Η Γερμανία πρέπει να μάθει από το παρελθόν της…

WASHINGTON POST: «Η ΓΕΡΜΑΝΙΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΜΑΘΕΙ ΑΠΟ ΤΑ ΔΙΔΑΓΜΑΤΑ ΤΟΥ ΔΙΚΟΥ ΤΗΣ ΔΗΜΟΣΙΟΝΟΜΙΚΟΥ ΠΑΡΕΛΘΟΝΤΟΣ»

Τόσο για λόγους στρατηγικής, όσο και οικονομικούς, θα αποτελούσε καταστροφή για τη Γερμανία εάν η Ελλάδα υποχρεωνόταν στην αποκήρυξη των χρεών της και στην έξοδό της από την Ευρωζώνη, καθώς μια τέτοια κίνηση θα απειλούσε την ίδια την ύπαρξη της νομισματικής ένωσης, αναφέρει ο Harold Meyerson, σε άρθρο γνώμης στην WASHINGTON POST με τίτλο «In Greek crisis, Germany should learn from its fiscal past», προσθέτοντας ότι η νέα ελληνική κυβέρνηση αντιπροσωπεύει, το λιγότερο, τη ρήξη με την πρότερη κακοδιαχείριση της Ελλάδας, όπως είχε πράξει και η κυβέρνηση του Adenauer ως προς εκείνη του Χίτλερ. Οι πρώτοι διορισμοί σηματοδοτούν μια καινοφανή εξέλιξη στην διακυβέρνηση της Ελλάδας, την μάχη κατά της διαφθοράς και του ευνοιοκρατικού καπιταλισμού που διαβρώνουν εδώ και χρόνια την οικονομία της χώρας.

Η Γερμανία, όπως επισημαίνεται, μεταξύ άλλων, μολονότι έχει κατανοήσει τα διδάγματα από τα λάθη που διέπραξε τον 20ο αιώνα, δεν φαίνεται να διδάσκεται από το κόστος που ενέχει η προσκόλληση στη δημοσιονομική ορθοδοξία, παρά το γεγονός ότι η ευημερία της οφείλεται στην απόφαση των αντιπάλων της κατά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο που επέτρεψε στην μεταπολεμική Δυτ. Γερμανία να διαγράψει το ήμισυ των χρεών της.

Μετά την κατάρρευση του 2008, η Γερμανία, ως η κυρίαρχη οικονομία της Ευρώπης και η σημαντικότερη πιστώτρια χώρα, υποχρέωσε τις χώρες της μεσογειακής Ευρώπης και κυρίως την Ελλάδα να λεηλατήσουν τις ίδιες τους τις οικονομίες για να αποπληρώσουν τα χρέη τους.

Η επιμονή της Γερμανίας οδήγησε στη συρρίκνωση της Ελλάδας στο επίπεδο της Μεγάλης Ύφεσης των ΗΠΑ. Η ανεργία εκτινάχθηκε στο 25%, ενώ η νεανική ανεργία ξεπέρασε το 50%, η οικονομία βυθίστηκε κατά 26% και η κατανάλωση κατά 40%. Το χρέος ανήλθε στο 175% του ΑΕΠ, ενώ τα κεφάλαια από τα δάνεια που παραχώρησαν η Γερμανία και τα άλλα κράτη στην Ελλάδα δόθηκαν είτε για την κάλυψη των επιτοκίων είτε για την αποπληρωμή παλαιότερων δανείων. Μόλις το 11% εξ αυτών δόθηκε πραγματικά στην ελληνική κυβέρνηση.

Δεν προκαλεί λοιπόν έκπληξη ότι οι Έλληνες ψηφοφόροι επέλεξαν μια νέα κυβέρνηση η οποία διεκδικεί την επαναδιαπραγμάτευση του χρέους. Οι αξιωματούχοι της Γερμανίας και της ΕΕ αντέδρασαν σθεναρά στις όποιες αλλαγές. Ευτυχώς για τη Γερμανία οι δικοί της πιστωτές είχαν υιοθετήσει διαφορετική στάση μετά τον Β’ παγκόσμιο πόλεμο. Στη συμφωνία του Λονδίνου για το χρέος, το 1953, 20 κράτη, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας, που είχαν δανείσει χρήματα στη Γερμανία κατά την προναζιστική Δημοκρατία της Βαϊμάρης και μετά το 1945, συμφώνησαν να μειώσουν το χρέος της Δυτ. Γερμανίας κατά το ήμισυ. Επιπλέον συμφώνησαν ότι η αποπληρωμή του δεν θα προέρχεται από τις κυβερνητικές δαπάνες αλλά αποκλειστικά από τις εξαγωγές. Με την συγκατάθεση όλων των μερών, η συμφωνία του Λονδίνου και οι διαδοχικές τροποποιήσεις της κατέστησαν τη Γερμανία ισότιμη με τους πιστωτές της, διαθέτοντας τη δυνατότητα, την οποία χρησιμοποίησε κατά καιρούς, να απορρίπτει τους όρους των πιστωτών και να εμμένει σε νέες διαπραγματεύσεις.

http://www.washingtonpost.com/opinions/harold-meyerson-in-greek-crisis-germany-should-learn-from-its-fiscal-past/2015/01/28/2d25bbd4-a721-11e4-a7c2-03d37af98440_story.html

Advertisements

6 Σχόλια

  1. Η Ivana Kottasova σε άρθρο της στο CNN MONEY με τίτλο «Greek debt crisis: Who has most to lose?» αναφέρεται στο ύψος του ελληνικού χρέους και στους θεσμούς που το κατέχουν. Οι αναλυτές, όπως επισημαίνεται, θεωρούν αναγκαία μία μορφή αναδιάρθρωσης του ελληνικού χρέους, το οποίο ανέρχεται σε 323 δις ευρώ, στο 175% δηλαδή σε σχέση με το ΑΕΠ της χώρας.
    Η Ελλάδα έχει δανεισθεί περίπου 246 δις από την Ευρωζώνη, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα και το ΔΝΤ. Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού χρέους το κατέχουν οι χώρες της Ευρωζώνης. 53 περίπου δις δόθηκαν μέσω διμερών συμφωνιών, σύμφωνα με τους ερευνητές του Open Europe. Η ελληνική κυβέρνηση θα πρέπει να διαπραγματευτεί με την καθεμία από τις χώρες αυτές χωριστά. Μολονότι ορισμένες όπως η Γαλλία θα ήταν πιο ανοιχτές στη διαπραγμάτευση, άλλες όπως η Φινλανδία έχουν ήδη δηλώσει ‘όχι’.
    Ένα πολύ μεγαλύτερο ποσό 142 δις ευρώ προήλθε από το ταμείο διάσωσης της Ευρωζώνης. Για την όποια ελάφρυνση αυτού του ποσού θα πρέπει να συμφωνήσουν όλα τα μέλη της. Στο ταμείο συμμετέχουν όλα τα κ-μ της Ευρωζώνης αλλά η Γερμανία συμβάλλει με το μεγαλύτερο ποσό 27% και γι’ αυτό θα ασκήσει και την μεγαλύτερη επιρροή στις διαπραγματεύσεις με την Ελλάδα.
    Η Ελλάδα οφείλει επίσης 27 δις ευρώ στην ΕΚΤ. Η κεντρική τράπεζα έχει ήδη δηλώσει ότι δεν μπορεί να υπάρξει ελάφρυνση, καθώς θα ήταν παράνομη. Πλησιάζει η ώρα αποπληρωμής του δανείου προς την ΕΚΤ, τον Αύγουστο, ύψους 6,7 δις ευρώ.
    Το ΔΝΤ κατέχει 28 δις ευρώ του ελληνικού χρέους, ενώ θεωρείται σχεδόν αδύνατη η ελάφρυνσή του, καθώς αντίκειται στους κανόνες του Ταμείου. Ακόμη και χώρες που πτώχευσαν, κατά το παρελθόν, εξαιτίας του χρέους προς το ΔΝΤ, όπως η Αργεντινή, κατέληξαν να αποπληρώσουν ολόκληρο το ποσό του χρέους τους προς το ΔΝΤ.
    Η Ελλάδα οφείλει να αποπληρώσει μέρος του χρέους προς το ΔΝΤ τον Μάρτιο. Μία μετακύληση του χρέους είναι πιθανή, αλλά η διευθύντρια του ΔΝΤ, Christine Lagarde, έχει δηλώσει ότι η Ελλάδα δεν πρέπει να αναμένει κάποια ιδιαίτερη μεταχείριση.
    http://money.cnn.com/2015/01/28/investing/greek-debt-who-has-most-to-lose/index.html

  2. XXς on

    Η γερμανική αμνησία

    Jose Manuel Lamarque

    Το 2011, ο Γερμανός οικονομολόγος Albrecht Ritschl είχε δώσει μια συνέντευξη στο περιοδικό Der Spiegel, όπου παρουσίαζε τις διάφορες περιόδους του εικοστού αιώνα κατά τη διάρκεια των οποίων η Γερμανία είχε πτωχεύσει. Μεταξύ του 1924 και του 1929 η Δημοκρατία της Βαϊμάρης δανιζόταν χρήματα από τις ΗΠΑ για να μπορέσει να πληρώσει τις αποζημιώσεις για τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Μετά το κραχ του 1929 η Γερμανία είχε καταρρεύσει και έτσι αδυνατούσε να ξεπληρώσει τις ΗΠΑ. Στη συνέχεια, μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, οι ΗΠΑ παραχωρούσαν μια σημαντική έκπτωση για το γερμανικό χρέος, ώστε να μπορέσει η χώρα να ανοικοδομηθεί. Για να μη γνωρίσει και πάλι την κατάσταση του 1930, οι ΗΠΑ είχαν ζητήσει από τους συμμάχους να μην απαιτήσουν υπερβολικές αποζημιώσεις από την Γερμανία. Έτσι από το 1953 η Γερμανία ξανάβρισκε την αρχή μιας οικονομικής άνθησης, ενώ οι χώρες που είχαν κατακτηθεί από την Γερμανία ήταν εκείνες που δυσκολευόταν να ανοικοδομηθούν. Είχε συμφωνηθεί πως η Γερμανία θα ξεπλήρωνε τα πολεμικά της χρέη όταν θα ολοκληρωνόταν η επανένωσή της σύμφωνα με τη Συμφωνία του Λονδίνου το 1953.

    Το 1990, ο καγκελάριος Κολ αρνήθηκε να εφαρμόσει τη Συμφωνία του Λονδίνου. Έγιναν μερικές πληρωμές , αλλά δεν ήταν τίποτε μπροστά σ’αυτά που έπρεπε να πληρώσει στις χώρες που είχε καταστρέψει. Πάντα το 1990 η Γερμανία βρέθηκε σε κατάστασης παύσης πληρωμών και είναι η Ευρωπαϊκή Ένωση που την βοήθησε να χρηματοδοτήσει την επανένωσή της.

    Εν ολίγοις, δύο φορές η Γερμανία αφαίμαξε την Ευρώπη, σήμερα κυριαρχεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, χωρίς να έχει ποτέ ξεπληρώσει τα χρέη της. Θα μπορούσαμε να μιλήσομε για αμνησία, αλλά η λέξη θα ήταν πολύ αδύναμη, κακοήθεια θα ήταν πιο ακριβής. Απέναντι σ’αυτή την αμνησία οι ευρωπαίοι εταίροι δεν έχουν το θάρρος να υποχρεώσουν την Γερμανία να αποζημιώσει την Ελλάδα.

    Σε κάθε περίπτωση η Ελλάδα έχει όλο το δίκιο να διεκδικεί πάντα και ακόμη αυτό που της οφείλουν και να προτείνει στο σύνολο της Ευρωπαϊκής Ένωσης μια άλλη προσέγγιση των πραγμάτων που αφορούν τη λιτότητα και μια άλλη διακυβέρνηση. Ο κ Βαρουφάκης είναι καλοδεχούμενος στην επικαιρότητα. Για πολλά χρόνια δεν σταματώ να γράφω ότι η λαμπρότητα θα προέλθει από τη Μεσόγειο, το μέλλον θα μου δώσει ίσως δίκιο.

    *O Jose Manuel Lamarque είναι Γάλλος δημοσιογράφος
    http://tvxs.gr/news/egrapsan-eipan/i-germaniki-amnisia

  3. XXς on

    Το γερμανικό χρέος χωρίς ηθικά βάρη

    Ένα ταμείο για την αποκατάσταση της «κοινής» ιστορίας Γερμανίας-Ελλάδας

    Χάγκεν Φλάισερ

    Αντί να ασχοληθούν με το συναισθηματικά φορτισμένο ζήτημα των πολεμικών αποζημιώσεων, Βερολίνο και Αθήνα θα πρέπει να δημιουργήσουν ένα μελλοντικό ταμείο για την αποκατάσταση της «κοινής» τους ιστορίας.

    Ο θρίαμβος του ΣΥΡΙΖΑ του Αλέξη Τσίπρα, στις εκλογές του περασμένου μήνα, σημαίνει ότι η παλιά συζήτηση για το αν η Γερμανία εξακολουθεί να οφείλει στην Ελλάδα πολεμικές αποζημιώσεις έπεσε πάλι στο τραπέζι. “Δεν μπορούμε να παραβλέψουμε αυτό που είναι ένα ηθικό καθήκον, μια υποχρέωση στην ιστορία … να διεκδικήσουμε το κατοχικό δάνειο”, είπε ο Τσίπρας, απευθυνόμενος στο κοινοβούλιο την Κυριακή.

    Οι απαιτήσεις για πολεμικές αποζημιώσεις θεωρούνται συχνά ταχυδακτυλουργικό κόλπο των υπό «πτώχευση» Ελλήνων, που προσπαθούν να σβήσουν τα χρέη τους
    Ο αναπληρωτής καγκελάριος της Γερμανίας, Ζίγκμαρ Γκάμπριελ, έχει οριστικά απορρίψει τις απαιτήσεις του Τσίπρα. “Η πιθανότητα είναι μηδενική.» Οι απαιτήσεις για πολεμικές αποζημιώσεις θεωρούνται συχνά ταχυδακτυλουργικό κόλπο των υπό «πτώχευση» Ελλήνων, που προσπαθούν να σβήσουν τα χρέη τους, εξαπατώντας φτωχούς Γερμανούς φορολογούμενους, παίρνοντας τα σκληρά κερδισμένα ευρώ τους. Αλλά αξίζει να ρίξουμε μια πιο προσεκτική ματιά για το είδος του χρέους για το οποίο ουσιαστικά μιλάμε.

    Τα 3,5 χρόνια κατοχής της Ελλάδας από την ναζιστική Γερμανία ήταν αιματηρά και καταστροφικά. Στο συνέδριο για τις πολεμικές αποζημιώσεις στο Παρίσι, το 1945, έγιναν δεκτοί υπολογισμοί που ανέβαζαν τις ζημιές στην Ελλάδα στα 7 δισεκατομμύρια προπολεμικά δολάρια. Θα πρέπει να κάνουμε σαφές ότι αυτό δεν αποτελεί αυτομάτως την προτεινόμενη αποζημίωση, όπως συχνά έχει υποστηριχθεί από Έλληνες πολιτικούς και δημοσιογράφους: Ο σκοπός του συνεδρίου δεν ήταν να καταλήξει σε απόλυτα ποσά, αλλά να επεξεργαστεί ποσοστά από μια έως τότε ανυπολόγιστη δεξαμενή επανορθώσεων.

    Αλλά τα κριτήρια για το πώς αυτή η δεξαμενή έπρεπε να διαιρεθεί, που καταρτίστηκαν από τις ΗΠΑ, ήταν κυρίως προς όφελος των μεγάλων δυνάμεων και όχι των «μικρότερων συμμάχων”. Οι συνεισφορές στη συνολική συμμαχική πολεμική προσπάθεια (πολεμικές δαπάνες, στρατιωτικές θητείες και πολεμικά υλικά) αντισταθμίστηκαν πιο γενναιόδωρα από τα βασανιστήρια, τον θάνατο, την καταστροφή και την αντίσταση. Στα επόμενα χρόνια, η Ελλάδα αποζημιώθηκε από την Διασυμμαχική Υπηρεσία Αποζημιώσεων με εμπορεύματα αξίας, σύμφωνα με διάφορους ισχυρισμούς, από 25-80 εκατομμύρια δολάρια.

    Το 1953, ένα αμερικανικής έμπνευσης «κούρεμα» του γερμανικού εξωτερικού χρέους – από την προπολεμική και την μεταπολεμική εποχή- συμφωνήθηκε στο Λονδίνο
    Την ίδια στιγμή, κορυφωνόταν η συναίνεση μεταξύ των Δυτικών ότι η Δυτική Γερμανία έπρεπε να ανοικοδομηθεί και να ενισχυθεί ως προπύργιο ενάντια στη σοβιετική απειλή. Ως εκ τούτου, η αποκατάσταση σε είδος από τη διάλυση εγκαταστάσεων της βιομηχανίας («demontage”) σταδιακά διακόπηκε και αντικαταστάθηκε από το σχέδιο Μάρσαλ, που σχεδιάστηκε για την ανοικοδόμηση της κατεστραμμένης δυτικοευρωπαϊκής υποδομής. Το 1953, ένα αμερικανικής έμπνευσης «κούρεμα» του γερμανικού εξωτερικού χρέους – από την προπολεμική και την μεταπολεμική εποχή- συμφωνήθηκε στο Λονδίνο, ενώ τα «θέματα των απαιτήσεων που απορρέουν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο», «αναβλήθηκαν μέχρι την τελική διευθέτηση του προβλήματος», η οποία δεν αναμενόταν πριν από την γερμανική επανένωση (η οποία, με τη σειρά της, δεν αναμενόταν να γίνει σύντομα).

    Προς το τέλος της δεκαετίας του ’50, η γερμανική κυβέρνηση υπέκυψε τελικά στις πιέσεις και συμφώνησε να καταβάλει ένα κατ ‘αποκοπή ποσό σε όσους «επηρεάστηκαν από εθνικοσοσιαλιστικές διώξεις βάσει της φυλής τους … ή κοσμοαντίληψης» ως «εθελοντική αποζημίωση». Η Ελλάδα έλαβε 115 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα – ένα ποσό που έχει έκτοτε γίνει αντικείμενο μύθων και θρύλων κι από τις δύο πλευρές του ελληνο-γερμανικού χάσματος.

    Περαιτέρω αποζημίωση για τις ζημίες του πολέμου δεν έγινε δεκτή, για τον δήθεν λόγο ότι μόνο μια επανενωμένη Γερμανία θα μπορούσε να συμφωνήσει να κάνει τέτοιες πληρωμές, αλλά αποτελούσε κοινό μυστικό ότι η κυβέρνηση της Γερμανίας προσπάθησε ενεργά να αναβάλει την πληρωμή επ ‘αόριστον («μέχρι τις ελληνικές καλένδες”) – ακόμη και μετά την επανένωση. Τον Μάιο του 1990, ο τότε υπουργός Εξωτερικών, ο Χανς- Ντιτριχ Γκένσερ κινήθηκε γρήγορα, στέλνοντας στις διάφορες σχετικές γερμανικές πρεσβείες (συμπεριλαμβανομένης και αυτής στην Αθήνα) μυστικά σημειώματα που περιέγραφαν πώς θα μπορούσαν να αποκρουστούν τα αιτήματα για αποζημιώσεις.

    Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε ήταν ότι η Ελλάδα είχε λάβει γενναιόδωρη διμερή στήριξη από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ.
    Μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του ’90, το πιο συνηθισμένο επιχείρημα των Γερμανών πολιτικών, κατά των επανορθώσεων, ήταν η πάροδος του χρόνου – παρότι η Γερμανία είχε αναγκαστεί από το διαιτητικό δικαστήριο Γερμανίας -συμμάχων να καταβάλει 47 εκατομμύρια γερμανικά μάρκα σε αποζημιώσεις, το 1974, για ζημίες από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο, 60 χρόνια μετά την έναρξη του πολέμου. Ένα άλλο επιχείρημα που χρησιμοποιήθηκε ήταν ότι η Ελλάδα είχε λάβει γενναιόδωρη διμερή στήριξη από το ΝΑΤΟ και την ΕΕ, στην οποία η Γερμανία ήταν ο μεγαλύτερος συνεισφέρων – ένα επιχείρημα που θόλωνε το ζήτημα μεταξύ επενδύσεων σε μελλοντική συνεργασία και πολεμικών ενοχών και εξιλέωσης.

    Όσο λάθος κι αν υπήρξαν τα επιχειρήματα της γερμανικής κυβέρνησης, ήταν ίσως κατανοητά. Η χορήγηση μιας και μόνης πληρωμής επανορθώσεων, έκανε τους αξιωματούχους σε μια πρόσφατα ενοποιημένη Γερμανία, με επείγουσες ανάγκες για επενδύσεις στα ανατολικά, να αναρωτιούνται πού θα κατέληγε η ιστορία.

    Είναι πράγματι σημαντικό σε αυτή την περίπτωση να γίνει διάκριση μεταξύ των πληρωμών αποζημιώσεων για τα εγκλήματα πολέμου και τις επιστροφές των λεγόμενων Besatzungsanleihe: Μηνιαία δάνεια που απαιτήθηκαν από την ελληνική κυβέρνηση στα 1942-1944 για να πληρωθούν τα έξοδα συντήρησης του ελληνικού στρατού, για την περαιτέρω στρατιωτική δραστηριότητα στη Μεσόγειο, ακόμα και για παράδοση τροφίμων από την Ελλάδα του λιμού στο «Afrika Korps” του Ρόμελ. Στις αρχές του 1945, τις τελευταίες ημέρες του Τρίτου Ράιχ, μια ομάδα υψηλόβαθμων Γερμανών οικονομολόγων υπολόγισε αυτό το γερμανικό χρέος (Reichsschuld) προς το ελληνικό κράτος στα 476 εκατομμύρια μάρκα του Ράιχ, περίπου € 10 δις σήμερα.

    Σε σύγκριση με το συναισθηματικά φορτισμένο ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων, αυτό το χρέος δεν έχει ηθικά βάρη. Θα μπορούσε – και πρέπει – να αποτελέσει τη βάση για συνομιλίες σχετικά με την ίδρυση ενός “μελλοντικού ταμείου”, ενός ιδρύματος αφιερωμένου στην κοινή αποκατάσταση μιας «κοινής» ιστορίας και της χρηματοδότησης ενός συμβολικού έργου υποδομής.

    Μόνο το Βερολίνο έχει τη δύναμη να ξεκινήσει συνομιλίες για μια ιστορική συνένωση με την Ελλάδα…σχετικά με την ύπαρξη αυτού του χρέους, το οποία είχε αναγνωριστεί επίσημα ακόμη και από το ναζιστικό καθεστώς.
    Αυτό όμως θα απαιτούσε σημαντική αλλαγή στάσης εκ μέρους της Γερμανίας. Μόνο το Βερολίνο έχει τη δύναμη να ξεκινήσει συνομιλίες για μια ιστορική συνένωση με την Ελλάδα. Μέχρι τότε, θα συνεχίσει να υπάρχει μια παράλογη κατάσταση όπου δημοκρατικά εκλεγμένες γερμανικές μεταπολεμικές κυβερνήσεις όλων των χρωμάτων εξακολουθούν να βρίσκονται σε άρνηση σχετικά με την ύπαρξη αυτού του χρέους, το οποία είχε αναγνωριστεί επίσημα ακόμη και από το ναζιστικό καθεστώς.

    * Ο Χάγκεν Φλάισερ είναι ομότιμος καθηγητής σύγχρονης ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του είναι “Οι πόλεμοι της μνήμης: Β ‘ Παγκοσμίος Πολέμος στη Δημόσια Ιστορία».

    http://www.thetoc.gr/author/xagken-flaiser

  4. Β. on

    Το δίδαγμα της διαγραφής του γερμανικού χρέους

    TIMOTHY W. GUINNANE*

    Η ελληνική κρίση χρέους έχει πυροδοτήσει εκτενείς αναφορές στη Συμφωνία του Λονδίνου για το γερμανικό χρέος. Υπογράφηκε το 1953 και έδωσε τέλος σε μια μακρά περίοδο αθέτησης πληρωμών από τον δημόσιο και ιδιωτικό τομέα της Γερμανίας. Το συνολικό χρέος της Γερμανίας μειώθηκε κατά το ήμισυ. Ο,τι απέμεινε αναθεωρήθηκε και συνδέθηκε με τα έσοδα της χώρας από τις εξαγωγές. Ενα από τα παιχνίδια τραγικής ειρωνείας στην ιστορία είναι πως η Ελλάδα ήταν από τις πιστώτριες χώρες που υπέγραψαν τη Συμφωνία του Λονδίνου για την ελάφρυνση του γερμανικού χρέους. Ο τ. πρωθυπουργός της Ελλάδας, Αλέξης Τσίπρας, υποστήριξε πως η Γερμανία οφείλει να εκτιμήσει τη θέση της Ελλάδας το 1953 και να προσφέρει σήμερα ανάλογη διαγραφή χρέους στην Ελλάδα. Ομως, τα κομματικά στελέχη της Γερμανίας και της Ελλάδας έχουν παρερμηνεύσει το περιεχόμενο της Συμφωνίας του Λονδίνου και κατά συνέπεια τα κίνητρα των πιστωτών το 1953. Αυτό το ιστορικό συμβάν μπορεί να προσφέρει ένα σημαντικό δίδαγμα μόνον εάν κατανοηθεί σωστά. Η Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γερμανίας, ή Δυτική Γερμανία, γεννήθηκε το 1949 ως μια κατεχόμενη χώρα με περιορισμένη εθνική ανεξαρτησία. Οι συμμαχικές δυνάμεις της Δύσης –η Βρετανία, η Γαλλία και οι ΗΠΑ– είχαν υποσχεθεί την παράδοση της πλήρους ανεξαρτησίας υπό την προϋπόθεση, μεταξύ άλλων, να κλείσει το ζήτημα του εξωτερικού χρέους.

    Η Συμφωνία του Λονδίνου εμπεριείχε δύο σκέλη. Κατ’ αρχάς, οι ξένες κυβερνήσεις συμφώνησαν στη μείωση των χρημάτων που τους χρωστούσαν οι Γερμανοί από τα προγράμματα στήριξης μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, συμπεριλαμβανομένου του Σχεδίου Μάρσαλ των ΗΠΑ. Αυτό το σκέλος της συμφωνίας ήταν απλό, διότι τα χρέη αυτά δεν είχαν χορηγηθεί σε διαφορετικά νομίσματα, ούτε ήταν βεβαρημένα από επιτόκια, ενώ οι εμπλεκόμενοι ήταν μόνο τέσσερις κυβερνήσεις. Το υπόλοιπο χρέος προερχόταν από δάνεια προ Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και ήταν ένα αρκετά περίπλοκο ζήτημα. Το μεγαλύτερο κομμάτι ήταν τίτλοι που είχαν εκδοθεί από κρατικές οντότητες της Γερμανίας και είχαν αγοραστεί από ιδιώτες επενδυτές. Ενα άλλο κομμάτι ήταν δάνεια των γερμανικών εταιρειών. Περιλαμβανόταν και το Σχέδιο Ντοζ του 1924, ένα δάνειο και δεν είχε εξυπηρετηθεί στις αρχές της δεκαετίας του ’30. Οι έντοκες υποχρεώσεις είχαν συσσωρευτεί τόσο που ήταν, σχεδόν, όσες το κεφάλαιο. Επιπροσθέτως, αυτό το κομμάτι του χρέους είχε εκδοθεί σε διαφορετικά νομίσματα, πολλά εκ των οποίων είχαν υποτιμηθεί τόσο που η αποπληρωμή τους τη δεκαετία του ’50 θα κάλυπτε τελικά ένα πολύ μικρό μέρος τους. Πέραν όλων, όμως, οι συμμαχικές δυνάμεις είχαν αποδεχθεί την ιστορική βαρύτητα της γερμανικής οικονομίας στην ευρωπαϊκή και την παγκόσμια οικονομία. Την ίδια στιγμή, ο κύριος διαπραγματευτής της Γερμανίας στο Λονδίνο, Χέρμαν Αμπς, επέμενε πως ως υπόβαθρο σε μια συμφωνία θα έπρεπε να ήταν η αδυναμία της Γερμανίας να παράγει έσοδα από τις εξαγωγές της. Επίσης, η Γερμανία είχε τη δυνατότητα να ζητήσει τη ματαίωση των καταβολών από τα έσοδα των εξαγωγών εάν οι πιέσεις ήταν ασφυκτικές για την οικονομία.

    Η Συμφωνία του Λονδίνου αποτελεί ένα πολύ σημαντικό δίδαγμα για τη σημερινή κρίση. Τότε οι διαπραγματευτές εκπροσωπούσαν χώρες που μόλις είχαν θάψει εκατομμύρια συμπολίτες τους από έναν βάρβαρο πόλεμο, που είχε προκαλέσει η χώρα που της παρείχαν τα δάνεια για την ανοικοδόμησή της. Η συμφωνία, όμως, βασίστηκε σε μια εξαιρετικά ψυχρή πραγματικότητα, που εξόργισε αρκετούς επενδυτές του ιδιωτικού τομέα. Οι διαπραγματεύσεις απείχαν από την εθνική μυθοπλασία και την ιστορική πικρία που διακρίνουν τις σημερινές συζητήσεις. Οι Ελληνες πολιτικοί έχουν αποπειραθεί να στριμώξουν τους Γερμανούς με το παρελθόν και οι Γερμανοί δεν κρύβουν την περιφρόνησή τους για το πολιτικό προσωπικό της Ελλάδας. Η Συμφωνία του Λονδίνου, από την άλλη πλευρά, στηρίχθηκε σε ένα ρεαλισμό. Ανάλογος ρεαλισμός είναι απαραίτητος και σήμερα, προκειμένου να υπάρξει μια λογική λύση στα σημερινά προβλήματα της Ελλάδας.

    * Ο κ. Τimothy W. Guinnane είναι καθηγητής Οικονομικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο του Γέιλ. Το άρθρο δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Voxeu.org.

    http://www.kathimerini.gr/830442/article/oikonomia/die8nhs-oikonomia/to-didagma-ths-diagrafhs-toy-germanikoy-xreoys

  5. «KEIN PARDON», Γράφει ο Δικηγόρος-Συγγραφέας Νίκος Καραβέλος

    «Κein pardon». (Δεν υπάρχει συγγνώμη).
    Η επιγραφή κρεμασμένη ψηλά στον σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης Μανχάιμ, απειλούσε όσους θα τολμούσαν να μπουν στο τρένο, χωρίς να επικυρώσουν το εισιτήριό τους.

    Ούτε «παρακαλείσθε να επικυρώσετε» ούτε τίποτε. Μόνο η ξερή προειδοποίηση που θα ταίριαζε περισσότερο στην πρόσοψη στρατοπέδου συγκέντρωσης. Δύο λέξεις μοναχά σαν βήχας πνιχτός, σαν στρίγκλισμα σκουριασμένης γκαραζόπορτας, σαν εκδήλωση ερωτισμού στα γερμανικά.

    «Kein pardon».
    Τουτέστιν, δεν υπάρχει λύπηση ή συγγνώμη! Μόνο τιμωρία. Δεν υπάρχουν ελαφρυντικά, ούτε συγγνωστή αμέλεια, ούτε πλάνη, ούτε επιείκεια. Μοναχά η ποινή, ο πέλεκυς, το τσεκούρι, με το οποίο ζούσαν ζωσμένοι οι πρόγονοι των σημερινών Γερμανών μέσα στα σκοτεινά δάση τους.

    Θα πει κάποιος πως είναι θεμιτό το κράτος να προειδοποιεί και να υπενθυμίζει στους πολίτες τις υποχρεώσεις τους. Έτσι γίνεται παντού. Πουθενά, όμως, δεν υπάρχει αυτό το «kein pardon». Για να το ξεστομίσεις, πρέπει να έχεις προπονηθεί πάνω σε πτυελοδοχείο ή να έχεις μάθει τα γερμανικά.

    Κοντολογίς, όποιος συλλαμβάνεται, τιμωρείται αυστηρά. Κι ας έχουν πει κάποιοι μεγάλοι Γερμανοί νομικοί πως η επιείκεια είναι η αντανάκλαση της ιδέας της δικαιοσύνης. Μόνο η τιμωρία σώζει! Το διακηρύσσει η προτεσταντική ηθική και η ταμπέλα στον σταθμό της γερμανικής πόλης Μανχάιμ. Κάτι ανάλογο ξεφώνιζαν κάποιες άλλες ταμπέλες στα στρατόπεδα του Νταχάου, του Μπέλσεν, του Μπιρκενάου, του Άουσβιτς .

    Για τους Γερμανούς, ο πλησίον είναι μόνο ο κρατούμενος ή, έστω, το θύμα του επαγγέλματος στο οποίο οι ίδιοι και οι Άγγλοι διέπρεψαν ανταγωνιζόμενοι. Του τοκογλύφου.

    «Kein pardon».
    Δεν γλιτώνεις. Η παραβίαση της ευταξίας στη χώρα των Γότθων έχει ως συνέπεια τη σύλληψή σου για τα περαιτέρω. Είναι γνωστό πως η υπακοή είναι το πρώτο μέλημα για τον Γερμανό, όπως η κλεψιά για τον Γύφτο, η κακότητα για τον Τούρκο και η σαχλαμάρα, δυστυχώς, για τον Έλληνα.

    Στη Γερμανία, αν σε τσιμπήσουν να παρανομείς, κατά το κοινώς λεγόμενο, την έβαψες. Εκεί δεν ανέχονται τις εκτροπές, εξαιρουμένων, φυσικά, των απλών παραβάσεων, όπως είναι η ενεργητική και παθητική δωροδοκία από τις γερμανικές πολυεθνικές προς τρίτους, οι μίζες, η κρατική και τραπεζική τοκογλυφία και γενικώς τα εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας.
    Οι Γερμανοί έχουν επίσης μια παροιμιώδη ανεκτικότητα στην ελεύθερη έκφραση της σεξουαλικότητας, προς τούτο έχουν φυτέψει στη χώρα τους ειδικά μπουρδέλα που ικανοποιούν την ακμάζουσα τάση τους προς την κτηνοβασία.
    Ακόμη είναι -και το αξίζουν- οι πρώτοι πελάτες της διεθνούς παιδεραστίας στις δυστυχισμένες χώρες της Ανατολής, εκεί που ο ιμπεριαλισμός και η μαφία επενδύουν για τον σκοπό αυτόν τεράστια κεφάλαια.

    Επομένως, νομιμοποιούνται να σου φωνάξουν με την «ευγένεια» ενός κροκοδείλου:

    «Kein pardon».
    Στη Γερμανία, αν δεν σε πιάσουν «στα πράσα», θα σε καρφώσει ο γείτονας, ο φίλος ή ακόμα και η γκόμενα. Φίλος δικηγόρος, με σπουδές στην Πολιτική Δικονομία στο Μόναχο, μου διηγήθηκε πως έκοψε ένα λουλούδι από δημοτικό πάρκο και το χάρισε στη Γερμανίδα φίλη του. Την επομένη, του ήρθε το πρόστιμο. Τον είχε καταδώσει η ίδια!

    «Kein pardon».
    Άλλος φίλος, σπουδαίος σήμερα μαθηματικός, φοιτητής τότε, ταξίδευε σιδηροδρομικώς από τη Δανία προς τη Γερμανία. Στον έλεγχο, βρέθηκε το εισιτήριό του σε αταξία.
    Αμέσως το τρένο σταμάτησε στη χιονισμένη ερημιά και ο ελεγκτής του ζήτησε να πληρώσει την αξία του εισιτηρίου. Δεν είχε. Τότε, η πόρτα άνοιξε και με σκαιό ύφος του ζήτησε να κατεβεί από το τρένο. Εκεί, στο πουθενά μέσα στη νύχτα! Ο φίλος αντιστάθηκε, το τρένο καθυστερούσε.
    Ένας καλοντυμένος Γερμανός προσφέρθηκε να πληρώσει κι έτσι το επεισόδιο έληξε. Όταν τον ευχαρίστησε, ο άλλος του είπε πως το έκανε αποκλειστικά και μόνο γιατί βιαζόταν! Αν, δηλαδή, δεν βιαζόταν, ο νεαρός θα κατέληγε κατεψυγμένος ή τροφή στην κοιλιά των λύκων!

    «Kein pardon».
    Παρά ταύτα οι «φίλοι μας οι Γερμανοί» έχουν προφορικώς ψελλίσει κάτι ανοησίες για συγγνώμη. Ως εραστές της Ελλάδος υποτίθεται, ταξιδιώτες, αρχαιοκάπηλοι, συγγραφείς, ιστορικοί, απλοί πολίτες. Άπαντες με το θράσος του ρινόκερου σαν να μη συνέβη τίποτα. Σαν να ήταν οι κακουργίες τους απλά φυσικά φαινόμενα όπως το χαλάζι και η βροχή.

    13-12-1943, Καλάβρυτα. Ερήμωση, σφαγή, πυρκαγιά. Ο χρόνος σταμάτησε ! Το ρολόι της Εκκλησίας σταμάτησε! Όταν εκείνο το ρολόι αρνείται να ξεχάσει, πώς μπορώ να ξεχάσω εγώ;

    Με ποιό δικαίωμα θα λησμονήσω;

    Πώς νομιμοποιούμαι να ξεχάσω το πρόσωπο της χαροκαμένης μάνας των Καλαβρύτων, ενώ σπαράζει μουσκεύοντας το άδειο κρανίο του σκοτωμένου παιδιού της και θα σπαράζει μπροστά στα μάτια μας μέχρι να διαλυθεί ο χρόνος;

    Ποιος είμαι εγώ που τολμώ να ξεχάσω;

    Ποιος είμαι εγώ που θα ξεχάσω τον αιωνόβιο ρατσισμό, τον απεχθή φασισμό τους, τον ιμπεριαλισμό τους (δεν είναι οι μόνοι), την κατασυκοφάντηση της πατρίδας μου, την κακοήθειά τους;

    Ποιος είμαι που θα αγνοήσω αυτά που πράττουν τώρα ξανά σε βάρος μας;

    Δεν έχω την άδεια των απογόνων μου για να τους συγχωρήσω!

    Δεν πρόλαβα να πάρω την άδεια των νεκρών μου για να συγχωρήσω!

    Γι αυτό, στον σταθμό του τρένου της ψυχής, που οδηγεί βαθιά μέσα μου, όσο ζω, θα μεταφράζεται στα γερμανικά η πινακίδα με την επιγραφή: «ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΣΥΓΓΝΩΜΗ».

    http://teleytaiaexodos.blogspot.gr/2016/12/kein-pardon.html

  6. Οι ιδεολογικές ρίζες του γερμανικού ηγεμονισμού

    Κώστας Μελάς

    Η εκ νέου αναζήτηση της γερμανικής ταυτότητας μετά την ενοποίηση της Γερμανίας συντελείται στη βάση της ιστορικής ιδιαιτερότητας της γερμανικής κοινωνίας, η οποία ισχύει και σήμερα. Η πολιτιστική στροφή που έχει επισυμβεί στην Γερμανία προκαλεί αναπόφευκτη διάζευξη με την μέχρι την ενοποίηση πολιτική πρακτική, προαναγγέλλοντας μια διαφορετική πολιτική αντίληψη στις γερμανικές ελίτ.

    Οι συζητήσεις για την γερμανική ταυτότητα μοιραία λαμβάνουν χώρα σε ένα πλαίσιο, στο οποίο τον πρώτο ρόλο έχουν παλαιές ιδέες που αποπνέουν συντηρητισμό και αντιδραστικό εθνικισμό. Παρακάμπτοντας εντέχνως την περίοδο του Ναζισμού, αυτές οι ιδέες θέλουν να ξαναγυρίσουν στις ιερές παραδόσεις της Δεύτερης Αυτοκρατορίας (Β’ Ράιχ), τις οποίες κατέστρεψαν οι Ναζί ως μικροαστοί. Η συντηρητική αυτή αντίληψη έχει απλώσει την επιρροή της σε ένα ευρύ φάσμα πολιτικών και διαμορφωτών της κοινής γνώμης.

    Παράλληλα, ο γερμανικός εθνικιστικός ιδεαλισμός δίνει έμφαση στην αποτελεσματικότητα της οικονομίας και στηρίζεται από αυτή. Στηρίζει την υπέρμετρη “ωμή βία”, με την οποία ότι οι Γερμανοί επιβάλλουν εκεί που μπορούν την οικονομική τους λογική, η οποία συνάδει με μερκαντιλιστκά πρότυπα. Το εθνικό οικονομικό συμφέρον είναι πρώτιστο. Με τη σειρά του ο γερμανικός εθνικιστικός ιδεαλισμός στηρίζεται στη δύναμη που παρέχει η οικονομική ισχύς.

    Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Βόλφανγκ Σόιμπλε αποτελεί την επιτομή αυτών των αντιλήψεων. Η προηγούμενη γενιά πολιτικών ηγετών καθόρισε απόλυτα την εξωτερική πολιτική της με βάση το στόχο της πλήρους ενσωμάτωσης της Γερμανίας στην Ευρώπη και στο ΝΑΤΟ. Η νέα γενιά (αντιπροσωπευτικό δείγμα είναι ο Σόιμπλε) δεν κάνει καμία προσπάθεια να κρύψει τη θεμελιώδη και απόλυτη πίστη της στις αξίες του γερμανικού εθνικισμού.

    Η αντίληψη για τη γερμανική ιδιαιτερότητα
    Είναι γνωστό ότι στην ιστορία της Γερμανίας οι συζητήσεις για την γερμανική ταυτότητα καθορίστηκαν από τη διάχυτη και εγγενή αντίληψη της γερμανικής κοινωνίας περί της ιδιαιτερότητας της, σε σχέση με την υπόλοιπη Δύση. Δεν πρόκειται, όπως λανθασμένα πολλές φορές αναφέρεται, περί απλού ιδεολογήματος. Πρόκειται για το κυρίαρχο πολιτιστικό υπόδειγμα σε πλήρη αλληλεξάρτηση με τις ιδιαίτερες αναπτυξιακές διαδικασίες της γερμανικής κοινωνίας.

    Υπ’ αυτήν την έννοια, η συγκεκριμένη αντίληψη, ως δομικό στοιχείο του συλλογικού φαντασιακού της γερμανικής κοινωνίας, αποτελεί μέρος της πραγματικότητάς της. Συνεπώς, χρειάζεται ως τέτοια να ληφθεί υπόψη και ως τέτοια να ενταχθεί σε μια συλλογιστική αντιμετώπισης. Οι θέσεις που θεωρούν τις αντιλήψεις αυτές ως ανορθολογικές, μεταφυσικές κτλ απλά επιβεβαιώνουν τα θεμελιώδη λάθη ενός «φιλελευθερισμού» που σφύζει από οικουμενιστικά ιδεολογήματα, τα οποία δεν αντέχουν στην βάσανο της κριτικής της ιστορίας.

    Από ιστορική άποψη, λοιπόν, οι συζητήσεις αυτές παραπέμπουν στην εικόνα της Γερμανίας που ακολουθεί το δικό της δρόμο. Έτσι, το ζήτημα με τη γερμανική ταυτότητα είναι ότι τα βασικά σημεία αναφοράς της, τόσο ιστορικά όσο και πολιτισμικά, διαπνέονται από το ήθος της γερμανικής εξαίρεσης. Αναπόφευκτα, λοιπόν, όταν τίθενται σήμερα εκ νέου ζητήματα που αφορούν την εξέλιξη της γερμανικής εθνικής ταυτότητας είναι δύσκολο -αν όχι αδύνατο- να αποφευχθεί η χρήση της εθνοκεντρικής φρασεολογίας των παλαιότερων συζητήσεων.

    Στο σημείο αυτό πρέπει να επιστήσουμε την προσοχή του αναγνώστη. Το πρόβλημα δεν είναι η γερμανική ιδιαιτερότητα. Άλλωστε, όλοι οι λαοί έχουν τις ιδιαιτερότητές τους που ανιχνεύονται σε ολόκληρη την ιστορική τους διαδρομή. Κι αυτό, παρά τις ισοπεδωτικές επιδράσεις που έχει επιφέρει η νεωτερικότητα, κύρια συνιστώσα της οποίας αποτελεί το καπιταλιστικό σύστημα.

    Ο επιθετικός ιδεαλισμός
    Το ζήτημα είναι γιατί η γερμανική ιδιαιτερότητα διάκειται τόσο εχθρικά στις υπόλοιπες εθνικές ιδιαιτερότητες; Γιατί προσπαθεί ουσιαστικά να τις απαλλοτριώσει, να τις υποτάξει, να τις υποδουλώσει και εν τέλει να τις εξαφανίσει; Αυτό χρειάζεται να ερμηνευθεί και να κατανοηθεί. Προς το παρόν ας αναφέρουμε ότι οι Γερμανοί διακρίνονται από το έντονο πάθος, με το οποίο αφοσιώνονται σε διάφορες ιδέες και προσπαθούν να τις μετατρέψουν σε πραγματικότητες.

    Τα μεγαλύτερα επιτεύγματά τους, οι πιο καταστροφικές αποτυχίες τους, η τραγική πολιτική τους ιστορία διαπνέονται εξ ολοκλήρου από αυτό τον επικίνδυνο ιδεαλισμό. Αν οι περισσότεροι από εμάς είμαστε θύματα των περιστάσεων, μπορεί κανείς να πει ότι ο γερμανικός λαός ως σύνολο είναι έρμαιο των ιδεών. Ακόμη: «Οι Γερμανοί είναι περίεργος λαός… Κάνουν τη ζωή τους δύσκολη χωρίς λόγο, αναζητώντας βαθιές σκέψεις και ιδέες παντού, δίνοντας βαθύτερο νόημα στα πάντα» (Γκαίτε: Γράμμα στον Έκκερμαν).

    Η μελέτη της ιστορίας δείχνει πως παρά τις συνεχείς προσπάθειες, ο επικίνδυνος γερμανικός ιδεαλισμός αποτυγχάνει, προκαλώντας τεράστιες καταστροφές στις υπόλοιπες χώρες, αλλά και στην ίδια την Γερμανία. Πάντοτε υπήρξε περίοδος μεγάλης μεγέθυνσης της ισχύος της, γεγονός που εκτόξευσε το εθνικό αίσθημα της ιδιαιτερότητας, για να ακολουθήσει η υπερτίμηση της γερμανικής ισχύος και τελικά να επέλθει η καταστροφή.

    Η ιστορία των Γερμανών είναι μια ιστορία των άκρων. Έχει τα πάντα, εκτός από τη μεσότητα. Εδώ και χίλια χρόνια οι Γερμανοί έχουν ζήσει τα πάντα εκτός από την κανονικότητα. Το μόνο κανονικό στοιχείο της γερμανικής ιστορίας είναι οι βίαιες μεταβολές (A.J.Taylor, The course of German History).

    Στον ίδιο δρόμο και σήμερα
    Δεν θα ήταν παράλογος ο παραλληλισμός ότι και σήμερα η Γερμανία ακολουθεί την ίδια λογική με το παρελθόν, αυτή τη φορά στο πεδίο της οικονομίας. Η ρήση του Walter Rathenau «η οικονομία καθορίζει τη μοίρα μας» φαίνεται ότι αποτελεί το moto των νέων πολιτικών και επιχειρηματικών γερμανικών αρχηγεσιών, τουλάχιστον από τα τέλη της δεκαετίας 1950 και μετά.

    Η τρομακτική ανάπτυξη της γερμανικής οικονομίας, σε συνδυασμό με την ενοποίηση της χώρας, παρά τις επίμονες αλλά ατελέσφορες προσπάθειες των Γάλλων να θέσουν πολιτικούς φραγμούς ελέγχου (Κώστας Μελάς, Από την Ευρωπαϊκή Κοινότητα Άνθρακα και Χάλυβα στην ΕΟΚ και στην ΕΕ) οδήγησαν στη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Και εκεί τελείωσαν όλα.

    Η πρόταξη της οικονομικής ισχύος της Γερμανίας δικαιολογήθηκε με βάση την ιδιαιτερότητα της (το γνωστό: κάντο όπως η Γερμανία), στην οποία όμως προσέδιδαν οικουμενικά ή τουλάχιστον ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Καλούσαν, λοιπόν, τις υπόλοιπες χώρες-μέλη να μιμηθούν το συγκεκριμένο πρότυπο. Γνώριζαν σαφέστατα ότι αυτό δεν μπορεί να συμβεί. Κάθε χώρα έχει τις δικές της ιδιαιτερότητες.

    Το προέτασσαν, όμως, για να αναδείξουν τη δική τους ισχύ και την αδυναμία των άλλων. Επεδίωκαν να τους μειώσουν ηθικά, σύμφωνα με το προτεσταντικό δόγμα. Επί της ουσίας, όμως, επιβάλλουν μέτρα, τα οποία εξουθενώνουν τις οικονομίες των υπολοίπων χωρών-μελών και μακροπρόθεσμα υποσκάπτουν και τη δικιά τους οικονομική ισχύ.

    Η γερμανική Realpolitik
    Προσοχή, οι μηχανισμοί που υποσκάπτουν την οικονομική ισχύ της Γερμανίας δεν είναι μόνο οικονομικοί. Πρωτίστως, είναι λόγοι πολιτικοί και ως γνωστόν η Γερμανία ως πολιτικό υποκείμενο ταλανίζεται από απίστευτο αριθμό λανθασμένων επιλογών και πρακτικών. Τίποτα δεν δείχνει καλύτερα τον μη ρεαλιστικό χαρακτήρα της γερμανικής Realpolitik από τους γερμανικούς πολεμικούς στόχους τον προηγούμενο αιώνα.

    Μολονότι οι ηγετικές ομάδες της Γερμανίας στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους διέφεραν σημαντικά ως προς την κοινωνική τους καταγωγή, οι πολεμικοί τους στόχοι ήταν ουσιαστικά οι ίδιοι. Αποσκοπούσαν στη δημιουργία μιας γερμανικής αυτοκρατορίας στην Ευρώπη, πιθανώς με κάποιες υπερπόντιες κτήσεις. Στην πράξη δεν ήταν παρά μια γερμανική αποικιοκρατική αυτοκρατορία στην Ευρώπη και πέραν αυτής.

    Για να κατανοήσουμε τα σημερινά σχέδια της Γερμανίας, όπως αυτά εκφράζονται από τον Σόιμπλε, θα αναφέρουμε το σχέδιο στην περίπτωση του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου. Εκτός από την άμεση προσάρτηση περιοχών κυρίως στα ανατολικά, απέβλεπε στη σύσταση μιας κεντροευρωπαϊκής ένωσης, αποτελούμενης από τη Γαλλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Γερμανία, τη Δανία και την Αυστροουγγαρία, με την Ιταλία, τη Σουηδία και τη Νορβηγία ως συνδεδεμένα μέλη.

    Πολλά εδάφη στην Ανατολή, συμπεριλαμβανομένης της Πολωνίας και μεγάλων τμημάτων της Ρωσίας, προορίζονταν να αποτελέσουν απλώς και μόνο αποικίες. Οραματίζονταν, επίσης, την επέκταση της γερμανικής αποικιακής αυτοκρατορίας στην Αφρική, στον Ειρηνικό ωκεανό, αλλά και στη Μέση Ανατολή. Η σημερινή πολιτική ηγεσία της Γερμανίας, παρακάμπτει τη ναζιστική περίοδο για πολλούς λόγους. Επανέρχεται ποικιλοτρόπως, όμως, στο αυτοκρατορικό παρελθόν.

    https://slpress.gr/idees/oi-ideologikes-rizes-tou-germanikou-igemonismu/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση /  Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: