-Παρουσίαση του θεατρικού έργου της Ντενίση για τη Σμύρνη

denisiΔευτέρα 24 Νοεμβρίου 2014 στις 19:00 θα παρουσιάσουμε το βιβλίο (θεατρικό έργο) της Μ. Ντενίση με τίτλο «Σμύρνη μου αγαπημένη», στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (Μουσική Βιβλιοθήκη Της Ελλάδος «Λίλιαν Βουδούρη»)

Ομιλητές:
————–
Βλάσης Αγτζίδης, Δρ Σύγχρονης Ιστορίας

Παναγιώτης Κουνάδης, μελετητής ελληνικού τραγουδιού

Σοφία Ντενίση, αν. καθηγήτρια ΑΣΚΤ

& η συγγραφέας.

Αποσπάσματα από το βιβλίο θα διαβάσουν οι: Μιμή Ντενίση, Κώστας Βουτσάς, Τάσος Νούσιας, Μιχάλης Μητρούσης, Τάσος Χαλκιάς.

Συμμετέχει ζωντανά η ορχήστρα Εστουδιαντίνα με τους μουσικούς Κυριάκο Γκουβέντα, Νίκο Μέρμηγκα, Γιάννη Τσέρτο & Γιάννη Πλαγιαννακό.

Καλλιτεχνικός διευθυντής της Εστουδιαντίνα: Ανδρέας Κατσιγιάννης.
Τα τραγούδια ερμηνεύουν ο Μπάμπης Τσέρτος & η Σοφία Μέρμηγκα.

Denisi

Πρόκειται για την πρώτη θεατρική παραγωγή που χρηματοδοτεί το Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού

Υπό τους ήχους μουσικής από τη Σμύρνη πραγματοποιήθηκε σήμερα η συνέντευξη  στον «Ελληνικό Κόσμο» για την παρουσίαση του θεατρικού έργου της Μιμής Ντενίση «Σμύρνη μου αγαπημένη».

Πρόκειται για την πρώτη θεατρική παραγωγή που χρηματοδοτεί το Ιδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, αφού, όπως επισημάνθηκε στη συνέντευξη Τύπου, το θέμα της συνάδει απόλυτα με τους σκοπούς του. Να διατηρήσει δηλαδή ζωντανή την ιστορική μνήμη και παράδοση.

Στις 30 Οκτωβρίου ξεκινούν οι παραστάσεις της παραγωγής του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού  στο «ΘΕΑΤΡΟΝ» του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος». Το θεατρικό έργο της Μιμής Ντενίση για τη Σμύρνη και την ιστορία της,γράφτηκε μετά από έρευνα πολλών ετών και καλύπτει την πιο  σημαντική ιστορικά περίοδο από το 1917 μέχρι την προσφυγιά και την ανταλλαγή των πληθυσμών το 1923.

Tο Ίδρυμα Μείζονος Ελληνισμού, στο πλαίσιο των στόχων του να διατηρήσει ζωντανή την ιστορική μνήμη και παράδοση, δημιουργεί μια μεγάλη παραγωγή για τη Σμύρνη, με ζωντανή μουσική, πλούσια σκηνικά και κοστούμια εποχής και αυθεντικό κινηματογραφικό υλικό από τη θρυλική πόλη.

Στο πλαίσιο της έρευνας η Μιμή Ντενίση χρησιμοποίησε υλικό από τα πλούσια αρχεία του Ιδρύματος Μείζονος Ελληνισμού, μαρτυρίες Ελλήνων, Τούρκων, Λεβαντίνων, πάνω από εκατό βιβλία ιστορικών, περιηγητών, λογοτεχνών, δημοσιογράφων αλλά και απλών ανθρώπων της εποχής. Επίσης χρησιμοποίησε υλικό από διδακτορικές διατριβές και μελέτες που δεν έχουν εκδοθεί, με αποτέλεσμα πολλά στοιχεία  σχετικά με τα δραματικά γεγονότα της Σμύρνης να γίνονται  για πρώτη φορά γνωστά στο  ευρύ κοινό μέσα από το έργο.

Το κείμενο περιγράφει, μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας, την ανεπανάληπτη ζωή της κοσμοπολίτισσας πρωτεύουσας της Ιωνίας από την εποχή του Α’ παγκοσμίου πολέμου μέχρι το τέλος της πόλης. Η πολυπολιτισμική κοινωνία της Σμύρνης με τους Λεβαντίνους, Αρμένηδες, Τούρκους και Ρωμιούς, ο μαγικός τρόπος ζωής, η κουζίνα και η μουσική που  συνδυάζουν αρμονικά τα στοιχεία όλων των εθνοτήτων αλλά και οι κρυφές δυσαρμονίες τους, περνούν μέσα από τις προσωπικές ιστορίες των ηρώων. Και φυσικά πίσω απ’ αυτές αποτυπώνονται η πολιτική ιστορία, τα αντικρουόμενα συμφέροντα και οι πολιτικές βλέψεις που οδήγησαν στην καταστροφή της περίφημης πόλης.

Στην παράσταση  συμμετέχει η  ορχήστρα Εστουδιαντίνα, που ειδικεύεται στη μουσική της Ιωνίας και συμμετέχει για πρώτη φορά ζωντανά σε θεατρική παράσταση. Η πρωτότυπη μουσική είναι του συνθέτη Ανδρέα Κατσιγιάννη που έχει μελετήσει και αναβιώσει τη μουσική παράδοση της Μικρασίας. Ο Ανδρέας Κατσιγιάννης διευθύνει ζωντανά επί σκηνής την Εστουδιαντίνα με τραγουδιστές τον Μπάμπη Τσέρτο και τη Σοφία Μέρμηγκα.

Παράλληλα στο φουαγιέ του «ΘΕΑΤΡΟΝ» θα φιλοξενείται από τις 10 Νοεμβρίου , η έκθεση «Η Σμύρνη των Ελλήνων»από την Ενωση Σμυρναίων.

Η σκηνοθεσία είναι της Μιμής Ντενίση ενώ τα σκηνικά και τα κοστούμια είναι του Γιώργου Πάτσα.

Ερμηνεύουν:

Μιμή Ντενίση, Tάσος Χαλκιάς, Τάσος Νούσιας,  Χριστίνα Αλεξανιάν, Κρατερός Κατσούλης, Δημήτρης Μακαλιάς, Κατερίνα Γερονικολού,  Μιχάλης Μητρούσης και Κώστας Βουτσάς.

 http://www.protothema.gr/culture/theater/article/420578/smurni-mou-agapimeni-apo-tis-30-oktovriou/

 

Advertisements

6 Σχόλια

  1. oxtapus on

    Reblogged this on Oxtapus *blueAction.

  2. Στο θέατρο «ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ»……

    του Παναγιώτη Τιμογιαννάκη

    Η προκατάληψη είναι ,κι ήταν πάντα,ένας πολύ κακός σύμβουλος. Διότι στήνει παγίδες στο να χάσεις κάτι αξιόλογο το οποίο μπορεί και να σε «γέμιζε». Η παράσταση του έργου «ΣΜΥΡΝΗ ΜΟΥ ΑΓΑΠΗΜΕΝΗ» που έγραψε και σκηνοθέτησε η ΜΙΜΗ ΝΤΕΝΙΣΗ στο θέατρο του ΚΕΝΤΡΟΥ ΜΕΙΖΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΙΣΜΟΥ, στην οδό Πειραιώς 254, δίπλα στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών είναι ΠΕΡΙΤΡΑΝΟ παράδειγμα. Και περίτρανη ΑΠΟΔΕΙΞΗ

    Ξεκινώ από το θέμα «Σμύρνη» επειδή με πονάει. Και πονάει πολλούς ακόμα, πάρα πολλούς. Διότι αν αναλογιστεί κανείς ότι το 1922 ήρθαν από εκεί περί τα 2 εκατομμύρια πρόσφυγες, καταλαβαίνει εύκολα πόσοι καταγόμαστε από εκείνα τα μέρη, πως η μεγάλη μερίδα του ελληνικού πληθυσμού είναι προσφυγικής καταγωγής αφού δεν περιοριζόμαστε στενά στην αγαπημένη πόλη που κοιτάζει απέναντι τη Χίο αλλά κι από την όλη Μικρά Ασία και λίγο πιό μέσα και φτάνουμε ως την Κωνσταντινούπολη, ανηφορίζουμε ως τον Πόντο και δεν λησμονούμε και την Ανατολική Θράκη που ήταν κι η χαριστική βολή.

    Ενα έργο στο θέατρο με θέμα την Σμύρνη θεωρώ πως πάντα θα μας αφορά κι οφείλω να πω ότι το ελληνικό θέατρο δεν ασχολήθηκε με το θέμα όσο θα έπρεπε- για να μην πω σχεδόν καθόλου.

    Αυτό που είδα με ικανοποίησε τόσο πολύ, με γέμισε τόσο πολύ, με συγκίνησε τόσο πολύ ώστε θεώρησα χρέος μου να γράψω μερικές εντυπώσεις…Χρέος μου απέναντι στη γιαγιά μου, στον παππού μου και σε όλους τους προγόνους,ένα χρέος που καθυστερούσα να εκπληρώσω διότι το θέμα με έπνιγε και δεν έβρισκα τα κουράγια. Εννοώ, να πάω σε εκείνα τα μέρη, να πάω να ψάξω τις ρίζες μου, να «μας» βρω και να ΜΕ βρω.Την πρώτη φορά που επιχείρησα να το αποτολμήσω, κατέβηκα από το λεωφορείο μόλις είδα την πινακίδα Izmir 42 Km.Τα γόνατα μου με πρόδωσαν, και σε κρίση πανικού ζήτησα από τον οδηγό να ανοίξει την πόρτα και να κατέβω. Στον έρημο δρόμο, μεταξύ Εφέσσου και Σμύρνης. Ολομόναχος. Απλά, δεν άντεχα.

    Επειδή, όμως, δεν το βάζω εύκολα κάτω, ανασυγκροτήθηκα και μετά από χρόνια, έχοντας ζήσει αυτή την εμπειρία του πανικού, άρα προετοιμασμένος πλέον, το αποτόλμησα εκ νέου.Αυτή τη φορά πήγαινα συνειδητά σαν σε κηδεία, να κάνω το πένθος μου. Και κάνοντας το πένθος, βλέποντας τον νεκρό στο φέρετρο, συνειδητοποίησα και ΛΥΤΡΩΘΗΚΑ. Αν και «σημάδι μαύρο απόμεινε/κι ας έσπασε ο χαλκάς» που έλεγε κι ο ποιητής της θάλασσας.Κι όταν πήγα στον Μπουτζά, το προάστιο της Σμύρνης από το οποίο καταγόμαστε, παρέθεσα γεύμα στους φίλους που με είχαν συνοδεύσει στο δύσκολο αυτό ταξίδι (τη δεύτερη φορά φρόντισα να μην πάω μόνος), ένα τραπέζι σαν κι αυτό που κάνουμε μετά τις κηδείες, στη μνήμη της γιαγιάς μου, του παππού μου κι όλων των προγόνων κι από κει και πέρα, τα ταξίδια στη Σμύρνη έγιναν μέρος της ζωής μου. Επαψα να την φοβάμαι διότι κατάγομαι από αυτήν κι αυτό με τίποτε δεν μπορεί να αλλάξει ακόμα κι αν αλλάζει ο παγκόσμιος χάρτης.. Κι είναι τόσο ΟΜΟΡΦΗ…

    Από εντιμότητα προς τους αναγνώστες έκρινα απαραίτητο να δηλώσω και τα συναισθήματα με τα οποία πήγα να δω αυτή την παράσταση.

    Κι η παράσταση , με το έργο μαζί, με ξεπέρασε.

    Θα σας πω τι είναι ακριβώς και θα σας εξηγήσω κι ένα δύο πράγματα, αν τυχόν δεν είστε λήπτες του μηνύματος.

    Αν έχετε διαβάσει το βιβλίο «Χαμένος Παράδεισος» του Μίλτον Τζάιλς ή έχετε δει το ντοκιμαντέρ της Μαρίας Ηλιού για την Σμύρνη, τότε είστε λήπτες, γνωρίζετε το πλαίσιο. Σε αυτό το πλαίσιο τοποθετεί η Μιμή Ντενίση το έργο το οποίο το έχει γράψει εξυπνότατα αλλά και ικανότατα. Στα πρότυπα του «λαικού» έπους κάνει ένα αστικό, θα έλεγα έπος, για την Σμύρνη, των τελευταίων χρόνων πριν από τη Μεγάλη Καταστροφή.Το έχει γράψει με μικρές σκηνές, σύντομες, που δίνουν έτσι κινηματογραφικό, ταχύ ρυθμό στη δράση, και μέσα στα γεγονότα του «χαμένου παράδεισου», εντός ή εκτός εισαγωγικών, έχει εντάξει μία πολυμελή οικογένεια του πως βιώνουν ΚΑΙ τη ζωή της Σμύρνης γενικά , ΚΑΙ τη ζωή της Σμύρνης των ημερών εκείνων ΚΑΙ τον απόηχο της εκστρατείας στην ενδοχώρα αλλά και τη μεγάλη σφαγή όταν μπήκε ο τουρκικός στρατός στην Πεντάμορφη και την έκαψε σφάζοντας ανελέητα, παραδίνοντας την στις λεηλασίες και στις ορέξεις των εξαγριωμένων νικητών. Τη σμυρνέικη οικογένεια απαρτίζει ένας θαυμάσιος θίασος πλάι στην Μιμή Ντενίση που υποδύεται την αφηγήτρια της ιστορίας που μιλά για τη φαμίλια της και για τη ζωη της. Η οποία Ντενίση μέσα από τον συγγραφικό εαυτό της ωρίμασε και τον επί σκηνής εαυτό της. Και δεν μιλώ για την ομορφιά της και την πρωταγωνιστική της παρουσία που κι αυτά τα έχει ωριμάσει.Ο Κώστας Βουτσάς κάνει τον πατέρα της και συγκινεί ως Βουτσάς που επιμένει εκεί πάνω Και βγάζει και συγκίνηση ειδικά προς το τέλος του ρόλου του. Ο Τάσος Χαλκιας κάνει τον άντρα της , τον Δημητρό, κι είναι αυτό που λέμε «ο Σμυρνιός οικογενειάρχης». Ο Κρατερός Κατσούλής κάνει τον αδελφό του Χαλκιά, που είναι βασιλικών τάσεων σε αντίθεση με την υπόλοιπη οικογένεια που είναι βενιζελική -και δοκιμάζεται επιτυχώς σε κάτι πιό ώριμο και στέρεο.. Ο Μιχάλης Μητρούσης είναι ο Τούρκος που τον είχαν στη δούλεψη τους χρόνια- και τον ζωγραφίζει αυτό τον Τούρκο.. Ο Τάσος Νούσιας είναι παραπάνω από υπέροχος στο ρόλο του γιού του Μητρούση που έχει «περάσει» στους Νεότουρκους και θα μπεί με τον στρατό του Κεμάλ στη Σμύρνη όταν θα παραδίδεται στις φλόγες ενώ είχε και μιά αγιάτρευτη φλόγα ανέκαθεν για την κυρά. Η Χριστίνα Αλεξανιάν είναι υπέροχη όχι μόνο στις σκηνές που λέει το κείμενο της ως Αρμένισσα φίλη της οικογένειας αλλά και στις σιωπηλές σκηνές, όπου συμμετέχει χωρίς να χάνει ποτέ επαφή με το περιβάλλον. Κι οι άλλοι ηθοποιοί, για να μη γράφω καταλόγους ονομάτων και θυμώσει η αρχιδασκάλα της θεατρικής κριτικής «ΑΛΚΗΣ ΘΡΥΛΟΣ», αποδίδουν φιλότιμα αυτό που ανέλαβαν..

    Το λαικό-αστικό αυτό έπος υποστηρίζεται ως προς το γράψιμο από μπρεχτικά στοιχεία όπου το κεντρικό πρόσωπο της ιστορίας βγαίνει συχνά από τη δράση και περιγράφει μιά κατάσταση αλλά κι από αγγελοπουλικά δάνεια σε κάποιες σκηνές ονείρου και νοσταλγίας που τα κάνει ακόμα πιό έκτυπα η συνεργασία του Γιώργου Πάτσα στα σκηνικά και στα κοστούμια. Το δε «μπρεχτικό» ολοκληρώνεται με τη συμβολή τραγουδιών ζωντανά εκτελεσμένων επί σκηνής με άριστη δουλειά του μουσικού υπεύθυνου της παράστασης Ανδρέα Κατσιγιάννη – ως κι ο Μπάμπης Τσέρτος τους κάνει την τιμή και συμμετέχει ζωντανά στην παράσταση. ενώ οι σύντομες σε διάρκεια σκηνές υποστηρίζονται από εξαίρετες σκηνικές, σκηνογραφικές και σκηνοθετικές λύσεις.Αυτό που μου έκανε επίσης θετική εντύπωση είναι πως το μέτρο κυριαρχεί παντού. Είτε στη χρήση των τραγουδιών είτε στα ηθογραφικά στοιχεία είτε στα νοσταλγικά είτε στις μνήμες είτε στο πατριωτικό κομμάτι αλλά και στην αυτοκριτική. Και στο γράψιμο. Στο δράμα που ξέρει να βάζει χαλινάρι με γκέμια γερά στο μελόδραμα. Και σε μιά πλοκή που υποδεικνύεται κι αυτή με μέτρο χωρίς να μεταβάλλεται σε σκέτη «υπόθεση έργου περιπετείας» και να ξεφεύγουμε έτσι από το θέμα. Μα και στο πολιτικό επεκτείνεται αλλά κι εκεί με μέτρο. Παίρνεις μαζί σου κάποια ερωτήματα…. Ακόμα και για τον Βενιζέλο και για τις Εκλογές του ’20 που σήμαναν την αντίστροφη μέτρηση.

    Υπάρχουν εικόνες που μου έχουν μείνει χαραγμένες. Ο τρόπος με τον οποίο αποδίδεται επί σκηνής η Καταστροφή είναι εξαιρετικός. Είναι θέατρο πραγματικό , θέατρο του σήμερα, επηρεασμένο από πολλών λογιών τεχνικές. Επίσης, η «ανάληψη» στον ουρανό της Σμύρνης όταν καταφέρνουν να χωθούν στο καράβι κι ο τρόπος «προσγείωσης» στο λιμάνι του Πειραιά- της δικής μου γενέτειρας!!!!!!!!! Και των απογόνων εκείνων…

    Το καφέ Σαντάν κι η περιβόητη πρεμιέρα του «Ριγολέτου» το 1917 που ο κόσμος χανόταν κι οι Σμυρνιοί με τις Σμυρνιές είχαν το νου τους στην πρεμιέρα του ιταλικού μελοδράματος-ΑΛΗΘΙΝΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ.

    Επίσης, η μαγευτική σύλληψη του αρχοντόσπιτου της οικογένειας , που βρίσκεται σε καλή περιοχή στην προκυμαία της Σμύρνης κι ένα σκηνικό-σκηνογραφικό εφφέ «μεταδίδει ζωντανά» τη ζωή στη θάλασσα και το τι βλέπει αυτό το σπίτι. Διότι μέσα σε όλα τα άλλα που «βλέπει» είναι κι ο συμμαχικός στόλος, που οι Σμυρνιοί καθώς βρίσκονται «στον κόσμο τους» εφησυχάζουν ότι πρόκειται για εγγύηση ασφάλειας…

    Συζητούσα με ένα φίλο, μετά την παράσταση, πως σε εποχές δύσκολες, ο κόσμος έχει περισσότερη ανάγκη το δράμα παρά την κωμωδία διότι μέσα από το δράμα λυτρώνεται. Στην κωμωδία ξεχνιέται προς στιγμήν και μετά ξαναβγαίνει στο πρόβλημα.Από την τρίωρη παράσταση, που δεν καταλαβαίνεις πότε πέρασε ο χρόνος, βγαίνεις λυτρωμένος. Οπως δεν κατάλαβε κανείς πώς πέρασαν τόσα χρόνια από τότε.

    ΥΓ. Τώρα, αν αυτή που το έγραψε και το σκηνοθέτησε λέγεται Μιμή Ντενίση κι όχι κάπως αλλιώς και πειράζει κάποιους, εγώ δεν μπορώ να κάνω τίποτε επ’ αυτού. Ούτε όμως και να το αποκρύψω.

    ΣΗΜΕΙΩΣΗ: Για να αισθανθείτε πιό ολοκληρωμένοι για τις χαμένες πατρίδες διαβάστε και το άρθρο «ΟΣΑ ΣΑΡΩΣΕ Η ΘΥΕΛΛΑ» που αναφέρεται στο βιβλίο της Ρένας Βελισσαρίου και μιλά για τα ανάλογα όχι όμως στη Σμύρνη αλλά στη Μάκρη

    http://pantimo.gr/index.php/component/k2/item/37-sto-theatro-smyrni-mou-agapimeni

  3. Ο λύκος κι αν εγέρασε…

    Παρασκευή 11 Ιούλιος 2014 | Αθανάσιος Φραγκούλης

    Η χώρα μας ομολογουμένως βιώνει τη χειρότερη στη μεταπολεμική της ιστορία τραγωδία. Οι πολιτικοί μας ή στερούνταν προορατικότητας, αρετή που πρέπει να διαθέτει κάθε άξιος λόγου πολιτικός ηγέτης, και δεν είχαν προετοιμαστεί ν’ αντιμετωπίσουν αυτή την τραγωδία, ή την προέβλεπαν, ήξεραν ότι θα έρθει, αλλά το έκρυβαν από το λαό, για να εξυπηρετήσουν τα προσωπικά τους συμφέροντα σε βάρος των συμφερόντων του λαού.
    Και στις δύο περιπτώσεις, οι πολιτικοί μας αναδείχτηκαν ανάξιοι της αποστολής με την οποία τούς επιφόρτισε ο λαός.

    Αν όμως συμβαίνει το δεύτερο, και μάλλον συμβαίνει, τότε αυτοί οι κύριοι υπέχουν και ποινικές ευθύνες, για τις οποίες όμως, δυστυχώς, ποτέ δεν πρόκειται να λογοδοτήσουν. Σήμερα ο τύπος μιλά για «εθνική προδοσία» και για σκόπιμες ενέργειες και παραποιήσεις της πραγματικότητας, για να δεθεί η χώρα μας στο άρμα τού Δ.Ν.Τ. και της Τρόικας!

    Το κακό όμως είναι άλλο. Στην αρχαία ελληνική τραγωδία υπήρχε η αρχή – την εισήγαγε ο Αισχύλος – «το πάθος μάθος», που ο λαός μετέφρασε με το «τα παθήματα μαθήματα». Στην αρχαία ελληνική τραγωδία, ο τραγικός ήρωας στο τέλος «μαθαίνει», διδάσκεται από τα πάθη, έστω και αργά, too late, όπως λένε και οι ξένοι.

    Δυστυχώς στη δική μας τραγωδία, οι «ήρωες», οι πολιτικοί μας, δεν δείχνουν να έχουν μάθει από τα παθήματα του λαού μας και της χώρας μας. Ισχύει ο λαϊκός λόγος «ο λύκος κι αν εγέρασε κι άσπρισε το μαλλί του, ούτε τη γνώμη άλλαξε ούτε την κεφαλή του». Με λύπη μας παρατηρούμε να επαναλαμβάνονται τα ίδια φαινόμενα πολιτικής και κοινωνικής παθογένειας που οδήγησαν τη χώρα μας στην καταστροφή. Και το κακό δεν είναι να κάνει κανείς λάθη – λάθη δεν κάνουν μόνο όσοι δεν κάνουν τίποτε ή είναι νεκροί -, αλλά να μην τα βλέπει και να μη διδάσκεται από αυτά.

    Η κακοδαιμονία της πολιτικής μας ζωής έγκειται στο γεγονός ότι από τη στιγμή που θα εκλεγεί μια κυβέρνηση, όλοι οι άλλοι προσπαθούν να την ρίξουν. Κάθε κυβέρνηση έχει να αντιμετωπίσει όχι μόνο τη συνταγματική αντιπολίτευση, αλλά και μια εσωτερική κομματική αντιπολίτευση που εποφθαλμιά την εξουσία και επαναστατεί όταν δεν ικανοποιούνται οι επιθυμίες της.

    Γενικά στην πολιτική μας ζωή επικρατεί ένας αδυσώπητος και ασταμάτητος πόλεμος όλων εναντίον όλων. Και δεν είναι μόνο ότι κανένας δεν βοηθά την κυβέρνηση να πετύχει τους στόχους της, αλλά όλοι προσπαθούν να δημιουργήσουν προβλήματα και να την εμποδίσουν να τους επιτύχει.

    Όσοι κάθε φορά ανήκουν στην αντιπολίτευση, θεωρούν a priori πως κάθε απόφαση της κυβέρνησης είναι λανθασμένη και κάθε νόμος, αντιδημοκρατικός ή αντισυνταγματικός και δεν τον ψηφίζει. Είναι δυνατό τέσσερα χρόνια μια κυβέρνηση να αποφασίζει και να νομοθετεί και η αντιπολίτευση να μην ψηφίζει κανένα νόμο, γιατί δεν θεωρεί πως οι νόμοι αυτοί είναι σωστοί; Κι όμως, αυτό γίνεται στη δική μας βουλή! Οι αντιπολιτευόμενοι τα αρνούνται και τα απορρίπτουν όλα! Λησμονούν όμως πως αυτοί που τα αρνούνται όλα, θα φτάσουν στο σημείο κάποτε να αρνηθούν και τον εαυτό τους, την ίδια την ύπαρξή τους. Γενικά, η Βουλή δίνει την εντύπωση πως είναι μια «φωλεά» αλληλομισούμενων ατόμων, ομάδων, παρατάξεων και κομμάτων!

    Από την άλλη, η κάθε πλευρά θεωρεί την άλλη υπεύθυνη για την κατάσταση που έχει διαμορφωθεί και αρνούνται ή αποφεύγουν να αναλάβουν ευθαρσώς τις ευθύνες τους. Γιατί υπεύθυνοι για την εθνική τραγωδία δεν είναι μόνο όσοι κυβέρνησαν, αλλά είναι και αυτοί που αντιπολιτεύονταν τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Αν κανείς υπολογίσει πόσο στοίχισαν στον ελληνικό λαό οι διάφορες απεργίες, καταλήψεις, αποκλεισμοί λιμανιών, αεροδρομίων, σχολείων κ.λπ. που πολύ εύκολα υποκινούσε η εκάστοτε αντιπολίτευση, θα διαπιστώσει πως ένα μεγάλο μέρος του χρέους οφείλεται σε αυτήν τη στείρα αντιπολιτευτική τακτική.

    Το πολιτικό σύστημα της χώρας μας το διαμόρφωσαν όλα τα κόμματα που έμπαιναν τα τελευταία 35 χρόνια στη βουλή. Ας μη νίπτουν, λοιπόν, ως Πόντιοι Πιλάτοι, τα χείρας τους μερικοί και ας μην προσποιούνται τους αθώους.
    Και κάτι άλλο. Από την ένδοξη αθηναϊκή δημοκρατία δεν έχει μείνει στη δική μας τίποτε εκτός από το δικαίωμα να αποφασίζει ο λαός κάθε τέσσερα χρόνια και να επιλέγει τους εκπροσώπους του στην αυτοδιοίκηση, την ελληνική και την ευρωπαϊκή βουλή.

    Οι υποψήφιοι που επέλεξαν οι αρχηγοί των κομμάτων και μας ανάγκασαν να ψηφίσουμε, και οι σχετικές διεργασίες την περίοδο των εκλογών έδειξαν πως οι αρχηγοί δεν ενδιαφέρονται να μπουν στη βουλή αυτοί που κατέχουν την «πολιτική τέχνη», αλλά αυτοί που μπορούν να εξασφαλίσουν ψήφους. Έτσι, γέμισαν τα ψηφοδέλτια με αθλητές, με συνδικαλιστές, με δημοσιογράφους και δημοσιογραφίσκους, υποτίθεται ανεξάρτητους, ακηδεμόνευτους και ηθικά ακέραιους (!).

    Κατάντησαν τη δημοκρατία πολίτευμα του δούναι και λαβείν, της συναλλαγής, του πάρε – δώσε, του αλισβερισιού και του νταραβεριού, απαξιώνοντάς την με κάθε τρόπο. Ποτέ άλλοτε η Βουλή δεν είχε πέσει τόσο χαμηλά ως προς το κύρος και την ποιότητά της, όπως δείχνει ο τρόπος με τον οποίο διεξάγονται οι διάφορες συζητήσεις, αλλά και το περιεχόμενο των ίδιων των συζητήσεων. Μήπως το ίδιο δεν δείχνει και το θέμα της εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας;

    Τα κόμματα δεν ενδιαφέρονται για ένα πρόσωπο ικανό, αποδεκτό ως σύμβολο του έθνους μας, αλλά ψάχνουν να βρουν η κυβέρνηση τον τρόπο που θα της δώσει τη δυνατότητα να συνεχίσει να κυβερνά και η αντιπολίτευση τον τρόπο με τον οποίο θα ρίξει την κυβέρνηση και θα αναλάβει την εξουσία. Να γιατί δεν μπορεί να είναι κανείς αισιόδοξος για το μέλλον της χώρας μας…
    http://emprosnet.gr/blogs/theseis/61306-o-lykos-ki-egerase

  4. Μιμή Ντενίση: Η Σμύρνη, η μνήμη και το μήνυμα για το σήμερα
    Η δημιουργός και πρωταγωνίστρια της παράστασης «Σμύρνη μου αγαπημένη» μιλάει στο ΒΗΜΑgazino για την κατεδάφιση της Μεγάλης Ιδέας και για τις ανησυχητικές ιστορικές αναλογίες με το σήμερα

    Μιμή Ντενίση: Η Σμύρνη, η μνήμη και το μήνυμα για το σήμερα

    Μιμή Ντενίση Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έχασε τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920. Η Ελλάδα εγκλωβίστηκε σε μια πορεία που οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή.Ο ύπατος αρμοστής της Σμύρνης Αριστείδης Στεργιάδης δεν μίλησε ποτέ για την Καταστροφή, ενώ το αρχείο Στεργιάδη παραμένει απόρρητο.Ο Εϊσα Τζένινγκς διέσωσε εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους κατά την κορύφωση της Μικρασιατικής Καταστροφής.Ο μητροπολίτης Σμύρνης Χρυσόστομος βρήκε τραγικό θάνατο στα χέρια του όχλου.Η επικεφαλής του Αμερικανικού Κολλεγίου της Σμύρνης Μίνι Μιλς.Μέλη της επιφανούς οικογένειας Γκουίνταλ της Σμύρνης.Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’.Ο πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη Τζορτζ Χόρτον.Ο Εμβέρ Πασάς, εκ των ηγετών του κινήματος των Νεότουρκων.Ο Κεμάλ Ατατούρκ.Ραχμί Μπέης, ο οθωμανός διοικητής (βαλής) της Σμύρνης κατά τη διάρκεια του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.Φωτογραφικό ντοκουμέντο από τις αγωνιώδεις προσπάθειες του πλήθους να εγκαταλείψει την κατακαμένη προκυμαία της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο του 1922.
    17 φωτογραφίες

    Φωτογραφίες: Ανδρέας Σιμόπουλος

    Η Μιμή Ντενίση βρίσκεται από την ημέρα των Χριστουγέννων στη Θεσσαλονίκη, όπου πρωταγωνιστεί στο έργο «Σμύρνη μου αγαπημένη» σε ένα κατάμεστο Μέγαρο Μουσικής. Είναι η μεγαλύτερη θεατρική επιτυχία των τελευταίων δεκαετιών, που μεταφέρθηκε στη Θεσσαλονίκη έπειτα από δυόμισι σεζόν στην Αθήνα, στο «Θέατρον» του Κέντρου Πολιτισμού «Ελληνικός Κόσμος». Η κυρία Ντενίση δεν πρωταγωνιστεί απλώς, αλλά έγραψε και σκηνοθέτησε το έργο. Το καλοκαίρι του 2017 το έργο αυτό θα γίνει αγγλόφωνη ταινία, στην οποία, εκτός από την ίδια τη Μιμή Ντενίση, θα πρωταγωνιστούν ο Ιαν Μακ Κέλεν, η Βανέσα Ρεντγκρέιβ και η Ολυμπία Δουκάκη. Γιατί, όμως, άλλη μια συνέντευξη με τη Μιμή Ντενίση για τη «Σμύρνη», μετά μάλιστα και το εξώφυλλο στο BHMAgazino των Χριστουγέννων του 2015; Διότι το έργο αυτό, πέρα από ένα θεατρικό φαινόμενο, είναι παράλληλα μια απροσδόκητη κατάθεση στην εθνική αυτογνωσία. Ξεχάστε τη μεγάλη σταρ, τη λάμψη, τα κοστούμια, τα σκηνικά και την υπερπαραγωγή που οργάνωσε η συγγραφέας και πρωταγωνίστρια μαζί με τον καλλιτεχνικό διευθυντή του «Ελληνικού Κόσμου» Θρασύβουλο Γιάτσιο. Οσοι είδαν ή θα δουν τη «Σμύρνη» θα τα απολαύσουν και θα τα χορτάσουν όλα αυτά και μάλιστα με το παραπάνω. Αλλά η δύναμη και η απήχηση της «Σμύρνης» προέρχεται από τις ομοιότητες, τις αντιστοιχίες, τις παραλληλίες εκείνης της εποχής με τη σημερινή, οι οποίες αποκαλύπτονται μέσα από μια εμπνευσμένη και γρήγορη πλοκή. Η «Σμύρνη» ταράζει τον έλληνα θεατή γιατί, πέρα απ’ όλα, είναι μια προειδοποίηση ότι η Ελλάδα και ο ελληνισμός βρίσκονται και σήμερα εγκλωβισμένοι στην επανάληψη των ίδιων ψευδαισθήσεων, των ίδιων διχασμών και των ίδιων λαθών. Στο πλαίσιο αυτό, μια συζήτηση με τη Μιμή Ντενίση για τη Σμύρνη (και όχι με αφορμή τη «Σμύρνη»), μια συνέντευξη με στόχο την εξήγηση αυτών των παράξενων συναισθημάτων που προκαλεί αυτό το έργο-φαινόμενο, θεωρήσαμε ότι είναι όχι μόνο μια εύστοχη δημοσιογραφική επιλογή, αλλά ταυτόχρονα μια υποχρέωση του BHMAgazino προς τους αναγνώστες του.

    Κυρία Ντενίση, παρακολούθησα τρεις φορές το έργο σας «Σμύρνη μου αγαπημένη» για έναν και μόνο λόγο: Πέρα από μια σπουδαία θεατρική παραγωγή, το έργο αυτό με έχει ανησυχήσει και προβληματίσει πολύ. «Σας ευχαριστώ που δείχνετε τέτοιο ενδιαφέρον για το έργο. Αλλά τι εννοείτε ακριβώς όταν λέτε ότι σας έχει ανησυχήσει;».

    Βλέποντας την αναβίωση της Σμύρνης, την ακμή και την καταστροφή της μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας, το μυαλό μου βρισκόταν συνεχώς στο σήμερα. Αρχισα να συνειδητοποιώ ότι οι πρώτες δύο δεκαετίες του 20ού αιώνα και οι πρώτες δύο δεκαετίες του 21ου αιώνα έχουν αντιστοιχίες και ομοιότητες. Τότε, όπως και τώρα, υπάρχει μια Μεγάλη Ιδέα. Τότε ήταν η μεγέθυνση του ελληνικού κράτους. Σήμερα ήταν και είναι η εδραίωση του ελληνικού κράτους στον σκληρό πυρήνα της Ευρώπης. «Δεν ήταν η πρόθεσή μου να αναδείξω τις όποιες ομοιότητες. Θα σας πω, όμως, ότι κι εγώ αλλά και πολλοί θεατές διαπιστώνουμε ότι υπάρχουν πολλές ομοιότητες της εποχής στην οποία εκτυλίσσεται το έργο με τη σημερινή εποχή. Η ρευστότητα και η αβεβαιότητα των διεθνών μεταβολών, η κρίση και ο διχασμός αλλά και το κλίμα του εφησυχασμού ότι «τίποτα δεν θα γίνει τελικά» είναι ανησυχητικά όμοιο. Μάλιστα, αυτή η διαπίστωση γίνεται όλο και πιο έντονη όσο προχωρούν τα χρόνια. Ηταν ασθενέστερη το 2014, όταν ξεκινήσαμε να παίζουμε το έργο, και εντονότερη σήμερα».

    Στις αρχές του 20ού αιώνα, όπως και τώρα, διαπιστώνουμε την αποτυχία όλων των πολιτικών δυνάμεων να διαχειριστούν τη «Μεγάλη Ιδέα» της εποχής τους. Το αποτέλεσμα είναι η διαμόρφωση συνθηκών διχασμού και η πρόκληση ρήξης στις σχέσεις με τους Συμμάχους και εταίρους. Η ρήξη με τους Συμμάχους οδήγησε τότε στη Μικρασιατική Καταστροφή. «Συμφωνώ με την παρατήρησή σας. Πράγματι, η ρήξη με τους Συμμάχους έφερε την Καταστροφή. Η πορεία προς την Καταστροφή, όμως, είχε οριοθετηθεί και προσδιοριστεί από συγκεκριμένες νοοτροπίες και από αποφάσεις που χαρακτήρισαν όλη την προηγούμενη περίοδο. Δεν ήταν ακριβώς κεραυνός εν αιθρία».

    Ορίστε, λοιπόν, άλλη μια ομοιότητα. Και σήμερα βλέπουμε νοοτροπίες και αποφάσεις που μας σπρώχνουν διαρκώς κοντά στη ρήξη. Αν τελικώς προκαλέσουμε με τις αποφάσεις μας μια νέα ρήξη με τη Δύση, τότε η οικονομική κρίση μπορεί να οξυνθεί, να μετεξελιχθεί και να ξεσπάσει σε μια νέα εθνική καταστροφή. Γιατί δεν μαθαίνουμε από την Ιστορία μας; «Δεν μαθαίνουμε από την Ιστορία μας γιατί δεν την ξέρουμε. Και δεν την ξέρουμε γιατί προσπαθούν πολλοί για να μην τη μάθουμε. Γι’ αυτό εκδηλώνεται το φαινόμενο να μαθαίνουμε για ένα ιστορικό γεγονός και να αντιδρούμε με απορία: «Μα, συνέβη τέτοιο πράγμα;». Εγώ που είμαι πτυχιούχος του Ιστορικού Τμήματος του Πανεπιστημίου Αθηνών, όταν αποφάσισα να γράψω το έργο «Σμύρνη μου αγαπημένη», συνειδητοποίησα ότι δεν ήξερα τίποτα για την πραγματική Ιστορία της Σμύρνης, για τις αποφάσεις και τα γεγονότα που οδήγησαν στην καταστροφή της. Επρεπε να προχωρήσω σε ιστορική έρευνα και να συνδέσω πολλές και διαφορετικές μελέτες και μαρτυρίες για να σχηματίσω μια ολοκληρωμένη εικόνα».

    Τι θα μπορούσε να αποτρέψει τη Μικρασιατική Καταστροφή; «Το σχέδιο. Το εθνικό σχέδιο για τη Μικρασιατική Εκστρατεία είναι αυτό που θα μπορούσε να αποτρέψει τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αντίθετα, όλα έγιναν παρορμητικά, χωρίς εθνική συνεννόηση και χωρίς ρεαλιστική αξιολόγηση των σχέσεών μας με τους Συμμάχους. Πράττουμε χωρίς τις απαραίτητες πειθαρχίες, χωρίς τον επιβεβλημένο σχεδιασμό, αλλά και χωρίς να απαιτούμε τα αντίστοιχα ανταλλάγματα για τη δράση και τη συμβολή μας σε κοινούς σκοπούς. Ορίστε άλλη μια ομοιότητα. Το ίδιο συμβαίνει και τώρα σε ό,τι αφορά την προσπάθεια για τη λειτουργία της ελληνικής οικονομίας, του κράτους και της Δημοκρατίας μέσα στο σύγχρονο δυτικό και ευρωπαϊκό πλαίσιο, κάτι που όπως είπατε είναι η «Μεγάλη Ιδέα τού σήμερα». Δεν έχουμε σχέδιο. Δεν έχουμε θέσεις. Δεν έχουμε πειθαρχία. Δεν έχουμε συνεννόηση. Πώς πιστεύουμε, λοιπόν, ότι θα πετύχουμε και θα αποτρέψουμε πιθανές δυσάρεστες εξελίξεις;».

    Συγκεκριμένα τι έπρεπε να είχε γίνει τότε; «Οι Σύμμαχοι ικέτευαν την Ελλάδα να συμμετάσχει στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η συμμετοχή της Ελλάδας ήταν κρίσιμη γιατί ενέτασσε τη Θεσσαλονίκη μέσα στους συμμαχικούς σχεδιασμούς. Η Ελλάδα αποφάσισε να συμμετάσχει, βλέποντας στο βάθος το «αντάλλαγμα» της εξασφάλισης των εδαφών από τους Βαλκανικούς Πολέμους και της επέκτασης στη Θράκη, στο Αιγαίο και στη Μικρά Ασία. Αλλά δεν ζήτησε ρητό αντάλλαγμα, γραπτές δεσμεύσεις, συγκεκριμένη στρατιωτική βοήθεια. Προχωρήσαμε παρορμητικά. Ηρθαν τα πρώτα οφέλη. Η Ελλάδα διπλασίασε το έδαφός της. Αποφάσισε να συνεχίσει να προχωρά και να διεκδικεί εδάφη με τον ίδιο παρορμητισμό. Χωρίς εξασφαλίσεις, χωρίς δεδομένη βοήθεια. Οι νίκες του στρατού διαδέχονταν η μία την άλλη. Ομως γίναμε θύματα της επιτυχίας μας».

    Τι εννοείτε; «Το κάθε βήμα επέβαλλε ένα επόμενο βήμα. Και κάναμε το κάθε επόμενο βήμα, χωρίς να έχουμε εξασφαλίσει τις προϋποθέσεις της επιτυχίας του. Κάποια στιγμή φτάσαμε σε ένα κρίσιμο βήμα, την απόβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη. Το βήμα αυτό ενεργοποίησε δυνάμεις ανεξέλεγκτες που εν πολλοίς προσδιόρισαν τις εξελίξεις οι οποίες οδήγησαν στο 1922. Βρισκόμαστε στην άνοιξη του 1919. Οι Ιταλοί ήταν έτοιμοι να καταλάβουν εκείνοι τη Μικρά Ασία. Είχαν μάλιστα αποβιβαστεί πολύ κοντά στη Σμύρνη. Οι Αγγλοι ζήτησαν από τον Βενιζέλο να στείλει πρώτος τον ελληνικό στρατό στη Σμύρνη για να προλάβει τους Ιταλούς. Ο Βενιζέλος το έκανε και ο ελληνικός στρατός έφτασε στη Σμύρνη στις 2 Μαΐου 1919. Αλλά δεν ζήτησε σαφή στρατιωτικά ανταλλάγματα και εγγυήσεις από τους Συμμάχους προτού το κάνει. Ισως δεν είχε χρόνο γιατί έπρεπε να αρπάξει την ευκαιρία. Ομως η παρουσία του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη και σε ακτίνα 300 χιλιομέτρων γύρω από τη Σμύρνη άνοιξε τον ασκό του Αιόλου, ενεργοποίησε όλες τις δυνάμεις του τουρκικού εθνικισμού, οι οποίες στη συνέχεια δεν ήταν δυνατό να αντιμετωπιστούν χωρίς τη μεγάλη και σταθερή βοήθεια των Συμμάχων».

    Γιατί ο Βενιζέλος προκήρυξε εκλογές για τον Νοέμβριο του 1920; Η Φιλιώ Μπαλτατζή, η ευκατάστατη οικοδέσποινα της Σμύρνης την οποία υποδύεστε εσείς στο έργο, εκφράζει την υποψία της ότι ο Βενιζέλος προκήρυξε τις εκλογές γιατί «κάτι ήξερε», εννοώντας ότι γνώριζε ή διαισθανόταν ότι η έκβαση της εκστρατείας δεν θα ήταν αίσια. «Πολλοί μού είπαν ότι ήταν τολμηρό που έβαλα αυτή την υποψία στο έργο. Πρόκειται, όμως, για ένα ιστορικό ερώτημα. Αυτό το ερώτημα έχει απαντηθεί με πολλούς τρόπους. Κανένας, όμως, δεν είναι σίγουρος και οριστικός. Για να επιχειρήσουμε να απαντήσουμε στο ερώτημα με σοβαρότητα και νηφαλιότητα πρέπει να γνωρίζουμε ποιος ήταν πραγματικά ο Βενιζέλος, αλλά και ποιο ήταν το κλίμα και οι εξελίξεις της εποχής. Ο Βενιζέλος ήταν ένας ιδιοφυής πολιτικός και πολύ τολμηρός. Πίστευε πολύ στη Μεγάλη Ιδέα, όσο πίστευε και στην ικανότητά του να πείθει τους άλλους. Το έχουν παραδεχθεί ξένοι ηγέτες, το πώς τους μάγευε και τους έπειθε. Το παραδέχθηκε ακόμη και ο μεγάλος αντίπαλός του, ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α’. Είχε πει ότι ετοιμαζόταν να συναντήσει τον Βενιζέλο για ένα ζήτημα και να του πει «όχι», αλλά μόλις τον συναντούσε μεταπείθονταν και του έλεγε «ναι» γιατί τα επιχειρήματα του Βενιζέλου και η φλόγα με την οποία τα υποστήριζε ήταν ακατανίκητα».

    Πώς αντιμετώπιζε ο Βενιζέλος τις σχέσεις με τους Συμμάχους; «Ο Βενιζέλος πίστευε ότι μια χώρα μικρή σαν την Ελλάδα δεν έχει τον χρόνο και το εκτόπισμα να απαιτεί σαφή ανταλλάγματα εκ των προτέρων για κάθε επόμενη κίνησή της μέσα στη συμμαχική σκακιέρα. Οτι αρκούσε μια γενική δέσμευση για να σπεύδει και να δρα. Οτι πρέπει να εκμεταλλεύεται αμέσως τις ευκαιρίες, να προβαίνει σε πρωτοβουλίες και μετά να εξασφαλίζει το αντάλλαγμα. Να βρίσκεται σε διαρκή κινητικότητα. Αυτός ήταν ο τρόπος με τον οποίο χειρίστηκε το πρώτο κομμάτι της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Κι έτσι έστειλε αμέσως τον ελληνικό στρατό στη Σμύρνη στις 2 Μαΐου 1919. Το μεγάλο αυτό βήμα επικυρώθηκε με τη Συνθήκη των Σεβρών. Η Ελλάδα, υπό την αιγίδα των μεγάλων δυνάμεων, ανέλαβε τη διοίκηση της Σμύρνης και ολόκληρης της περιοχής σε ακτίνα 300 χλμ. από τη Σμύρνη. Στη συνέχεια, όμως, ο ελληνικός στρατός δεν μπορούσε ούτε να αποχωρήσει από τη Σμύρνη ούτε να μείνει ακίνητος».

    Δηλαδή ο ελληνικός στρατός, ανεπαισθήτως, παρά την υπεροχή και τις νίκες του, ουσιαστικά εγκλωβίστηκε στη Μικρά Ασία σε έναν πόλεμο που δεν ήταν δυνατόν να σταματήσει; Οπως π.χ. εγκλωβίστηκαν οι Αμερικανοί στο Ιράκ; «Σκεφτείτε ποια ήταν η πραγματικότητα στη Μικρά Ασία. Ο ελληνικός στρατός έπρεπε να πολεμά στα όρια της περιοχής που ήλεγχε για να αντιμετωπίσει τις επιθέσεις. Αναπόφευκτα, όμως, έπρεπε διαρκώς να προχωρά πιο πέρα. Επρεπε να προχωρά έστω και αργά για να υπερασπίσει τα διάσπαρτα, έξω από την ακτίνα των 300 χιλιομέτρων, ελληνικά χωριά. Διότι μετά την απόβαση στη Σμύρνη σημειώνονταν όλο και περισσότερες αντάρτικες επιθέσεις Τούρκων στα ελληνικά χωριά που εκτείνονταν στην τουρκική ενδοχώρα. Ο ελληνικός στρατός αναγκαζόταν να προχωράει και να υπερασπίζει τα χωριά».

    Αυτή, όμως, η αναγκαστική προέλαση προκαλούσε απώλειες σε ανθρώπινο δυναμικό ενώ απαιτούσε διαρκή ανεφοδιασμό. «Ακριβώς. Ο πόλεμος μπορεί να ήταν σε χαμηλή ένταση, αλλά βρισκόταν σε εξέλιξη. Τα ελληνικά στρατεύματα δεν φυλούσαν σκοπιά. Πολεμούσαν διαρκώς. Το μέτωπο κρατιόταν στην αρχή. Οι Ελληνες νικούσαν παντού. Και προχωρούσαν. Οσο προχωρούσαν, όμως, τόσο εμφανής ήταν η ανάγκη όλο και πιο στέρεων σχέσεων με τους Συμμάχους, τόσο κρίσιμος ήταν ο ρόλος των γραμμών ανεφοδιασμού, τόσο πιο καθοριστική ήταν η οργάνωση του στρατεύματος, η στρατηγική και πάνω απ’ όλα η ενότητα του λαού στην Ελλάδα».

    Ομως η ενότητα του ελληνικού λαού δεν υπήρχε. «Ναι, γιατί η Μικρασιατική Εκστρατεία χτίστηκε αναγκαστικά επάνω στο ρήγμα του εθνικού διχασμού που ξεκίνησε το 1915 με τη σύγκρουση του Κωνσταντίνου με τον Βενιζέλο για τη συμμετοχή της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το 1917, για να οδηγήσει τελικά την Ελλάδα στον Μεγάλο Πόλεμο, ο Βενιζέλος σχημάτισε δεύτερη κυβέρνηση στη Θεσσαλονίκη παράλληλα με την κυβέρνηση του βασιλιά στην Αθήνα. Στο τέλος της δεκαετίας του ’10, το κοινωνικό και πολιτικό κλίμα ήταν εκρηκτικό, παρά την επιτυχία του Βενιζέλου και τα εδαφικά κέρδη της Ελλάδας που ήρθαν με το τέλος του πολέμου».

    Αξίζει να σταθούμε στην ατμόσφαιρα της εποχής. «Ο βασιλιάς, έντονα λαοφιλής, είχε εκδιωχθεί. Και παρά τη Συνθήκη των Σεβρών που προσδιόριζε την Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών, εκδηλώθηκε δύο ημέρες μετά δολοφονική απόπειρα κατά του Βενιζέλου στον σταθμό της Λυών. Λίγο αργότερα, τα αντίποινα των βενιζελικών ήταν τέτοια που οδήγησαν στη δολοφονία του Ιωνα Δραγούμη στην Αθήνα. Για κάποιους ιστορικούς δεν ήταν «εθνικός διχασμός», ουσιαστικά ήταν ένας εμφύλιος που μαινόταν. Η Ελλάδα ξεκίνησε τη Μικρασιατική Εκστρατεία την ώρα που βρισκόταν ήδη σε έναν ακήρυχτο εμφύλιο. Και φυσικά όχι μόνο η κοινωνία, αλλά και το ελληνικό στράτευμα ήταν βαθιά διαιρεμένο. Οπως αναφέρεται και στο έργο, οι στρατιώτες και οι αξιωματικοί από τη μία πολεμούσαν τους Τούρκους στο μέτωπο κι από την άλλη βρίσκονταν διαρκώς σε διένεξη μεταξύ τους, γιατί οι μισοί ήταν βενιζελικοί και οι άλλοι μισοί βασιλικοί».

    Κάπως έτσι, όμως, εξηγείται και η απόφαση για εκλογές τον Νοέμβριο του 1920. Προφανώς ο Βενιζέλος ήθελε να τερματίσει τον διχασμό και να ενώσει την ελληνική κοινωνία για να συνεχίσει με επιτυχία τη δύσκολη αυτή εκστρατεία. «Κάποιοι ιστορικοί, όπως ο Βλάσης Αγτζίδης, λένε ότι μετά την απόπειρα εναντίον του ο Βενιζέλος αισθανόταν ευάλωτος και επιδίωκε μια ψυχολογική αναβάπτιση μέσα από μια καθαρή λαϊκή εντολή. Αλλοι επιμένουν πως ήταν σίγουρος ότι θα νικούσε και έτσι ήθελε να τερματίσει τον εθνικό διχασμό με μια δική του νίκη. Και ότι έτσι θα κινητοποιούσε τους πάντες για την υπεράσπιση και την τελική επιτυχία της Μεγάλης Ιδέας. Αλλοι λένε πως διέκρινε ότι οι Σύμμαχοι σταδιακά γίνονταν επιφυλακτικοί και απομακρύνονταν από την υποστήριξη στην Ελλάδα».

    Ισως ο Βενιζέλος να έκανε τις εκλογές για όλους αυτούς τους λόγους μαζί. Ισως να θεώρησε ότι η οριστική νίκη στο μέτωπο και η τελική διευθέτηση της Μικράς Ασίας με τους Συμμάχους προϋπέθετε τον τερματισμό του εθνικού διχασμού και την εθνική ενότητα κάτω από την αναβαπτισμένη δική του ηγεσία. Και ότι χωρίς αυτό δεν θα μπορούσε ο ίδιος να εγγυηθεί την επιτυχία. Δεν θα μπορούσε να προχωρήσει. Αρα δεν μπορούσε παρά να προκηρύξει εκλογές. Οπως έχει επισημάνει ο ιστορικός Γιώργος Μαυρογορδάτος στο βιβλίο του «1915: Ο εθνικός διχασμός», ο Βενιζέλος ήδη κυβερνούσε πολλά χρόνια χωρίς εκλογές… «Το σίγουρο είναι ότι οι Ιταλοί είχαν κάνει απόβαση στη Μικρά Ασία και ετοιμάζονταν να πάνε στη Σμύρνη. Οι Σύμμαχοι μεταξύ τους είχαν πολλές διαφορές. Ηθελαν να κάνουν έναν πόλεμο με πληρεξούσιο. Και ο Τσόρτσιλ το είπε: «Κάναμε έναν πόλεμο με πληρεξούσιο». Ο πληρεξούσιος ήταν η Ελλάδα σε έναν πόλεμο της Δύσης με την Οθωμανική Αυτοκρατορία».

    Η υπόθεση των «πολέμων με πληρεξούσιο» είναι όλη η Ιστορία του νεότερου ελληνικού κράτους. Το κράτος ιδρύθηκε γιατί οι μεγάλες δυνάμεις των αρχών του 19ου αιώνα, η Αγγλία, η Ρωσία και η Γαλλία, ήθελαν να πάψει να είναι ισχυρή η Οθωμανική Αυτοκρατορία. Κι αυτό εν πολλοίς ισχύει μέχρι σήμερα. «Τι θέλετε να πείτε;».

    Θέλω να πω ότι οι Ελληνες αντί να εκμεταλλευόμαστε σταθερά αυτή την πάγια γεωπολιτική δυναμική και να βρισκόμαστε σε σχέση συνεννόησης και εμπιστοσύνης με τη Δύση για να χτίσουμε ένα ισχυρό κράτος-υπόδειγμα, συχνά παρασυρόμαστε σε έναν αυτοκαταστροφικό αντιδυτικισμό που οδηγεί σε εθνικές υποχωρήσεις και καταστροφές… «Δεν θα διαφωνήσω με τη μακροϊστορική σας διαπίστωση και μάλιστα θα συμφωνήσω με μία ακόμη ευθεία αντιστοιχία με τη σημερινή εποχή την οποία υπονοείτε. Αλλωστε, όπως θυμάστε, έχουμε συζητήσει πολλές φορές αυτόν τον προβληματισμό όταν συναντιόμαστε – ανεξάρτητα από αυτή τη συνέντευξη. Συμφωνούμε σε πολλά για το πώς σκέφτεται και λειτουργεί η ελληνική κοινωνία, για τις διαχρονικές σταθερές που προσδιορίζουν τις εξελίξεις και για τους σημερινούς κινδύνους που μοιάζουν πολύ με τους κινδύνους άλλων εποχών. Αισθάνεται κανείς πράγματι ότι είναι σαν να βρισκόμαστε στο ίδιο επικίνδυνο σημείο ενός γνωστού και επαναλαμβανόμενου ελληνικού ιστορικού κύκλου. Αλλά θα επιστρέψω στο συγκεκριμένο θέμα των εκλογών του 1920. Ενας μεγάλος πολιτικός όπως ο Βενιζέλος, εκείνος που παρακίνησε τους Συμμάχους να εκδιώξουν τον βασιλιά από την Αθήνα το 1917, που έσπρωξε την Ελλάδα στον πόλεμο και οδήγησε τον στρατό στη Μικρά Ασία χωρίς να ρωτήσει τον λαό, έπρεπε να θεωρήσει ότι ο Νοέμβριος του 1920 ήταν η κατάλληλη στιγμή για να προκηρύξει εκλογές;».

    Κάποιος θα έλεγε ανεπιφύλακτα «ναι». Ηταν η στιγμή του θριάμβου. Χρειαζόταν η επαναβεβαίωση της Μεγάλης Ιδέας αν επρόκειτο να προχωρήσει και να ολοκληρωθεί… «Με συγχωρείτε. Δεν ήταν η στιγμή του θριάμβου. Ηταν πάνω από έναν χρόνο μετά τη στιγμή του θριάμβου. Οι Ελληνες βρίσκονταν και πολεμούσαν ήδη πάνω από έναν χρόνο στη Μικρά Ασία. Τι να ρωτήσεις τον λαό έναν χρόνο μετά; Αν θέλει τον στρατό στη Μικρά Ασία; Μα ήταν ήδη εκεί ο στρατός και δεν μπορούσε να επιστρέψει. Οι εκλογές ήταν ένα δημοψήφισμα που δεν έπρεπε να γίνει γιατί η επιλογή της «επιστροφής» ήταν άτοπη εκείνη τη στιγμή και απλά δεν μπορούσε να πραγματοποιηθεί».

    Κάτι μας θυμίζει αυτό για δημοψηφίσματα που είναι άτοπα και επικίνδυνα όταν μια πιθανή απάντησή τους δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί χωρίς να προκληθεί εθνική καταστροφή. «Διαρκώς εντοπίζετε ομοιότητες…».

    Γιατί, όμως, η ευθύνη του 1920 δεν ανήκει στους βασιλικούς που συμμετείχαν στις εκλογές με το σύνθημα «Οίκαδε», δηλαδή ότι έπρεπε ο ελληνικός στρατός να επιστρέψει; Εκείνοι δεν ήξεραν ότι δεν γινόταν να επιστρέψει ο στρατός; «Πράγματι, οι βασιλικοί κορόιδεψαν τον λαό. Και συνέχισαν την εκστρατεία για πολλούς λόγους, αλλά και γιατί δεν μπορούσαν να εγκαταλείψουν τη Μικρά Ασία με δεδομένη την τουρκική επιθετικότητα απέναντι στο ελληνικό στοιχείο».

    Αρα δεν μπορεί να φορτωθεί ο Βενιζέλος την ευθύνη για τη συμπεριφορά των βασιλικών. Επρεπε δηλαδή να μην κάνει εκλογές για να προστατεύσει τους βασιλικούς από τον εαυτό τους και την Ελλάδα από τους βασιλικούς; «Υπάρχει, όμως, και η άλλη πλευρά. Και θα σας θυμίσω ένα απόσπασμα επιστολής που έγραψε ο Νίκος Καζαντζάκης, που ήταν συνεργάτης του Βενιζέλου: «Ανθρωπος που μ’ επανάστασιν κατέλαβε την αρχή και δικτατορικώς κυβέρνησε τόσα χρόνια πώς και γιατί θυμήθηκε το Σύνταγμα και ενήργησε εκλογές αφού τόξερε πως θα χάσει ή μη και δεν τόξερε; Αμ τότε ίνταδιάλο υπεράνθρωπος έτονε;». Κοιτάξτε, εγώ πιστεύω ότι ισχύουν αυτά που αναφέρατε παραπάνω. Πράγματι ο Βενιζέλος, κλονισμένος μετά την απόπειρα εναντίον του, αλλά και μετά τη δολοφονία του Δραγούμη, αντιλαμβανόμενος τις δυσκολίες της εκστρατείας, μπορεί να κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η νίκη στη Μικρά Ασία είχε ως προϋπόθεση τον τερματισμό του εθνικού διχασμού. Μόνο που όταν ήδη έχεις πάρει τόσο μεγάλες αποφάσεις χωρίς να έχεις ρωτήσει τον λαό, όταν έχεις οδηγήσει τον ελληνικό στρατό έως εκεί, δεν είναι η ώρα να θέσεις μετά την ερώτηση. Δεν είναι η ώρα γιατί δεν μπορείς να διακινδυνεύσεις να πάρεις οποιαδήποτε άλλη απάντηση».

    …………………………………………

  5. ……………………………………

    Κι εδώ, όμως, αρχίζουν οι σοβαρές ευθύνες του Κωνσταντίνου Α’. Διότι η Καταστροφή συνέβη σχεδόν δύο χρόνια μετά τις εκλογές του 1920… «Ο Κωνσταντίνος είχε πάρα πολύ μεγάλη αντιπαλότητα με τον Βενιζέλο. Οταν επέστρεψε στον θρόνο, μεταξύ των βασιλικών επικράτησε η έπαρση. Οτι ο βασιλιάς τους ήταν καλύτερος από τον Βενιζέλο. Οτι ο Κωνσταντίνος ήταν αυτός που θα μπει στην Πόλη».

    Πίστευε ότι θα γινόταν ο νέος Αυτοκράτορας του Βυζαντίου μετά τον Κωνσταντίνο Παλαιολόγο, ότι θα ήταν ο επόμενος Κωνσταντίνος που θα έμπαινε στην Πόλη μετά τον Παλαιολόγο; «Ηταν ένας καλός στρατιωτικός και μάλιστα πολύ λαοφιλής. Και προφανώς πολλοί οπαδοί του δεν περίμεναν από αυτόν τίποτα λιγότερο από την κατάληψη της Πόλης».

    Γιατί ο Κωνσταντίνος δεν είχε τη διορατικότητα να αντιληφθεί πού οδηγούνταν η Μικρασιατική Εκστρατεία; Και γιατί δεν πραγματοποίησε την εκλογική δέσμευση των βασιλικών για τον τερματισμό της; «Ο Κωνσταντίνος ήταν ο ήρωας των Βαλκανικών Πολέμων. Αισθάνθηκε ότι ο τερματισμός της εκστρατείας θα ήταν μια προδοσία απέναντι στη Μεγάλη Ιδέα. Αλλά έκανε το τραγικό λάθος να αλλάξει την ηγεσία του στρατεύματος. Η μισή καταστροφή οφείλεται σε αυτή την απόφαση. Ο Βενιζέλος είχε τοποθετήσει πολύ καλούς στρατιωτικούς».

    Ο Κωνσταντίνος δεν είχε εξίσου καλούς στρατιωτικούς; «Οι βασιλικοί αξιωματικοί βρίσκονταν μακριά από το στράτευμα για πολλά χρόνια. Είχαν χάσει την επαφή. Ο αρχιστράτηγος Λεωνίδας Παρασκευόπουλος που ήταν επικεφαλής επί Βενιζέλου ήταν Μικρασιάτης και γνώριζε κάθε λόφο και πεδιάδα της περιοχής. Τον αντικατέστησαν τον Νοέμβριο του 1920 με τον Αναστάσιο Παπούλα. Προσέξτε. Ηταν κι αυτός ένας καλός στρατιωτικός. Ισως γι’ αυτό, όμως, παραιτήθηκε πριν από τον Μάιο του 1922, προειδοποιώντας ότι το ελληνικό στράτευμα όδευε προς την Καταστροφή. Τότε τοποθέτησαν στη θέση του τον Γεώργιο Χατζηανέστη. Ομως ο Χατζηανέστης ήταν ήδη μεγάλης
    ηλικίας, είχε χρόνια να πολεμήσει. Δεν πήγε καν στο μέτωπο, έμεινε στη Σμύρνη. Αυτό που προέβλεψε ο Παπούλας δυστυχώς επιβεβαιώθηκε».

    Εχουμε γραπτές πηγές για να δούμε τι του απάντησε ο Κωνσταντίνος όταν το είπε; «Τα κρίσιμα αρχεία του 1922 δεν έχουν ανοίξει. Παραμένουν απόρρητα. Υποτίθεται ότι θα ανοίξουν σε 100 χρόνια, δηλαδή το 2022. Ασφαλώς, το ΥΠΕΞ, που φυλάσσει τα αρχεία, γνωρίζει όλη την αλήθεια. Οπως γνωρίζει και η βασιλική οικογένεια. Εγώ πιστεύω ότι η ευθύνη για την Καταστροφή εντοπίζεται σε πράξεις και των δύο κυβερνήσεων, και των δύο παρατάξεων. Γι’ αυτό και η Μικρασιατική Καταστροφή παραμένει μέχρι σήμερα μια παράγραφος στην Ιστορία. Σχεδόν αποσιωπάται. Υπάρχει ένα μεγάλο συλλογικό εθνικό τραύμα που έχει κουκουλωθεί, που δεν έχει αντιμετωπιστεί. Η πραγματική Ιστορία με τις ευθύνες των πρωταγωνιστών έχει αποσιωπηθεί. Πολλοί που βλέπουν τη «Σμύρνη» έρχονται και μου λένε «Ανοίξατε το τραύμα της Μικράς Ασίας». Για πολλούς το τραύμα αυτό δεν έχει επουλωθεί. Δεν έχει υπάρξει κάθαρση».

    Πιστεύετε, λοιπόν, ότι η Ιστορία της Μικρασιατικής Καταστροφής είναι γεμάτη από «γιατί» και ερωτήματα που παραμένουν αναπάντητα ακόμη και σήμερα. «Ακριβώς. Και ένα μεγάλο ερωτηματικό είναι και η θέση και ο ρόλος του Αριστείδη Στεργιάδη, του ύπατου αρμοστή της Σμύρνης που τοποθέτησε ο Βενιζέλος το 1919 και διατήρησε ο Κωνσταντίνος. Οταν έφτασε η Καταστροφή, μπήκε σε ένα αγγλικό πλοίο και έφυγε. Δεν ήρθε ποτέ στην Ελλάδα. Εζησε στη Μασσαλία έως το 1949 που πέθανε. Εγινε η «δίκη των έξι». Δεν τον κάλεσε κανείς για να απολογηθεί. Κι όμως ήταν υπεύθυνος για την πόλη. Ηταν σαν πρωθυπουργός για τη Σμύρνη. Κανείς δεν τον εξέτασε για τα αίτια της Καταστροφής. Πιθανώς γιατί είχε εντολές να συγκρατήσει τους κατοίκους εκεί, να μην τους επιτρέψει να φύγουν. Το αρχείο Στεργιάδη βρίσκεται στην Κρήτη και δεν έχει ανοίξει».

    Γιατί πιστεύετε ότι ο Στεργιάδης είχε εντολές να συγκρατήσει τους κατοίκους στη Σμύρνη; «Τον Ιούλιο του 1922, έναν μήνα πριν από την Καταστροφή, η ελληνική Βουλή ψήφισε διακομματικά έναν νόμο που απαγόρευε την έλευση στους ελληνικούς λιμένες ατόμων χωρίς ελληνικό διαβατήριο. Ο νόμος είχε αποσιωπηθεί, τον ανακάλυψα κατά τη διάρκεια της ιστορικής έρευνας για το έργο και τον δημοσίευσα στο βιβλίο με το θεατρικό κείμενο. Ηταν ένας νόμος φτιαγμένος για να αποτρέψει τη μετακίνηση των πληθυσμών της Μικράς Ασίας, οι οποίοι, ως οθωμανοί πολίτες, είχαν οθωμανικά διαβατήρια. Διέβλεπαν τους αυξημένους κινδύνους, προέβλεπαν ότι πολλοί μπορεί να ήθελαν να φύγουν για να προστατευτούν και ήθελαν με αυτόν τον τρόπο να τους κρατήσουν εκεί».

    Επιστρέφοντας στο τέλος του 1920, δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε ότι η επιστροφή του Κωνσταντίνου οδήγησε τους Συμμάχους να σταματήσουν να εφοδιάζουν τον ελληνικό στρατό… «Δεν έδωσαν το δάνειο. Η Ελλάδα χρειαζόταν το λεγόμενο δάνειο των Συμμάχων για να ενδυναμώσει την εκστρατεία και να σταθεί η ίδια καλύτερα στα πόδια της. Οι Σύμμαχοι είχαν προειδοποιήσει ότι αν εκλεγεί η βασιλική παράταξη και επιστρέψει ο βασιλιάς που δεν είχε βοηθήσει τους Συμμάχους στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο, δεν θα έδιναν το δάνειο. Παρ’ όλα αυτά, ο λαός ψήφισε υπέρ της επιστροφής του Κωνσταντίνου. Και οι Σύμμαχοι είπαν ότι η Ελλάδα τούς έδωσε έναν καλό λόγο για να πάψουν να τη στηρίζουν. Η νέα ελληνική κυβέρνηση παρακάλεσε για το δάνειο. Αλλά δεν το πήρε».

    Θα έπρεπε, λοιπόν, αμέσως να παγώσει την εκστρατεία. «Μέχρι το 1921 ο στρατός νικούσε. Ο Κεμάλ τότε οργανώθηκε, το 1921, ο στρατός του απέκτησε στολές και όπλα. Μέχρι τότε ήταν άτακτοι. Ο ελληνικός στρατός, όπως σας είπα, ήταν αναγκασμένος να εισχωρεί στα βάθη της ενδοχώρας, παρά τους αυξανόμενους κινδύνους, για να υπερασπίσει τους ελληνικούς πληθυσμούς που βάλλονταν. Αλλά και ο Κεμάλ τούς άφησε επίτηδες να προχωρούν όλο και πιο βαθιά μέσα στην ηπειρωτική χώρα. Φυσικά αυτό καθιστούσε τον ανεφοδιασμό όλο και δυσκολότερο. Δεν μπορούσαν οι Αγγλοι να τους στείλουν τρόφιμα και όπλα. Το πιο κοντινό λιμάνι ήταν στα Μουδανιά, που ήταν πολύ μακριά. Ετσι, σταδιακά, ο ελληνικός στρατός έμεινε χωρίς τροφή, χωρίς εφόδια, χωρίς Συμμάχους, χωρίς κανέναν».

    Κι έτσι οδηγήθηκε στην ήττα. «Ο ελληνικός στρατός πέρασε και τον Σαγγάριο. Εφτασε στο Αφιόν Καραχισάρ. Εκεί το μέτωπο εκτεινόταν σε εύρος 700 χιλιομέτρων. Απλώθηκε τόσο πολύ για να αντιμετωπίσει τις σποραδικές επιθέσεις του Κεμάλ, πότε σε ένα σημείο, πότε σε άλλο. Κι έτσι, λόγω της μεγάλης απόστασης μεταξύ των τμημάτων, δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους οι αξιωματικοί και οι στρατηγοί. Σταδιακά οι επιθέσεις γίνονταν όλο και περισσότερες. Πριν από τον Δεκαπενταύγουστο ο Κεμάλ πύκνωσε τις επιθέσεις του σε διάφορα σημεία. Ο Νικόλαος Τρικούπης και ο Νικόλαος Πλαστήρας δεν μπορούσαν να επικοινωνήσουν μεταξύ τους. Οι στρατιώτες, χωρίς οδηγίες και χωρίς ηγεσία, επαναστάτησαν. «Μας έχετε εδώ για εκτέλεση» έλεγαν κι έφευγαν».

    Ηταν δραματικές ώρες για τις οποίες ελάχιστα έχουμε διδαχθεί. Ο παππούς μου, Κωνσταντίνος, ήταν 22 ετών το 1922, πέρασε τον Σαγγάριο και πολέμησε στο Αφιόν Καραχισάρ. Εχω φωτογραφίες του από το μέτωπο. «Ο δικός μου παππούς από την πλευρά της μητέρας μου, ο στρατηγός Δημήτρης Γαρδίκης, ήταν τότε συνταγματάρχης. Εχω στο καμαρίνι μου μια φωτογραφία του από το Αφιόν Καραχισάρ. Εχω τη φωτογραφία του για να τον βλέπω προτού βγω στη σκηνή για να πω την Ιστορία της Σμύρνης και της εκστρατείας. Οταν στην Αθήνα κατάλαβαν ότι το μέτωπο κατέρρευσε έστειλαν εσπευσμένη εντολή και αντικατέστησαν τον Χατζηανέστη με τον στρατηγό Νικόλαο Τρικούπη, του διοικητή του Α’ Σώματος Στρατού στο Αφιόν Καραχισάρ. Δεν γνώριζαν, όμως, ότι ο Τρικούπης είχε μόλις αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους. Οι Τούρκοι τού φέρθηκαν άψογα. Εστειλαν μήνυμα στην οικογένειά του στην Αθήνα ότι είναι καλά. Η ελληνική κυβέρνηση το έμαθε εκ των υστέρων. Τα γεγονότα επιταχύνθηκαν».

    Πώς αντέδρασαν οι Ελληνες στη Σμύρνη; «Στη Σμύρνη δεν είχαν καταλάβει τίποτε. Αρχισαν να συνειδητοποιούν τι είχε συμβεί όταν άρχισαν να επιτίθενται οι Τσέτες στα γύρω χωριά και να πλησιάζουν στη Σμύρνη. Οι Τσέτες κινούνταν βάσει μυστικού σχεδίου. Ηταν οργανωμένα τάγματα, ήταν σκληροί χωρικοί, αντάρτες από τα βάθη της ηπειρωτικής Τουρκίας. Δεν είχαν δει ποτέ Ελληνες, ούτε Λεβαντίνους, και γι’ αυτό εξάντλησαν επάνω τους όλη τη σκληρότητά τους. Στη Σμύρνη, όμως, όλοι εφησύχαζαν. Είκοσι έξι συμμαχικά πλοία βρίσκονταν αγκυροβολημένα στο λιμάνι. Γι’ αυτό ακόμη και οι πιο επιφανείς Σμυρνιοί δεν έφυγαν από τη Σμύρνη, παρά τα νέα για την κατάρρευση του μετώπου. Μέχρι την τελευταία στιγμή δεν πίστευαν ότι οι Τσέτες θα έμπαιναν στη Σμύρνη. Ομως υπήρχε σχέδιο. Και οι Σύμμαχοι, αφού τα είχαν βρει με τον Κεμάλ και σιγά σιγά είχαν εξοπλίσει τον στρατό του, είχαν αποφασίσει να μην επέμβουν και να μην αποτρέψουν ούτε την καταστροφή της Σμύρνης».

    Ποιο ήταν το «σχέδιο» που λέτε ότι υπήρχε; «Υπήρχε σχέδιο εξολόθρευσης του ελληνικού στοιχείου ήδη από το 1908. Εφαρμόστηκε πρώτη φορά στη Φώκαια το 1914, όταν δολοφονήθηκαν Ελληνες ύστερα από ξαφνική επίθεση οργανωμένων τούρκων χωρικών και ανταρτών. Οσοι σώθηκαν εγκατέλειψαν αμέσως την πόλη. Η επίθεση αυτή δεν έγινε τυχαία. Ηταν η δοκιμαστική εφαρμογή ενός γερμανικού σχεδίου. Υπάρχουν τα έγγραφα. Το ίδιο σχέδιο εφαρμόστηκε και για τη γενοκτονία των Αρμενίων. Θεωρείται «πρωτοναζιστικό σχέδιο», ένα manual για το πώς πραγματοποιείται μια εθνοκάθαρση».

    Ποια ήταν η σκοπιμότητα αυτού του σχεδίου; «Η σκοπιμότητα και η αιτία ήταν ότι η Τουρκία δεν θα μπορούσε ποτέ να αποκτήσει μεσαία αστική τάξη όσο θα υπήρχαν οι Ελληνες, οι Αρμένιοι, οι Ασσυροχαλδαίοι που κατείχαν τις πιο νευραλγικές θέσεις στο κράτος και στη διοίκηση. Το σχέδιο εκπονήθηκε στο πλαίσιο της συνεργασίας Γερμανών και Τούρκων που είχε ήδη αρχίσει πριν από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Το σχέδιο εκπόνησε ο Οθων Λίμαν φον Σάντερς που συνεργαζόταν με τους Νεότουρκους και οργάνωσε τον τουρκικό στρατό. Κομμάτι του σχεδίου εθνοκάθαρσης ήταν να δημοσιεύονται στις εφημερίδες σκίτσα που απεικόνιζαν ότι οι Ελληνες βίαζαν τις γυναίκες των Τούρκων και σκότωναν παιδιά».

    Αυτά που σήμερα αποκαλούμε «ψεύτικες ειδήσεις», οι οποίες έχουν αναβιώσει με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. «Ναι. Κι έτσι σιγά σιγά άρχισαν να ξεσηκώνουν τον τουρκικό πληθυσμό. Η Ελλάδα προχώρησε στην τελική φάση της Μεγάλης Ιδέας ενώ ήδη οι Τούρκοι οργάνωναν μια μυστική εσωτερική αντεπίθεση στην ηπειρωτική χώρα ενισχυμένοι και από τους Ρώσους του Λένιν, οι οποίοι, αφού είχαν διαμοιράσει με τους Τούρκους τις περιοχές των Αρμενίων, ενίσχυαν τον Κεμάλ με χρήματα και όπλα».

    Παρ’ όλα αυτά, το έργο περιέχει σαφή αντιπολεμικά μηνύματα και είναι γεμάτο από λεπτομερείς αναφορές για την καλή σχέση ανάμεσα στους Ελληνες και στους Τούρκους μέσα στο κοινωνικό πλαίσιο της Σμύρνης. «Αυτός ήταν ένας από τους πρώτους μου στόχους. Είναι δύσκολο να προσεγγίσεις τη Σμύρνη χωρίς να αποφύγεις αναφορές που μπορεί να ερμηνευτούν ως εθνικιστικές. Πιστεύω, όμως, ότι μπορείς να το καταφέρεις αν δεν φοβάσαι την αλήθεια. Ηθελα στο έργο αυτό να υπάρχουν και τα ελαττώματα των Ελλήνων, όπως και τα δίκαια των Τούρκων. Ηθελα να δείξουμε τον σεβασμό που πρέπει να έχουμε στους Τούρκους ως ανθρώπους. Υπήρξαν πολλοί Τούρκοι που βοήθησαν τους Ελληνες να γλιτώσουν από την Καταστροφή».

    Ο χαρακτήρας που υποδύεστε, η Φιλιώ, λέει με νόημα για τη συγκέντρωση εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων στο λιμάνι της Σμύρνης: «Δεν ήταν συνωστισμός. Ηταν η ίδια η Κόλαση», με αποτέλεσμα να προκαλείται μια θύελλα από χειροκροτήματα στο θέατρο. Το κοινό επικροτεί την αποδοκιμασία όσων μίλησαν για «συνωστισμό», μια αποδοκιμασία που έρχεται σαν δραματικός απόηχος από την ίδια αυτή προκυμαία της Καταστροφής. Δεν ήταν, λοιπόν, «συνωστισμός»; «Βεβαίως δεν ήταν. Εβαλα αυτή τη φράση στο έργο γιατί με ενόχλησε η φιλολογία περί «συνωστισμού». Σε πολλά αγγλικά κείμενα για την Καταστροφή υπήρχε η φράση «συνωστίζονταν στο λιμάνι της Σμύρνης». Η επιτροπή διαμόρφωσης του σχολικού βιβλίου άντλησε από τις αγγλικές πηγές, μετέτρεψε το ρήμα σε ουσιαστικό και ανέφερε απλά τη λέξη «συνωστισμός». Ομως δεν γίνεται να συνοψίζεις μια Καταστροφή σε αυτή τη λέξη όταν έχεις 5 εκατομμύρια πρόσφυγες. Ο συνωστισμός δεν συνέβη με την έννοια της πολυκοσμίας, όπως λέμε «συνωστισμός στον Πειραιά από τους εκδρομείς»».

    Ο Αμερικανός Εϊσα Τζένινγκς διέσωσε πολλές εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους, ουσιαστικά ολόκληρη τη Σμύρνη, εξασφαλίζοντας τα πλοία για τη μεταφορά τους στην Ελλάδα. Πώς; «Ηταν Αμερικανός στη Χριστιανική Αδελφότητα Νέων (ΧΑΝ). Βλέποντας την Καταστροφή να είναι σε εξέλιξη, πήγε στη Μυτιλήνη και έσπασε την αμηχανία και την αναποφασιστικότητα που επικρατούσε. Απαίτησε να στείλει πλοία η ελληνική κυβέρνηση. Είπε ψέματα ότι ήταν εκπρόσωπος της αμερικανικής κυβέρνησης. Στην πραγματικότητα ήταν ο τελευταίος Αμερικανός της Σμύρνης. Ηταν ένας απλός άνθρωπος που είχε το ανάστημα να επέμβει. Μεσολάβησε και στις δύο πλευρές και έσωσε τους Ελληνες της Σμύρνης».

    Θα επανέλθω στις ομοιότητες των γεγονότων του έργου με το σήμερα, οι οποίες είναι πάρα πολλές. Οι ψεύτικες ειδήσεις ως γενεσιουργός αιτία πολιτικών μεταβολών. Η απόκρυψη χρημάτων και χρυσού στους κήπους που γινόταν στη Σμύρνη του 1922, όσο γίνεται και τα τελευταία χρόνια σε όλη την Ελλάδα. Η αποστολή χρημάτων στο εξωτερικό, τότε και τώρα. Ολα αυτά τα βλέπουμε στο έργο και σκεφτόμαστε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη και σήμερα. «Πράγματι. Εσείς έχετε παρακολουθήσει, αναλύσει και ερμηνεύσει το έργο υπό αυτό το πρίσμα. Ανακαλύπτετε διαρκώς ομοιότητες, αντιστοιχίες και παραλληλίες μέσα στις πτυχές της Ιστορίας που οδήγησε στη Μικρασιατική Καταστροφή. Και δεν είστε ο μόνος».

    Ο κοινός αγώνας και η αγωνία όλων μας για την αντιμετώπιση της κρίσης και ο διχασμός και η διχόνοια για τα πολιτικά είναι στοιχεία ίδια, τότε και τώρα. Οι μεταβολές στις σχέσεις των μεγάλων δυνάμεων, τότε και τώρα, και πώς μεταβολίζονται και μετατρέπονται σε πολιτικές εξελίξεις και συγκρούσεις στην Ελλάδα, σε κάθε εργασιακό χώρο, σε κάθε παρέα, σε κάθε οικογένεια. Και παράλληλα, ο ίδιος εφησυχασμός, τότε και τώρα, ότι «η καταστροφή δεν θα συμβεί σε εμάς». Η σημερινή βεβαιότητα ότι «η Ευρώπη δεν θα μας αφήσει να καταστραφούμε» είναι ίδια με τη βεβαιότητα των Σμυρνιών ότι «με τα πλοία των Συμμάχων στο λιμάνι δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα». «Δεν θα διαφωνήσω μαζί σας. Οι ομοιότητες της εποχής μας με εκείνη την εποχή μπορεί να προκαλούν ανησυχία».

    Εσείς τι σκέφτεστε όταν παίζετε κάθε βράδυ ένα έργο που αφορά τη Μικρασιατική Καταστροφή αλλά μοιάζει με αλληγορία για τη σημερινή εθνική δοκιμασία; Δεν αισθάνεστε σαν η Σμύρνη να μας κρούει τον κώδωνα του κινδύνου; Δεν μοιάζει η Σμύρνη σαν φάρος σε τρικυμία που αναβοσβήνει και προειδοποιεί το ζαλισμένο καράβι που είναι έτοιμο να συγκρουστεί με τα βράχια; «Οσο περνούν τα χρόνια που παίζω τη «Σμύρνη» – και τώρα στη Θεσσαλονίκη βρισκόμαστε στον τρίτο χρόνο – το έργο βαραίνει περισσότερο. Ο συγκλονισμός μεγαλώνει, ίσως γιατί η σημερινή κρίση εντείνεται και ο κόσμος συλλαμβάνει τις δραματικές αντιστοιχίες. Ο κόσμος δεν έχει θεατρική αντίδραση στο έργο, έχει αντίδραση σπαρακτική. Στην Ιστορία της Μικρασιατικής Καταστροφής, όπως αυτή αποδίδεται μέσα από την ιστορία μιας ευκατάστατης οικογένειας που ξεριζώνεται, ξεκληρίζεται και χάνει τα πάντα, βρίσκονται όλα τα «γιατί» της Ελλάδας. Θα σας αναφέρω και μια άλλη αντιστοιχία. Μετά την Καταστροφή της Σμύρνης, 14.000 Σμυρνιοί, κυρίως Αρμένιοι, αλλά και Ελληνες, έφυγαν και βρήκαν καταφύγιο στο Χαλέπι της Συρίας. Πολλοί στέριωσαν κι έζησαν εκεί. Και σήμερα, τα ίδια αυτά νησιά του Αιγαίου που δέχονταν πρόσφυγες από τη Σμύρνη το 1922, δέχτηκαν πρόσφυγες από το Χαλέπι».

    Στο έργο υπενθυμίζετε ότι ο ελληνικός στρατός πολεμούσε από το 1912, από τον Α’ Βαλκανικό Πόλεμο, και είχε φτάσει το 1922. Πολεμούσαν δέκα χρόνια, ήταν κουρασμένοι, δεν άντεχαν άλλο. Και ο ελληνικός λαός σήμερα πολεμάει δέκα χρόνια την κρίση και μοιάζει έτοιμος να σταματήσει, να οπισθοχωρήσει. Το στράτευμα σήμερα είναι οι πολίτες. «Ναι, το στράτευμα στον σημερινό πόλεμο για την αντιμετώπιση της κρίσης είναι οι πολίτες. Και η κόπωση φαίνεται από το γεγονός ότι συμβαίνουν τόσα τρελά πράγματα που σε άλλη εποχή ο κόσμος θα αγανακτούσε και θα έβγαινε στους δρόμους. Αλλά σήμερα ο κόσμος μοιάζει να έχει παραδοθεί και να εύχεται απλώς να καταλήξουμε κάπου. Βέβαια, οι Ελληνες δεν αδιαφορούμε ακριβώς. Εχουμε συναίσθηση. Αλλά πέρα από την κόπωση κυριαρχεί ένα κλίμα έλλειψης προσανατολισμού. Και σε αυτές τις συνθήκες γίνονται τα μεγαλύτερα λάθη».

    Μετά το 1922, το μεγάλο προσφυγικό κύμα προκάλεσε πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές. Ενα τμήμα του πληθυσμού των προσφύγων ριζοσπαστικοποιήθηκε και αποτέλεσε κύρια αιτία της ενίσχυσης του ΚΚΕ, το οποίο στη συνέχεια ήταν ο οργανωτικός βραχίονας της μίας πλευράς του Εμφυλίου Πολέμου. Δεν είναι συνταρακτικό πως ο εθνικός διχασμός και η Καταστροφή που προκάλεσε αποτέλεσαν τον καταλύτη για έναν νέο εθνικό διχασμό και μια εμφύλια διαμάχη μόλις είκοσι χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή; «Συμφωνώ με αυτή την αλληλουχία που περιγράφετε. Πιστεύω ότι όποιος δεν έχει μελετήσει τον πρώτο διχασμό, τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τη Μικρασιατική Καταστροφή, δεν μπορεί να κατανοήσει τον Εμφύλιο Πόλεμο».

    Και αν δεν μπορεί να κατανοήσει τον Εμφύλιο Πόλεμο, δεν μπορεί να κατανοήσει ούτε τη σημερινή κοινωνική και πολιτική δυναμική που εγκλωβίζει την Ελλάδα στην οικονομική κρίση και σε μια νέα αδυναμία συνεννόησης με τους Συμμάχους της. «Ολο είναι μία αλυσίδα. Ο πρώτος διχασμός είναι καθοριστικός. Πράγματι, ο Εμφύλιος δεν θα γινόταν αν δεν είχε συμβεί ο πρώτος διχασμός και η Καταστροφή που ακολούθησε».

    Η καμένη και κατεστραμμένη Σμύρνη μοιάζει σαν φάντασμα που ακολουθεί τον ελληνισμό. Πληρώνουμε ακόμη το έγκλημα της Σμύρνης; «Αν δεν το αποδεχθούμε πλήρως, θα μας κυνηγάει πάντα. Είναι έγκλημα προς τους ανθρώπους της Σμύρνης και της Μικράς Ασίας. Και είναι αυτές οι ψυχές που ευλογούν το δικό μου έργο. Αυτό το έργο έχει προστασία. Ενα παιδάκι 12 χρόνων, ένας νεαρός με σκουλαρίκι, μια γιαγιά με μαντίλι και μια κοσμική κυρία έρχονται στο θέατρο και έχουν όλοι την ίδια αντίδραση. Αισθάνονται ότι τους μίλησε στην ψυχή τους».

    Ευχαριστούμε το Κτίριο «Κωστής Παλαμάς» του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών για τη φιλοξενία του.

    «Σμύρνη μου αγαπημένη»: Μέγαρο Μουσικής Θεσσαλονίκης, έως τις 22 Ιανουαρίου.

    * Δημοσιεύθηκε στο BHmagazino το Σάββατο 31 Δεκεμβρίου 2016

  6. Σμύρνη 1911-1914: Ο διωγμός των Χριστιανών

    Ορισμένοι νομίζουν πως ο διωγμός των εν Σμύρνη Χριστιανών ήταν μόνον αυτός του 1922. Δεν είναι καθόλου έτσι τα πράγματα. Μαρτυρεί ο George Horton περί αυτού. Πρόξενος των Ηνωμένων Πολιτειών στη Σμύρνη από το 1911-1917, περιγράφει στο πέμπτο κεφάλαιο του βιβλίου του Η μάστιγα της Ασίας τη στάση των Τούρκων σε συνεργασία με τους Γερμανούς συμμάχους τους έναντι των Χριστιανών, τις εξοντωτικές ενέργειές τους την περίοδο 1911-1914, ενώ δεν παραλείπει να εξάρει τη συμβολή των Ελλήνων σε σειρά κλάδων της οικονομίας στο μικρασιατικό χώρο, τη θελκτική επίδοσή τους στην αρχιτεκτονική των κατοικιών τους και στην πολεοδομία των πολιτειών τους.

    Κώστας Π. Παντελόγλου


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: