Η Μικρασία ως διαρκώς επανερχόμενη μνήμη

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015, 18.00-20.00

Σκύδρα- 10 Οκτωβρίου 2015- με αφορμή τον Φίλη-Το Ίδρυμα Θεοχαράκη (Βασιλίσσης Σοφίας 9 & Μέρλιν 1, Αθήνα),
-το Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα «Ιστορική έρευνα, Διδακτική και Νέες Τεχνολογίες» του Ιονίου Πανεπιστημίου,
Επιστημονική ‘Ενωση «Νέα Παιδεία»,
-τα Εκπαιδευτήρια «Νέα Γενιά Ζηρίδη» και
-το λογοτεχνικό περιοδικό «Φρέαρ» διοργανώνουν κύκλους συναντήσεων με τίτλο:

Η Ιστορία στην κόψη του λόγου

Τρεις οριακές στιγμές της ελληνικής ιστορίας μέσα από τη λογοτεχνία 

«Η Μικρασία ως διαρκώς επανερχόμενη μνήμη»  

Παρασκευή, 13 Νοεμβρίου 2015

18.00-20.00

Ομιλητές: Φίλιππος Δρακονταειδής, Δημοσθένης Παπαμάρκος, Soloúp | Βλάσης Αγτζίδης

Συντονιστής: Δημήτρης Αγγελής

———————————————————————-

Για να μπορέσετε να παρακολουθήσετε την εκδήλωση πρέπει να το δηλώσετε στο εξής μέιλ:

κώστας Αγγελάκος <kostasaggelakos2003@yahoo.gr>

———————————————————————–

Περισσότερα στη σελίδα της «Νέας Παιδείας:

http://www.neapaideia-glossa.gr/NP_Logo_History.htm

13-11-2015 Nea Paideia

Φίλη παραιτήσου!

«Διαμαρτυρόμενοι για τις δηλώσεις Φίλη καθώς και για την αφαίρεση από τα σχολικά εγχειρίδια της ιστορίας του κεφαλαίου για τον ποντιακό ελληνισμό, οι μαθητές του Λυκείου Χέρσου, ύστερα από απόφαση του 15μελούς, προέβησαν σε κατάληψη του σχολείου τους.» (http://www.eidisis.gr/ekpaideysi/fili-paraitisoy.html )

3 comments so far

  1. EfxinosPontos on

    ΒΛΑΣΗΣ ΑΓΤΖΙΔΗΣ*
    Τι συνέβη στην οθωμανική Ανατολή;
    08.11.2015

    Τ​​ι συνέβη στον χώρο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας κατά την περίοδο 1908-1923; Ποια ήταν η μοίρα των μη μουσουλμανικών κοινοτήτων; Πώς εμπλέκεται η Ελλάδα ως έθνος-κράτος στις διεργασίες αυτές;

    Μπορούν οι διώξεις κατά των Ελλήνων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας να χαρακτηριστούν με τον νομικό όρο «Γενοκτονία»; Γιατί έως σήμερα είναι άγνωστες και αδιερεύνητες πολλές παράμετροι που συναρτώνται με τον μεγάλο γεωπολιτικό μετασχηματισμό της Εγγύς Ανατολής;

    Τα παραπάνω ερωτήματα απασχολούν έως σήμερα τον δημόσιο βίο και δημιουργούν παρανοήσεις, συγκρούσεις και εντάσεις. Η απάντηση θα έπρεπε να έχει δοθεί εδώ και δεκαετίες μέσα από μια σοβαρή επιστημονική έρευνα και ψύχραιμη συζήτηση. Δυστυχώς αυτό δεν έγινε και αναδεικνύει για άλλη μια φορά το έλλειμμα και τις προκαταλήψεις –ίσως και την υποκρισία– που υπάρχει τόσο στον χώρο της ακαδημαϊκής ιστοριογραφίας, όσο και σε αυτόν της πολιτικής διαβούλευσης.

    Οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας [Μικρά Ασία (Ιωνία, Πόντος, Βιθυνία, κ.ά.) και Ανατολική Θράκη] αποτελούσαν μια πολύμορφη οντότητα με μεγάλη οικονομική ισχύ που αποκτήθηκε από το δεύτερο μισό του 19ου αιώνα. Ο αριθμός τους κυμαινόταν μεταξύ 2,2 και 2,5 εκατ. ατόμων. Είχαν διακριτή αυτονομία από το ελλαδικό βασίλειο. Ακόμα και την εποχή της τελικής σύγκρουσης στην Ανατολή (1919-1922) είχαν αυτόνομες δικές τους πολιτικές εκφράσεις (Εθνοσυνέλευση του Πόντου που έδρευε στο Βατούμι του Καυκάσου και τη Μικρασιατική Αμυνα στη Σμύρνη). Κατά την περίοδο του οριστικού γεωπολιτικού μετασχηματισμού της Εγγύς Ανατολής και την είσοδο της περιοχής στην εποχή του έθνους-κράτους, οι μη μουσουλμανικές οθωμανικές κοινότητες θα υποστούν την πολιτική Γενοκτονίας που είχαν ήδη αποφασίσει
    οι Νεότουρκοι από το 1911, την είχαν προετοιμάσει μεθοδικά και άρχισαν να την εφαρμόζουν από το 1914 με εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς.

    Η Μικρασιατική Καταστροφή του 1922 έφερε το τέλος αυτού του κόσμου των Ελλήνων της Ανατολής. Η ήττα του 1922 υπήρξε στην πραγματικότητα αποτέλεσμα του ελλαδικού διχασμού και της αδυναμίας των ελίτ της «Μικράς πλην Εντίμου Ελλάδος» να σχεδιάσουν μια ρεαλιστική πολιτική που θα βασιζόταν στην προστασία των μειονοτικών οθωμανικών πληθυσμών (Ελλήνων, Αρμενίων, Ασσυρίων, Κιρκασίων κ.ά.), ενώ οι αυτόνομες δικές τους πολιτικές εκφράσεις υπονομεύτηκαν. Οι διασωθέντες των μειονοτήτων αυτών θα καταφύγουν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες του ’22 όπου και θα αντιμετωπίσουν τις ζοφερές συνθήκες του Μεσοπολέμου, την εχθρική κατά τον μεγαλύτερο βαθμό αντιμετώπιση και τις συνέπειες της δεκαετίας του ’40. Μόνο κατά τη Μεταπολίτευση θα δημιουργηθούν συνθήκες πραγματικής συζήτησης για τα γεγονότα εκείνα και θα επιτραπεί στους πρόσφυγες του ’22 και στους απογόνους τους να διεκδικήσουν την ενσωμάτωση της δικιάς τους ιστορικής εμπειρίας στο συνολικό εθνικό αφήγημα.

    Οι διώξεις κατά των ελληνικών κοινοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας χαρακτηρίστηκαν ήδη Γενοκτονία με δύο νόμους που ψηφίστηκαν με θαυμαστή ομοφωνία από την ελληνική Βουλή (1994, 1998). Ο όρος «Γενοκτονία» ορίστηκε με πολύ συγκεκριμένο τρόπο από τον ΟΗΕ και εισήχθη έτσι στο διεθνές δικαιικό σύστημα από το 1948. Ηδη αναπτύσσονται διεθνώς –πλην Ελλάδος– οι αντίστοιχοι τομείς της επιστημονικής έρευνας για «το έγκλημα της Γενοκτονίας», πραγματοποιούνται σημαντικές έρευνες και κοινοποιούνται ιδιαιτέρως χρήσιμες ανακοινώσεις και δημοσιεύσεις. Ο Διεθνής Σύνδεσμος Μελετητών Γενοκτονιών (IAGS), ένας διεθνής επιστημονικός θεσμός που εξειδικεύεται στη μελέτη του εγκλήματος της Γενοκτονίας, αναφέρει σε Ψήφισμά του το 2007: «Είναι η πεποίθηση του IAGS ότι η οθωμανική εκστρατεία εναντίον των χριστιανικών μειονοτήτων της αυτοκρατορίας μεταξύ 1914 και 1923 αποτέλεσε μια γενοκτονία εναντίον των Αρμενίων, Ασσυρίων, Ποντίων και Ελλήνων της Ανατολής».

    Το πραγματικό ιστορικό πλαίσιο εντός του οποίου έλαβε χώρα το φαινόμενο του μετασχηματισμού της Εγγύς Ανατολής το περιγράφει πολύ καλά ο Enzo Traverso αναφερόμενος στο αρμενικό ζήτημα: «…Πρόκειται για την πρώτη γενοκτονία που διαπράττεται στο όνομα του νεωτερικού εθνικισμού, ως πράξη γέννησης ενός έθνους-κράτους δυτικού τύπου στη θέση της παλιάς πολυεθνικής αυτοκρατορίας».

    Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται απολύτως και οι Ελληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Αυτό περιγράφεται με σαφήνεια από τον σημαντικό Τούρκο ιστορικό Halil Berktay (με αναφορά μόνο στην ποντιακή υποπερίπτωση μιας και απαντούσε σε αντίστοιχη ερώτηση): «Η αλήθεια δεν είναι διαπραγματεύσιμη, όμως μπορεί να διδαχθεί. Τα τελευταία 10 χρόνια η συμπεριφορά γύρω από τη Γενοκτονία έχει μαλακώσει…

    Πιστεύω ότι υπήρχε μόνο μία Γενοκτονία και δεν εννοώ ότι αυτό που συνέβη στον Πόντο δεν ήταν Γενοκτονία. Αντίθετα, λέω ότι οι Ενωτικοί, δηλαδή η ηγεσία της “Επιτροπής Ενωση και Πρόοδος”, κυρίως δε ο Ταλαάτ, είχαν ένα μαζικό σχέδιο για τον εκτουρκισμό της Ανατολίας. Και αυτό εφαρμόστηκε στους Αρμενίους, τους Ποντίους και τους Ασσυρίους. Προτιμώ να το βλέπω ως ένα ενιαίο σχέδιο, που το κάνει και πιο εύκολα συζητήσιμο και κατανοητό».

    * Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com/.
    Έντυπη

    http://www.kathimerini.gr/837908/opinion/epikairothta/politikh/ti-synevh-sthn-o8wmanikh-anatolh

  2. ένα εξαιρετικό απόσπασμα από το «Γιακ» του Παπαμάρκου:

    ΠΡΟΣΦΥΓΕΣ ΚΑΙ ΝΤΟΠΙΟΙ
    —————————————-

    «….Μια μέρα το χειμώνα του εικοσιτέσσερο, έκοβα πασσάλια για το φράχτη, θυμάμαι, κι έρχεται η Ρίνα, γκαστρωμένη στον Γιάννη, και μου λέει ήρθανε πρό­σφυγες στο χωριό κι είπε ο πρόεδρος να μαζευτείτε οι άντρες όσοι μπορείτε να πάτε να τους διώξετε, γιατί άμα ’ρθούνε δώθε θα μας πάρουνε τα κτήματα. Τ’ ακούω κι εγώ και γίνομαι πυρ. Πήγαμε κείθε και τους καταστρέψαμε, ρε Γούσια, το καταλαβαίνεις; Τόσο αγριεμένο δεν τον είχα ξαναδεί τον Κυριάκο. Πήγαμε κείθε, μου λέει, κι είχανε παλάτια και γυρνάγανε οι αθρώποι με κουστούμια και φορέματα, κι άμα γυρίσαμε μεις πίσω στο χωριό, τα κορίτσα μας τα βρήκαμε ακόμα με τα σιγκούνια. Τους αναστατώσαμε, τους κάναμε ζημιά, και τώρα που πέσανε στην ανάγκη μας τους κλωτσάγαμε σαν τα πατσαβούρια. Πήγα, μου ’πε, έτσι όπως ήμανε με την κοσόρα στο χέρι και τους βρίσκω που τους είχανε κυκλωμένους και τους τραβάγανε και τους βρίζανε…. »

    Δημοσθένης Παπαμάρκος, «Γιακ», εκδ. Αντίποδες, 2014

    ———————–

    «………..

    ΗΡΘΕ Ο ΚΑΙΡΟΣ ΝΑ ΦΥΓΟΥΜΕ

    Ποια; Αυτή που ’βαλε τα τσιγάρα στην τσέπη του μακαρίτη; Αυτή είναι η θεια-Ανθή. Η χήρα που λέμε. Α, νόμιζα που την ήξερες. Όχι, όχι. Δεν τον είχε σόι.

    Έλα πιο δώθε μη μας ακούνε. Με τη θεια-Ανθή που λες, είχανε ιστορία. Μου τα ’χε πει ο μακαρίτης. Ήμανε μικρότερος απ’ αυτόνα, αλλά κάναμε πολλή παρέα έναν καιρό. Προτού να φύγω να πάω στη Θήβα. Είσαι ίδιος ο πατέρας σ’, μου ’λεγε, γι’ αυτό σε αγαπάω πολύ, ρε παιδί. Είχα, να πούμε, γυρίσει ένα απόγεμα και θυμάμαι δεν είχα προφτάσει καλά καλά να κατεβώ απ’ τ’ αμάξι και περνούσε και μου λέει, άσ’ τα κι έλα να πιούμε ένα ουζάκι. Ήμανε μόλις απ’ το ταξίδι. Του λέω, ρε Κυριακούλη, να πάω να πω ένα γεια στη μάνα μ’ κι έρχομαι. Ασ’ τη μάνα σ’, μου λέει. Η μάνα πάντα περιμένει. Έλα, πάμε. Καθόμασταν, το θυμάμαι σαν τώρα στου γερο-Χρήστο, δεν θυμάμαι αν το πρόλαβες εσύ. Κει που ’ναι τώρα το ταχυδρο­μείο. Τέλος πάντων. Καθόμασταν που λες και τα συζητάγαμε και του λέω, έδωσα λόγο Κυριακούλη. Άιντε επιτέλους, ρε μπαγάσα, μου λέει, γεροντοπαλίκαρο κόντεψες. Και με ποιανού να ’χουμε το καλό ερώτη­μα; Ξένη, του λέω, απ’ τη Θήβα. Πού να την ξέρεις. Θα τη φέρω όμως, του λέω, τ αϊ-Λιος να τηνε δείτε κιόλας. Με κοιτάει. Μου λέει, ξένη ε; Γιατί, ρε, του το ’πα έτσι στα γελαστά, είχες κάνα κορίτσ’ στο χωριό τόσον καιρό να μου δώσεις και δε μου το ’χες πει; Δε μιλάει, δε λαλάει. Ρε Κυριάκο, ρε καλέ μου, ρε χρυσέ μου; Τι έπαθες; Τίποτα. Με κοιτάει και μιλιά. Φοβήθκα, λέω πάει, μου ’μεινε σέκος. Του πιάνω το χέρι, το σφίγγω, παγωμένο. Ώπα. Με ζώσανε τα φίδια. Βάνω και πιάνω τα κλειδιά έτοιμος να τον φορτώσω να φύ­γουμε στο νοσοκομείο. Ρε του λέω, είσαι καλά; Μίλα ρε, του λέω, τι έχεις; Μου κάνει νόημα. Κάτσε, μου λέει. Συμπάθα με, δεν είν’ τίποτα. Ρε, τι τίποτα; Σα να σε πήρε ίσκιος έκανες. Είσαι καλά; Θες να σε πάω στο γιατρό; Κάτσε, κάτσε, μου κάνει. Μια χαρά είμαι. Πα­ραγγέλνουμε ένα μεζέ, να πούμε, δεν γλωσσιάζει μπουκιά. Τον κοιτάω, τίποτα. Μια το τσιγάρο, μια το ποτήρι. Άμα είπα τίποτα άθελά μ’, Κυριάκο, του λέω, και παραξηγήθηκες να μου το πεις, να σου πω και συγγνώμη. Αλλά άμα είναι να καθόμαστε και να μη μου λες κουβέντα, να σηκωθώ να φύγω. Δεν είμαστε τίποτα παιδιά. Μην είσ’ αψύς, μου λέει. Πες του Χρήστο να μας φέρει ένα ακόμα και θα σου πω.

    Το δεκαεννιά, μου λέει, που μπήκε ο στρατός στη Σμύρνη, εγώ ήμανε από τους πρώτους στην πόλη. Τι σχέση έχ’ αυτό; του κάνω. Πάψε κι άκου, μου λέει. Ήμανε που λες απ’ την αρχή. Τις δυο πρώτες μέρες έπειτα που κατεβήκαμε γινόταν ο κακός χαμός. Είχε βγει το ευζωνικό σε λάθος μεριά κι όπως πέρναγε απ’ τα σοκάκια για να ’ρθει να πέσει προς τα μας, βρήκα­νε κάτι Τούρκους φαντάρους, πέσανε κάτι ντουφε­κιές, κι ύστερα αρχίνησε και γίνηκε το μάλ’-βράσ’. Έβραζε ο τόπος να πούμε και γινήκανε πράματα ουκ ολίγα. Κι απ’ τους δυο, υπ’ όψιν. Φκιάσαμε πράματα που να μ’ τα πεις τώρα ότι τα ’καμα γω, θα σου πω εί­σαι ψεύτης. Να καταλάβεις, μου δώσανε καινούργιο όπλο, γιατί είχε σπάσει το κοντάκι. Εμ, σπάει το κοντάκι; Κι όμως. Με τόσο λύσσα βάραγα που το έσπα­σα. Ας είναι. Άμα περάσανε κείνες οι μέρες κι ηρέμη­σε το πράμα, μας παίρνουνε και μας στέλνουνε τη μονάδα τη δίκιά μου στο Καντιφεκαλιέ. Στην πόλη μέσα πάλιε, αλλά στο στρατόπεδο.

    Πρώτη φορά εκεί πήραμε μια ανάσα, να πούμε. Παίρναμε και καμιά άδεια να κάνουμε την τσάρκα μας. Κι η Σμύρνη ήτανε πολιτεία. Τι Αθήνα και Σαλο­νίκη. Τις είχα δει και τις δυο στον πόλεμο, μα σαν την Σμύρνη, Γούσια, μόνο στην Αμέρικα έχει πόλεις. Αμάξια, εστιατόρια, καφενεία με κομπανίες, πράμα­τα που δε λέγεται. Περπάταγα, θυμάμαι, κι όλο σκεφτόμανε πότε να περάσει ο πόλεμος, να ξετελέψω από φαντάρος, να ’χω όλον τον καιρό δικό μ’, να τη γυρνάω μέρα νύχτα.

    Ρε Κυριακούλη, του ’χα πει, να με συμπαθάς, αλλά τούτα όλα μου τα ’χεις ματαπεί. Τι σχέση έχουν; Ρε καλόπαιδο, έτσι το ’χε το συνήθειο να σε λέει άμα αρχίναγε και θύμωνε, άσε με ν’ αποσώσω. Μη με δια­κόπτεις δις στην ώρα.

    Λοιπόν, τον Μήτσο του Ρέντζη που λένε, τονε ξέ­ρεις; Α μπράβο. Μ’ αυτόνα ήμανε που λες και γυρνάγαμε έτσι ένα απόγιομα σε κάτι σοκάκια πίσω απ’ την παραλία. Είχαμε άδεια απογεματινή και ψάχαμε να βρούμε να πιούμε κάνα ουζάκι να πούμε. Κι όπως

    περνάμε, που λες, κάτω από ’να μπαλκονάκι μας φω­νάζουν δυο κορίτσα. Επ, είπαν, πού πάτε τέτοια ώρα, ελάτε απάν’ να σας ψήσουμε έναν καφέ. Μας αγαπά­γανε, βλέπεις, τότες οι Έλληνες εκεί. Άμα χτύπαγες πόρτα Έλληνα και ζήταες νερό, σε βάνανε μέσα στο σπίτι και σου δίνανε και το κανάτι που λέει ο λόγος. Εμείς απ, κουμπωθήκαμε όμως, που λες. Γιατί κορίτσα πράμα, κι ωραία κορίτσα, να θένε να σε βάνουν έτσι στο σπίτι, μας φάνηκε παράξενο. Πουτάνες θα ’ναι, μου λέει ο Μήτσος, καλλιά να φεύγουμε. Άντε ρε, του λέω. Ό,τι και να ’ναι δεν τρώνε. Κι άμα θέλουμε σκωνόμαστε και φεύγουμε. Το άργητο είναι; του λέω.

    Όντως μας ανοίξανε, από δω, μας λένε, και τι να σου πω, ρε Γούσια. Δέκα φορές μας είπανε από δω. Τόσο μεγάλο ήτανε το σπίτ’. Με τα πολλά φτάνομε σε μια σάλα, μας καθίζουνε. Είχαμε χαζέψει εμείς. Το σπίτι ήταν σαν το διοικητήριο να πούμε μεγάλο. Πιά­νο είχε, ζουγραφιές στους τοίχους γύρω γύρω, τραπέζα όλο γυαλί κι απάνω ποτήρια κρύσταλλα. Τι να σου λέω και τι να δεις. Σα χάνοι κοιτάγαμε ολόγυρα. Με σκουντάει ο Μήτσος, ρε, μου λέει, τούτες δω είν’ αρχόντισσες. Πάψε, του ’πα, μην πεις καμιά κουταμάρα. Πάψε να ιδούμε. Μας ρωτήξανε τα κορίτσα, θέτε καφέ, λεμονάδα; Λέμε μεις, καφέ. Φεύγει η μία, η πιο μεγάλη ας λέμε, γιατί κι οι δυο μικρές ήσανε σαν και μας, κι η άλλη μας δείχνει ένα ντιβάνι και λέει, καθί­στε, θα φέρει η αδερφή μ’ τους καφέδες. Κάθεται κι αυτή σε μια καρέκλα αντίκρυ και μας λέει πόσο χαίρουνταν που ’χανε έρθει οι Έλληνες στην πόλη και που σε λίγα χρόνια θα γινόντουσαν κι αυτοί κράτος με μας και τέτοια. Στο μεταξύ, γύρισε κι η άλλη μ’ ένα δίσκο με τους καφέδες σε κάτι φλιτζάνια, Γούσια, όλο κεντητά με χρώμα και σκέδια χρυσαφιά. Φάτε και λουκούμια, μας λέει, και μας τ’ ακουμπάει μπροστά.

    Τα ’χαμε χάσει εμείς. Κοιτιόσαντε αυτές, γελάνε, μη ντρέπεστε λένε, πάρτε. Φχαριστώ, τους λέω γω, τέ­τοια καλοσύνη δεν έχω ματαπαντήσει. Να σας έχει καλά η Παναγιά. Στην υγειά σας, τους λέω, έτσι με το νερό. Σιγά σιγά πιάσαμε και ξεθαρρέψαμε και αρχινήσαμε την ψιλή κουβέντα. Κάποια στιγμή μας ρωτάνε από πού είστε; Απ’ το Μαλισσάτ, τους λέω γω, απ’ την Αθήνα. Ποια Αθήνα, μου λέει η μία; Για τήρα δω στο χάρτη, εσείς είστε εκατό χιλιόμετρα απ’ την Αθήνα, και σκώνεται ο διάολος και πάει σε μια κορνίζα στον τοίχο και μου δείχνει. Θάμαξα, λέω κοίτα κορίτσ’ πρά­μα πόσα ξέρει. Είπαμε κι άλλα πολλά και στο τέλος ντραπήκαμε που καθόμασταν τόσο μεγάλη βεγγέρα σε ξένο σπίτι κι είπαμε ψέματα ότι πρέπει να φύγουμε γιατί δήθεν έπρεπε να γυρίσουμε στο τάγμα. Ντάξει, μας λένε αυτές, να μας ξαναπεράσετε, να ναι δω κι ο αδερφός μας να σας φιλέψουμε και κάνα ουζάκι, γιατί ο καφές δεν πιάνει. Μας πάνε προς την πόρτα κι εκεί στο πλατύσκαλο, γυρνάει η μικρή και μου κάνει, θες να πάμε σινεμά; Πού να ξέρω γω τότες τι ναι ο σινεμάς; Αλλά ντράπκα, ναι, της λέω. Έλα, μου λέει, άμα μπορείς την Πέμπτη να με πάρεις να πάμε.

    Την Πέμπτη όντως σινιαρίστηκα και δυο και τρεις πήγα και τη βρήκα. Μ’ ανοίγει πάλι η αδερφή της, βάστα δυο λεπτά, μου λέει, κι έρχεται η μικρή. Περι­μένω γω στην πόρτα κι όταν έρχεται χάνω τη μιλιά μου. Λουλούδ’ άσπρο. Βγαίνει κι η μεγάλη από πίσω, να την προσέχεις, μου λέει, και μην αργήσετε πολύ. Ούτε να κουνήσω το κεφάλι να πω ναι δεν μπόραγα. Έτρεμα ολόκρηος. Με πήρε αλαμπρατσέτα και βγή­καμε στο σεργιάνι κι απ’ την κουβέντα την πολλή ούτε σινεμά πήγαμε εκείνη τη μέρα ούτε τίποτα. Παγαίναμε πάνω κάτω το λιμάνι και μόνο μιλάγαμε. Σαν πήρε και σουρούπωσε, μου λέει, τράβα με σπίτι για θ’ ανησυχήσουν οι δικοί μ’. Αλλά να περάσεις κι αύριο να με πάρεις. Θα πάμε να φάμε μια πάστα. Γύ­ρισα κείνο το βράδυ στο στρατόπεδο και μ’ είχε πιάσει πυρετός που δεν κοιμήθκα ντιπ όλη νύχτα. Την επομένη όμως ξαναπήγα και την πήρα.

    Μη σ’ τα πολυλογώ, πάγαινα και την έβλεπα κάθε που έβγαινα κι άλλοτε καθόμασταν στο σπίτι, άλλο­τε σεργιανίζαμε, με τα πολλά γνώρισα και τον αδερ­φό της, γιατί ήταν ορφανή και δεν είχε γονιούς, και μου λέει το και το, τι σκοπό έχεις με την αδερφή μου, γιατί πολλά σούρτα φέρτα. Εγώ την αδερφή σ’, του είπα, την αγαπάω κι ούτε που την έχω πειράξει. Μόνο στη βόλτα πάμε κι έπειτα τη γυρνάω στο σπίτ’. Αδερφός της είσαι όμως και κουμάντο κάνεις εσύ. Άμα θες να την παρατήσω ήσυχη να μου το πεις, αλλά σ’ το λέω στα ίσα, του ’πα, γω μια φορά δεν το ’χω σκοπό να την αφήσω. Γι’ αυτό να δώσουμε λόγο και με το καλό που θα τελειώσει ο πόλεμος την παίρ­νω γυναίκα. Δώσαμε τα χέρια και τα συμφωνήσαμε κι έκτοτε πάγαινα καθημερνά στο σπίτι κι όταν βγαίνα­με μου ’χαν εμπιστοσύνη και γυρνάγαμε και πιο αργά. Κι όλο, της έλεγα, να, καρτέρα λίγο να τελειώσει το πράμα και μετά θα γράψω στους δικούς μ’ να πάρου­νε το καράβι και να ’ρθουνε να περάσουμε τις βέρες.

    Κι εκεί που η δουλειά πάγαινε ρολόι κι ήμασταν στα μέλια, ξαναρχίσανε τα όργανα και πάω ένα απόγιομα στο σπίτι και της λέω το και το, το σκώνουνε το τάγμα απ’ τη Σμύρνη, ξαναπαίρνουμε το δρόμο. Να μη στεναχωριέσαι, της είπα, δεν έχουνε πολλά ψωμιά οι Τούρκοι ακόμα, θα τελέψουμε στα γρήγορα. Κι έμπηξε τα κλάματα κι ούτε που σταμάταγε, μέχρι που ’ρθε κι ο αδερφός της κει που καθόμασταν και τη μάλωσε και της λέει τι κάνεις έτσ’, λες και κλαις πεθα­μένο; Θα πάει και θα ’ρθει κι όλα καλά. Έτσι είναι, λέω κι εγώ, να μου γράφεις και θα σου απαντάω κι όσο να σου φανεί θα ’μαι πίσω.

    Ήρθε ο καιρός να φύγουμε και το βράδυ πριν ζή­τησα απ’ τον διοικητή και πήγα και την είδα. Κάτσα­με τα ξανάπαμε και στο τέλος με φίλησε και μου ’βαλε στην τσέπη ένα πακέτο τσιγάρα, τη μάρκα την Τουρμάκ, μια τούρκικια που μ’ άρεσε. Κει που θα πας, μου λέει, να τα καπνίζεις και να με θυμάσαι.

    Γούσια, γω γράμματα καλά δεν ήξερα κι όταν μου φτάνανε τα γράμματα σελίδες μου ’ρχόταν βαριά που γω δεν μπόραγα να γράψω πάνω από δέκα σει­ρές, να της πω αυτά που ’χα κατά νου. Κι έτσ’ έστελ­να μαζί με το γράμμα και ζουγραφιές που έφτιαχνα πάν’ στα πακέτα απ’ τα τσιγάρα που μου ’πεμπε με το φάκελο. Πέρναγε ο καιρός όμως και τελειωμό δεν είχε ο σκοτωμός κι άρχισε να με πιάνει εμένα η απελπισιά. Κι όταν γίνηκε και μας πήρανε φαλάγγι οι Τούρκοι κι αρχίσαμε να γυρνάμε σαν τα κοπάδια, κο­πήκανε και τα γράμματα και τα όλα. Πρόλαβα μόνο εγώ κι έδωσα σ’ έναν ντόπιο και τον διάταξα να της πάει ένα τελευταίο ραβασάκι που της έγραφα, Ανθούλα μου είμαι καλά. Φεύγουμε με τα καράβια. Θα γυρίσω πάλι. Άμα πάρεις το γράμμα μου, να ξέρεις θα σε περιμένω. Κι έπειτα φύγαμε.

    Γύρισα στο χωριό κι απ’ τη δίκιά μ’ τη σειρά ήμα­νε εγώ και καμιά εικοσαριά ακόμα. Μα μήτε που μ’ ένοιαζε. Είχα μάθει που ’χε γίνει το κακό στη Σμύρνη κι ούτε που μ’ είχε μείνει ψυχή να χαρώ που ’μουνα ζωντανός κι έβλεπα τη μάνα μ’. Κι ήρθε και πέρασε καιρός κι εγώ μήτε να φάω μήτε να βγω απ’ το σπίτ’ ήθελα, κι άκουγα που ’λεγε η μάνα μ’ στη γειτονιά ότι τάχατες ήμανε άρρωστος απ’ την κακουχία και γι’ αυτό. Αλλά γω για μήνες με το ζόρι σκωνόμουνα απ’ το κρεβάτι μέχρι που ’ρχεται και με πιάνει ο πατέρα μ’ και μ’ αρωτάει τι γίνηκε και μ’ έχει φάει τέτοιο μα­ράζι. Το και το, του λέω. Με βάζει πόστο και μου λέει, τόσοι και τόσοι πεθάνανε στον πόλεμο, άντρες και παλικάρια κι εσύ κάθεσαι και μυξοκλαίς για μια γυναίκα; Θα βρεις άλλη και θα παντρευτείς και θα τα λησμονήσεις τούτα όλα. Μ’ έκανε και ντράπκα, γιατί ήμανε και μικρός ακόμα και του ’χα σέβας του πατέ­ρα μ’ Και πώς να του το ’λεγα που απ’ όσους είχα δει και πεθάνανε, κι απ’ τα χέρια μ’, και φίλους, εγώ μο­νάχα την Ανθή θυμόμανε.

    Το ’μαθε κι η μάνα μ’, Γούσια, και το βάλανε αμέτι μουχαμέτι να μου βρούνε νύφη, να παντρευτώ, να μου περάσει. Και μες στο χρόνο είχα πέντε προξενιά κι όλα τα χάλαγα, μέχρι που στο τέλος φέρανε τον γούμενο απ’ το μοναστήρι να μου πει που ’ναι αμαρ­τία να σκέφτομαι ακόμα τους πεθαμένους. Κι έτσι το πήρα απόφαση κι εγώ κι έδωσα λόγο τότες και παντρεύκα τη Ρίνα. Ίσα που χόρεψα στο γάμο κι είπανε τότες που ήμανε τάχα αδέξιος στο χορό, γι’ αυτό. Είχανε πει και στον συμπέθερο ότι ήμανε απ’ τη φτιαξιά μ’ βαρύς και δε μίλαγα, κι όλα τα κουκουλώσανε.

    Μια μέρα το χειμώνα του εικοσιτέσσερο, έκοβα πασσάλια για το φράχτη, θυμάμαι, κι έρχεται η Ρίνα, γκαστρωμένη στον Γιάννη, και μου λέει ήρθανε πρό­σφυγες στο χωριό κι είπε ο πρόεδρος να μαζευτείτε οι άντρες όσοι μπορείτε να πάτε να τους διώξετε, γιατί άμα ’ρθούνε δώθε θα μας πάρουνε τα κτήματα. Τ’ ακούω κι εγώ και γίνομαι πυρ. Πήγαμε κείθε και τους καταστρέψαμε, ρε Γούσια, το καταλαβαίνεις; Τόσο αγριεμένο δεν τον είχα ξαναδεί τον Κυριάκο. Πήγαμε κείθε, μου λέει, κι είχανε παλάτια και γυρνάγανε οι αθρώποι με κουστούμια και φορέματα, κι άμα γυρίσαμε μεις πίσω στο χωριό, τα κορίτσα μας τα βρήκαμε ακόμα με τα σιγκούνια. Τους αναστατώσαμε, τους κάναμε ζημιά, και τώρα που πέσανε στην ανάγκη μας τους κλωτσάγαμε σαν τα πατσαβούρια. Πήγα, μου ’πε, έτσι όπως ήμανε με την κοσόρα στο χέρι και τους βρίσκω που τους είχανε κυκλωμένους και τους τραβάγανε και τους βρίζανε. Κι όπως κάνω να μιλήσω, να πω σταματήστε ρε ζα, την είδα, Γούσια, μου λέει. Καθότανε ξακριστά σαν παιδί δαρμένο και τήραε εμάς. Έψαχνε με τα ματάκια της κι έσφιγγε στον κόρφο ένα πάκο χαρτιά δεμένα με το σπάγκο, τον θυμάμαι που μου είπε κι έκλαψε. Πρώτη φορά είδα τον Κυριάκο να κλαίει. Με τιμώρησε ο Θεός, Γούσια, μου είπε, γιατί ο άντρας δεν κάνει να δίνει δυο φορές λόγο για το ίδιο πράμα.

    Ω ρε! Τον σηκώνουν. Ούτε το πήρα γραμμή. Είν’ η ώρα. Έλα πάμε. Θα σ’ τα πω μετά.

    …………..»

  3. Β.Α. on

    ΜΙΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
    —————————

    Στις χρονιές 1919 , 1922, να προσθέσω καί το 1914. Θυμάμαι την γιαγιά Μαργίτσα- μητέρα της μητέρας μου-
    από το Ρείζδερέ της Ερυθραίας στα μικρασιατικά παράλια εκεί στην ολόφωτη Ιωνία , όταν αναφερόταν στο
    1914 έλεγε » στον πρώτο διωγμό» Πράγματι οι Νεότουρκοι από τότε ,1914 , άρχισαν την εφαρμογή του
    σχεδίου τους -να μην το ξεχνάμε- εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών της Οθωμανικής ακόμα τότε
    αυτοκρατορίας καί την ομογενοποίηση των μουσουλμανικων , που αργότερα τους δημιούργησαν τουρκική εθνική
    συνείδηση. Ετσι το 1914 εκδιώχθηκαν οι ελληνικοί πληθυσμοί από την δυτική Μικρασία -παράλια- τότε ‘εγινε
    η σφαγή της Φώκαιας, καί την Ανατολική Θράκη. Ξαναγύρισαν το 1919 στον τόπο τους, γιά να φθάσουν το 1922 – όσοι δεν σφαγιάσθηκαν- καραβοτσακισμένοι πρόσφυγες στην μητέρα πατρίδα προδομένοι καί εγκαταλειμμένοι, στο μαχαίρι του Κεμάλ, από το ελληνικό κράτος Ανάμεσα σ’αυτά τα προσφυγικά κύματα του μαρτυρικού μικρασιατικού ελληνισμου που γέμισαν τα αιγιοπελαγίτικα νησιά ήταν καί η εννιάχρονη μητέρα μου, πέρασε από τις φλόγες που οι τσέτες τους άναψαν και έζησε μέρες αιχμαλωσίας με τους άλλους συγχωριανούς.
    Κάπου πιό πέρα μέσα στην ίδια κοσμοχαλασιά βρέθηκε καί ο δωδεκάχρονος πατέρας μου από τη Κρήνη ,
    τον Τσεσμέ. Kάτι που ακόμα θυμάμαι από την γιαγιά Μαργίτσα -τότε δεν αντιλαμβανόμουν την βαθύτερη σημασία του- είναι πως την χαμένη μικρασιατική γη ,την πατρογονική της, ως το τέλος την έννοιωθε καί την ονομάτιζε πατρίδα.» τότε στην πατρίδα…»
    Ελένη Φεγγουδάκη


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: