Ο Κοζάνης Ιωακείμ και το μαρτυρικό Ορτάκιοϊ της Βιθυνίας

Δεξιά: τμήμα του ΕΛΑΣ αποδίδει τιμές στο μητρ. Ιωακείμ, Αριστερά: Η ΠΕΕΑ, η ελεύθερη ελληνική κυβέρνηση που συγκροτήθηκε στα βουνά της Ελεύθερης Ελλάδας το 1943. Στη μέση ο Ιωακείμ 

Μια από τις σημαντικότερες μορφές της Εθνικής Αντίστασης υπήρξε ο μητροπολίτης Κοζάνης Ιωακείμ. Το κοσμικό του όνομα ήταν  Απόστολος Αποστολίδης και είχε γεννηθεί το 1883 στο Ορτάκιοϊ (Νικομήδεια) της Βιθυνίας στη βορειοδυτική Μικρά Ασία. Για την καταστροφή του Ορτάκιοϊ δείτε στη συνέχεια, μετά τη Βιογραφία του Ιωακείμ, όπως τα αφηγήθηκε ο Μιχαήλ Αγγέλου και δημοσιεύσαμε πρόσφατα σε μια έκδοση που δόθηκε με την «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία».

 Στη βιογραφία του Ιωακείμ  αναφέρεται: «Σπούδασε στη θεολογική Σχολή της Χάλκης και ήξερε γαλλικά, τουρκικά, ελληνικά κι αρμένικα. Ήταν ανιψιός του Οικουμενικού Πατριάρχη Ιωακείμ του Γ’. Το 1914 πήγε στη Θράκη για να υπερασπιστεί τους διωκόμενους από το κύμα τρομοκρατίας που εξαπέλυσαν οι νεότουρκοι. Την ίδια χρονιά χρίστηκε μητροπολίτης στη Δυτική Θράκη. Για την πολύπλευρη πατριωτική του δράση διώχθηκε και κατάφερε να ξεφύγει βρίσκοντας άσυλο στην Ελλάδα το 1922. Τον Ιούνη του 1923 χρίστηκε μητροπολίτης Σερβίων και Κοζάνης. Φλογερός και επιβλητικός ο Μητροπολίτης Ιωακείμ πολύ γρήγορα ήρθε σε αντίθεση με την τοπική άρχουσα τάξη της πόλης.

Δραστήριος και ανήσυχο πνεύμα ο μητροπολίτης ανέπτυξε πλούσια δράση. Συμπαραστάτης στο δράμα των προσφύγων μετέτρεψε το κτήριο της μητρόπολης σε Προσφυγικό Νοσοκομείο και ως τα τέλη του 1924 εκεί έβρισκαν καταφύγιο οι φτωχοί ασθενείς….. Στη χρόνια της δικτατορίας του Μεταξά, τον Αύγουστο του 1936, εξορίστηκε στο Άγιο Όρος γιατί την 1-8-36, έστειλε οξύτατη επιστολή στο βασιλιά και την κυβέρνηση, εξ ονόματος του λαού της Δυτ. Μακεδονίας για παραμέληση της περιοχής.

Υπήρξε πρόεδρος της Νομαρχιακής Επιτροπής του ΕΑΜ Κοζάνης, πρωτοστάτησε στην οργάνωση του απελευθερωτικού αγώνα της περιοχής μας. Φλογερός επαναστάτης και πρόσφυγας ο μητροπολίτης Ιωακείμ βγήκε στο βουνό τον Απρίλη του 1943. Τον Ιούλη του ΄43 εκλέχτηκε επίτιμος αντιπρόεδρος της Παμμακεδονικής Συνόδου του ΕΑΜ στη Σκουτέρνα (Ελατοχώρι) Πιερίων. Αργότερα τέλεσε τον αγιασμό στο πρώτο Πανθεσσαλικό Συνέδριο του ΕΑΜ και την άνοιξη του 1944 εκλέχτηκε αντιπρόεδρος της ΠΕΕΑ.

Με τη απελευθέρωση ο Ιωακείμ ξαναγύρισε στην Κοζάνη τον Οκτώβρη του 1944. Στις 17 Φλεβάρη του 1945 η Ιερά Σύνοδος αποφάσισε την έκπτωση του Ιωακείμ από το μητροπολιτικό θρόνο, με το αστείο επιχείρημα πως τον εγκατέλειψε στα χρόνια της κατοχής χωρίς την άδειά της.»

Mihail Aggelou 1

.

ΠΩΣ ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΗΚΕ ΤΟ ΟΡΤΑΚΙΟΪ
ΣΤΙΣ 3 ΑΠΡΙΛΙΟΥ 1920
(όπως μαρτυρά ο Μιχ. Αγγέλου):

«….Το Ορτά-Κιοϊ, απέχον τρεις ώρας από τον σιδηρδρ. σταθμόν της Κεϊβές (Geyve) και υπαγόμενον εκκλησιαστικώς εις την Επαρχίαν Νικαίας, κατοικείτο από αποκλειστικώς Έλληνας και Αρμενίους. Οι μεν Αρμένιοι του Ορτά-Κιοϊ και των άλλων χωρίων εξετοπίσθησαν κατά τον Ευρωπαϊκόν πόλεμον και εσφάγησαν εις τα ενδότερα της Ανατολής, ελάχιστοι δε επέστρεψαν εις τας ερημοθείσας και διηρπαγείσας εστίας των. Οι δε Αρμένιοι του Άκ Χισάρ εσφάγησαν, το πρώτον κατά τας αρμενικάς σφαγάς 1896, μηδέ των εν τω λουτρώνι γυμνών γυναικοπαίδων εξαιρουμένων, οι ελάχιστοι διασωθέντες εξετοπίσθησαν και εσφάγησαν εις τα ενδότερα της Ανατολής και οι ελάχιστοι επιστρέψαντες τελευταίως εσφάγησαν εις την τρίτην σφαγήν.

Εις τας αρχάς Απριλίου ισχυρά συμμορία τσετών περικυκλώσασα την κωμόπολιν, διέταξεν όπως άπας ο πληθυσμός απέλθει δια Κεϊβέν (Geyve) . Μετά την αποχώρησιν του πληθυσμού ελεηλατήθη η πόλις, επυρπολήθησαν δε και τριάκοντα οικίαι, μετά επετράπη όπως επιστρέψωσιν εις τας εστίας των.

Την τρίτην Απριλίου 1920 η συμμορία τσετών υπό την ηγεσίαν του Μαχμούτ βέη, περικυκλώνει την κωμόπολιν, συλλαμβάνει τον ιερέα παπα-Άγγελον και εν κιουλάχιον πλήρες κόπρων περνά εις την κεφαλήν του και αρχίζουν να λεηλατούν, να σφάζουν. Κατ’ αρχάς συνελάμβανον καθ’ ομάδας δεδεμένους ανά δύο, τους οδήγουν παρά το Ποηλού Τσαϊ, όπου τους ετυφέκιζαν. Κατόπιν εδόθη διαταγή όπως τους σφάξωσι χάριν οικονομίας των πυριτιδοβόλων και, αφού έσφαξαν αρκετούς και συνέλεξαν άφθονα χρήματα και κοσμήματα, συνέλαβον 2 ιερείς, τον παπα-Άγγελον και παπά-Χαράλαμπον, έναν φαρμακοποιόν τον Βασιλειάδην και τριάντα περίπου εκ των προκρίτων, τους οδήγησαν εις τας φυλακάς του Δορυλαίου εις την Γαλλικήν σχολήν, η οποία είχεν μετατραπεί εις φυλακήν και όπου και εγώ ήμην φυλακισμένος. Ιδίοις όμμασι είδον τα βασανιστήρια των. Μερικοί δε έφερον πελωρίας αλύσσεις εις τας χείρας και πόδας των. Μου εδιηγήθησαν όλα τα μαρτύρια των και εκ Δορυλαίου εστάλησαν την δεκάτην Σεπτεμβρίου 1920 δια Άγκυραν. Μόνον ο παπά-Χαράλαμπος αφέθη ελεύθερος κατόπιν πολλών θυσιών και σήμερον ευρίσκεται εις Κιουτάχειαν, όπου εκτελεί τα θρησκευτικά καθήκοντα του. Η σύζυγος και τα τέκνα του εσφάγησαν.

Η αυτή συμμορία εις την Κεϊβέν (Geyve) συλλαμβάνει ενενήντα δύο (92) Έλληνας, εξ ών εννέα Αρμένιοι μεταξύ τούτων συγκαταλέγονται, ο Διευθυντής του εκεί τμήματος του Δημοσίου Οθωμ. Χρέους Γιάνγκος Εκμεκτζόγλου, ο Νικηφόρος Πεδίογλος και ο Κύρλος, μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου, και τους ρίπτει εις τας φυλακάς της Κεϊβές (Geyve) . Κατόπιν τους αποφυλακίζει, τους δένει ανά δύο τας χείρας και τους οδηγεί παρά τον Σαγγάριον, όπου τους τυφεκίζουν, δια να βεβαιωθούν δε δια τον θάνατον των, φωνάζουν: όσοι δεν απέθανον άς εγερθούν και θα τους χαρισθή η ζωή. Τρεις δυστυχείς ηγέρθησαν με αιμασούσας πληγάς και ευθύς τους ετυφέκισαν πάλιν. Μόνον οι Αρμένιοι Ναλπάντ Αρτήν και Καπουσούζ Λεοντής, υποπτευθέντες, δεν ηγέρθησαν. Αν και τραυματισμένοι εκ των σφαιρών και κατόπιν τους επέρασαν κεντούντας δια της ξιφολόγχης προς τελείαν πιστοποίησιν του θανάτου των και εις τους λογχισμούς δεχθέντες ο Ναλπάντ Αρτήν και Καπουσούζ Λεοντής, μετά την αναχώρησιν των δημίων εγερθέντες διέφυγον ειδοποιήσαντες κρυφίως εις το Ορτά-Κιοϊ όπως φύγωσιν. Οι δύο διασωθέντες ευρίσκονται εν Κων/πόλει….» 

https://kars1918.wordpress.com/2013/10/16/mihail_aggelou/

—————————————————
——————————-
———

Για το Ορτάκιοϊ, από τον εθνομουσικολόγο  Γεώργιο Δ. Παχτίκο  
(Ορτάκιοϊ Βιθυνίας 1869 – Κων/πολις 1916).

ΣΥΓΚΛΟΝΙΣΤΙΚΕΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΑΠΟ ΕΝΑ ΓΕΙΤΟΝΙΚΟ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΧΩΡΙΟ (Κιντζιλάρ)  ΤΗΣ ΒΙΘΥΝΙΑΣ.

ΣΤΗΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΔΙΑΚΡΙΝΕΤΑΙ ΤΟ ΠΩΣ ΗΤΑΝ ΤΟ  ΧΩΡΙΟ ΚΑΙ ΣΤΙΣ ΣΥΓΧΡΟΝΕΣ ΤΟ ΤΙ ΑΠΕΜΕΙΝΕ!

Vithynia-Kitzilar 1

Ότι απέμεινε!

Βιθυνία - Κιντζιλάρ.

0

Bithynia Region

Γεώργιος και Αθανάσιος  Εκμετζόγλου εξ Ορτάκιοϊ Βιθυνίας

Οι φωτογραφίες από ΕΔΩ

5 comments so far

  1. Βλάση είσαι ο Καίσαρας της ιστοριογραφίας. Τί απαντάς στους αίολους ισχυρισμούς του Φίλη ότι γενοκτονία του ποντιακού ελληνισμού δεν υπήρξε; Και τί επιδιώκει με την άρνησή του αυτή ο βολευτής του Σύριζα; Ένα είναι σίγουρο. Ότι απομακρύνει τους πόντιους από τον Σύριζα. Αλλά αυτό είναι η μικρότερη ζημιά. Η εθνική βλάβη είναι η μεγίστη.

    Με συνεκίνησε η αναφορά σου στον Ιωκείμ της Κοζάνης. Εδώ πρέπει να καταγράψουμε ως αντιστασιακό και τον μητροπολίτη Αντώνιο του Πύργου Ηλίας. Σ’ αυτούς πρέπει, αν δεν μ’ απατά η μνήμη, να προσθέσουμε έναν ακόμη αντιστασιακό μητροπολίτη, αλλά σίγουρα χιλιάδες χαμηλόβαθμους ιερωμένους που βρόνταξαν το καριοφίλι κατά των τριών εισβολέων στρατευμάτων κατοχής, τον Απρίλιο του 41.

    Πάντως εκείνο που δεν μου κατεβαίνει στο οισοφάγο είναι οι λόγοι που η ηγεσία της Κυβέρνησης του Βουνού σύρθηκε με τόσες ταπεινώσεις στο Λίβανο, στο Κάιρο, στη Καζέρτα και στη Βάρκιζα. Δεν θα μπορούσαν να καλέσουν στους Κορυσχάδες τον διορισμένο Πρωθυπουργό από τον πανούργο Τσόρτσιλ, τον μεγαλύτερο πολιτικό απατεώνα-εθνικό μειοδότη Γεώργιο Παπανδρέου; Στο αμόνι σου σφυρηλατείς το σίδηρο.

  2. Από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Φαλτάιτς
    ——————————————————————

    Η ΔΑΣΚΑΛΑ ΤΟΥ ΟΡΤΑΚΙΟΪ

    Το δειλινό είχε πέση στην πόλη του Αδά-Παζάρ και έξω στον κηπάκο με τη δροσερήν ατμόσφαιρα η υγρασία εγίνοταν όσο περνούσεν η ώρα πιο δυσάρεστη. Η Παρασκευή Αναστασιάδου όμως δεν είχε τελειώση ακόμη την ιστορία της. Μιλούσε όλο μιλούσε από το μεσημέρι, ενώ εμείς εσκουπίζαμε τα δάκρυά μας ή ταφίναμε να πέφτουν αστείρευτα στη γή. Το ωχρό πρόσωπο με τα μεγάλα μαύρα μάτια της κόρης των δεκαοχτώ χρόνων είχε πάρη κάποια κοκκινάδα από τον πυρετό της ομιλίας και η φωνή πότε εδυνάμωνε και πότε έπεφτε και εχαμήλωνε.

    Όταν ετελείωσε την ιστορία της η Παρασκευή ο ήλιος είχε πια βασιλέψη χωρίς κανένας να έχη καταλάβη πως ήρθε τόσο γλήγορα το βασίλεμα. Δασκάλα στο Ορτάκιοϊ με τις δέκα χιλιάδες Έλληνες με τα πολλά του εργοστάσια με τα πολλά του σχολεία και με το μεγάλο πολιτισμό των κατοίκων του, η Παρασκευή, ήταν μια από τις πιο όμορφες και πιο σεμνές κόρες της πατρίδας της. Και τώρα που έλεγε την ιστορία της, ήταν έτοιμη, στον καιρό της, να φέρη στον κόσμο ένα βρέφος, ένα μισητό βρέφος γεννημένο από ένα Τούρκο.

    Η ιστορία της Παρασκευής είναι αυτή χωρίς διόλου να αλλάζωνται τα λόγια της:

    -Στα τέλη του Μαρτίου του 1920 ήρθαν για πρώτη φορά οι κεμαλικοί στο Ορτάκιοϊ, τακτικός στρατός και άτακτοι με πράσινες και κόκκινες σημαίες. Έπαιρναν τις γυναίκες, κατάστρεφαν τα κορίτσια, εζητούσαν χρήματα από τους άνδρες και τους ετουφέκιζαν.

    Είχαν αρχηγό τον Καϊμακάμη του Γκέϊβε Χαμίτ βέη και από το ένα μέρος έπαιρναν χρήματα από τον κόσμο και από το άλλο τον έσφαζαν. Έκαψαν τη μισή πολιτεία τότε και την μεγάλη μας εκκλησιά του Αγίου Νικολάου. Οι στρατιώτες και οι τσέτες ελήστευαν τον κόσμο, ατίμαζαν τις γυναίκες και ετραγουδούσαν αισχρά τραγούδια. Εκείνη την ημέρα εσκότωσαν και πολλούς προκρίτους, ο πολύς όμως κόσμος είχε γλυτώση και άρχισε να παίρνη τα βουνά.

    Σιγά-σιγά άρχισαν να μαζεύωνται στο Ορτάκιοϊ χιλιάδες αντάρτες και χωρικοί Τούρκοι από το Αδά-Παζάρ, από τη Σαπάντζα, από το Χεντέκι, από το Γκέϊβε, από μακρύτερα ακόμη, και ελήστευαν όλο τον τόπο. Αρχηγός των ήταν ο Γκιαούρ Αλής που μόνος του αυτός είχε σφάξη εκατοντάδες πολλούς χριστιανούς.

    Το Ορτάκιοϊ με τα μεγάλα του πλούτη, με τα υψηλά καλοχτισμένα σπίτια του, με τα περιβόλια ταου, με τα εργοστάσια του μεταξιού όπου στο καθ’ ένα εδούλευαν διακόσιες και τριακόσιες γυναίκες, το Ορτάκιοϊ με τα ωραία κορίτσια του, με τους επιστήμονές του, γιατρούς, δικηγόρους, δασκάλους, με τους μεγάλους εμπόρους του με τον πλούσιό του κόσμο, άρχισε να ερημώνεται, να χάνεται, να γίνεται φωλιά των τσέτηδων και του τουρκικού στρατού.

    Όσοι έμεναν στην πολιτεία έχαναν το κεφάλι των, και όσοι είχαν φύγη στα βουνά δεν ήσαν ασφαλισμένοι. Οι Τούρκοι τους εκυνηγούσαν με τα σκυλλιά και έβαζαν φωτιά στα δάση για να τους βγάλουν από εκεί, ή να τους κάψουν ζωντανούς.

    Εφύγαμε με τον πατέρα μου, δάσκαλο και αυτόν, με την μητέρα μου και με τ’ αδέλφια μου σ’ ένα βουνό πάνω από το Ορτάκιοϊ και από εκεί βλέπαμε τους Χριστιανούς που τους έφερναν οι Τούρκοι από κάτω σε μια χαράδρα και τους έσφαζαν. Διαρκώς εμάζευαν κόσμο και διαρκώς έσφαζαν με τα μαχαίρια και με τα τσεκούρια. Καμμιά βοή τουφεκιού δεν ακούοταν και μόνο οι φωνές του κόσμου που εσφάζοταν έφθαναν ως εμάς. Ύστερα σηκώθηκε μια μεγάλη φλόγα από τη χαράδρα και καθώς μάθαμε από έναν άνθρωπο που έφθασε στο βουνό ξεφεύγοντας από τα χέρια των Τούρκων, οι Τούρκοι είχαν ρίξη πετρέλαιο στον κόσμο που είχαν μαζέψη στη χαράδρα, σε ζωντανούς και σφαγμένους, και τους έβαλαν φωτιά.

    Φύγαμε από εκείνο το βουνό και ετραβήξαμε μέσα στο πυκνό δάσος που ήταν γεμάτο από λύκους και από τσακάλια.

    Εκεί στο δάσος ήταν και άλλος κόσμος μαζεμένος και οι μητέρες έπνιγαν τα μωρά των παιδιά για να μη φωνάζουν, και άλλες τους έδιναν πολύ αφιόνι να πιούν και έτσι τα εκσότωναν. Η ίδια η μάννα έδινε στο παιδί της φαρμάκι, και άλλοι λένε πως χίλια παιδιά, άλλοι πως δύο χιλιάδες, εθανατώθηκαν έτσι από τις μητέρες των και από τους άλλους ανθρώπους.

    Τη νύχτα οι λύκοι και τα τσακάλια έφθαναν ως εμάς και τραβούσαν μπροστά από τα μάτια μας τους πεθαμένους.

    Όλος ο κόσμος επέθαινεν από την πείνα και το κρύο και από τον φόβο και το δάσος είχε γεμίση από ανθρώπους που είχαν χάση το μυαλό των και εγύριζαν τρελλοί. Τα παιδιά έκλαιαν από την πείνα με μεγάλες φωνές, και δεν έπαυαν ως που οι μητέρες των τους έδιναν αφιόνι και πεθαίνανε.

    Κάθε ημέρα ακούαμε πυροβολισμούς από τους Τούρκους που έβγαιναν και εκυνηγούσαν μέσα στο δάσος και εσκότωναν τους χριστιανούς, και ελβέπαμεν όλο καπνούς και φλόγες στα γύρω βουνά και στα δάση που τα έκαιαν οι Τούρκοι. Εμείναμεν εικοσιπέντε ημερόνυχτα στο δάσος και μίαν ημέραν ακούσαμε και πολύ κοντά μας τους πυροβολισμούς. Ύστερα είδαμε να πετιώνται μπροστά μας επτά Τούρκοι χωρικοί ωπλισμένοι που είχαν μαζί και σκυλλιά. Ήμαστε μαζεμένοι στο ίδιο μέρος ως εβδομήντα άνθρωποι άνδρες γυναίκες και παιδιά. Οι Τούρκοι μας έπιασαν όλους και άρχισαν να μας ψάχνουν και να μας παίρνουν ότι είχαμε απάνω μας και ότι εφορούσαμε. Αφού μας έψαξαν καλά και μας έγδυσαν μας έβαλαν στη γραμμή και άρχισαν να μας κατεβάζουν από το δάσος για να μας πάνε, όπως μας είπαν , στο δικό των το χωριό, το Επτσελέρ. Όταν μας έβγαλαν από το δάσος και μας επερνούσαν από την πόλη μας είδαμεν όλο το Ορτάκιοϊ καμένο, στάχτη κεραμίδια και κάρβουνα. Μέσα από τα ερείπια έβγαιναν ανθρωπινές σάρκες και καμένοι άνθρωποι. Όλοι οι δρόμοι ήσαν γεμάτοι από πτώματα και οι Τούρκοι με το καμτσίκι των μας ανάγκαζαν να πηγαίνωμε γλήγορα και να τρέχωμε γιατί ο τόπος εβρωμούσε πάρα πολύ.

    Μέσα στην πόλη θα ήταν καθώς μας είπαν οι ίδιοι οι Τούρκοι ως τρεις-τρισήμισυ χιλιάδες πτώματα, και χωριστά άλλοι τόσοι άνθρωποι που είχαν σφαχτή και καή στις χαράδρες στα δάση και στα βουνά.

    Καθώς περνούσαμε από τους δρόμους σκοντάφταμε και πέφταμε πάνω στα πτώματα, και δυό γριές γυναίκες που είχαν πέση κάτω δεν μπόρεσαν να σηκωθούν από την πείνα και από την αδυναμία και οι Τούρκοι τις εσκότωσαν.

    Περπατήσαμε έτσι όλη την ημέρα και το βράδυ εμείναμε σ’ ένα μεταξοσκοληκοτροφείο.

    Επήγα μια στιγμή που δεν με έβλεπαν οι φύλακές μου κοντά στον πατέρα μου και του είπα:

    -Πατέρα μου θα σε σκοτώσουνε, γιατί τους άνδρες τους σκοτώνουν αυτοί.

    Έκλαια πολύ μα ο πατέρας μου με εκύτταξεν άφωνος και σαν να μην άκουε.

    Τρεις άγριοι Τούρκοι ήρθαν και επήραν σε λίγο μαζί με τους άλλους άνδρες και τον πατέρα μου και τους επήγαν έξω από το μεταξοσκοληκοτροφείο για να τους σκοτώσουν. Εμάς τα κορίτσια δεν μας είχαν πειράξη ακόμη· τις νέες όμως παντρεμένες γυναίκες της εκράτησαν όλη τη νύχτα μαζί των.

    Το πρωί ετραβήξαμε οι γυναίκες τα κορίτσια και τα παιδιά για το χωριό των Τούρκων. Καθώς επερνούσαμε τους δρόμους του χωριού έβγαιναν οι γριές Τουρκάλες και εζητούσαν από μια κόρη να την κάνουν γυναίκα στους γιούς των. Μας έδιναν να φάμε κορόμηλα, αλλά εμείς μόλις τα ετρώγαμεν εκάναμεν εμεττό γιατί το στομάχι μας ήταν αδυνατισμένο από την μεγάλη πείνα, και πολλές από εμάς επέθαναν από τον εμμετό.

    Την μητέρα μου και εμένα μας επήρε μια γριά Τουρκάλα που είχεν ένα παιδί ως δεκαπέντε χρόνων και ήθελε να με δώση γυναίκα του.

    -Να φαρμακωθώ έλεγα στην μητέρα μου δεν πέρνω άνδρα ένα Τούρκο, και της εζήτησα αφιόνι να πιώ.

    Η μητέρα μου έκλαιε και με παρακαλούσε: δεν κάνει παιδί μου να δώσης τέλος στη ζωή σου μόνη σου, μου έλεγε. Είναι η πιο μεγάλη αμαρτία στο Θεό που μας φυλάγει. Εσύ θα γλυτώσης τώρα γιατί είσαι κορίτσι, αλλά εμένα τη γριά σου μάννα τι να με κάνουν. Θα με σκοτώσουνε.

    Η γριά Τουρκάλα που μας είχε πάρη σπίτι της ήρθε και μου είπε:

    -Τον πατέρα σου τον τρώνε τώρα τα σκυλλιά έξω από το μεταξοσκοληκοτροφείο.

    -Χαίρεσαι γι’ αυτό; της είπα.

    Αυτή έβαλε τα γέλια, και οι άλλες Τουρκάλες του σπιτιού εγελούσαν μαζί της.

    Εγώ πιο πολύ είχα λύπη γιατί δεν μπόρεσα να σκεπάσω τον πατέρα μου με χώμα παρά που τον εσκότωσαν, αφού με το θάνατό του ετελείωναν τα μαρτύριά του.

    Εμείναμε κάμποσες ημέρες στο σπίτι της Τουρκάλας που όλο μου έλεγε να πάρω για άνδρα μου το παιδί της. Εγώ δεν ήθελα με κανένα τρόπο, τραβούσα τα μαλλιά μου και έκλαια. Η γριά όμως Τουρκάλα είχεν υπομονή και έλεγε πως αν δεν γίνη σήμερα θα γίνη αύριο μεθαύριο.

    Στο ίδιο το χωριό ήρθαν πάλιν οι τσέτες και εμάζεψαν τις νέες γυναίκες για προστυχιά. Τη μητέρα μου την ηύρανε γριά και την έδιωξαν από το χωριό. Της είπαν να πάη να γίνη δούλα και αυτή επήρε τη μικρή μου αδελφή τη Φωτεινή και επήγε στο σταθμό του Γκέϊβε και έγινε δούλα στο σταθμάρχη.

    Ύστερα πάλιν από ημέρες επέρασεν από το χωριό ο Γκιαούρ Αλής και μάζεψεν όλα τα νεοπαντρεμένα με Τούρκους κορίτσια και τα επήρε μαζί του.

    Ήμεθα δεκαπέντε νέες στο χωριό και μια μεσόκοπη γυναίκα που την εσκότωσεν ο Γκιαούρ Αλής γιατί, έλεγε, του ήταν άχρηστη.

    Εφοβέρισεν ότι θα έκαιε όποιο τουρκικό σπίτι είχε κρύψη κορίτσι και έφυγε σέρνοντάς μας πίσω από το άλογό του.

    Όταν εβγήκαμε από το χωριό ο Γκιαούρ Αλής εσήκωσε το όπλο του για να αρχίση να μας σκοτώνη. Ο Θεός όμως έκανε το άλογό του και αφηνίασε και εγύριζεν όλο γύρω γύρω και ο Γκιαούρ Αλής εφοβήθηκε και δεν μας εσκότωσε.

    Εξακολουθήσαμε το δρόμο μας και επεράσαμε από μια πόλη, το Χουδί, που έμεναν Τούρκοι και ως πέντε χιλιάδες Έλληνες. Η πολιτεία όμως ήταν άδεια από τους χριστιανούς γιατί τους είχαν σκοτώση τότε όλους οι Τούρκοι. Τους εμάζεψαν και τους έσφαξαν, και ύστερα έρριξαν τα πτώματα σ’ ένα παραπόταμο του Σαγγαρίου. Καθώς επερνούσαμε από τον παραπόταμον αυτόν είδαμε πτώματα που τα κυλούσε σιγά σιγά το ρεύμα και το νερό ήταν ακόμη θολοκόκκινο από το αίμα.

    Εμάθαμεν ότι πολύ ολίγοι είχαν γλυτώση από το μέρος αυτό και ότι αρχηγός της σφαγής ήταν πάλιν ο Γκιαούρ Αλής. Ο άγριος αυτός άνθρωπος με τα μαύρα του μακρυά μαλλιά που τα ανακάτευεν ο αέρας ετραβούσεν εμπρός καβάλλα στο άλογό του και από πίσω οι άλλοι τσέτες μας έδερναν για να προχωρούμε.

    Σταματήσαμε στο σπίτι ενός χότζα στο Χουδί, και αφού εχώρισεν ο Γκιαούρ Αλής τις κόρες από τις γυναίκες, είπε στις γυναίκες:

    -Εσείς δεν κάνει να μένετε μαζί με τα κορίτσια.

    Και τις επήρε και τις εσκότωσε.

    Είχαμε μείνη εννέα κορίτσια και μας είπεν ο Γκιαούρ Αλής:

    -Τώρα ο χότζας θα σας μάθη προσευχές. Θα γίνετε Τουρκάλες. Δεν θα βγαίνετε έξω. Εγώ τώρα φεύγω για τον πόλεμο. Όταν γυρίσω θάρθρω να σας παντρέψω με τα παλληκάρια μου.

    Όλα τα κορίτσια έμειναν στο Χουδί στο σπίτι του χότζα και δεν ξεύρω από τότε τι απέγιναν. Εμένα μόνο με επήραν και με επήγαν σ’ ένα άλλο χωριό, δεν ξεύρω το όνομά του, για να κυττάζω ένα μωρό.

    Εκεί ήρθε μια Τουρκάλα, ως σαράντα χρόνων, Ασιέ την έλεγαν, και μου είπε:

    -Κορίτσι μου θα σε σκοτώσουν αν μείνης εδώ. Να σε κρύψω σπίτι μου.

    Με έκρυψε, και στο σπίτι της Τουρκάλας έκλαια ημέρα και νύχτα γιατί άκουα πως είχαν σκοτώση τόσους χριστιανούς οι Τούρκοι, και πάλι άλλους και πως είχαν κάψη την ημέραν αυτή τόσα χωριά, και την άλλη ημέρα πάλι τόσα.

    Έμεινα εκεί ενάμισυ μήνα και ύστερα ήρθεν ένας γέρος γεωργός και με ζήτησε για τον γυιό του.

    Ο Τούρκος όμως που ήταν ο άνδρας της Ασιέ είπε:

    -Αυτό το κορίτσι δεν κάνει για σας. Δεν την δίνω την κόρη μου σε σας· είναι ένα καλομαθημένο κορίτσι και δεν μπορεί να σπαίρνη και να σκάβη.

    Ο γέρος χωρικός εθύμωσε και το είπε στο μουχτάρη, και ο μουχτάρης το είπε σ’ ένα λοχία, τον Τσαούς Οσμάν, που είχεν έρθη εκείνη την ημε΄ρα στο χωριό από το Χουδί να μαζέψη στρατιώτες.

    Ο Τσαούσης εφοβέρισε τον Τούρκο που εκαθόμουν σπίτι του και αυτός αναγκάστηκε να μου πη:

    -Δεν κάνει να μείνης άλλο μαζί μας. Ότι και να γίνη πρέπει να παντρευτής. Άλλο δεν μπορούμε να σε κρατήσωμε. Να πάρης τον λοχία.

    Ο γεωργός όμως είχε πάη και αυτός σ’ ένα χωριό, το Σέτσι, όπου ήταν τσέτες και είπε:

    -Εκείνο το χωριό έχει ένα γκιαούρ κορίτσι, να πάτε να το πάρετε.

    Ήρθαν οι τσέτες και έζωσαν το σπίτι όπου έμενα. Ήσαν έξη τσέτες και οι πέντε από αυτούς ήθελαν να με σφάξουν και εμάλωναν για τον τρόπο που θα με έσφαζαν. Ο έκτος όμως, ο Οσμάν, είπε:

    -Εγώ για την ψυχή μου την παίρνω γυναίκα, να την γλυτώσω.

    Οι άλλοι επίμεναν να με σκοτώσουν και ο Οσμάν με δυσκολία με εγλύτωσε και μέφερε στο Σέτσι σ’ ένα τούρκικο σπίτι. Έμεινα εκεί ένα μήνα και ύστερα από τον μήνα έγινα γυναίκα του. Με έκανε πια σαν αληθινή Τουρκάλα, μου είχε βάλη τούρκικα ρούχα και με έβαζε να βάφω κόκκινα τα νύχια μου σαν τις άλλες Τουρκάλες. Εγώ παρακαλούσα τον θεό να μην πεθάνω στο μέρος αυτό γιατί δεν ήθελα να με βάλουν σε τούρκικο νεκροταφείο, και επερίμενα τον Ελληνικό στρατό να έρθη να με σώση.

    Επέρασεν έτσι ενάμισης μήνας και μίαν ημέρα Παρασκευή οι Έλληνες εμπήκαν μέσα εις το Αδά-Παζάρ και έφυγαν οι Τούρκοι στρατιώτες από εκεί. Ο Οσμάν έτρεμεν εκείνη την ημέρα και μου έλεγε:

    -Όταν έλθουν οι Έλληνες να τους πης πως και εγώ είμαι με το μέρος των, γιατί σε έσωσα.

    Ύστερα όμως πάλι μου είπε:

    -Εγώ ποτέ στα χέρια των γκιαούρ δεν σε αφήνω.

    Με έφερε σ’ ένα αψηλό βουνό και αυτός κατέβηκε στο σαγγάριο να ιδή αν ήταν καμμιά βάρκα να περάση από την ανατολική πλευρά που την εκρατούσαν οι κεμαλικοί. Όταν έφυγε εγώ παρακαλούσα τον Θεό να μη ξαναγυρίση ποτέ, και με τη βοήθειά Του δεν εξαναγύρισε γιατί το μέρος εκείνο είχε ζωσθή πιά από τους Έλληνες.

    Από το βουνό που ήμουν κρυμμένη είδα τότε να καίεται το σπίτι του από τον ελληνικό στρατό, γιατί ήταν τσέτης, και εγώ μέσα στη χαρά που με έπιασε γι’ αυτό παρακάλεσα πάλι τον Θεό να με σώση ως το τέλος.

    Έμεινα μια βδομάδα στο βουνό μη τολμώντας να κατεβώ κάτω, χωρίς ψωμί και νερό. Η δίψα που με έκαιε ήταν τόση μεγάλη που επήρα επί τέλους θάρρος και κατέβηκα στο δημόσιο δρόμο που ήταν μια βρύση.

    Κάτι γυναίκες ήσαν στη βρύση και έπαιρναν νερό. Μου έδοσαν ψωμί, αλλά εγώ δεν μπόρεσα να το καταπιώ.

    Τις ρώτησα που επήγαιναν και μου είπαν στο Αδά.

    -Στο Αδά πηγαίνω και εγώ είπα.

    Οι γυναίκες αυτές δεν ήσαν Τουρκάλες, ήσαν Τσερκέζες, αλλά εγώ δεν το ήξευρα και είπα αυτό το ψέμμα:

    -Έχω ένα αδελφό, Μεμέτη τον λένε, που δουλεύει σ’ ένα φουρνάρικο στον ελληνικό μαχαλά. Ο άνδρας μου είνε τσέτης και έφυγε, και εγώ που να πάω τώρα, ποιος να μου δώση ψωμί!

    Οι γυναίκες άρχισαν να μιλούν τσερκέζικα και από αυτό κατάλαβα πως δεν ήσαν Τουρκάλες.

    Όταν εμπαίναμε στο Αδά-Παζάρ είδα στο δρόμο μια συγχωριανή μου γυναίκα, Ελένη το όνομά της. Μόλις με εγνώρισε εφώναξε:

    -Αμάν, συ είσαι!

    Έρριξε κα΄τω τον φερετζέ μμου και τον εξεσχίσαμε. Οι Τσερκέζες γυναίκες όταν είδαν αυτό εσάστισαν και εχάθηκαν γλήγορα γλήγορα από τον δρόμο.

    Είδα στο Αδά-Παζάρ τον πρώτον Έλληνα στρατιώτη και έπεσα στα πόδια του και τον αγκάλιασα. Εμαζεύτηκαν και άλλοι στρατιώτες και τους εφιλούσα όλων τα χέρια και ταπόδια και η φωνή μου είχε κοπή στο στόμα μου. Με επήγαν στο Φρουραρχείο και ύστερα ήρθεν ο συνταγματάρχης κ. Κακοσαίος, άκουσε τα βάσανά μου και με έφερε στο σπίτι αυτό εδώ.

    Στην νοικοκυρά του σπιτιού, την κυρία Φανή, είπε:

    -Αυτό το κορίτσι να το φυλάγης σαν παιδί σου, και θα το πάμε στην Αθήνα.

  3. ………………..
    ΓΚΙΑΟΥΡ ΑΛΗΣ

    -Στο ξενοδοχείο μου, άρχισεν ο Βενιαμίν Λαζιάν, ιδιοκτήτης του μεγάλου κοντά στο σιδηροδρομικό σταθμό του Αδά-Παζάρ ξενοδοχείου, εσύχναζαν όλοι οι κεμαλικοί αρχηγοί της περιφέρειας του Αδά-Παζάρ. Είχα την τύχη να είναι η γυναίκα μου Γερμανίδα και γι’ αυτό είμαι μια εξαίρεση εδώ Αρμενίου που δεν τον εξόρισαν οι Τούρκοι. Το πρόγραμμα των Τούρκων ήταν να κλέψουν όσα μπορέσουν περισσότερα από τους χριστιανούς και να μην αφίσουν κανένα χριστιανό στην Ανατολή. Στο ξενοδοχείο μου έρχονταν πολλοι κεμαλικοί αξιωματικοί αρχηγοί των μεγάλων σφαγών της Νικομήδειας και ο Γκιαούρ Αλής ο μεγαλείτερος κακούργος από όσους εγνώρισεν ο κόσμος.

    Ήταν ένας αγριάνθρωπος μελαχροινός, κάπως κοντός και αδύνατος ως τριάντα χρόνων με μακρυά αχτένιστα μαλλιά. Κατέβαινε στο Αδά Παζάρ με ένα αραμπά και έπαιρνε τις διαταγές των σφαγών από τους κεμαλικούς αρχηγούς. Μαζί με τον τακτικό κεμαλικό στρατό που είχε τους αρχηγούς του Ορτάκιοϊ, του Εσμέ, του Ακ-Ισάρ, του Χουδίου, του Χεντέκι, του Ντούτσε, του Μπολού, του Μιχαλιτσού, και τόσες άλλες ακόμη σφαγές. Μόνο το Καρά-Τεπέ δεν επείραξεν ο Γκιαούρ Αλής γιατί η μάννα του είχε ζητήση από εκεί ψωμί και του τόχε αφίση ευχή και κατάρα, όλα τα χριστιανικά μέρη να τα κάνη ότι ήθελε, μόνο το Καρά-τεπέ να μην πειράξη. Ο ίδιος ο Γκιαούρ Αλής καυχόταν στο ξενοδοχείο μου πως είχε σκοτώση περισσότερους από χίλιους χριστιανούς και πως είχε καταστρέψη περισσότερες από εκατό παρθένες Τσερκέζες και χριστιανές. Είχε γεννηθή στο Σερίντερε του Μπαχτζεζίκ και πέντε χρόνια είχε κάνη ληστής στα βουνά. Ύστερα τον επήραν οι κεμαλικοί αξιωματικοί και τον έκαναν σύντροφό τους στις σφαγές των χριστιανών.

    Τους άνδρες τους έκοβεν από τα πόδια κομμάτια κομμάτια ως τον αφαλό, τις γυναίκες τις έσχιζεν από την κοιλιά και τα παιδιά τα έσερνε κοπάδι ως που να βρισκόταν κανένα γεφύρι. Έσπαζε τα κεφάλια τους στη ράχη του γεφυρικού και ύστερα τα πετούσε στο νερό.

    Καθώς περνούσε από τους δρόμους του Αδά Παζάρ έκλειναν όλα τα σπίτια, οι χριστιανοί έτρεχαν να κρυφτούν, και κανείς δε μπορούσε να τον κυττάξη στα μάτια. Τόσην αγριότητα είχε το βλέμμα του. Όλοι οι Τούρκοι αξιωματικοί και οι άλλοι αρχηγοί των κεμαλικών, αντάρτες, πολιτικοί υπάλληλοι, επιστήμονες και χοτζάδες, είχαν και ξόδευαν αμέτρητο χρήμα που το είχαν μαζέψη από τις χριστιανικές αρπαγές, αλλά ο Γκιαούρ Αλής τους περνούσεν όλους. Μετρούσε τις χρυσές λίρες με τους γκαζοτενεκέδες. Είχε μαζέψη τόσο χρήμα και είχε αποχτήση τόση δύναμη σε όλους τους αντάρτες, ώστε φοβήθηκαν οι εδώ αρχηγοί των κεμαλικών τη δύναμή του και αποφάσισαν να γλυτώσουν από αυτόν και να κερδίσουν τα χρήματά του.

    Τον εφώναξαν τάχα για να κάνη σφαγή των χριστιανών του Αδά Παζάρ, και τον έφεραν στις χριστιανικές συνοικίες να τις επιθεωρήση.

    Ήταν Οχτώβρης, νομίζω του 1920. Ύστερα, ενώ τον περνούσαν από την Αστυνομία, βαλμένοι άνθρωποι τον άρπαξαν, τον έδεσαν και τον εφυλάκισαν. Αυτός εφώναζε σα λυσσασμένη αρκούδα και τα ουρλιάσματά του ακούονταν πολύ μακριά:

    -Εγώ για την πατρίδα μου έσφαξα χιλιάδες χριστιανούς, έκαψα χωριά και πολιτείες, τόσα άλλα καλά έκανα και σεις με φυλακίζετε! Πάρτε δέκα χιλιάδες λίρες, πάρτε εκατό χιλιάδες λίρες και αφίστε με. Είναι κρίμα στον Αλλάχ να με κρεμάσετε εμπρός στους χριστιανούς.

    Τον εκρέμασαν τη νύχτα σε μια σκάλα με τρία ξύλα, και το μικρότερό του αδελφό τον εκρέμασαν δίπλα του σ’ ένα σίδερο μαγαζιού.

    Αλλά και κρεμασμένος που ήταν, πάλι είχαν φόβο οι χριστιανοί, και πολλοί λίγοι πήγαν να τον ιδούν.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: