισιν των γεννήσεων εις τους κόλπους ορισμένης ομάδος κ.λ.π..»

    Φυσικά η σύμβαση αυτή δεν ίσχυε κατά το χρόνο των γεγονότων της μικρασιατικής καταστροφής, ούτε έχει αναδρομική ισχύ. Η χρήση της όμως και η επίκληση του ορισμού της γίνεται αφ’ ενός διότι πρόκειται περί του μοναδικού κειμένου που καθορίζει ρητώς την έννοια της γενοκτονίας. Αφ’ ετέρου, όπως έχει αναφέρει και το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης από το 1951:

    «οι αρχές που περιλαμβάνονται στη σύμβαση αναγνωρίζονται από τα πολιτισμένα κράτη ότι δεσμεύουν όλα τα κράτη ακόμη και εάν δεν έχουν συμβατική υποχρέωση. Η πρόθεση ήταν η Σύμβαση [κατά της γενοκτονίας] να έχει παγκόσμιο πεδίο δράσεως» [6]

    Συνεπώς, η Σύμβαση καθιερώνει συμβατικά μία οικουμενική αρχή, την απαγόρευση της γενοκτονίας, που ίσχυε και προ της καταγραφής της το 1948. Αυτή η αρχή δεσμεύει όλα τα κράτη εθιμικά, ασχέτως εάν έχουν υπογράψει τη σύμβαση του 1948. Ο οικουμενικός χαρακτήρας της Συμβάσεως, καθώς και οι αντιδράσεις π.χ. στην περίπτωση της αρμενικής γενοκτονίας το 1915, όπως αναλύεται κατωτέρω, βεβαιώνουν ότι πολύ πριν το 1948, η γενοκτονία ήταν καταδικασμένη ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας.

    Επίσης, πρέπει να τονισθεί, ότι το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο στο άρθρο 5 του Καταστατικού του ξεχωρίζει τη γενοκτονία από τα λοιπά εγκλήματα στα οποία έχει αρμοδιότητα, κατατάσσοντας αυτή σε ξεχωριστη κατηγορία, ενώ ακολουθούν τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας και τα εγκλήματα πολέμου. Αυτή η διαφοροποίηση δείχνει και τη σοβαρή διαφορά μεταξύ γενοκτονίας και λοιπών εγκλημάτων.

    Η απαγόρευση εγκλημάτων που συνιστούσαν γενοκτονία πριν το 1948
    Η καθολική απαξία πράξεων που συνιστούσαν γενοκτονία και αποτελούσαν εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, ήταν ήδη γνωστή πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ιδίως σε σχέση με την γενοκτονία των Αρμενίων. Πιο συγκεκριμένα στη Σύμβαση της Χάγης του 1907 είχε περιληφθεί ο «όρος Μαρτενς»[7] που ανέφερε ότι

    «Έως ου καταρτισθή πληρέστερος κώδιξ των εν πολέμω νόμων τα Υψηλά συμβαλλόμενα Μέρη, κρίνουσι σκόπιμον να βεβαιώσωσιν ότι εις τας περιπτώσεις τας μη παρ’ αυτών κανονισθείσας οι τε πληθυσμοί και οι εμπόλεμοι μένουσιν υπό την προστασίαν και το κράτος των αρχών του διεθνούς δικαίου, οίαι αύται πηγάζουσιν εκ των υπό των πεπολιτισμένων εθνών τεθέντων εθίμων, των νόμων της φιλανθρωπίας και των απαιτήσεων της δημοσίας συνειδήσεως».[8]

    Το κείμενο αυτό καταδεικνύει ότι η διεθνής κοινότητα αναγνώριζε ήδη από τις αρχές του 20ου αιώνα ότι υπήρχαν υπέρτερες αρχές και διεθνή έθιμα που δεν είχαν ακόμη κωδικοποιηθεί και τα οποία προστάτευαν τους πληθυσμούς κατά την περίοδων ενόπλων συγκρούσεων.[9]

    Αυτό κατέστη σαφέστερο όταν κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου, την 24η Μαΐου 1915, οι δυνάμεις της Αντάντ καταδίκασαν τις σφαγές των Αρμενίων από την Οθωμανική κυβέρνηση. Προειδοποίησαν ότι «λόγω των νέων αυτών εγκλημάτων της Τουρκίας κατά της ανθρωπότητας και του πολιτισμού» θα θεωρούσαν υπευθύνους όλα τα μέλη της τουρκικής κυβερνήσεως καθώς και τους αξιωματούχους που είχαν αναμειχθεί στις σφαγές.[10] Η Τουρκία απάντησε ότι εντός των συνόρων της μπορεί να λάβει οποιοδήποτε μέτρο για την ασφάλειά της χωρίς να έχει υποχρέωση να εξηγήσει τις ενέργειές της σε ξένες κυβερνήσεις. [11]

    Το 1919 κατά τη διάσκεψη για την ειρήνη στο Παρίσι θεσπίσθηκε ειδική επιτροπή με αντικείμενο τις ευθύνες και κυρώσεις που έπρεπε να επιβληθούν στις ηττηθείσες δυνάμεις κατά τον Πόλεμο. Εκεί συζητήθηκαν μεταξύ άλλων και τα εγκλήματα που είχαν γίνει κατά τη διάρκεια του πολέμου, περιλαμβανομένης και της γενοκτονίας των Αρμενίων. Ο Νικόλαος Πολίτης, μέλος της επιτροπής και Υπουργός Εξωτερικών της Ελλάδος πρότεινε τη υιοθέτηση μίας νέας κατηγορίας εγκλημάτων πολέμου που συνιστούν «σοβαρές παραβιάσεις του ανθρωπίνου δικαίου» αν και για τεχνικούς λόγους μπορεί να μην αντίκεινται σε συγκεκριμένες διατάξεις του ποινικού δικαίου.[12] Οι θέσεις του Πολίτη έγιναν δεκτές από την επιτροπή που είχε αναλάβει να μελετήσει το θέμα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι στα άρθρα 226 και 230 της Συμβάσεως των Σεβρών θεσπίσθηκε ρητή υποχρέωση της Τουρκίας να παραδόσει για να δικασθούν πρόσωπα που ήσαν υπεύθυνα για τις «σφαγές» που έλαβαν χώρα σε εδάφη της αυτοκρατορίας.

    Εν όψει της πιθανής παραπομπής τους σε δικαστήριο για τις σφαγές των Αρμενίων, επτά υψηλόβαθμοι αξιωματούχοι της ηγεσίας των Νεοτούρκων, άμεσα ενεχόμενοι στα εγκλήματα, είχαν ήδη διαφύγει από την Κωνσταντινούπουλη από το Νοέμβριο του 1918.[13] Τελικώς, το 1920 οι Βρετανοί φυλάκισαν στην Μάλτα 118 υψηλόβαθμους Τούρκους που ενέχονταν σε εγκλήματα πολέμου. Η μεγάλη δυσκολία συγκεντρώσεως αποδεικτικού υλικού για την περίοδο των σφαγών κατά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και η απροθυμία συνεργασίας επ’ αυτού του θέματος της οθωμανικής κυβερνήσεως, οδήγησε τελικώς το 1921 σε απελευθέρωση όσων Τούρκων παρέμεναν ακόμη στα χέρια των Βρετανών και δεν είχαν δραπετεύσει.

    Παρ’ όλα αυτά στην ίδια την Οθωμανική αυτοκρατορία μεταξύ 1919-1921 διεξήχθησαν κάποιες δίκες αξιωματούχων που έλαβαν μέρος στη γενοκτονία των Αρμενίων ενώπιον στρατοδικείων. Εκατόν τριάντα κατηγορούμενοι παραπέμφθηκαν για παραβίαση των οθωμανικών νόμων και όχι του διεθνούς δικαίου, γεγονός που αποδεικνύει ότι πέραν των εθιμικών διεθνών κανόνων υπήρχαν και εσωτερικοί τουρκικοί νόμοι που ποινικοποιούσαν μαζικές σφαγές αμάχων.[14] Πέραν της καταδίκης κάποιων χαμηλόβαθμων αξιωματούχων (σε μία περίπτωση σε θάνατο) οι δίκες παρέμειναν ημιτελείς μέσα στη σύγχυση και στο χάος που επικρατούσε στην Τουρκία εκείνης της περιόδου. Η επιβολή του κεμαλικού καθεστώτος και η υπογραφή της συνθήκης της Λωζάνης με την οποία ουσιαστικά αμνηστεύθηκαν τα εγκλήματα εκείνης της περιόδου,[15] οδήγησε στην τελική ατιμωρησία των υπευθύνων.

    Συμπερασματικά, η καταδίκη εγκλημάτων κατά της ανθρωπότητας, όπως είναι η γενοκτονία, δεν ήταν έννοια άγνωστη προ του 1948. Αφ’ ενός μεν είχε περιληφθεί η σχετική αναφορά στους κανόνες του διεθνούς εθιμικού δικαίου στη σύμβαση της Χάγης του 1907. Αφ’ ετέρου δε τα γεγονότα που είχαν ακολουθήσει τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο και η προσπάθεια για εκδίκαση των ενεχομένων στη γενοκτονία των Αρμενίων καθώς και η φυγή των πρωταιτίων καταδεικνύουν ότι ήταν σαφές και στην Τουρκία ότι πράξεις όπως οι μαζικές δολοφονίες, οι προσχηματικές μετακινήσεις πληθυσμών που κατέληγαν σε εξόντωσή τους, η σφαγή όλων των ανδρών, οι βιασμοί γυναικών κ.λ.π. ήσαν απολύτως καταδικαστέες τόσο από το διεθνές όσο και από το οθωμανικό δίκαιο.

    Τα γεγονότα μετά την κατάρρευση του μετώπου στην Μικρά Ασία τον Αύγουστο του 1922
    Με βάση τον ορισμό της γενοκτονίας της συμβάσεως του 1948, θα εξετασθούν τα γεγονότα του 1922. Θα πρέπει να διευκρινισθεί ότι δεν αρκούν φόνοι σε εκτεταμένη κλίμακα για να υπάρχει γενοκτονία. Πρέπει ταυτοχρόνως να μπορεί να αποδειχθεί ότι υπήρχε πρόθεση ολικής ή μερικής καταστροφής των Ελλήνων. Σε άλλη περίπτωση θα έχουμε εγκλήματα πολέμου ή εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, όταν στρέφονται κατά αμάχων, αλλά δεν θα υπάρχει γενοκτονία.

    Μαζικές συλλήψεις και εκτοπισμοί αρρένων: Στις 3/16 Σεπτεμβρίου 1922, μία εβδομάδα μετά την είσοδο των Τούρκων στη Σμύρνη, ο στρατιωτικός διοικητής Σμύρνης Νουρεντίν με την υπ’ αριθμόν 5 διαταγή του[16] έδωσε εντολή να συλληφθούν όλοι οι άρρενες Έλληνες και Αρμένιοι ηλικίας από 18 έως 45 ετών. Στην πράξη περιελήφθησαν όλοι οι άρρενες ηλικίας 16 έως 55-60 ετών. Όλοι αυτοί εστάλησαν στα Τάγματα Εργασίας [Αμελέ Ταμπουρού] (για τα οποία γίνεται λόγος κατωτέρω) και εξοντώθηκαν στη συντριπτική τους πλειοψηφία. Η σύλληψη και εξόντωση όλου του άρρενος πληθυσμού μίας ομάδας αποτελεί κατ’ εξοχήν μέσον γενοκτονίας, αφού στερεί την δυνατότητα αναπαραγωγής της φυλής και, υπό τις κοινωνικές συνθήκες της εποχής, προστασίας των γυναικοπαίδων και παροχής μέσων για την επιβίωσή τους.

    Εθνικές εκκαθαρίσεις: Με την ίδια απόφαση εκλήθησαν όλες οι οικογένειες Ελλήνων και Αρμενίων που κατάγονταν από τα παράλια της Σμύρνης να εγκαταλείψουν μέχρι την 17/30 Σεπτεμβρίου 1922 τη χώρα. Όσοι δεν είχαν φύγει μέχρι τη συγκεκριμένη ημερομηνία θα εθεωρούντο ύποπτοι απειλής κατά της ασφάλειας του στρατού και της δημοσίας τάξεως με συνέπεια την εξορία στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Οι μαζικές διώξεις και οι συλλήβδην εκτοπίσεις όλων των γυναικοπαίδων, λαμβανομένων υπ’ όψιν και των αντίστοιχων μεθόδων που ακολούθησαν οι Τούρκοι για τη γενοκτονία των Αρμενίων, συνιστούν εθνοκάθαρση και γενοκτονία.

    Τάγματα εργασίας: Οι αιχμάλωτοι άνδρες και όσα γυναικόπαιδα δεν μπόρεσαν εντός του καθορισμένου από τον Νουρεντίν διαστήματος των 13 ημερών να διαφύγουν από τη Μικρά Ασία (μέχρι δηλ. την 17/30 Σεπτεμβρίου 1922), οδηγήθηκαν στα Τάγματα Εργασίας. Αρκετοί από αυτούς εσφάγησαν τις αμέσως επόμενες ημέρες. Οι υπόλοιποι εξολοθρεύθηκαν από κακουχίες, ασιτία, επιδημίες εξανθηματικού τύφου και εντερίτιδας. Από τον δεκάδες χιλιάδες αιχμαλώτων (μόνον από την πόλη και την περιοχή της Σμύρνης υπολογίζεται ότι είχαν συλληφθεί 150.000 άτομα) επέζησαν και ήλθαν στην Ελλάδα το 1924 περίπου 18.540 άτομα εκ των οποίων μόνον οι 320 ήσαν πολιτικοί κρατούμενοι.[17] Αξίζει να σημειωθεί ότι όσοι επιζούσαν ένα περίπου χρόνο μετά τη σύλληψή τους, κατά την υπογραφή της Συμβάσεως περί ανταλλαγής πληθυσμών, έπρεπε σύμφωνα με το άρθρο 4 να σταλούν αμέσως στην Ελλάδα. Παρ’ όλα αυτά οι τουρκικές αρχές τους κράτησαν παρά τη συμφωνία για ακόμη εννέα μήνες, υποβάλλοντάς τους σε σκληρή καταναγκαστική εργασία.[18]

    ……………………………

  3. …………………………….

    H πυρπόληση της Σμύρνης: Στις 31 Αυγούστου/13 Σεπτεμβρίου 1922 έγινε η πυρπόληση της Σμύρνης. Σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, η πυρπόληση ήταν εσκεμμένη[19] και καθοδηγούμενη από τον τουρκικό στρατό. Τούρκοι στρατιώτες με δοχέια πετρελαίου και εμπρηστικές βόμβες πυρπόλησαν όλες τις ελληνικές και την αρμενική συνοικία, «αφήνοντας την πιο εύφλεκτη τουρκική συνοικία» απείρακτη.[20] H φωτιά διήρκεσε επί μία εβδομάδα καταστρέφοντας 55.000 σπίτια, εκ των οποίων 43.000 ελληνικά, 10.000 αρμενικά και 2.000 ξένων υπηκόων. Η καταστροφή των κατοικιών εκ προθέσεως, όπως έγινε με το σύνολο σχεδόν των ελληνικών κατοικιών στη Σμύρνη, συνιστά αποστέρηση των κατοίκων από τις εστίες τους και υποβολή της ομάδας σε συνθήκες διαβιώσεως δυνάμενες να επιφέρουν την πλήρη ή μερική σωματική καταστροφή αυτής.

    Μαζικές σφαγές ελληνικών πληθυσμών: Παραλληλα με τις συλλήψεις, την εθνοκάθαρση και τους εκτοπισμούς, σημειώθηκαν πολλές μαζικές σφαγές του ελληνικού πληθυσμού στη Δυτική Μικρά Ασία[21] και στον Πόντο. Ο Ρακτιβάν, σύμβουλος του Βενιζέλου κατά τη συνδιάσκεψη της Λωζάνης, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία που είχε στη διάθεση του ο Βενιζέλος θεωρεί, ότι τα θύματα μεταξύ των Ελλήνων στην περίοδο 1919-1922 ανέρχονταν περίπου σε 500.000.[22] Εξ άλλου ήδη από τον Μάϊο του 1922 είχαν συζητηθεί στο βρετανικό κοινοβούλιο αναφορές για «τρομακτικές ωμότητες» των κεμαλικών δυνάμεων στον Πόντο «στα πλαίσια συστηματικής πολιτικής για την εξολόθρευση των χριστιανικών μειονοτήτων στη Μικρά Ασία».[23]

    Μαζική έξοδος: Λόγω της απειλής των σφαγών, 760.000 πρόσφυγες,[24] η κατά άλλους συγγραφείς 848.000[25] ή 900.000,[26] διέφυγαν το χρονικό διάστημα αμέσως μετά τη κατάρρευση του μετώπου στην Ελλάδα για να γλυτώσουν τη ζωή τους.

    Κατόπιν αυτών των στοιχείων είναι εμφανές ότι υπήρξαν μαζικές εξοντώσεις του πληθυσμού είτε άμεσα με σφαγές, είτε με υποβολή σε συνθήκες που επέφεραν το φυσικό τους θάνατο. Οι εξοντώσεις ήσαν συστηματικές και στράφηκαν αδιακρίτως κατά του ελληνικού άμαχου πληθυσμού. Η πρόθεση για αυτές τις εξοντώσεις από πλευράς τουρκικής ηγεσίας, εκδηλώθηκε με τις σχετικές αποφάσεις σε ανώτατο επίπεδο, όπως φαίνεται με διαταγή του στρατιωτικού διοικητή Σμύρνης Νουρεντίν, αλλά και τη μετέπειτα στάση της τουρκικής κυβερνήσεως με την πρακτική των Αμελέ Ταμπουρού. Κατόπιν αυτών των στοιχείων είναι προφανές ότι υπήρξε γενοκτονία του ελληνισμού, η οποία επικεντρώθηκε κυρίως στις περιοχές που ήσαν από το 1919 υπό ελληνική διοίκηση.[27] Η γενοκτονία συνοδεύθηκε από εθνοκάθαρση του ελληνικού και αρμενικού στοιχείου.

    Η αμφισβήτηση της γενοκτονίας
    Τα βασικά επιχειρήματα όσων αμφισβητούν τη γενοκτονία των Ελλήνων στη Μικρά Ασία είναι τα εξής:

    α. Τα όσα έγιναν στη Μικρά Ασία ήταν «συνέπεια ενός αιματηρού πολέμου στον οποίο η Ελλάδα όχι μόνον ήρξατο πρώτη χειρών αδίκων, αλλ’ ενεπλάκη σε ένα αδιέξοδο για σκοπούς κατακτητικούς και όχι απελευθερωτικούς…»[28]

    β. η εκδίωξη των Ελλήνων από τη Μικρά Ασία έγινε στο πλαίσιο της Συνθήκης περί ανταλλαγής πληθυσμών του 1923[29]

    γ. αντιστοίχως η Ελλάδα μπορεί να κατηγορηθεί για ανάλογη συμπεριφορά έναντι των Τούρκων.

    δ. «δεν είναι γνωστό κάποιο σχέδιο, όπως στην περίπτωση των Αρμενίων. Δεν υπάρχει για τους Έλληνες κάτι αντίστοιχο με την εντολή του Ταλάτ Πασά για τη ‘μαζική εκτόπιση’ των Αρμενίων το 1915»,[30]

    Επ’ αυτών πρέπει να παρατηρηθούν τα ακόλουθα:

    α. Ο ελληνοτουρκικός πόλεμος δικαιολογεί τα όσα έγιναν στη Μικρά Ασία το Σεπτέμβριο του 1922;

    Ανάλογο επιχείρημα είχε αντιμετωπίσει το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης στην υπόθεση της προσφυγής της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης κατά της Γιουγκοσλαβίας. Το Διεθνές Δικαστήριο τότε είχε τονίσει ότι από πουθενά δεν συνάγεται πως η απαγόρευση της γενοκτονίας εξαρτάται από τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτή εκτελείται. Η γενοκτονία απαγορεύεται σε περιόδους πολέμου και ειρήνης. Το κρίσιμο στοιχείο που ενδιαφέρει είναι να εκτελούνται οι πράξεις που συνιστούν γενοκτονία και όχι η φύση της διαμάχης και οι συνθήκες υπό τις οποίες έγινε η γενοκτονία.[31]

    Συνεπώς, είναι παντελώς αδιάφορο εάν η γενοκτονία των Ελλήνων έλαβε χώρα αμέσως μετά τη συντριβή του ελληνικού στρατού και ήταν “μοιραία συνέπεια” του θυμού ή της εκδικήσεως των Τούρκων για εκείνους που είχαν εισβάλλει στην πατρίδα τους. Με αυτή τη “λογική”, οι λαοί της Ευρώπης θα μπορούσαν αμέσως μετά το τέλος των δύο παγκοσμίων πολέμων να προβούν σε γενοκτονία των Γερμανών όντας απολύτως δικαιολογημένοι.

    Επιπλέον, εκτός από νομικά αδιάφορος, είναι και εκτός ιστορικής πραγματικότητας ο ισχυρισμός ότι η Ελλάδα “ήρξατο πρώτη χειρών αδίκων”. Πολύ πριν τη μικρασιατική εκστρατεία, η πολιτική των Νεοτούρκων ήταν η εξόντωση των μη μουσουλμανικών πληθυσμών. Ιθύνων νούς υπήρξε ο γερμανός στρατηγός Λίμαν Φον Σάντερς που ανέλαβε το 1913 τη στρατιωτική διοίκηση της Τουρκίας. Υπό την καθοδήγησή του άρχισε ο βίαιος εκτοπισμός των ελληνικών πληθυσμών της δυτικής Μικράς Ασίας προς την ενδοχώρα.[32] Η εντολή δόθηκε με απόφαση της τουρκικής κυβερνήσεως στη διοίκηση Σμύρνης στις 14 Μαϊου 1914.[33] Αν και ο εκτοπισμός δεν επεκτάθηκε στην πόλη της Σμύρνης, δεκάδες χιλιάδες Έλληνες από τις αγροτικές περιοχές της Τροίας έως τον κόλπο της Σάμου εκτοπίσθηκαν ή διέφυγαν στην Ελλάδα για να γλυτώσουν. Παράλληλα με τους εκτοπισμούς γίνονταν και επιτάξεις περιουσιών με στόχο τον πλήρη αποκλεισμό των Ελλήνων από την οικονομική ζωή.

    Πολλές φορές οι εκτοπισμοί συνοδεύονταν από αθρόες σφαγές (π.χ. Φώκαια). Υπενθυμίζεται ότι με τη μέθοδο των εκτοπισμών και των πορειών μέσα σε δυσμενείς καιρικές συνθήκες εξοντώθηκε το αρμενικό στοιχείο. Οι διωγμοί και οι βίαιοι εκτοπισμοί των Ελλήνων συνεχίσθηκαν μέχρι και το 1917.[34] Τα σπίτια των εκτοπισθέντων καταλάμβαναν αμέσως μουσουλμάνοι πρόσφυγες από τα Βαλκάνια. Τέλος, οι αστικοί πληθυσμοί διώχθηκαν δια μέσου της υποχρεωτικής στρατολογήσεως των ανδρών από 20-45 ετών, οι οποίοι εστάλησαν υπό εξοντωτικές συνθήκες εργασίας στα περιώνυμα Αμελέ Ταμπουρού-Τάγματα Εργασίας. Υπολογίζεται ότι κατά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο συνολικά 200.000 Έλληνες υποχρεωθηκαν να εγκαταλείψουν τις εστίες τους από τη Μικρά Ασία είτε ως πρόσφυγες είτε ως εκτοπισμένοι στην Ανατολία.[35]

    Η γενοκτονία των Ελλήνων το 1922 δεν υπήρξε ένα συμπτωματικό, «τυχαίο» γεγονός. Ήταν συνέχεια ενός ευρύτερου σχεδίου που είχε ξεκινήσει η ηγεσία του νεοτουρκικού κινήματος με σκοπό τη δημιουργία εθνικού κράτους απαλλαγμένου από μη μουσουλμανικά-τουρκικά στοιχεία. Είχε ξεκινήσει κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου με τους Αρμενίους γενικώς και τους Έλληνες της περιοχής της Σμύρνης. Συνεχίσθηκε από το κεμαλικό καθεστώς με την εξόντωση όχι μόνον όλων των Ελλήνων της Ανατολίας αλλά και κάθε χριστιανικού στοιχείου στη δυτική Μικρά Ασία μετά την είσοδο των κεμαλικών στρατευμάτων στη Σμύρνη. Μετά το τέλος του πολέμου στόχος έγιναν οι εναπομείνασες μη μουσουλμανικές μειονότητες στην Κωνσταντινούπολη και οι Κούρδοι της νοτιανατολικής Τουρκίας.[36]

    β. Η εκδίωξη των Ελλήνων έγινε στο πλαίσιο της συνθήκης περι ανταλλαγής πληθυσμών

    Η Συνθήκη περί υποχρεωτικής ανταλλαγής των ελληνικών πληθυσμών που ζούσαν στην Τουρκία και των μουσουλμανικών πληθυσμών που ζούσαν στην Ελλάδα υπεγράφη στις 30 Ιανουαρίου 1923. Κατ’ εφαρμογή της συγκεκριμένης συνθήκης αντηλλάγησαν 189.916 Έλληνες και 355.635 Τούρκοι. Ο αριθμός του 1.100.000 Ελλήνων προσφύγων που αναφέρεται ότι έχει φθάσει στην Ελλάδα από την Τουρκία, περιλαμβάνει και όσους έφυγαν υπό την απειλή σφαγής πριν την υπογραφή της συνθήκης. Οι 189.000 Έλληνες προέρχονταν όλοι από περιοχές άλλες εκτός των αιγαιακών παραλιών της Μικράς Ασίας αφού εκεί δεν είχε μείνει ούτε ένας Έλληνας. Όπως ανέφερε και ο ΄διος ο Βενιζέλος σε μία επιτροπή προσφύγων το 1929:

    «Το σύμφωνο της Λωζάνης στην ουσία δεν αποτελεί σύμφωνο για την ανταλλαγή ελληνικών και μουσουλμανικών πληθυσμών και των περιουσιών τους αλλά μόνον ένα σύμφωνο για την αποχώρηση του μουσουλμανικού πληθυσμού από την Ελλάδα μετά την εκδίωξη των Ελλήνων από την Τουρκία. Αυτή είναι η πραγματικότητα»[37]

    Συνεπώς, η εκδίωξη των Ελλήνων από τα παράλια της Μικράς Ασίας είχε συντελεσθεί μήνες πριν την υπογραφή της συνθήκης και δεν είχε σχέση με την ανταλλαγή των πληθυσμών.[38]

    Τέλος, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η συμφωνηθείσα ανταλλαγή των πληθυσμών βασίσθηκε εν πολλοίς και στην εμπειρία που είχε προηγηθεί από τη γενοκτονία των Αρμενίων κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αρμενική γενοκτονία νομιμοποιούσε τη βασική ιδέα της μετακινήσεως ενός τόσο μεγάλου αριθμού ατόμων αφού τυχόν παραμονή θα εγκυμονούσε σοβαρούς κινδύνους για την ασφάλειά τους.[39]

    γ. Τα έκτροπα του ελληνικού στρατού την περίοδο 1919-22

    Είναι γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός κατά τη διάρκεια της περιόδου 1919-22 προέβη σε αρκετές περιπτώσεις σε έκτροπα εις βάρος Τούρκων.[40] Χαρακτηριστικά αναφέρονται τα γεγονότα αμέσως μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη το 1919 (που οδήγησαν στη σύσταση ειδικής διασυμμαχικής ανακριτικής επιτροπής προς διερεύνηση των γεγονότων),[41] οι καταστροφές τουρκικών χωριών στη ζώνη επιχειρήσεων κατά την εκστρατεία του 1921 και οι πυρπολήσεις χωριών, σιδηροδρομικών σταθμών και γεφυρών κατά την υποχώρηση των υπολειμμάτων του στρατού μετά τη διάσπαση του μετώπου το 1922.[42]

    Για να διαπιστωθεί όμως η γενοκτονία απαιτείται να διαπιστωθεί και η πρόθεση για την ολική ή μερική καταστροφή της ομάδας. Στην προκειμένη περίπτωση κρίσιμο στοιχείο είναι να δούμε ποιά ήταν η επίσημη θέση της ελληνικής πλευράς και κατά πόσον είχε την πρόθεση της γενοκτονίας, κατευθύνοντας αντιστοίχως και τον ελληνικό στρατό προς αυτή την κατεύθυνση. Επ’ αυτού του θέματος υπάρχει πληθώρα στοιχείων σύμφωνα με τα οποία η επίσημη ελληνική πολιτική ήταν η τιμωρία όσων ενέχονταν σε εγκλήματα πολέμου κατά των Τούρκων. Ενδεικτικά αναφέρονται τα ακόλουθα:

    Την ημέρα αποβιβάσεως των ελληνικών στρατευμάτων στη Σμύρνη το 1919 υπήρξε ανταλλαγή πυροβολισμών με Τούρκους στρατιώτες, που είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό και θάνατο 47 πολιτών διαφόρων εθνικοτήτων, 5 Τούρκων στρατιωτών και 2 Ελλήνων. Επίσης, μετά τα επεισόδια δολοφονήθηκαν αιχμάλωτοι Τούρκοι στρατιώτες. Ανάλογα περιστατικά έγιναν και στο Αϊδίνιο κατά την είσοδο του ελληνικού στρατού. Επ’ αυτών των επεισοδίων ο Βενιζέλος τηλεγράφησε τα ακόλουθα:

    «…των αξιοθρήνητων τούτων γεγονότων η ευθύνη βαρύνει τα στελέχη του στρατού της κατοχής. Και κατά μεν των αμεσώτερον ευθυνομένων αξιωματικών θα ασκηθή ο προσήκων έλεγχος μετά πάσης της επιβαλλομένης εκ των περιστάσεων αυστηρότητος. Αλλά αισθάνομαι την ανάγκη να απευθυνθώ προς πάντας τους αξιωματικούς του σώματος κατοχής και να ζητήσω παρ’ αυτών να δειχθούν άξιοι της υψηλής αποστολής…Δια τούτο αξιώ παρά των αξιωματικών όπως συναισθανόμενοι πλήρως την κρισιμότητα της δημιουργηθείσης καταστάσεως, αντιδράσουν αποτελεσματικώς κατ’ αυτής όχι μόνον δι’ απαύστου διδασκαλίας προς τους στρατιώτας αλλά και εκθέτοντες εν ανάγκη εις κίνδυνον αυτήν την ζωή των δια να προλάβουν παρεκτροπάς των υπ’ αυτούς ανδρών…Ήλθομεν εις Μικράν Ασίαν όχι δια να φέρωμεν την ελευθερίαν εις μόνους τους ομοεθνείς μας αλλά και δια να διασφαλίσωμεν αυτήν εξ ίσου εις όλα τα στοιχεία του πληθυσμού. Εάν εις το υψηλόν έργον όπερ αναλάβομεν τους εύρομεν αντιπράττοντες θα συμπεριφερθώμεν προς αυτούς ως προς εχθρούς. Εφιστώ ακόμη την προσοχήν των αξιωματικών επί της ανάγκης να αποδέχωνται δυσπίστως τα καταγγελόμενα υπό το ομογενών κατά αλλογενών. Η μακρά δουλεία και τα μακρά παθήματα άγουν αυτούς πολλάκις να ρέπουν εις διατύπωσιν υπερβολικών, ενίοτε και αβασίμων κατηγοριών δια να εκδικηθούν παλαιάς ή και προσφάτους αδικίας…»[43]

    Η ίδια στάση κυριάρχησε μέχρι και του τέλους της επίσημης ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Είναι χαρακτηριστικό ότι στην πόλη της Σμύρνης παρέμειναν καθ’ όλη τη διάρκεια της ελληνικής κατοχής άνω των 200.000 Τούρκων. Εάν υπήρχε πρόθεση γενοκτονίας αυτοί θα έπρεπε να ήσαν τα πρώτα θύματα. Εξ άλλου, η παραμονή ως Ύπατου Αρμοστή στη Σμύρνη του Αριστείδη Στεργιάδη από το 1919 έως το 1922 παρά την αλλαγή των κυβερνήσεων, ήταν χαρακτηριστική για τις προθέσεις της ελληνικής πλευράς. Ο Στεργιάδης ήταν γνωστός για την αυστηρότητά του στην τήρηση της ισοπολιτείας. Συχνά η ελληνική κοινή γνώμη τον κατηγορούσε ότι τιμωρούσε υπερβολικά χριστιανούς ανώ αντιθέτως ήταν επιεικής με τους μουσουλμάνους.

    Τα εγκλήματα που διέπραξε ο ελληνικός στρατός κατά την παραμονή του στη Μικρά Ασία ήσαν αναφίβολα εγκλήματα πολέμου. Υπεύθυνοι για τη διάπραξή τους ήσαν οι στρατιώτες και οι διοικητές τους. Όσον καιρό όμως υπήρχε οργανωμένη ελληνική διοίκηση στη Μικρά Ασία καταδίκαζε αυτά τα γεγονότα και τιμωρούσε σε γενικές γραμμές τους υπαίτιους. Επιπλέον τα συγκεκριμένα εγκλήματα δεν έλαβαν ποτέ μαζική μορφή εις βάρος συλλήβδην των Τούρκων που κατοικούσαν στην περιοχή υπό ελληνική διοίκηση και φυσικά δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να θεωρηθούν γενοκτονία. Η διάκριση μεταξύ αυτών των εγκλημάτων πολέμου με τη γενοκτονία είναι αντίστοιχη με τις εκτελέσεις Ελλήνων από τους Γερμανούς και την εξαφάνιση της εβραϊκής κοινότητας της Θεσσαλονίκης. Στην περίπτωση των εκτελέσεων έχουμε έγκλημα πολέμου, που σαφώς καταδικάζεται, ενώ στη περίπτωση των Εβραίων έχουμε γενοκτονία ενός πληθυσμού.

    δ. Δεν υπάρχει στην περίπτωση των Ελλήνων αντίστοιχη εντολή σαν αυτή του Ταλάτ Πασά για τη γενοκτονία των Αρμενίων

    Όπως αναφέρεται και στην αρχή του κειμένου, υπάρχει η διαταγή υπ’ αριθμόν 5 του Νουρεντίν Πασά με ημερομηνία 3 Σεπτεμβρίου 1922. Το περιεχόμενό της είναι όμοιο με αυτό των εντολών του Ταλαάτ Πασά από 9 Φεβρουαρίου 1915 μέχρι 7 Μαρτίου 1916,[44] που οδήγησαν στη γενοκτονία των Αρμενίων.

    6. Μικρασιατική Καταστροφή ή γενοκτονία;

    Είναι γεγονός ότι η ψήφιση του Ν. 2645/98 έγινε σε μία περίοδο που οι ελληνοτουρκικές σχέσεις ήσαν κακές. Είναι επίσης γεγονός, ότι ο όρος που έχει καθιερωθεί μεταξύ των Ελλήνων και απεικονίζει πλήρως την πραγματικότητα των όσων συνέβησαν στη Μικρά Ασία μετά την κατάρρευση του μετώπου τον Αύγουστο του 1922 είναι ο όρος «Μικρασιατική Καταστροφή». Αυτό δεν σημαίνει ότι όσα έγιναν στη Μικρά Ασία δεν συνιστούσαν γενοκτονία, όπως αντιστοίχως ό όρος «ολοκαύτωμα» δεν σημαίνει ότι δεν έγινε γενοκτονία των Εβραίων κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Εξ άλλου στα κείμενα της εποχής για τη Μικρά Ασία αναφέρεται ο όρος «εξανδραποδισμός» των Ελλήνων.[45] Ο όρος καταστροφή αποκομμένος από τις ιστορικές συνθήκες στις οποίες γεννήθηκε μπορεί να σημαίνει τα πάντα: από την πυρκαγιά ενός σπιτιού μέχρι την έκρηξη ενός ηφαιστείου. Ο όρος «Μικρασιατική Καταστροφή» στις ιστορικές συνθήκες υπό τις οποίες γεννήθηκε περιλαμβάνει εκτός από τη γενοκτονία, την εθνοκάθαρση, την καταστροφή των ελληνικών πολιτιστικών μνημείων στην απέναντι όχθη του Αιγαίου, τη βίαιη αποκοπή του ελληνισμού από τις πατρογονικές εστίες του, το χάος της προσφυγιάς στην Ελλάδα, τη διάλυση ενός ολόκληρου κόσμου για ενάμισυ εκατομμύριο Έλληνες.

    Είναι σαφές ότι ο όρος ο οποίος θα συνεχίζει να περιγράφει τα όσα συνέβησαν το 1922 θα εξακολουθεί να παραμένει ο όρος Μικρασιατική Καταστροφή και δεν πρόκειται να αντικατασταθεί από τον όρο γενοκτονία. Η γενοκτονία όμως υπήρξε. Η γνώση των γεγονότων εκείνης της περιόδου δεν θα πρέπει να αποφεύγεται. Οι δύο λαοί, Έλληνες και Τούρκοι, πρέπει να χτίσουν τις σχέσεις τους βασιζόμενοι στην πραγματικότητα, γνωρίζοντας τα ιστορικά γεγονότα και προσπαθώντας συνειδητά να ξεπεράσουν τους εαυτούς τους για να μην ξαναζήσουμε τέτοιες εφιαλτικές ημέρες.

    * Επίκουρος καθηγητής του διεθνούς δικαίου και της εξωτερικής πολιτικής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Σπουδών του Παντείου Πανεπιστημίου.

    [1] ΦΕΚ Α΄, 234/1998, σελ. 1013. Βλ. επίσης τους ακόλουθους νόμους με ανάλογο αντικείμενο: Ν. 2193/1994, ΦΕΚ Α΄, 32/1994, σελ. 311, που καθιέρωσε την 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου, προς εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε το Π.Δ. 99/1994, ΦΕΚ Α΄ 78/1994· επίσης ο Ν. 2397/1996, ΦΕΚ Α΄, 80/1996, σελ. 510 σύμφωνα με τον οποίο «ορίζεται η 24η Απριλίου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Αρμενίων από την Τουρκία» προς εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε το Π.Δ. 162/1997, ΦΕΚ, Α΄ 144/1997, σελ. 707· επίσης το Ν. 3218/2004, ΦΕΚ Α΄ 12/2004, σελ. 127, 27 για την καθιέρωση της 27ης Ιανουαρίου ως ημέρα μνήμης των Ελλήνων Εβραίων μαρτύρων και ηρώων του Ολοκαυτώματος, προς εκτέλεση του οποίου εκδόθηκε το Π.Δ. 31, ΦΕΚ Α΄ 51/2005.

    [2] Σύμφωνα με το άρθρο 2 «ο χαρακτήρας, το περιεχόμενο, ο φορέας και ο τρόπος οργάνωσης των εκδηλώσεων εθνικής μνήμης καθορίζονται με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης και Πολιτισμού, ύστερα από γνώμη της Ομοσπονδίας Προσφυγικών Σωματείων Ελλάδος».

    [3] Χρονικά η προώθηση του Π.Δ. συνέπεσε με την απόφαση της γαλλικής εθνοσυνελεύσεως να αναγνωρίσει τη γενοκτονία των Αρμενίων στις 18 Ιουνίου 2001, βλ. Fabre, C., “La France s’apprête à reconnaître le génocide arménien de 1915”, & “Arménie, devoir de mémoire” (κύριο άρθρο), Le Monde, 18 Ιουνίου 2001. Το γεγονός προκάλεσε όξυνση στις σχέσεις Γαλλίας-Τουρκίας. Ο Τούρκος πρέσβης στη Γαλλία αποχώρησε για μερικές ημέρες από τη χώρα, το τουρκικό Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας καταδίκασε τη γαλλική στάση και απειλήθηκαν οι εμπορικές σχέσεις των δύο χωρών, Turkish Daily News, 23 Ιανουαρίου 2001. Είναι προφανές ότι η ελληνική κυβέρνηση θεώρησε ότι μπορεί να υπήρχαν αντίστοιχες αντιδράσεις από την Τουρκία σε μία περίοδο που γινόταν σοβαρή προσπάθεια να μειωθεί η ένταση στις σχέσεις των δύο χωρών.

    [4] Σύμφωνα με την προπαρασκευαστική Επιτροπή για το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο που επεξεργάσθηκε και διευκρίνησε τους κανόνες που θα εφαρμόσει το Δικαστήριο, η σοβαρή βλάβη της σωματικής ή διανοητικής ικανότητας μπορεί να περιλαμβάνει βασανισμούς, βιασμούς, σεξουαλική βία και απάνθρωπη ή υποτιμητική μεταχείριση. Report of the Preparatory Commission for the International Criminal Court, 2 November 2000, Addendum, PCNICC/2000/add.2

    [5] Σύμφωνα με την ίδια Επιτροπή, ο όρος «συνθήκες διαβιώσεως» μπορεί να περιλαμβάνει μελετημένη αποστέρηση των πόρων που είναι απαραίτητοι για την επιβίωση, όπως τροφή και ιατρικές υπηρεσίες καθώς και συστηματική αποβολή από κατοικίες. Idem.

    [6] “The principles underlying the Convention are recognised by civilised nations as binding on States even without any conventional obligation. It was intended that the Convention would be universal in scope. Its purpose is purely humanitarian and civilising. The contracting States do not have any individual advantages or disadvantages nor interests of their own, but merely a common interest.”, Reservation to the Convention on the prevention and punishment of the crime of Genocide, Advisory Opinion, 28 May 1951.

    [7] Για περισσότερα βλ. Ticehurst, R., “The Martens Clause and the Laws of Armed Conflict”, στο συλλογικό έργο A Manual of International Humanitarian Laws, editor Naorem, S., Regency Publications, New Delhi, 2004.

    [8] Σύμβασις περί των νόμων κι Εθίμων του κατά ξηράν πολέμου και προσηρτημένος κανονισμός, (Convention (No IV) respecting the laws of war on land, 18 October 1907, preamble, Treaty Series No 539 Hague Convention) όπως το κείμενο μεταφράζεται στα Κείμενα Διεθνούς Πρακτικής-Ένοπλες Συρράξεις και Διεθνές Ανθρωπιστικό Δίκαιο, επιμέλεια Περράκη, Σ. & Μαρούδα, Μ-Ν., εκδόσεις Σάκκουλα, Αθήνα-Κομοτηνή, 2001, σελ. 335.

    [9] Στο πλαίσιο της ίδιας αντιλήψεως περί της προστασίας άμαχου πληθυσμού και μαχητών, τα ευρωπαϊκά κράτη είχαν παρέμβει επανειλημμένως κατά τον 19ο αιώνα στην Οθωμανική αυτοκρατορία ζητώντας την προστασία χριστιανικών πληθυσμών που κινδύνευαν μετά από επαναστατικά γεγονότα, βλ. Dadrian, V., “Genocide as a problem of national and international law: the World War I Armenian case and its contemporary legal ramifications”, Yale Journal of International Law, 1989, vol. 14, σελ. 234-237.

    [10] Bloxham, D., The Great Game of Genocide, Oxford University Press, Oxford, 2005, σελ. 136-139.

    [11] Οppenheim’s International Law, Lauterpacht, H., 7th edition, Longmans, London, 1947, σελ. 583.

    [12] Willis, J., Prologue to Nuremberg: the politics and diplomacy of punishing war criminals of the first World War, Greenwood Pub Group, New York, 1982, σελ. 157.

    [13] βλ. Dadrian, ως ανωτέρω υποσ. 9, σελ. 282. Η Γερμανία στην οποία είχαν καταφύγει κάποιοι από τους πρωταίτιους όπως π.χ. ο Ταλάτ Πασάς αρνήθηκε τη σύλληψη και έκδοσή του στην Τουρκία.

    [14] Για περισσότερα βλ. Dadrian, ως ανωτέρω υποσ. 9, σελ. 293-317.

    [15] Βλ. VII. Δήλωσις περί αμνηστείας και Πρωτόκολλον, 24 Ιουλίου 1923.

    [16] Το ακριβές κείμενο της διαταγής με ημερομηνία 3/16 Σεπτεμβρίου 1922 ή 16/9/1338 κατά το τουρκικό ημερολόγιο αναφέρεται μεταξύ άλλων στην Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ, σελ. 237. Το αναφέρει επίσης και Αγγελομάτης, Χρονικόν Μεγάλης Καταστροφής, Εστία, Γ΄Έκδοσις. Βλ. επίσης σε Ιστορία του Ελληνικού Έθνους διαταγή υπ’ αριθ. 10/10 Σεπτεμβρίου 1922, σελ. 238.

    [17]. Οι υπόλοιποι 18.220 ήσαν στρατιωτικοί που είχαν συλληφθεί αιχμάλωτοι. Στους ομήρους που επέστρεψαν δεν περιλαμβάνονταν γυναίκες ή παιδιά.

    [18] Το θέμα ήλθε κατ’ επανάληψη στη Μικτή Επιτροπή που είχε αναλάβει την Ανταλλαγή, βλ. σχετ. Commission Mixte pour l’ echange des populations Grecques et Turques, Procès-Verbaux, xii, 2nd meet. 9 October 1923, 13th meet. 31 October 1923 & 14th meet. 2 November 1923.

    [19] Μοναδική εξαίρεση στη συμφωνία ελληνικών και ξένων πηγών για την εσκεμμένη πυρπόληση της Σμύρνης αποτελούν Τούρκοι συγγραφείς που αναφέρουν ότι «η τουρκική ευθύνη δεν αποδείχθηκε ποτέ», βλ. Shaw & Shaw, History of the Ottoman Empire and Modern Turkey, Vol. II, Cambridge University Press, 1977, σελ.363 & fn.96. Ακόμη και ο Kinross στην αγιογραφία του Κεμάλ παραδέχεται ότι τη φωτιά ξεκίνησαν Τούρκοι στρατιώτες στην αρμενική συνοικία, Ataturk, the rebirth of a nation, Weidenfeld and Nicolson, London, 1990, σελ.324-326.

    [20] “…which burned the European quarter and left the inflammable Turkish quarter scathless”, Toynbee, A. & Kirkwood, K., Turkey, Ernest Benn Ltd, London, 1926, σελ.107.

    [21] Ενδεικτικά αναφέρονται οι πόλεις με ακμαίο ελληνικό πληθυσμό Βουρλά, Αιβαλί, Μοσχονήσια, Μουδανία, Αξάρι, Μαγνησία, Κασαμπά.

    [22] Βλ. αναφορά σε σχετική επιστολή του Ρακτιβάν προς τη Μέλπω Λογοθέτη-Μερλιέ, 24 Μαϊου 1924, όπως αναφέρεται σε Αποστολόπουλο, Φ.Δ., «Εισαγωγή», Η Έξοδος-Μαρτυριες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Τόμος Α’, Αθήνα, 1980, σελ. π΄, υποσ. 2. Για τον ακριβή αριθμό των θυμάτων υπάρχουν διάφορες εκτιμήσεις που ξεκινούν από τις 300.000 (Μαρκεζίνης), 400.000 (Μισαηλίδης), 640.000 (Πάλλης) και φθάνουν στο 1.000.000 (Καψής). Για τα αριθμητικά στοιχεία βλ. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Τόμος ΙΕ, σελ. 247.

    [23] Chamberlain, House of Commons, 3 & 15 Μαϊου 1922. Επίσης A History of the Peace Conference of Paris, ed. Temperley, Τόμος VI, Oxford, 1924, σελ. 36.

    [24] Βλ. ακριβή στοιχεία σε Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.437-442. Στην απογραφή του 1928 κατεγράφησαν 1.221.849 πρόσφυγες. Από αυτούς 151.892 είχαν μεταναστεύσει στην Ελλάδα πριν τη μικρασιατική καταστροφή. 117.633 πρόσφυγες προέρχονταν από άλλες χώρες εκτός Τουρκίας, π.χ Βουλγαρία, Ρωσία, Αλβανία, Γιουγκοσλαβία. Επίσης 189.916 Έλληνες ήλθαν στην Ελλάδα από τη Μικρά Ασία μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923. Είναι άγνωστος ο αριθμός των ατόμων που πέθαναν στην Ελλάδα λόγω των κακουχιών. Επίσης είναι αγνωστος ο αριθμός όσων μετανάστευσαν για τρίτες χώρες. Βλ. Πάλλης, Α., Συλλογή Στατιστικών σχετικώς με την Ανταλλαγή Πληθυσμών, Αθήνα 1929, σελ. 4.

    [25] Βλ. Πετροπουλος, Γ., «Η υποχρεωτική ανταλλαγή των πληθυσμών¨ελληνoτουρκικές ειρηνευτικές διευθετήσεις, 1922-1930», Ελευθέριος Βενιζέλος-κοινωνία-οικονομία-πολιτική στην εποχή του, επιμ. Βερέμης & Γουλιμή, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1989, σελ. 443.

    [26] Θεοτοκάς, Μ., Νομικά και ιστορικά μελετήματα, Αθήναι, Ίκαρος, 1947, σελ. 57.

    [27] Η γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου είχε ξεκινήσει από το 1919 και δεν αναφέρεται αυτοτελώς στην παρούσα μελέτη.

    [28] Βλ. σχετ. Ελεφάντη, Α., «14 Σεπτεμβρίου: ημέρα εθνικής αμνησίας», Τα Νέα, 24-25 Φεβρουαρίου 2001.

    [29] Μπρεδήμας, A., «Ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή μία γενοκτονία;», Αυγή, 18 Φεβρουαρίου 2001.

    [30] Γαλατσιάτος, Π., “Ερωτηματικά από αίμα για τη Μικρασιατική Καταστροφή», Τα Νέα, 24-25 Φεβρουαρίου 2001.

    [31] “The Court will begin with a consideration of Yugoslavia’s first proposition. In doing so, it will start by recalling the terms of Article I of the Genocide Convention, worded as follows:

    “The Contracting Parties confirm that genocide, whether committed in time of peace or in time of war, is a crime under international law which they undertake to prevent and to punish.”

    The Court sees nothing in this provision which would make the applicability of the Convention subject to the condition that the acts contemplated by it should have been committed within the framework of a particular type of conflict. The contracting parties expressly state therein their willingness to consider genocide as “a crime under international law”, which they must prevent and punish independently of the context “of peace” or “of war” in which it takes place. In the view of the Court, this means that the Convention is applicable, without reference to the circumstances linked to the domestic or international nature of the conflict, provided the acts to which it refers in Articles II and III have been perpetrated. In other words, irrespective of the nature of the conflict forming the background to such acts, the obligations of prevention and punishment which are incumbent upon the States parties to the Convention remain identical”. Case concerning application of the Convention on the prevention and punishment of the crime of genocide (Bosnia-Herzegovina v. Yugoslavia), 11 July 1996, ICJ Reports, General List No. 9, par. 31.

    [32] Για τα στοιχεία που αποδεικνύουν το ρόλο των Γερμανών επιτελών στον ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου βλ. Αποστολόπουλος, Φ.Δ., «Εισαγωγή», στο Η Έξοδος-Μαρτυριες από τις επαρχίες των δυτικών παραλίων της Μικρασίας, Τόμος Α’, Αθήνα, 1980, σελ. νθ΄, υποσ. 6. Μεταξύ άλλων αναφέρεται δημοσίευμα του Γερμανού Στρατηγού Ίμχωφ στον τύπο της Βιέννης, στις 29 Ιανουαρίου 1914 για ξεριζωμό του ελληνικού στοιχείου από την Τουρκία.

    [33] Βλ. σχετ. Αλαμανή & Παναγιωτοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ, σελ. 98-102.

    [34] Στις 27 Μαρτίου 1917 όλοι οι κάτοικοι του Αϊβαλιού από 20 έως 80 ετών υποχρεώθηκαν να εγκαταλείψουν την πόλη και να εκτοπισθούν στο εσωτερικό.

    [35] Το αριθμό αυτό δίνει ο Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.21. βλ. επίσης Psomiades, H., The Eastern Question: the last phase-a study in Greek-Turkish diplomacy, Institute for Balkan Studies, Thessaloniki, 1968, σελ.61-62, fn.8, όπου αναφέρεται πλήθος πηγών και στοιχείων. Η “Πατριαρχική Κεντρική Επιτροπή υπέρ των μετατοπισθέντων ελληνικών πληθυσμών» αναφέρει 88.485 πρόσφυγες από τη Θράκη, 144.559 από τη δυτική Μικρά Ασία, 257.019 από τον Πόντο, σύνολο 490.063, Μαύρη Βιβλος, Κωνσταντινούπολις, 1919. Στη σχετική συζ΄τηση που έγινε στη Γ’ Εθνοσυνέλευση αναφέρθηκε ο αριθμός των 727.286 που αφορά όμως το σύνολο των διωχθέντων και κατά την περίοδο των Βαλκανικών πολέμων, Βλ. Πρακτικά της Γ’ των Ελλήνων Εθνοσυνελεύσεως, Απρίλιος 1921, σελ. 21-22. Βλ. επίσης Puaux, R., La deportation et le rapatriement des Grecs en Turquie, Paris, 1919, σελ.6-8.

    [36] Από την πλούσια βιβλιογραφία που υπάρχει σχετικώς, επισημαίνεται το πρόσφατο βιβλίο του Bloxham, ως ανωτ. υποσ. 10, που προσεγγίζει εκ νέου όχι μόνον την πολιτική των Νεοτούρκων περί δημιουργίας ενός «ομογενοποιημένου» κράτους αλλά και τους λόγους που τα γεγονότα εκείνης της εποχής αγνοήθηκαν σε μεγάλο βαθμό μετά το 1923.

    [37] Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.465.

    [38] Αξίζει να παρατηρηθεί ότι, ενώ κατά τα συμφωνηθέντα οι ανταλλαγέντες Έλληνες θα έφευγαν από τη Μικρά Ασία μετά τον Μάιο του 1924, για να προστατευθούν από τις δυσμενείς χειμερινές καιρικές συνθήκες, οι Τούρκοι τους κρατούσαν στα λιμάνια της Μικράς Ασίας υπό άθλιες συνθήκες και κινδύνευαν να αποδεκατισθούν από την πείνα και τις ασθένειες, βλ. «…Mr. Jackwith of the Near East Relief, in a report to Mr. Widding, neutral member of the Commission, reported that the Greecs driven to the ports of Asia Minor were in danger of suffering decimation during the winter from epidemics and starvation”, Ladas, S., The exchange of minorities between Bulgaria, Greece and Turkey, The Macmillan Company, New York, 1932, σελ.427-427.

    [39] Βλ. σχετ. Barutciski, M., “Population exchanges in international law and policy” στο συλλογικό έργο Crossing the Aegean-An appraisal of the 1923 compulsory population exchange between Greece and Turkey, Hirchon, R., editor, Berghahn Books, New York-Oxford, 2004, σελ. 27. Επίσης Bloxham, ως ανωτ. υποσ. 10, σελ. 110-111.

    [40] Βλ. χαρακτηριστικά το βιβλίο του Toynbee, The western question in Greece and Turkey. A study in the conflict of civilizations, London, 1922, το οποίο πρακτικώς είχε ως συνέπεια να χάσει ο κορυφαίος ιστορικός την έδρα Κοραή στο Kings College του Λονδίνου, βλ. σχετ. Clogg, R., «Κικγς Κολλετζ, Λονδίνο και Ελλάδα, 1915-1922», Ελευθέριος Βενιζέλος-κοινωνία-οικονομία-πολιτική στην εποχή του, επιμ. Βερέμης & Γουλιμή, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1989, σελ. 164-166.

    [41] Για την τουρκική άποψη επί του θέματος βλ. Erhan, Ç, Greek occupation of Izmir and adjoining territories- Report of the inter-allied Commission of inquiry, (May-September 1919), Sam Papers No. 2/99, Ankara – April 1999. Επίσης βλ. σχετ. Αλαμανή-Παναγιωτοπούλου, Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Τόμος ΙΕ σελ. 125-126.

    [42] “…the Greeks abandoning everything but their rifles and living off the country, stopped only long enough to set fire to village after village as they fled through them, leaving a trail of burning ruins behind”, αναφέρουν οι Toynbee, A. & Kirkwood, K., Turkey, Ernest Benn Ltd, London, 1926, σελ.106.Επίσης «Οι Έλληνες υποχωρώντας ή πιο σωστά φεύγοντας ασύντακτοι, έκαιγαν και κατάστρεφαν χωριά. Μα και οι Τούρκοι έσφαζαν τους Έλληνες που έπιαναν και έκαιγαν τα σπίτια των Χριστιανών», Κορδάτος, Μεγάλη Ιστορία της Ελλάδας, Τόμος ΧΙΙΙ, 1958, σελ.577 & υποσ.1. βλ. επίσης Kinross, Ataturk, the rebirth of a nation, Weidenfeld and Nicolson, London, 1990, σελ.314.

    [43] Τηλεγράφημα Βενιζέλου προς Στρατηγό Νίδερ, 1782/6625ΔΙ:[28]5.7.19, όπως αναφέρεται σε Σολομωνίδου Β., «Βενιζέλος-Στεργιάδης, μύθος και πραγματικότητα», στο συλλογικό έργο Ελευθέριος Βενιζέλος-κοινωνία-οικονομία-πολιτική στην εποχή του, επιμ. Βερέμης & Γουλιμή, Εκδόσεις Γνώση, Αθήνα, 1989, σελ. 509-510. Βλ. επίσης σχετ. Τριανταφυλλίδης, Χ., Η Μικρασιατική εκστρατεία και το ημερολόγιον ενός οπλίτου, Εκδόσεις Δωδώνη, Αθήνα-Γιαννινα, 1984, σελ. 27.

    [44] Τα τηλεγραφήματα του Ταλαάτ Πασά δημοσιεύθηκαν στην εφημερίδα του Λονδίνου Daily Telegraph, 29 Μαϊου 1922.

    [45] Αγγελομάτης, ως ανωτ υποσ. 16, σελ. 271. Επίσης αναφέρεται σε σχέση με τις δύο διαταγές του Νουρεντίν ότι φανέρωναν «την συστηματικήν εφαρμογήν του σχεδίου εξαφανισμού πάσης ελληνικής ζωής και πλήρους εκτουρκισμού της Μικράς Ασίας»

    ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Στο παραπάνω κείμενο βασίστηκε η ομιλία του κ. Συρίγου στην ημερίδα της ΠΟΠΣ για την ποντιακή γενοκτονία.

    http://www.anixneuseis.gr/?p=139654

  4. ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
    στην πρόταση νόμου » Για την καθιέρωση της γενοκτονίας των Ελλήνων
    του Πόντου ως ημέρας μνήμης»

    Προς τη Βουλή των Ελλήνων
    Στις αρχές του 1991, η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ, αποδέχτηκε ομόφωνα πρόταση του Προέδρου κ. Ανδρέα Γ. Παπανδρέου – ύστερα από επιστολή των Ποντίων βουλευτών του κινήματος – για κατάθεση πρότασης νόμου για την επίσημη αναγνώριση από τη Βουλή των Ελλήνων, της γενοκτονίας των 353.000 Ποντίων, που έγινε από τους Τούρκους από το 1916 ως το 1923 και για καθιέρωση της 19ης Μαΐου ως

    ΗΜΕΡΑΣ ΜΝΗΜΗΣ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΠΟΝΤΙΩΝ»
    Έτσι την 1η Απριλίου 1992, είκοσι δύο (22) βουλευτές του ΠΑΣΟΚ κατέθεσαν τη σχετική πρόταση νόμου, η οποία ουδέποτε προωθήθηκε για συζήτηση.
    Σήμερα, οι υπογράφοντες βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, επαναφέρουμε την πρόταση αυτή και ζητούμε από τον κ. Πρόεδρο της Βουλής την επίσπευση της σχετικής συζήτησης ώστε η 19η Μαΐου 1994 να αποτελέσει την πρώτη επίσημα αναγνωρισμένη ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ποντίων.
    Η Κυβέρνηση αποδέχεται την πρόταση νόμου των βουλευτών του ΠΑΣΟΚ και σύμφωνα με την επιφύλαξη του Υφυπουργού Εσωτερικών ενώπιον της διαρκούς επιτροπής της Βουλής, καταθέτει νέα εισηγητική έκθεση.
    Η παρουσία των Ποντίων στη Μικρά Ασία και στα παράλια του Εύξεινου Πόντου, από την Σινώπη στα δυτικά μέχρι τον Ύψη στα ανατολικά, μαρτυρείτε από πολλές ιστορικές πηγές.
    Παρουσία, που χρονολογείται από τις αρχές της πρώτης χιλιετίας προ Χριστού. Η ύπαρξη τους παίρνει πολλές φορές αυτόνομη πολιτική κρατική μορφή, είτε με αυτήν της πόλης – κράτους της αρχαίας κλασικής περιόδου είτε με τη μορφή του κράτους – χώρου της Ελληνιστικής περιόδου με τους Μιθριδάτες βασιλείς του Πόντου είτε με την Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας από το 1204-1461, οπότε αρχίζει η Οθωμανική κατοχή.
    Το Οθωμανικό καθεστώς υπέβαλλε συστηματικά τον Ποντιακό λαό σε απαράδεκτες συνθήκες διαβίωσης, με στόχο την αλλοίωση της ταυτότητας του και τη διάσπαση της ενότητας του, συνθήκες, που αποτελούσαν σταθερά αιτία συνεχούς φυγής – εξόδου από τον Πόντο ή αναζήτησης ασφαλείας και καταφυγίου στην ορεινή ενδοχώρα. Η φυγή αυτή οδήγησε στον σχηματισμό των Ποντιακών κοινοτήτων στη Δυτική Ευρώπη και ιδιαίτερα στη Ρωσία.
    Η μεγάλη όμως φυγή των Ελλήνων Ποντίων προς τον ελλαδικό χώρο, την πρώην Σοβιετική Ένωση, την Ευρώπη και την Αμερική και ο μετασχηματισμός τελικά των Ποντίων σε ένα λαό προσφύγων και διασποράς, είχε σαν αιτία τα γεγονότα της δραματικής περιόδου των διωγμών της γενοκτονίας και του ξεριζωμού από το 1916 έως το 1923.
    Το Οθωμανικό καθεστώς, το κίνημα των Νεότουρκων και μετέπειτα το Κεμαλικό κίνημα, απάντησαν στο αίτημα της ιστορίας για εκδημοκρατισμό των πολιτικών θεσμών, για βαθιές κοινωνικές και πολιτικές μεταρρυθμίσεις, με την εξολόθρευση και τον ξεριζωμό αυτοχθόνων αλλοεθνών ομάδων όπως οι Έλληνες Πόντιοι. Το Νεοτουρκικό και Κεμαλικό σχέδιο δημιουργίας ενός ομοιογενούς εθνικά τουρκικού κράτους – έθνους προϋπέθετε την εθνική εκκαθάριση με τη συστηματική γενοκτονία των αυτοχθόνων λαών.
    Ένας μεγάλος αριθμός, τριακόσιοι πενήντα τρεις χιλιάδες (353.000) Πόντιοι σε ένα σύνολο επτακοσίων πενήντα χιλιάδων (750.000) εξαφανίσθηκαν με τη μέθοδο των διώξεων και των εκτοπίσεων στο χρονικό διάστημα μεταξύ του 1916-1923. Μέσα στα χρόνια αυτά έγιναν μεγάλες σφαγές, πυρπόληση και καταστροφή πόλεων και χωριών, χιλιάδες οι θάνατοι, εξαφανίσεις και αγνοούμενοι στις στρατιές των εκτοπισμένων από τα παράλια του Εύξεινου Πόντου στο εσωτερικό της Ανατολής το Κουρδιστάν, την Συρία.
    Τα προμελετημένα και προσχεδιασμένα γεγονότα κατέληξαν σε μια αποτελεσματική πολιτική γενοκτονίας. Επρόκειτο για τη δεύτερη γενοκτονία του αιώνα μας, μετά την γενοκτονία των Αρμενίων.
    Οι αποδείξεις για τα απαράδεκτα αυτά γεγονότα είναι πολυάριθμες και συγκλίνουσες. Προκύπτουν ακόμη από τα ίδια τα οθωμανικά και τουρκικά αρχεία και εκδόσεις – κυβερνητικές αποφάσεις και νομοσχέδια- από τα αρχεία των ευρωπαϊκών χωρών και των Η.Π.Α., από αναφορές ξένων διπλωματικών υπαλλήλων, πρεσβευτών, προξένων, ιεραποστόλων και φιλανθρωπικών οργανώσεων. Τα κύρια όμως στοιχεία της εκτέλεσης του εγκλήματος προκύπτουν από την ίδια την ιστορία των Ποντιακών οικογενειών με τα δικά της θύματα και τις μαρτυρίες εκείνων που επέζησαν από τις σφαγές.
    Στην περίπτωση της Ποντιακής γενοκτονίας έχουμε εξόντωση των μελών συγκεκριμένης εθνικής ομάδας, σοβαρή προσβολή της φυσικής και πνευματικής της ακεραιότητας και υποβολή αυτής σε συνθήκες διαβίωσης που συνεπάγονταν τη μερική ή ολική βιολογική καταστροφή της. Έχουμε βίαιη μεταφορά παιδιών σε άλλη εθνική ομάδα. Όλες δηλαδή τις πράξεις, που σύμφωνα με τις διατάξεις της Σύμβασης για την πρόληψη και την καταστολή του εγκλήματος της γενοκτονίας, που υιοθέτησε η Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στις 9 Δεκεμβρίου 1948, στοιχειοθετούν αυτό το μεγάλο έγκλημα ενάντια στην ανθρωπότητα, το έγκλημα της γενοκτονίας.
    Γεωπολιτικοί λόγοι και κρατικές σκοπιμότητες επέβαλαν μέχρι τα τελευταία χρόνια να παραμένει λησμονημένη από τους νόμους της ελληνικής πολιτείας, αλλά και ολόκληρης της ανθρωπότητας αυτή η πολιτική γενοκτονία.
    Οι Πόντιοι, ένα μαρτυρικό κομμάτι του Ελληνισμού με μεγάλη αγάπη στην ελευθερία, την αλήθεια, τη ζωή. την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τις ηθικές αξίες, τον άνθρωπο, είναι πλέον αδύνατο να ανεχθούν την απόκρυψη, τη λήθη, την υποβάθμιση των γεγονότων, την υποκρισία, το ψέμα, τη σιωπή.
    Όσο μεγάλη ήταν η αδικία, όσο περισσότερο χρόνο αποκρύφθηκαν τα γεγονότα, τόσο πιο έντονη είναι η επιθυμία και η απαίτηση τους για την αναγνώριση από τη διεθνή κοινότητα του αδικήματος των διωγμών που υπέστησαν.
    Όλοι οι λαοί που υπέστησαν επιθέσεις ενάντια στην ανθρωπινή τους ύπαρξη από δυνάμεις βίας, σωβινισμού και ρατσισμού καθιέρωσαν ημέρα μνήμης του δικού τους ολοκαυτώματος. Οι Πόντιοι, ένα κομμάτι του Ελληνισμού με μεγάλη προσφορά στον πολιτισμό της Μικρά Ασίας και του Εύξεινου Πόντου, δεν μπορούσαν να μείνουν χωρίς ημέρα μνήμης του δικού τους ολοκαυτώματος.
    Έτσι τους τελευταίους χρόνους καθιέρωσαν την 19η Μαΐου κάθε έτους ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού.
    Η Ελληνική Βουλή έρχεται να καλύψει ένα μεγάλο εθνικό, ιστορικό, ηθικό και πολιτικό κενό καθιερώνοντας την 19η Μαΐου, ημέρα, που ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε το 1919 στη Σαμψούντα, για να συνεχίσει με εντονότερο και φρικιαστικότερο τρόπο, τη συστηματική γενοκτονία του Ελληνισμού του Πόντου, που είχε αρχίσει από το 1916 και τελείωσε το 1923, ως ήμερα μνήμης της Ποντιακής γενοκτονίας. Συμβάλλονται, έτσι, έστω και στο ελάχιστο στην αποκατάσταση της ηθικής καταστροφής που υπέστη ο Ποντιακός Ελληνισμός, καθιερώνοντας μια ημέρα ιστορικής μνήμης ιδιαίτερα σε μια περίοδο όπως η σημερινή, όπου επανεμφανίζονται φαινόμενα ρατσισμού, ξενοφοβίας και σωβινισμού.
    Η Κυβέρνηση διάκειται θετικά στην πρόταση των Ποντιακών οργανώσεων να προχωρήσει, μετά τις απαραίτητες μελέτες, στη δημιουργία μιας πόλης με το όνομα ΡΩΜΑΝΙΑ στην περιοχή της Θράκης, που θα αποτελέσει τη Μητρόπολη των απανταχού Ελλήνων του Πόντου και θα είναι μια ορατή σύνδεση με την Ποντιακή ιστορία και τον Ποντιακό πολιτισμό. Με την πρόσθετη υποχρέωση ανέγερσης εθνικού μνημείου της ποντιακής γενοκτονίας στην ίδια περιοχή.
    Αθήνα, 23 Φεβρουαρίου 1994 Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

    ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ
    Η 19η Μαΐου καθιερώνεται ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου
    Άρθρο 1
    Ορίζεται η 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου.
    Άρθρο 2
    Ο χαρακτήρας, το περιεχόμενο, ο φορέας και ο τρόπος οργάνωσης των εκδηλώσεων μνήμης, καθορίζονται με προεδρικό διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Εσωτερικών, ύστερα από γνώμη των πλέον αναγνωρισμένων Ποντιακών σωματείων.
    Άρθρο 3
    Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευση του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
    Αθήνα, 23 Φεβρουαρίου 1994
    Ο ΥΠΟΥΡΓΟΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΩΝ

    ΕΙΣΗΓΗΤΙΚΗ ΕΚΘΕΣΗ
    στην πρόταση νόμου «Για την αναγνώριση της γενοκτονίας των ΠΟΝΤΙΩΝ»

    Στις 19 Μαΐου 1919, ο Μουσταφά Κεμάλ αποβιβάστηκε στη Σαμψούντα, για να συνεχίσει με εντονότερο και πιο φρικιαστικό τρόπο, τη συστηματική ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑ του Ελληνισμού του ΠΟΝΤΟΥ, που είχει αρχίσει το 1916 και τελείωσε το 1923.
    Η γενοκτονία αποτέλεσε επίσημη τουρκική πολιτική και επιδίωξη από το 1911, με στόχο την πλήρη εξαφάνιση των χριστιανικών λαών της περιοχής.
    Το καταρρέον γραφειοκρατικό Οθωμανικό κράτος και το αντιδραστικό ρατσιστικό Κεμαλικό καθεστώς, θέλοντας ν’αντιπαρατεθεί με τις ζωντανές και ανερχόμενες οικονομικά και κοινωνικά δυνάμεις (Έλληνες και Αρμενίους) και να απαλλαγεί απ’αυτές, συμμάχησε με τις πλέον περιθωριοποιημένες ομάδες του Τοπάλ Οσμάν και του Κεχαγιά και διέκοψαν βίαια τη διαδικασία εξέλιξης των λαών της περιοχής.
    Η ελληνική καταγωγή και η ορθόδοξη χριστιανική πίστη των Ποντίων, στάθηκε αιτία για το βιολογικό αφανισμό τους, μέσω του οποίου οι Τούρκοι απέφυγαν την αναμενόμενη σύγκρουση των δύο εθνοτήτων.
    Δύσκολα ανθρώπινος νους μπορεί να συλλάβει τις μεθόδους και τα μέσα που χρησιμοποίησαν οι Τούρκοι: βιασμοί, αρπαγές περιουσιών, λεηλασίες, πυρπολήσεις, εξορίες, καταναγκαστικά τάγματα εργασίας, βασανισμοί, λιμοκτονίες απαγχονισμοί, ομαδικές σφαγές, 353.000 Πόντιοι θύματα των τούρκικων ορδών.
    Όταν η γενοκτονία πλέον συντελέστηκε, ο υπαρκτός και ορατός φόβος ολοκληρωτικού αφανισμού του Ποντιακού ελληνισμού προκάλεσε τη βίαιη μετακίνηση των ποντιακών χριστιανικών πληθυσμών προς Ελλάδα, Σοβιετική Ένωση και αλλού.
    Πάνω από 200.000 όμως Πόντιοι, που δεν κατόρθωσαν να μετακινηθούν, παρέμειναν στα ορεινά κυρίως χωριά του Πόντου, με προδιαγεγραμμένη συνέπεια το βίαιο εξισλαμισμό τους.
    Η γενοκτονία των Ποντίων, η δεύτερη μέσα στον 20ό αιώνα μετά τη γενοκτονία των Αρμενίων, δεν θα επραγματοποιείτο εάν δεν υπήρχαν άμεσοι ή έμμεσοι συνεργοί των Τούρκων εγκληματιών.
    Πρώτοι οι Γερμανοί στρατιωτικοί καθοδηγητές των Νεότουρκων και του Κεμάλ Ατατούρκ, που με την ουσιαστική βοήθειά τους, συντελέστηκε η γενοκτονία τόσο των Αρμενίων όσο και των Ποντίων.
    Δεύτεροι υπεύθυνοι οι Σοβιετικοί, που με την τεράστια βοήθεια και την πολιτική κάλυψη που παρείχαν στον Κεμάλ, έδωσαν τη χαριστική βολή στους χριστιανικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας.
    Τρίτοι οι Άγγλοι, οι Γάλλοι, αλλά και οι Αμερικάνοι, που επίσης βοηθούσαν τους Νεότουρκους και επωμίζονται βαρειές ευθύνες.
    Δυστυχώς και η Ελλάδα σαν κράτος δεν μπόρεσε στις δύσκολες στιγμές να βοηθήσει τους αδελφούς μας Ποντίους.
    Όταν τέθηκε σε εφαρμογή το σχέδιο της γενοκτονίας στον Πόντο, ούτε ένας Έλληνας στρατιώτης υπήρχε εκεί και επομένως ούτε καν μιά στοιχειώδης δικαιολογία για τις σφαγές.
    Ο Ποντιακός Ελληνισμός μπροστά στη λαίλαπα των φονικών ορδών, πάλεψε μόνος και στην περίοδο αυτή, 1916-1922, ένα μεγάλο εθνικό απελευθερωτικό κίνημα εναντίον των Τούρκων σφαγέων αναπτύχθηκε μαζί με ένα πολιτικό κίνημα, για την απελευθέρωση του Πόντου και την ίδρυση Ελληνικής Δημοκρατίας του Πόντου.
    Ο εθνικοαπελευθερωτικός αγώνας κατέληξε μέσα από δραματικά γεγονότα και συνταρακτικές στιγμές.
    ‘Υστερα από 73 χρόνια η πολιτική της Τουρκίας στο θέμα των μειονοτήτων αλλά και των γενοκτονιών παραμένει η ίδια.
    Ακόμα και σήμερα στήνουν αγάλματα του σφαγέα Τοπάλ Οσμάν στον Πόντο και δίνουν τοπωνύμια προς τιμήν του Μουσταφά Κεμάλ.
    Το 1937 προσάρτησαν την Αλεξανδρέτα και το 1974 κατέλαβαν τη μισή Κύπρο.
    Κατήργησαν την αυτονομία της Ίμβρου και της Τενέδου και έδιωξαν το ελληνικό στοιχείο από την Κωνσταντινούπολη.
    Θέτουν θέμα Θράκης, Δωδεκανήσου, εναερίου χώρου και αιγιαλίτιδας ζώνης στο Αιγαίο.
    Δημιουργούν προβλήματα με τη Συρία και το Ιράκ, εκμεταλλεύονται τον ισλαμισμό και προσπαθούν να βάλουν πόδι στις ισλαμικές δημοκρατίες της τέως Σοβιετικής Ένωσης.¶
    Τουρκοποιούν τις μουσουλμανικές μειονότητες στην Ελλάδα, τη Βουλγαρία και τα Σκόπια και δημιουργούν προβλήματα στα Βαλκάνια.
    Με τις αυθάδειες, ανιστόρητες, προκλητικές και προδοτικές δηλώσεις του ο αργυρώνητος » Έλληνας» Βουλευτής Σαδίκ, αυτόκλητος προστάτης του μουσουλμανικού στοιχείου στη Θράκη, υποκινούμενος από την Άγκυρα και χρηματοδοτούμενος από σκοτεινά ανθελληνικά κέντρα, περιφέρεται ανά την υφήλιο και θέτει θέμα «τουρκικής» μειονότητας στην Ελλάδα, υποδυόμενος τον ηγέτη της.
    Σήμερα συντελείται γενοκτονία σε βάρος των 22 εκατομμυρίων Κούρδων, που ζουν με τη σειρά τους το δράμα που έζησαν οι Έλληνες και οι Αρμένιοι.
    Η πρακτική εφαρμογή του Παντουρκισμού, της διαρκούς θεωρίας του τουρκικού καθεστώτος, είναι οι γενοκτονίες και οι καταλήψεις ξένων εδαφών.
    Ο ελληνισμός όπου Γής, πρέπει να δράσει αποτελεσματικά.
    Ο Ποντιακός Ελληνισμός, 2.500.000 σε όλο τον κόσμο θεωρεί την αναγνώριση της γενοκτονίας των 353.000 αθώων θυμάτων της τουρκικής θηριωδίας, ελάχιστο φόρο τιμής στην παρουσία, τις θυσίες και την προσφορά του Ποντιακού Ελληνισμού στο Έθνος.
    Η αναγνώριση της γενοκτονίας αποτελεί δικλείδα ασφαλείας για τον Ελληνισμό και εγγύηση ότι το κατ’ εξακολούθηση ένοχο τουρκικό κράτος, δεν θα την επαναλάβει σε βάρος μας ή σε βάρος άλλου λαού της περιοχής.
    Η Κοινοβουλευτική Ομάδα του ΠΑΣΟΚ ομόφωνα αποδέχτηκε την πρόταση του Προέδρου κ. Ανδρέα Παπανδρέου, ύστερα από επιστολή που έστειλαν οι Πόντιοι Βουλευτές, για κατάθεση πρότασης για επίσημη αναγνώριση από τη Βουλή των Ελλήνων της γενοκτονίας των 353.000 Ποντίων που έγινε από τους Τούρκους από το 1916 ως το 1923 και καθιέρωση της 19ης Μαΐου ως «Ημέρας Μνήμης της Γενοκτονίας».
    Έτσι εμείς οι Ποντιακής καταγωγής Βουλευτές του ΠΑΣΟΚ καταθέτουμε την ακόλουθη πρόταση νόμου και ζητούμε από τον Πρόεδρο της Βουλής να επισπεύσει τη σχετική συζήτηση ώστε η 19η Μαΐου 1992 να αποτελέσει την πρώτη επίσημα αναγνωρισμένη Ημέρα Μνήμης Γενοκτονίας των Ποντίων.

    ΠΡΟΤΑΣΗ ΝΟΜΟΥ
    Η 19η Μαΐου αναγνωρίζεται σαν ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ποντίων
    Άρθρο 1
    Ορίζεται η 19η Μαΐου ως ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ποντίων.

    Άρθρο 2
    Το πλαίσιο, ο χαρακτήρας και το περιεχόμενο των εκδηλώσεων μνήμης, καθορίζονται με Προεδρικό Διάταγμα, που εκδίδεται με πρόταση του Υπουργού Προεδρίας της Κυβέρνησης, ύστερα από γνώμη των Ποντιακών σωματείων των ειδικών επί του θέματος επιστημόνων και των αρμόδιων ιδρυμάτων.
    Άρθρο 3
    Η ισχύς του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

    Αθήνα, 30 Μαρτίου 1992

    Οι προτείνοντες Βουλευτές¶
    Λευτέρης Κωνσταντινίδης¶
    Θόδωρος Κατσανέβας¶
    Νίκος Ακριτίδης¶
    Γιάννης Διαμαντίδης¶
    Θεόδωρος Κοκελίδης¶
    Κων/νος Γουνατίδης¶
    Μόσχος Γικόνογλου ¶
    Λάζαρος Λωτίδης¶
    Νικόλαος Ζαμπουνίδης¶
    Απόστολος Φωτιάδης¶
    Αλέξανδρος Δαμιανίδης¶
    Παναγιώτης Σγουρίδης¶
    Χαράλαμπος Καστανίδης¶
    Γιώργος Πασχαλίδης¶
    Κυριάκος Ταταρίδης¶
    Βασίλης Γερανίδης¶
    Γιάννης Ανθόπουλος¶
    Ηλίας Παπαδόπουλος¶
    Μιχάλης Χρυσοχοίδης¶
    Λουκ. Αποστολίδης¶
    Ιωαν. Καλαμακίδης¶
    Παναγιώτης Κρητικός

  5. Β.Α. on

    Του Βαλέριου Δανιηλιδη.

    Δεβάζω αδά και τρία τέσερα ημέρας με στεναχορίαν και ακούμαν πίο πολά με χολίν τόνα γίνεται ολόγερα σε έναν έφκερον λόγον το είπε ένας αδιάφορος άρθεπος. Είπε τον Σαββίδη «Ρωσοπόντιο» και μετ εκείνον οντάμαν ήβρισε σιλιάδες κόσμον. Αλά ατό κέτον τε ξέγκε τι χολίμ. Εφέγκεμε χωρίς να δίγα πολά σημασίαν. Μιάρ κείμε ρωσοπόντιος. Ατό το λόγον έξατω εικοσπέντε χρόνια εμπρ. Θαμαχτόν αλά το είμαι και Πόντιος ατότε έμαθατω. Ούς ατότες εθιάρνα ουλ Ορομέοι ειν Έλληνες. Και η χολίμ κεξέβε γιατί είπε έναν βουδ κατ άσσκεμον για τεμάς και εσκάλοσαν ουλ τεμετέρ να παραπονίγουνταν και να ηβρίζνε. Καλά επίγκαν και καλά έφταγνε. Εστεναχορέθα γιατί έναν τεμετέρ αξάν εξέβαν. Πρόεδρος απαδά, πρόεδρος απεκί (γαμότο πόσους έχουμε και τι τους θέλουμε τόσους) ήταν τατινέτερα, εσέρεψαν ιναδία λαλίας κιάλο και γίλτοσαν. Η χολίμ ευγέν γιατί κίν ουλ η Ορομέοι ούς το κιφάλ Έλληνες. Γιατί κάνης ουμπίος κέν Πόντιος κείπε, κε τζιάιξε, κεχολιάστε με τατά το ειπε ο άλος πεν άμον ατίντς. Γιατί πάντα αέτς επίναν και αέτς εφτάγνε και ολάκι αραέτς απομέννε. Εβλέπουμα κάθαν χρόνον σα 19 τι Μαΐ. Δίγνε μας συλλυπητήρια για τ αποθαμέντεμουν. Λες και έναν τεμετέρον έναν. Λες και οι τουρκάντ εχώριζαν, ατός πόντιος εν για πα ατέ πόντιενα εν, σπάξτια την. Ατίντς άφστιατσε, Έλληνες είναι. Έναν εμείστ οι Ορομέοι έχουμε γενοκτονίαν το λέγουμα γενοκτονία των Ελλήνων και κολίζουμε και του Πόντου από πίσω. Οι Αρμενάντ κι λέγνε γενοκτονία των Αρμενίων του Βαν, οι Εβραίοι κι λέγνε γενοκτονία των Εβραίων της Πολωνίας, τις Γερμανίας, τις Ολλανδίας. Εμείστ οι αχιλλίδες ατούκα πα εχώρτσαμαστ. Για τατό εστεναχορέθα και εξέβε η χολίμ. Γιατί τόνα είν εικοσπέντε χρόνια για ν αλάζ ο Έλληνας. Πάντα αίκος έτον. Τόνα κιξέρα. Μιάρ ογώ πα κείμε ένας αστατίνς.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: