Η Γερμανία πρέπει να μάθει από το παρελθόν της…

WASHINGTON POST: «Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ»

Τόσο για λόγους στρατηγικής, όσο και οικονομικούς, θα αποτελούσε καταστροφή για τη Γερμανία εάν η Ελλάδα υποχρεωνόταν στην αποκήρυξη των χρεών της και στην έξοδό της από την Ευρωζώνη, καθώς μια τέτοια κίνηση θα απειλούσε την ίδια την ύπαρξη της νομισματικής ένωσης, αναφέρει ο Harold Meyerson, σε άρθρο γνώμης στην WASHINGTON POST με τίτλο «In Greek crisis, Germany should learn from its fiscal past», προσθέτοντας ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση αντιπροσωπεύει, το λιγότερο, τη ρήξη με την πρότερη κακοδιαχείριση της Ελλάδας, όπως είχε πράξει και η κυβέρνηση του Adenauer ως προς εκείνη του Χίτλερ. Οι πρώτοι διορισμοί σηματοδοτούν μια καινοφανή εξέλιξη στην διακυβέρνηση της Ελλάδας, την μάχη κατά της διαφθοράς και του ευνοιοκρατικού καπιταλισμού που διαβρώνουν εδώ και χρόνια την οικονομία της χώρας.

Η Γερμανία, όπως επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, μολονότι έχει κατανοήσει τα διδάγματα από τα λάθη που διέπραξε τον 20ο αιώνα, δεν φαίνεται να διδάσκεται από το κόστος που ενέχει η προσκόλληση στη δημοσιονομική ορθοδοξία, παρά το γεγονός ότι η ευημερία της οφείλεται στην απόφαση των αντιπάλων της κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο που επέτρεψε στην μεταπολεμική Δυτ. Γερμανία να διαγράψει το ήμισυ των χρεών της.

Μετά την κατάρρευση του 2008, η Γερμανία, ως η κυρίαρχη οικονομία της Ευρώπης και η σημαντικότερη πιστώτρια χώρα, υποχρέωσε τις χώρες της μεσογειακής Ευρώπης και κυρίως την Ελλάδα να λεηλατήσουν τις ίδιες τους τις οικονομίες για να αποπληρώσουν τα χρέη τους.

Η επιμονή της Γερμανίας οδήγησε στη συρρίκνωση της Ελλάδας στο επίπεδο της Μεγάλης Ύφεσης των ΗΠΑ. Η ανεργία εκτινάχθηκε στο 25%, ενώ η νεανική ανεργία ξεπέρασε το 50%, η οικονομία βυθίστηκε κατά 26% και η κατανάλωση κατά 40%. Το χρέος ανήλθε στο 175% του ΑΕΠ, ενώ τα κεφάλαια από τα δάνεια που παραχώρησαν η Γερμανία και τα άλλα κράτη στην Ελλάδα δόθηκαν είτε για την κάλυψη των επιτοκίων είτε για την αποπληρωμή παλαιότερων δανείων. Μόλις το 11% εξ αυτών δόθηκε πραγματικά στην ελληνική κυβέρνηση.

Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη ότι οι Έλληνες ψηφοφόροι επέλεξαν μια νέα κυβέρνηση η οποία διεκδικεί την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους. Οι αξιωματούχοι της Γερμανίας και της ΕΕ αντέδρασαν σθεναρά στις όποιες αλλαγές. Ευτυχώς για τη Γερμανία οι δικοί της πιστωτές είχαν υιοθετήσει διαφορετική στάση μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Στη συμφωνία του Λονδίνου για το χρέος, το 1953, 20 κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, που είχαν δανείσει χρήματα στη Γερμανία κατά την προναζιστική Δημοκρατία της Βαϊμάρης και μετά το 1945, συμφώνησαν να μειώσουν το χρέος της Δυτ. Γερμανίας κατά το ήμισυ. Επιπλέον συμφώνησαν ότι η αποπληρωμή του δεν θα προέρχεται από τις κυβερνητικές δαπάνες αλλά αποκλειστικά από τις εξαγωγές. Με την συγκατάθεση όλων των μερών, η συμφωνία του Λονδίνου και οι διαδοχικές τροποποιήσεις της κατέστησαν τη Γερμανία ισότιμη με τους πιστωτές της, διαθέτοντας τη δυνατότητα, την οποία χρησιμοποίησε κατά καιρούς, να απορρίπτει τους όρους των πιστωτών και να εμμένει σε νέες διαπραγματεύσεις.

http://www.washingtonpost.com/opinions/harold-meyerson-in-greek-crisis-germany-should-learn-from-its-fiscal-past/2015/01/28/2d25bbd4-a721-11e4-a7c2-03d37af98440_story.html

4 comments so far

  1. Η Ivana Kottasova σε άρθρο της στο CNN MONEY με τίτλο «Greek debt crisis: Who has most to lose?» αναφέρεται στο ύψος του ελληνικού χρέους και στους θεσμούς που το κατέχουν. Οι αναλυτές, όπως επισημαίνεται, θεωρούν αναγκαία μία μορφή αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, το οποίο ανέρχεται σε 323 δις ευρώ, στο 175% δηλαδή σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας.
    Η Ελλάδα έχει δανεισθεί περίπου 246 δις από την Ευρωζώνη, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους το κατέχουν οι χώρες της Ευρωζώνης. 53 περίπου δις δόθηκαν μέσω διμερών συμφωνιών, σύμφωνα με τους ερευνητές του Open Europe. Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να διαπραγματευτεί με την καθεμία από τις χώρες αυτές χωριστά. Μολονότι ορισμένες όπως η Γαλλία θα ήταν πιο ανοιχτές στη διαπραγμάτευση, άλλες όπως η Φινλανδία έχουν ήδη δηλώσει ‘όχι’.
    Ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό 142 δις ευρώ προήλθε από το ταμείο διάσωσης της Ευρωζώνης. Για την όποια ελάφρυνση αυτού του ποσού θα πρέπει να συμφωνήσουν όλα τα μέλη της. Στο ταμείο συμμετέχουν όλα τα κ-μ της Ευρωζώνης αλλά η Γερμανία συμβάλλει με το μεγαλύτερο ποσό 27% και γι’ αυτό θα ασκήσει και την μεγαλύτερη επιρροή στις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα.
    Η Ελλάδα οφείλει επίσης 27 δις ευρώ στην ΕΚΤ. Η κεντρική τράπεζα έχει ήδη δηλώσει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ελάφρυνση, καθώς θα ήταν παράνομη. Πλησιάζει η ώρα αποπληρωμής του δανείου προς την ΕΚΤ, τον Αύγουστο, ύψους 6,7 δις ευρώ.
    Το ΔΝΤ κατέχει 28 δις ευρώ του ελληνικού χρέους, ενώ θεωρείται σχεδόν αδύνατη η ελάφρυνσή του, καθώς αντίκειται στους κανόνες του Ταμείου. Ακόμη και χώρες που πτώχευσαν, κατά το παρελθόν, εξαιτίας του χρέους προς το ΔΝΤ, όπως η Αργεντινή, κατέληξαν να αποπληρώσουν ολόκληρο το ποσό του χρέους τους προς το ΔΝΤ.
    Η Ελλάδα οφείλει να αποπληρώσει μέρος του χρέους προς το ΔΝΤ τον Μάρτιο. Μία μετακύληση του χρέους είναι πιθανή, αλλά η διευθύντρια του ΔΝΤ, Christine Lagarde, έχει δηλώσει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να αναμένει κάποια ιδιαίτερη μεταχείριση.
    http://money.cnn.com/2015/01/28/investing/greek-debt-who-has-most-to-lose/index.html

  2. XXς on

    Η γερμανική αμνησία

    Jose Manuel Lamarque

    Το 2011, ο Γερμανός οικονομολόγος Albrecht Ritschl είχε δώσει μια συνέντευξη στο περιοδικό Der Spiegel, όπου παρουσίαζε τις διάφορες περιόδους του εικοστού αιώνα κατά τη διάρκεια των οποίων η Γερμανία είχε πτωχεύσει. Μεταξύ του 1924 και του 1929 η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δανιζόταν χρήματα από τις ΗΠΑ για να μπορέσει να πληρώσει τις αποζημιώσεις για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Μετά το κραχ του 1929 η Γερμανία είχε καταρρεύσει και έτσι αδυνατούσε να ξεπληρώσει τις ΗΠΑ. Στη συνέχεια, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ παραχωρούσαν μια σημαντική έκπτωση για το γερμανικό χρέος, ώστε να μπορέσει η χώρα να ανοικοδομηθεί. Για να μη γνωρίσει και πάλι την κατάσταση του 1930, οι ΗΠΑ είχαν ζητήσει από τους συμμάχους να μην απαιτήσουν υπερβολικές αποζημιώσεις από την Γερμανία. Έτσι από το 1953 η Γερμανία ξανάβρισκε την αρχή μιας οικονομικής άνθησης, ενώ οι χώρες που είχαν κατακτηθεί από την Γερμανία ήταν εκείνες που δυσκολευόταν να ανοικοδομηθούν. Είχε συμφωνηθεί πως η Γερμανία θα ξεπλήρωνε τα πολεμικά της χρέη όταν θα ολοκληρωνόταν η επανένωσή της σύμφωνα με τη Συμφωνία του Λονδίνου το 1953.

    Το 1990, ο καγκελάριος Κολ αρνήθηκε να εφαρμόσει τη Συμφωνία του Λονδίνου. Έγιναν μερικές πληρωμές , αλλά δεν ήταν τίποτε μπροστά σ’αυτά που έπρεπε να πληρώσει στις χώρες που είχε καταστρέψει. Πάντα το 1990 η Γερμανία βρέθηκε σε κατάστασης παύσης πληρωμών και είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση που την βοήθησε να χρηματοδοτήσει την επανένωσή της.

    Εν ολίγοις, δύο φορές η Γερμανία αφαίμαξε την Ευρώπη, σήμερα κυριαρχεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να έχει ποτέ ξεπληρώσει τα χρέη της. Θα μπορούσαμε να μιλήσομε για αμνησία, αλλά η λέξη θα ήταν πολύ αδύναμη, κακοήθεια θα ήταν πιο ακριβής. Απέναντι σ’αυτή την αμνησία οι ευρωπαίοι εταίροι δεν έχουν το θάρρος να υποχρεώσουν την Γερμανία να αποζημιώσει την Ελλάδα.

    Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα έχει όλο το δίκιο να διεκδικεί πάντα και ακόμη αυτό που της οφείλουν και να προτείνει στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μια άλλη προσέγγιση των πραγμάτων που αφορούν τη λιτότητα και μια άλλη διακυβέρνηση. Ο κ Βαρουφάκης είναι καλοδεχούμενος στην επικαιρότητα. Για πολλά χρόνια δεν σταματώ να γράφω ότι η λαμπρότητα θα προέλθει από τη Μεσόγειο, το μέλλον θα μου δώσει ίσως δίκιο.

    *O Jose Manuel Lamarque είναι Γάλλος δημοσιογράφος
    http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/i-germaniki-amnisia

  3. XXς on

    Το γερμανικό χρέος χωρίς ηθικά βάρη

    Ένα ταμείο για την αποκατάσταση της «κοινής» ιστορίας Γερμανίας-Ελλάδας

    Χάγκεν Φλάισερ

    Αντί να ασχοληθούν με το συναισθηματικά φορτισμένο ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων, Βερολίνο και Αθήνα θα πρέπει να δημιουργήσουν ένα μελλοντικό ταμείο για την αποκατάσταση της «κοινής» τους ιστορίας.

    Ο θρίαμβος του ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, στις εκλογές του περασμένου μήνα, σημαίνει ότι η παλιά συζήτηση για το αν η Γερμανία εξακολουθεί να οφείλει στην Ελλάδα πολεμικές αποζημιώσεις έπεσε πάλι στο τραπέζι. “Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε αυτό που είναι ένα ηθικό καθήκον, μια υποχρέωση στην ιστορία … να διεκδικήσουμε το κατοχικό δάνειο”, είπε ο Τσίπρας, απευθυνόμενος στο κοινοβούλιο την Κυριακή.

    Οι απαιτήσεις για πολεμικές αποζημιώσεις θεωρούνται συχνά ταχυδακτυλουργικό κόλπο των υπό «πτώχευση» Ελλήνων, που προσπαθούν να σβήσουν τα χρέη τους
    Ο αναπληρωτής καγκελάριος της Γερμανίας, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, έχει οριστικά απορρίψει τις απαιτήσεις του Τσίπρα. “Η πιθανότητα είναι μηδενική.» Οι απαιτήσεις για πολεμικές αποζημιώσεις θεωρούνται συχνά ταχυδακτυλουργικό κόλπο των υπό «πτώχευση» Ελλήνων, που προσπαθούν να σβήσουν τα χρέη τους, εξαπατώντας φτωχούς Γερμανούς φορολογούμενους, παίρνοντας τα σκληρά κερδισμένα ευρώ τους. Αλλά αξίζει να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά για το είδος του χρέους για το οποίο ουσιαστικά μιλάμε.

    Τα 3,5 χρόνια κατοχής της Ελλάδας από την ναζιστική Γερμανία ήταν αιματηρά και καταστροφικά. Στο συνέδριο για τις πολεμικές αποζημιώσεις στο Παρίσι, το 1945, έγιναν δεκτοί υπολογισμοί που ανέβαζαν τις ζημιές στην Ελλάδα στα 7 δισεκατομμύρια προπολεμικά δολάρια. Θα πρέπει να κάνουμε σαφές ότι αυτό δεν αποτελεί αυτομάτως την προτεινόμενη αποζημίωση, όπως συχνά έχει υποστηριχθεί από Έλληνες πολιτικούς και δημοσιογράφους: Ο σκοπός του συνεδρίου δεν ήταν να καταλήξει σε απόλυτα ποσά, αλλά να επεξεργαστεί ποσοστά από μια έως τότε ανυπολόγιστη δεξαμενή επανορθώσεων.

    Αλλά τα κριτήρια για το πώς αυτή η δεξαμενή έπρεπε να διαιρεθεί, που καταρτίστηκαν από τις ΗΠΑ, ήταν κυρίως προς όφελος των μεγάλων δυνάμεων και όχι των «μικρότερων συμμάχων”. Οι συνεισφορές στη συνολική συμμαχική πολεμική προσπάθεια (πολεμικές δαπάνες, στρατιωτικές θητείες και πολεμικά υλικά) αντισταθμίστηκαν πιο γενναιόδωρα από τα βασανιστήρια, τον θάνατο, την καταστροφή και την αντίσταση. Στα επόμενα χρόνια, η Ελλάδα αποζημιώθηκε από την Διασυμμαχική Υπηρεσία Αποζημιώσεων με εμπορεύματα αξίας, σύμφωνα με διάφορους ισχυρισμούς, από 25-80 εκατομμύρια δολάρια.

    Το 1953, ένα αμερικανικής έμπνευσης «κούρεμα» του γερμανικού εξωτερικού χρέους – από την προπολεμική και την μεταπολεμική εποχή- συμφωνήθηκε στο Λονδίνο
    Την ίδια στιγμή, κορυφωνόταν η συναίνεση μεταξύ των Δυτικών ότι η Δυτική Γερμανία έπρεπε να ανοικοδομηθεί και να ενισχυθεί ως προπύργιο ενάντια στη σοβιετική απειλή. Ως εκ τούτου, η αποκατάσταση σε είδος από τη διάλυση εγκαταστάσεων της βιομηχανίας («demontage”) σταδιακά διακόπηκε και αντικαταστάθηκε από το σχέδιο Μάρσαλ, που σχεδιάστηκε για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης δυτικοευρωπαϊκής υποδομής. Το 1953, ένα αμερικανικής έμπνευσης «κούρεμα» του γερμανικού εξωτερικού χρέους – από την προπολεμική και την μεταπολεμική εποχή- συμφωνήθηκε στο Λονδίνο, ενώ τα «θέματα των απαιτήσεων που απορρέουν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο», «αναβλήθηκαν μέχρι την τελική διευθέτηση του προβλήματος», η οποία δεν αναμενόταν πριν από την γερμανική επανένωση (η οποία, με τη σειρά της, δεν αναμενόταν να γίνει σύντομα).

    Προς το τέλος της δεκαετίας του ’50, η γερμανική κυβέρνηση υπέκυψε τελικά στις πιέσεις και συμφώνησε να καταβάλει ένα κατ ‘αποκοπή ποσό σε όσους «επηρεάστηκαν από εθνικοσοσιαλιστικές διώξεις βάσει της φυλής τους … ή κοσμοαντίληψης» ως «εθελοντική αποζημίωση». Η Ελλάδα έλαβε 115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα – ένα ποσό που έχει έκτοτε γίνει αντικείμενο μύθων και θρύλων κι από τις δύο πλευρές του ελληνο-γερμανικού χάσματος.

    Περαιτέρω αποζημίωση για τις ζημίες του πολέμου δεν έγινε δεκτή, για τον δήθεν λόγο ότι μόνο μια επανενωμένη Γερμανία θα μπορούσε να συμφωνήσει να κάνει τέτοιες πληρωμές, αλλά αποτελούσε κοινό μυστικό ότι η κυβέρνηση της Γερμανίας προσπάθησε ενεργά να αναβάλει την πληρωμή επ ‘αόριστον («μέχρι τις ελληνικές καλένδες”) – ακόμη και μετά την επανένωση. Τον Μάιο του 1990, ο τότε υπουργός Εξωτερικών, ο Χανς- Ντιτριχ Γκένσερ κινήθηκε γρήγορα, στέλνοντας στις διάφορες σχετικές γερμανικές πρεσβείες (συμπεριλαμβανομένης και αυτής στην Αθήνα) μυστικά σημειώματα που περιέγραφαν πώς θα μπορούσαν να αποκρουστούν τα αιτήματα για αποζημιώσεις.

    Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε ήταν ότι η Ελλάδα είχε λάβει γενναιόδωρη διμερή στήριξη από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.
    Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90, το πιο συνηθισμένο επιχείρημα των Γερμανών πολιτικών, κατά των επανορθώσεων, ήταν η πάροδος του χρόνου – παρότι η Γερμανία είχε αναγκαστεί από το διαιτητικό δικαστήριο Γερμανίας -συμμάχων να καταβάλει 47 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα σε αποζημιώσεις, το 1974, για ζημίες από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, 60 χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου. Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε ήταν ότι η Ελλάδα είχε λάβει γενναιόδωρη διμερή στήριξη από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, στην οποία η Γερμανία ήταν ο μεγαλύτερος συνεισφέρων – ένα επιχείρημα που θόλωνε το ζήτημα μεταξύ επενδύσεων σε μελλοντική συνεργασία και πολεμικών ενοχών και εξιλέωσης.

    Όσο λάθος κι αν υπήρξαν τα επιχειρήματα της γερμανικής κυβέρνησης, ήταν ίσως κατανοητά. Η χορήγηση μιας και μόνης πληρωμής επανορθώσεων, έκανε τους αξιωματούχους σε μια πρόσφατα ενοποιημένη Γερμανία, με επείγουσες ανάγκες για επενδύσεις στα ανατολικά, να αναρωτιούνται πού θα κατέληγε η ιστορία.

    Είναι πράγματι σημαντικό σε αυτή την περίπτωση να γίνει διάκριση μεταξύ των πληρωμών αποζημιώσεων για τα εγκλήματα πολέμου και τις επιστροφές των λεγόμενων Besatzungsanleihe: Μηνιαία δάνεια που απαιτήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση στα 1942-1944 για να πληρωθούν τα έξοδα συντήρησης του ελληνικού στρατού, για την περαιτέρω στρατιωτική δραστηριότητα στη Μεσόγειο, ακόμα και για παράδοση τροφίμων από την Ελλάδα του λιμού στο «Afrika Korps” του Ρόμελ. Στις αρχές του 1945, τις τελευταίες ημέρες του Τρίτου Ράιχ, μια ομάδα υψηλόβαθμων Γερμανών οικονομολόγων υπολόγισε αυτό το γερμανικό χρέος (Reichsschuld) προς το ελληνικό κράτος στα 476 εκατομμύρια μάρκα του Ράιχ, περίπου € 10 δις σήμερα.

    Σε σύγκριση με το συναισθηματικά φορτισμένο ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων, αυτό το χρέος δεν έχει ηθικά βάρη. Θα μπορούσε – και πρέπει – να αποτελέσει τη βάση για συνομιλίες σχετικά με την ίδρυση ενός “μελλοντικού ταμείου”, ενός ιδρύματος αφιερωμένου στην κοινή αποκατάσταση μιας «κοινής» ιστορίας και της χρηματοδότησης ενός συμβολικού έργου υποδομής.

    Μόνο το Βερολίνο έχει τη δύναμη να ξεκινήσει συνομιλίες για μια ιστορική συνένωση με την Ελλάδα…σχετικά με την ύπαρξη αυτού του χρέους, το οποία είχε αναγνωριστεί επίσημα ακόμη και από το ναζιστικό καθεστώς.
    Αυτό όμως θα απαιτούσε σημαντική αλλαγή στάσης εκ μέρους της Γερμανίας. Μόνο το Βερολίνο έχει τη δύναμη να ξεκινήσει συνομιλίες για μια ιστορική συνένωση με την Ελλάδα. Μέχρι τότε, θα συνεχίσει να υπάρχει μια παράλογη κατάσταση όπου δημοκρατικά εκλεγμένες γερμανικές μεταπολεμικές κυβερνήσεις όλων των χρωμάτων εξακολουθούν να βρίσκονται σε άρνηση σχετικά με την ύπαρξη αυτού του χρέους, το οποία είχε αναγνωριστεί επίσημα ακόμη και από το ναζιστικό καθεστώς.

    * Ο Χάγκεν Φλάισερ είναι ομότιμος καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι “Οι πόλεμοι της μνήμης: Β ‘ Παγκοσμίος Πολέμος στη Δημόσια Ιστορία».

    http://www.thetoc.gr/author/xagken-flaiser

  4. Β. on

    Το δίδαγμα της διαγραφής του γερμανικού χρέους

    TIMOTHY W. GUINNANE*

    Η ελληνική κρίση χρέους έχει πυροδοτήσει εκτενείς αναφορές στη Συμφωνία του Λονδίνου για το γερμανικό χρέος. Υπογράφηκε το 1953 και έδωσε τέλος σε μια μακρά περίοδο αθέτησης πληρωμών από τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα της Γερμανίας. Το συνολικό χρέος της Γερμανίας μειώθηκε κατά το ήμισυ. Ο,τι απέμεινε αναθεωρήθηκε και συνδέθηκε με τα έσοδα της χώρας από τις εξαγωγές. Ενα από τα παιχνίδια τραγικής ειρωνείας στην ιστορία είναι πως η Ελλάδα ήταν από τις πιστώτριες χώρες που υπέγραψαν τη Συμφωνία του Λονδίνου για την ελάφρυνση του γερμανικού χρέους. Ο τ. πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξης Τσίπρας, υποστήριξε πως η Γερμανία οφείλει να εκτιμήσει τη θέση της Ελλάδας το 1953 και να προσφέρει σήμερα ανάλογη διαγραφή χρέους στην Ελλάδα. Ομως, τα κομματικά στελέχη της Γερμανίας και της Ελλάδας έχουν παρερμηνεύσει το περιεχόμενο της Συμφωνίας του Λονδίνου και κατά συνέπεια τα κίνητρα των πιστωτών το 1953. Αυτό το ιστορικό συμβάν μπορεί να προσφέρει ένα σημαντικό δίδαγμα μόνον εάν κατανοηθεί σωστά. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ή Δυτική Γερμανία, γεννήθηκε το 1949 ως μια κατεχόμενη χώρα με περιορισμένη εθνική ανεξαρτησία. Οι συμμαχικές δυνάμεις της Δύσης –η Βρετανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ– είχαν υποσχεθεί την παράδοση της πλήρους ανεξαρτησίας υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, να κλείσει το ζήτημα του εξωτερικού χρέους.

    Η Συμφωνία του Λονδίνου εμπεριείχε δύο σκέλη. Κατ’ αρχάς, οι ξένες κυβερνήσεις συμφώνησαν στη μείωση των χρημάτων που τους χρωστούσαν οι Γερμανοί από τα προγράμματα στήριξης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμπεριλαμβανομένου του Σχεδίου Μάρσαλ των ΗΠΑ. Αυτό το σκέλος της συμφωνίας ήταν απλό, διότι τα χρέη αυτά δεν είχαν χορηγηθεί σε διαφορετικά νομίσματα, ούτε ήταν βεβαρημένα από επιτόκια, ενώ οι εμπλεκόμενοι ήταν μόνο τέσσερις κυβερνήσεις. Το υπόλοιπο χρέος προερχόταν από δάνεια προ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ήταν ένα αρκετά περίπλοκο ζήτημα. Το μεγαλύτερο κομμάτι ήταν τίτλοι που είχαν εκδοθεί από κρατικές οντότητες της Γερμανίας και είχαν αγοραστεί από ιδιώτες επενδυτές. Ενα άλλο κομμάτι ήταν δάνεια των γερμανικών εταιρειών. Περιλαμβανόταν και το Σχέδιο Ντοζ του 1924, ένα δάνειο και δεν είχε εξυπηρετηθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Οι έντοκες υποχρεώσεις είχαν συσσωρευτεί τόσο που ήταν, σχεδόν, όσες το κεφάλαιο. Επιπροσθέτως, αυτό το κομμάτι του χρέους είχε εκδοθεί σε διαφορετικά νομίσματα, πολλά εκ των οποίων είχαν υποτιμηθεί τόσο που η αποπληρωμή τους τη δεκαετία του ’50 θα κάλυπτε τελικά ένα πολύ μικρό μέρος τους. Πέραν όλων, όμως, οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν αποδεχθεί την ιστορική βαρύτητα της γερμανικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία. Την ίδια στιγμή, ο κύριος διαπραγματευτής της Γερμανίας στο Λονδίνο, Χέρμαν Αμπς, επέμενε πως ως υπόβαθρο σε μια συμφωνία θα έπρεπε να ήταν η αδυναμία της Γερμανίας να παράγει έσοδα από τις εξαγωγές της. Επίσης, η Γερμανία είχε τη δυνατότητα να ζητήσει τη ματαίωση των καταβολών από τα έσοδα των εξαγωγών εάν οι πιέσεις ήταν ασφυκτικές για την οικονομία.

    Η Συμφωνία του Λονδίνου αποτελεί ένα πολύ σημαντικό δίδαγμα για τη σημερινή κρίση. Τότε οι διαπραγματευτές εκπροσωπούσαν χώρες που μόλις είχαν θάψει εκατομμύρια συμπολίτες τους από έναν βάρβαρο πόλεμο, που είχε προκαλέσει η χώρα που της παρείχαν τα δάνεια για την ανοικοδόμησή της. Η συμφωνία, όμως, βασίστηκε σε μια εξαιρετικά ψυχρή πραγματικότητα, που εξόργισε αρκετούς επενδυτές του ιδιωτικού τομέα. Οι διαπραγματεύσεις απείχαν από την εθνική μυθοπλασία και την ιστορική πικρία που διακρίνουν τις σημερινές συζητήσεις. Οι Ελληνες πολιτικοί έχουν αποπειραθεί να στριμώξουν τους Γερμανούς με το παρελθόν και οι Γερμανοί δεν κρύβουν την περιφρόνησή τους για το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας. Η Συμφωνία του Λονδίνου, από την άλλη πλευρά, στηρίχθηκε σε ένα ρεαλισμό. Ανάλογος ρεαλισμός είναι απαραίτητος και σήμερα, προκειμένου να υπάρξει μια λογική λύση στα σημερινά προβλήματα της Ελλάδας.

    * Ο κ. Τimothy W. Guinnane είναι καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Voxeu.org.

    http://www.kathimerini.gr/830442/article/oikonomia/die8nhs-oikonomia/to-didagma-ths-diagrafhs-toy-germanikoy-xreoys


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: