Έλληνες και Οκτωβριανή Επανάσταση

MS18 cover front lowH επέτειος της Οκτωβριανής Επανάστασης των μπολσεβίκων (1917) φέρνει πάντα στο νου το μεγαλύτερο κοινωνικό και πολιτικό πείραμα του 20ου αιώνα.

Η αποτίμηση αλλά και η καλή γνώση των διαφόρων πλευρών του πειράματος αυτού -δύο δεκαετίες μετά  το τέλος του- αποτελεί μια διαρκή πρόκληση προς τους ιστορικούς.

Έτσι, έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον το τεύχος του περιοδικού «Μαρξιστική Σκέψη», που κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες. Το αφιέρωμα (366 σελίδες) χωρίζεται σε δύο μέρη.

Το Α’ Μέρος (9-198 σελ.) περιλαμβάνει μαρτυρίες και πηγές. Δημοσιεύονται πολύ ενδιαφέροντα κείμενα των πρωταγωνιστών εκείνης της πρώτης περιόδου, όπως των Ρίκοφ, Γιόφε, Κάραχαν, Ρακόβσκι, Πρεομπραζένσκι, Λουνατσάρσκι, Κρούπσακαγια, Μπουχάριν, Τρότσκι κ.ά. Καθώς επίσης και ξεχωριστών λογοτεχνών και επιστημόνων, όπως του Βίκτορ Σερζ και Αλμπερτ Αϊνσταιν.

Το Β’ Μέρος  (199-351 σελ.) περιλαμβάνει αναλύσεις. Σ’ αυτή την ενότητα   συμμετέχω και εγώ με το άρθρο «Οι Έλληνες της Ρωσίας και του Πόντου στην Οκτωβριανή Επανάσταση«. Υπάρχουν επίσης κείμενα των Μαστρογιαννόπουλου, Μπελαντή, Καλτσώνη, Χρύση….

Το τεύχος αυτό θα παρουσιαστεί την Τετάρτη σε εκδήλωση-συζήτηση με θέμα:

«Οκτώβρης 1917: οι επαναστατικοί μετασχηματισμοί στη διαδικασία συγκρότησης του πρώτου εργατικού κράτους»

Η εκδήλωση θα γίνει την Τετάρτη 18 Νοέμβρη 2015 στις 6.30 στα γραφεία της εφημερίδας «Εποχή»
Βλαχάβα 11, Αθήνα

Ομιλητές της εκδήλωσης :
Αντώνης Νταβανέλος, Γιάννης Τόλιος, Κώστας Σκορδούλης,
Βλάσης Αγτζίδης, Γιάννα Κατσιαμπούρα
Συντονιστής – εισαγωγική παρουσίαση: Τάκης Μαστρογιαννόπουλος

Θα επακολουθήσει συζήτηση.

MarxistikiSkepsi18_PROSKLISI

Δείτε ένα παλιότερο αφιέρωμα στην «Κ.Ε.«:

«Όταν οι Έλληνες κομμουνιστές πήραν την εξουσία«

Advertisements

15 Σχόλια

  1. ΤΟ ΕΘΝΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΗΜΕΡΑ

    Posted on Μαρτίου 1, 1992

    του Αλέξανδρου Καπακτσή
    εφημερίδα ΠΡΙΝ, 1/3/1992

    Σε μια εποχή που τον απλό παρατηρητή έχουν ζαλίσει οι διεθνείς εξελίξεις και οι ε­πιπτώσεις τους στο εργατικό και επανα­στατικό κίνημα, ένα από τα στοιχεία τους τις χρωματίζει έντονα: Το εθνικό ζήτημα. Βάζει τη σφραγίδα του, τις επιταχύνει, ανα­τρέπει πολλές φορές τις προβλέψεις, εσωτερικοποιείται στην «εθνική» και διεθνή ταξική πάλη, επηρεάζει την οικονομική ζωή σε εθνική, διεθνική και παγκόσμια κλί­μακα.

    Γίνεται δημιουργός στροφής της πο­λιτικής ζωής, της στάσης των πολιτικών δυνάμεων, «ρευστοποιεί» συμμαχίες πα­λιές και τείνει να δημιουργήσει άλλες. Τρό­μο που συνταράσσει κοινωνικές τάξεις και κινήματα. Και ενώ οι «μεγάλοι» της εποχής μετά την πρώτη αναμπουμπούλα και ξάφ­νιασμα φαίνονται να βρίσκονται στο στοι­χείο τους, να ξαναβρίσκουν τον παλιό καλό εαυτό τους, να κολυμπούν σαν ψάρια μέσα στο νερό, το επαναστατικό κίνημα σήμερα, νικημένο κατάλοιπο μιας άλλης εποχής, παραζαλισμένο ψάχνει κάπου να πιαστεί παρασυρμένο από τη δίνη των γεγονότων. Χωρίς πολιτική-γραμμή στρατηγικής και ταχτικής παρέμβασης στις εξελίξεις, αδυ­νατεί να αντλήσει δυνάμεις μέσα από τη ρευστότητα της εποχής, να εξασφαλίσει τα πρώτα σκιρτήματα ανάκαμψης. Η συνι­στώσα επαναστατική πάλη των λαών δεν υπάρχει ούτε στα σχέδια επί χάρτου; Πολύ περισσότερο να καθορίσει τα γεγονότα. Ό­σο δεν θα λύνεται αυτό το ζήτημα, οι συνέ­πειες της στρατηγικής ήττας θα γίνονται πιο μακρόχρονες. Πιότεροι ποταμοί αίμα­τος, δακρύων και πόνου θα καταγράψουν οι λαοί στην πρώτη σελίδα της ανθρώπινης ιστορίας. Είναι ανάγκη να προχωρήσει η προσπάθεια ανίχνευσης, θεμελίωσης και κατοχύρωσης του επιστημονικού κεκτημέ­νου για το εθνικό ζήτημα και η σύνδεση του με την επαναστατική πάλη σήμερα. Για τη μετατροπή του σε πολιτική γραμμή καθη­μερινής παρέμβασης και μάχης. Σ’ αυτή τη προσπάθεια εντάσσονται και οι παρακά­τω σκέψεις, επισημάνσεις και προτάσεις. Και ταυτόχρονα να ξανακοιταχτεί η θεωρία του Λένιν για το εθνικό ζήτημα μέσα από τις εξελίξεις και τη ροή των γεγονότων.

    Ι. Η ιστορική εξέταση του εθνικού ζητήματος

    Η ανάπτυξη του καπιταλισμού συνδέθη­κε με μια έκρηξη στην ανάπτυξη των παρα­γωγικών δυνάμεων και της εμπορευματι­κής παραγωγής, έκρηξη η οποία συμπαρέ­συρε οικονομικούς, πολιτικούς, θρησκευτι­κούς και πολιτικούς φραγμούς που υπήρ­χαν για τη δημιουργία μεγάλων αγορών, αναγκαίων για την παραπέρα ανάπτυξη τους. Η υπό διαμόρφωση νέα κυρίαρχη τά­ξη, η αστική τάξη, ηγείται της προσπά­θειας. Αντιλαμβανόμενη ότι η ενιαία γλώσ­σα αποτελεί έναν από τους σπουδαιότερους όρους για την πλήρη νίκη της εμπορευματι­κής παραγωγής-ανάλογης της ανάπτυξης του καπιταλισμού – ηγούνται των εθνικών κινημάτων που στόχο έχουν την συνένωση στη βάση εθνικών κρατών όλων των αν­θρώπων που μιλούν την ίδια γλώσσα. Είναι η περίοδος της νίκης του καπιταλισμού πά­νω στη φεουδαρχία. Οι επαναστάσεις, οι πολεμικές συγκρούσεις και οι μεγάλοι συμ­βιβασμοί είναι πλέον στο προσκήνιο. Η διαμόρφωση των νέων εθνικών κρατών δεν γίνεται «καθαρά» μέσα σε συνθήκες εργα­στηρίου. Το εθνικό ζήτημα δεν λύνεται μια για πάντα. Οι λύσεις που δίνονται κρύβουν αντιφάσεις και ανισορροπίες. Όμως το α­ποτέλεσμα είναι καθοριστικό. Τα μεγάλα εθνικά κράτη είναι γεγονός. Και στις παρυ­φές τους, τα μικρά, γεννημένα άλλα από τις δίνες των συγκρούσεων ή των ιστορικών ευκαιριών που πρόσφερε η εποχή στην εθνι­κή αστική τάξη μικρών λαών.

    Ο αναπτυσσόμενος καπιταλισμός όμως σύντομα δεν βολεύεται μέσα στα εθνικά σύνορα. Επιταχύνει τη ανάπτυξη των δεσμών και των σχέσεων ανάμεσα στα έθνη, σπάει ολοένα και περισσότερο τους νέους φραγ­μούς που σε μια προηγούμενη πορεία του δημιούργησε.

    Η διεθνοποίηση του κεφαλαίου, της οι­κονομικής ζωής, της πολιτικής και της επι­στήμης, είναι το νέο χαρακτηριστικό του.

    Η εμφάνιση των μονοπωλίων κάνει ασφυ­κτικά τα εθνικά πλαίσια, Η πλήρης κατά­κτηση της εσωτερικής αγοράς γίνεται το ε­φαλτήριο για την έξοδο στην παγκόσμια α­γορά. Οι ανάγκες αξιοποίησης τους για την περαιτέρω ανάπτυξη και επέκταση τους, κάνουν επιτακτική την κατάκτηση νέων ε­δαφών και στη συνέχεια «σφαιρών επιρ­ροής» για την επένδυση κεφαλαίων, τη προμήθεια πρώτων υλών, διάθεση των προϊόντων. Ο διεθνισμός του κεφαλαίου διεθνοποιεί τις συμμαχίες και τις συγκρού­σεις του, διεθνοποιεί ταυτόχρονα και την ταξική πάλη με τον αντίποδα του.

    Το μοίρασμα του κόσμου γίνεται και ξα­ναγίνεται το περιεχόμενο της σύγχρονης οι­κονομικής πάλης ανάμεσα στις διάφορες μερίδες του διεθνοποιημένου κεφαλαίου. Η μορφή αυτής της πάλης μπορεί να αλλάζει διαρκώς, και αλλάζει, χωρίς όμως να αλ­λοιώνει αυτό το περιεχόμενο. Κορυφαίες στιγμές σ’ αυτό το προτσές οι δυο παγκό­σμιοι πόλεμοι.

    Η νέα αυτή τάση του αναπτυσσόμενου καπιταλισμού στο ιμπεριαλιστικό του στά­διο έσπασε τα «φυσικά» σύνορα που δια­μορφώθηκαν από τη γλώσσα και τις συ­μπάθειες του πληθυσμού σε μεγάλα και βιώσιμα έθνη (που στην πορεία της ιστορι­κής εξέλιξης συμπεριέλαβαν και μια σειρά μικρά και μη βιώσιμα). Διαμορφώνει σύνο­ρα μέσα από προσαρτήσεις, όχι με δημο­κρατικό τρόπο, ξαναγεννά το εθνικό ζήτη­μα με νέο τρόπο, μέσα σε νέες συνθήκες.

    Η τομή της Οκτωβριανής Επανάστασης

    Τομή στην εξέλιξη, έκφραση της δυνα­τότητας για μια νέα πορεία αποτελεί η Ο­κτωβριανή Επανάσταση, Σε μια πολυεθνι­κή δεσποτική αυτοκρατορία με έντονη ε­θνική καταπίεση από τους μεγαλορώσους σοβινιστές τσιφλικάδες και αστούς η επα­ναστατημένη εργατική τάξη για πρώτη φο­ρά στην ιστορία καλείται να εφαρμόσει μια άλλη πολιτική στο εθνικό ζήτημα.

    Κυριαρχεί η αντίληψη του Λένιν «Για να παραμεριστεί η εθνική καταπίεση, είναι α­παραίτητο να υπάρχει το θεμέλιο – η σοσια­λιστική παραγωγή. Πάνω όμως σ’ αυτό το θεμέλιο είναι απαραίτητο να υπάρχει επί­σης μια δημοκρατική οργάνωση του κρά­τους, ένας δημοκρατικός στρατός κτλ. Μετασχηματίζοντας τον καπιταλισμό σε σοσιαλισμό το προλεταριάτο δημιουργεί τη δυνατότητα να εξαλειφθεί πέρα για πέρα η εθνική καταπίεση· η δυνατότητα αυτή θα μετατραπεί σε πραγματικότητα «μόνο» — «μόνο!» όταν θα εφαρμοστεί στο ακέ­ραιο η δημοκρατία σ’ όλους τους τομείς, ί­σαμε τον καθορισμό των συνόρων του κρά­τους σύμφωνα με τις «συμπάθειες» του πληθυσμού, ίσαμε την πλέρια ελευθερία του αποχωρισμού. Πάνω σ’ αυτή τη βάση θα πραγματοποιηθεί με τη σειρά της στην πρά­ξη η απόλυτη εξάλειψη και των παραμικρότερων εθνικών προστριβών και της ελάχι­στης εθνικής δυσπιστίας, θα δημιουργηθεί μια γρήγορη προσέγγιση και συγχώνευση των εθνών, που θα ολοκληρωθεί με την α­πονέκρωση του κράτους».

    Μ’ αυτή την αντίληψη η επαναστατημέ­νη εργατική τάξη προχώρησε σε μια κο­σμογονία θεωρητικών και πρακτικών λύσε­ων στο εθνικό ζήτημα. Δεκάδες εκατομμύ­ρια άνθρωποι ένιωσαν τις ευεργετικές συνέ­πειες στην καθημερινή τους ζωή. Το κυριό­τερο όμως έχουμε μια ανάπτυξη της εθνικής συνείδησης τους μέσα από τη διε­θνοποίηση τους. Μέσα από τη διεθνική προσπάθεια οικοδόμησης της πρώτης σο­σιαλιστικής κοινωνίας αναδείχθηκαν τα λαϊκά στοιχεία του κάθε έθνους, πλούτισαν την εργατική ιδεολογία, συνείδηση και πο­λιτισμό. Ταυτόχρονα έσπασαν δεσμά και προκαταλήψεις μισού αιώνα.

    Μια τέτοια προσπάθεια λύσης (με τα λά­θη και τις αντιφάσεις της) του εθνικού ζητήματος τροφοδότησε την αντιαποικιακή και αντιιμπεριαλιστική πάλη των λαών, ήταν έ­νας από τους δυο βασικότερους παράγο­ντες μεταβολής του παγκοσμίου χάρτη τις δεκαετίες που ακολούθησαν.

    Ήταν φυσικό όμως η εξέλιξη αυτή του εθνικού ζητήματος να ακολουθήσει την πο­ρεία της υλοποίησης του καθήκοντος θεμε­λίωσης της σοσιαλιστικής παραγωγής και της σοσιαλιστικής κοινωνίας.

    Όταν από μια περίοδο και μετά άρχισε (για λόγους που δε θα εξετάσουμε εδώ) η α­πονέκρωση της εργατικής δημοκρατίας και η διαμόρφωση καταπιεστικής εκμεταλ­λευτικής τάξης, έμειναν μόνο τα τυπικά χαρακτηριστικά και η συνθηματολογία της προηγούμενης αντίληψης ενώ στην πράξη η καταπίεση-εκμετάλλευση έπαιρναν ολοέ­να και περισσότερο και εθνικά χαρακτηρι­στικά.

    Προσωπική μας γνώμη είναι ότι η σο­σιαλιστική Οκτωβριανή Επανάσταση άφη­σε μια τεράστια παρακαταθήκη θεωρητι­κών αλλά και, το κυριότερο, πρακτικών ε­μπειριών μιας άλλης αντίληψης για το εθνι­κό ζήτημα και στους λαούς που τις βίωσαν, αλλά και σ’ όλη την ανθρωπότητα.

    Παρακαταθήκη, η οποία φρενάρει ακό­μη και σήμερα ως ένα βαθμό τις εθνικιστι­κές συγκρούσεις που αναβίωσαν σαν απο­τέλεσμα της παλινόρθωσης του καπιταλι­σμού στην πρώην ΕΣΣΔ και στη σφαίρα ε­πιρροής της, όπως διαμορφώθηκε τα «ύ­στερα μετεπαναστατικά χρόνια». Βασικές πλευρές της εξέλιξης αυτής χαρακτηρίζουν και τη γειτονική μας Γιουγκοσλαβία.

    Θα πρέπει να τονίσουμε ακόμη ότι στην περίοδο του ιμπεριαλισμού κάθε λαϊκή επα­νάσταση και ανατροπή, τροφοδότησε με σωστές λύσεις το σπάσιμο των εθνικών α­ντιπαραθέσεων και της αδελφικής συγχώνευσης των εθνών. Κάθε μεγαλειώδης από κοινού πάλη των εθνών άφησε τα ίχνη της στην εθνική και διεθνική συνείδηση των λα­ών, ήταν ένα μεγάλο βήμα προς τα μπρος. Η ανατροπή των κατακτήσεων τους είναι α­ντίστοιχο πισωγύρισμα.

    II. το εθνικό ζήτημα σήμερα

    Η εθνική καταπίεση και οι εθνικιστικές συγκρούσεις σήμερα δεν είναι αποτέλεσμα αξεπέραστων «αντιπαθειών» μεταξύ των ε­θνών. Έχουν τις αιτίες τους. Στοιχεία των ο­ποίων προαναφέραμε, θα μπορούσαμε να τις κατανείμουμε στις παρακάτω κατηγορίες.

    1. Η ανισότιμη οικονομική και πολιτική ανάπτυξη οδηγεί νομοτελειακά στη συνεχή κατανομή και ανακατανομή συνεχώς των σφαιρών επιρροής των ιμπεριαλιστικών δυ­νάμεων. Χωρίς την παράμετρο ΕΣΣΔ «κα­θαρά» πλέον αναπτύσσονται οι ενδοϊμπεριαλιστικές αντιθέσεις.
    Η εθνική καταπίεση σαν πηγή εκμετάλ­λευσης, η εκμετάλλευση καταπιεσμένων ε­θνικών αισθημάτων ή αντιδραστικών εθνι­κιστικών επιδιώξεων αποτελούν σήμερα τις κύριες συνισταμένες της ενδοϊμπεριαλιστικής πάλης για τη διεύρυνση των σφαι­ρών επιρροής, όρου απαραίτητου για τη διατήρηση ή ενίσχυση της θέσης κάθε ιμπε­ριαλιστικής δύναμης.

    Η «νέα τάξη» του Μπους δεν είναι άλλη από την πολιτική του αμερικάνικου ιμπεριαλι­σμού που επιδιώκει να μεταφράσει την πολιτι­κή και στρατιωτική ισχύ του σε οικονομική, εκμεταλλευόμενη τον πόλεμο του κόλπου και την κατάρρευση των καθεστώτων στην Αν. Ευρώπη. Προσπάθεια που σκοντάφτει στις διεκδικήσεις «ανάλογα με το κεφάλαιο» των άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων με πρώτη στη γραμμή τη Γερμανία του 4ου Ράιχ.

    2. Η παλινόρθωση του καπιταλισμού στην ΕΣΣΔ (αλλά ως ένα βαθμό και στις άλλες χώρες) απαιτεί κολοσσιαία κεφά­λαια. Αυτά δεν υπάρχουν στα χέρια της προηγούμενης κυρίαρχης τάξης. Ο δρόμος που άνοιξε έχει δυο κύριες κατευθύνσεις που αλληλοσυμπληρώνονται ή ακόμα και συγχωνεύονται. Η πρώτη είναι ο όρος της πολιτικής υποταγής σε κάποια ιμπεριαλι­στική δύναμη και η δεύτερη «το κομμάτιασμα της αγοράς» σε τμήματα δυνάμενα να πωληθούν ή εξαγορασθούν ή κυριαρχηθούν σύμφωνα με τις δυνατότητες του κεφαλαί­ου, ξένου αλλά και ντόπιου. Φυσικά, μέσα σε μια τέτοια πορεία συγχωνεύονται εθνι­κές αντιθέσεις ή εθνικές επιδιώξεις που ά­φησε πίσω της η ιστορική εξέλιξη του πρώ­του σοσιαλιστικού πειράματος.
    Έτσι μόνο εξηγείται ο «παραλογισμός», στην εποχή των ιμπεριαλιστικών ολοκληρώ­σεων (αναγκαίας στρατηγικής κατεύθυνσης του ιμπεριαλιστικού κεφαλαίου) να σπάει και να κομματιάζεται μια από τις πιο παλιές « ενιαίες εσωτερικές αγορές» του κόσμου.

    Αυτές είναι οι δυο κύριες αιτίες αναζω­πύρωσης του εθνικού ζητήματος. Φυσικά δεν εκδηλώνονται καθαρά. Πολλές φορές αυτό γίνεται μέσω «στενών» συγγενών, (βλ. Τουρκία, Ελλάδα). Ακόμη και μέσω ίδιων επιδιώξεων. Στην αναμπουμπούλα δεν χαί­ρεται μόνο ο λύκος αλλά και τα λυκόπουλα. Υπάρχουν φυσικά και παρενέργειες. Και μέσα στην καρδιά ιμπεριαλιστικών χω­ρών και άλλων καπιταλιστικών κρατών α­ναζωπυρώνονται εθνικές συγκρούσεις, κα­τάλοιπα περασμένων εποχών αλλά και πραγματικών αντιθέσεων. Η ενδοϊμπεριαλιστική διαπάλη για το μοίρασμα του κό­σμου και «των εθνικών εισοδημάτων» «με βάση το κεφάλαιο» θα ξαναδιαμορφώσει το χάρτη του κόσμου όχι μόνο στην περιο­χή των χωρών που πρωτοπαρουσιάσθηκαν στο προσκήνιο, αλλά και σ’ αυτές που ήδη ξέρουμε και θεωρούμε σταθερούς κρατι­κούς σχηματισμούς.

    ΙΙΙ. Θέσεις αρχών

    Το εθνικό ζήτημα θα απασχολεί την αν­θρωπότητα σ’ όλη τη διάρκεια της σύγχρονης προϊστορίας της. Στις συνθήκες του ιμπε­ριαλισμού δυο αντίστροφες τάσεις θα βρίσκο­νται σε μια διαρκή ανισορροπία μεταξύ τους. Η σύγχρονη μεγάλη παραγωγή απαιτεί μεγάλα ενιαία κράτη και αγορές που σπάνε τα εθνικά σύνορα. Η επιστημονική συνερ­γασία, η δουλειά πλάι πλάι, η διεθνοποίηση σ’ όλα τα επίπεδα θα γίνονται το μεγαλύτε­ρο χωνευτήρι των εθνών. Ταυτόχρονα η λυσσαλέα πάλη για μεγαλύτερη εκμετάλλευση και διεύρυνση του «ζωτικού χώρου» των υπερεθνικών μονοπωλίων θα ‘χει ανάγκη σαν ζωτικά όργανα της την εθνική καταπίεση, τις προσαρτήσεις με τη βία, τον εξαναγκασμό, τη διαφθορά ή την εξαγορά εδαφών και ε­θνών για τη διεύρυνση της ζώνης επιρροής. Το εθνικό πρόβλημα θα «λύνεται» και θα «ξαναλύνεται» όσο θα χρησιμοποιείται στον ενδοϊμπεριαλιστικό πόλεμο για το μοίρασμα και ξαναμοίρασμα του κόσμου.

    Οριστική λύση δεν μπορεί να υπάρξει άλ­λη από την σε πλανητικό επίπεδο επικρά­τηση του σοσιαλισμού και μάλιστα στη κομμουνιστική προοπτική του. Οποιαδή­ποτε άλλη τοποθέτηση — σε μια εποχή που κυριαρχούν τεράστια οικονομικά συμφέρο­ντα — είναι ευχολόγια μικροαστού που με την αγιαστούρα του παπά ξορκίζει τις αντι­θέσεις της σύγχρονης κοινωνίας.
    Όσο η πάλη για εθνική απελευθέρωση δεν θα συνδέεται με το κοινωνικό ζητούμε­νο της ανατροπής της εξουσίας της αστι­κής τάξης δεν θα έχει πιθανότητες επιτυ­χίας ή θα επιτυγχάνει περιορισμένους στό­χους που στη καλύτερη περίπτωση θα αλ­λάξει την εθνική προέλευση του ταξικού ζυ­γού των εργαζομένων μαζών.
    Ακόμη θα είναι μόνιμη η ύπαρξη αντι­δραστικών εθνικών κινημάτων με τη συνει­δητή προσπάθεια (πλειοψηφική) για την πο­σοστιαία συμμετοχή στα κέρδη της ιμπε­ριαλιστικής δύναμης που θα τα στηρίζει. Δείκτης για την προοδευτικότητα ή αντιδραστικότητα κάθε εθνικού κινήματος εί­ναι η σύνδεση του με το αιτούμενο της κοι­νωνικής ανατροπής του δοσμένου πολιτικοοικονοαικοκρατικού σχηματισμού.
    Η αντιπαράθεση με την ιμπεριαλιστική τάξη πραγμάτων

    Στην περίοδο του ιμπεριαλισμού, περίο­δο πλήρους κυριαρχίας των πολυεθνικών, δεν υπάρχει η δυνατότητα ελεύθερης δημο­κρατικής ισότιμης ενοποίησης εθνών σε ε­νιαίους κρατικούς σχηματισμούς με «ίσους όρους» για τους λαούς. Με βάση τα παρα­πάνω δεδομένα η συνειδητή εργατική τάξη στο δημοκρατικό πρόγραμμα της επανα­στατικής της πάλης πρέπει να βάλει τους παρακάτω στόχους-θέσεις αρχών για το ε­θνικό ζήτημα:
    Στις ιμπεριαλιστικές χώρες: Ενάντια στις προσαρτήσεις, την εθνική καταπίεση και εκμετάλλευση με όποια μορφή κι αν γί­νεται (στρατιωτική, πολιτική, οικονομι­κή). Κανένα προνόμιο σε κανένα έθνος. Ι­σοτιμία των εθνών. Δικαίωμα αποχωρι­σμού και σχηματισμού νέου κρατικού σχη­ματισμού σ’ όποιο έθνος το επιθυμεί.
    Στις εξαρτημένες καπιταλιστικές χώρες: Μαζί με τα παραπάνω και ενάντια σε καθε εξάρτηση της χώρας από μια ιμπεριαλιστική δύναμη ή των «δεσμεύσεων» στα πλαίσια της ιμπεριαλιστικής τάξης πραγμάτων.
    Για τις αποικίες: Απελευθέρωση τους α­πό κάθε είδους πολιτικά οικονομικά δεσμά που τους έχουν επιβληθεί από τις ιμπεριαλι­στικές δυνάμεις.
    Για όλες τις χώρες: Πλέρια πολιτική-πολιτιστική-οικονομική ισοτιμία των μετα­ναστών. Πυρήνας των παραπάνω θέσεων αποτελεί η αντίληψη του Μαρξ ότι «δεν μπο­ρεί να είναι ελεύθερος ένας λαός που καταπιέ­ζει άλλους λαούς» και του Ένγκελς ότι «το νικηφόρο προλεταριάτο δεν μπορεί να επιβά­λει καμιά ευτυχία σε κανένα λαό, χωρίς να υποσκάπτει έτσι τη δική του τη νίκη».

    Το Βαλκανικό

    Με τη κατάρρευση της ΣΕ, των καθε­στώτων της Ρουμανίας-Βουλγαρίας και Γιουγκοσλαβίας δημιουργείται ένας νέος ταξικός και πολιτικός συσχετισμός. Η υπό διαμόρφωση αστική τάξη αυτών των χω­ρών αναζητεί τις νέες συμμαχίες της με ό­ρους πολιτικής υποταγής σε μια ιμπεριαλι­στική δύναμη που θα της εξασφαλίζει τη με­γαλύτερη δυνατή βάση εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Η εθνική πανσπερμία στη Βαλκανική και ιδιαίτερα στη Γιουγκοσλα­βία, σε συνδυασμό με τις παραπάνω επιδιώξεις όλων των εθνικών αστικών τάξεων της περιοχής και την ιμπεριαλιστική δια­πάλη για τις ζώνες επιρροής, αναζωπύρω­σαν τις εθνικές διαμάχες και συγκρούσεις.

    Εκτίμηση μας είναι ότι μέχρι να επιτευ­χθεί νέα ισορροπία στην περιοχή η κατάσταση, θα οξυνθεί. Ένας νέος βαλκανικός πόλεμος είναι πιθανός, θα εξαρτηθεί πρώ­τα και κύρια από την οξύτητα της ιμπερια­λιστικής διάσπασης στην περιοχή. Γνώμη «μας είναι ότι η αμερικανική επικυριαρχία στην περιοχή αμφισβητείται ανοικτά από την ιμπεριαλιστική Γερμανία του 4ου Ράιχ που έχει παλιούς ιστορικούς δεσμούς με τη περιοχή.

    Η ιμπεριαλιστική εξάρτηση των χωρών της Βαλκανικής αναδεικνύεται στον κύριο πα­ράγοντα αποσταθεροποίησης της περιοχής, η βασική αιτία αιματοκυλίσματος των λαών.

    Η πάλη ενάντια σ’ αυτή πρέπει να ανα­δειχθεί σε κύρια πλευρά της ταξικής πάλης της εργατικής τάξης όλων των χωρών, Ο εσωτερικός και βαλκανικός συντονισμός των προσπαθειών πρέπει να μπει στην πρώτη γραμμή της πάλης και του τακτικού προγράμματος της επαναστατικής Αριστεράς.

    Η εκτίμηση των δεδομένων, των συσχετισμών, των ιδιομορφιών και των τάσεων στη περιοχή πρέπει να προχωρήσει στη διαμόρφωση ενός προγράμματος «εθνικής και διεθνικής».

    Τώρα πριν είναι πολύ αργά.

    https://kokkinhshmaia.wordpress.com/1992/03/01/%CF%84%CE%BF-%CE%B5%CE%B8%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%BF-%CE%B6%CE%B7%CF%84%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CF%83%CE%B7%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/

  2. D on

    Υπόμνημα του Ριχαρντ φον Κολμαν Υπουργου εξωτερικων της Γερμανιας προς τον Καιζερ Γουλιελμο Β’ (3-12-1917).

    «Η διαπασις της Ανταντ και εν συνεχεια η διαμορφωσις ευνοικων δι ημας συνδυασμων είναι από διπλωματικης αποψεως ο σπουδαιοτερος πολεμικος μας σκοπος. Ως ασθενεστερος κρικος της εχθρικης αλυσεως ενεφανιζετο η Ρωσια. Οθεν ενδυκνειετο δι’ημας η χαλαρωσις και ει δυνατον η αποσπασις του. Το σκοπον τουτο εξυπηρετει η αποσυνθετικη εργασια που εφροντισαμεν να αναληφθη οπισθεν του μετωπου, εις το εσωτερικον της Ρωσιας και δη η ενθαρρυνσις των χωριστικων τασεων και η υποστηριξης των μπολσεβικων. Μονο τα μεσα , τα όποια δια διαφορων οδων και υπο εναλλασομενην διαρκως ετικετταν εστελλαμεν εις τους μπολσεβικους , τους επετρεψαμεν να συγκροτησουν και να εκδωσουν το κυριωτερον δημοσιογραφικον των οργανον, την ΠΡΑΒΔΑ, να αναπτυξουν ενεργητικης δρασιν και να διευρυνουν την στενην αρχικως βασιν του κομματος των.

    Οι μποσλεβικοι ευρισκονται ηδη στην εξουσιαν . Δεν δυναμεθα φυσικα να προβλεψωμεν , ποσον καιρο θα δυνηθουν να παραμεινουν εις την αρχην. Προς εδραιωσιν των θεσεων των τους είναι απαραιτητος η ειρηνη. Από της ιδικης μας πλευρας ευνοητον είναι ότι εχομεν κάθε συμφερον να εκμεταλλευθομεν την βραχειαν ισως παραμονην των εις την εξουσιαν , δια να καταληξωμεν πρωτον εις μια ανακωχην και εν συνεχεία και κατά το δυνατον εις την συνομολογησιν της ειρηνης. Η συναψις μιας χωριστης ειρηνης θα εσημαινε την πραγματοποιησιν του πολεμικου σκοπου τον οποιον επιδιωκομεν, την ρηξιν δηλονοτι των σχεσεων της Ρωσιας μετα των συμμαχων της.

    Η τεταμενη καταστασις , την οποιαν θα εχη αναγκαστικως ως συνεπειαν η ρηξις αυτή, θα καθοριση και τον βαθμον της αναγκης, εις την οποιαν θα ευρεθη η Ρωσια να στηριχθη εις ημας και γενικωτερον τας μελλοντικας σχεσεις με το Ραιχ. Υπο τον διωγμον των παλαιων συμμαχων της και εγκαταλελειμμενη παρα αυτων οικονομικως, η Ρωσια θα υποχρεωθη να επιζητηση την υποστηριξιν μας.

    Την βοηθειαν προς την Ρωσιαν θα εχωμεν την δυνατοτητα να της παρασχωμεν προς διαφορους κατευθυνσεις , πρωτιστως δια την τακτοποιησιν και αποκαταστασιν του σιδηροδρομικου δικτυου της. Άλλη μορφη της βοηθειας μας προς την Ρωσιαν θα είναι η χορηγησις εις αυτην ενός μεγαλου δανειου, το οποιον χρειαζεται δια την λειτουργιαν της κρατικης της μηχανης. Το δανειον θα ηδυνατο να χορηγηθη εναντι προκαταβολων εκ μερους του οφειλετου εις ειδος, όπως σιτηρα, πρωται υλαι κτλ. Επι τη βασει μιας τοιαυτης βοηθειας , η οποια θα διαμορφωνεται αναλογως προς τας εκαστοτε αμεσους αναγκας, θα καλλιεργηθη κατά την γνωμην μου συν τω χρονω το εδαφος δια μιαν στενωτεραν προσεγγισιν μεταξυ των δυο χωρων…»

  3. […] Πόλεμος, –Γενοκτονία από τους Νεότουρκους, –Μπολσεβικική Επανάσταση, -Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ, -εμφύλιος πόλεμος στη […]

  4. 11:50 | 11 Μαρ. 2017 Τελευταία ανανέωση 17:28 | 12 Μαρ. 2017

    Εκατό χρόνια πριν, η ρωσική επανάσταση έθετε τέλος στην μοναρχία και άνοιγε τον δρόμο στο σοβιετικό καθεστώς. Όπως αναλύθηκε σε προηγούμενο άρθρο, η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν αισθάνεται άβολα με τον εορτασμό της επετείου της επανάστασης του 1917. Στο σημερινό, δεύτερο μέρος της ενδιαφέρουσας συνέντευξης στη Liberation και την Βερονίκ Ντορμάν, o ιστορικός Νικολά Βερτ απαντάει στο ερώτημα: «Οκτώβριος 1917: πραξικόπημα ή επανάσταση;».

    Επιμέλεια / Μετάφραση: Γεωργία Πρωτογέρου

    Ας επιστρέψουμε στα γεγονότα: σε ποια κατάσταση είναι η χώρα τον Φεβρουάριο του 1917;

    Είναι σε μια βαθιά πολιτική κρίση, η οποία ξεκίνησε από τις αρχές του αιώνα. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ιδιαίτερα καταστροφικές συνέπειες για τη Ρωσία, όπου η ρήξη μεταξύ απολυταρχίας και κοινωνίας έχει ήδη επέλθει. Η ρωσική αυτοκρατορία, σε ένα στάδιο οικονομικού εκσυγχρονισμού που παρέμεινε ημιτελής, βρίσκεται αποδυναμωμένη και αντιμέτωπη με αποκλεισμό όλων των προερχόμενων από την Δυτική Ευρώπη εισαγωγών. Κανείς όμως, δεν περίμενε την επανάσταση. Ούτε οι επαναστάτες ούτε τελικά οι φιλελεύθεροι κύκλοι που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από την προοδευτική πτέρυγα της Δούμα. Καθόσον το φιλελεύθερο πείραμα έχει ήδη αποτύχει για πρώτη φορά το 1905, ήταν απρόθυμοι να επιδοθούν σε μια νέα απόπειρα.

    Μια εργατική διαδήλωση γίνεται η σπίθα που θα ανάψει το φυτίλι της επανάστασης

    Αρχίζει την ημέρα της Γυναίκας, στις 8 Μαρτίου (23 Φεβρουαρίου στη Ρωσία). Πρόκειται για ένα αυθόρμητο κίνημα εργατριών που αντιμετωπίζουν καθημερινές δυσκολίες όλο και λιγότερο υποφερτές: ένα τεράστιο πρόβλημα έλλειψης αγαθών, του άρτου συμπεριλαμβανομένου. Η μετάπτωση της ρωσικής οικονομίας στην πολεμική προσπάθεια έσπασε πραγματικά την εγχώρια αγορά, επηρεάζοντας την παραγωγή βασικών καταναλωτικών αγαθών. Δημιουργείται ένα τεράστιο πρόβλημα ανεφοδιασμού των πόλεων. Στα μεγάλα εργοστάσια του Πέτρογκραντ [σημερινή Αγία Πετρούπολη] οι εργάτες τίθενται εκ των πραγμάτων σε αργία, λόγω της έλλειψης καυσίμων και πρώτων υλών. Αυτές οι, σε μεγάλο βαθμό, αυθόρμητες εργατικές διαδηλώσεις δεν θα είναι αποφασιστικής σημασίας, δεδομένου ότι, μέσα σε τρεις ημέρες το κίνημα εξαντλείται, το καθεστώς ξεσπαθώνει με κατασταλτικά μέτρα και δεν είναι παρά η ανταρσία μερικών συνταγμάτων από την φρουρά της Πετρούπολης που θα μετουσιώσει αυτήν την εξέγερση αυτή της πείνας, σε επανάσταση.

    Πόσο κρίσιμος είναι λοιπόν ο ρόλος των στρατιωτών;

    Ναι, είναι καθοριστικός. Έχουμε λοιπόν μια απέραντη μάζα, αποτελούμενη από στρατιώτες-αγρότες, περίπου δέκα εκατομμύρια άνδρες, δίπλα στην οποία η παρουσία των προλετάριων δεν βαρύνει και τόσο, δεδομένου ότι μετά βίας φτάνουν τα δύο εκατομμύρια. Δεν πρόκειται για στρατιά πολιτών, η απόσταση είναι μεγάλη μεταξύ των μη βαθμοφόρων και των αξιωματικών. Στον στρατό αντικατοπτρίζονται όλες οι κοινωνικές αντιθέσεις. Η πολιτική, η οποία θα ανατρέψει τα πάντα, εισάγεται πράγματι στο στρατό το 1917 με την δημιουργία των επιτροπών των στρατιωτών, που απαρτίζονται από εκλεγμένους στρατιώτες σε όλα τα επίπεδα. Πώς όμως, να διοικήσει κανείς μία στρατιά όπου όλοι τελούν σε διαρκή σύσκεψη και όπου η κάθε διαταγή αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης;

    Ποιοί ήταν οι κύριοι παράγοντες της επανάστασης;

    Υπήρξαν τέσσερις. Πρώτα ο στρατός και οι αγρότες, οι οποίοι συνδέονται στενά μεταξύ τους. Ένα είδος μεγάλης αγροτικής εξέγερσης αρχίζει στα τέλη του καλοκαιριού του 1917. Το κίνημα αυτό συμπίπτει με την άτακτη επιστροφή των στρατιωτών που λιποτάκτησαν. Η τρίτη επαναστατική διάσταση, είναι εκείνη των εργοστασίων στους μεγάλους βιομηχανικούς κόμβους όπως η Πετρούπολη, η Μόσχα, το Μπακού και ορισμένες πόλεις στο Ντονμπάς της ανατολικής Ουκρανίας. Τέλος, τέταρτη διάσταση, η επανάσταση των εθνοτήτων. Ο Φεβρουάριος του 1917 απελευθερώνει όλη την ενέργεια και τις φυγόκεντρες τάσεις της απέραντης αυτοκρατορίας. Η σύγκλιση αυτών των τεσσάρων μεγάλων κινημάτων επενεργεί ως διασπαστική δύναμη επί ενός πολύ αποδυναμωμένου κράτους. Πολλώ δε μάλλον που οι πολιτικές της προσωρινής κυβέρνησης, που ήταν στην εξουσία από τον Μάρτιο του 1917, δεν μερίμνησαν για την ενίσχυση του κράτους, αλλά τουναντίον, για τον εκδημοκρατισμό του και μάλιστα κατά τρόπον εξαιρετικά βάναυσο. Η ραχοκοκκαλιά της εξουσίας θρυμματίστηκε. Οι μπολσεβίκοι δεν είχαν πλέον παρά να παραλάβουν μια εξουσία που είχε σε μεγάλο βαθμό διαλυθεί, κατά την διάρκεια του έτους 1917.

    Η ήττα της προσωρινής κυβέρνησης ήταν άραγε προδιαγεγραμμένη από τις πρώτες αποφάσεις της;

    Εκκινούσε με ένα μεγάλο μειονέκτημα, διότι το φιλελεύθερο συνταγματικό πείραμα είχε αποτύχει το 1905-1906. Παρά τις προόδους, όπως η χορήγηση θεμελιωδών ελευθεριών, η προσωρινή κυβέρνηση είχε αποδυναμωθεί, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να βρει μια λύση για έξοδο από τον πόλεμο και λύση του προβλήματος της γης. Βρισκόταν πάντα σε μία υστέρηση φάσεως σε σχέση με την συγκεκριμένη λαϊκή επανάσταση, σφάλλοντας εξαιτίας ενός είδους υπερβολικού νομικισμού, όπως της βούλησης να περιμένει για την εκλογή μιας Συντακτικής Συνέλευσης καθ’όλους τους νόμιμους τύπους, σε μια στιγμή όπου υπήρχε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και οι μάζες ήθελαν τα πάντα πολύ γρήγορα, ενώ δεν είχαν και ιδιαίτερο ζήλο προς τον συνταγματικό νομικισμό.

    Οκτώβριος 1917: πραξικόπημα ή επανάσταση;

    Για το σύνολο της φιλελεύθερης σχολής, ο Οκτώβριος είναι ένα πραξικόπημα. Για τους Μπολσεβίκους, είναι μία λαϊκή επανάσταση, που διεξήχθη από το προλεταριάτο και τους φτωχούς αγρότες. Η ιδέα της σύγκρουσης μιας πολύπλευρης επανάστασης και του πραξικοπήματος των Μπολσεβίκων, που στιγμιαία ανέλαβε προ όφελός του μια σειρά από λαϊκές προσδοκίες, οδήγησε σε παρεξηγήσεις που δεν άργησαν νε έρθουν στην επιφάνεια μέσα σε μερικούς μήνες.

    Σε ποιά στιγμή επιβάλλεται ο μύθος της νικηφόρας επανάστασης στην ίδια την Ρωσία;

    Η αποκρυστάλλωση δεν επιβάλλεται παρά στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν ο Στάλιν ανέρχεται στην εξουσία, έχοντας εν τω μεταξύ εξαλείψει τις έτερες κομμουνιστικές τάσεις και χαρακτηρίσει τα υπόλοιπα κόμματα ως μικροαστικά. Ωστόσο, για δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα του 1917, μπορεί κανείς να εξακολουθεί να γράφει σχετικά με τις αποκλίσεις ανάμεσα στον Λένιν, τον Κάμενεφ, κ.λπ. Στη συνέχεια, ο επίσημος λόγος θα κλειδώσει για δεκαετίες.

    http://tvxs.gr/news/taksidia-sto-xrono/rosia-1917-epanastasi-i-praksikopima-ton-mpolsebikon

  5. ———————————————————————————–
    Ρωσία 1917: Eπανάσταση ή πραξικόπημα των μπολσεβίκων;
    ———————————————————————————–

    Εκατό χρόνια πριν, η ρωσική επανάσταση έθετε τέλος στην μοναρχία και άνοιγε τον δρόμο στο σοβιετικό καθεστώς. Όπως αναλύθηκε σε προηγούμενο άρθρο, η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν αισθάνεται άβολα με τον εορτασμό της επετείου της επανάστασης του 1917. Στο σημερινό, δεύτερο μέρος της ενδιαφέρουσας συνέντευξης στη Liberation και την Βερονίκ Ντορμάν, o ιστορικός Νικολά Βερτ απαντάει στο ερώτημα: «Οκτώβριος 1917: πραξικόπημα ή επανάσταση;».

    Επιμέλεια / Μετάφραση: Γεωργία Πρωτογέρου

    Ας επιστρέψουμε στα γεγονότα: σε ποια κατάσταση είναι η χώρα τον Φεβρουάριο του 1917;

    Είναι σε μια βαθιά πολιτική κρίση, η οποία ξεκίνησε από τις αρχές του αιώνα. Ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος έχει ιδιαίτερα καταστροφικές συνέπειες για τη Ρωσία, όπου η ρήξη μεταξύ απολυταρχίας και κοινωνίας έχει ήδη επέλθει. Η ρωσική αυτοκρατορία, σε ένα στάδιο οικονομικού εκσυγχρονισμού που παρέμεινε ημιτελής, βρίσκεται αποδυναμωμένη και αντιμέτωπη με αποκλεισμό όλων των προερχόμενων από την Δυτική Ευρώπη εισαγωγών. Κανείς όμως, δεν περίμενε την επανάσταση. Ούτε οι επαναστάτες ούτε τελικά οι φιλελεύθεροι κύκλοι που είχαν συγκεντρωθεί γύρω από την προοδευτική πτέρυγα της Δούμα. Καθόσον το φιλελεύθερο πείραμα έχει ήδη αποτύχει για πρώτη φορά το 1905, ήταν απρόθυμοι να επιδοθούν σε μια νέα απόπειρα.

    Μια εργατική διαδήλωση γίνεται η σπίθα που θα ανάψει το φυτίλι της επανάστασης

    Αρχίζει την ημέρα της Γυναίκας, στις 8 Μαρτίου (23 Φεβρουαρίου στη Ρωσία). Πρόκειται για ένα αυθόρμητο κίνημα εργατριών που αντιμετωπίζουν καθημερινές δυσκολίες όλο και λιγότερο υποφερτές: ένα τεράστιο πρόβλημα έλλειψης αγαθών, του άρτου συμπεριλαμβανομένου. Η μετάπτωση της ρωσικής οικονομίας στην πολεμική προσπάθεια έσπασε πραγματικά την εγχώρια αγορά, επηρεάζοντας την παραγωγή βασικών καταναλωτικών αγαθών. Δημιουργείται ένα τεράστιο πρόβλημα ανεφοδιασμού των πόλεων. Στα μεγάλα εργοστάσια του Πέτρογκραντ [σημερινή Αγία Πετρούπολη] οι εργάτες τίθενται εκ των πραγμάτων σε αργία, λόγω της έλλειψης καυσίμων και πρώτων υλών. Αυτές οι, σε μεγάλο βαθμό, αυθόρμητες εργατικές διαδηλώσεις δεν θα είναι αποφασιστικής σημασίας, δεδομένου ότι, μέσα σε τρεις ημέρες το κίνημα εξαντλείται, το καθεστώς ξεσπαθώνει με κατασταλτικά μέτρα και δεν είναι παρά η ανταρσία μερικών συνταγμάτων από την φρουρά της Πετρούπολης που θα μετουσιώσει αυτήν την εξέγερση αυτή της πείνας, σε επανάσταση.

    Πόσο κρίσιμος είναι λοιπόν ο ρόλος των στρατιωτών;

    Ναι, είναι καθοριστικός. Έχουμε λοιπόν μια απέραντη μάζα, αποτελούμενη από στρατιώτες-αγρότες, περίπου δέκα εκατομμύρια άνδρες, δίπλα στην οποία η παρουσία των προλετάριων δεν βαρύνει και τόσο, δεδομένου ότι μετά βίας φτάνουν τα δύο εκατομμύρια. Δεν πρόκειται για στρατιά πολιτών, η απόσταση είναι μεγάλη μεταξύ των μη βαθμοφόρων και των αξιωματικών. Στον στρατό αντικατοπτρίζονται όλες οι κοινωνικές αντιθέσεις. Η πολιτική, η οποία θα ανατρέψει τα πάντα, εισάγεται πράγματι στο στρατό το 1917 με την δημιουργία των επιτροπών των στρατιωτών, που απαρτίζονται από εκλεγμένους στρατιώτες σε όλα τα επίπεδα. Πώς όμως, να διοικήσει κανείς μία στρατιά όπου όλοι τελούν σε διαρκή σύσκεψη και όπου η κάθε διαταγή αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης;

    Ποιοί ήταν οι κύριοι παράγοντες της επανάστασης;

    Υπήρξαν τέσσερις. Πρώτα ο στρατός και οι αγρότες, οι οποίοι συνδέονται στενά μεταξύ τους. Ένα είδος μεγάλης αγροτικής εξέγερσης αρχίζει στα τέλη του καλοκαιριού του 1917. Το κίνημα αυτό συμπίπτει με την άτακτη επιστροφή των στρατιωτών που λιποτάκτησαν. Η τρίτη επαναστατική διάσταση, είναι εκείνη των εργοστασίων στους μεγάλους βιομηχανικούς κόμβους όπως η Πετρούπολη, η Μόσχα, το Μπακού και ορισμένες πόλεις στο Ντονμπάς της ανατολικής Ουκρανίας. Τέλος, τέταρτη διάσταση, η επανάσταση των εθνοτήτων. Ο Φεβρουάριος του 1917 απελευθερώνει όλη την ενέργεια και τις φυγόκεντρες τάσεις της απέραντης αυτοκρατορίας. Η σύγκλιση αυτών των τεσσάρων μεγάλων κινημάτων επενεργεί ως διασπαστική δύναμη επί ενός πολύ αποδυναμωμένου κράτους. Πολλώ δε μάλλον που οι πολιτικές της προσωρινής κυβέρνησης, που ήταν στην εξουσία από τον Μάρτιο του 1917, δεν μερίμνησαν για την ενίσχυση του κράτους, αλλά τουναντίον, για τον εκδημοκρατισμό του και μάλιστα κατά τρόπον εξαιρετικά βάναυσο. Η ραχοκοκκαλιά της εξουσίας θρυμματίστηκε. Οι μπολσεβίκοι δεν είχαν πλέον παρά να παραλάβουν μια εξουσία που είχε σε μεγάλο βαθμό διαλυθεί, κατά την διάρκεια του έτους 1917.

    Η ήττα της προσωρινής κυβέρνησης ήταν άραγε προδιαγεγραμμένη από τις πρώτες αποφάσεις της;

    Εκκινούσε με ένα μεγάλο μειονέκτημα, διότι το φιλελεύθερο συνταγματικό πείραμα είχε αποτύχει το 1905-1906. Παρά τις προόδους, όπως η χορήγηση θεμελιωδών ελευθεριών, η προσωρινή κυβέρνηση είχε αποδυναμωθεί, δεδομένου ότι δεν μπορούσε να βρει μια λύση για έξοδο από τον πόλεμο και λύση του προβλήματος της γης. Βρισκόταν πάντα σε μία υστέρηση φάσεως σε σχέση με την συγκεκριμένη λαϊκή επανάσταση, σφάλλοντας εξαιτίας ενός είδους υπερβολικού νομικισμού, όπως της βούλησης να περιμένει για την εκλογή μιας Συντακτικής Συνέλευσης καθ’όλους τους νόμιμους τύπους, σε μια στιγμή όπου υπήρχε κατάσταση έκτακτης ανάγκης και οι μάζες ήθελαν τα πάντα πολύ γρήγορα, ενώ δεν είχαν και ιδιαίτερο ζήλο προς τον συνταγματικό νομικισμό.

    Οκτώβριος 1917: πραξικόπημα ή επανάσταση;

    Για το σύνολο της φιλελεύθερης σχολής, ο Οκτώβριος είναι ένα πραξικόπημα. Για τους Μπολσεβίκους, είναι μία λαϊκή επανάσταση, που διεξήχθη από το προλεταριάτο και τους φτωχούς αγρότες. Η ιδέα της σύγκρουσης μιας πολύπλευρης επανάστασης και του πραξικοπήματος των Μπολσεβίκων, που στιγμιαία ανέλαβε προ όφελός του μια σειρά από λαϊκές προσδοκίες, οδήγησε σε παρεξηγήσεις που δεν άργησαν νε έρθουν στην επιφάνεια μέσα σε μερικούς μήνες.

    Σε ποιά στιγμή επιβάλλεται ο μύθος της νικηφόρας επανάστασης στην ίδια την Ρωσία;

    Η αποκρυστάλλωση δεν επιβάλλεται παρά στα τέλη της δεκαετίας του 1920, όταν ο Στάλιν ανέρχεται στην εξουσία, έχοντας εν τω μεταξύ εξαλείψει τις έτερες κομμουνιστικές τάσεις και χαρακτηρίσει τα υπόλοιπα κόμματα ως μικροαστικά. Ωστόσο, για δέκα χρόνια μετά τα γεγονότα του 1917, μπορεί κανείς να εξακολουθεί να γράφει σχετικά με τις αποκλίσεις ανάμεσα στον Λένιν, τον Κάμενεφ, κ.λπ. Στη συνέχεια, ο επίσημος λόγος θα κλειδώσει για δεκαετίες.

    http://tvxs.gr/news/taksidia-sto-xrono/rosia-1917-epanastasi-i-praksikopima-ton-mpolsebikon

  6. Ο Ρώσος Πατριάρχης βρήκε τον «φταίχτη» για την Οκτωβριανή Επανάσταση

    Στην ρωσική διανόηση επιρρίπτει την ευθύνη για την Οκτωβριανή Επανάσταση το 1917, ο Πατριάρχης Μόσχας και Πασών των Ρωσιών, Κύριλλος, κατά την διάρκεια ομιλίας του στην συνεδρίαση του συμβουλίου των επιτρόπων του Πατριαρχείου που είναι αρμόδιοι για τα λογοτεχνικά βραβεία.

    «Η διανόηση ήταν αυτή που έφερε πρωτίστως την ευθύνη για τα φοβερά γεγονότα που διαδραματίσθηκαν πριν από εκατό χρόνια», είπε ο προκαθήμενος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. «Όλα όσα συνέβησαν τον 20ό αιώνα ήταν μια κρεατομηχανή την οποία άλεθε όλη η διανόηση» είπε χαρακτηριστικά και διερωτήθηκε: «δεν συνιστά μήπως αυτό οργανική συνέπεια των φοβερών εγκλημάτων, που διέπραξε η διανόηση ενάντια στην πίστη, ενάντια στον Θεό, ενάντια στον λαό της, ενάντια στην χώρα της;»

    Sύμφωνα με δημοσίευμα του Interfax που αναμεταδίδει το Αθηναϊκό Πρακτορείο Ειδήσεων, εξέφρασε την λύπη του επειδή συνεχίζεται και σήμερα «ο πόλεμος για την ιστορία με επιχειρήματα», θεωρώντας προφανώς ότι η συνεχιζόμενη αντιπαράθεση μεταξύ των διαφόρων ερμηνευτών της Οκτωβριανής Επανάστασης, εγκυμονεί κινδύνους για την σύγχρονη ρωσική κοινωνία.

    «Η κοινωνία μέχρι σήμερα δεν έχει ηρεμήσει πλήρως, όσον αφορά τις εκτιμήσεις για τα γεγονότα που διαδραματίσθηκαν πριν εκατό χρόνια» είπε αποδεχόμενος πως «οι ερμηνείες παραμένουν διαφορετικές, αλλά είναι αναγκαίο να κάνουμε τα πάντα ώστε αυτή η πολυμορφία των ερμηνειών να μην προκαλέσει νέες εμφύλιες συγκρούσεις».

    http://tvxs.gr/news/kosmos/o-rosos-patriarxis-brike-ton-ftaixti-gia-tin-oxtobriani-epanastasi

  7. Β.Κ.Τριανταφύλλωφ. Ένας Έλληνας θαμμένος στο Τείχος του Κρεμλίνου – Δάσκαλος του Στρατάρχη Ζούκωφ, θεωρητικός της Πολεμικής Τέχνης
    19 Μαρτίου 2016 στις 13:04 Δήμητρα Σμυρνή
    Ιστορία | Περισσότερο διαβασμένα | Συνεντευξεις
    IMG_0013

    Ο ανιψιός του, Ηλίας Τριανταφυλλίδης απο τη Βέροια, μιλά στη faretra γι αυτόν

    Συνέντευξη στη Δήμητρα Σμυρνή

    Είναι θαμμένος στο Τείχος του Κρεμλίνου, εκεί που πολύ λίγοι είχαν τη μέγιστη τιμή να ταφούν…

    Εδώ, σε μας, είναι άγνωστος. Και ίσως έτσι θα έμενε, αν ο ανιψιός του Ηλίας Τριανταφυλλίδης, φιλόλογος που ζει και δίδαξε στη Βέροια, δεν ένιωθε όχι την ανάγκη αλλά το χρέος να κάνει γνωστό έναν άνθρωπο, που πρόσφερε την ευφυΐα του σε μια τεράστια χώρα και σε ταραγμένους καιρούς, έναν δικό μας άνθρωπο, έναν απλό Πόντιο, γιο αγρότη, που ο μεγάλος Στρατάρχης Ζούκωφ τον ονόμασε δάσκαλό του.

    Τα βιβλία του Τριανταφύλλωφ, με σημαντικότερο το «Ο χαρακτήρας των επιχειρήσεων των σύγχρονων στρατιών», όχι απλά κυκλοφορούν στη ρωσική γλώσσα, αλλά εξακολουθούν να μεταφράζονται και σε άλλες, να πουλιούνται ακόμη και σήμερα και να αποτελούν σταθμό στα εγχειρίδια της Πολεμικής Τέχνης. (Η φύση των πράξεων των σύγχρονων στρατών από V. K. Triandafillov – 15 εκδόσεις που δημοσιεύθηκαν μεταξύ 1926 και 1994 σε 3 γλώσσες και κατέχονται από 114 βιβλιοθήκες σε όλο τον κόσμο.)

    Β. Κ. Τριανταφύλλωφ
    Β. Κ. Τριανταφύλλωφ
    Η Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια γράφει γι αυτόν: «Ανώτατος αξιωματικός και στρατιωτικός θεωρητικός της Σοβιετικής Ένωσης (…)

    Ασχολήθηκε ευρύτατα με τη θεωρία του πολέμου. Στα έργα του εξετάζει την ανάπτυξη των στρατιών μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και επεξεργάζεται θέσεις για το χαρακτήρα της προετοιμασίας και της διεξαγωγής του μέλλοντος πολέμου και των επιχειρήσεων(…)

    Τιμήθηκε με το παράσημο της Κόκκινης Σημαίας. Σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα.»

    Και στον Α’ τόμο του βιβλίου «Ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος» σημειώνεται: «Μεγάλη κατάκτηση της σοβιετικής στρατηγικής ήταν η μελέτη και η θεμελίωση της επιστημονικής θεωρίας για την επιθετική και αμυντική σε βάθος επιχείρηση ομάδας στρατιών και στρατιάς. Τις βάσεις της θεωρίας αυτής τις έθεσε ο Β. Κ. Τριανταφύλλωφ.»

    Η ζωή του Τριανταφύλλωφ μοιάζει με παραμύθι, καθώς επιστρατεύεται το 1916 στον τσαρικό στρατό, ένας απλός δάσκαλος από το Καρς του Καυκάσου, για να καταλήξει, μετά από συμμετοχή του σε πολλές μάχες και τραυματισμούς, εκλεγμένος αρχηγός του Νοτιοανατολικού Μετώπου μετά τη Ρωσική Επανάσταση, και μετέπειτα υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου του Κόκκινου Στρατού.

    Η ευφυΐα του στα θέματα της Πολεμικής Τέχνης τον οδηγεί στη συγγραφή σειράς έργων, με αποτέλεσμα να θεωρηθεί ένας από τους θεμελιωτές της μοντέρνας Στρατιωτικής Επιστήμης.
    Ο Στρατάρχης Ζούκωφ αφιερώνει στον Τριανταφύλλωφ περισσότερες σελίδες και περισσότερα εγκώμια απ’ ότι στον θρυλικό Φρούνζε.

    Το 1931, στα 37 του χρόνια, ο Τριανταφύλλωφ σκοτώνεται σε αεροπορικό δυστύχημα. Ο Ζούκωφ, ο ταλαντούχος μαθητής του που αποφοιτά το 1930, τον αποκαλεί στα απομνημονεύματά του «δάσκαλό» του, επισημαίνοντας πως σ’ αυτόν η ΕΣΣΔ χρωστούσε την πρωτοπορία της στον πιο καίριο τομέα, παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

    Για το θείο του, που δεν γνώρισε, είναι όμως τόσο ζωντανός μέσα του από τις αφηγήσεις του παππού του που ζούσε κοντά τους, αλλά και από τα διαβάσματα που έχει κάνει γύρω απ’ αυτόν, ο Ηλίας Τριανταφυλλίδης καταθέτει στη faretra τις γνώσεις του, μετά από μελέτη πολλών χρόνων γύρω από τον άντρα αυτό, αλλά και τα συναισθήματά του, αφού είχε την τιμή να είναι ο αδελφός του πατέρα του, σε μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση.

    Ο ανιψιός του Τριανταφύλλωφ, Ηλίας Τριανταφυλλίδης, στη Βέροια
    Ο ανιψιός του Τριανταφύλλωφ, Ηλίας Τριανταφυλλίδης, στη Βέροια
    Πώς ο παππούς σας, ο πατέρας του θείου σας, του Βλαδιμήρ Τριανταφύλλωφ, βρέθηκε στην Ελλάδα μαζί με τον πατέρα σας;

    Ήρθαν με την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1922. Αποβιβάστηκαν στο λιμάνι του Πειραιά. Έχω ένα χαρτί από τότε με τη φωτογραφία του παππού μου. Φοράει ένα απ’ αυτά τα ρώσικα καπέλα, τα «παπάχ», και ακολουθεί ένα κείμενο σαν πιστοποιητικό, σαν ταυτότητα. «Ο φέρων το παρόν τυγχάνει πρόσφυξ εκ Ρωσίας και παρακαλείται ο οιοσδήποτε εις τον οποίον αποταθεί να του προσφέρει κάθε δυνατή βοήθεια…». Εκεί φαίνεται να είναι 52 ετών.

    Πώς χωρίστηκε ο παππούς από το γιο του τον Βλαδιμήρ;

    Ο πατέρας του Β.Κ. Τριανταφύλλωφ, Κυριάκος
    Ο πατέρας του Β.Κ. Τριανταφύλλωφ, Κυριάκος
    Ο παππούς ήταν στον Πόντο στο Καρς. Ήδη είχε γίνει η Ρωσική Επανάσταση, οπότε ο Βλαδιμήρ ήταν αξιωματικός καριέρας. Σαφώς και θα ήθελαν να τον κρατήσουν οι Ρώσοι, αλλά και ο ίδιος δε θα εγκατέλειπε την ήδη ξεκινημένη καριέρα του, για να πάει στο άγνωστο.
    Ο παππούς μου έρχεται λοιπόν πρόσφυγας στην Ελλάδα και ο πατέρας μου, το τρίτο παιδί στη σειρά, αδελφός του Βλαδιμήρ, ήταν τότε 12 ετών.

    Από πότε νιώθατε ότι στην οικογένειά σας είχατε έναν ξεχωριστό άνθρωπο;

    Πάντοτε. Συχνά αναφέρονταν και στην «Πατρίδα» -μην ξεχνάμε ότι ένιωθαν ξεριζωμένοι – αλλά και σ’ αυτόν, που ήδη ήξεραν ότι είχε φτάσει ψηλά στρατιωτικά.

    Θυμάμαι πως, όταν μικρός απομονωνόμουν σε μια γωνιά, για να διαβάσω, ο παππούς ερχόταν πάνω από το κεφάλι μου λέγοντας στα ποντιακά: «Τέρεν κι ομοίασον τον Βλαδιμέρ» ( Κοίτα να μοιάσεις στο Βλαδίμηρο). Είχε συναίσθηση ο παππούς ποιος ήταν ο γιος του, γιατί ήδη το ’22 ήταν υψηλόβαθμο στέλεχος της στρατιωτικής ιεραρχίας.

    Είχαν φέρει και φωτογραφίες του μαζί τους οι δικοί μου, οπότε και για μας τους μικρότερους δεν ήταν κάτι ασαφές και ακαθόριστο. Πηγαίναμε, βλέπαμε τη φωτογραφία του σ΄ ένα περίοπτο σημείο του σπιτιού και νιώθαμε όλοι περήφανοι γι αυτόν. Αλλά και οι ξένοι, οι συγχωριανοί μας, οι γείτονες, μάς αντιμετωπίζανε με κάποιο σεβασμό, με κάποιο δέος, αφού ήξεραν πως η οικογένειά μας είχε αναδείξει έναν τόσο σημαντικό άνθρωπο.

    Και πολύ αργότερα, όταν ταξίδεψα μεγάλος πια στη Ρωσία, συγκινήθηκα πάρα πολύ από το πώς τον έβλεπαν εκεί, μετά από τόσα χρόνια. Βρέθηκα σε μια παρέα με ομογενείς κι ένας μου λέει με ενθουσιασμό: « Περίμενε, αφού είσαι ανιψιός του Τριανταφύλλωφ, να σου φέρω ένα βιβλίο» και μου φέρνει τα «Απομνημονεύματα» του Ζούκωφ, γραμμένα στα ρωσικά. Είχε υπογραμμίσει σε πέντε σημεία του βιβλίου τις αναφορές που έκανε ο Ζούκωφ στον Τριανταφύλλωφ, σε διάφορες σελίδες. Και πρόσθεσε « Εμείς εδώ οι Πόντιοι όχι μόνο τον γνωρίζουμε, αλλά τον έχουμε, όπως εσείς στην Ελλάδα έχετε τον Κολοκοτρώνη»!

    Β.Κ. Τριανταφύλλωφ. Θαμμένος στο Τείχος του Κρεμλίνου
    Β.Κ. Τριανταφύλλωφ. Θαμμένος στο Τείχος του Κρεμλίνου
    Τι εκτίναξε τον Βλαδιμήρ τόσο ψηλά, γιατί ήταν πολύ νέος, όταν ανέλαβε μια τόσο μεγάλη στρατιωτική θέση. Η στρατιωτική του ευφυΐα ή οι συγκυρίες της εποχής εκείνης;

    Θεωρώ ότι ήταν γεννημένος για στρατιωτικός. Από το ‘16 υπηρετούσε στο στρατό του Τσάρου. Ξεκίνησε ως σκαπανέας τότε.

    Αργότερα, με την Επανάσταση, κι αφού πολέμησε σε διάφορες μάχες, όπου διακρίθηκε και τραυματίστηκε και κάποιες φορές, βλέποντας ότι ξεχωρίζει, τον κάλεσαν στη Μόσχα, για να φοιτήσει στη Στρατιωτική Ακαδημία. Εκεί έπαιρνε το ένα πτυχίο μετά το άλλο και ενώ ήταν σε πολύ νεαρή ηλικία, το 1929 εκδόθηκε το βιβλίο του «Ο χαρακτήρας των εκτεταμένων χερσαίων πολεμικών επιχειρήσεων». Το βιβλίο αυτό είχε πολλές εκδόσεις, πολυμεταφράστηκε και κυκλοφορεί ακόμα. Σ’ αυτό το βιβλίο αναφέρεται ο Ζούκωφ, όταν αποκαλεί τον Τριανταφύλλωφ δάσκαλό του.books_002

    Η σπουδαιότητα του βιβλίου έγκειται στη χρήση των αρμάτων μάχης. Οι πρώτες λοιπόν μηχανοκίνητες μεραρχίες ήταν ιδέα δική του. Μάλιστα αναφέρεται ότι, όταν ανέπτυξε αυτήν την άποψη σ’ ένα στρατιωτικό συμβούλιο, οι περισσότεροι τον θεώρησαν τρελό, πολλοί λίγοι τον υποστήριξαν. Δοκιμάζοντας όμως στη συνέχεια τα τανκς, διαπίστωσαν τη φοβερή για την εποχή δύναμή τους. Υιοθετήθηκε λοιπόν η χρήση τους απ’ όλον τον κόσμο.

    Εκεί που ξετύλιξε το ταλέντο του είναι ότι ο νους του μπορούσε να συλλάβει το πώς πρέπει να στήσει τις υπ’ αυτόν στρατιωτικές μονάδες. Οι στρατιωτικοί του σχεδιασμοί μοιάζαν με κινήσεις δεινού σκακιστή.

    Όπως εκείνος απλώνει τα πιόνια του, για να πολιορκήσει τον αντίπαλο και να τον νικήσει, αυτό, μεταφερόμενο στο πολεμικό πεδίο, σήμαινε να δώσει τέτοιες θέσεις στις μονάδες τις στρατιωτικές, ώστε λογαριάζοντας υπό ποιες καιρικές, εδαφολογικές ή κλιματολογικές συνθήκες, με ποιους μπροστά, ποιους βοηθητικούς, θα μπορέσει να κάμψει την αντίσταση των αντιπάλων. Εφεδρείες, πιθανές απώλειες, όλα έπρεπε να υπολογιστούν στη λεπτομέρεια. Ήταν το αγαπημένο παιδί του Βοροσίλωφ αλλά και με το φιλολαϊκό προφίλ του τον αγαπούσε και ο ρωσικός λαός.

    Είχε αναχθεί στην τέταρτη βαθμίδα της στρατιωτικής ιεραρχίας της Ρωσίας. Ήταν Υπαρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού. Ο ανώτατος βαθμός ήταν Υπουργός Άμυνας. Ναι, αλλά ο Υπουργός Άμυνας, ο Βοροσίλωφ, ήταν πάνω από 60 χρονών, ενώ αυτός ήταν μόλις 37. Μετά τον Βοροσίλωφ ήταν ο Μιχαήλ Τουχατσέφσκυ, ο Αλεξάντερ Γκεγκόρωφ, αρχηγός του Γενικού Επιτελείου και μετά ο θείος μου. Ο Γκεγκόρωφ μάλιστα εκφώνησε τον επικήδειό του στις 14 Ιουλίου του 1931, όπως αναφέρει η εφημερίδα « Πράβδα». Την εφημερίδα την είχαμε κρυμμένη σ’ ένα σεντούκι. Άσχημα χρόνια τότε εδώ στην Ελλάδα…

    Βέβαια, ίσως βοήθησαν και οι συγκυρίες πέρα από τις ικανότητες. Γιατί σε τέτοιες ταραγμένες εποχές τα ταλέντα αναδεικνύονται και τα ψάχνουν ακόμη περισσότερο, έχοντάς τα απόλυτη ανάγκη. Κάποιες φορές όμως μπορεί να συμβεί και το αντίθετο, να χαθούν ταλέντα, μέσα στην ταραχή των γεγονότων.

    A gigantic painting of Lenin addressing the crowd upon his return to Russia during the Russian Revolution. Note the disaffected bourgeoisie, military officers, and priests in the lower right. The painting hangs in the Museum of Political History.

    Ήταν μια εποχή ταραγμένη, μεταβατική, αν σκεφτούμε ότι εφαρμοζόταν σε παγκόσμιο επίπεδο ένα πολιτικό και κοινωνικό πείραμα, η εγκαθίδρυση ενός νέου συστήματος, που έφερε τις περισσότερες χώρες στην Ευρώπη εναντίον της Ρωσίας. Αντίπαλος μεγάλος και η Αμερική. Και η Ελλάδα ακόμη είχε στείλει δύο στρατιωτικά τμήματα, καθοδηγούμενη απέξω, για να πολεμήσει τη Ρώσικη Επανάσταση.

    Πέρασε πάρα πολύ δύσκολες φάσεις η Επανάσταση. Πολεμήθηκε σκληρά και από μέσα, από το στρατό του Τσάρου, Κοζάκους, Ουκρανούς, αλλά και απέξω, από Δύση και Ανατολή. Δυτικά την πολεμούσαν οι Ιάπωνες. Και φυσικά οι επαναστάτες ήταν σχεδόν άοπλοι.

    Εκείνο όμως που συχνά κρίνει τους πολέμους είναι το ηθικό. Ο λαός, αν και άοπλος, είχε πολύ υψηλό πολεμικό φρόνημα και εκεί πρέπει να αποδοθεί η νίκη των επαναστατικών λαϊκών δυνάμεων.

    Δεν θα έπρεπε το σημερινό Ελληνικό Κράτος ή οι διάφορες Εστίες Ποντιακού Ελληνισμού που υπάρχουν εδώ να θυμηθούν και κατ’ επέκταση να τιμήσουν έναν τέτοιο Έλληνα, που οι Ρώσοι ενταφίασαν στο Τείχος του Κρεμλίνου, πίσω ακριβώς από το Μαυσωλείο του Λένιν;

    Θίγετε ένα θέμα λεπτό και δύσκολο. Να σας πω ότι ο πατέρας μου καταταλαιπωρήθηκε, μόνο και μόνο επειδή είχε έναν αδελφό εξέχοντα στρατιωτικό παράγοντα στη Σοβιετική Ένωση; Έφτασαν να τον χτυπήσουν τόσο πολύ, ώστε του σπάσανε τα κόκκαλα. Κόντεψε να πεθάνει. Τον μεγάλο μου αδελφό τον φέρανε, ενώ ήταν στρατιώτης, σκοτωμένο στο σπίτι. Κι όσο για μένα, έχοντας τελειώσει τη Φιλολογία σε νεαρή ηλικία, όταν περνούσα από επιτροπές στο Στρατό, προκειμένου να γίνω αξιωματικός, φυσικά κοβόμουν. Και βέβαια θυμάμαι και κάποιες ταπεινώσεις και κρατητήρια. Τότε, αυτά συνέβαιναν.

    Νεαροί Πόντιοι τιμούν τον Β. Κ. Τριανταφύλλωφ πρόσφατα
    Νεαροί Πόντιοι τιμούν τον Β. Κ. Τριανταφύλλωφ πρόσφατα
    Τώρα, αυτό που θα ήθελα ως ανιψιός του να φανεί, είναι το ότι ένας τόσο σπουδαίος άντρας για τους Σοβιετικούς ήταν ένας δικός μας Έλληνας και Πόντιος. Ήταν ένας ανόθευτος γνήσιος Έλληνας, γιος του παππού μου του Κυριάκου, της γιαγιάς μου της Αναστασίας κι όχι μόνο ένας εξέχων στρατιωτικός, που δέχθηκε τόσες τιμές από τους ξένους αλλά δεν τον γνωρίζουν οι δικοί του.

    Ο παππούς μου και πατέρας του Βλαδιμήρ ήταν άνθρωπος με δημοκρατικές αρχές και έτσι γαλούχησε κι εκείνον και τα υπόλοιπα παιδιά του. Συχνά σε ιστορίες και παραμύθια που μας έλεγε ο παππούς δεν παρέλειπε να τονίσει τα αντιμοναρχικά του αισθήματα. Και χριστιανός ορθόδοξος όμως ένιωθε και αυτό το αποδεικνύει κι αυτή η παμπάλαια και βαριά εικόνα που κουβαλήσαν απ’ τον Πόντο και την έχω τώρα εγώ. ( Πίσω του μια μεγάλη εικόνα επισφραγίζει με την επιβλητικότητά της τα λόγια του.)

    Ίσως εδώ θα πρέπει να προσθέσω πως ενώ το ελληνικό κράτος τότε μας τιμώρησε με έμμεσο τρόπο για τη συγγένειά μας με τον Βλαδιμήρ, αντίθετα το ρωσικό κράτος έψαξε και βρήκε τον πατέρα του, τον παππού μου, εδώ στην Ελλάδα και τον τίμησε έμπρακτα.

    Στο τέλος της δεκαετίας του ’50, ο Ρώσος Πρέσβης, ερχόμενος στη Θεσσαλονίκη να εγκαινιάσει το τουριστικό περίπτερο της τότε ΕΣΣΔ, ήρθε στο χωριό μας στη Νέα Ζωή (τώρα Λουδίας), για να δει τον παππού μου, που ήξεραν πως έμενε εκεί.

    Καθώς ο παππούς μου καθόταν κάτω από τα δέντρα της αυλής, όπου έπινε τον καφέ του με τους άλλους γέροντες γείτονες, ο Πρέσβης, που νομίζω λεγόταν Σεργκέιεφ, αν θυμάμαι καλά, τον αγκάλιασε, δάκρυσαν, είπαν κάτι στα ρωσικά –θυμόταν ο παππούς μου τα ρωσικά – έδειξε πολύ χαρούμενος ο πρέσβης που γνώρισε τον πατέρα του Τριανταφύλλωφ και φρόντισε να παίρνει ο παππούς μου μια σύνταξη, καλή για κείνα τα χρόνια. Μ’ αυτήν χτίσαμε ένα άλλο καλύτερο σπίτι, γιατί το παλιό που μέναμε ήταν από πλιθιά, ανθυγιεινό και στενόχωρο.

    Και δεν ήταν η μοναδική τιμή από την πλευρά του ρωσικού κράτους. Μάθαμε πως έδωσαν αργότερα το όνομα του Τριανταφύλλωφ σε πυρηνικό υποβρύχιο και το όνομά του σε πολύ κεντρικό δρόμο της πρωτεύουσας της Οσετίας, στο Βλαντικαυκάς, που λέγεται «Ούλιτσα Τριανταφύλλοβα». Έχουμε πολλούς Πόντιους σ’ αυτήν την πόλη κι έχουμε και συγγενείς μας.

    Τ

    Μια τέτοια χαρισματική προσωπικότητά, μ’ ένα τέτοιο συγγραφικό έργο-γιατί πρόλαβε και έγραψε και άλλα βιβλία – χάνεται σ΄ ένα αεροπορικό δυστύχημα σε ηλικία μόλις 37 ετών. Ποια θα ήταν ίσως η συνέχεια, αν δεν είχε συμβεί αυτό;

    Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί μια ελάχιστη πιθανότητα, όπως ακούστηκε από κάποιους, ότι ίσως δεν επρόκειτο για αεροπορικό δυστύχημα… Αλλά εγώ δεν δέχομαι αυτήν την εκδοχή, γιατί δεν στηρίζεται σε λογικά επιχειρήματα.

    Είναι ο μόνος μη Σοβιετικός που είχε την τιμή να ενταφιαστεί στο Τείχος του Κρεμλίνου. Αυτό δε θα μπορούσε να συμβεί, αν είχε περιπέσει σε δυσμένεια. Το κύριο άρθρο της «Πράβδα» την ημέρα της κηδείας του είχε τον τίτλο «Η ζωή σταμάτησε», που ήταν και ο επικήδειος του Γκεγκόρωφ. Επιπλέον εξακολουθούν να εκδίδουν τα βιβλία του, με κορυφαίο το πρώτο του ’29, του οποίου τη θεωρία εφάρμοσε ο Στρατάρχης Ζούκωφ, ο μαθητής του, στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν συνάδουν λοιπόν όλ’ αυτά με μια πιθανή δυσμένεια.

    Επομένως, ανεξάρτητα από το τι θα είχε συμβεί, αν δεν είχε πεθάνει τόσο νέος, και μ’ αυτήν την σύντομη ζωή του αναδείχτηκε σε μια ξεχωριστή προσωπικότητα.

    Και ήταν για μένα πραγματικά μεγάλη χαρά να μπορέσω να μιλήσω γι αυτόν.

    http://faretra.info/2016/03/19/v-k-triantafillof-enas-ellinas-thammenos-sto-teichos-tou-kremlinou-daskalos-tou-zoukof-theoritikos-tis-polemikis-technis/

  8. /Ελληνες ήρωες στον Σοβιετικό Στρατό

    Τριανταφύλλοφ Βλαδίμηρος του Κυριάκου

    Τριανταφύλλοφ Βλαδίμηρος του Κυριάκου
    ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ
    VIDEO

    14.3.1894 – 12.19.1931
    Δεύτερος τη τάξει επιτελείου ΡΚΚΑ (Γενικό Επιτελείο του Κόκκινου Στρατού), εξέχων θεωρητικός της Στρατηγικής. Το 1929, το βιβλίο του «Χαρακτήρας των Επιχειρήσεων του Σύγχρονου Στρατού», προκάλεσε έντονο ενδιαφέρον. Όπως θυμάται ο Στρατάρχης Ζούκοβ «αμέσως έγινε ευρέως δημοφιλές». Το βιβλίο αναφερόταν σε θαρραλέες και βαθιές προτάσεις ανάπτυξης του στρατού της εποχής σχεδιάζοντας την πορεία της τεχνικής ανάπτυξης και οργάνωσης. Ο συγγραφέας, ειδικότερα, υποστήριξε ότι τα τεθωρακισμένα θα ήταν το κύριο όπλο ανάπτυξης σε μελλοντικό πόλεμο. Το βιβλίο επηρέασε τον τρόπο προετοιμασίας της ανώτατης, κυρίως, διοίκησης.

    Ελληνικής καταγωγής, γεννήθηκε στο χωριό Μαγκορότζι της περιοχής Κάρσκα ( που παλιότερα ήταν υπό την κατοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας), από οικογένεια χωρικών. Τα χρόνια του 1ου Π.Π. υπηρέτησε ως ναρκαλιευτής, ενώ στο τέλος του πολέμου, λόγω της μόρφωσής του (είχε κάνει σεμινάρια για δασκάλους), εστάλει σε σχολή κατώτερων αξιωματικών. Έλαβε 5 παράσημα για την ανδρεία του, τραυματίστηκε τρεις φορές και έφτασε ως τον βαθμό του υπολοχαγού. Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου μπήκε στο κόμμα των Επαναστατών Σοσιαλιστών. Κατά την Οκτωβριανή επανάσταση, ο Τριανταφύλλοβ συμμετείχε στην δημιουργία πολεμικών-επαναστατικών επιτροπών, στο ΝΔ μέτωπο.

    Οι στρατιώτες του τον επέλεξαν ως διοικητή του συντάγματος, και αργότερα έγινε διοικητής στρατιάς. Για την συμμετοχή του στον πόλεμο εναντίον της Κεντρικής Επιτροπής της Ουκρανίας, κηρύχθηκε «εκτός νόμου» από τους Ουκρανούς.

    Κληθείς το καλοκαίρι του 1918 στον Κόκκινο Στρατό, ο Τριανταφύλλοβ διοικούσε λόχο, μετά τάγμα από ευέλπιδες στρατιωτικής σχολής. Μετά την εξέγερση των αριστερών Επαναστατών Σοσιαλιστών κατά της Σοβιετικής διοίκησης, έφυγε απ΄ αυτό το κόμμα και πήγε στο Κομμουνιστικό Κόμμα. Τον Σεπτέμβριο του 1919 πηγαίνει στην Ακαδημία για Στρατηγούς και, όπως και οι υπόλοιποι που φοιτούσαν εκεί, μαζί με τα μαθήματα, λάμβανε μέρος και σε μάχες. Διοικώντας στρατιωτικά τμήματα και υπηρετώντας στο επιτελείο, πολέμησε στο Νότιο και Νοτιοδυτικό μέτωπα. Για την γενναιότητά του πήρε το παράσημο της Κόκκινης Σημαίας.

    Τελειώνοντας την Ακαδημία το 1923 στάλθηκε στο αρχηγείο του Κόκκινου Στρατού (ΡΚΚΑ). Εκείνο τον καιρό η Σοβιετική Ένωση εισερχόταν σε περίοδο ειρήνης και ο Τριανταφύλλοβ τοποθετήθηκε στην ομάδα των επιτελικών που ανάλαβε την σχεδίαση και αναθεώρηση του Στρατού.

    Δραστήριος όπως ήταν προωθούσε ριζοσπαστικές ιδέες και τον Οκτώβριο του 1928 διορίστηκε Υποδιοικητής του επιτελείου του ΡΚΚΑ.

    Ο ταλαντούχος αξιωματικός συνδύασε με επιτυχία τα διοικητικά του καθήκοντα με την επιστημονική έρευνα. Έγραψε βιβλία όπως τα: «Ο χαρακτήρας των επιχειρήσεων του σύγχρονου στρατού», «Πιθανή αριθμητική δύναμη μελλοντικών στρατών», «Θέματα προετοιμασίας στρατιωτικών επιτελών», κ.α.

    Ό Τριανταφύλλοβ, όπως γράφει ο ιστορικός του πολέμου Α.Β. Γκόλουμπεφ, «ήταν ένας από τους πρώτους σοβιετικούς στρατιωτικούς συγγραφείς, με μαρξιστική παιδεία. Στα έργα του ο Κόκκινος Στρατός πάντα παρουσιαζόταν ως ταξικός στρατός του Σοβιετικού Κράτους, έχοντας τέτοια προτερήματα και ιδιαιτερότητες όπως κανένας άλλος στρατός τότε».

    Μέσα στα καθήκοντά του στο επιτελείο, σκιαγράφησε τις αρχικές προϋποθέσεις για την προετοιμασία και εισαγωγή στον μελλοντικό πόλεμο, απεκάλυψε τις πιθανές ιδιαιτερότητες της αρχής ενός μελλοντικού πολέμου, κατάδειξε νέες στρατηγικές και τακτικές σε σχέση με την εμφάνιση νέων πολεμικών μηχανών.
    Του ανήκει μεγάλο μέρος στην δημιουργία της θεωρίας πολέμου του Κόκκινου Στρατού, που τέθηκε σε δοκιμασία στον Β’ Π.Π.

    Ο Τριανταφύλλοβ σκοτώθηκε σε αεροπορικό δυστύχημα κατά την διάρκεια εκτέλεσης στρατιωτικών καθηκόντων.

    http://www.redstar.gr/Foto_red/Soviet_Gr/trian.html

  9. ΓΙΑ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΤΣΕ-ΚΑ
    —————————————————–

    Η πρώτη πράξη της Τσε-Κα ήταν το σπάσιμο της απεργίας των δημοσίων υπαλλήλων του Πέτρογκραντ. Η μέθοδος ήταν δραστική -σύλληψη των πρωτεργατών- και η αιτιολόγησή της απλή: «Όποιος δεν θέλει να εργαστεί με τον λαό δεν έχει καμιά θέση μαζί του», διακήρυξε ο Ντζερζίνσκι, που έβαλε να συλληφθούν μερικοί σοσιαλεπαναστάτες και μενσεβίκοι βουλευτές, οι οποίοι είχαν εκλεγεί στη Συνταγματική Εθνοσυνέλευση.

    Αυτή η αυθαίρετη ενέργεια καταδικάστηκε πάραυτα από τον κομισάριο του λαού για τη Δικαιοσύνη, τον Στάινμπεργκ, έναν σοσιαλεπαναστάτη της Αριστεράς, που είχε εισέλθει στην κυβέρνηση μερικές μέρες πριν. Αυτό το πρώτο επεισόδιο ανάμεσα στην Τσε-Κα και τη Δικαιοσύνη έθετε το σημαντικό ερώτημα του υπερνομικού καθεστώτος αυτής της πολιτικής αστυνομίας. «Προς τι, λοιπόν, ένας κομισάριος του λαού για τη Δικαιοσύνη;», ρώτησε τότε ο Στάινμπεργκ τον Λένιν. «Ονομάστε τον καλύτερα κομισάριο του λαού για την κοινωνική εξόντωση και θα γίνει πιο κατανοητό!».

    «Εξαιρετική ιδέα», απάντησε ο Λένιν. «Ακριβώς όπως βλέπω τα πράγματα. Δυστυχώς, δεν μπορούμε να τον ονομάσουμε έτσι!».
    Στα μέσα Φεβρουάριου, ένα προσχέδιο διατάγματος που ακόμη και τα μέλη της -μεταξύ των οποίων φιγουράριζε, εκτός από τον Τρότσκι, ο Τσιουρούπα, κομισάριος του λαού για τον Εφοδιασμό- έκριναν φρόνιμο να απορρίψουν. Το κείμενο που είχε ετοιμάσει ο Λένιν, προέβλεπε ότι όλοι οι αγρότες θα υποχρεώνονταν να παραδώσουν το πλεόνασμά τους έναντι μιας αποδείξεως. Σε περίπτωση που δεν θα το παρέδιδαν εντός της προθεσμίας, οι παραβάτες θα τουφεκίζονταν. «Όταν διαβάσαμε αυτό το κείμενο μείναμε εμβρόντητοι», έγραψε ο Τσιουρούπα στα απομνημονεύματά του. «Η εφαρμογή ενός παρόμοιου διατάγματος θα οδηγούσε σε μαζικές εκτελέσεις. Τελικά, το σχέδιο του Λένιν εγκαταλείφθηκε».
    Η Τσε-Κα εξαπέλυσε την πρώτη της μεγάλη επιχείρηση τη νύχτα της 11ης προς τη 12η Απριλίου 1918. Περισσότεροι από χίλιοι άντρες των ειδικών της δυνάμεων κατέλαβαν εξ εφόδου καμιά εικοσαριά σπίτια που κατείχαν αναρχικοί. Στο τέλος μιας πολύωρης και λυσσώδους μάχης, 520 αναρχικοί συνελήφθησαν και 225 απ’ αυτούς εκτελέστηκαν συνοπτικά ως «κακούργοι», μια ονομασία που στο εξής θα χρησιμοποιούνταν για τους απεργούς εργάτες, τους λιποτάκτες που απέφευγαν τη στράτευση ή τους εξεγερμένους κατά των επιτάξεων αγρότες.
    Παίρνοντας το λόγο στις 29 Απριλίου του 1918 μπροστά στην Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή των Σοβιέτ, ο Λένιν διακήρυξε χωρίς περιστροφές: «Ναι, οι μικροί ιδιοκτήτες στάθηκαν στο πλευρό μας, εμάς των άλλων προλεταρίων, όταν χρειάστηκε να ανατρέψουμε τους γαιοκτήμονες και τους καπιταλιστές. Όμως τώρα οι δρόμοι μας χωρίζουν. Οι μικροϊδιοκτήτες αισθάνονται φρίκη για την οργάνωση και την πειθαρχία. Ήρθε ο καιρός να αποδοθούμε σε έναν αμείλικτο αγώνα, δίχως έλεος, ενάντια σε αυτούς τους μικροϊδιοκτήτες, τους μικροκατόχους». Μερικές μέρες αργότερα, ο κομισάριος του λαού για τον Ανεφοδιασμό διευκρίνιζε μπροστά στην ίδια συνέλευση: «Το λέω ανοιχτά: Εδώ πρόκειται για πόλεμο, γι’ αυτό θα αποκτήσουμε τα σιτηρά με τα τουφέκια». Και ο Τρότσκι υπερθεμάτιζε: «Το κόμμα μας υποστηρίζει τον εμφύλιο. Ο εμφύλιος είναι ο αγώνας για το ψωμί… Ζήτω ο εμφύλιος!».
    Από τη Μόσχα, ο Λένιν έστειλε τότε (Ιούλιος 1918) ένα γράμμα στον Ζινόβιεφ, πρόεδρο της επιτροπής του κόμματος των μπολσεβίκων του Πέτρογκραντ, ένα αποκαλυπτικό ντοκουμέντο ταυτοχρόνως για τη λενινιστική αντίληψη της τρομοκρατίας και μιας ξεχωριστής πολιτικής αυταπάτης…

    «Σύντροφε Ζινόβιεφ! Μόλις πληροφορηθήκαμε ότι οι εργάτες του Πέτρογκραντ επιθυμούν να απαντήσουν με την τρομοκρατία των μαζών στη δολοφονία του συντρόφου Βολοντάρσκι κι ότι εσείς (όχι εσείς προσωπικά, αλλά μέλη της κομματικής επιτροπής του Πέτρογκραντ) τους συγκρατήσατε. Διαμαρτύρομαι ενεργητικά! Εκτιθέμεθα: Από τη μια υιοθετούμε την τρομοκρατία των μαζών στις αποφάσεις των σοβιέτ κι από την άλλη, όταν έρχεται η ώρα της δράσης, φέρνουμε εμπόδια στην απόλυτα ορθή πρωτοβουλία των μαζών. Είναι α-πα-ρά-δε-κτο! Οι τρομοκράτες θα πιστέψουν ότι είμαστε μαλθακοί. Είναι ώρα πολέμου. Είναι απαραίτητο να ενθαρρύνετε την ενέργεια και το χαρακτήρα της μαζικής τρομοκρατίας που κατευθύνεται κατά των αντεπαναστατών, ειδικά στο Πέτρογκραντ, του οποίου το παράδειγμα είναι μεγάλης σημασίας.
    Με τους χαιρετισμούς μου.
    Λένιν»
    Στις 8 Αυγούστου 1918, ο Λένιν ζήτησε από τον Τσουριούπα, κομισάριο του λαού για τον Ανεφοδιασμό, να συντάξει ένα διάταγμα σύμφωνα με το οποίο, «σε κάθε επαρχία που παρήγε σιτηρά, 25 όμηροι που θα διαλέγονταν ανάμεσα στους πιο εύπορους θα πλήρωναν με τη ζωή τους την μη συμμόρφωση με το πλάνο της επίταξης».

    Επειδή ο Τσουριούπα έκανε τον κουφό, προβάλλοντας για δικαιολογία ότι ήταν δύσκολο να οργανωθεί μια τέτοια ομηρία, ο Λένιν τού έστειλε και δεύτερο σημείωμα, ακόμη πιο ξεκάθαρο: «Δεν προτείνω να συλλαμβάνονται οι όμηροι αλλά να υποδεικνύονται ονομαστικά σε κάθε επαρχία. Στόχος αυτής της ονομαστικής υπόδειξης είναι οι πλούσιοι, όπως είναι υπεύθυνοι για τη συνεισφορά τους, να είναι υπεύθυνοι -με τίμημα τη ζωή τους- για την άμεση πραγματοποίηση του σχεδίου επίταξης στην περιφέρεια τους».
    Στις 5 Σεπτεμβρίου 1918, η σοβιετική κυβέρνηση νομιμοποίησε την τρομοκρατία με το περίφημο διάταγμα «Περί Κόκκινης Τρομοκρατίας»: «Υπό τις παρούσες συνθήκες, είναι απολύτως απαραίτητο να ενισχύσουμε την Τσε-Κα […], να προστατέψουμε τη Σοβιετική Δημοκρατία εναντίον των ταξικών εχθρών της απομονώνοντάς τους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, εκτελώντας επιτόπου οποιονδήποτε σχετίζεται με οργανώσεις των Λευκοφρουρών, με συνωμοσίες, με ανταρσίες ή εξεγέρσεις, να δημοσιεύουμε τα ονόματα των εκτελουμένων εξηγώντας τους λόγους για τους οποίους στάλθηκαν στο απόσπασμα». Όπως το παραδέχτηκε στη συνέχεια ο Ντζερζίνσκι, «τα κείμενα της 3ης και της 5ης Σεπτεμβρίου 1918 μάς πρόσφεραν επιτέλους νόμιμα αυτό εναντίον του οποίου ακόμη και σύντροφοι μες στο Κόμμα είχαν μέχρι τότε διαμαρτυρηθεί, το δικαίωμα να ξεμπερδεύουμε επιτόπου, χωρίς να δίνουμε πουθενά λογαριασμό, με τα αντεπαναστατικά καθάρματα».
    Εκείνη την εποχή της Κόκκινης Τρομοκρατίας, ο Ντζερζίνσκι προχώρησε στην έκδοση μιας εφημερίδας, «Η Εβδομαδιαία της Τσε-Κα» που εγκωμίαζε απροκάλυπτα τις αρετές της πολιτικής αστυνομίας κι ενθάρρυνε τον «δίκαιο πόθο των μαζών για εκδίκηση». Στη διάρκεια έξι εβδομάδων και μέχρι την αναστολή της κυκλοφορίας της, με διαταγή της Κεντρικής Επιτροπής, σε μια στιγμή όπου η Τσε-Κα αμφισβητείτο από ένα ικανό αριθμό στελεχών των μπολσεβίκων, αυτό το εβδομαδιαίο φύλλο περιέγραφε χωρίς προσχήματα ούτε ντροπή τις συλλήψεις των ομήρων, τους εγκλεισμούς στα στρατόπεδα συγκέντρωσης, τις εκτελέσεις κ.λπ. Συνιστά λοιπόν μια επίσημη κατ’ ελάχιστον πηγή της Κόκκινης Τρομοκρατίας για τον Σεπτέμβριο και τον Οκτώβριο του 1918.

    Σε κάποια από τα φύλλα της διαβάζουμε ότι η Τσε-Κα του Νίζνι-Νόβγκοροντ, ιδιαιτέρως πρόθυμη για δράση κάτω από τις διαταγές του Νικολάι Μπουλγκάνιν -μελλοντικού ηγέτη του σοβιετικού κράτους από το 1954 ως το 1957- εκτέλεσε ήδη από τις 31 Αυγούστου 141 ομήρους -700 όμηροι είχαν συλληφθεί μέσα σε τρεις μέρες σε αυτή τη μεσαίου μεγέθους πόλη της Ρωσίας. (σε σχόλιο: http://www.pare-dose.net/4894)

  10. Μια αναφορά στην «επανάσταση των μπολσεβίκων» του Ζακ Σαντούλ
    Στην εργασία του Δήμου Μέξη με θέμα «Η ΕΣΣΔ μέσα από τα κείμενα των ιστορικών της» (Βλ. Διαβάζω, τεύχος 17 Φεβρουάριος 1979, σελ. 30-45) υπάρχει και η αναφορά στην Επανάσταση των μπολσεβίκων του Ζακ Σαντούλ.

    Ο Δήμος Μέξης χαρακτηρίζει το βιβλίο αυτό – που κυκλοφόρησε από τις Εκδόσεις Maspero το 1971 και στην Ελλάδα το 1975 από τις Εκδόσεις Μπουκουμάνη (μετάφραση Βάσος και Λιλίκα Γεωργίου) – ως «μεγάλου αρχειακού ενδιαφέροντος».

    «Πρόκειται – γράφει – για τα περίφημα γράμματα που έστειλε από την Πετρούπολη και τη Μόασχα προς τους Ρομαίν Ρολλάν και Αλβέρτο Τομά ο γάλλος λοχαγός της Γαλλικής Στρατιωτικής Αποστολής στη Ρωσία Ζακ Σαντούλ».

    Και συνεχίζει:

    «Ο Ζακ Σαντούλ ήταν σοσιαλιστής. Τα γράμματά του έχουν μεγάλη αναλογία με το ρεπορτάζ του Τζων Ρηντ [Δέκα μέρες που συγκλόνισαν τον κόσμο]. Έφτασε στην Πετρούπολη την 1.10.1917. Κι έζησε την κατάρρευση της προσωρινής κυβέρνησης του Κερένσκυ και το ξέσπασμα της Μεγάλης Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Στα γράμματα-σημειώσεις του καταγράφει τις εντυπώσεις του και τις στέλνει στη Γαλλία. Γράφοντας στον Ρομαίν Ρολλάν στις 14.7.1918, πολλούς μήνες αργότερα, θα δηλώσει: «δεν είμαι μπολσεβίκος!» … Αλλά με καλή πίστη παρατηρεί, μελετάει, σπουδάζει, αναλύει με κάθε ελευθερία πνεύματος τα γεγονότα, όπως διαπιστώνει από τον Ιούλιο του 1919 ο Ανρύ Μπαρμπύς. Κάνει αφαίρεση των προσωπικών του τάσεων και «βάζει τον σοσιαλισμό του κατά μέρος». Περιγράφει την εξέγερση και το Συνέδριο των Σοβιέτ στο Ινστιτούτο Σμόλνυ και τελειώνει το γράμμα του προς τον Αλβέρτο Τομά (26.10-7.11.1917) με τα λόγια: «Σήμερα ο μπολσεβικισμός είναι ένα γεγονός». Έχει κάθε λογής επαφές. Με τους ηγέτες των μπολσεβίκων Λένιν, Τρότσκυ, Κάμενεφ, κά. Με προσωπικότητες των κομμάτων της αντιπολίτευσης: μενσεβίκους, σοσιαλδημοκράτες, σοσιαλεπαναστάτες, αναρχικούς, σοσιαλιστές της δεξιάς, συνταγματικούς. Ακόμα και με μοναρχικούς. ….

    Οι πληροφορίες του Ζακ Σαντούλ αποκαλύπτουν μια άλλη πλευρά της Οκτωβριανής Επανάστασης … που έχει σχέση με τα προβλήματα των διεθνών σχέσεων και της εξωτερικής πολιτικής. Ο ίδιος πείθεται πως όλοι θέλουν να καταστρέψουν τη Ρωσία μόνο και μόνο γιατί έγινε χώρα σοσιαλιστική. Η εισβολή των «συμμάχων» στη Σοβιετική Ένωση δεν του αφήνει πια καμιά αμφιβολία για τον ιμπεριαλισμό της Δύσης. Η θέση του είναι με τους μπολσεβίκους του Β.Ι. Λένιν. Προσχωρεί και γίνεται ανεπιφύλακτα σύντροφός τους στο δραματικό αγώνα για την αποτροπή του θανάσιμου κινδύνου που διατρέχει η εργατική-αγροτική σοβιετική εξουσία. Οι Γάλλοι ιμπεριαλιστές τον δικάζουν στις 2.11.1919 σε θάνατο. Αυτός υπηρετεί στον εμφύλιο πόλεμο ως επιθεωρητής του Κόκκινου Στρατού. Το τελευταίο γράμμα του Ζακ Σαντούλ έχει ημερομηνία 17.1.1919. Απευθύνεται στον Ζαν Λογκέ, εγγονό του Καρλ Μαρξ και διευθυντή τότε της Ποπυλαίρ.

    Μιλάει για τον «απίστευτο κυνισμό της πολιτικής που ακολουθεί η Αντάντ στην κοινωνική επανάσταση της Ρωσίας»και αναφέρεται στην «πρόστυχη δουλειά του χωροφύλακα, σαμποτάζ, προβοκάτσιες και τις αντεπαναστατικές πράξεις» των αξιωματικών της Στρατιωτικής Αποστολής, που είναι «όλοι τους μαχόμενοι αντιδραστικοί, που έχουν βαθύ μίσος όχι μόνο για την επανάσταση αλλά και για τη δημοκρατία». Οι αποκαλύψεις του Ζακ Σαντούλ είναι συγκλονιστικές.

    Τα γράμματα-σημειώσεις του Ζακ Σαντούλ ήταν υποδείγματα ειλικρίνειας και καλής πίστης. Αποτελούν συγχρόνως προσωπικό ημερολόγιο, χρονικό και υπεύθυνη … [κατά την επίσημη ιδιότητά του] ως μέλους ξένης αποστολής έκθεση για πρόσωπα, πράγματα, θεσμούς και ιδέες μέσα στα δύο πρώτα χρόνια της Μεγάλης Σοσιαλιστικής Επανάστασης. Είναι αυθεντικά κείμενα αρχειακής αξίας (βλ. αξιολόγησή τους από Ανρύ Μπαρμπύς στην ελληνική έκδοση [1975] σελ. 13-27).

    Κώστας Π. Παντελόγλου

  11. Αναμνήσεις ενός επαναστάτη, Βικτόρ Σερζ (μέρος 1)

    Μια επανάσταση δεν πρέπει να θεωρείται ως ένα συμπαγές σύνολο
    παρά από μακριά∙ με τον καιρό μπορεί να συγκριθεί με ένα χείμαρρο που συμπαρασύρει
    ορμητικά το καλύτερο και το χειρότερο και αναχαιτίζει
    τα αληθινά ρεύματα της αντεπανάστασης

    Σπάνια μαρτυρία από την εποχή της γέννησης του αναρχοσυνδικαλισμού και την πορεία του διεθνούς σοσιαλιστικού/κομμουνιστικού κινήματος (από το 1880 περίπου μέχρι το 1940) αποτελεί το αυτοβιογραφικό αυτό βιβλίο του γνωστού Ρώσου συγγραφέα[1], του οποίου η «Υπόθεση Τουλάγιεφ» κατά τη γνώμη μου συγκρίνεται με το «Μηδέν και το άπειρο» του Άρθουρ Καίστλερ. Ο Βικτόρ Σερζ, αλλιώς Βικτόρ Λβόβιτς, προερχόμενος από το χώρο του αναρχισμού, συμμετείχε ενεργά στη μπολσεβικική επανάσταση, παρακολούθησε εκ των έσω όλες τις αντιφάσεις της δικτατορίας του προλεταριάτου, αγωνίστηκε για την εξάπλωση της διεθνοποίησης της επανάστασης· γρήγορα κατέφυγε στην Αριστερή Αντιπολίτευση (σε διεθνές επίπεδο), υποστήριξε πρώιμα τις τροτσκιστικές θέσεις, γλύτωσε απ τα νύχια του σταλινισμού προφανώς λόγω της διεθνιστικής του δράσης και της ακτινοβολίας του στο παγκόσμιο κομμουνιστικό κίνημα, ενώ προς το τέλος της ζωής του διαχώρισε τη θέση του κι απ τον Τρότσκι (πέθανε το 1947, εφτά χρόνια μετά τη δολοφονία του αρχηγού του Κόκκινου στρατού).

    Οι ιδιαίτερες συνθήκες κάτω από τις οποίες μεγάλωσε και έζησε ο Σερζ δίνουν μια ξεχωριστή οπτική στα ιστορικά γεγονότα στα οποία αναφέρεται, τα οποία διαμόρφωσαν με μοναδικό τρόπο την επαναστατική του συνείδηση. Γεννήθηκε το 1890, στις Βρυξέλλες «κατά τύχη», εφόσον ο πατέρας του, μπλεγμένος στο κόμμα της Λαϊκής θέλησης (Ναρόντναγια Βόλια) -υπεύθυνο για τη δολοφονία του τσάρου Αλέξανδρου Β΄-, εξαφανίστηκε από τη Ρωσία, διέσχισε τα αυστριακά σύνορα κολυμπώντας κάτω από τις σφαίρες των χωροφυλάκων και ξανάρχισε τη ζωή του καταφεύγοντας στη Γενεύη. Η φτώχεια ήταν απίστευτη εκείνη την εποχή και στις Βρυξέλλες, και στο Λονδίνο, και στο Παρίσι, όπως θα δούμε αργότερα. Έτσι, η μοίρα του φτωχού πανεπιστημιακού πατέρα ταυτίζεται με τη μοίρα του μετανάστη (Βέλγιο, Λονδίνο, Παρίσι, Ελβετία). Άλλωστε, από υποσιτισμό ο Βικτόρ έχασε και τον μικρότερο αδερφό του (απεχθανόμουν την καθημερινή πείνα των φτωχών παιδιών. Μέσα στα μάτια των παιδιών αυτών πίστευα ότι αναγνώριζα τις εκφράσεις του Ραούλ/ μου προξενούσε έκπληξη το ότι η θλίψη μπορούσε να περάσει και κατόπιν να εξακολουθήσει κανείς να ζει). Οι γονείς του, παρόλες τις αντίξοες συνθήκες διατήρησαν πάντα άσβεστη τη δίψα για γνώση (οι γονείς μου ταξίδευαν αναζητώντας τον άρτο τον επιούσιο και τις καλές βιβλιοθήκες), πάθος που το μεταβίβασαν στα παιδιά τους και μάλιστα, πάθος για «πρωτογενή» γνώση (δεν είχα πάει στο δημοτικό γιατί ο πατέρας μου περιφρονούσε αυτή «τη βλακώδη αστική διδασκαλία για τους φτωχούς» και δεν μπορούσε να πληρώσει για το κολλέγιο. Με διάβαζε ο ίδιος, λίγο και άσχημα. Το πάθος όμως για γνώση και η ακτινοβολία μιας ευφυΐας η οποία δεν τα πήγαινε ποτέ καλά με την απραξία, δεν οπισθοχωρούσε ποτέ μπροστά σε μια αναζήτηση ή ένα πόρισμα, αναδύονταν από μέσα του σε τέτοιο βαθμό που με μαγνήτιζαν κι έτρεχα στα μουσεία, στις βιβλιοθήκες, στις εκκλησιές, γέμιζα τετράδια με σημειώσεις σκαλίζοντας τις εγκυκλοπαίδειες. Έμαθα να γράφω χωρίς να ξέρω γραμματική. Η γνώση για μένα δε διαχωριζόταν απ τη ζωή, ήταν η ίδια η ζωή).

    Έτσι, η μπροσούρα του αναρχικού Κροπότκιν προς τους νέους (τι θέλετε να γίνετε; Μήπως δικηγόροι για να επικαλείσθε τον νόμο των πλουσίων που είναι εξ ορισμού ο μοναδικός; Γιατροί, για να θεραπεύετε τους πλούσιους και να συμβουλεύετε τους φτωχούς να διατρέφονται καλά; Αρχιτέκτονες, για να εγκαθίστανται σε ωραία σπίτια οι ιδιοκτήτες; κλπ κλπ) βρίσκει πρόσφορο έδαφος. Δεκαπέντε χρονών, έχοντας βιώσει ήδη μια βαριά απώλεια, τον αδερφό του), μπλέκεται στους αναρχικούς κύκλους και γίνεται μαθητευόμενος φωτογράφος· έχει ήδη συνειδητά ταχτεί σ έναν αγώνα που ξέρει ότι μπορεί να είναι και αδιέξοδος (απευθυνόμενος νοερά στον πατέρα του: θέλω να αγωνιστώ, όπως αγωνίστηκες και συ, όπως πρέπει να αγωνίζεται κανείς όλη του τη ζωή. Είσαι ηττημένος το βλέπω. Θα προσπαθήσω να έχω περισσότερη δύναμη ή περισσότερη τύχη. Δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνει κανείς).
    Πού να πας, τι να κάνεις μ αυτήν την επιτακτική ανάγκη για το απόλυτο, αυτή την επιθυμία να μπεις στη μάχη, αυτόν τον κρυφό πόθο να ξεφύγεις από όλα τα εμπόδια της πόλης και της ζωής, χωρίς δυνατότητα διαφυγής;
    Μας χρειάζεται ένας κανόνας. Να εκπληρώνεις κάτι και να προσφέρεις. Να είσαι.

    Και παρακάτω:

    Ήμασταν σοσιαλιστές: Νέοι Φρουροί. Μας είχαν σώσει οι ιδέες μας. Δεν υπήρχε λόγος να αποδείξουμε κάτι, ούτε χρειάζονταν υποστηρικτικά κείμενα για να υπάρξουν κοινωνικοί αγώνες. Ο σοσιαλισμός έδινε νόημα στη ζωή: τον αγώνα. Οι διαδηλώσεις ήταν μεθυστικές, κάτω από τις βαριές κόκκινες σημαίες, που είναι τόσο δύσκολο να κρατήσεις όταν έχεις κακοκοιμηθεί και δεν τρέφεσαι καλά.

    Σιγά σιγά άρχισε η διαμάχη μας όχι με τον σοσιαλισμό αλλά με όλα αυτά τα συμφέροντα τα καθόλου σοσιαλιστικά που υπήρχαν γύρω από το εργατικό κίνημα. Εισβάλλουν στο χώρο του, τον διαπερνούν, τον κατακτούν και τον βρομίζουν. (…) Η εκλογική πολιτική μάς εξόργιζε πιο πολύ απ όλα. Ήμασταν συγχρόνως, μου φαίνεται, πολύ δίκαιοι και πολύ άδικοι μέσα από την άγνοια της ζωής η οποία είναι γεμάτη περιπλοκές και συμβιβασμούς.
    Ήμασταν άπληστοι για το απόλυτο.

    Και:
    Εμείς θέλαμε μια αναρχική επανάσταση, δημοκρατική -χωρίς την υποκρισία και την ατολμία των αστικών δημοκρατιών-, εξισωτική, ανεκτική ως προς τις ιδέες και τους ανθρώπους. Από θεωρητική πλευρά, θέταμε πολύ άσχημα αυτά τα προβλήματα, ο μπολσεβίκος τα έθετε σίγουρα καλύτερα από μας· από ανθρώπινη πλευρά, ήμασταν μέσα στην αλήθεια πολύ περισσότερο απ ό, τι εκείνος.

    Έτσι, ο Βικτόρ Σερζ μπαίνει στη δίνη της εποχής του, μιας εποχής όπου όλη η Ευρώπη βράζει… Οι οξείες κοινωνικές αντιθέσεις δημιουργούν και έντονες αντιδράσεις, κοινωνικά κινήματα και ιδεολογικές αντιπαραθέσεις που ετοιμάζουν τη μεγάλη διεθνή επανάσταση αλλά και ενίσχυση των δυνάμεων καταστολής, πολλές διαψεύσεις και πισωγυρίσματα. Με τον απόηχο της Παρισινής Κομμούνας και της υπόθεσης Ντρέυφους, της δίκης της «συμμορίας του Μποννό», της εξέγερσης στην Καμπανία (Μάρτιος του 1917) ο Σερζ ωριμάζει μέσα στις αρχές του αναρχισμού. Έζησε άμεσα τα επαναστατικά κινήματα της Ευρώπης (Γαλλία, Βέλγιο, Ισπανία), είδε το ξέσπασμα του πρώτου παγκόσμιου πολέμου μέσα στη φυλακή του Παρισιού και στάλθηκε με την ανταλλαγή ομήρων στη Ρωσία παραμονές της ρωσικής επανάστασης. Μια επανάσταση που υποστηρίζει με όλη του την ψυχή παρόλο που διαισθάνεται ότι από την πρώτη μέρα έχει ήδη προδώσει τις αρχές της (η ρωσική επανάσταση δεν μπορεί να περιοριστεί σε μια αλλαγή πολιτικού καθεστώτος· η επανάσταση είναι, πρέπει να είναι κοινωνική. Αυτό πάει να πει ότι οι αγρότες θα επιβάλουν την εθνικοποίηση ή τουλάχιστον τον έλεγχο στις μεγάλες βιομηχανίες και τις τράπεζες. Ήμουν, χωρίς να το ξέρω, στη γραμμή του Λένιν).
    Ως αυτοβιογραφούμενος, ο συγγραφέας Βικτόρ Σερζ έχει χωρίσει την αφήγησή του σε χρονικές περιόδους μέχρι το 1941 περίπου, δίνοντας σε κάθε κεφάλαιο τίτλο όπου φαίνεται ξεκάθαρα η επαναστατική του οπτική.

    1. Ένας κόσμος χωρίς δυνατότητες διαφυγής
    Αναρχικά αδιέξοδα μέχρι το 1912

    Η αλήθεια θα σε κάνει ελεύθερο. Η ελευθερία θα σου κάνει καλό.
    Le revolté. Feuille de Propagande Anarchiste.

    Ψάχνοντας απελπισμένα για δουλειά, πρώτα στις Βρυξέλλες και στη συνέχεια στο Παρίσι (το Παρίσι μάς καλούσε, το Παρίσι του Ζολά, της Κομμούνας, της CGT, με τις μικρές εφημερίδες που τις τύπωναν με τρόμο ψυχής, το Παρίσι όπου ο Λένιν κάποιες φορές ετοίμαζε την Ίσκρα και μιλούσε στις συγκεντρώσεις των εμιγκρέδων, σε γειτονιές κλπ κλπ) μέσα στη φτώχεια και την ανασφάλεια, γνωρίζει προσωπικότητες όπως τον Ζωρές ή τον αναρχικό Albert Libertad (πάμφτωχος, κλοσάρ, ανάπηρος, βίαιος κι ελκυστικός έγινε η ψυχή ενός κινήματος που είχε εξαιρετικό δυναμισμό) και δουλεύει ως φωτογράφος, μεταφραστής, συντάκτης ή τυπογράφος σε διάφορες εκδόσεις.

    Διαμορφωμένος από αντιφάσεις, διαχωρισμένος σε τάσεις υπόγειες και μη, ο αναρχισμός απαιτούσε πάνω απ όλα τη συμφωνία ανάμεσα σε λόγο και πράξη. Γι αυτό και μεις φτάσαμε (εκείνη την εποχή) στην ακραία θέση όπου, μέσα από μια άτεγκτη διαλεκτική, κατέληγε κανείς, δια μέσου της επαναστατικότητας, να μην έχει πλέον ανάγκη την επανάσταση.
    Το δόγμα, που έγινε δικό μας, έλεγε: «Μην περιμένετε την επανάσταση. Αυτοί που υπόσχονται την επανάσταση είναι φαρσέρ όπως και οι άλλοι. Κάνε την επανάσταση σου εσύ ο ίδιος. Να είστε άνθρωποι ελεύθεροι, και να ζείτε σε συντροφικότητα».

    Ο αναρχικός ατομικισμός στον οποίο κατέληγαν κάτι τέτοιες σκέψεις, ήταν η αφορμή για την πιο οδυνηρή πραγματικότητα για μας τους ίδιους. Να είσαι ο εαυτός σου. Μόνο που αναπτυσσόταν πάλι σε μια πόλη – χωρίς πιθανότητα διαφυγής-, στο Παρίσι, σε μια απέραντη ζούγκλα όπου ένας πρωταρχικός ατομικισμός, διαφορετικά επικίνδυνος από τον δικό μας, ο πιο δαρβινικός ατομικισμός της πάλης για επιβίωση, ρύθμιζε όλες τις σχέσεις. Φεύγοντας από τους καταναγκασμούς της φτώχειας τους ξαναβρίσκουμε μπροστά μας. Να είσαι ο εαυτός σου θα αποτελούσε μια πολύτιμη εντολή και ίσως μια υψηλή εκπλήρωση, εάν ήταν κάτι το εφικτό· αυτό δεν αρχίζει να γίνεται δυνατόν παρά τότε μόνον όταν ικανοποιούνται οι πιο επιτακτικές ανάγκες του ανθρώπου (τροφή, κατάλυμα, ντύσιμο).

    Είναι η εποχή όπου οι αναρχικές ιδέες εξαπλώνονται και πολυάριθμοι σύντροφοι θα βρίσκονταν, σύντομα, μέσα σε αυτό που ονομάζουμε παρανομία, σε μια ζωή που δεν κινείται πια στο περιθώριο της κοινωνίας, αλλά στο περιθώριο του νόμου. Πίσω από τις ιδέες υπάρχει η απελπισία, η αίσθηση ότι τίποτα δεν μπορούμε να κάνουμε, ότι ο κόσμος στην ουσία του είναι απαράδεκτος, κι όπως έλεγε ο Ανατόλ Φρανς, «η ζωή δεν είναι ένα τόσο σπουδαίο αγαθό που θα ταν τρομερό να το χάσεις ή έγκλημα να το αφαιρέσεις από κάποιον». Είναι η εποχή όπου παραδέχεται ότι για τον Μαρξ δεν ήξερε σχεδόν τίποτα (στον συνδικαλισμό καταδικάζαμε έναν μελλοντικό κρατισμό εξίσου αμφίβολο με οτιδήποτε άλλο. Ο «εργατισμός» ως αντίδραση ενάντια στους πολιτικούς μάς φαινόταν κάτι πολύ περιορισμένο καθώς κουβαλούσε μέσα του το μικρόβιο ενός άλλου είδους αριβισμού…)

    Η διάψευσή του από το αναρχισμό επανέρχεται και αργότερα, όταν οι ατομικιστές κοροϊδεύουν την επανάσταση. «Δεν είστε στην πραγματικότητα υπέρ κανενός/ δεν θα πολεμήσετε ποτέ για τίποτα, γιατί για σας δεν αξίζει τίποτα στ αλήθεια/ είστε το προϊόν του εκφυλισμού των πάντων: της μπουρζουαζίας, των αστικών ιδεών, του εργατικού κινήματος, του αναρχισμού).

    Η μαρτυρία του Σερζ πάνω σ αυτήν την πτυχή της ιστορίας είναι πολύτιμη, γιατί γίνεται πολύ εκτεταμένη και συγκεκριμένη αναφορά σε άπειρες περιπτώσεις αναρχικών προσπαθειών στο Παρίσι, ενώ παράλληλα έχει ανοιχτή την πόρτα προς τη Ρωσία λόγω της διασύνδεσής του με το Ρωσικό Σοσιαλιστικό Κόμμα. Παρελαύνουν ονόματα όπως του Σορέλ (θεωρητικός του επαναστατικού συνδικαλισμού που στήριξε τη μπολσεβικική επανάσταση), του Φερράλ (ο Φερράλ μ έμπασε σ έναν τρομακτικό κόσμο, τον κόσμο της πιο μεγάλης φτώχειας, της στέρησης που έχει γίνει αποδεκτή, του τέλους του ανθρώπου κάτω από το λιθόστρωτο της μεγάλης πόλης), του Λαβρόφ, του αναρχικού παιδαγωγού Γκουάρντια, του αναρχικού Αλμερέυδα, του Μερλό κι άλλων εκδοτών, του Αλφρέντ Γκαρσέν (συγγραφέας, φασίστας που κατέληξε στην… αριστερά) κ.α.
    Έβλεπα με τρόμο τι μπορεί να κάνει η πόλη στον άνθρωπο, να τον περιορίσει στα ζωώδη ένστικτα του ψωριάρη, πεινασμένου, κυνηγημένου σκύλου… Ο κλοσάρ είναι ένα τελειωμένο, με θρυμματισμένες εσωτερικές αντιστάσεις πλάσμα που έχει μάθει να απολαμβάνει ασθενικά, αλλά και πεισματικά την ελάχιστη φυτική ζωή που του απομένει.
    Το αυθόρμητο κίνημα και οι μεγάλες διαδηλώσεις στο Παρίσι το 1904 τις ακολούθησαν η εκτέλεση του παιδαγωγού κι ελεύθερου στοχαστή Φρανθίσκο Φερρέρ (ιδρυτής της μοντέρνας σχολής της Βαρκελώνης), η εκτέλεση του Λιαμπέφ. Αργότερα (1912) η περίφημη δίκη της συμμορίας του Μποννό στέλνει πολλούς εκλεκτούς συντρόφους στο απόσπασμα. Δημιουργούνται αναρχικές παροικίες όπως η παροικία του Ε. Σαπελιέ στο Στόκελ όπου εγκαθίσταται ένας «πειραματικός κομμουνισμός». Γεγονότα σημαδιακά, κοινωνικές μάχες («μάχη του υπόκοσμου») που βίωσε έντονα ο έφηβος/νεαρός Σερζ κι έβαλαν τα θεμέλια στις κοινωνικές του αντιλήψεις (από την ημέρα της εκτέλεσης του Λιαμπέφ χρονολογείται η αποστροφή που μου προξενεί η θλίψη του θανάτου που δεν προέρχεται από το πρωτόγονο έγκλημα του υποβαθμισμένου, του παραπλανημένου, του μισότρελου, του απελπισμένου, αλλά προκαλείται από ένα συλλογικό έγκλημα που έχει διαπραχθεί με ψυχραιμία από ανθρώπους που έχουν περιβληθεί την εξουσία).

    Μετά τη μάχη για τον ιδεολόγο Φερρέρ, τον νυχτερινό αγώνα για τον απελπισμένο Λιαμπέφ, φάνηκε μέσα σε ποιο αδιέξοδο βρισκόταν στο Παρίσι το επαναστατικό κίνημα, συμπεριλαμβανομένων όλων των τάσεων….

    Είναι η περίοδος της «δεύτερης έκρηξης του αναρχισμού στη Γαλλία (η 1η είναι το 1891-94) που καταλήγει ασφαλώς άδοξα, με σκληρή καταστολή κι εκτελέσεις (ανάμεσα στα εκτεταμένα συνθέματα του Πιοτρ Κροπότκιν και του Ελυζέ Ρεκλύς και στον παροξυσμό του Albert Libertad, η έκπτωση του αναρχισμού μέσα στην καπιταλιστική ζούγκλα γινόταν προφανής).

    2. Ζεις για να νικήσεις (1912-1919)

    Απ αυτή τη δύσκολη παιδική ηλικία, απ αυτήν την ανήσυχη εφηβεία, απ αυτά τα τρομερά χρόνια δεν μετάνιωσα για τίποτα. Λυπάμαι αυτούς που μεγάλωσαν μέσα σ αυτόν τον κόσμο χωρίς να γνωρίσουν την άλλη όψη της απανθρωπιάς, χωρίς να συνειδητοποιήσουν το αδιέξοδο και το χρέος να αγωνιστούν -έστω και τυφλά- για τον άνθρωπο (…)
    Οι απέξω βρίσκονταν στο πιο ακραίο, στο πιο σκοτεινό, στο πιο οδυνηρό σημείο της ήττας.
    (…)
    Δεν ζει κανείς ποτέ μόνο με τον εαυτό του, δεν ζει κανείς ποτέ μόνο για τον εαυτό του, πρέπει να ξέρει ότι και η πιο οικεία σκέψη, η πιο προσωπική, συνδέεται με χιλιάδες δεσμούς με τη σκέψη του κόσμου.

    Το ξέσπασμα του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου σαν άγρια θύελλα απότομη στον καθαρό ουρανό βρίσκει τον Σερζ στη φυλακή σ ένα νησί του Σηκουάνα (σ ένα μικρό κλουβί στο πεδίο της μάχης/αυτή η θύελλα μού εξηγούσε τον κόσμο). Είναι βέβαια ακατανόητη για τους διεθνιστές επαναστάτες η ξαφνική μεταστροφή των Γερμανών σοσιαλδημοκρατών, των συνδικαλιστών, των Γάλλων σοσιαλιστών και αναρχικών στον πατριωτισμό, μέσω της αδελφοκτονίας… (αυτό το παραλήρημα, γι μας ανεξήγητο, συνόψιζε το αποκορύφωμα μιας κοινωνικής καταστροφής που έμελλε να κρατήσει πολύ χρόνο ακόμα). Όταν αποφυλακίζεται πηγαίνει στη Βαρκελώνη: από την άλλη πλευρά των Πυρηναίων απλώνονταν χώρες μέσα στη γαλήνη κι στην αφθονία, χωρίς πληγωμένους που αναρρώνουν, χωρίς αδειούχους που μετρούν ακόμη και τα λεπτά της ώρας, χωρίς πένθος, χωρίς βιασύνη για ζωή την παραμονή του θανάτου.
    Στη Βαρκελώνη, όπου η επαναστατική παράδοση οφείλει πολλά στον Μπακούνιν, παρακολουθεί το αναρχικό κίνημα που κορυφώνεται στην εξέγερση του 1917 (κορυφαία προσωπικότητα ο Σαλβαδόρ Σεγί). Η Κομμούνα, όπως αργότερα και η Ισπανική επανάσταση, γέννησε χιλιάδες ήρωες, εκατοντάδες αξιοθαύμαστους μάρτυρες, αλλά δεν απέκτησε αρχηγό. Με απασχολούσε πολύ γιατί μου φαινόταν πως με τη Βαρκελώνη βαδίζαμε προς μια δεύτερη Κομμούνα. Η ήττα, στις 19 Ιουλίου «σχεδόν χωρίς να αγωνισθούμε» γέμισε με εκατοντάδες πτώματα και τη μια πλευρά και την άλλη και έσβησε χωρίς να σταματήσει τη φόρα που είχε πάρει η εργατική τάξη…

    Το 1917 το σημαδεύει όχι μόνο η επανάσταση στη Βαρκελόνη και φυσικά, η ρωσική επανάσταση αλλά και οι εξεγέρσεις της Καμπανίας που, όπως λέει ο Σερζ, υπήρξαν πολύ σοβαρότερες απ όσο είχε ποτέ ανακοινωθεί και δείχνουν ότι η Γαλλία είχε μόλις βγει από μια επαναστατική κρίση που είχε καταπνιγεί. Η αποτυχία των εξεγέρσεων στρέφει τον Σερζ προς τη Ρωσία και ψάχνει τρόπο επαναπατρισμού αλλά περνά κάποιους μήνες χωρίς άδεια παραμονής πάλι στο Παρίσι, συλλαμβάνεται και φυλακίζεται σε στρατόπεδο συγκέντρωσης όπου οι εμπειρίες του και οι επαφές του με διάφορους αναρχικούς ήταν καθοριστικές προτού τον στείλουν με ανταλλαγή ομήρων στην Πετρούπολη, λίγο μετά το ξέσπασμα του Εμφύλιου πολέμου (1918, μετά τη διάλυση της Συντακτικής Συνέλευσης) και την απόπειρα δολοφονία του Λένιν από την αναρχική Ντόρα Καπλάν.
    Όλα όσα ξέραμε για τη γαλλική επανάσταση, για την Κομμούνα του Παρισιού, για το ρωσικό 1905, μας έδειχναν τη λαϊκή αναταραχή, τον αναβρασμό των ιδεών, τον ανταγωνισμό των ομάδων, των κομμάτων, των εφημερίδων, εκτός μόνο από την εποχή της Τρομοκρατίας. Περιμέναμε να αναπνεύσουμε τον αέρα της ελευθερίας στην Πετρούπολη, χωρίς αμφιβολία μιας ελευθερίας σκληρής ακόμη και βάναυσης απέναντι στους εχθρούς της, μιας ελευθερίας ωστόσο πλατιάς κι ενθαρρυντικής. Και βρήκαμε στην πρώτη εφημερίδα ένα ανούσιο άρθρο με την υπογραφή Γ. Ζινόβιεφ σχετικά με το «μονοπώλιο της εξουσίας». «Το Κόμμα μας κυβερνά μόνο του […] δεν θα επιτρέψει σε κανέναν […]. Είμαστε η δικτατορία του προλεταριάτου […] οι απατηλές δημοκρατικές ελευθερίες που απαίτησε η αντεπανάσταση…». Προσπαθήσαμε να δικαιολογήσουμε σκεπτόμενοι την κατάσταση πολιορκίας, τον θανάσιμο κίνδυνο, αλλά και το ένα και το άλλο μπορούσαν να δικαιολογήσουν τα γεγονότα, τα γεγονότα που άσκησαν βία στους ανθρώπους και στις ιδέες, όχι μια θεωρία καταστολής κάθε ελευθερίας.

    3. Η διάλυση και ο ενθουσιασμός (1919-20)

    Μπήκαμε σ έναν κόσμο θανάσιμα παγωμένο.
    Η φτώχεια, η στέρηση, η αρρώστια (τύφος), το κρύο είναι τα χαρακτηριστικά στην Πετρούπολη τα χρόνια αυτά μετά τη διάλυση της Συντακτικής συνέλευσης όπου έχουν ήδη ξεκινήσει ορισμένα εγκλήματα της επανάστασης (παρατίθενται επώνυμα και με συγκεκριμένες λεπτομέρειες). Μια ετοιμοθάνατη επανάσταση στραγγαλισμένη από τον αποκλεισμό, έτοιμη να μεταμορφωθεί στο εσωτερικό σε μια χαοτική αντεπανάσταση. Η ύπαιθρος λεηλατούσε συστηματικά την πόλη κι η πείνα αποδεκάτιζε τις μάζες. Οι Εβραίοι ζούνε το άγχος ενός προσεχούς πογκρόμ. Ο Ζινόβιεφ, πρόεδρος του σοβιέτ, είναι βέβαια αισιόδοξος. Ο Σερζ όμως εκτιμά ότι οι διανοούμενοι αντιμπολσεβίκοι ήταν περισσότεροι.

    Στη Μόσχα τα πράγματα φαίνεται να είναι λίγο καλύτερα. Όμως το καζάνι βράζει πολύ περισσότερο απ ό, τι μας έχει αφήσει να ξέρουμε η επίσημη ιστορία του ΚΚΣΕ… Οι μενσεβίκοι απαιτούν την κατάργηση της Τσεκά (η γνωστή φοβερή επιτροπή καταστολής της αντεπανάστασης, της κερδοσκοπίας και της λιποταξίας, συλλαμβάνοντας μαζικά τους ύποπτους, είχε την τύχη η ίδια να τακτοποιεί την τύχη τους, κάτω απ τον τυπικό έλεγχο του κόμματος, στην πραγματικότητα εν αγνοία του οποιουδήποτε). Νέες αναρχικές ενώσεις υποστηρίζουν νέες εξεγέρσεις και την Ομοσπονδία ελεύθερων κοινοτήτων.
    Είναι τόσες οι εκτελέσεις, οι φυλακίσεις, οι εκτοπισμοί που ο ίδιος ο Σερζ, ουσιαστικά άνθρωπος του συστήματος (χαρακτηριστικά, του πρότεινε ο Ζινόβιεφ να οργανώσει τις υπηρεσίες της Γ΄ Διεθνούς αλλά αρνήθηκε) καταδικάζει απερίφραστα τις μεθόδους της: είχε καταντήσει κράτος εν κράτει, με την κάλυψη του πολεμικού απορρήτου και των μυστικών διαδικασιών. (…) Θεωρώ τη δημιουργία της Τσεκά ως ένα από τα πλέον σημαντικά σφάλματα, τα πιο αδιανόητα που διέπραξαν οι μπολσεβίκοι που κυβερνούσαν, καθώς οι συνωμοσίες, ο αποκλεισμός και οι ξένες παρεμβάσεις τούς έκανα να χάσουν κάθε λογικό έλεγχο.(…) Ήταν άραγε επιβεβλημένο να επιστρέψουν σε διαδικασίες Ιεράς Εξέτασης; Στις αρχές του 1919 η Τσεκά δεν μπορούσε πια να ελέγξει την ψυχολογική διαστροφή και τη διαφθορά.

    Το 1919 ο Σερζ το αποκαλεί «τρομερή χρονιά». Γίνονται άλλωστε πολλές προσπάθειες αλλαγής καθεστώτος, όπως στη Γερμανία (Μόναχο, πρώτη συμβουλιακή Δημοκρατία της Βαυαρίας, που προήλθε από την παράξενη συμμαχία ανεξάρτητων, αναρχικών κ.α. ενώ δεν υποστηρίχτηκε από τους κομμουνιστές!-/ΠΡΟΣΟΧΗ: η γνωστή δημοκρατία της Βαϊμάρης που καταστάλθηκε άγρια τον Απρίλιο του 1919 ήταν η δεύτερη συμβουλιακή δημοκρατία)και στην Ουγγαρία (με επιτυχία). Είναι η εποχή της Γ΄ Διεθνούς, είναι η ήττα στην Εσθονία από τη Λευκή Στρατιά. Γενικότερα, η εξάπλωση του κομμουνισμού στη Δύση αποτυγχάνει .

    Ο Σερζ κάλυπτε εκείνη την εποχή μια πλειάδα λειτουργιών. Χάρη στη γλωσσομάθειά του, διηύθυνε την υπηρεσία των λατινογενών γλωσσών της Διεθνούς και τις εκδόσεις της, υποδεχόταν τους ξένους εκπροσώπους, συμπλήρωνε τα αρχεία της πρώην Οχράνα, ήταν στρατιώτης σε κομμουνιστικό τάγμα και ακόλουθος του Υπουργείου Άμυνας. Βλέπει ολοκάθαρα τα λάθη και τις αντιφάσεις του κόμματος (όπως θα φανεί και στο επόμενο κεφάλαιο), τα επισημαίνει και μας παραθέτει πολύτιμες, εξακριβωμένες μαρτυρίες. Παρόλ αυτά, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι:
    Η Ρωσία δε θα μπορούσε να αποφύγει την κόκκινη τρομοκρατία παρά μόνο αν είχε υποστεί τη λευκή· δεν θα μπορούσε να αποφύγει τη δικτατορία του προλεταριάτου παρά μόνο αν είχε υποστεί μια δικτατορία της αντίδρασης… Ο τρόπος με τον οποίο διατύπωναν την αγανάκτησή τους οι πιο οργισμένοι από τους διανοούμενους αντιμπολσεβίκους για να γίνουν πειστικοί, δυσανασχετώντας ως προς την αντεπανάσταση, μου αποκάλυπτε την αναγκαιότητα του μπολσεβικισμού.
    Και αλλού:
    Μέσα σε μια αιματοκυλισμένη Ευρώπη, αφανισμένη και αποβλακωμένη εκείνη την εποχή, ήταν προφανές για μένα, ότι ο μπολσεβικισμός είχε αναμφισβήτητα δίκιο. Σημασιοδοτούσε ένα νέο ξεκίνημα της ιστορίας.

    Παρόλο που ο Σερζ βλέπει το μπολσεβικισμό σα μοναδική λύση για να σωθεί η επανάσταση, φαίνεται να εντοπίζει αρκετά πρώιμα τις αντιφάσεις της πολιτικής των μπολσεβίκων (ή τις επισημαίνει εκ των υστέρων;) αλλά και των σοσιαλδημοκρατών. Λέει, π.χ., ότι η πλειοψηφία των μαρξιστών της αριστεράς, που είχαν προσχωρήσει στον μπολσεβικισμό, υιοθετούσαν μια αλαζονική στάση∙ οι λέξεις «δικτατορία του προλεταριάτου» τούς τα ερμήνευε όλα, μαγικά, χωρίς να τους περνάει από το μυαλό η ιδέα να αναρωτηθούν πού βρισκόταν, τι σκεφτόταν, τι αισθανόταν, τι έκανε ο προλετάριος δικτάτορας. Οι σοσιαλδημοκράτες, αντίθετα, είχαν κριτικό πνεύμα και έλλειψη κατανόησης.

    Προς το τέλος του εμφύλιου μαθαίνεται και το καταπληκτικό νέο, το τέλος της τρομοκρατίας! Ήταν η φήμη ότι θα καταργηθεί η ποινή του θανάτου, σταθερό αίτημα πολλών στελεχών, που σε συμφωνία με τον Λένιν και τον Τρότσκι, πρότειναν την παύση των εκτελέσεων. Δυστυχώς η διάψευση έρχεται γρήγορα και με πολύ σκληρό τρόπο. Το Πολιτικό Γραφείο, όπως κρίνει ο Σερζ έθετε το πρόβλημα της απόλυτης εξουσίας χωρίς να τολμά να το λύσει μέσα σε μια ψύχωση φόβου και άτεγκτης εξουσίας. Η λευκή τρομοκρατία μπορεί να δικαιολογεί τη βία, αλλά ο Σερζ υποστηρίζει ότι η σοσιαλιστική επανάσταση θα ήταν πολύ πιο δυνατή και πιο ξεκάθαρη αν οι άνθρωποι που κατείχαν την ανώτατη εξουσία, αγωνίζονταν να υπερασπίσουν και να εγκαθιδρύσουν, με όση ενέργεια απέδειξαν για να νικήσουν, τις αρχές του ουμανισμού απέναντι στον νικημένο εχθρό.

    4. Ο κίνδυνος βρίσκεται μέσα μας (1920-21)

    Είναι η εποχή που ο Σερζ την ονομάζει «πολεμικός κομμουνισμός»/πολιτική των επιτάξεων , ασκώντας σκληρή κριτική εφόσον είναι το αντίστοιχο του «καπιταλιστικός πόλεμος» (η λέξη «ολοκληρωτισμός» δεν υπήρχε ακόμη. Βρισκόμουν στην ανίσχυρη μειοψηφία που είχε συνείδηση της κατάστασης. Οι μεγάλες ιδέες του 1917 που είχαν επιτρέψει στο κόμμα των μπολσεβίκων να παρασύρει τις μάζες των αγροτών, τον στρατό, την εργατική τάξη και τη μαρξιστική διανόηση είχαν προφανώς πεθάνει). Ασκεί σκληρή κριτική κυρίως στον εξαναγκασμό και τη βία που επιβάλλονται σιγά σιγά, κάνοντας κάθε ελεύθερη σκέψη, δηλαδή κάθε κριτική σκέψη, επικίνδυνη.
    Είναι το σύστημα που για την πλειονότητα του πληθυσμού είναι πολύ δύσκολο να ζεις… («το εργαλείο είναι εξαιρετικό, αλλά η σούπα χάλια!»). Ελάχιστο το φαγητό των κρατικοποιημένων συνεταιρισμών, έλλειψη θέρμανσης, κρύο, τύφος αλλά κυρίως… «κομισαριοκρατία». Οι χωρικοί ζητούν, με βίαιο πολλές φορές τρόπο τον τερματισμό των επιτάξεων. Το κόμμα αγνοούσε ότι ο Τρότσκι είχε προτείνει την κατάργηση των επιτάξεων. Στις αντιδράσεις στο πνεύμα του «πολεμικού κομμουνισμού» ο Λένιν δηλώνει ότι δεν έχει καμιά πρόθεση να μπει σε μια διαδικασία συνθηκολογήσεων με την αγροτική αντεπανάσταση.

    Το δράμα του αναρχισμού θα αποκτούσε, με την εξέγερση της Κροστάνδης, μια σημασία ιστορική. Ήδη η μπολσεβικική δικτατορία έχει δημιουργήσει καμιά πενηνταριά εστίες αγροτικών εξεγέρσεων («κίνημα ένοπλων αγροτών»), κι έξαρση του διεθνικού αναρχισμού (καμιά τριανταριά αναρχικές οργανώσεις)∙ οι αναρχικοί προετοιμάζουν το Συνέδριό τους (οι αρχηγοί συλλήφθηκαν από την Τσεκά και οι περισσότεροι εξουδετερώθηκαν βίαια), ενώ οι «κομμουνιστές εργάτες» είχαν αρχίσει να επαναστατούν. Τα επεισόδια και οι απεργίες είναι συνεχείς -ο Τρότσκι πρότεινε τη συγχώνευση των συνδικάτων και του κράτους ενώ ο Λένιν επέμενε στην αρχή της συνδικαλιστικής αυτονομίας και στο δικαίωμα της απεργίας, με την ολοκληρωτική υποταγή όμως των συνδικάτων στο κόμμα. Παρά τις υποσχέσεις (αμνήστευση και νομιμοποίηση), οι αναρχικοί και οι μενσεβίκοι τέθηκαν εκτός νόμου. Ο Σερζ δηλώνει ότι ήταν το μόνο μέλος του κόμματος που ήταν αποδεκτό από τους αναρχικούς ως ένας από τους συντρόφους τους.

    Η τραγωδία στην Κροστάνδη ξεκινά με τη διάδοση της ψευδούς είδησης ότι «η Κροστάνδη πέρασε στα χέρια των λευκών» (αυτό ίσως να ήταν και το πιο σοβαρό, τελικά. Το χειρότερο ήταν ότι το επίσημο ψέμα μάς παρέλυε. Το να ψεύδεται έτσι το κόμμα απέναντί μας ήταν κάτι που δεν είχε συμβεί ποτέ στο παρελθόν). Ο Σερζ, παρόλο που ακόμα υποστηρίζει τον μπολσεβικισμό, αναγνωρίζει ότι ο Τύπος ήταν κυριολεκτικά βυθισμένος μέσα στο ψέμα. Και ήταν ο δικός μας Τύπος, ο Τύπος της επανάστασής μας, ο πρώτος σοσιαλιστικός, δηλαδή αδιάφθορος και ανιδιοτελής Τύπος. Καταδικάζει τις συλλήψεις της Τσεκά και αποδίδει απερίφραστα ευθύνες σε μέλη του κόμματος και σε λάθος χειρισμούς (από την πρώτη στιγμή, ενώ ήταν εύκολο να κατευνάσουν την κρίση, οι μπολσεβίκοι αρχηγοί δεν θέλησαν να χρησιμοποιήσουν παρά την οδό της βίας). Το Πολιτικό Γραφείο έστειλε τελεσίγραφο υπογραμμένο από Τρότσκι-Λένιν «Παραδοθείτε, ειδάλλως θα πυροβοληθείτε σαν τα κουνέλια».

    Ο Βικτόρ Σερζ φωτίζει με την προσωπική του μαρτυρία όλα αυτά τα γεγονότα, καταδεικνύοντας με στοιχεία τα λάθη και τις αντιφάσεις και καταγράφοντας άπειρα συγκεκριμένα περιστατικά. Παρά το άγχος όμως που του προκαλούσε η «απόλυτη καταστολή κάθε δημοκρατίας», ήταν ακόμα αισιόδοξος. Πρόκειται για μια περίοδο πολύ δύσκολη, με πολλές αντιφάσεις και πισωγυρίσματα, με λάθη και διαψεύσεις. Π.χ., ο ίδιος ο πράος και μειλίχιος Λένιν που αναγνωρίζει την αναγκαιότητα της ελευθερίας του Τύπου, και υπόσχεται ένα κράτος τελείως διαφορετικό από τα παλιά αστικά κράτη, «χωρίς κρατικούς υπαλλήλους και αστυνομικούς απέναντι στο λαό», δε διστάζει να συγκατατεθεί στις αμέτρητες συλλήψεις κι εκτελέσεις των αναρχικών. Ιδιαίτερα μετά την Κροστάνδη, ένα κύμα σκεπτικισμού διαχέεται στους κύκλους του Σερζ, ενώ το χάσμα μεταξύ κομμουνιστών και ελευθεριακών γίνεται ανυπέρβλητο.
    Το επόμενο βήμα διάψευσης είναι η αναγγελία της Νέας Οικονομικής Πολιτικής από τον Λένιν, την άνοιξη του 1921, που ο Σερζ χαρακτηρίζει ως «μετριοπαθή παλινόρθωση του καπιταλισμού». Η νέα πολιτική καταπράυνε την πείνα γεννώντας το αίσθημα της αποκατάστασης της ειρήνης, αλλά αφόπλιζε τους οπαδούς της από το κριτικό τους πνεύμα∙ φαίνονταν σα να καταλαβαίνουν την ένταξη σαν μια παραίτηση από το δικαίωμα του σκέπτεσθαι. Η παράταση της τρομοκρατίας μετά τη λήξη του εμφυλίου ωθεί πολλούς συντρόφους να εγκαταλείψουν την πολιτική ή… τη Ρωσία. Ανάμεσά τους ο Σερζ που φεύγει για Κεντρική Ευρώπη, που φαινόταν να είναι η εστία των προσεχών γεγονότων (αν ο κίνδυνος βρισκόταν μέσα μας, μέσα μας έπρεπε να βρίσκεται και η σωτηρία).

    [1] «Σερζ» είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο του Βικτόρ- Ναπολεόν Λβόβιτς, γιου του Λέοντος Κιμπάλμπιτς
    http://anagnosi.blogspot.gr/2015/01/1.html

  12. 1921: Η ΑΠΑΡΧΗ ΤΗΣ ΑΝΤΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ;
    ΜΑΪΟΥ 11, 2014

    ISVESTIAΚΑΤΕΒΑΣΤΕ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ ΣΕ ΜΟΡΦΗ PDF

    «Σήμερα είμαστε μάρτυρες της τραγωδίας μιας κοινωνικής επανάστασης που περιορίστηκε εντός εθνικών συνόρων εξαιτίας της παθητικότητας των λαών της Ευρώπης, που είχαν απέναντί τους ευφυείς και καλά εξοπλισμένες αντιδραστικές δυνάμεις. Έτσι, αυτή περιήλθε σε κατάσταση ασφυξίας και ήταν αναγκασμένη να προσπαθεί να κερδίσει χρόνο απέναντι στον εχθρό, τόσο τον εσωτερικό όσο και τον εξωτερικό. Έχουμε δει πολλά λάθη να διαπράττονται, πολλά σφάλματα να αποκαλύπτονται και, από μια ελευθεριακή σκοπιά, πολλές πολύτιμες αλήθειες να επιβεβαιώνονται».
    Αυτά έγραφε ο Βικτόρ Σερζ τον Ιούνιο του 1921 στον πρόλογο του έργου του «Οι αναρχικοί και η εμπειρία της Ρωσικής Επανάστασης». Το έργο αυτό[1] ήταν μια έκκληση προς τους αναρχικούς ν’ αναγνωρίσουν ό,τι ήταν προλεταριακό και θετικό στην Οκτωβριανή Επανάσταση. Παρ’ όλο που γράφτηκε πριν από την εξέγερση της Κροστάνδης, τον Μάρτιο του 1921, κατά των μπολσεβίκων, ο Σερζ δεν αναφέρεται καθόλου σ’ αυτή την τραγωδία στον πρόλογό του, που γράφτηκε λίγους μήνες αργότερα. Λέει μάλιστα ότι τα συμπεράσματά του είναι «σήμερα πιο αληθή απ’ ότι ήταν πριν από έναν χρόνο». Αυτό που τονίζεται στο απόσπασμα είναι το γεγονός ότι η απομόνωση της «κοινωνικής επανάστασης» σε μία επικράτεια είχε γίνει τώρα ένα δυσβάστακτο βάρος. Η Κροστάνδη όχι μονάχα έριξε μια «λάμψη φωτός που φώτισε την πραγματικότητα», όπως έγραψε ο Λένιν, αλλά τα γεγονότα του 10ου Συνεδρίου του Κόμματος (υιοθέτηση της ΝΕΠ[2], απαγόρευση των φραξιών), η αποτυχία της Δράσης του Μαρτίου στη Γερμανία[3] και η υιοθέτηση της πολιτικής του ενιαίου μετώπου από το Τρίτο Συνέδριο της Κομιντέρν, κάνει το 1921 μια σημαντική χρονιά σε σχέση με τον εκφυλισμό τόσο της ρωσικής όσο και της διεθνούς επανάστασης. Σκοπός αυτού του άρθρου είναι να αποτιμήσει τη σημασία αυτής της παρακμής που έλαβε χώρα πριν από ογδόντα χρόνια.
    Πριν από εκατόν τριάντα χρόνια η Παρισινή Κομμούνα του 1871 έδωσε μια πρώτη ιδέα για το τι η εργατική τάξη μπορεί να πετύχει και για το ότι μπορεί να διοικήσει την κοινωνία. Ύστερα, όμως, από 74 μέρες η Κομμούνα συνετρίβη από την αστική κυβέρνηση του Θιέρσου, με την υποστήριξη της διεθνούς εξουσίας της αστικής τάξης. Επειδή περιορίστηκε σε μία πόλη, απομονώθηκε και ηττήθηκε, με αποτέλεσμα είκοσι χιλιάδες παρισινοί εργάτες να εκτελεστούν εν ψυχρώ μέσα σε μία μόνο εβδομάδα, τον Μάιο του 1871. Ως αντίποινα οι κομμουνάροι εξετέλεσαν τους αστούς που κρατούσαν ομήρους. Ο αριθμός των θυμάτων της άρχουσας τάξης που σκότωσαν οι κομμουνάροι ήταν ογδόντα τέσσερα άτομα. Πάντα η λευκή τρομοκρατία της άρχουσας τάξης υπερβαίνει σε αριθμό και σε φρίκη την κόκκινη τρομοκρατία της εργατικής τάξης. Όπως σημειώνει ο Μαρξ, το πρόβλημα της Κομμούνας ήταν ότι παρέμεινε απομονωμένη σε μία πόλη. Το πρόβλημα του ρωσικού προλεταριάτου ήταν ότι η επανάστασή του απομονώθηκε σε μία χώρα.
    Η Ρωσική Επανάσταση του Οχτώβρη του 1917 παραμένει η μοναδική περίπτωση στην ιστορία όπου η εργατική τάξη ανέτρεψε την καπιταλιστική κρατική εξουσία σε μια ολόκληρη επικράτεια. Γι’ αυτό τον λόγο εξακολουθούμε να την μελετούμε και προσπαθούμε να την κατανοήσουμε. Το πρωταρχικό ζήτημα είναι το εξηγήσουμε το πώς από μια επανάσταση που ξεκινά με τη φιλοδοξία να απελευθερώσει την εργατική τάξη, και με τον τρόπο αυτό ολόκληρη την ανθρωπότητα, η κατάσταση τελικά εξελίχθηκε, από το 1928, στη δημιουργία ενός από τα μεγαλύτερα τυραννικά καθεστώτα του εικοστού αιώνα. Ανατρέχοντας στα γεγονότα που συνέβησαν πριν από ογδόντα χρόνια, με το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσεως, μπορούμε να αντιληφθούμε ότι το 1921 ήταν το σημείο καμπής για την ήττα της επανάστασης. Εκείνη την περίοδο το γεγονός αυτό δεν έγινε αντιληπτό από πολλούς από αυτούς που είχαν συμμετάσχει στην επανάσταση. Το ότι, όμως, το 1921 ήταν ένα έτος κρίσης μπορούσε να ιδωθεί ξεκάθαρα. Πάνω από ένα εκατομμύριο ήταν οι νεκροί από τον λιμό που ενέσκηψε ύστερα από τη λήξη του εμφυλίου πολέμου και πολλοί περισσότεροι ήταν οι θάνατοι από τύφο και άλλες ασθένειες. Το ξέσπασμα απεργιών κατά του Συμβουλίου των Λαϊκών Κομισάριων[4] (Σοβναρκόμ) και η εξέγερση της Κροστάνδης κατέδειξαν τη σοβαρότητα της κατάστασης. Επιπλέον, η παγκόσμια επανάσταση δεν πραγματοποιήθηκε, εν αντιθέσει με τις προσδοκίες των μπολσεβίκων ηγετών, αλλά, απεναντίας, υπέστη ένα καίριο πλήγμα με την ήττα της Δράσης του Μαρτίου στη Γερμανία.
    Μέλημά μας εδώ δεν είναι απλώς να καταγράψουμε τα γεγονότα, αλλά να δούμε τη σημασία τους για ‘μάς σήμερα. Γνωρίζουμε ότι δεν θα υπάρξει ξανά επανάσταση που θα είναι σαν τη ρωσική. Ούτε εμφορούμαστε από τη «συγκαταβατικότητα του παρόντος»[5], για να χρησιμοποιήσουμε την έκφραση του E.Π. Τόμσον[6]. Οι επαναστάτες που επιδιώκουν απλώς να αναπαραγάγουν πιστά ό,τι έγινε στη Ρωσία (όπως κάνουν εκείνοι οι τροτσκιστές που θεωρούν ότι το ζήτημα της ηγεσίας είναι απλώς ζήτημα τοποθέτησης των κατάλληλων ατόμων σε στρατηγικές θέσεις) αξίζουν μονάχα τη χλεύη. Πρέπει να αποφύγουμε την παγίδα στην οποία πέφτουν πολλοί μαρξιστές και επαναστάτες που αντικρίζουν το παρελθόν ως προσχέδιο του μέλλοντος. Ωστόσο, μονάχα μελετώντας αυτό που συνέβη πραγματικά μπορούμε να εξοπλιστούμε για τους αγώνες που έχουμε μπροστά μας. Το πρώτο μας βήμα είναι να εξετάσουμε ποια είναι η σημασία του παρελθόντος.
    1918-21

    Οπωσδήποτε μερικοί «ελευθεριακοί μαρξιστές»[7] και αναρχικοί θα αναφωνήσουν ότι η επανάσταση χάθηκε πολύ πριν από το 1921. Δεν αρνούμαστε ότι η σοβιετική εξουσία στην επικράτεια της Ρωσικής Σοσιαλιστικής Ομοσπονδίας Σοβιετικών Δημοκρατιών (η ονομασία ΕΣΣΔ δεν υιοθετήθηκε πριν από το 1923) ήταν τέτοια μονάχα κατ’ όνομα ήδη από τα τέλη του 1920 (αν και υπήρχαν ήδη αρνητικές ενδείξεις από το 1919)[8]. Ούτε αρνούμαστε τις υπερβολές της Τσέκα στον Εμφύλιο Πόλεμο, κατά τη διάρκεια του οποίου μετατράπηκε σε κράτος εν κράτει. Όμως, η Κόκκινη Τρομοκρατία ήταν αποτέλεσμα του εμφυλίου πολέμου. Τον Νοέμβριο του 1917 οι μπολσεβίκοι άφησαν ελεύθερους πρώην τσαρικούς στρατηγούς, οι οποίοι έδωσαν τον λόγο τους ότι δεν θα πάρουν τα όπλα εναντίον τους. Ύστερα από λίγους μήνες οι ίδιοι τσαρικοί στρατηγοί όχι μονάχα βρίσκονταν επικεφαλής στρατιωτικών εισβολών κατά της Ρωσίας, με τον εξοπλισμό του βρετανικού και του γαλλικού ιμπεριαλισμού, αλλά κυριολεκτικά σταύρωναν κάθε εργάτη που υποψιάζονταν ότι συμπαθούσε τους μπολσεβίκους. Παρ’ όλο που σε αυτόν τον ταξικό πόλεμο και οι δύο πλευρές προσέφυγαν στον τρόμο, δεν το έκαναν διόλου στην ίδια κλίμακα. Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε τη μαρτυρία του Αμερικανού Κυβερνήτη της Σιβηρίας, στρατηγού Γουίλιαμ Σ. Γκρέιβς[9], ο οποίος γράφει σε αναφορά του ότι:
    «Ασφαλώς κυριολεκτώ όταν λέω ότι στην Ανατολική Σιβηρία οι αντιμπολσεβίκοι σκοτώνουν εκατό ανθρώπους για κάθε έναν που σκοτώνεται από τους μπολσεβίκους».[10]
    Ούτε ισχυριζόμαστε ότι η επανάσταση είχε καταργήσει τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής. Απεναντίας, όταν οι μπολσεβίκοι ήρθαν στην εξουσία βρέθηκαν αντιμέτωποι με την πλήρη οικονομική κατάρρευση. Αφού τουλάχιστον το 60% της βιομηχανίας ήταν αφιερωμένο στην πολεμική παραγωγή, η επίτευξη της ειρήνης σήμαινε ανεργία. Όπως παρατήρησε ο Έντουαρτ Άρνολντ:
    «Λόγω της Οκτωβριανής Επανάστασης η χώρα υπέστη μια οικονομική κατάρρευση της ιδίας κλίμακας που θα είχε η εκδήλωση μιας σύγχρονης επιδημίας πανώλης… Η πρωτεύουσα δεν έχασε λιγότερο από ένα εκατομμύριο κατοίκους τους πρώτους έξι μήνες μετά τον Οχτώβρη, καθώς οι εργάτες ξεχύνονταν έξω από την πρωτεύουσα αναζητώντας ψωμί».[11]
    Ακόμη και οι εργάτες που είχαν δουλειά έπρεπε να περνούν τον χρόνο τους αναζητώντας τροφή, ενώ η κατάσταση επιδεινώθηκε από τις μαζικές κοπάνες. Οι προσπάθειες των μπολσεβίκων εκείνη την περίοδο που είχαν στόχο να ενισχύσουν οι εργοστασιακές επιτροπές την εργασιακή πειθαρχία οδήγησε στην εκλογή νέων αντιπροσώπων που ήταν πιο ενδοτικοί απέναντι στα εργατικά αιτήματα. Τελικά, οι εργοστασιακές επιτροπές άρχισαν να ενδιαφέρονται περισσότερο για την εργασιακή πειθαρχία και την παραγωγή. Για την αναρχική-ελευθεριακή δαιμονολογία αυτό οφείλετο, ασφαλώς, στο ότι οι μπολσεβίκοι είχαν καταπνίξει την εργατική πρωτοβουλία μέσα στις εργοστασιακές επιτροπές. Αυτή η άποψη, ωστόσο, είναι πολύ απλουστευτική. Όπως κατέδειξε ο Σ. Σμιθ στο βιβλίο του RedPetrograd:
    «(…) δεν μπορεί να δει κανείς σ’ αυτό το γεγονός τον θρίαμβο του μπολσεβίκικου κόμματος επί των εργοστασιακών επιτροπών. Στην αρχή οι επιτροπές είχαν αναλάβει τόσο τη διατήρηση της παραγωγής όσο και τον εκδημοκρατισμό της εργοστασιακής ζωής, αλλά οι συνθήκες που επικρατούσαν στη βιομηχανία ήταν τέτοιες ώστε οι δύο αυτοί στόχοι να συγκρούονται τώρα μεταξύ τους». (σ. 250-1).[12]

    Όμως, ο εμφύλιος πόλεμος απαιτούσε τώρα από την επανάσταση έναν ακόμη βαρύτερο φόρο αίματος. Το Μπολσεβίκικο Κόμμα ήταν το 1917 ένα κόμμα που αποτελούνταν κατεξοχήν από εργάτες. Από το 1920 αυτοί οι εργάτες είχαν γίνει αξιωματούχοι του Κόκκινου Στρατού, της Τσέκα και της γραφειοκρατίας. Το 1922 πάνω από τα δύο τρίτα των μελών του κόμματος κατείχαν κάποιου είδους διοικητική θέση. Ταυτόχρονα, ο πόλεμος κατά της ιμπεριαλιστικής εισβολής και κατά των Λευκών είχε οδηγήσει σε ύφεση την εσωκομματική ζωή. Οι συζητήσεις στο εσωτερικό του κόμματος έφθιναν και όλο και περισσότερο τα τοπικά αιρετά αξιώματα τα αναλάμβαναν οι κατά τόπους κομματικοί γραμματείς διορίζοντας απλώς αντιπροσώπους για τα ανώτερα όργανα. Η πρακτική του δημοκρατικού συγκεντρωτισμού εντός του κόμματος, σύμφωνα με την οποία όλα τα κατώτερα όργανα εκλέγουν όλα τα ανώτερα, είχε κατ’ ουσίαν καταργηθεί. Αυτό που απέμεινε ήταν μονάχα ο συγκεντρωτισμός. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν να γίνει γραμματέας του κόμματος ένας Στάλιν και να έχει υπό την καθοδήγησή του τους τοπικούς γραμματείς για να πάρει στα χέρια του όλους τους μοχλούς της εξουσίας. Αλλά αυτό ήταν ακόμα ένα μελλοντικό ζήτημα. Όταν ο Σερζ έφθασε τον Ιανουάριο του 1919 στην Πετρούπολη, αφού απελάθηκε από την Γαλλία, αναφέρει τα εξής:
    «Μπήκαμε σε έναν κόσμο θανάσιμα παγωμένο. Ο σταθμός της Φιλανδίας που λαμπύριζε από το χιόνι, ήταν έρημος… Μας πρόσφεραν σε ένα κέντρο υποδοχής ελάχιστες μερίδες μαύρου ψωμιού και παστό ψάρι. Ποτέ μέχρι τώρα κανείς από μας δεν είχε γευτεί τέτοια άθλια τροφή. Νεαρές γυναίκες με κόκκινες κορδέλες και νεαροί αγκιτάτορες με γυαλιά μάς συνόψιζαν την κατάσταση: ‘Πείνα, τύφος, αντεπανάσταση παντού. Η παγκόσμια επανάσταση, όμως, θα μας σώσει’».[13]
    Η πίστη στην παγκόσμια επανάσταση ήταν, πράγματι, αυτή στην οποία στήριζε όλες τις ελπίδες της η ρωσική εργατική τάξη, ακόμη και στις αρχές του 1921, όταν είχε υποφέρει και εξακολουθούσε να υποφέρει τόσο πολύ. Οι νεαροί οικοδεσπότες του ρώτησαν τον Σερζ «τι περιμένει το γαλλικό προλεταριάτο για να επαναστατήσει;», αλλά το γερμανικό προλεταριάτο ήταν αυτό στο οποίο οι περισσότεροι μπολσεβίκοι στήριζαν τις μεγαλύτερες ελπίδες τους.

    Η Τρίτη (Κομμουνιστική) Διεθνής

    Το μπολσεβίκικο πρόγραμμα δεν μπορεί να κατανοηθεί στο σύνολό του παρά μόνο σε σχέση με τον διεθνή χαρακτήρα του. Η σταθερή του αντίθεση στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914 ξεχώρισε το Μπολσεβίκικο Κόμμα ως το μοναδικό μείζων ευρωπαϊκό κόμμα που ήταν αντίθετο στον πόλεμο προβάλλοντας επαναστατικές διεκδικήσεις.[14] Οι μπολσεβίκοι ήταν αυτοί που πρωταγωνίστησαν στη ρήξη με την κεντριστική και την πασιφιστική σοσιαλιστική πλειοψηφία στα συνέδρια του Τσίμερβαλντ και του Κιένταλ.[15] Όταν δε οι μπολσεβίκοι ήρθαν στην εξουσία συμμερίζονταν εντελώς την αντίληψη της Ρόζας Λούξεμπουργκ, σύμφωνα με την οποία «το ζήτημα του σοσιαλισμού τέθηκε στη Ρωσία, αλλά δεν μπορεί να λυθεί στη Ρωσία».[16]
    Στο Τρίτο Συνέδριο των Σοβιέτ, τον Ιανουάριο του 1918, ο Λένιν έλεγε:
    «Φυσικά, η τελική νίκη του σοσιαλισμού σε μία χώρα είναι αδύνατη. Το απόσπασμα των εργατών και αγροτών μας που υποστηρίζει τη Σοβιετική εξουσία, είναι ένα από τα αποσπάσματα του παγκόσμιου εκείνου στρατού που τον έχει διαμελίσει τώρα ο παγκόσμιος πόλεμος, μα που επιδιώκει τη συνένωση».[17]

    Τον Μάρτιο δε, τη στιγμή της αποδοχής της συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ, επαναλάμβανε τα εξής:
    «είναι απόλυτα σωστό ότι χωρίς τη γερμανική επανάσταση είμαστε χαμένοι».[18]

    Στις «Θέσεις του Απρίλη», το 1917, ο Λένιν είχε θέσει την ανάγκη ίδρυσης μιας νέας Διεθνούς που θα αντικαταστήσει τη Δεύτερη Διεθνή, που τάχθηκε με το μέρος του ιμπεριαλισμού τον Αύγουστο του 1914. Ο ίδιος ο πόλεμος άρχισε να παράσχει τη βάση γι’ αυτήν τη Διεθνή, καθώς οι εργάτες αλλά και πρώην σοσιαλδημοκράτες επέσπευδαν την αντίστασή τους εναντίον των κυβερνήσεών τους. Η λήξη του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου επισπεύστηκε από τις απεργίες στη Βιέννη, το Αμβούργο, τη Βρέμη και σε ολόκληρη τη Γερμανία. Όταν τα νέα έφτασαν στη Μόσχα, ο Ράντεκ, ένας από τους μπολσεβίκους ηγέτες, κατέγραψε την αυθόρμητη διαδήλωση που πραγματοποιήθηκε έξω από το Κρεμλίνο.
    «Ποτέ δεν έχω δει ένα τέτοιο θέαμα. Εργάτες, άνδρες και γυναίκες, και στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού βάδιζαν έως αργά το βράδυ. Η παγκόσμια επανάσταση έχει έλθει. Οι μάζες του λαού ακούνε το σιδερένιο βήμα της. Η απομόνωσή μας έχει τελειώσει».[19]

    Η δήλωση αυτή ήταν κάπως πρόωρη. Μολονότι πολλοί εργάτες και πρώην στρατιώτες σε ολόκληρη την Ευρώπη υποστήριζαν όλο και περισσότερο τη σοβιετική ιδέα, αυτή δεν είχε προσλάβει τη συγκεκριμένη μορφή νέων κομμουνιστικών κομμάτων στις περισσότερες χώρες. Ακόμη και σε μια χώρα όπως η Γερμανία οι επαναστάτες δεν κατάφεραν να διαχωριστούν ξεκάθαρα από τους σοσιαλσωβινιστές. Παρ’ όλο που η Λούξεμπουργκ και ο Λήμπκνεχτ είχαν δημιουργήσει την Ένωση Σπάρτακος, παρέμειναν στο εσωτερικό του γερμανικού κεντριστικού USPD[20] (στο οποίο συμμετείχαν ο Κάουτσκι και ο Μπερστάιν) φοβούμενοι ότι ειδάλλως θα απομονωθούν από τη μεγάλη μάζα της εργατικής τάξης. Το γεγονός αυτό δεν δημιουργούσε παρά μονάχα σύγχυση στους εργάτες και απομόνωσε τους Σπαρτακιστές από τις μικρότερες αλλά πολιτικά πιο ξεκάθαρες πολιτικές ομάδες όπως η Αριστερά της Βρέμης και οι Διεθνείς Σοσιαλιστές (IKD). Δεδομένου επίσης ότι οι σοσιαλδημοκράτες δεν αντιτάσσονταν ανοιχτά στα σοβιέτ, αλλά εργάζονταν στα παρασκήνια για να τα καταστρέψουν, οι Σπαρτακιστές δεν ήταν οι μόνοι που θεωρούνταν υποστηρικτές των εργατικών συμβουλίων (όπως, αντίθετα, συνέβη με τους μπολσεβίκους στη Ρωσία). Αν ξαναγυρίσουμε στο απόσπασμα του Βικτόρ Σερζ που παραθέσαμε στην αρχή αυτού του κειμένου, η μεγαλύτερη επιτήδευση της δυτικοευρωπαϊκής αστικής τάξης, η οποία περιέλαβε και τους λεγόμενους σοσιαλιστές στην άμυνα που προέβαλε, ήταν ένας σημαντικός παράγοντας για την αποτυχία της επέκτασης της επανάστασης στη Γερμανία και γενικότερα.

    Τα νέα σχετικά με το ότι η Δεύτερη Διεθνής ανασυγκροτούνταν, τον Ιανουάριο του 1919, ανάγκασαν τους μπολσεβίκους να αρχίσουν να κάνουν βολιδοσκοπήσεις σχετικά με τη δημιουργία μιας νέας Διεθνούς, για την ίδρυση της οποίας σχεδίαζαν μια πρώτη συνάντηση στο Βερολίνο. Προτού μπορέσουν να συναντηθούν με τον Λήμπκνεχτ προηγήθηκε η εξέγερση των Σπαρτακιστών, την οποία συνέτριψαν οι σοσιαλδημοκράτες σε συμμαχία με τα πρωτοφασιστικά freikorps[21]. Στα αντίποινα που ακολούθησαν εκατοντάδες εργάτες εκτελέστηκαν εν ψυχρώ, ενώ ο Λήμπκνεχτ και η Λούξεμπουργκ δολοφονήθηκαν βάναυσα. Η προγραμματισμένη πρώτη συνάντηση για τη νέα Διεθνή μεταφέρθηκε τώρα στη Μόσχα. Η μετάθεση ήταν προσωρινή έως ότου η επανάσταση ξεσπάσει στη Δύση. Ωστόσο, αυτό ήταν το πρώτο βήμα της διαδικασίας συνύφανσης της πορείας της Ρωσικής Επανάστασης με την πορεία της νέας Διεθνούς. Επειδή δε το ρωσικό κόμμα ήταν αυτό που αντικειμενικά και ιδεολογικά υπερίσχυε εντός της Διεθνούς, αυτή πολύ γρήγορα έγινε ένα όργανο υπεράσπισης της σοβιετικής εξουσίας στη Ρωσία ό,τι προβλήματα κι αν αυτή αντιμετώπιζε. Τελικά το πρώτο συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να την ανακηρύξει. Οι πενήντα αντιπρόσωποι που συγκεντρώθηκαν στη Μόσχα δεν είχαν όλοι επίσημη εξουσιοδότηση από τις οργανώσεις τους και αυτό αποτέλεσε έναν παράγοντα που οδήγησε σε περαιτέρω κυριαρχία των μπολσεβίκων επί της νέας οργάνωσης. Η όλη κατάσταση διέφερε κάπως από τον τρόπο με τον την αντιλαμβανόταν ο Λένιν όταν ανακοίνωνε στην Κομμουνιστική Διεθνή ότι:

    «Η νέα τρίτη ‘Διεθνής Ένωση Εργατών’ έχει ήδη αρχίσει να ταυτίζεται σε έναν ορισμένο βαθμό με την Ένωση Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών’».[22]

    Λέγοντάς το αυτό εννοούσε ότι η διαδικασία με την οποία εκτυλίσσεται η παγκόσμια επανάσταση θα συνοδευόταν από την πρόοδο του σοσιαλισμού στη Ρωσία. Δυστυχώς για το προλεταριάτο αυτή η διαδικασία θα ακολουθούσε την αντίθετη κατεύθυνση. Η ανερχόμενη αντεπανάσταση στην ΕΣΣΔ θα κατέστρεφε επίσης και τον επαναστατικό σκοπό της Τρίτης Διεθνούς.

    Αυτό, ωστόσο, δεν μπορούσε να ιδωθεί το 1919, όταν η παγκόσμια επανάσταση και η καπιταλιστική αντεπανάσταση βρίσκονταν σε θανάσιμη διαπάλη και η ύπαρξη της Τρίτης Διεθνούς (όσο ασθενής κι αν ήταν) ήταν το λάβαρο γύρω από το οποίο μπορούσαν να συνταχτούν οι εργάτες σε ολόκληρο τον κόσμο. Στις αρχές εκείνης της χρονιάς είχε ξεσπάσει η επανάσταση στη Βαυαρία και στην Ουγγαρία, όπου αμφότερες ανακηρύχθηκαν σοβιετικές δημοκρατίες. Οι συμμαχικές δυνάμεις (Βρετανία, Γαλλία και ΗΠΑ) αντιμετώπιζαν στάσεις μέσα στους ίδιους τους στρατούς τους που βρίσκονταν στη Ρωσία. Ο βρετανός πρωθυπουργός Λόυντ Τζωρτζ ανακοίνωσε ότι η βρετανική επέμβαση όχι μονάχα τελείωσε, αλλά και ότι οι εξεγέρσεις στο Κλάιντ και στη Νότιο Ουαλία εμπνέουν ανησυχίες στο εσωτερικό της χώρας:
    «αφότου ξεκίνησε η στρατιωτική επιχείρηση κατά των μπολσεβίκων, η Αγγλία κινδυνεύει τώρα να γίνει μπολσεβίκικη και να δημιουργηθεί σοβιέτ στο Λονδίνο».[23]

    Ο Λένιν χαρακτήριζε τον Ιούλιο του 1919 ως «τον τελευταίο δύσκολο Ιούλιο», αφού μέσα σ’ έναν χρόνο θα επιτευχθεί η νίκη της «διεθνούς σοβιετικής δημοκρατίας». Μολαταύτα, η μεθυστική ατμόσφαιρα που απείλησε τόσο τον καπιταλισμό δεν κράτησε για πολύ. Από τα τέλη Μαΐου η Σοβιετική Δημοκρατία της Βαυαρίας, όντας απομονωμένη ακόμη και μέσα στην ίδια τη Γερμανία, είχε καταρρεύσει. Την ακολούθησε τον Αύγουστο η Σοβιετική Δημοκρατία της Ουγγαρίας, η οποία υπέκυψε εξαιτίας εσωτερικών διενέξεων και της εισβολής του ρουμανικού στρατού με την υποστήριξη των Συμμάχων. Το φθινόπωρο οι Λευκοί στη Ρωσία είχαν γίνει απειλητικότεροι απ’ όσο ποτέ. Ο Γιουντένιτς βρισκόταν προ των πυλών της Πετρούπολης, ο Κόλτσακ ερχόταν από τη Σιβηρία και ο Ντενίκιν από την Ουκρανία. Τον Οκτώβριο και τον Νοέμβριο η ύπαρξη του καθεστώτος κρεμόταν από μία κλωστή».[24]

    Σε όλη αυτή τη ζοφερή κατάσταση θα πρέπει να προσθέσουμε και ότι το νεότευκτο Γερμανικό Κομμουνιστικό Κόμμα -που είχε χάσει τους καλύτερους ηγέτες του στις σφαγές που πραγματοποιήθηκαν από τον Ιανουάριο έως τον Μάρτιο του 1919- διασπάστηκε από τον Πάουλ Λέβι τον Οκτώβριο του 1919, στο συνέδριο της Χαϊδελβέργης. Το κόμμα είχε υιοθετήσει την τακτική της χρησιμοποίησης του κοινοβουλίου και των συνδικάτων ως μέσων για την αύξηση της επιρροής του, με μια ελαφρά, όμως, πλειοψηφία. Όντας μη ικανοποιημένος από αυτή του τη νίκη ο Λέβι πρότεινε (σε αντίθεση με τη συμβουλή των μπολσεβίκων) την αποπομπή από το κόμμα όλων όσοι είχαν ψηφίσει κατά της απόφασης. Η αριστερή πτέρυγα, που αποτελούσε το ήμισυ του κόμματος και ήλεγχε τις κομματικές οργανώσεις της Βόρειας Γερμανίας (συμπεριλαμβανομένου και του Βερολίνου), ίδρυσε το Γερμανικό Κομμουνιστικό Εργατικό Κόμμα (KAPD). Παρόμοιες δυσκολίες υπήρξαν υπό διαφορετικές μορφές σε διάφορες χώρες. Ο Λένιν προσπάθησε να εντάξει στην Τρίτη Διεθνή όλους όσοι απέρριπταν τον σοσιαλδημοκρατικό ρεφορμισμό, συμπεριλαμβανομένων και αναρχοσυνδικαλιστών. Εκείνη την περίοδο είπε επίσης στις βρετανικές κομμουνιστικές ομάδες να αρχίσουν συνομιλίες για να δημιουργήσουν ένα κόμμα για το οποίο ο ίδιος θα ήταν υπέρ της χρησιμοποίησης συνδικαλιστικών και κοινοβουλευτικών τακτικών χωρίς, όμως, να καταδικάζει αυτούς που υποστήριζαν διαφορετικές τακτικές.
    Από τα τέλη του 1920 οι μπολσεβίκοι είχαν κερδίσει τον εμφύλιο πόλεμο, αλλά η Ρωσία παρέμενε απομονωμένη και η ίδια η νίκη που κατήγαγε, όπως είδαμε και στην αρχή αυτού του άρθρου, ήταν πύρρειος. Η βιομηχανική παραγωγή βρισκόταν στο 1/5 του 1913 και η αγροτική παραγωγή είχε μειωθεί κατά το ήμισυ. Ο μπολσεβίκος οικονομολόγος Λεβ Κρίτζμαν χαρακτήριζε την κατάσταση ως μια οικονομική κατάρρευση που «όμοιά της δεν υπάρχει στην ιστορία της ανθρωπότητας».[25] Η πολιτική της αποστολής στρατιωτικών αποσπασμάτων στην επαρχία, κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου, για τη βίαιη επίταξη σιτηρών οδήγησε στο ξέσπασμα 113 αγροτικών εξεγέρσεων (50.000 άτομα ακολούθησαν τον πρώην σοσιαλεπαναστάτη Αντόνωφ μονάχα στην περιοχή του Ταμπώφ). Οι μπολσεβίκοι είχαν κατορθώσει να διατηρήσουν την κρατική εξουσία, αλλά, όπως ο Μπουχάριν (και άλλα ηγετικά στελέχη των μπολσεβίκων, συμπεριλαμβανομένου και του Λένιν) αναγνώρισαν αργότερα, το 1921, ότι κράτησαν μεν την εξουσία, αλλά έχασαν στην πορεία το προλεταριάτο. Για τον Λένιν αυτό το πραγματικό γεγονός ήταν ο σημαντικότερος λόγος για την εξέγερση της Κροστάνδης τον Μάρτιο του 1921.

    ………………………………………

  13. ……………………………………

    Οι απεργίες της Πετρούπολης και η Κροστάνδη

    Δεν υπάρχει πιο συγκινησιακό όνομα στην ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης από την Κροστάνδη. Είναι ο δείκτης για την κατανόηση του τρόπου με τον οποίο άρχισε να χάνεται η επανάσταση. Για τους περισσότερους τροτσκιστές και για τους σταλινικούς αυτή ήταν είτε μια συνωμοσία της λευκής αντίδρασης, η οποία εκμεταλλεύτηκε τις φοβερές συνθήκες που επικρατούσαν μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, προκειμένου να υποκινήσει μια εξέγερση εναντίον του προλεταριάτου είτε αυτή πραγματοποιήθηκε (σύμφωνα με την εκδοχή του SWP)[26], επειδή οι ναύτες της Κροστάνδης υποτίθεται ότι ήταν όλοι αγρότες και έτσι επρόκειτο για μια εξέγερση της μικροαστικής τάξης. Για τους αναρχικούς αυτή ήταν η πραγματική «τρίτη επανάσταση», αυτή τη φορά κατά της μπολσεβίκικης δικτατορίας, ενώ για τους αστούς ιστορικούς ήταν ένα διδακτικό επεισόδιο που καταδεικνύει ότι κάθε εναλλακτική λύση απέναντι στον καπιταλιστικό σύστημα δεν οδηγεί παρά σ’ ένα λουτρό αίματος. Ο Ε. Χ. Καρρ αφιερώνει μόνο δύο σειρές στην εξέγερση της Κροστάνδης στον πρώτο τόμο του έργου του The Bolshevik Revolution.[27] Το γεγονός αυτό υπογραμμίζει ότι το έργο αυτό είναι μια ιστορία του σοβιετικού κράτους και όχι του επαναστατικού προλεταριάτου. Σήμερα οι επαναστάτες δεν μπορούν να αποφύγουν την αποτίμηση αυτών των γεγονότων, γιατί αυτά ορίζουν το πλαίσιο εντός του οποίου πρέπει να απαντηθούν τα ερωτήματα που έθεσε η τελευταία επαναστατική εμπειρία.

    Από το 1921 η σοβιετική εξουσία είχε μετατραπεί σε κενό γράμμα. Οι εκλογές για τα σοβιέτ διεξάγονταν υπό το άγρυπνο βλέμμα της Τσέκα. Κατά παρόμοιο τρόπο, ένοπλες φρουρές αστυνόμευαν τα εργοστάσια καθώς ο τεϋλορισμός[28] και η μονοπρόσωπη διοίκηση των επιχειρήσεων είχαν επιβληθεί πάνω στην πιο επαναστατική εργατική τάξη της ιστορίας. Οι εργάτες τα δέχονταν όλα αυτά όσο ο εμφύλιος πόλεμος κατά των Λευκών δημιουργούσε μια κατάσταση εξαίρεσης. Ταυτόχρονα, είχαν επίσης αποδεχτεί την κατάργηση της εκλογής των αξιωματικών στις ένοπλες δυνάμεις, καθώς ο Τρότσκι τοποθέτησε στον στρατό παλιούς αξιωματικούς για να νικήσει τους Λευκούς. Όμως, από τη στιγμή που ο τελευταίος Λευκός στρατηγός έφυγε από τη Ρωσία, τον Δεκέμβριο του 1920, υπήρχαν ήδη ενδείξεις ότι το καθεστώς εκτάκτου ανάγκης επρόκειτο να παραταθεί. Οι επιτάξεις σιτηρών συνεχίζονταν, ο Τρότσκι είχε ανακοινώσει ακόμα ότι οι μέθοδοι του Κόκκινου Στρατού θα έπρεπε να επιβληθούν σε ολόκληρο το εργατικό δυναμικό (η συζήτηση για τη στρατιωτικοποίηση της εργασίας[29]) και δεν προκηρύσσονταν νέες εκλογές για τα σοβιέτ.

    Παντού γινόταν λόγος περί «σιδηράς πειθαρχίας» και περισσότερης δικτατορίας. Δεν είναι απορίας άξιον ότι το κόμμα, το οποίο τώρα εξελισσόταν όλο και περισσότερο σε ένα κόμμα αξιωματούχων παρά εργατών, γινόταν έρμαιο της γραφειοκρατικοποίησης. Η γραφειοκρατικοποίηση αυτή, με τη σειρά της, οδήγησε στην εμφάνιση της αντιπολίτευσης που αποτελείτο από προλεταριακές ομάδες εντός του Μπολσεβίκικου Κόμματος∙ ομάδες όπως οι Δημοκρατικοί Συγκεντρωτιστές, με επικεφαλής τον Οσίνσκι και τον Σαπρόνωφ, η Εργατική Αντιπολίτευση, με επικεφαλής τον Σλιάπνικωφ και την Κολοντάι, και η Εργατική Ομάδα του Μιάσνικωφ.[30] Αυτές οι ομάδες της αντιπολίτευσης, παρά τις αδυναμίες και τα λάθη τους, ζητούσαν την επιστροφή στις επαναστατικές αρχές του 1917. Πράγματι, ο Λένιν έλεγε τον Φεβρουάριο του 1921:
    «Πρέπει να έχουμε το κουράγιο να αντιμετωπίσουμε τη σκληρή πραγματικότητα. Το κόμμα είναι άρρωστο, το κόμμα ψήνεται στον πυρετό. Κι αν δεν καταφέρει γρήγορα και αποτελεσματικά να θεραπεύσει την ασθένειά του, τότε θα πραγματοποιηθεί μια ρήξη που θα έχει καίριες συνέπειες για την επανάσταση».[31]

    Προτού, όμως, αρχίσουν οι αντιπαραθέσεις στο 10ο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, τον Μάρτιο οι εργάτες της Πετρούπολης και της Μόσχας κατέβηκαν σε απεργία. Στην Πετρούπολη οι απεργίες ήταν μαζικές και οι απεργοί ζητούσαν ελευθερία του τύπου, απελευθέρωση των πολιτικών κρατουμένων και επιστροφή στη δημοκρατία μέσα στο κράτος. Μερικοί ζητούσαν το άνοιγμα των τοπικών αγορών τροφίμων για την αντιμετώπιση των αυξανόμενων ελλείψεων (οι οποίες, τελικά, μετατράπηκαν σε λιμό το 1921). Οι αντεπαναστάτες, επίσης, προσπαθούσαν να εκμεταλλευτούν την κατάσταση προωθώντας αιτήματα για την επιστροφή στη Συντακτική Συνέλευση. Οι μπολσεβίκοι αντέδρασαν με πανικό. Έστειλαν στρατό για να διαλύσουν τις απεργιακές συγκεντρώσεις και συνέλαβαν τους ηγέτες των απεργών. Η Τσέκα διέδωσε το ψέμα ότι στο κίνημα επικρατούσαν αγροτικά στοιχεία (ενώ μονάχα ο σκληρός πυρήνας του προλεταριάτου είχε απομείνει εκείνο τον καιρό στην Πετρούπολη). Ο καθοριστικός παράγοντας για τον τερματισμό των απεργιών ήταν η έλευση νέων προμηθειών ψωμιού, αφού η ανακοίνωση για τις περικοπές στη μερίδα του ψωμιού ήταν αυτή που εν πρώτοις έδωσε το έναυσμα για το ξέσπασμα των απεργιών.

    Η εξέγερση της Κροστάνδης, που ξέσπασε στην ομώνυμη ναυτική βάση, ήταν ο άμεσος απόηχος των απεργιών της Πετρούπολης και της καταστολής τους. Στις 28 Φεβρουαρίου αντιπρόσωποι από την Πετρούπολη εξέθεσαν την κατάσταση και υιοθετήθηκε το πρόγραμμα των ναυτών του πολεμικού πλοίου «Πέτρος και Παύλος». Το πρόγραμμα αυτό ζητούσε την προκήρυξη νέων εκλογών για τα σοβιέτ και ελευθερία για όλους τους σοσιαλιστές και τους αναρχικούς. Είναι άξιο προσοχής ότι το πρόγραμμα δεν ζητούσε ελευθερία για την αστική τάξη και οι ναύτες κατά συντριπτική πλειοψηφία απέρριψαν μια αντιδραστική πρόταση για την αποκατάσταση της Συντακτικής Συνέλευσης. Από οικονομικής απόψεως το πρόγραμμα υποστήριζε τη δικαιότερη διανομή των μερίδων που χορηγούνταν με δελτίο, την περιορισμένη χειροτεχνική παραγωγή και τη δυνατότητα των αγροτών να παράγουν ελεύθερα εφόσον δεν χρησιμοποιούν μισθωτή εργασία. Το πρόγραμμα[32] αυτό ήταν, ουσιαστικά, λιγότερο «καπιταλιστικό» από τη Νέα Οικονομική Πολιτική, την οποία ο Λένιν είχε ήδη εισηγηθεί προτού ξεσπάσει η εξέγερση.

    Ο Καλίνιν, ο οποίος αργότερα έγινε πρόεδρος της ΕΣΣΔ επί Στάλιν, στάλθηκε στην Κροστάνδη και αυτό που έκανε ήταν απλώς να αποδοκιμάσει τους ναύτες (οι οποίοι δεν ήταν ακόμη σε κατάσταση ανοικτής εξέγερσης). Η απάντησή τους ήταν η ανακοίνωση της κυκλοφορίας της εφημερίδας «Ισβέστια της Κροστάνδης».[33]

    Το Κομμουνιστικό Κόμμα, που ήταν ο κύριος του κράτους, είχε αποσπασθεί από τις μάζες. Αποδείχθηκε ανίκανο να βγάλει τη χώρα από το χάος. Πολυάριθμα περιστατικά είχαν πρόσφατα συμβεί στην Πετρούπολη και στη Μόσχα, τα οποία έδειχναν ότι το κόμμα είχε απωλέσει την εμπιστοσύνη των μαζών.[34]

    Η απάντηση της κυβέρνησης των μπολσεβίκων ήταν να ανακοινώσει ότι επρόκειτο για «μια συνομωσία λευκοφρουρών» με επικεφαλής έναν πρώην τσαρικό αξιωματικό ονόματι Κοζλόφσκι. Το γεγονός ότι οι εφημερίδες των εμιγκρέδων στο Παρίσι έγραφαν νωρίτερα για ταραχές στην Κροστάνδη παρείχε το ανάλογο πρόσχημα για την καταδίκη της εξέγερσης, παρά τη γνωστή απόρριψη της αντεπανάστασης από τους εξεγερμένους της Κροστάνδης. Ουσιαστικά, οι μπολσεβίκοι θεωρούσαν ότι αντεπανάσταση είναι κάτι που μπορούσε να προέλθει μονάχα από το εξωτερικό και, συνεπώς, πίστευαν ότι οι εξεγερμένοι της Κροστάνδης εργάζονταν αντικειμενικά για την αντεπανάσταση. Υπήρχαν πολύ σημαντικά στρατηγικά ζητήματα που ενέτειναν τον πανικό των κυβερνητικών κύκλων. Όσο η θάλασσα γύρω από την Κροστάνδη ήταν παγωμένη, η ναυτική βάση μπορούσε να προσεγγιστεί, αλλά εάν το χιόνι έλιωνε με την έλευση της άνοιξης, τότε η Κροστάνδη θα γινόταν απρόσιτη και θα μπορούσε να μετατραπεί σε βάση επιχειρήσεων μιας ξένης καπιταλιστικής δύναμης. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δεν υπήρχε δυνατότητα διεξαγωγής μακρών διαπραγματεύσεων. Ο Τρότσκι έστειλε στην Κροστάνδη ένα τελεσίγραφο (το οποίο, παρεμπιπτόντως, δεν περιλάμβανε τη φράση ότι οι ναύτες θα «σκοτωθούν σαν πέρδικες»[35]. Στην πραγματικότητα αυτή η φράση διατυπώνεται σε μια προκήρυξη της Επιτροπής Άμυνας της Πετρούπολης, η οποία τελούσε υπό την καθοδήγηση του Ζηνόβιεφ). Το τελεσίγραφο αυτό απορρίφθηκε στις 7 Μαρτίου 1921, όταν η «Ισβέστια της Κροστάνδης» κατήγγειλε τον Τρότσκι ως «δικτάτορα της σοβιετικής Ρωσίας». Η πρώτη επίθεση πραγματοποιήθηκε την επόμενη μέρα, αλλά απέτυχε, με αποτέλεσμα τον θάνατο 500 στρατιωτών του κυβερνητικού στρατού.

    Το 10ο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος (μπολσεβίκοι) άρχισε την ίδια ημέρα. Εάν χρειάζονται περαιτέρω στοιχεία για να καταδειχθεί ότι το 1921 ήταν το σημείο καμπής για την τύχη της σοβιετικής επανάστασης, τότε αυτά μας τα παρέχει αρκούντως το 10ο Συνέδριο. Υπήρχαν τρία μεγάλα ζητήματα σε αυτό το συνέδριο. Το πρώτο ήταν ο ρόλος των συνδικάτων στο σοβιετικό σύστημα. Το δεύτερο ήταν η πολιτική που πρέπει να υιοθετηθεί έναντι των αγροτών, δεδομένου ότι το σύστημα εκτάκτου ανάγκης που είχε επιβληθεί κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου είχε μειώσει την αγροτική παραγωγή κατά το ήμισυ του 1913. Τέλος, το τρίτο ήταν η απαγόρευση των φραξιών μέσα στο κόμμα.
    Στο ζήτημα των συνδικάτων προεξάρχοντα ρόλο έπαιξε η Εργατική Αντιπολίτευση, με επικεφαλής την Αλεξάνδρα Κολοντάι και τον Αλεξάντερ Σλιάπνικοφ.[36] Η Εργατική Αντιπολίτευση ζητούσε τα συνδικάτα να αναλάβουν τη διεύθυνση της παραγωγής, αλλά η πλατφόρμα της με τίτλο «Για τον ρόλο και τα καθήκοντα των συνδικάτων» απορρίφθηκε, αφού την υποστήριξαν μονάχα καμιά πενηνταριά αντιπρόσωποι. Απεναντίας, αποφασίστηκε ότι τα συνδικάτα θα πρέπει να είναι «σχολεία κομμουνισμού» και, κατά συνέπεια, δεν θα πρέπει να αποτελούν μέρος του κρατικού μηχανισμού. Με το ίδιο σκεπτικό αποφασίστηκε επίσης ότι τα συνδικάτα «είναι ένα χώρος… όπου η επιλογή των ηγετών πρέπει να γίνεται από τις ίδιες τις οργανωμένες μάζες».[37] Τούτο αποτελεί απόδειξη του βαθμό παρακμής της σοβιετικής εξουσίας, αφού αφήνει να εννοηθεί ότι δεν πρόκειται να υπάρξει αναβίωση της σοβιετικής δημοκρατίας.
    Στις 15 Μαρτίου το συνέδριο αποδέχθηκε επίσης την ανάγκη υιοθέτησης μιας Νέας Οικονομικής Πολιτικής, ούτως ώστε οι επιτάξεις των σιτηρών να αντικατασταθούν με έναν φόρο σε είδος. Στην πραγματικότητα, αυτή ήταν μια παραχώρηση προς τους αγρότες πολύ μεγαλύτερη από αυτή που ζητούσαν οι εξεγερμένοι της Κροστάνδης. Πολλοί μπολσεβίκοι αντιτάχθηκαν σ’ αυτήν, συμπεριλαμβανομένου και του Οσίνσκι εκ μέρους της ομάδας των Δημοκρατικών Συγκεντρωτιστών. Ο Ριαζάνοφ την χαρακτήρισε ως «αγροτικό Μπρεστ»[38], εννοώντας ότι ήταν μια ακόμη παραχώρηση προς τον ταξικό εχθρό. Η απάντηση του Λένιν ήταν ότι «μονάχα μια συμφωνία με τους αγρότες μπορεί να σώσει την επανάσταση».
    Στην πραγματικότητα, η ΝΕΠ προοιώνιζε μια ευρείας κλίμακας επίθεση προς την εργατική τάξη, αφού οδήγησε στην ιδιωτικοποίηση των μικρότερων επιχειρήσεων. Ελλείψει πλέον κρατικής στήριξης αυτές οι επιχειρήσεις απέλυαν εργάτες, με αποτέλεσμα τη ραγδαία αύξηση της ανεργίας και την πτώση των μισθών. Το Μπολσεβίκικο Κόμμα ήταν τώρα το κυβερνών κόμμα ενός κράτος που προσπαθούσε να κρατηθεί στην εξουσία μέχρι το ξέσπασμα της παγκόσμιας επανάστασης, ενώ ταυτόχρονα πραγματοποιούσε την αγροτική αντεπανάσταση. Παρ’ όλα αυτά, όσο το Μπολσεβίκικο Κόμμα παρέμεινε πιστό στην παράδοση της ανοικτής συζήτησης, οι επαναστάτες μπορούσαν ακόμη να διατηρούν κάποια ελπίδα για το μέλλον. Η τελική απόφαση του 10ου Συνεδρίου, ωστόσο, ζητούσε την απαγόρευση των φραξιών (η Εργατική Αντιπολίτευση και οι Δημοκρατικοί Συγκεντρωτιστές αναφέρονταν ονομαστικά στην απόφαση). Παρ’ όλο που αυτή δεν είχε ίσως το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα (φράξιες εξακολουθούσαν να εμφανίζονται έως το 1927) δέσμευε πλέον τους μπολσεβίκους ότι θα υπερασπίσουν το κόμμα πιο σθεναρά απ’ όσο ποτέ. Πράγματι, ο Λένιν φαίνεται ότι είχε αντιδράσει υπερβολικά στην απειλή που αποτελούσαν οι διάφορες τάσεις πάνω στη συζήτηση για τα συνδικάτα. Πίστευε εσφαλμένα ότι η Εργατική Αντιπολίτευση υποστήριζε την ιδέα των συνδικάτων κατά του κόμματος. Το πόσο λάθος είχε καταδεικνύεται από το γεγονός ότι, ενώ οι μπολσεβίκοι της Κροστάνδης υπερασπίστηκαν τη ναυτική βάση, το υπόλοιπο κόμμα κινητοποιήθηκε για να καταστείλει την εξέγερση. Στην καταστολή αυτή συμμετείχε και η αντιπολίτευση, τα μέλη της οποίας αποτέλεσαν μέρος του στρατιωτικού αποσπάσματος των 300 αντιπροσώπων του συνεδρίου που πήραν μέρος στην τελική έφοδο κατά της Κροστάνδης, η οποία στέφθηκε, τελικά, με επιτυχία στις 18 Μαρτίου. Κατά ειρωνεία της τύχης, η καταστολή της Κομμούνας της Κροστάνδης πραγματοποιήθηκε πενήντα ακριβώς χρόνια μετά την ανακήρυξη της Παρισινής Κομμούνας. Ο Σερζ βρήκε τις εκδηλώσεις για τον εορτασμό της πεντηκοστής επετείου της Παρισινής Κομμούνας κάπως αηδιαστικές, δεδομένου ότι 10.000 επιτιθέμενοι έχασαν τη ζωή τους πάνω στο χιόνι, ενώ 1.500 υπερασπιστές πέθαναν και 2.500 αιχμαλωτίστηκαν.

    …………………………………

  14. …………………………….

    Ορισμένοι από αυτούς εκτελέστηκαν από την Τσέκα. Ο Σερζ, ωστόσο, υποστήριξε την επίθεση. Η γεμάτη αγωνία εκτίμησή του για την κατάσταση είναι καλύτερη από αυτή που θα μπορούσε να μας δώσει κάθε σύγχρονη παρόμοια απόπειρα:
    «Με πολλούς δισταγμούς και με απερίγραπτο άγχος, οι κομμουνιστές φίλιοι μου και εγώ, προσχωρήσαμε τελικά στην άποψη του κόμματος. Και να γιατί. Η Κροστάνδη είχε δίκιο. Η Κροστάνδη ξεκινούσε μια καινούργια απελευθερωτική επανάσταση, την επανάσταση της λαϊκής δημοκρατίας. ‘Η Τρίτη Επανάσταση!’, έλεγαν ορισμένοι αναρχικοί γεμάτοι παιδικές ψευδαισθήσεις. Όμως η χώρα ήταν τελείως εξαντλημένη, η παραγωγή είχε σχεδόν σταματήσει, δεν υπήρχαν πλέον κανενός είδους αποθέματα, ούτε καν ψυχικά, μέσα στις ψυχές των μαζών. Η αφρόκρεμα του προλεταριάτου, διαμορφωμένο καθώς ήταν μέσα από τους αγώνες του παλιού καθεστώτος, ήταν κυριολεκτικά αποδεκατισμένη. Το κόμμα που διευρύνθηκε από τις εισροές των προσκείμενων στην εξουσία, δεν ενέπνεε και πολλή εμπιστοσύνη. Τα άλλα κόμματα δεν διασώζονταν παρά σαν ασθενή πλαίσια, με αμφίβολο δυναμικό… Αν έπεφτε η μπολσεβίκικη δικτατορία, θα ερχόταν σε ελάχιστο χρόνο το χάος, και μαζί με το χάος η πίεση από τους αγρότες, η σφαγή των κομμουνιστών, η επιστροφή των εμιγκρέδων και τελικά μια άλλη αντιπρολεταριακή δικτατορία».[39]
    Πολλά από αυτά ειπώθηκαν αργότερα από μπολσεβίκους ηγέτες, ακόμα κι αν αυτοί επανέλαβαν το ψέμα της Τσέκα περί του ότι η Κροστάνδη ήταν δήθεν «μια συνομωσία λευκοφρουρών». Ο Μπουχάριν έγραψε ότι δεν ήταν κάτι τέτοιο, αλλά ότι έπρεπε να καταπνίξουν την εξέγερση των «παραστρατημένων προλετάριων αδελφών μας». Ο Λένιν αργότερα δήλωσε με μεγαλύτερη ακρίβεια ότι οι εξεγερμένοι της Κροστάνδης δεν ήθελαν ούτε μια κυβέρνηση των Λευκών ούτε μια κυβέρνηση των μπολσεβίκων, αλλά «δεν υπήρχε κάποια άλλη». Η εκδοχή αυτή έγινε εκείνη την περίοδο δεκτή διεθνώς. Ακόμη και το KAPD, που βρισκόταν ήδη στην αντιπολίτευση της Τρίτης Διεθνούς, αποδέχτηκε το 1921 ότι η καταστολή της Κροστάνδης ήταν αναγκαία.
    Ωστόσο, θα πρέπει να πούμε ότι, ενώ όλοι οι διεθνιστές της εποχής[40] υποστήριξαν την καταστολή της Κροστάνδης, κάποιοι από αυτούς αρνήθηκαν να αντλήσουν διδάγματα από αυτήν. Ενώ ο Τρότσκι έγραφε στη βιογραφία που έγραψε για τον Στάλιν[41], τον Αύγουστο του 1940, ότι η καταστολή της Κροστάνδης ήταν μια «τραγική αναγκαιότητα», σήμερα μπορούμε να ρίξουμε μια ευρύτερη ματιά στα ιστορικά διδάγματα. Κατ’ αρχάς δεν μπορούμε να εξετάσουμε την Κροστάνδη απομονωμένα. Όπως καταδεικνύεται, οποιαδήποτε πλευρά κι αν νικούσε, αυτή θα κατέληγε σε μια νίκη της αντεπανάστασης. Ωστόσο, ενώ η ήττα των ναυτών της Κροστάνδης ήταν μια ήττα της σοβιετικής εξουσίας εντός της Ρωσίας, η προοπτική της διεθνούς επανάστασης ήταν ακόμη ανοικτή και αυτός ήταν ο κρίσιμος παράγοντας για τις γνώμες των επαναστατών της εποχής.
    Το πραγματικό πρόβλημα έγκειται στο γεγονός ότι το κόμμα ήταν το κράτος. Το δίδαγμα που μπορούμε να αποκομίσουμε είναι ότι το κόμμα πρέπει να είναι το κόμμα του διεθνούς προλεταριάτου ό,τι κι αν κάνουν τα μέλη του μέσα στα σοβιέτ μιας συγκεκριμένης επικράτειας. Μπορεί να υπάρξει και στο μέλλον μια κατάσταση κατά την οποία τα μέλη του κόμματος, μέσα σε μια επαναστατική κατάσταση, θα μάχονται κατά των υλικών στερήσεων, όπως έγινε και το 1921, αλλά το κόμμα του μέλλοντος θα είναι διεθνές. Και αυτό δεν σημαίνει μονάχα διεθνές ως προς το πνεύμα. Σημαίνει επίσης ότι δεν θα είναι προσδεμένο σε μια εδαφική οντότητα. Αν μιλάμε για σοβιετική εξουσία με την κυριολεκτική σημασία του όρου, τότε σε κάθε περιφέρεια τα σοβιέτ μπορεί να ψηφίζουν τους εκπροσώπους του κόμματος ή να τους απομακρύνουν, αλλά το ίδιο το κόμμα υποστηρίζει μονάχα το πρόγραμμα της διεθνούς προλεταριακής επανάστασης. Ούτε είναι το κράτος ούτε ασκεί κρατική εξουσία, ακόμη και στο προσωρινό εργατικό κράτος που βρίσκεται σε μετάβαση από τον καπιταλισμό στον κομμουνισμό.[42] Για τους επαναστάτες της εποχής το νεαρό εργατικό κράτος είχε γλιτώσει από μια κρίσιμη στιγμή. Για ‘μας, που διαθέτουμε το πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης, μπορούμε να δούμε πώς ό,τι κι αν συνέβη στην Κροστάνδη, η αντεπανάσταση βρισκόταν καθ’ οδόν. Υφιστάμεθα ακόμη τις συνέπειές της.
    Η Δράση του Μαρτίου και το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς

    Η Κροστάνδη δεν ήταν το μοναδικό γεγονός εκείνου του μήνα που μαρτυρούσε την υποχώρηση του επαναστατικού κύματος. Στη Γερμανία, όπως είδαμε παραπάνω, οι κομμουνιστές είχαν διασπαστεί το 1919 σε KAPD και KPD[43] και όλες οι προσπάθειες επανενοποίησης έπεφταν στο κενό και από τις δύο πλευρές. Το μεν KPDταλαντευόταν από την ίδρυση ανάμεσα στον πραξικοπηματισμό και την παθητικότητα. Η συμμετοχή του στη λεγόμενη Δράση του Μαρτίου κατέληξε σε μια παταγώδη αποτυχία, η οποία όχι μόνο του κόστισε την απώλεια των 2/3 των μελών του (από 450 χιλιάδες μέλη έμειναν 180 χιλιάδες μέσα σε τρεις μήνες), αλλά υπέσκαψε επίσης το ηθικό και την επαναστατική βούληση της εργατικής τάξης. Αφενός το KPD απάντησε σε μια προβοκάτσια του στρατού (ο οποίος προσπάθησε να αφοπλίσει τους εργάτες), ενώ αφετέρου ανταποκρίθηκε στην προτροπή του Ράντεκ και του Μπέλα Κουν να σπάσει την απομόνωση της σοβιετικής Ρωσίας και, τέλος, να φανεί ότι δρα πιο αποφασιστικά απ’ ότι είχε κάνει κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος Καπ, όπου είχε αφήσει στο SPD την πρωτοβουλία να οργανώσει απεργίες που οδήγησαν αυτή την απόπειρα πραξικοπήματος που πραγματοποίησε η δεξιά σε αποτυχία. Προς τα τέλη της Δράσης ο ηγέτης του KPD Έμπερλαϊν προσπάθησε να υποκινήσει τους εργάτες να συνεχίσουν τον αγώνα ανατινάζοντας κτήρια του KPD, τακτική που απέβη εις βάρος του όταν αποκαλύφτηκε από την άρχουσα τάξη. Το οριστικό φιάσκο ήρθε όταν εργάτες στο Αμβούργο που ήθελαν να συνεχίσουν τον αγώνα κατέληξαν να πολεμούν εργάτες που θεωρούσαν ότι η Δράση τελείωσε.
    Πολύ πριν από την ήττα της Δράσης του Μαρτίου στη Γερμανία η Σοβιετική Ρωσία διαπραγματευόταν την επιβίωσή της μέσα στη μεταπολεμική ιμπεριαλιστική κατάσταση πραγμάτων. Τούτο δεν σήμαινε την αυτόματη εγκατάλειψη της παγκόσμιας επανάστασης, αλλά απλώς την αναγνώριση της αδυναμίας της σοβιετικής οικονομίας και την ανάγκη αποκατάστασης του εξωτερικού εμπορίου. Στις 16 Μαρτίου 1921, δύο μέρες πριν από την τελική καταστολή της Κροστάνδης, η βρετανική κυβέρνηση υπέγραψε το αγγλο-σοβιετικό εμπορικό σύμφωνο, το οποίο προέβλεπε τη ντε φάκτο αναγνώριση της κυβέρνησης των μπολσεβίκων με αντάλλαγμα την αναστολή κάθε προπαγάνδας κατά της Βρετανίας στο Αφγανιστάν και την Ινδία. Επιπλέον, είχαν ήδη ξεκινήσει μυστικές διαπραγματεύσεις με τον γερμανικό στρατό και τη γερμανική κυβέρνηση, και έτσι, ενώ ελάμβανε χώρα η Δράση του Μαρτίου, μια γερμανική εμπορική αποστολή ερχόταν στη Μόσχα με επικεφαλής τον Ράθεναου[44]. Ο Κρασίν, ο σοβιετικός κομισάριος εξωτερικού εμπορίου, έφθασε στο σημείο να προειδοποιήσει τους Γερμανούς εργάτες σε αυτή την κρίσιμη στιγμή ότι οι απεργίες τους θα εμπόδιζαν την παράδοση εμπορευμάτων προς τη Σοβιετική Ένωση!
    Μια περαιτέρω απόδειξη για το ότι το επαναστατικό κύμα καταλάγιαζε ήταν οι αποφάσεις του Τρίτου Συνεδρίου της Τρίτης (Κομμουνιστικής) Διεθνούς τον Ιούνιο-Ιούλιο του 1921. Εκεί ο Τρότσκι είπε στους αντιπροσώπους του συνεδρίου ότι το 1919 οι μπολσεβίκοι περίμεναν ότι η παγκόσμια επανάσταση θα ήταν θέμα μηνών. Τώρα έκαναν λόγο για «μια υπόθεση ετών». Η αποτυχία της Δράσης του Μαρτίου και η εξέγερση της Κροστάνδης βάραινα πολύ στο μυαλό των μπολσεβίκων ηγετών που οργάνωσαν τις κύριες συζητήσεις. Η ατμόσφαιρα εντός της οποίας αυτές διεξήχθησαν δεν ήταν η ατμόσφαιρα της αδιάλλακτης υπεράσπισης των επαναστατικών θέσεων στη συζήτηση των 21 Όρων[45] που πραγματοποιήθηκε κατά τη διάρκεια του Δευτέρου Συνεδρίου. Στο σημείο αυτό το κύριο μέλημα των μπολσεβίκων ήταν το πώς τα κομμουνιστικά κόμματα θα αποκτήσουν μαζική βάση. Δεδομένου ότι το επαναστατικό κύμα υποχωρούσε, επιδιώχθηκε η συμμαχία με τους ίδιους τους σοσιαλδημοκράτες, που είχαν προσχωρήσει στο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο το 1914 και είχαν συμπράξει στη δολοφονία εκατοντάδων κομμουνιστών από κρυπτοφασίστες. Το Τρίτο Συνέδριο της Διεθνούς αποτέλεσε έτσι σταθμό στην αντεπαναστατική καμπή του 1921. Έδειξε επίσης πως η τύχη της Διεθνούς παρέμενε συνδεδεμένη με την πορεία της αντεπανάστασης στη Ρωσία. Τούτο κατέστη σαφές για πρώτη φορά στη συζήτηση για ό,τι προηγουμένως είχε ονομαστεί «εθνικό και αποικιακό ζήτημα». Προηγουμένως η Διεθνής είχε μια πολιτική που μεγαλοποιούσε τους εθνικούς αγώνες κατά του ιμπεριαλισμού συνδέοντάς τους με την πάλη για τον κομμουνισμό. Τώρα (εννέα μονάχα μήνες μετά το Συνέδριο του Μπακού[46]) δεν αναφερόταν καν στους «εθνικούς και αποικιακούς αγώνες» αλλά στο «ανατολικό ζήτημα». Το εμπορικό σύμφωνο με της Ρωσίας με τη Βρετανική Αυτοκρατορία μαζί με τα σύμφωνα με την Περσία (Ιράν) και την Τουρκία σήμαιναν ότι αυτές οι κυβερνήσεις δεν θα πρέπει να ενοχληθούν. Ήταν δε πολύ φυσικό ο ινδός κομμουνιστής M. N. Ρόι να διατυπώσει τη μόνη πραγματικά βαρυσήμαντη άποψη στην όλη συζήτηση χαρακτηρίζοντας την πολιτική της Κομιντέρν[47] «καθαρά οπορτουνιστική» και ως «αρμόζουσα περισσότερο σε ένα συνέδριο της Δεύτερης Διεθνούς».[48]
    Το ίδιο ίσχυε επίσης και για τη μεταβολή της πολιτικής απέναντι γενικά στη σοσιαλδημοκρατία. Το ενιαίο μέτωπο με τους σφαγείς της εργατικής τάξης θα είχε εξαγγελθεί στο Τρίτο Συνέδριο, αν δεν είχε ήδη συνδεθεί με τον ηγέτη του KPD Πάουλ Λέβι, που είχε αποπεμφθεί από το κόμμα στις αρχές της χρονιάς. Έτσι, η προτροπή των μπολσεβίκων ηγετών στο Τρίτο Συνέδριο ήταν το σύνθημα «προς τις μάζες». Όμως, οι κομμουνιστές είχαν ήδη εφαρμόσει αυτήν την ιδέα όταν προσπαθούσαν να διασπάσουν τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα. Τι θα μπορούσε, λοιπόν, να σημαίνει το καινούργιο σύνθημα; Τίποτε άλλο από μια επαναπροσέγγιση με τη σοσιαλδημοκρατία σε όλα τα επίπεδα. Μολονότι οι πολιτικοί μας προπάτορες που τότε ηγούνταν του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος δεν διαφωνούσαν με αυτό το σύνθημα, προτίμησαν να το εφαρμόσουν διαφορετικά. Γι’ αυτούς το σύνθημα «προς τις μάζες» σήμαινε ότι, αφενός, συμπράττουν σε απεργίες και σε άλλες ενέργειες με τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες, αλλά, αφετέρου, εξακολουθούν να αντιτίθενται στην πολιτική συνεργασίας με την αστική τάξη που εφάρμοζαν οι ηγέτες τους. Τον Δεκέμβριο, όταν το Ρωσικό Κομμουνιστικό Κόμμα υιοθέτησε για πρώτη φορά το σύνθημα του «ενιαίου μετώπου», ήταν σαφές ότι αυτό δεν αφορούσε τη συνεργασία των κομμουνιστών με τη βάση της σοσιαλδημοκρατίας αλλά με την ηγεσία της. Αυτό ήταν το πρώτο βήμα για την εγκατάλειψη της επαναστατικής οδού σε διεθνή κλίμακα. Τούτο δεν ανακοινώθηκε ασφαλώς κατ’ αυτόν τον τρόπο, αλλά, στην πραγματικότητα, αυτό σήμαινε ήδη ντε φάκτο. Αν το 1921 έδειξε ότι η επανάσταση εντός της Ρωσίας άρχισε τώρα να στρέφεται κατά της εργατικής τάξης, αποτέλεσε επίσης και την αφετηρία της διαδικασίας που οδήγησε στην εγκατάλειψη των προλεταριακών αρχών του διεθνισμού. Για τους συντρόφους μας του Διεθνιστικού Κομμουνιστικού Κόμματος το Τρίτο Συνέδριο ήταν το σημείο καμπής στην ιστορία της Κομμουνιστικής Διεθνούς:
    «Οι αντιφάσεις που ξεπρόβαλαν σε παγκόσμια κλίμακα εξακολουθούν να βαραίνουν πάνω στην πρώτη επαναστατική εμπειρία. Η πραγματοποίηση της επανάστασης σε μία χώρα, η προς στιγμήν ήττα της αστικής τάξης στην ένοπλη σύγκρουση δεν συνεπάγονται την οικοδόμηση του σοσιαλισμού, αλλά μονάχα την καθιέρωση των αναγκαίων πολιτικών όρων γι’ αυτήν. Είναι απολύτως απαραίτητη η καταστροφή του πολιτικού οργάνου μέσω του οποίου η αστική τάξη ασκεί την ταξική της κυριαρχία και η αντικατάστασή του με ένα άλλο, προλεταριακό κράτος, οργανωμένο με βάση τη σιδερένια ταξική δικτατορία. Όμως, αυτό, από μόνο του, δεν είναι αρκετό. Για να βαδίσει αποτελεσματικά προς τον σοσιαλισμό η επανάσταση χρειάζεται μια επαρκώς αναπτυγμένη πολιτική δομή και μια οικονομία που είναι εξ ολοκλήρου αυτόνομη από την παγκόσμια αγορά, και αυτές οι συνθήκες απουσίαζαν εκείνα τα χρόνια από τη Ρωσία. Γι’ αυτό η μόνη σωτηρία από την καθυστέρηση της Ρωσίας βρισκόταν στην επαναστατική νίκη κάποιας δυτικής, ή ακόμη καλύτερα, κάποιας βιομηχανικά αναπτυγμένης χώρας. Απ’ αυτό συνάγεται ότι η Κομμουνιστική Διεθνής και το Μπολσεβίκικο Κόμμα -είτε το γεγονός αυτό αρέσει είτε όχι- που ήταν η σπονδυλική στήλη της Κομιντέρν, έπρεπε να διεξαγάγει κάθε προσπάθεια για να επισπεύσει ή, τουλάχιστον, να προωθήσει ανυποχώρητα επαναστατικές λύσεις με βάση τα δύο πρώτα Συνέδρια.[49] Η εγκατάλειψη της αυτονομίας του ταξικού κόμματος και της δικτατορίας του προλεταριάτου, όπως αυτή κι αν μεταμφιέζεται, δεν χρησιμεύει ούτε για τη μεταστροφή των ηγετών της σοσιαλδημοκρατίας ούτε για την επανένωση των μαζών με βάση ένα πρόγραμμα επαναστατικού συμβιβασμού και οδηγεί το διεθνές προλεταριάτο μονάχα στη σύγχυση, αμβλύνει το πολιτικό όπλο της πάλης του και συσκοτίζει τους στόχους του. Ανακύπτει η εύλογη αμφιβολία ότι πίσω από την επίσημη ανάλυση των μπολσεβίκων ηγετών και της ίδιας της Κομιντέρν βρισκόταν η ιδέα ότι η κατάσταση ήταν λιγότερο ευνοϊκή από αυτή που προέβλεπαν προηγουμένως. Έτσι θεωρήθηκε σωστό ότι η βοήθεια προς τη Ρωσία, που βρισκόταν ακόμα σε επισφαλή θέση, επιτυγχάνεται με μια διεθνή συμμαχία με τη σοσιαλδημοκρατία προκειμένου να δοθεί μια σταθερότερη εγγύηση ασφάλειας, από αυτή που μπορεί να παράσχει η επέκταση της επανάστασης. Μονάχα με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να καταλάβουμε πώς οι τακτικές προσαρμογές στο ενιαίο μέτωπο και στην εργατική κυβέρνηση[50] έπαψαν να είναι ασαφείς και προσέλαβαν την πραγματική τους μορφή».[51]
    Την Πρωτομαγιά του 1922 το σύνθημα της «παγκόσμιας επανάστασης» εξέλειπε για πρώτη φορά από τα συνθήματα του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος.
    Για τους επαναστάτες της εποχής, ωστόσο, η σημασία αυτού του γεγονότος δεν ήταν τόσο πρόδηλη. Πισωγυρίσματα συμβαίνουν σε κάθε διαδικασία και οι επαναστάτες πρέπει να διατηρούν μια ορθολογική αισιοδοξία ότι τέτοια πισωγυρίσματα μπορούν να ξεπεραστούν. Ο Τρότσκι υποστήριξε την υιοθέτηση του συνθήματος «προς τις μάζες» ως μια «στρατηγική προσωρινής υποχώρησης» Αλλά «προσωρινής» για πόσον καιρό; Από το 1922 ο Μπορντίγκα ασκούσε ανοικτά κριτική στον «κίνδυνο να δούμε το ενιαίο μέτωπο να εκφυλίζεται σε έναν κομμουνιστικό αναθεωρητισμό».[52] Από το 1924 ζητούσε την εγκατάλειψη των συνθημάτων του «ενιαίου μετώπου» και της «εργατικής κυβέρνησης» ως συνθημάτων που οδηγούν σε πλήρη σύγχυση. Εκείνη την περίοδο, ωστόσο, είχε αρχίσει να αναπτύσσεται ένας περαιτέρω εκφυλισμός σε όλα τα κομμουνιστικά κόμματα που ήταν τμήματα της Διεθνούς και υπόκειντο στην «μπολσεβικοποίηση», δηλαδή οι ηγέτες τους επιλέγονταν με βάση την ευπείθειά τους προς τη Μόσχα και στα συμφέροντα της σοβιετικής κρατικής εξωτερικής πολιτικής. Ο Γκράμσι αντικατέστησε τον Μπορντίγκα ύστερα από επιμονή της Μόσχας και χρησιμοποίησε διάφορα οργανωτικά μέσα για να διαλύσει την επιρροή που ασκούσε η αριστερή πτέρυγα του Ιταλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (με ορόσημο το Συνέδριο της Λυών[53] το 1926). Εκείνη την εποχή οι πολιτικοί μας προπάτορες στην Κομμουνιστική Αριστερά δημιούργησαν την Επιτροπή της Ιντέζα[54], στην οποία εξέθεσαν συνοπτικά τις απόψεις τους σχετικά με την αποτυχία της πολιτικής της Κομιντέρν.
    Είναι λάθος να νομίζει κανείς ότι σε κάθε κατάσταση οι μεθοδεύσεις και οι τακτικοί ελιγμοί μπορούν να διευρύνουν την κομματική βάση, εφόσον οι σχέσεις μεταξύ του κόμματος και των μαζών εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από την αντικειμενική κατάσταση.[55]
    Η επανάσταση είναι υπόθεση των μαζών

    Κατά συνέπεια, το 1921 δεν ήταν απλώς μια αλυσίδα ασύνδετων μεταξύ τους πισωγυρισμάτων, αλλά σηματοδοτεί την ανάσχεση του επαναστατικού κύματος και την οριστική έναρξη της αντιστροφής της διαδικασίας που είχε θέσει την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση στην ημερήσια διάταξη της ιστορίας. Για τους επαναστάτες της εποχής ήταν φανερό ότι ελάμβανε χώρα μια μαζική υποχώρηση σε διεθνή κλίμακα. Οι μπολσεβίκοι είχαν την άποψη ότι θα πρέπει να κρατήσουν το αρχικό προλεταριακό προπύργιο έως την έλευση της παγκόσμιας επανάστασης. Όμως, η αδυναμία του ρωσικού προλεταριάτου σήμαινε ότι το Μπολσεβίκικο Κόμμα μετατρεπόταν όλο και περισσότερο όχι απλώς σε διοικητή του κράτους αλλά στο ίδιο το κράτος. Αυτό δε το κράτος γινόταν όλο και περισσότερο ένας εκκολαπτόμενος σοβιετικός καπιταλισμός κατά της εργατικής τάξης. Έτσι, έχουμε μια από τις πιο συγκεχυμένες αντεπαναστάσεις στην ιστορία, όπου το κόμμα που αποτέλεσε την υψηλότερη έκφραση της συνείδησης της εργατικής τάξης το 1917 μετατράπηκε, από τις ιστορικές συνθήκες του απομονωμένου πολέμου του ρωσικού προλεταριάτου κατά του ιμπεριαλισμού, σε φορέα της προλεταριακής ήττας. Τίποτε από αυτά δεν πέρασε απαρατήρητο από τους αντιπολιτευόμενους εντός του Μπολσεβίκικου Κόμματος και ακόμη κι από τον ίδιο τον Λένιν. Στο Ενδέκατο Συνέδριο του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος, τον Μάρτιο του 1922, έλεγε στους αντιπροσώπους:
    «…κι’ αν πάρουμε τη γραφειοκρατική αυτή μηχανή, αυτό το βουνό – τότε ποιος ποιον οδηγεί εδώ; Αμφιβάλλω πολύ, αν μπορεί κανείς να πει ότι οι κομμουνιστές οδηγούν αυτό το βουνό. Για να πούμε την αλήθεια δεν οδηγούν αυτοί, αλλά οδηγούνται».[56]
    Ωστόσο, μόνο με το τεράστιο πλεονέκτημα της εκ των υστέρων γνώσης μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το 1921 ήταν το έτος κατά το οποίο η επανάσταση είχε χαθεί και αυτό πρέπει να αποτελεί μέρος του απολογισμού μας σχετικά με τη ρωσική εμπειρία. Το δίδαγμα που αντλούμε από αυτήν την εμπειρία δεν είναι το συμπέρασμα των συμβουλιακών κομμουνιστών, σύμφωνα με τους οποίους όλα τα κόμματα είναι αστικά (όπως συμπέρανε ο Όττο Ρύλε[57], προτού φύγει για να εργαστεί για τη μεξικανική κυβέρνηση του Θεσμικού Επαναστατικού Κόμματος!). Επειδή η εργατική τάξη δεν έχει ιδιοκτησία για να υπερασπίσει, η συνείδησή της (η οποία ενσωματώνεται στο πρόγραμμά της) μπορεί να πάρει τη μορφή μονάχα ενός συλλογικού σώματος. Επειδή δε κάποιοι εργάτες, χάρη στην πείρα τους, έρχονται προς τις επαναστατικές ιδέες πριν από άλλους, πρέπει να πάρουν την πρωτοβουλία να οργανωθούν. Αυτό σημαίνει ότι ένα πολιτικό σώμα δεν βασίζεται στον συμβιβασμό με την αστική τάξη, αλλά ότι αυτή είναι ο σταθερός αντίπαλός της. Αυτό σημαίνει για ‘μας μονάχα ένα επαναστατικό κόμμα. Αυτό που, ωστόσο, έδειξαν το 1921 και η παρακμή της επανάστασης είναι η ανάγκη ένα τέτοιο κόμμα να είναι διεθνές και συγκεντρωτικό πριν από το επαναστατικό ξέσπασμα. Το ίδιο κόμμα παραμένει έξω από όλες τις κυβερνητικές ή κρατικές λειτουργίες ως σώμα ανεξάρτητα απ’ ό,τι πρέπει να κάνουν κατά τόπους τα μέλη του. Σε τοπικό επίπεδο η εξουσία ασκείται από τα ένοπλα εργατικά συμβούλια. Αυτά είναι τα μοναδικά κρατικά σώματα έως ότου η αστική τάξη ανατραπεί σε παγκόσμια κλίμακα. Το κόμμα είναι η πολιτική πρωτοπορία που υπερασπίζεται το πρόγραμμα του κομμουνισμού και όχι κάθε επικράτεια που ισχυρίζεται ότι βρίσκεται καθ’ οδόν προς τον κομμουνισμό. Μπορεί να υπάρξουν εκείνοι που θα ισχυριστούν ότι αυτό είναι μια ουτοπία και ότι είναι ιδεαλιστικό, αλλά πρέπει να θυμόμαστε ότι το ίδιο το 1921, στο 10ο Συνέδριο του Κόμματος:
    «Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα ο Λένιν ερωτοτροπούσε με την ιδέα του χωρισμού κράτους και κόμματος. Συνέστησε, εν ολίγοις, έναν πλήρη προσδιορισμό και μια σαφή οριοθέτηση των αντίστοιχων τομέων καθενός και πρότεινε τα όργανα του κράτους να διαθέτουν κατά πολύ μεγαλύτερη αυτονομία και ελευθερία από τις κομματικές παρεμβάσεις».[58]
    Ο Χάρντινγκ μάς λέει ότι ο Λένιν παραδέχτηκε «σχεδόν στιγμιαία» ότι η πρότασή του δεν θα μπορούσε να εφαρμοστεί. Όμως αυτό οφείλετο στο ότι η κατάσταση το 1921 καθιστούσε αδύνατο να ξαναγραφτεί το παρελθόν. Οι μπολσεβίκοι δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν την κρατική εξουσία, επειδή τα σοβιέτ ήταν ήδη κενό γράμμα. Αν είχε κάνει την πρότασή του τον Νοέμβριο του 1917 και αν τα σοβιέτ είχαν διατηρηθεί στην πολιτική ζωή, τότε αυτό θα ήταν δυνατόν. Το 1921 οι μπολσεβίκοι βρίσκονταν στη θέση του Μακόμπερ[59], καθώς κατείχαν την κρατική εξουσία με την ελπίδα ότι «κάτι θα γίνει» από την άποψη της παγκόσμιας επανάστασης.
    Τούτο είναι απλώς ουτοπικό, εάν η εργατική τάξη δεν κινητοποιείται μαζικά και δεν ζωογονεί το διεθνές κόμμα και τα εργατικά συμβούλια. Τελικά, η μοναδική εγγύηση της νίκης είναι η σχετικά γοργή επέκταση της επανάστασης, τουλάχιστον στις σημαντικότερες ιμπεριαλιστικές χώρες, επειδή, έως ότου αυτές δεν παραλύσουν, έχουν τη δυνατότητα να καταστρέφουν κάθε επαναστατική πρωτοβουλία. Με την επιβολή ενός διεθνούς εμφυλίου πολέμου πάνω σε μια ήδη εξαντλημένη σοβιετική δημοκρατία μπορούν να την καταστρέψουν υλικά. Ενώ οι μπολσεβίκοι νίκησαν στρατιωτικά μέσα στη ρωσική επικράτεια, η αποτυχία της παγκόσμιας επανάστασης στο εξωτερικό σήμαινε ότι η ταξική πάλη χάθηκε πολιτικά. Η υιοθέτηση της ΝΕΠ και του ενιαίου μετώπου το 1921 ήταν το επισφράγισμα αυτής της πολιτικής ήττας. Η εργατική τάξη εξακολουθεί ακόμη να υφίσταται τις συνέπειές της.
    Πηγή: 1921 – Kronstadt: Beginning of the Counter-revolution, http://www.leftcom.org
    To άρθρο δημοσιεύθηκε στο περιοδικό «Ένζυμο», Νο. 1, Οκτώβριος 2013
    [1]βλ. Victor Serge, The Revolution in Danger, μτφ. Ian Brichall, εκδόσεις Redwords, 1997.
    [2] Αρχικά της Νέας Οικονομικής Πολιτικής, η οποία εγκρίθηκε, ύστερα από εισήγηση του Λένιν, από το 10ο Συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ρωσίας (μπολσεβίκοι) το 1921 και αποτέλεσε την οικονομική πολιτική που ακολούθησε η κυβέρνηση των μπολσεβίκων για τα επόμενα έτη. Κύρια χαρακτηριστικά της ήταν η κατάργηση των επιτάξεων της σοδειάς στην ύπαιθρο –που εφαρμόστηκε ευρέως και με βίαιες μεθόδους κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου- και η αντικατάστασή της με την καθιέρωση ενός φόρου σε είδος, η δημιουργία μιας κρατικά ελεγχόμενης αγοράς στην ύπαιθρο και στις πόλεις, με την αναθέρμανση της μικρής εμπορευματικής παραγωγής στους αγροτικούς κλήρους και στις μικρές και μεσαίες ιδιωτικές επιχειρήσεις. Για τις απόψεις του Λένιν σχετικά με τη ΝΕΠ και την πολιτική οικοδόμησης του κρατικού καπιταλισμού στη Σοβιετική Ένωση βλ. χαρακτηριστικά Για το φόρο σε είδος (Η σημασία της νέας πολιτικής και οι όροι της, Β.Ι, Λένιν, Άπαντα, τόμος 43, σ. 205-245, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988.(Σ.τ.Μ.)
    [3] βλ. παρακάτω στο κεφάλαιο αυτού του άρθρου με τίτλο «Η Δράση του Μαρτίου και το Τρίτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς». (Σ.τ.Μ.)
    [4] Ονομασία του υπουργικού συμβουλίου της κυβέρνησης των μπολσεβίκων. (Σ.τ.Μ.)
    [5] Δηλαδή, εφόσον εμείς είμαστε σε θέση πλέον να γνωρίζουμε την εξέλιξη των ιστορικών γεγονότων μπορούμε να αντιμετωπίζουμε με συγκατάβαση τους ανθρώπους που συμμετείχαν σ’ αυτά, εφόσον εκείνοι δεν μπορούσαν να γνωρίζουν, όπως εμείς σήμερα, την πορεία αυτών των γεγονότων, την οριστική τους έκβαση και τα αποτελέσματα των πράξεών τους. (Σ.τ.Μ.)
    [6]EdwardPalmerThompson (1924 – 1993): Ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους βρετανούς ιστορικούς, γνωστός κυρίως για το έργο του TheMakingoftheEnglishWorkingClass (1963) («Η δημιουργία της αγγλικής εργατικής τάξης»). (Σ.τ.Μ.)
    [7] Δεν αποδεχόμαστε τον όρο «ελευθεριακός μαρξιστής» για τους πραγματικούς μαρξιστές. Ο μαρξισμός είναι ελευθεριακός διαφορετικά δεν είναι διόλου μαρξισμός. Ο σταλινισμός και οι παραφυάδες του δεν είναι μαρξισμός. Όποιος ενδιαφέρεται να μάθει περισσότερα για τις απόψεις μας σχετικά με τη Ρωσική Επανάσταση μπορεί να διαβάσει την μπροσούρα μας με τίτλο «1917», η οποία περιλαμβάνει και την περίοδο της αντεπανάστασης.
    [8] βλ. τη σύγκριση που πραγματοποιεί ο ArthurRansome στα έργα του SixWeeksinRussia1919 και TheCrisisinRussia 1920, εκδόσεις Redwords, 1992.
    [9] Το 1918 πραγματοποιήθηκε η ξένη πολυεθνική στρατιωτική επέμβαση στον εμφύλιο πόλεμο στη Ρωσία, με την αποστολή στρατευμάτων από 14 κράτη. Οι ΗΠΑ απέστειλαν 8.000 στρατιώτες, οι οποίοι αποβιβάστηκαν στο Βλαδιβοστόκ. (Σ.τ.Μ.)
    [10]ΠαρατίθεταιστοW.P & Z. Coates, Armed Intervention in Russia 1918-22, σ. 229, Λονδίνο, 1935.
    [11]Edward Arnold, Rethinking the Russian Revolution, σ. 204, 1990.
    [12] S. Smith, Red Petrograd: Revolution in The Factories, 1917-18, σ. 250-251. Για έναν βιβλιογραφικό κατάλογο στα αγγλικά σχετικά με την ιστορία της Ρωσικής Επανάστασης βλ. Russian Revolution 1917 –further reading guideστηνιστοσελίδαlibcom.org. (Σ.τ.Μ.)
    [13] Βίκτορ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη (1905-1941), σ. 114,115, μτφ. Ρεβέκκα Πεσσάχ, Εκδόσεις Scripta, Αθήνα, 2008. (Σ.τ.Μ.)
    [14] Θα πρέπει επίσης να αναφερθεί και η ηρωική αντίσταση των μικρότερων σοσιαλιστικών κομμάτων στη Σερβία και στη Βουλγαρία.
    [15] Διεθνή σοσιαλιστικά αντιπολεμικά συνέδρια, τα οποία πραγματοποιήθηκαν μυστικά στις αντίστοιχες περιοχές της Ελβετίας το 1915 και το 1916. Οι μπολσεβίκοι αποτελούσαν την άκρα αριστερά του συνεδρίου εισηγούμενοι τη μετατροπή του ιμπεριαλιστικού πολέμου σε εμφύλιο ταξικό πόλεμο, δηλαδή σε προλεταριακή επανάσταση. (Σ.τ.Μ.)
    [16] βλ. Ρόζα Λούξεμπουργκ, Η Ρώσικη Επανάσταση, σ. 82, μτφ. Α. Στίνα, Εκδόσεις Ύψιλον, γ΄ έκδοση, Αθήνα, 1980. (Σ.τ.Μ.)
    [17] Ι. Β. Λένιν, Το Τρίτο Πανρωσικό Συνέδριο των Σοβιέτ, Άπαντα, τόμος 35, σ. 277, έκδοση πέμπτη, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1986. (Σ.τ.Μ.)
    [18] Ι. Β. Λένιν, Το Έβδομο Έκτακτο Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ), Πολιτική Έκθεση της Κεντρικής Επιτροπής, Άπαντα, τόμος 36, σ. 15, έκδοση πέμπτη, Εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1986. (Σ.τ.Μ.)
    [19]ΠαρατίθεταιστοThe German Revolution and the Debate on Soviet Power, σ. 33,επιμ. JohnRiddell, εκδόσεις PathfinderPress, Νέα Υόρκη, 1986.
    [20] Αρχικά του Ανεξάρτητου Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος, το οποίο ιδρύθηκε το 1917 ύστερα από την αποχώρηση της αριστερής πτέρυγας του Γερμανικού Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος. (Σ.τ.Μ.)
    [21]Freikorps («Ελεύθερα Σώματα»): Ονομασία των παραστρατιωτικών οργανώσεων που ιδρύθηκαν το 1918 και συγκέντρωσαν στις γραμμές τους αντιδραστικούς σωβινιστές, βετεράνους του πρώτου παγκοσμίου πολέμου, με σκοπό την προστασία της Δημοκρατίας της Βαϊμάρης από τους κομμουνιστές. Οι οργανώσεις αυτές υποστηρίχτηκαν από τον σοσιαλδημοκράτη υπουργό άμυνας Γκούσταβ Νόσκε και έπαιξαν προεξάρχοντα ρόλο στην αιματηρή καταστολή της εξέγερσης των Σπαρτακιστών το 1919. Αργότερα αποτέλεσαν τον πυρήνα των ναζιστικών Ταγμάτων Εφόδου. (Σ.τ.Μ.)
    [22] Παρατίθεται στο E. H. Carr, TheBolshevikRevolution, σ. 133, τόμος 3, εκδόσεις Pelican, 1966.
    [23]Carr, ό.π. Τα βρετανικά στρατεύματα δεν αποσύρθηκαν για άλλους έξι μήνες και όχι προτού οι λιμενεργάτες του Λονδίνου αρνηθούν να φορτώσουν το πλοίο ανεφοδιασμού JollyGeorge που προοριζόταν για τον Αρχάγγελο και το Μούρμανσκ.
    [24]Carr, ό.π., σ. 138. [Ο Γιουντένιτς, ο Κόλτσακ και ο Ντενίκιν ήταν οι επικεφαλής των αντεπαναστατικών λευκών στρατευμάτων στη Ρωσία. (Σ.τ.Μ.)]
    [25]L. Kritsman, The Heroic Period in the Great October Revolution (1926), σ. 166.
    [26]βλ. P. Binns, T. Cliff & C. Harman, Russia: From Workers’ State to State Capitalism, σ. 20, Bookmarks, 1987. Εκεί οι συγγραφείς δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνουν τις ίδιες ψεύτικες κατηγορίες που διατύπωσε ο Τρότσκι σ’ έναν άρθρο του, γραμμένο το 1938, με τίτλο HueandCryOverKronstadt. [βλ. στα ελληνικά: Πώς χάθηκε η ρώσικη επανάσταση – Από το εργατικό κράτος στον κρατικό καπιταλισμό, μτφ. Χρήστος Πετράκος, Μαρξιστικό Βιβλιοπωλείο, 1998. Το άρθρο του Τρότσκι («Κατακραυγή για την Κροστάνδη») περιλαμβάνεται στο βιβλίο με τίτλο Λεόν Τρότσκι, Για τον αναρχισμό, μτφ. Θ. Θωμαδάκη, Εκδόσεις «Αλλαγή», Αθήνα, 1985. (Σ.τ.Μ.)]
    [27] Το πρώτο μέρος του πολύτομου έργου του Ε. Η. Carr έχει εκδοθεί στα ελληνικά σε τρεις τόμους: βλ. Έντουαρτ Χάλετ Καρρ, Ιστορία της Σοβιετικής Ένωσης, 1917-1923, εκδόσεις Υποδομή. Γενικά, πρόκειται για μια από τις πιο εμπεριστατωμένες ιστορίες της Σοβιετικής Ένωσης. (Σ.τ.Μ.)
    [28] Ο τεϋλορισμός είναι σύστημα οργάνωσης της εργασίας και διεύθυνσης της παραγωγής που χαρακτήριζαν το μέχρι πρότινος κυρίαρχο σύστημα βιομηχανικής παραγωγής. Εμφανίστηκε στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα και οφείλει την ονομασία του στον αμερικανό μηχανικό Φρέντερικ Τέιλορ, ο οποίος το επινόησε και το εισήγαγε. Συγκεκριμένα, πρόκειται για ένα σύνολο μεθόδων οργάνωσης και μέτρησης της εργασίας, ελέγχου των παραγωγικών διαδικασιών, επιλογής, τοποθέτησης και πληρωμής της εργατικής δύναμης που στηρίζεται στην αποειδίκευση και στην κατάτμηση του αντικειμένου της εργασίας βάσει της ευρείας εφαρμογής της αλυσίδας παραγωγής με στόχο την εντατικοποίηση της εργασίας και την αύξηση της παραγωγικότητας. (Σ.τ.Μ.)
    [29] Για τη σχετική αντίληψη του Τρότσκι βλ. Λεόν Τρότσκι, Τρομοκρατία και κομμουνισμός, «Τα ζητήματα Οργάνωσης της Εργασίας», σ. 172-219, μτφ. Θ. Θωμαδάκης, Εκδόσεις «Αλλαγή», Αθήνα, 1979. (Σ.τ.Μ.)
    [30] Για την ιστορία της κομμουνιστικής αριστεράς στη Ρωσία βλ. International Communist Current, The Russian Communist Left, 1918-1930 καιIan Hebbes, The Communist Left in Russia after 1920στιςιστοσελίδεςhttp://world.internationalism.org/καιlibcom.org αντίστοιχα. (Σ.τ.Μ.)
    [31]ΠαρατίθεταιστοάρθροKrostandt 1921: AnalysisofPopularUprisinginthetimeofLenin, στοπεριοδικόRevolutionary Perspectives, No. 23, σ. 22.
    [32] Το πρόγραμμα δημοσιεύεται στα ελληνικά στο βιβλίο με τίτλο: Ίντα Μετ, Η Κομμούνα της Κροστάνδης, μτφ. Α. Στίνας, εκδόσεις «Διεθνής Βιβλιοθήκη». (Σ.τ.Μ.)
    [33] βλ. Οι «Ισβέστιες» της Κροστάνδης, εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος». (Σ.τ.Μ.)
    [34]IdaMett, TheKronstadtCommune. [Ίντα Μετ, Η Κομμούνα της Κροστάνδης, βλ. παραπάνω (Σ.τ.Μ.)]
    [35] Το τελεσίγραφο αυτό παρατίθεται στο Ίντα Μεττ, Η Κομμούνα της Κροστάνδης, σ. 47. (Σ.τ.Μ.)
    [36] βλ. Αλεξάνδρα Κολοντάι, Η Εργατική Αντιπολίτευση, μτφ. Πέτρου Λινάρδου, εκδόσεις Βέργος, Αθήνα, 1975. (Σ.τ.Μ.)
    [37] Για τις τοποθετήσεις του Λένιν στο 10ο Συνέδριο του Μπολσεβίκικου Κόμματος βλ. Το Χ Συνέδριο του ΚΚΡ (μπ) του Μάρτη 1921, σ. 1-127, Β. Ι. Λένιν, Άπαντα, τόμος 43, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988. (Σ.τ.Μ.)
    [38] Παραλληλισμός με τη συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ μεταξύ Σοβιετικής Ρωσίας και Κεντρικών Δυνάμεων (Μάρτιος 1918), βάσει της οποίας οι μπολσεβίκοι προέβησαν σε μεγάλες παραχωρήσεις (παράδοση της Ουκρανίας και των χωρών της Βαλτικής στις Κεντρικές Δυνάμεις) με αντάλλαγμα τη σύναψη ειρήνης. (Σ.τ.Μ.)
    [39] Βίκτορ Σερζ, Αναμνήσεις ενός επαναστάτη (1905-1941), σ. 193-194, μτφ. Ρεβέκκα Πεσσάχ, Εκδόσεις Scripta, Αθήνα, 2008. (Σ.τ.Μ.)
    [40] Ασφαλώς ο συγγραφέας εννοεί αποκλειστικά τους μαρξιστές διεθνιστές. (Σ.τ.Μ.)
    [41] βλ. Λεόν Τρότσκι, Στάλιν, τρεις τόμοι, μτφ. Αχιλλέα Βαγενά, εκδόσεις «Δωδώνη», Αθήνα, 1972. (Σ.τ.Μ.)
    [42] Απορρίπτουμε τόσο τον ιδεαλισμό του Διεθνούς Κομμουνιστικού Ρεύματος (ICC), το οποίο νομίζει πως είναι αρκετό να λέει ότι «όλες οι πράξεις βίας στο εσωτερικό του προλεταριάτου είναι έκνομες» (βλ. InternationalReview, No. 100, σ. 21), σάμπως αυτό να επιλύει το πρόβλημα. Όχι μόνο πρόκειται για μια δήλωση που εκφράζει ευσεβείς πόθους και με την οποία ο καθένας μπορεί να συμφωνήσει, αλλά θέτει επίσης και ένα άλλο ζήτημα. Πρόκειται για το ζήτημα του ποιος είναι προλετάριος και ποιος όχι, και ασφαλώς μας διακατέχει μια αγωνία για να περάσουμε τις δοκιμασίες που θα θέσει το ICC σχετικά μ’ αυτό!
    [43] Αρχικά του Κομμουνιστικού Κόμματος Γερμανίας. (Σ.τ.Μ.)
    [44]WalterRathenau (1867-1922): Γερμανός βιομήχανος, πολιτικός και συγγραφέας. Διετέλεσε υπουργός εξωτερικών. (Σ.τ.Μ.)
    [45] Οι 21 όροι προσχώρησης στην Κομμουνιστική Διεθνή, οι οποίες ψηφίστηκαν από το Δεύτερο Συνέδριό της. (Σ.τ.Μ.)
    [46] Τον Σεπτέμβριο του 1920 πραγματοποιήθηκε στο Μπακού το «Συνέδριο των Λαών της Ανατολής» με εκπροσώπους εθνικών κινημάτων διαφόρων χωρών και με κύριο ζήτημα της συνεργασία μεταξύ κομμουνιστών και εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων. (Σ.τ.Μ.)
    [47] Σύντομη ονομασία της Κομμουνιστικής Διεθνούς. (Σ.τ.Μ.)
    [48]Βλ. E. H. Carr, The Bolshevik Revolution, τόμος 3, σ. 386.
    [49] Ο συγγραφέας εννοεί τις αποφάσεις των δύο πρώτων συνεδρίων της Κομμουνιστικής Διεθνούς. (Σ.τ.Μ.)
    [50] Η πολιτική της «εργατικής κυβέρνησης» υιοθετήθηκε από τον Τέταρτο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς (1922). Με την απόφαση αυτή η εργατική κυβέρνηση παύει να ταυτίζεται με τη δικτατορία του προλεταριάτου και η συγκρότησή της δεν προϋποθέτει την ανατροπή του αστικού κράτους. Η απόφαση προβλέπει διάφορους τύπους «εργατικών κυβερνήσεων», μεταξύ των οποίων και την κυβέρνηση της σοσιαλδημοκρατίας, και στόχευε επί του πρακτέου στη συγκρότηση κυβέρνησης συνασπισμού μεταξύ κομμουνιστών και αριστερών σοσιαλδημοκρατών στη Γερμανία. Τέτοιες κυβερνήσεις συγκροτήθηκαν στη Σαξωνία και στη Θουριγία το 1923, εν μέσω καλπάζοντος πληθωρισμού και αναζωπύρωσης της εργατικής αναταραχής, με αποτέλεσμα την καταστολή τους από τον στρατό της κεντρικής κυβέρνησης χωρίς καμία ουσιαστική αντίσταση. Η «εργατική κυβέρνηση» ήταν αναγκαίο συμπλήρωμα της τακτικής του «ενιαίου μετώπου» με τη σοσιαλδημοκρατία και τις παραφυάδες της, που είχε υιοθετήσει η Κομμουνιστική Διεθνής, και η παταγώδης αποτυχία είχε ως αποτέλεσμα το οριστικό κλείσιμο της επαναστατικής κατάστασης στη Γερμανία. βλ. Η Κομμουνιστική Διεθνής: Θέσεις και αποφάσεις του 4ου Συνεδρίου, εκδόσεις «Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη», Αθήνα, 1987. (Σ.τ.Μ.)
    [51] I nodi irrisolti dello stalinismo alla base della perestrojka, σ. 20-21, εκδόσεις Prometeo, 1989.
    [52]βλ. G. Williams, Proletarian Order, σ. 213.
    [53] Στο τρίτο συνέδριο του Κομμουνιστικού Κόμματος Ιταλίας που συνήλθε στη Λυών της Γαλλίας, τον Ιανουάριο του 1926, ολοκληρώθηκε ο έλεγχος του κόμματος από τη φίλα προσκείμενη στο Κρεμλίνο ηγεσία με επικεφαλής τον Αντόνιο Γκράμσι και την ολοκληρωτική ήττα της αριστερής φράξιας του κόμματος, με επικεφαλής τον Αμαντέο Μπορντίγκα. (Σ.τ.Μ.)
    [54] βλ. την μπροσούρα μας με τίτλο Platform of the Committee of Intesa (1925).
    [55] ό.π., σ. 18.
    [56] Β.Ι. Λένιν, Πολιτική Έκθεση Δράσης της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΡ (μπ), Άπαντα, σ. 95, τόμος 45, έκδοση πέμπτη, εκδόσεις «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 1988. (Σ.τ.Μ.)
    [57] Ο Όττο Ρύλε (Otto Rühle, 1874-1943) ήταν γερμανός μαρξιστής και υπήρξε ένα από τα προεξάρχοντα στελέχη της κομμουνιστικής αριστεράς στη Γερμανία. Για μια συνοπτική παρουσίαση της πολιτικής του φυσιογνωμίας βλ. Paul Mattick, Otto Rühle and the German Labou rMovement (1945) στο αρχείο Paul Mattick στην ιστοσελίδα http://www.marxists.org (Σ.τ.Μ.)
    [58]N. Harding, Lenin’s Political Thought, σ. 296, MacMillan, 1977.
    [59] Ήρωας του βρετανού συγγραφέα Καρόλου Ντίκενς στο μυθιστόρημά του «Ντέιβιντ Κόπερφιλντ», ο οποίος, παρ’ όλο που διατηρούσε την αισιοδοξία του ότι δεν θα χρεοκοπήσει, κατέληξε στη φυλακή για χρέη. Η αγαπημένη του φράση ήταν «να δεις που κάτι στο τέλος θα γίνει». Ο χαρακτήρας του αποτελεί σύμβολο της αισιόδοξης αναμονής χωρίς βάσιμη ελπίδα. (Σ.τ.Μ.)

    http://www.leftcom.org/files/2014-05-15-1921-el.pdf
    https://engymo.wordpress.com/2014/05/11/1921-%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%80%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B1%CF%83%CE%B7%CF%83/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

w

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: