Τι θα πούμε στο σύντροφο Στάλιν;

«Γράμμα στο σύντροφο Στάλιν»,
η αντιμειονοτική πολιτική του Σταλινισμού μέσα από το έργο του Γιάννη Παρασκευόπουλου

 

vivlio1…αυτός ήταν ο τίτλος της εισήγησής μου  στο 6ο Διεθνές Συνέδριο Λογοτεχνίας που έγινε στη Λέσβο  από 17 έως 20 Οκτωβρίου 2014 , και είχε ως θέμα «Ο Ρατσισμός στη Λογοτεχνία». Η δική μου εισήγηση παρουσίασε το φαινόμενο του αντιμειονοτικού ρατσισμού όπως εκφράστηκε από το σταλινισμό, μα βάση το βιβλίο του Γιάννη Παρασκευόπουλου, το οποίο επιμελήθηκε υποδειγματικά ο εκπαιδευτικός Στάθης Ταξίδης. 

Η εισήγηση έγινε πολύ θετικά αποδεκτή από το σύνολο των συμμετεχόντων στο διεθνές συνέδριο πλην ενός ελλαδίτη λέσβιου, μέλους του ΚΚΕ. Γενικά το ΚΚΕθύμα και αυτό των σταλινικών διώξεωναπό τη στιγμή που αποκατάστησε τον Στάλιν στο 18ο Συνέδριό του έχει αποδυθεί σε μια προσπάθεια αγιοποίησης.

Επιπλέον, η ομάδα που έχει καταφέρει να ελέγξει το  ιστορικό αυτό κόμμα έχει θέσει στο στόχαστρό της κάθε κριτική απόπειρα για την κατανόηση του φαινομένου του σταλινισμού. Παράλληλα, φαίνεται ότι υποκινεί τα μέλη του σε αντιδράσεις που κάποιες από αυτές ξεπερνούν τα όρια της πολιτικής αντιπαράθεσης και χαρακτηρίζονται από μεγάλη απρέπεια.

Αυτό συνέβη και τις προάλλες στο Χαϊδάρι από τον Δήμαρχο της πόλης, αλλά γι αυτό το περιστατικό θα αναφερθούμε σε άλλη ανάρτηση.

Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ στο ΣΥΝΕΔΡΙΟ της ΛΕΣΒΟΥ

Η πρόσφατη έκδοση του βιβλίου του Γιάννη Παρασκευόπουλου από το Καζαχστάν με τίτλο  «Τι θα πούμε στο σύντροφο Στάλιν. Η εξομολόγηση ενός ελληνοποντίου» μας έδωσε τη δυνατότητα να στοχαστούμε πάνω σε μια από τις πλέον άγνωστες σελίδες της νεοελληνικής ιστορίας. Μια σελίδα που συναντά όμως την παγκόσμια εμπειρία που συνδέεται με το σοβιετικό πείραμα και τη σταλινική του εκδοχή. Ο Παρασκευόπουλος είναι παιδί εκτοπισμένων Ελλήνων  από τον Καύκασο –το Σοχούμι της Αμπχαζίας-στο Καζαχστάν, σε μια περιοχή που απέχει μόλις 10 χιλιόμετρα από τα κινεζο-σοβιετικά σύνορα.

 

Ο Παρασκευόπουλος με μια σειρά σύντομες ιστορίες που βασίζονται σε μια καλή ιστορική εποπτεία, χωρίς ανούσιες συναισθηματικές φορτίσεις, περιγράφει τη σοβιετική κοινωνία και τα εγγενή της προβλήματα που οδήγησαν στην κατάρρευση του σοβιετικού μοντέλου.

Τα θέματα που θίγει ο Παρασκευόπουλος συνδέονται με ένα από τα πιο άγνωστα θέματα που καλείται να αντιμετωπίσει η νεοελληνική ιστοριογραφία.

            Γνωρίζουμε πλέον μέσα από τα σοβιετικά αρχεία ότι η καταστροφή του σοβιετικού Ελληνισμού, όπως και πολλών μικρών εθνικών μειονοτήτων, υπήρξε συνειδητή πράξη της σταλινικής ηγεσίας. Οι Ελληνες της ΕΣΣΔ υπέστησαν από το 1937 πολιτιστική γενοκτονία. Οι φυσικοί τους ηγέτες (κομμουνιστικής ιδεολογίας) εκτελέστηκαν ή πέθαναν στα γκουλάγκ και μεγάλο μέρος των σοβιετικών Ελλήνων υπέστη την υποχρεωτική μαζική μετεγκατάσταση κατά τη δεκαετία του ’40 στις στέπες της Κεντρικής Ασίας – με την ανοχή της ίδιας της Ελλάδας. Ενώ γνωρίζουμε πλέον για τη μοίρα των ελληνικών κοινοτήτων, καθώς και για τη μοίρα των ντόπιων Ελλήνων κομμουνιστών (Ποντίων και Μαριουπολιτών), αγνοούμε το τι συνέβη με ακρίβεια στους Ελλαδικούς κομμουνιστές. Δηλαδή, ποια ήταν η μοίρα εκείνων των μελών του ΚΚΕ που είχαν καταφύγει στην ΕΣΣΔ, είχαν ενταχθεί στις ντόπιες ελληνικές κομματικές οργανώσεις και είχαν ενσωματωθεί ως εργαζόμενοι και καθοδηγητές στις σοβιετικές ελληνικές κοινότητες.

Ας τα δούμε όμως από την αρχή

Οι σοβιετικοί  Έλληνες

Οι Έλληνες που παρέμειναν στη Σοβιετική Ένωση αποτελούσαν μία από τις 160 περίπου εθνικές ομάδες που συγκροτούσαν το πολυεθνικό κρατικό μόρφωμα. Δεν μπορεί να υπολογιστεί με ακρίβεια ο αριθμός τους. Γνωρίζουμε τα πληθυσμιακά όρια που βρίσκονται μεταξύ 300.000 έως 440.000, από τους οποίους το 80% ήταν αγρότες. Ένα σημαντικό τμήμα τους προερχόταν από τις περιοχές της Οθωμανικης Αυτοκρατορίας, όπου υπό την ηγεσία της πρωτοναζιστικής εθνικιστικής οργάνωσης των Νεότουρκων είχε αρχίσει από το 1914  η Γενοκτονία των χριστιανικών λαών, στο πλαίσιο ενός πρωτοφανούς σχεδίου  βίαιης ομογενειοποίησης του χώρου με την εξόντωση των ανεπιθύμητων λαών και την κλοπή του πλούτου που είχαν έως τότε δημιουργήσει.

Οι Έλληνες της ΕΣΣΔ συμμετείχαν στα ιστορικά γεγονότα και οι διανοούμενοί τους είχαν ενταχθεί από νωρίς (1905) στα μεταρρυθμιστικά ιδεολογικά ρεύματα. Την εποχή της Οκτωβριανής Επανάστασης και του εμφυλίου πολέμου, Έλληνες θα βρίσκονται σ’ όλα τα αντιμαχόμενα στρατόπεδα, στους μπολσεβίκους, τους μενσεβίκους, τους αναρχικούς του Μαχνό, τους σοσιαλεπαναστάτες, τους λευκούς. Με την επικράτηση των μπολσεβίκων, η μόνη ελληνική πολιτική δύναμη που θα παραμείνει είναι η μπολσεβικική, η οποία εκφραζόταν οργανωτικά με τις Ελληνικές Κομματικές Επιτροπές που ενυπήρχαν στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Οι Έλληνες μπολσεβίκοι θα διαχειριστούν την εξουσία στις ελληνικές κοινότητες, θα πετύχουν την ανακήρυξη τεσσάρων Αυτόνομων Ελληνικών Περιοχών (Gretsiski Rayion) και την εντυπωσιακή εκπαιδευτική και πολιτιστική ανάπτυξη των κοινοτήτων. Στις Ελληνικές Περιοχές θα ενταχθούν και οι δεκάδες πολιτικοί φυγάδες από την Ελλάδα, μέλη και φίλοι του ΚΚΕ, που για τα φρονήματά τους είχαν υποστεί πολιτικές διώξεις που είχαν ξεκινήσει με το Ιδιώνυμο το 1929 και εντάθηκαν την περίοδο της δικτατορίας του Ιωάννη Μεταξά.

Οι διώξεις του ’37-‘38

Η 15η Δεκεμβρίου του 1937 θεωρείται η ημέρα που ο όρος «Έλληνας» μετατράπηκε σε πολιτική κατηγορία και οδήγησε σε μαζικές συλλήψεις κατά των μελών της ελληνικής μειονότητας στη Σοβιετική Ένωση. Οι διώξεις συμπεριέλαβαν την πλειονότητα των αρρένων  Ελλήνων, ανεξάρτητα από την πολιτική ή κοινωνική τους θέση. Συνελήφθη όλη η ελληνική ηγετική ομάδα που αποτελείτο από πιστά μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος. Συνελήφθησαν τόσο οι ντόπιοι Έλληνες (Μαριουπολίτες, Πόντιοι, απόγονοι των παλιών μεταναστών από τον ελλαδικό χώρο), όσο και οι πολιτικοί πρόσφυγες από Ελλάδα -μέλη και φίλοι του ΚΚΕ.

Με το Διάταγμα-Ντιρεκτίβα 50215 που έφερε την υπογραφή του επικεφαλής της Κρατικής Ασφάλειας (ΝΚVD) Νικολάι Γιεζόφ, ξεκίνησε η «Ελληνική Επιχείρηση» («Gretseskayia Operatsia»). Σύμφωνα με αυτήν η ελληνική σοβιετική μειονότητα ήταν συνολικά  ύποπτη.   Έτσι, η εθνοτική καταγωγή ταυτιζόταν πλέον με πολιτικό αδίκημα.

Ο Νικολάι Γιέζοφ υπήρξε το μακρύ χέρι του Στάλιν ως κομισάριος της Εθνικής Ασφάλειας, Χρησιμοποιήθηκε για την εξόντωση των εσωκομματικών του αντιπάλων αρχικά και κατά όσων θεωρούσε ότι έπρεπε να εξοντωθούν για να επιβεβαιώνεται με τον τρόμο η απονομιμοποιημενη εξουσία του Ιωσήφ Βησσαριόνοβιτς. Ανέλαβε την ηγεσία της Μυστικής Ασφάλειας  OGPU το Σεπτέμβρη του 1936 στη θέση του Ε. Γιάγκοντα που εκτελέστηκε το Μάρτη του ’38.

Ο Γιέζοφ συνέταξε καταλόγους “υπόπτων” με χιλιάδες ονόματα. Κομματικά στελέχη, στελέχη από  τα κολχόζ, το στρατό, τα συνδικάτα, από τη κομσομόλ (κομμουνιστική νεολαία) και μαζί τους και εκπρόσωποι των μικρών μειονοτικών ομάδων (Έλληνες, Τάταροι, Γερμανοί του Βόλγα, Τσετσένοι, Κορεάτες, κ.ά.), θα εκτελεστούν ως “εχθροί του λαού” ή θα σταλούν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στη Σιβηρία.

Όπως αναφέρεται στη “Μυστική Έκθεση στο 20ό Συνέδριο του ΚΚΣΕ”: «Τους καταλόγους αυτούς ο Γιέζοφ τους έστελνε προσωπικά στον Στάλιν για να εγκρίνει τις προτεινόμενες ποινές. Στην περίοδο 1937-38 διαβιβάστηκαν στον Στάλιν 338 τέτοιοι πίνακες που περιείχαν πολλές χιλιάδες ονόματα»…  Σύντομα, την ίδια τύχη θα έχει και ο Γιέζοφ: καθαιρείται και στέλνεται στο εκτελεστικό απόσπασμα, ενώ τη θέση του στην Γκε Πε Ου παίρνει ο Λαυρέντι Μπέρια…

Εκπαίδευση: Το πρώτο θύμα

Ως πρώτη επίσημη πράξη κατά των μειονοτήτων, ήταν η απόφαση που ελήφθη στη συνεδρίαση του Οργανωτικού Γραφείου της Κ.Ε. του Κομμουνιστικού Κόμματος (ΠΚΚ-μπ) με βάση την οποία η ύπαρξη εθνικών σχολείων (φινλανδικών, γερμανικών, αγγλικών, ελληνικών κ.λπ.) θεωρείτο «επιβλαβής» για τον σοβιετικό σοσιαλισμό και καλούσε τους υπεύθυνους της NKVD να λάβουν τα αναγκαία μέτρα. Τότε έκλεισαν 250 ελληνικά σχολεία στον Καύκασο, την περιοχή Κρασνοντάρ (Νότια Ρωσία), την Κριμαία και την περιοχή της Αζοφικής (Μαριούπολη-Ντονιέτσκ).

Υπολογίζεται ότι η Ασφάλεια συνέλαβε 15.000 πολίτες ελληνικής καταγωγής κατά τις διώξεις του ’37-38.  Ενα σημαντικό τμήμα της μειονότητας, που προερχόταν από τις περιοχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και είχε εγκατασταθεί στην ΕΣΣΔ εξαιτίας της Μικρασιατικής Καταστροφής, βίωνε για δεύτερη φορά μέσα σε λίγα χρόνια μια παρόμοια κατάσταση, καθώς λίγα χρόνια πριν είχε βρεθεί, όπως προείπαμε,  στο στόχαστρο των Νεότουρκων εθνικιστών. Η πολιτική αυτή της συλλογικής ευθύνης λόγω της ένταξης σε μια εθνοτική ομάδα και της ενοχοποίησης της πολιτισμικής ταυτότητας, θα αποτελέσει βασικό άξονα της σταλινικής πολιτικής κατά συγκεκριμένων μειονοτικών ομάδων.

Παρότι η «Ελληνική Επιχείρηση» ήταν η 13η κατά σειρά των αντίστοιχων επιχειρήσεων κατά των εθνικών μειονοτήτων, υπήρξε η πλέον αιματηρή εφόσον εκτελέστηκε το 90% των συλληφθέντων για να καλυφθεί το κεντρικό πλάνο της σταλινικής ηγεσίας.

Η μετάλλαξη της εθνικής πολιτικής

Πώς όμως μεταμορφώθηκε η εθνική πολιτική των μπολσεβίκων από πολυπολιτιστική σε εκρωσιστική; Γιατί θεωρήθηκαν τα εθνικά χαρακτηριστικά και η πολιτισμική ταυτότητα στοιχείο νομιμοφροσύνης προς το καθεστώς και κατέλαβαν τη θέση των πολιτικών και κοινωνικών κριτηρίων με τα οποία αντιμετώπιζαν έως τότε τους κυριαρχούμενους πληθυσμούς;

Η εσωτερική αλλαγή που θα συντελεστεί στη Σοβιετική Ένωση μετά τον θάνατο του Λένιν (1924) θα εκφραστεί με τη σκληρή διαπάλη των διαφόρων τάσεων του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ήδη ο Λένιν, λίγο πριν από τον θάνατό του, είχε αντιληφθεί το αδιέξοδο της πολιτικής του, τόσο όσον αφορά τα ζητήματα της οικονομίας όσο και αυτά της πολιτικής διακυβέρνησης. Ήταν όμως πολύ αργά για να αντιστραφεί ο ρους των πραγμάτων. Η σταλινική ομάδα εξουσίας θα υπερνικήσει τελικά τους αντιπάλους της, στους οποίους θα επιφυλάξει μια όχι και τόσο ζηλευτή μοίρα. Ο Στάλιν ολοκλήρωσε τη λενινιστική αντίληψη για την υπεροχή του μηχανισμού σε σχέση με την εργατική τάξη, στο όνομα της οποίας το Κόμμα είχε καταλάβει και ασκούσε εξουσία. Η κυνικότητα της πολιτικής του δικαίωσε όσους από το 1903 διέβλεπαν ότι η οργανωτική λενινιστική αντίληψη οδηγούσε κατευθείαν στον ολοκληρωτισμό. Συνέβη αυτό που έγραψε η Ρόζα Λούξεμπουργκ: «…Υπάρχει λοιπόν στο βάθος (σ.σ. της αντίληψης του Λένιν) μια κυβέρνηση κλίκας, μια δικτατορία. Η δικτατορία μιας χούφτας πολιτικών».

Εκτοπίσεις του 1949

Η επόμενη πράξη κατά της ελληνικής μειονότητας θα συμβεί μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρότι οι Έλληνες που παρέμειναν στις κατεχόμενες από τους Γερμανούς περιοχές συμμετείχαν στην Αντίσταση, οι θυσίες τους, όπως και θυσίες των άλλων “τιμωρημένων λαών” στον αντιναζιστικό πόλεμο, αποσιωπήθηκαν μετά την απελευθέρωση. Αντίθετα, εγκαινιάστηκε μια τεράστια επιχείρηση παραχάραξης της ιστορικής μνήμης.

Το 1944, μετά την αποχώρηση των Γερμανών, αποφασίστηκε η εκτόπιση των Ελλήνων της Κριμαίας μαζί με τους Τούρκους, τους Βούλγαρους, τους Ιρανούς κ.ά. με το επιχείρημα της συνεργασίας τους με τους κατακτητές. Το 1941 είχε προηγηθεί η εκτόπιση των ελληνοϋπήκοων από το Κερτς της ανατολικής Κριμαίας στην περιοχή Άλμα Άτα του Καζακστάν. Τον Ιούνιο του ’44 εξορίστηκαν οι Έλληνες της Κριμαίας στο Ουζμπεκιστάν και στη Σιβηρία. Από την Κριμαία εκδιώχθηκαν όλες οι εθνότητες εκτός από τους Ρώσους και τους Ουκρανούς.

Οι σταλινικές αρχές δεν αρκέστηκαν στην εκδίωξη των ντόπιων πληθυσμών από την Κριμαία, αλλά με μυστικό διάταγμα της 20ης Οκτωβρίου 1944, άλλαξαν όλα τα τοπωνύμια που είχαν ελληνική, γερμανική ή ταταρική καταγωγή. Η απόφαση υλοποιήθηκε μετά από μυστικό διάταγμα του προεδρείου του ανώτατου σοβιέτ της Ρωσίας.

Το 1946 εξορίστηκε στο Καζακστάν, στην περιοχή ανάμεσα στην Άλμα Άτα και στη Τζαμπούλ, ένα μεγάλο μέρος από τους Έλληνες του Κουμπάν που είχε αποφύγει την πρώτη εκτόπιση. Οι συνθήκες μεταφοράς ήταν άθλιες. Τρεις μήνες έκαναν οι εξορισμένοι να φτάσουν στους τόπους της εξορίας τους. Μεγάλο μέρος τους πέθανε από τις κακουχίες στο δρόμο.

To 1949 δεκάδες χιλιάδες Έλληνες Πόντιοι του Καυκάσου, κατατάχτηκαν στην κατηγορία των “ειδικώς απελαθέντων” και εξορίστηκαν στις 13 Ιουνίου 1949 στην Κεντρική Ασία.  Ειδικές δυνάμεις της Κρατικής Ασφάλειας περικύκλωναν τη νύχτα τα ποντιακά χωριά και υποχρέωναν με τα όπλα τους χωρικούς να ετοιμαστούν μέσα σε λίγες ώρες.  Δίνοντας διορία σαράντα λεπτών στους κατοίκους, τους ανέβαζαν σε στρατιωτικά φορτηγά. Τους μετέφεραν σε κοντινούς σιδηροδρομικούς σταθμούς, απ’ όπου τους επιβίβαζαν σε τραίνα και τους έστελναν στην Κεντρική Ασία. Επίσημα δε διατυπώθηκε καμιά, έστω και τυπική, αιτία της τιμωρίας αυτής.

Υπήρχαν πολλές περιπτώσεις μεικτών γάμων, όπου εκτόπιζαν μόνο τον Έλληνα ή την Ελληνίδα, διαλύοντας την οικογένεια. Ενδεικτικά αναφέρουμε μόνο ότι οι ηγέτες των Ελλήνων της Αμπχαζίας υποστήριξαν ότι 20.000 ελληνικές κατοικίες απαλλοτριώθηκαν το 1949 και παραχωρήθηκαν στους εποίκους, τους οποίους εγκατέστησε η τοπική κυβέρνηση στις ελληνικές περιοχές.

  Οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης αποκάλεσαν “γενοκτονία και εθνοκτονία μαζί…” τις διώξεις, οι οποίες άλλαξαν ριζικά την δημογραφική κατάσταση στις παραθαλάσσιες περιοχές του Κουμπάν, της ανατολικής Κριμαίας, του Δονμπάς και άλλων περιοχών όπου παραδοσιακά κατοικούσαν οι Έλληνες. Έτσι οι Έλληνες, που κάποτε ήταν ένα σημαντικός πληθυσμός στα μέρη αυτά από πληθυσμιακή άποψη, κατέληξαν να είναι μια μικρή μειοψηφία.

Επιμύθιον

Έναν από τους καλύτερους ορισμούς του σταλινισμού έδωσε ο Γκι Ντεμπόρ στην Κοινωνία του Θεάματος:

«Ο σταλινισμός υπήρξε η βασιλεία του τρόμου ακόμα και μέσα στην ίδια τη γραφειοκρατική τάξη… Η ψευδής συνείδηση συντηρεί την απόλυτη εξουσία της μόνο διαμέσου του απόλυτου τρόμου, όπου κάθε αληθινό κίνητρο τείνει να εξαφανιστεί. Τα μέλη της γραφειοκρατικής τάξης στην εξουσία δεν έχουν δικαίωμα κυριότητας πάνω στην κοινωνία, παρά μόνο συλλογικά σαν συμμέτοχοι σ’ ένα θεμελιώδες ψέμα: πρέπει να υποδύονται τον ρόλο του προλεταριάτου που διευθύνει μια σοσιαλιστική κοινωνία, πρέπει να είναι οι ηθοποιοί που παραμένουν πιστοί στο κείμενο της ιδεολογικής απάτης…»

χάρτης ποντιακής Εξόδου

Τα κείμενά μου για τις σταλινικές διώξεις μπορείτε να τα δείτε παρακάτω: 

Οι σταλινικές διώξεις

ΣΤΑΛΙΝ Vs ΚΚΕ

-Για τις σταλινικές διώξεις… και μια Μαρτυρία

Ο σκληρός Δεκέμβρης του ’37

76 χρόνια πριν: Η «Ελληνική Επιχείρηση» του Στάλιν

The Persecution of Pontic Greeks in the Soviet Union

30 Ιουλίου 1936: αρχίζουν οι Δίκες της Μόσχας

Οι Έλληνες της ν. Ουκρανίας και της Κριμαίας: Οι σταλινικές διώξεις

-Εκτοπίσεις από Καύκασο και Κριμαία

Και πάλι για το σταλινισμό, τις διώξεις και την Αριστερά

Ο κυρ-Παντελής, ο σταλινισμός και μια (ανεπίκαιρη) συζήτηση

«Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι (A’ μέρος)

«Σταλινολόγοι» και σταλινολάγνοι (Β’μέρος)

Για τις απρέπειες του ΚΚΕ, δείτε:

Το ΚΚΕ, το πολιτικό σύστημα και η παράξενη ανοχή του σταλινισμού

Τι συμβαίνει με το ΚΚΕ;

22-12-2013-krasnodar

2 comments so far

  1. Robert Conquest: Revealing the horror of Stalin
    6 August 2015

    Video The lost streets of Chicago
    What’s the evidence for the gluten-free lifestyle?
    Nine down-to-earth discoveries I made at Vogue magazine
    China uses crowdfunding for Great Wall
    The historian Robert Conquest, who has died at the age of 98, is credited by many as the first to reveal the extent of the horror of Joseph Stalin’s regime. His books had a powerful effect on communists in the West, writes Stephen Evans.
    If you were brought up in a communist home, Robert Conquest’s books really were a revelation.
    In my case, two of my grandparents were members of the Party (as it was invariably called without ever needing to say which party). My father’s father joined not that long after 1917’s October Revolution in Russia and stayed faithful (it’s the right word) through the invasions of Hungary and Czechoslovakia, unshaken by every revelation and counter-revolution.
    At my grandfather’s dinner table in Bedlinog, south Wales, debate was intense but futile. It was like arguing with the most devout of religious believers. Whatever came down as the line in Soviet Weekly or the Morning Star stood as gospel.

    Edgar Evans, pictured in 1975, holding a number of issues of the Morning Star newspaper
    He had the collected works of Stalin on his shelf (not obviously worn with reading). When my grandmother opined at the dinner table that there must be at least some crime in the Soviet Union, her husband told her to «stop her bloody lies».
    My father remembered the relief he felt as a young boy in the mining village when Hitler turned on Stalin in 1941 and invaded the land of his former partner-in-crime. Before that, the family had feared internment. But now the Red Army suddenly became allies of Britain and communists became the most vociferous supporters of the cause. According to his son, my grandfather, a communist councillor, received extra petrol rations to tour the Valleys drumming up support for the war effort.
    This religious atmosphere continued, and it was not un-typical during the Cold War. Any doubt cast on the achievements of the Soviet Union was simply dismissed as «Cold War propaganda». When a notable dissident was imprisoned in a mental hospital, the view was that he must be mad if he doubted the merits of Soviet socialism.
    So for those of us who did have doubts, Robert Conquest’s The Great Terror: Stalin’s Purge of the Thirties was an extraordinary work.
    It was a book which changed minds and dispelled doubt (mine included) when it was published in 1968, the year of the Soviet invasion of Czechoslovakia in response to the liberalisation of the Prague Spring.
    It laid out facts without adornment so they could speak for themselves, spelling out in clear language the detail of the purges and the executions. Fellow travellers of the Soviet Union sneered – and perhaps still sneer – but they couldn’t find factual errors because Conquest’s research was so meticulous.

    Born Iosif (Joseph) Vissarionovich Dzhugashvili he adopted the name Stalin which meant «man of steel»
    He studied to be a priest but left the seminary after failing to turn up to his exams
    After Lenin’s death he ruthlessly promoted himself to become dictator of the Soviet Union
    In Stalin’s Great terror around 750,000 people were summarily killed
    Stalin played a decisive role in Nazi Germany’s defeat in WW2
    Was Stalin a national hero or a cold-blooded murderer?
    When Soviet archives were finally opened up, Conquest’s descriptions remained unimpaired. There could be debate about numbers – the precise number of millions of Stalin’s victims – but not about the bulk of the facts presented.
    Even into the 1960s, it had seemed to many like there was a battle of equal ideas. But then came Robert Conquest’s descriptions of Soviet reality.
    We were told clearly how hundreds of thousands of people were shot by the Soviet secret police in a matter of months in 1937 and 1938. We learned how the purges of officers by a paranoid Stalin were so fierce that the fighting ability of the Red Army was jeopardised.
    Conquest described how on a single day, 12 December 1937, Stalin and his henchman, Molotov, personally approved death sentences on 3,167 people – and then went to the cinema.
    The detail was unanswerable.
    And then Conquest did it again, with The Harvest of Sorrow: Soviet Collectivization and the Terror-Famine about the famine in Ukraine in 1932-33, caused by a foolish and vindictive agricultural policy driven beyond destruction by Stalin.
    Conquest documented coolly what happened in individual villages. He described the cannibalism and starvation.
    In the pre-war era, the great Welsh journalist, Gareth Jones, travelled through Ukraine and saw the truth of the famine, publishing articles in 1933. But bigger voices were against him, like the New York Times Moscow correspondent, Walter Duranty, who parroted Stalin’s propaganda.

    Two boys with a cache of potatoes they have found during the famine in the Ukraine, 1934
    Duranty wrote in that august newspaper that there was no famine: «Conditions are bad, but there is no famine». And then of Stalin’s policy, he invoked the notorious phrase: «You can’t make an omelette without breaking eggs.»
    When Robert Conquest’s books came out, it became undebatable that Duranty was wrong and Jones was right.
    There was about the Cold War an element of faith – disillusioned communists talked of the god that died. But for the ultra-faithful, no doubt could dent the belief even as the evidence mounted before their own eyes.
    When Stalin was finally denounced by Nikita Khrushchev in 1956, my grandfather became ill with a nervous condition. The collected works of Stalin were moved behind the television.
    My grandfather died just as the Soviet Union collapsed. He was too confused in his old age to realise that his god had died. He never read Robert Conquest’s books – he would have seen them as the most despicable Cold War propaganda.
    It is said that the Mexican writer Octavio Paz said that Conquest’s books «closed the debate» on Stalinism. They ended the argument. That isn’t true. Nostalgia for the monster remains, perhaps even in Russia today.
    But Conquest’s books did open the eyes of those with minds to open. I know. I remember.

    http://www.bbc.com/news/magazine-33788518

  2. Ελληνες στα γκούλαγκ της Σιβηρίας

    Οι τελευταίοι επιζήσαντες από τους διωγμούς του Στάλιν φωτίζουν με τις μαρτυρίες τους την «περίοδο του μεγάλου τρόμου»

    Του Σταυρου Τζιμα

    Το ζήτημα των διωγμών και της εξόντωσης χιλιάδων Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης στα φοβερά γκούλαγκ της Σιβηρίας την εποχή του Στάλιν, φωτίζουν μαρτυρίες επιζώντων του μεγάλου –και εν πολλοίς άγνωστου, σε όλες του τις πτυχές– αυτού πογκρόμ, αφηγήσεις συγγενών ανθρώπων που πέθαναν στα κάτεργα και ιστορικών που ερευνούν την υπόθεση, στην «Κ».

    Τουλάχιστον τριάντα οχτώ χιλιάδες Σοβιετικοί πολίτες ελληνικής καταγωγής μεταφέρθηκαν στα γκούλαγκ της Σιβηρίας, απ’ όπου ελάχιστοι επέζησαν των απάνθρωπων συνθηκών καταναγκαστικής εργασίας. Συνολικά, όπως προκύπτει από τα υπάρχοντα στοιχεία, υπήρξαν τρία κύματα διωγμών των Ελλήνων της πρώην Σοβιετικής Ενωσης κατά τη σταλινική περίοδο: οι εύποροι που συνελήφθησαν, εκτοπίστηκαν ή εκτελέστηκαν το ’30 ως «Κουλάκοι», μεγαλοαγρότες δηλαδή και άρα «εχθροί του λαού», εκείνοι –μερικές δεκάδες χιλιάδες– που διώχθηκαν το 1937 στην περιβόητη «επιχείρηση 13» με την κατηγορία της υπέρ της Ελλάδος κατασκοπείας (!) και όσοι εξορίστηκαν στη διάρκεια του πολέμου αλλά και το 1949 ως «συνεργάτες των Γερμανών» και «υπονομευτές» του σοβιετικού κράτους.

    Τρία κύματα διωγμών σε 12 χρόνια

    Στα τέλη του 1937, η Σοβιετική Ενωση ζούσε την κορύφωση της «περιόδου του μεγάλου τρόμου». Οι εκκαθαρίσεις αντιπάλων του σταλινικού καθεστώτος είχαν λάβει τη μορφή επιδημίας. Η δολοφονία του Κίρωφ, την 1η Δεκεμβρίου του 1934, προσχεδιασμένη από τις μυστικές υπηρεσίες του Στάλιν όπως αποκαλύφθηκε αργότερα, ήταν το εναρκτήριο λάκτισμα για την εξόντωση των εσωκομματικών αντιπάλων του δικτάτορα, που εξελίχθηκε σε φοβερό πογκρόμ.

    Πιστοί σύντροφοι του Λένιν, ηγέτες της μπολσεβίκικης επανάστασης, όπως ο Κάμενεφ, Ζινόβιεφ, Μπουχάριν κ.ά. κατηγορήθηκαν για τη δολοφονία και εκτελέστηκαν, ενώ ο Τρότσκι κατέφυγε στη Νορβηγία και αργότερα δολοφονήθηκε στο Μεξικό από πράκτορα της KGB. Οι ύποπτοι για «συνωμοσία» κατά του σοβιετικού κράτους οδηγούνταν κατά χιλιάδες, έπειτα από δίκη-παρωδία, στο εκτελεστικό απόσπασμα και στα περιβόητα γκούλαγκ της Σιβηρίας τα τρένα κατέφθαναν ξεφορτώνοντας «προδότες» και «εγκληματίες».

    Επιχειρήσεις εκκκαθάρισης

    Ο Στάλιν μαζί με τους εσωκομματικούς αντιπάλους και τους αντικαθεστωτικούς αποδείχθηκε ότι είχε θέσει στο στόχαστρό του και τις μικρότερες εθνότητες που ζούσαν στην αχανή σοβιετική επικράτεια. Πίστευε, πιθανότατα, κατά τους μετέπειτα μελετητές της περιόδου εκείνης, ότι σε μια ενδεχόμενη σύγκρουση με τη Γερμανία ή τις άλλες «ιμπεριαλιστικές δυνάμεις», Πολωνοί, Κορεάτες, Ιάπωνες, Γερμανοί, Ελληνες, Φινλανδοί, Ρουμάνοι κ.ά. θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως «πέμπτη φάλαγγα» συστρατευόμενοι με τον εχθρό. Η απαλλαγή, λοιπόν, από τους δυνάμει «υπονομευτές» ήταν ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
    Οπως προκύπτει από τα σοβιετικά αρχεία που άνοιξαν μετά την πτώση του καθεστώτος, οργανώθηκαν δεκατέσσερις εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, για ισάριθμες εθνότητες, σχεδιασμένες από τον αρχηγό της NKΒD (τη μετέπειτα KGB) και στενό συνεργάτη του Στάλιν, Νικολάι Γιεζόφ. Η «ελληνική επιχείρηση εκκαθάρισης» με την υπ’ αριθμ. 50215 ντιρεκτίβα της NKBD ξεκίνησε τη νύχτα της 15ης Δεκεμβρίου του 1937 και εξελίχθηκε σε Γεωργία, Κριμαία, Σταυρούπολη και όπου αλλού ζούσαν Ελληνες από τους 300.000 που είχαν εγκατασταθεί στη ρωσική και αργότερα σοβιετική αυτοκρατορία.

    Σε στρατόπεδα εργασίας

    Οπως λέει ο κ. Ιβάν Τζούχα, ομογενής από τη Ρωσία, που επί χρόνια ερευνά την ιστορία της δίωξης των Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης, από τα στοιχεία που διαθέτει προκύπτει ότι 38.000 ελληνικής καταγωγής σοβιετικοί πολίτες εξαφανίστηκαν στη «μαύρη τρύπα» των γκούλαγκ του Στάλιν. Η ελληνική επιχείρηση ήταν η υπ’ αριθμόν 13 και το 50% των ομογενών συνελήφθησαν τις πρώτες τρεις μέρες με την κατηγορία της κατασκοπείας υπέρ της Ελλάδας! Πολλοί από τους συλληφθέντες εκτελέστηκαν αμέσως. Μόνο στην περιοχή του Ντονέτσκ, στην Κριμαία, από τις 20 Ιανουαρίου έως τις 5 Φεβρουαρίου του 1938 τουφεκίστηκαν χωρίς δίκη 3.140 Ελληνες.
    Οι άλλοι μεταφέρθηκαν σε στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, γνωστά ως γκούλαγκ της Σιβηρίας και κυρίως στην περιοχή Κολιμά, κοντά στη χερσόνησο της Καμτσάτκα, όπου κατά τη σταλινική παντοδυναμία εξορίστηκαν 2.500.000 σοβιετικοί πολίτες, από τους οποίους λίγοι επέζησαν. «Τους υποχρέωναν να εργάζονται επί 15-16 ώρες την ημέρα στα διαβόητα ορυχεία χρυσού. Ουδείς άντεξε εκεί περισσότερους από τρεις-τέσσερις μήνες. Η θερμοκρασία τον χειμώνα επέφτε στους -60 βαθμούς. Τους νεκρούς τους στοίβαζαν σαν ψόφια ζώα και όταν μαζεύονταν πολλοί τους έκαιγαν. Οσοι επέζησαν, γλίτωσαν από θαύμα», αναφέρει ο κ. Τζούχα.

    «Τον πήραν»

    Τα όργανα των μυστικών υπηρεσιών του καθεστώτος άρπαζαν μέσα στη νύχτα τους άνδρες, χωρίς να δίνουν εξηγήσεις στους ίδιους ή στους συγγενείς. Ουδείς βεβαίως τολμούσε να ρωτήσει για την τύχη των δικών του ανθρώπων, αλλά όλοι υποψιάζονταν τι τους περίμενε. Το μόνο που ψέλλιζαν αν κάποιος ρωτούσε ήταν: «τον πήραν». «Αυτό το ρήμα προκαλούσε φρίκη στην τότε Σοβιετική Ενωση, γιατί σήμαινε φοβερά πράγματα», συνεχίζει ο ομογενής ερευνητής και προσθέτει ότι μόνο μετά το 20ό συνέδριο του ΚΚΣΕ το 1956, οπότε άρχισε η αποσταλινοποίηση, άρχισαν να βγαίνουν τα όσα έγιναν εις βάρος και των Ελλήνων.

    Με το ξέσπασμα του πολέμου και την επέλαση των Γερμανών στο σοβιετικό έδαφος ακολούθησαν νέοι διωγμοί εναντίον των μικρών εθνοτήτων. Το σταλινικό καθεστώς εξόρισε το 1942 στη Σιβηρία και το Καζακστάν 6.000 Ελληνες ως ύποπτους συνεργασίας με το εχθρό και όταν εκδιώχθηκαν τα γερμανικά στρατεύματα, το 1944, άλλα 15.040 άτομα ελληνικής καταγωγής εκτοπίστηκαν στη σιβηρική στέπα με την κατηγορία της συνεργασίας με τις κατοχικές δυνάμεις. «Βεβαίως όλα αυτά ήταν χαλκευμένα, οι Ελληνες όχι μόνο δεν συνεργάστηκαν με τους Γερμανούς, αλλά υπάρχουν στοιχεία που αποδεικνύουν την παρτιζάνικη δράση τους και συμμετοχή στον Κόκκινο Στρατό», λέει ο κ. Τζούχα.

    Το 1949 σημειώθηκε το τρίτο και τελευταίο κύμα εκκαθαρίσεων Ελλήνων από τα παράλια της Αζοφικής και της Μαύρης Θάλασσας. Σε μια νύχτα «πήραν» 37.000 Ελληνες από την Κριμαία και το Βατούμι και τους εκτόπισαν στο Καζακστάν και το Ουζμπεκιστάν. «Το καθεστώς ήθελε να αδειάσει τα παράλια από τους αλλοεθνείς», εξηγεί ο κ. Τζούχα, ο οποίος ταξιδεύει ανά τη ρωσική επικράτεια, συλλέγοντας στοιχεία προκειμένου να συντάξει το «Μαρτυρολόγιο των Ελλήνων θυμάτων των σταλινικών διώξεων».

    Επτασφράγιστα αρχεία

    Δεν είναι εύκολο το έργο του καθώς τα περισσότερα αρχεία της KGB και των άλλων μυστικών υπηρεσιών παραμένουν επτασφράγιστα. Οι διωχθέντες την περίοδο του «μεγάλου τρόμου» αποκαταστάθηκαν μαζί με εκατομμύρια άλλους σοβιετικούς πολίτες που διώχθηκαν, όχι όμως και οι Ελληνες που δολοφονήθηκαν και εξορίστηκαν κατά το τρίτο κύμα των διωγμών.

    Οι προσπάθειες κάποιων παραγόντων της εκεί ελληνικής ομογένειας σκοντάφτουν στο Κρεμλίνο, που με διάφορα προσχήματα δεν ανοίγει τους φακέλους. Επί εποχής Γέλτσιν και έπειτα από παρεμβάσεις ελληνικής καταγωγής μελών της Δούμα, το ντοσιέ με τα στοιχεία για τις διώξεις των Ελλήνων έφτασε στα χέρια του παντοδύναμου τότε Ρώσου προέδρου μαζί με εκείνα των Πολωνών. Μόλις ο Γέλτσιν είδε τα έγγραφα για τους Πολωνούς, για τους οποίους δεν ήθελε ν’ ακούσει, πέταξε και τους δύο φακέλους στο καλάθι των αχρήστων, διαψεύδοντας τις προσδοκίες όσων ανέμεναν δικαίωση.

    «Κατηγόρησαν τον πατέρα μου για κατάσκοπο και τον εκτέλεσαν»

    Συνάντησα την Κλεοπάτρα Μαρουφίδου στα μέσα Ιουνίου στον Ελληνορωσικό Οίκο Υπερηλίκων, ένα γηροκομείο της Ρωσικής Εκκλησίας στην οδό Ηλεκτρουπόλεως στην Αργυρούπολη. Παρά τα ενενήντα τρία της χρόνια, τα ’χει τετρακόσια. Διαβάζει με τις ώρες, βοηθάει στην ταξινόμηση της βιβλιοθήκης του ιδρύματος, παρακολουθεί την αλληλογραφία του γηροκομείου, συζητάει επί παντός επιστητού με τις νεαρές νοσηλεύτριες. Στα ράφια του πεντακάθαρου μικρού δωματίου, πολλά βιβλία Ρώσων συγγραφέων και ποιητών –Πούσκιν, Τολστόι, Αχμάτοβα, κ.ά.–, στους τοίχους φωτογραφίες σοβιετικών ηθοποιών, του Πατριάρχη Μόσχας κ. Αλέξιου, του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και ένα πορτρέτο του ντράμερ των Μπιτλς, Ρίνγκο Στάρ!

    Η Κλεοπάτρα Μαρουφίδου ήρθε στην Ελλάδα από τη Ρωσία το 1999, κουβαλώντας, όπως λέει, χίλιους πεντακόσιους τόμους λογοτεχνικών βιβλίων και μια συναρπαστική προσωπική ιστορία: είναι από τους ελάχιστους εν ζωή Ελληνες της Σοβιετικής Ενωσης που επέζησαν της σταλινικής τρομοκρατίας. Συνελήφθη με την κατηγορία της κατασκοπείας, φυλακίστηκε, εκτοπίστηκε στις στέπες του Καζακστάν, αλλά, όπως λέει, «στάθηκα τυχερή, γιατί αν με είχαν στείλει στα γκούλαγκ, το πιο πιθανό ήταν να είχα πεθάνει όπως τόσοι άλλοι». Σε ένα από αυτά τα γκούλαγκ εκτελέστηκε ο πατέρας της ως κατάσκοπος των Ελλήνων.

    Από το Ιρκούτσκ στη Μόσχα

    Η Κλεοπάτρα Μαρουφίδου γεννήθηκε στο Ιρκούτσκ, στην ανατολική Σιβηρία, όπου στα τέλη του 19ου αιώνα είχαν συρρεύσει πολλοί Ελληνες από τη νότια Ρωσία για να εργαστούν στο υπό κατασκευήν σιδηροδρομικό δίκτυο και στην ανοικοδόμηση της περιοχής. Εκεί, στην αφιλόξενη σιβηρική γη, οι Ελληνες πρόκοψαν ως τεχνίτες, μαστόροι και μικρέμποροι και γρήγορα κατέκτησαν περίοπτη θέση στην κοινωνία, όπου μάλιστα οι τοπικές αρχές έδωσαν το όνομά τους σε κεντρικό δρόμο του Ιρκούτσκ. Οταν το 1930 ο Στάλιν ξεκίνησε τις εκκαθαρίσεις εναντίον των κουλάκων (σ.σ. μεγαλοαγροτών) η μπάλα πήρε και τους ευκατάστατους Ελληνες, που εγκατέλειψαν την ύπαιθρο και κατέφυγαν στη Μόσχα και τις άλλες μεγάλες πόλεις, μήπως χαθούν και γλιτώσουν.

    Το ίδιο έκανε και ο πατέρας της Κλεοπάτρας, ο Αδάμ, που όμως το 1935 πιάστηκε για παράνομη κατοχή συναλλάγματος και εστάλη σε στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας μερικές εκατοντάδες χιλιόμετρα βόρεια της Μόσχας. «Εγραψα στον Στάλιν για να μου επιτρέψουν να δω τον πατέρα μου ενώ πήγα και είδα τον ίδιο τον Καλίνιν (σ.σ. πρόεδρος του Ανώτατου Σοβιέτ), ο οποιος μου έδωσε άδεια. Ηταν αρχές του 1937 όταν έφτασα στο γκούλαγκ, όπου με άφησαν να μείνω κοντά στον πατέρα μου τρεις μέρες. Ο υπεύθυνος με διαβεβαίωσε πως σε λίγους μήνες θα βγει. Τον Δεκέμβριο του ίδιου χρόνου όμως, όπως έμαθα αργότερα, τρεις μέρες μετά την εφαρμογή της ντιρεκτίβας εναντίον των Ελλήνων, τον εκτέλεσαν ως κατάσκοπο των Ελλήνων».

    Δέκα μήνες στη φυλακή

    Επιστρέφοντας στο Μουρμάνσκ, στην παραθαλάσσια αυτή πόλη του παγωμένου ρωσικού βορρά, όπου εν τω μεταξύ είχε τοποθετηθεί ως λογίστρια σε ανώτερη κρατική υπηρεσία, δεν μπορούσε να φανταστεί τι την περίμενε. «Μια μέρα μετά τη ντιρεκτίβα, είχαμε εκλογές θυμάμαι, ξύπνησα νωρίς για να τακτοποιήσω στο γραφείο κάποιες εκρεμμότητες και μετά να πάω να ψηφίσω. Κάποιος χτύπησε την πόρτα του σπιτιού μου και υπέθεσα ότι με ψάχνουν από το γραφείο γιατί είχα αργήσει. Ηταν δυο άντρες της NKVD, που με συνέλαβαν και με οδήγησαν στη φυλακή. Δεν είχα ιδέα γιατί μ’ έπιασαν και πού με πήγαιναν. Με ρωτούσαν διαρκώς πού είναι το λιμάνι, αλλά εγώ δεν κυκλοφορούσα στην πόλη και δεν ήξερα. Οταν ύστερα από αφόρητες πιέσεις υπέδειξα μια κατεύθυνση, είπαν ότι αυτό είναι απόδειξη ότι είμαι κατάσκοπος.

    Με μετέφεραν στις γυναικείες φυλακές του Λένινγκραντ, όπου έμεινα δέκα μήνες χωρίς δίκη, γιατί είχε χαθεί στη διαδρομή ο φάκελός μου. Στο διάστημα αυτό απομακρύνθηκε ο τότε επικεφαλής των μυστικών υπηρεσιών Εζόφ και ανέλαβε ο Μπέρια, ο οποίος για να δείξει ότι ο προκάτοχός του δεν έκανε καλά τη δουλειά του απελευθέρωσε χιλιάδες κρατούμενους, μεταξύ των οποίων και εμένα.»

    Εξορία στο Καζακστάν

    «Ενα χρόνο μετά με συνέλαβαν και πάλι. Με δίκασαν για κατασκοπεία και με εξόρισαν στο Καζακστάν. Η ποινή ήταν τρία χρόνια, αλλά μεσολάβησε ο πόλεμος και έμεινα συνολικά πέντε χρόνια εκεί».

    Μετά τον πόλεμο η Κλεοπάτρα Μουφίδου ενεργοποίησε, όπως λέει, «κάποιες παλιές και υψηλές γνωριμίες» και επέστρεψε στη δουλειά της, αυτή τη φορά ως υπάλληλος του υπουργείου που παρακολουθούσε τα δημόσια έργα στην Τασκένδη του Ουζμπεκιστάν. Ουδέποτε έγινε μέλος του κόμματος, μολονότι πιέστηκε να ενταχθεί στο ΚΚΣΕ. Για την ίδια, όπως και για τη μεγάλη πλειονότητα των πολιτών της τότε Σοβιετικής Ενωσης, πάντως, ο Στάλιν ήταν ο μόνος αθώος για τις διώξεις και θανατώσεις εκατομυρίων αντιφρονούντων ή κατασκευασμένων «εχθρών του λαού». «Αυτά τα πράγματα συζητούνταν στον κόσμο και όλοι έλεγαν πως είναι ένα λάθος που θα διορθωθεί. Ο κόσμος αγαπούσε τον Στάλιν, πιστεύαμε ότι δεν ήξερε πως γίνονταν τέτοια πράγματα. Ημασταν πεπεισμένοι ότι τα έκαναν οι κάτω από αυτόν, αλλά εν αγνοία του».

    Ακόμα και τώρα, πάντως, η υπέργηρη Κλεοπάτρα υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι ζούσαν τότε καλύτερα στη Ρωσία απ’ ό,τι σήμερα. «Οι άνθρωποι είχαν δουλειές. Σήμερα αναγκάζονται να φύγουν στο εξωτερικό, χωρίζουν οικογένειες, ξετυλίγονται δράματα», λέει.

    «Ο θείον ο Δημητρόν απέθανεν…»

    Η Βάλια Μουρατίδου ήταν 15 χρονών όταν η αστυνομία συνέλαβε τον πατέρα της, Δημήτρη –έναν σχετικά εύπορο Ελληνα, σιδηρουργό στο επάγγελμα–, στο Βατούμι.

    «Ηταν Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου του 1937, και το πρωί κατεβήκαμε από το χωριό με τον πατέρα μου στο Βατούμι, αυτός για να πάει στη δουλειά του και εγώ στο σχολείο. Δύο ώρες μετά ήρθε ένας θείος μου και μου είπε ότι τον “πήραν” από το σιδηρουργείο. Από εκείνη την ώρα άρχισε ο γολγοθάς μας», λέει σήμερα η 84χρονη κ. Μουρατίδου, που ζει στη Θεσσαλονίκη και έχει συγγράψει βιβλίο για την περιπέτεια των Ελλήνων της Σοβιετικής Ενωσης υπό τον τίτλο «Εκατό χρόνια Οδύσσεια». «Τον κράτησαν ένα χρόνο στις φυλακές στο Βατούμι με άλλους Ελληνες. Ολοι τους πιάστηκαν με την ψεύτικη κατηγορία της υπονόμευσης του κράτους και της κατασκοπείας. Οι συνθήκες ήταν απάνθρωπες στη φυλακή, τα βασανιστήρια καθημερινό φαινόμενο. Πολλοί δεν άντεξαν και υπέγραψαν ότι αποδέχονται τις κατηγορίες και τους έστειλαν στα στρατόπεδα εργασίας. Ο πατέρας μου δεν υπέγραψε, αλλα στο τέλος τον εκτόπισαν και αυτόν. Τον είδα τελευταία φορά όταν τους φόρτωσαν στην Τιφλίδα στο τρένο για τη Σιβηρία. Εκτοτε δεν είχαμε νέα του. Λόγω των συνθηκών, αναγκαστήκαμε να φύγουμε στην Ελλάδα και αρχές του 1947 ένας εξάδελφος μας έγραψε ότι έμαθε από κάποιον που επέζησε πως “ο θείον ο Δημητρόν απέθανεν από αιμορραγίαν εντέρου”».

    Το στίγμα της προδοσίας

    Η κ. Παρθένα Αποστολιάδη από το χωριό Βιτέζοβο του Κρασνοντάρ, που ζει σήμερα στη Θεσσαλονίκη, δεν γνώρισε τον πατέρα της, αφού εστάλη στις αρχές του 1938 εξορία στη Σιβηρία, όταν η ίδια ήταν ενός μηνός. Θυμάται ωστόσο τον στιγματισμό που υπέστη η οικογένειά της, αφού ο πατέρας της είχε χαρακτηριστεί προδότης. «Από μικρό παιδάκι άρχισα να ψάχνω τον τάφο του για να αποθέσω λίγα λουλούδια, αλλά κανείς από τους εκπροσώπους των αρχών δεν μου έλεγε. Μόλις το 1956 έμαθα ότι είχε πεθάνει στη Σιβηρία, χωρίς να μου δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες».

    http://pisostapalia.blogspot.gr/2013/10/38000.html


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: