Η Στρατηγούλα, η Μαρία και οι θεωρίες συνωμοσίας

Οι θεωρίες συνωμοσίας και το βιβλίο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού
.

Η σχολή των Αρνητών της Γενοκτονίας συγκαλύπτει τη βία ενός άγριου
μιλιταριστικού εθνικισμού εις βάρος
άμαχων πληθυσμών


26-7-2014 BIBLIO ISTORIAS - THEORIES SYNOMOSIASΕνα από τα ερωτήματα που κατά καιρούς απασχολούν τους ιστορικούς των ιδεών είναι εάν έχει επηρεάσει την ελληνική κοινωνία ο Διαφωτισμός. Και αν «ναι», σε ποιο βαθμό το πολιτισμικό πλαίσιο του ορθού λόγου, που αυτός διαμόρφωσε, κατάφερε να διαπλάσει τα κριτήρια με τα οποία προσεγγίζονται τα ιστορικά και κοινωνικά φαινόμενα. Και αυτά τα ερωτήματα δεν αφορούν μόνο τη νεοελληνική κοινωνία, αλλά και άλλες ευρωπαϊκές κοινωνίες, όπου ο αντιδιαφωτισμός υπήρξε το κυρίαρχο ρεύμα, όπως η γερμανική ή η ρωσική (της ουκρανικής συμπεριλαμβανομένης, όπως και των λοιπών πρώην σοβιετικών).

Η πρόσφατη έρευνα για τα καθ’ ημάς, που έγινε από δύο ελληνικά πανεπιστήμια (Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και Διεθνές Πανεπιστήμιο Ελλάδας) και της Οξφόρδης και παρουσιάστηκε στο Βερολίνο, δείχνει πως η οικονομική κρίση έχει οδηγήσει σε μια συντηρητικοποίηση των νοοτροπιών, καθώς και -σε μεγάλο βαθμό- στην αποδοχή θεωριών συνωμοσίας από την ελληνική κοινωνία.

Και αν αυτά τα συμπεράσματα αφορούν κατά πλειονότητα τις μεσαίες και χαμηλότερες ομάδες του πληθυσμού, η δική μας ενασχόληση με ζητήματα διαχείρισης της ιστορικής μνήμης από τις «πνευματικές ελίτ» οδηγούν σε ακόμη πιο απογοητευτικές διαπιστώσεις. Μόνο που στην περίπτωση αυτή στη θέση των θεωριών συνωμοσίας υπάρχει η προσχηματική επίκληση αυτών των θεωριών, ώστε να υποστηριχθούν και να καθαρθούν ιστορικά και ιδεολογικά σχήματα τα οποία είναι προφανώς αυθαίρετα και ανορθολογικά. Ενα από τα κύρια στοιχεία αυτού του ανορθολογισμού των «ελίτ» είναι η αντιμετώπιση των γεγονότων που συνέβησαν στην οθωμανική Ανατολή την περίοδο 1908-1923, όπου υιοθετείται με σχεδόν απόλυτο τρόπο η τουρκική εθνικιστική μυθολογία και ενοχοποιείται η ιστορική Μνήμη των προσφύγων του 1922.


26-7-2014 BIBLIO ISTORIAS - THEORIES SYNOMOSIAS 2Η σχολή των Αρνητών της Γενοκτονίας συγκαλύπτει τη βία ενός άγριου μιλιταριστικού εθνικισμού εις βάρος άμαχων πληθυσμών. Στην περίπτωση αυτή των Νεοελλήνων Αρνητών ισχύει με εξαιρετική ακρίβεια αυτό που περιέγραψε  ο Βίκτορ Τσαπινόβ της αριστερής ουκρανικής οργάνωσης Μπορότβα για την πρόσφατη κρίση στην Ανατολική Ουκρανία ως παθογένεια των ισορρροπιστών και των ουδέτερων, αυτών δηλαδή που αρνούνται να πάρουν θέση: «Σε γενικές γραμμές, αυτοί οι άνθρωποι, που μερικές φορές αποκαλούν τους εαυτούς τους αριστερούς, αποδεικνύεται πως είναι εντελώς ανίκανοι να εφαρμόσουν την ανάλυση της κοινωνικής τάξης που κληροδότησε ο Μαρξ, προτιμώντας να παραμείνουν στον κόσμο των ιδεολογιών και στον κόσμο της «ψευδούς συνείδησης»».

Το ρεύμα της Αρνησης της Γενοκτονίας, που είχε εμφανιστεί με σφοδρότητα από τις αρχές της περασμένης δεκαετίας, εκφράστηκε με τον πλέον έντονο τρόπο κατά τη σύγκρουση για το βιβλίο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού λίγα χρόνια πριν.

Η πολύμορφη αντίσταση που συνάντησε δεν αξιολογήθηκε όπως θα έπρεπε, αλλά ενοχοποιήθηκε και δαιμονοποιήθηκε και αυτή. Η πιο αποκαλυπτική έκφραση αυτής της στάσης υπήρξε μια «διπλωματική εργασία» (μεταπτυχιακού επιπέδου) που έγινε την εποχή της σφοδρής αντιπαράθεσης για το βιβλίο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού, στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ με επιβλέπουσα καθηγήτρια τη Μαρία Ρεπούση και τίτλο: «Παρουσίαση και Ανάλυση των θεωριών συνωμοσίας, όπως εκφράστηκαν από τον έντυπο Τύπο της Θεσσαλονίκης, με αφορμή τη διαμάχη για το σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού».

Συνωμότες και αντισυνωμότες

ΡΕΠΟΥΣΗ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΥΛΑ 4Στη συγκεκριμένη «διπλωματική μεταπτυχιακή», που έχει μάλλον έναν κραυγαλέα απολογητικό χαρακτήρα, προτείνεται ένα ασπρόμαυρο σχήμα. Χρησιμοποιείται -φαντάζομαι με την καθοδήγηση της επιβλέπουσας καθηγήτριας- ως θέσφατο αδιαπραγμάτευτο και σημείο απόλυτης ιστορικής ακρίβειας το βιβλίο της Ρεπούση και όλες τις κριτικές προς αυτό τις εντάσσει στις θεωρίες συνωμοσίας. Οπότε, δεν υπάρχει ούτε διακρίνει χώρο για κριτική απαλλαγμένη από τις θεωρίες αυτές.

Στη θέση του «καλού», του σύγχρονου, του σωστού και του επιστημονικά έγκυρου βρίσκεται το έργο και οι απόψεις της κ. Ρεπούση και από την άλλη όλοι οι άλλοι, πλίνθοι τε και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι και καλά τακτοποιημένοι σε δύο -αποκλειστικά δύο- κατηγορίες οπαδών συνωμοτικών σχεδίων: «Στο σχέδιο της παγκοσμιοποίησης από τη Νέα Τάξη Πραγμάτων και στο σχέδιο της διόρθωσης των σχολικών βιβλίων».

Το ιδεολογικό πλαίσιο και η ματιά της αποτίμησης της κριτικής, που ασκήθηκε στο βιβλίο της κ. Ρεπούση, δεν μπορούσε να προέρχεται από αλλού, παρά από τον γκουρού του χώρου: Τον ιστορικό Αντώνη Λιάκο, τον οποίο, όπως και τους οπαδούς του, ο Νάσος Βαγενάς χαρακτήρισε ως «ζηλωτές της υπερμοντέρνας θεωριοκρατούμενης ιστοριογραφίας» και τους αντιδιέστειλε με τους «μουτζαχεντίν της λαϊκής εθνικοθρησκευτικής πρόσληψης της ελληνικής ιστορίας», ως τα δύο απεχθή άκρα του ανορθολογισμού.

Αντώνης Λιάκος: ο καθοδηγητής!

Ο τρόπος που προσεγγίζεται το ιδεολογικό πλαίσιο παρουσιάζεται στην Εισαγωγή:
«Σύμφωνα με τον Λιάκο, τρία είναι τα κύρια σημεία εστίασης της κριτικής…
1) ο τρόπος με τον οποίο περιγράφονται οι τέσσερις αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας…
2) ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαμόρφωση της εθνικής ελληνικής συνείδησης…
3) ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται η έξοδος του ελληνικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία το 1922 μετά τον Ελληνοτουρκικό πόλεμο. Τα τρία αυτά θέματα είναι θεμελιώδη για την ελληνική εθνική μυθολογία και εθνικιστική ιδεολογία..
.».

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο που όρισε ο κ. Λιάκος επιχειρήθηκε η αποτίμηση της κριτικής που ασκήθηκε στο έργο της κ. Ρεπούση.

Για τα δύο πρώτα σημεία δεν έχουμε να πούμε και πολλά. Μισές αλήθειες και μισά ψέματα! Για τα θέματα αυτά έχουν απαντήσει οι πρωτεργάτες της Επανάστασης και τα πρώτα επίσημα κείμενα του ελληνικού έθνους-κράτους.

Το κορυφαίο όμως από πλευράς ιδεολογικής και ιστορικής αυθαιρεσίας είναι το τρίτο, όπου
-η αλήθεια αντιστρέφεται,
-το ιστορικό παρελθόν πλαστογραφείται,
-η Μνήμη του λαού εξευτελίζεται.

Πορεία εκτοπισμένων από τη γη τους Ελλήνων του ΠόντουΕτσι, η Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών, που είχε αποφασιστεί πολύ νωρίτερα και είχε ξεκινήσει από το 1914, αποσιωπάται πλήρως στην ιστορική τους αντίληψη. Ενοχοποιείται επίσης ως «εθνική μυθολογία και εθνικιστική ιδεολογία» η Μνήμη της σφαγής του ελληνικού και αρμενικού πληθυσμού, που συνέβη στο τέλος του Ελληνοτουρκικού πολέμου.

Αυτό πάντως που θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε με μια πρώτη ματιά είναι ότι το σχήμα άσπρο-μαύρο διακρίνει όλη τη διπλωματική και υπάρχει ως κύριο μεθοδολογικό εργαλείο. Οσοι ασκούν κριτική είναι αναμφισβήτητα οι «κακοί», οι εθνικιστές, οι αντιδραστικοί, οι σκοταδιστές. Ετσι λοιπόν, στην Εισαγωγή πληροφορούμαστε ότι οι πρώτες αντιδράσεις προήλθαν από την Εκκλησία. Οποίον λάθος!!! Και μόνο στο «Αντίβαρο» αν είχε ανατρέξει, όπου συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των αρνητικών προς το βιβλίο κειμένων, θα είχε μάθει ότι η πρώτη αντίδραση προήλθε από το Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού (Αθήνα, Ιούλιος 2006), το οποίο με Ψήφισμά του διαμαρτυρήθηκε για την παράλειψη των συγκεκριμένων σελίδων της νεοελληνικής Ιστορίας από το επίμαχο βιβλίο.

Το Ψήφισμα (εγκρίθηκε ομόφωνα από εκπροσώπους 541 οργανώσεων απ’ όλο τον κόσμο) εντόπιζε τα εξής θέματα: «Το νέο βιβλίο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού, που βρίσκεται στη διαδικασία έκδοσης, έρχεται σε αντίθεση με ομόφωνες αποφάσεις της Βουλής των Ελλήνων, παραποιεί την Ιστορία, απενοχοποιεί τον τουρκικό εθνικισμό, αποσιωπά τις διώξεις των χριστιανικών πληθυσμών και προσβάλλει ιδιαίτερα τον ποντιακό Ελληνισμό που υπέστη Γενοκτονία. Ζητάμε: να επανεξεταστεί η σχετική έκδοση, ώστε να είναι συμβατή και με τις αποφάσεις του ελληνικού Κοινοβουλίου, αλλά και με τη συλλογική ιστορική μνήμη του ποντιακού Ελληνισμού και του συνόλου του ελληνικού λαού».

Ομως, υπάρχει και τρίτη κατηγορία

Αν οι κατηγορίες των κειμένων που ασκούσαν κριτική ορίστηκαν στην εργασία της μεταπτυχιακής φοιτήτριας ως δύο, εμείς οφείλουμε να σημειώσουμε ότι υπήρξε και μια τρίτη κατηγορία, που δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με τις βολικές παραπάνω δύο. Στην τρίτη αυτή κατηγορία ανήκουν τα κείμενα που επεσήμαιναν τις επιστημονικές αδυναμίες του συγκεκριμένου βιβλίου και τόνιζαν τις σιωπές και τις αφαιρέσεις που υπήρχαν. Σίγουρα, ένα πολύ μεγάλο μέρος των άρθρων που ασκούσαν κριτική, ή κατήγγελλαν ακόμα, ανήκουν στις δύο συνωμοσιολογικές κατηγορίες. Ομως είναι ανέντιμο να εντάσσονται σ’ αυτές και κριτικές που ουδεμία συνωμοσιολογική πρόθεση είχαν. Θα ήταν ηθικότερο και εντιμότερο εάν η αντιπαράθεση με τη συγκεκριμένη κριτική γινόταν στο αντίστοιχο επίπεδο της αντίκρουσης, αντί να τσουβαλιάζεται σε άσχετες κατηγορίες…

Ολα αυτά τα αναφέρω γιατί ένα άρθρο που είχα γράψει τότε με τίτλο «Η εκδίκηση των «αυτοχθόνων»» αντιμετωπίζεται με το μεροληπτικό και άδικο τρόπο που παρουσίασα πιο πριν. Σε κανένα σημείο του άρθρου δεν υπονοείται υπαγωγή της κ. Ρεπούση και του έργου της σε σχέδια ξένων κύκλων που επιδιώκουν να υλοποιήσουν «το σχέδιο της παγκοσμιοποίησης από τη Νέα Τάξη Πραγμάτων»… Το δικό μου κείμενο είναι -νομίζω- εντελώς απαλλαγμένο από κάθε συνωμοσιολογική πρόθεση. Ασκεί κριτική στη βάση μιας διαφορετικής ιστορικής αντίληψης και μιας κριτικής στην κυρίαρχη καθεστωτική ιδεολογία.

Με το δημοσιογραφικό αυτό κείμενο προσπάθησα να εντοπίσω τις ιστορικές αναλογίες (αυτόχθονες και επίγονοί τους: σημερινοί αναθεωρητές) και το συναίσθημα υπεροχής που διαχρονικά έχουν οι «ντόπιοι» έναντι των «προσφύγων». Το κείμενο ξεκινούσε ως εξής:

«Η σύγκρουση των αυτοχθόνων με τους ετερόχθονες, δηλαδή των ντόπιων με τους πρόσφυγες, ταλαιπώρησε τη μετεπαναστατική Ελλάδα για περίπου είκοσι χρόνια. Από το 1830 έως το 1850, οι ετερόχθονες θα δεχτούν μια αλύπητη επίθεση από τους αυτόχθονες, που θα φτάσει μέχρι και σε απολύσεις από το Δημόσιο. Στο πλαίσιο αυτής της σύγκρουσης θα απολυθεί και ο Κωνσταντινουπολίτης Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, του οποίου ο πατέρας -για λόγους αντεκδίκησης- είχε δολοφονηθεί από τους Οθωμανούς. Το 10% του τότε ελληνικού πληθυσμού, που αντιπροσώπευαν οι «ετερόχθονες», θα υποταχθεί, θα αλλοτριωθεί και θα αποδεχτεί την κατάκτηση της εξουσίας στο νεαρό κράτος από τα παραδοσιακά ηγετικά στρώματα της Παλαιάς Ελλάδας, των κοτζαμπάσηδων και των προεστών.

»Από τότε μέχρι σήμερα, η μεγάλη κληρονομιά της ιδεολογικής απόρριψης, του ρατσισμού κατά των ετεροχθόνων και της υποτίμησης των εξωελλαδικών Ελλήνων καλά κρατεί…».

Και τελείωνε έτσι:

«* Η απόκρυψη που επιχειρεί η συγγραφέας του βιβλίου, ποιοτικά είναι αντίστοιχη με τις προσπάθειες συγκάλυψης του Ολοκαυτώματος. Μπορεί το Ολοκαύτωμα να μην τολμά να το αποκρύψει, όμως την άλλη μεγάλη γενοκτονία -αναγνωρισμένη και αυτή διεθνώς- των Αρμενίων την αποκρύπτει με έναν εξίσου προκλητικό τρόπο. Είναι σαφές γιατί: γιατί βρίσκεται στην ίδια κατηγορία με τις γενοκτονίες των Ελλήνων της Ανατολής. Η μοίρα των χριστιανικών πληθυσμών πρέπει να αποσιωπηθεί, γιατί ακριβώς αποκαλύπτει τη φύση του τουρκικού εθνικισμού.

* Ετσι και αλλιώς το βιβλίο αυτό έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την ιστορική εμπειρία των προσφυγογενών πληθυσμών της σύγχρονης Ελλάδας. Θα δούμε στο άμεσο μέλλον, εάν η ίδια η κοινωνία επιτρέψει αυτή την προσπάθεια ολοκλήρωσης των γενοκτονιών μέσα από την αποσιώπησή τους».

Επιλεγόμενα

Πάντως, ο αναγνώστης δεν θα πρέπει να μείνει με την άσχημη γεύση και την υπόνοια ότι τα μεταπτυχιακά της Θεσσαλονίκης είναι προκατειλημμένα, στρατευμένα και αμέθοδα. Μπορεί η κ. Ρεπούση να ήθελε να πάρει την «επιστημονική» ρεβάνς, χρησιμοποιώντας μια φοιτήτρια, με την οποία υπήρχαν αντικειμενικά σχέσεις εξάρτησης, όμως το συγκεκριμένο μεταπτυχιακό έχει και αρετές. Πρωτίστως πρέπει να σημειώσουμε ότι η μεταπτυχιακή φοιτήτρια έκανε δύο πολύ χρήσιμες δουλειές: αφ’ ενός συγκέντρωσε τις εργασίες για τις θεωρίες συνωμοσίας και διατύπωσε το θεωρητικό σχήμα και αφ’ ετέρου μάζεψε τα πάσης φύσεως κριτικά και κατακριτικά κείμενα για το βιβλίο Ιστορίας της Στ’ Δημοτικού που είχαν δημοσιευθεί στις θεσσαλονικώτικες εφημερίδες…..

*Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας, μαθηματικός,https://kars1918.wordpress.com/

ΡΕΠΟΥΣΗ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΥΛΑ 1 a

ΡΕΠΟΥΣΗ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΥΛΑ 2

ΡΕΠΟΥΣΗ-ΣΤΡΑΤΗΓΟΥΛΑ 3 a

biblio-st-dhmotikou-repoush

4 comments so far

  1. Η ΠΡΩΤΗ ΓΡΑΦΗ ΤΟΥ ΠΑΡΑΠΑΝΩ ΑΡΘΡΟΥ:
    ———————————————————————-

    «Η Στρατηγούλα, η Μαρία, οι θεωρίες συνωμοσίας».

    Ο τίτλος αυτός θα μπορούσε να αντιστοιχεί σε μια σαπουνόπερα με τη δομή των τουρκικών σίριαλ, με εθνικιστές, μεγάλες δυνάμεις, κατασκόπους, και όλα αυτά δοσμένα με τον αέρα των μεταμοντέρνων ιστορικών.

    Ένας άλλος τίτλος, ποιό κοντά στην πραγματικότητα, θα μπορούσε να είναι ο σαρκαστικός: «Τα μάστερ της Θεσσαλονίκης» με θέμα ενταγμένο στην «περί Θεσσαλονίκης και αλλοτρίωσης» ενότητα που έχουμε καθιερώσει σε τούτο το μπλογκ.

    Η αφορμή δόθηκε από μια «διπλωματική εργασία» (μεταπτυχιακού επιπέδου!) που έγινε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΑΠΘ από την Στρατηγούλα Παντουβάκη και επιβλέπουσα καθηγήτρια την Μαρία Ρεπούση και τίτλο: «Παρουσίαση και Ανάλυση των θεωριών συνωμοσίας, όπως εκφράστηκαν από τον έντυπο Τύπο της Θεσσαλονίκης με αφορμή την διαμάχη για το σχολικό εγχειρίδιο της Ιστορίας της Στ’ δημοτικού».

    Είναι απολύτως θεμιτό όταν κάποιος προσπαθεί με οποιονδήποτε τρόπο να αποτινάξει από πάνω του μια δημόσια κατηγορία. Προσωπικά δεν αποδέχομαι την ηθικιστική άποψη ότι ο κάθε δημοσιογράφος ή οποιοσδήποτε άλλος έχει το δικαίωμα να συκοφαντεί δημοσίως ατιμωρητί και «να πετά λάσπη», χωρίς κανόνες και κυρίως χωρίς αιτιολόγηση.

    Έτσι, δεν θα μπορούσε να αμφισβητήσω το δικαίωμα της κ. Μ. Ρεπούση να απαντήσει με όποιο τρόπο αυτή νομίζει στους ποικίλους κριτές της για τον τρόπο που προσέγγισε την ιστορία στο «περίφημο» βιβλίο Ιστορίας της Στ’ δημοτικού που ταλάνισε την Ελλάδα για κάποια χρόνια. Δεν θα ασκούσα κριτική ούτε στην -όχι και τόσο δόκιμη- προσπάθεια να αντιπαραθέσει άμεσα -χωρίς να κρατά ούτε τα προσχήματα- τα δικά της επιχειρήματα μέσω μιας διπλωματικής εργασίας μιας φοιτήτριάς της, έχοντας η ίδια (η κ. Ρεπούση) την επίβλεψη της «διπλωματικής μεταπτυχιακής», αρκεί αυτή να τηρούσε στοιχειώδεις κανόνες της έρευνας και να μην ήταν τόσο κραυγαλέα απολογητική προτείνοντας ένα ασπρόμαυρο σχήμα. Η Στρατηγούλα Παντουβάκη χρησιμοποιεί -φαντάζομαι με την καθοδήγηση της επιβλέπουσας καθηγήτριας- ως θέσφατο αδιαπραγμάτευτο και σημείο απόλυτης ιστορικής ακρίβειας το βιβλίο της Ρεπούση και όλες τις κριτικές προς αυτό τις εντάσσει στις θεωρίες συνωμοσίας. Οπότε, δεν υπάρχει ούτε διακρίνει χώρο για κριτική απαλλαγμένη από τις θεωρίες αυτές. Στη θέση του «καλού», του σύγχρονου, του σωστού, και του επιστημονικά έγκυρου, βρίσκεται το έργο και οι απόψεις της κ. Ρεπούση και από την άλλη όλοι οι άλλοι, πλίνθοι τε και κέραμοι ατάκτως εριμένοι και καλά τακτοποιημένοι σε δύο -αποκλειστικά δύο- κατηγορίες οπαδών συνομωτικών σχεδίων: «στο σχέδιο της παγκοσμιοποίησης από τη Νέα Τάξη Πραγμάτων και στο σχέδιο της διόρθωσης των σχολικών βιβλίων».

    Λιάκος ο οδηγός μας!!!

    Το ιδεολογικό πλαίσιο και η ματιά της αποτίμησης της κριτικής που ασκήθηκε στο βιβλίο της κ. Ρεπούση, δεν μπορούσε να προέρχεται από αλλού, παρά από τον γκουρού του χώρου. Τον ιστορικό Αντώνη Λιάκο, τον οποίο και τους οπαδούς του, ο Νάσος Βαγενάς χαρακτήρισε ως «ζηλωτές της υπερμοντέρνας θεωριοκρατούμενης ιστοριογραφίας» και τους αντιδιέστειλε με τους «μουτζαχεντίν της λαϊκής εθνικοθρησκευτικής πρόσληψης της ελληνικής ιστορίας» , ως τα δύο απεχθή άκρα του ανορθολογισμού.

    Γράφει λοιπόν η Στρατηγούλα Παντουβάκη στην Εισαγωγή: «Σύμφωνα με τον Λιάκο, τρία είναι τα κύρια σημεία εστίασηςτης κριτικής…1) ο τρόπος με τον οποίο περιγράφονται οι τέσσερις αιώνες οθωμανικής κυριαρχίας… 2) ο ρόλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας στη διαμόρφωση της εθνικής ελληνικής συνείδησης…. 3) ο τρόπος με τον οποίο περιγράφεται η έξοδος του ελληνικού πληθυσμού από τη Μικρά Ασία το 1922 μετά τον ελληνοτουρκικό πόλεμο. Τ τρία αυτά θέματα είναι θεμελιώδη για την ελληνική εθνική μυθολογία και εθνικιστική ιδεολογία….»

    Για τα δύο πρώτα δεν έχουμε να πούμε και πολλά. Μισές αλήθεις και μισά ψέματα!! Για τα θέματα αυτά έχουν απαντήσει οι πρωτεργάτες της Επανάστασης και τα πρώτα επίσημα κείμενα τα ελληνικού έθνους-κράτους. Το κορυφαίο όμως του κ. Λιάκου είναι το τρίτο, όπου η αλήθεια αντιστρέφεται, το ιστορικό παρελθόν πλαστογραφείται, η Μνήμη του λαού εξευτελίζεται. Αυτή η σχολή των Αρνητών της Γενοκτονίας συγκαλύπτει την βία ενός άγριου μιλιταριστικού εθνικισμού εις βάρος άμαχων πληθυσμών. Έτσι, η Γενοκτονία των χριστιανικών πληθυσμών που είχε αποφασιστεί πολύ νωρίτερα και είχε ξεκινήσει από το 1914 αποσιωπάται πλήρως στην ιστορική τους αντίληψη και ενοχοποιείται ως «εθνική μυθολογία και εθνικιστική ιδεολογία» η Μνήμη της σφαγής του ελληνικού και αρμενικού πληθυσμού, που συνέβη στο τέλος του ελληνοτουρκικού πολέμου.

    Αυτό πάντως που θα μπορούσαμε να παρατηρήσουμε με μια πρώτη ματιά είναι ότι το σχήμα άσπρο-μαύρο διακρίνει όλη τη διπλωματική και υπάρχει ως κύριο μεθοδολογικό εργαλείο. Όσοι ασκούν κριτική είναι αναμφισβήτητα οι «κακοί», οι εθνικιστές, οι αντιδραστικοί, οι σκοταδιστές. Έτσι λοιπόν, στην Εισαγωγή πληροφορούμαστε ότι οι πρώτες αντιδράσεις προήλθαν από την Εκκλησία. Οποίον λάθος!!! Και μόνο στο «Αντίβαρο» αν είχε ανατρέξει, όπου συγκεντρώθηκε το μεγαλύτερο μέρος των αρντικώ προς το βιβλίο κειμένων, θα είχε μάθει ότι η πρώτη αντίδραση προήλθε από το Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού (Αθήνα, Ιούλιος 2006) το οποίο με Ψήφισμά του διαμαρτυρήθηκε για την παράλειψη των συγκεκριμένων σελίδων της νεοελληνικής Ιστορίας από το επίμαχο βιβλίο. Το Ψήφισμα (ψηφίστηκε ομόφωνα από εκπροσώπους 541 οργανώσεων απ’ όλο τον κόσμο) εντόπιζε τα εξής θέματα: «Το νέο βιβλίο Ιστορίας της Στ’ δημοτικού, που βρίσκεται στη διαδικασία έκδοσης, έρχεται σε αντίθεση με ομόφωνες αποφάσεις της Βουλής των Ελλήνων, παραποιεί την Ιστορία, απενοχοποιεί τον τουρκικό εθνικισμό, αποσιωπά τις διώξεις των χριστιανικών πληθυσμών και προσβάλλει ιδιαίτερα τον ποντιακό ελληνισμό που υπέστη Γενοκτονία. Ζητάμε: να επανεξεταστεί η σχετική έκδοση, ώστε να είναι συμβατή και με τις αποφάσεις του ελληνικού Κοινοβουλίου, αλλά και με τη συλλογική ιστορική μνήμη του ποντιακού ελληνισμού και του συνόλου του ελληνικού λαού»

    Αλλά αυτά είναι ψηλά γράμματα, who care!

    Μέσα σ΄αυτό το πλαίσιο που όρισε ο κ. Λιάκος επιχειρήθηκε η αποτίμηση της κριτικής που ασκήθηκε στο έργο της κ. Ρεπούση.

    Όμως, υπάρχει και τρίτη κατηγορία

    Αν οι κατηγορίες των κειμένων που ασκούσαν κριτική ορίστηκαν στην εργασία της Παντουβάκη ως δύο, εμείς οφείλουμε να σημειώσουμε ότι υπήρξε και μια τρίτη κατηγορία, που δεν είχε καμιά απολύτως σχέση με τις βολικές παραπάνω δύο. Στην τρίιτη αυτή κατηγορία ανήκουν τα κείμενα που επισήμαιναν τις επιστημονικές αδυναμίες του συγκεκριμένου βιβλίου και τόνιζαν τις σιωπές και τις αφαιρέσεις που υπήρχαν. Σίγουρα, ένα πολύ μεγάλο μέρος των άρθρων που ασκούσαν κριτική ή κατήγγειλαν ακόμα, ανήκουν στις δύο συνωμοσιολογικές κατηγορίες. Όμως είναι ανέντιμο να εντάσσονται σ’ αυτές και κριτικές που ουδεμία συνωμοσιολογική πρόθεση είχαν. Θα ήταν ηθικότερο και εντιμότερο εάν η αντιπαράθεση με τη συγκεκριμένη κριτική γινόταν στο αντίστοιχο επίπεδο της αντίκρουσης, αντί να τσουβαλιάζεται σε άσχετες κατηγορίες…

    Όλα αυτά τα αναφέρω γιατί ένα άρθρο που είχα γράψει τότε με τίτλο «Η εκδίκηση των ‘αυτοχθόνων»» αντιμετωπίζεται με τον μεροληπτικό και άδικο τρόπο που παρουσίασα πιο πριν. Σε κανένα σημείο του άρθρου δεν υπονοείται υπαγωγή της κ. Ρεπούση και του έργου της σε σχέδια ξένων κύκλων που επιδιώκουν να υλοποιήσουν «το σχέδιο της παγκοσμιοποίησης από τη Νέα Τάξη Πραγμάτων»… Το δικό μου κείμενο είναι -νομίζω- εντελώς απαλλαγμένο από κάθε συνομωσιολογική πρόθεση. Ασκεί κριτική στη βάση μιας διαφορετικής ιστορικής αντίληψης και μιας κριτικής στην κυρίαρχη καθεστωτική ιδεολογία.

    Με το δημοσιογραφικό αυτό κείμενο προσπάθησα να εντοπίσω τις ιστορικές αναλογίες (αυτόχθονες-σημερινοί αναθεωρητές) και το συναίσθημα υπεροχής που διαχρονικά έχουν οι «ντόπιοι» έναντι των «προσφύγων». Το κείμενο ξεκινούσε ως εξής:

    » •Η σύγκρουση των αυτοχθόνων με τους ετερόχθονες, δηλαδή των ντόπιων με τους πρόσφυγες, ταλαιπώρησε τη μετεπαναστατική Ελλάδα για είκοσι περίπου χρόνια. Από το 1830 έως το 1850, οι ετερόχθονες θα δεχτούν μια αλύπητη επίθεση από τους αυτόχθονες, που θα φτάσει μέχρι και απολύσεις από το δημόσιο. Στο πλαίσιο αυτής της σύγκρουσης θα απολυθεί και ο κωνσταντινουπολίτης Κωνσταντίνος Παπαρηγόπουλος, του οποίου ο πατέρας –για λόγους αντεκδίκησης- είχε δολοφονηθεί από τους Οθωμανούς. Το 10% του τότε ελληνικού πληθυσμού, που αντιπροσώπευαν οι «ετερόχθονες», θα υποταχθεί, θα αλλοτριωθεί και θα αποδεχτεί την κατάκτηση της εξουσίας στο νεαρό κράτος από τα παραδοσιακά ηγετικά στρώματα της Παλαιάς Ελλάδας, των κοτζαμπάσηδων και των προεστών.

    •Από τότε μέχρι σήμερα, η μεγάλη κληρονομιά της ιδεολογικής απόρριψης, του ρατσισμού κατά των ετεροχθόνων και της υποτίμησης των εξωελλαδικών Ελλήνων, καλά κρατεί….»

    ….και τελείωνε έτσι:

    •Η απόκρυψη που επιχειρεί η συγγραφέας του βιβλίου, ποιοτικά είναι αντίστοιχη με τις προσπάθειες συγκάλυψης του Ολοκαυτώματος. Μπορεί το Ολοκαύτωμα να μην τολμά να το αποκρύψει, όμως την άλλη μεγάλη γενοκτονία -αναγνωρισμένη και αυτή διεθνώς- των Αρμενίων την αποκρύπτει με έναν εξίσου προκλητικό τρόπο. Είναι σαφές γιατί: γιατί βρίσκεται στην ίδια κατηγορία με τις γενοκτονίες των Ελλήνων της Ανατολής. Η μοίρα των χριστιανικών πληθυσμών πρέπει να αποσιωπηθεί, γιατί ακριβώς αποκαλύπτει τη φύση του τουρκικού εθνικισμού.

    •Έτσι και αλλιώς το βιβλίο αυτό έρχεται σε ευθεία σύγκρουση με την ιστορική εμπειρία των προσφυγογενών πληθυσμών της σύγχρονης Ελλάδας. Θα δούμε στο άμεσο μέλλον, εάν η ίδια η κοινωνία επιτρέψει αυτή την προσπάθεια ολοκλήρωσης των γενοκτονιών μέσα από την αποσιώπησή τους.»

    Γιατί Μαρία μόνη σου;

    Δυστυχώς, τα πράγματα έγιναν όπως σας τα περιγράφω. Το όλο πλαίσιο το βλέπετε και στο εξώφυλλο της διπλωματικής. Μια, αν και λιγάκι αφελής και ανεξάρτητα από τα παραπάνω, ερώτηση θα ήταν «Μα καλά, δεν υπήρχε ούτε ένας συνάδελφος που να μπορούσε να εποπτεύσει, ώστε να μην υπάρχει μια τέτοια κραυγαλέα ταύτιση μελετώμενου, μελετητή και επόπτη. Μια ταύτιση που από μόνη της υποθηκεύει την αξιοπιστία της εργασίας;»

    Αν θέλετε να βρείτε την εργασία μπορείτε να τη ζητήσετε κατ’ ευθείαν από την ίδια την κ. Ρεπούση στην εξής διευθυνση: repousi@repousi.gr

    Ο αναγνώστης δεν θα πρέπει να μείνει με την άσχημη γεύση και την υπόνοια ότι τα μεταπτυχιακά της Θεσσαλονίκης είναι προκατειλημμένα και αμέθοδα. Μπορεί η κ. Ρεπούση να ήθελε να πάρει την «επιστημονική» ρεβάνς χρησιμοποιώντας μια φοιτήτρια, με την οποία υπήρχαν αντικειμενικά σχέσεις εξάρτησεις, όμως το συγκεκριμένο με τα μεταπτυχιακό της κ. Παντουβάκη ε’ιχε και κάποιες αρετές. Πρωτιστως πρόπει να σημειώσουμε ότι έκανε δύο πολύ χρήσιμες δουλειές: αφενός συγκέντρωσε τις εργασίες για τις θεωρίες συνωμοσίας και διατύπωσε το θεωρητικό σχήμα και αφετέρου μάζεψε τα πάσης φύσεως κριτικά και κατακριτικά κείμενα στις θεσσαλονικώτικες αυτές εφημερίδες.

    Ειδικά το πρώτο κεφάλαιο που είναι, όπως θα λέγαμε, το θεωρητικό μέρος της εργασίας, χαρακτηρίζεται από πρωτοτυπία και εξαιρετική χρησιμότητα. Αναφέρεται στις θεωρίες συνομωσίας, στις σχολές κριτικών των θεωριών αυτών και εξετάζει τον τρόπο με τον οποίο η επιστήμη αλλά και οι πολιτισμικές σπουδές προσεγγίζουν το θέμα αυτό. Επίσης, προσπαθεί να εντοπίσει τη σχέση που έχει η εμφάνιση των θεωριών συνωμοσίας με την ίδια την εποχή, που χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα και από κατάρρευση των προσδοκιών μεγάλου μέρους των πολιτών. Παρακολουθεί την εξέλιξη των θεωριών συνωμοσίας, τη σχέση του κοινού με τους παραγωγούς θεωριών συνωμοσίας, τις πολιτικές και μη πολιτικές θεωρίες. Εξετάζει τις κοινωνικές και επιστημονικές επιπτώσεις των θεωριών αυτών και μελετά τον τρόπο με τον οποίο τα Μέσα Μαζικής Ενημέρωσης πραουσιάζουν τις θεωρίες συνωμοσίας.

  2. http://www.kathimerini.gr/708954/opinion/epikairothta/arxeio-monimes-sthles/h-allh-istoriografia

    Του Βλαση Αγτζιδη – Διδάκτορος Σύγχρονης Ιστορίας

    Η άλλη ιστοριογραφία

    ΑΡΧΕΙΟ ΜΟΝΙΜΕΣ ΣΤΗΛΕΣ 24.04.2008

    Τον Ιούλιο του 2006 ξεκίνησε η μεγαλύτερη συζήτηση για ιδεολογικά, ιστορικά και κοινωνικά ζητήματα που έλαβε ποτέ χώρα στη μεταπολιτευτική Ελλάδα. Αφορμή ήταν ένα βιβλίο Ιστορίας, που προοριζόταν για τη ΣΤ΄ Δημοτικού.

    Αυτό που απεκρύβη κατά τη 13μηνη περίπου σκληρή αντιπαράθεση ήταν ότι το σύνολο των προσφυγικών οργανώσεων (πάνω από 1.000 οργανώσεις πολιτών), καθώς και ο κύρος όγκος της Αριστεράς στάθηκαν κριτικά απέναντι στη συγκεκριμένη απόπειρα αναθεώρησης της Ιστορίας.

    Η πλέον ενδιαφέρουσα κριτική στον συγκεκριμένο τρόπο διαχείρισης της Ιστορίας προήλθε από τους απογόνους των προσφύγων του ’22. Με μια πρωτοφανή ομοφωνία και με τη διατύπωση ενός ψύχραιμου κριτικού λόγου, επανέφεραν στο προσκήνιο ερμηνείες, που η νεοελληνική ιστοριογραφία συστηματικά είχε απωθήσει τις δεκαετίες μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Εκφράζοντας παραδοσιακά την ιδεολογική ματιά της «μικράς πλην εντίμου» και «εξορίζοντας» κυριολεκτικά από το νεοελληνικό πεδίο τον ελληνισμό της Ανατολής, αντιμετώπισε αμήχανα την εμφάνιση ενός δυναμικού και σύγχρονου προσφυγικού λόγου.

    Την αμηχανία αυτή περιέγραψε εύστοχα ένας από τους σημαντικούς σύγχρονους ιστορικούς μας, ο Βασίλης Παναγιωτόπουλος:

    «Δίπλα στον παλαιο-ελλαδίτικο τοπικισμό, αυτός ο αναβιωμένος προσφυγικός λόγος του πένθους και της διεκδίκησης έρχεται να διεμβολίσει από μια απροσδόκητη πλευρά το νηφάλιο εθνικό σχήμα της κοινωνικής συνοχής και της πολιτιστικής μας ταυτότητας, που με τόσες προσπάθειες πάει να συγκροτηθεί τις τελευταίες δεκαετίες, μετά τη μεταπολίτευση, στη χώρα μας. Ποντιακός ελληνισμός, μικρασιατική προσφυγιά, κυπριακός ξεριζωμός κ.ά. τραγικές στιγμές του Νέου Ελληνισμού, δεν διεκδικούν απλά μια θέση στο βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, αλλά ζητούν ένα εφαλτήριο για ένα διορθωτικό εγχείρημα μέσα στο πεδίο της ιστορίας, προσβλέποντας σε μια αναδρομική διόρθωσή της. Ζητούν να κερδίσουν τη μάχη της μνήμης (που φυσικά δεν έχει χαθεί) ταυτίζοντάς την με τη μάχη των εδαφών και των χαμένων πατρίδων, μια μάχη που κανείς δεν τολμά ωστόσο ούτε να ομολογήσει και ούτε να προτείνει τον τρόπο της διεξαγωγής της…».

    Την περιγραφή του πλαισίου μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η προσφυγική κριτική τη διαβάσαμε στο καλό ιστολόγιο «Πόντος και Αριστερά»:

    «Απ’ την πλευρά μας, η σύγκρουση για το βιβλίο της Ιστορίας δεν έγινε για την αφηρημένη «υπεράσπιση της εθνικής ταυτότητας από την παγκοσμιοποίηση», αλλά γιατί θεωρήσαμε και θεωρούμε ότι αποκρύπτονται -με αναθεωρητικό τρόπο- πλευρές του ιστορικού παρελθόντος στο όνομα του πολιτικά ορθού. Και θεωρούμε επίσης ότι αυτό το «πολιτικά ορθόν» σήμερα εκφράζει την πραγματική εξουσία στην Ελλάδα, καθώς και τους νέους προσανατολισμοόυς του ελληνικού καπιταλισμού. Για μας, η αναθεώρηση που επιχείρησαν οι συγγραφείς του βιβλίου σχετίζεται επίσης και με την αναίρεση των κατακτήσεων της δεκαετίας του ’90 και την επανάκαμψη του ιδεολογικού απαρτχάιντ, που είχε οργανώσει μέχρι τότε η εξουσία για τους Ελληνες της Ανατολής και τους πρόσφυγες του ’22. Και η επανάκαμψη αυτή είχε πολύ πιο βίαια, κυνικά και βάρβαρα χαρακτηριστικά, από αυτά που μας είχαν συνηθίσει παλιότερα οι απλοϊκοί δεξιοί και η παραδοσιακή εθνικοφροσύνη…».

    Η βαθύτατη ρήξη των προσφυγικών οργανώσεων με τη συγκεκριμένη εκδοχή της νεοελληνικής ιστοριογραφίας οφείλεται πρωτίστως στη μη συμπερίληψη των κατακτήσεων της κοινωνίας των πολιτών της δεκαετίας του ’90. Τότε κλείνουν ουσιαστικά οι πολιτικές εκκρεμότητες των προσφύγων της Ανατολής με το ελληνικό κράτος, με την αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστησαν από τον τουρκικό εθνικισμό κατά την περίοδο τα 1914-1923, με την καθιέρωση δύο επίσημων Ημερών Μνήμης (19 Μαΐου και 14 Σεπτεμβρίου).

    Οι προσφυγικές οργανώσεις, λοιπόν, εντοπίζουν την αντίφαση να διδάσκεται στο κράτος που αναγνώρισε τις γενοκτονίες από ένα βιβλίο Ιστορίας ιστορία που υποβαθμίζει με τον πλέον απόλυτο τρόπο την προσφυγική ιστορική εμπειρία. Καταγγέλλουν με ένταση την «αναθεωρητική ερμηνεία», και παραλληλίζουν τη στάση αυτή με τη στάση των αναθεωρητών του Ολοκαυτώματος και των αρνητών των Γενοκτονιών. Επισημαίνουν ότι οι συγγραφείς του βιβλίου, όσον αφορά την αποσιώπηση της αρμενικής γενοκτονίας, θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν τους νόμους στην Ευρώπη που θεωρεί ως έγκλημα την αιτιολόγηση των γενοκτονιών. Θεωρούν ότι υπεύθυνα για τη διαιώνιση των ιστορικών αποσιωπήσεων είναι «τα αντιδραστικά αντανακλαστικά της «αυτοχθόνου» ιδεολογίας».

    Η «Ενωση Σμυρναίων» θα γράψει στην καταγγελία της: «Ετσι ο Μικρασιατικός Ελληνισμός εξοβελίζεται από το γνωστικό πεδίο των 12χρονων παιδιών, με συνέπειες τραγικές για το μέλλον αυτού του τόπου». Η σύγκρουση άρχισε τον Ιούλιο του 2006, όταν ψηφίστηκε ομόφωνα από εκπροσώπους 541 οργανώσεων ένα ψήφισμα στο 6ο Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού: «Το νέο βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, που βρίσκεται στη διαδικασία έκδοσης, έρχεται σε αντίθεση με ομόφωνες αποφάσεις της Βουλής των Ελλήνων, παραποιεί την Ιστορία, απενοχοποιεί τον τουρκικό εθνικισμό, αποσιωπά τις διώξεις των χριστιανικών πληθυσμών και προσβάλλει ιδιαίτερα τον ποντιακό ελληνισμό που υπέστη Γενοκτονία.».

    Η αντίθεση που προέκυψε με αφορμή το βιβλίο Ιστορίας δεν έχει περιστασιακά χαρακτηριστικά. Οι ίδιες οι προσφυγικές οργανώσεις αναπτύσσουν μια παράλληλη ιστοριογραφία, που αμφισβητεί πολλά από τα παραδεδεγμένα στερεότυπα της κυρίαρχης νεοελληνικής. Η απορριπτική και υπεροπτική παράλληλα αντιμετώπιση δεν φαίνεται να αποδίδει καρπούς. Αντιθέτως, βαθαίνει το ρήγμα. Ακόμα και η μετανεωτερική εποχή μας, συνδυασμένη με τις απελπιστικά νεωτερικές συμπεριφορές του περιβάλλοντος παλιού κομμουνιστικού κόσμου, ενισχύει την ανάπτυξη της παράλληλης ιστοριογραφίας και την εμπέδωση των ιδεολογικών, και όχι μόνο, αντιπαθειών και προκαταλήψεων.

    Ισως να είναι η κατάλληλη στιγμή να αντιμετωπιστεί με ειλικρίνεια το συγκεκριμένο φαινόμενο. Ισως θα έπρεπε να ανοίξει επιτέλους ένας διάλογος μεταξύ των «επίσημων» ιστορικών -των Νέων Ιστορικών συμπεριλαμβανομένων- με τους ιστορικούς του προσφυγικού χώρου. Ετσι ώστε μέσα από έναν ειλικρινή επιστημονικό διάλογο, να συμφωνηθεί ένα νέο ιστορικό αφήγημα, που θα συμπεριλαμβάνει το σύνολο των ομάδων που κατοικούν, οριστικά πλέον, στα εδάφη του ελληνικού έθνους – κράτους.

  3. «Μια μικρή ομάδα ανθρώπων, αψηφώντας την πραγματικότητα, αρνείται την ύπαρξη των θαλάμων αερίων. Τους ονομάζουμε αρνητές του Ολοκαυτώματος. Άλλοι, περισσότεροι σε αριθμό, θεωρούν ότι οι θάλαμοι αερίων δεν είναι παρά μια «λεπτομέρεια» του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Η αιτία που κρύβεται πίσω από αυτή τη στάση είναι ο αντισημιτισμός. Εάν το Άουτσβιτς δεν υπήρξε, τότε εκείνοι μπορούν με ήσυχη τη συνείδηση να είναι εκ νέου αντισημίτες»

    Wieviorka Annete «Το Άουτσβιτς, όπως το εξήγησα στην κόρη μου» Εκδόσεις Πόλις, 2013

  4. Σταύρος Λυγερός Η ΥΦΑΡΠΑΓΗ ΤΗΣ ΕΘΝΙΚΗΣ ΤΑΥΤΟΤΗΤΑΣ Ο πυρήνας της διαμάχης για το βιβλίο Iστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού είναι βαθύτατα ιδεολογικός και αφορά τον διαφορετικό τρόπο με τον οποίο γίνεται αντιληπτή στις σημερινές συνθήκες η έννοια του εθνικού συμφέροντος και τελικώς η έννοια της εθνικής ταυτότητας. Απ’ αυτήν την άποψη είναι ένας ακόμα κρίκος μιας αλυσίδας αντιπαραθέσεων, που μέχρι τώρα αφορούσαν κυρίως πτυχές της εξωτερικής πολιτικής. Πέρα από την κάθετη ιδεολογική διάκριση σε Αριστερά – Δεξιά, που σε γενικές γραμμές αντιστοιχεί στον κομματικό χάρτη, έχει διαμορφωθεί και μία δεύτερη, η οποία τέμνει οριζοντίως και τις πολιτικές και τις κοινωνικές ελίτ. Όπως συμβαίνει δε πάντα σε τέτοιες αντιπαραθέσεις, και στη μία και στην άλλη πλευρά στοιχίζονται διαφορετικές μεταξύ τους δυνάμεις. Μακάρι στη μία να υπήρχαν μόνο κάποιοι γραφικοί εθνικιστές ή στην άλλη μόνο κάποιοι πράκτορες. Έχουμε, όμως, να κάνουμε με δύο μεγάλα ρεύματα, στους κόλπους των οποίων υπάρχουν και σοβαρές και γελοιογραφικές εκδοχές, και συντηρητικοί και προοδευτικοί, και ιδεολόγοι και ωφελιμιστές. Όλοι σχεδόν συμφωνούν ότι η Ελλάδα πρέπει να είναι εξωστρεφής, πρέπει να συμμετέχει δυναμικά και δημιουργικά στο παγκόσμιο γίγνεσθαι. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν θα το κάνει κουβαλώντας τις εθνικές της αποσκευές ή ως εθνικά «πολτοποιημένη» κοινωνία, προσαρμοσμένη στις προδιαγραφές της pax americana. Το βασικό πρόβλημα με το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού είναι ότι αντικειμενικά υπηρετεί το δεύτερο. Στο όνομα της κατά τα άλλα σωστής θέσης ότι πρέπει να μην καλλιεργούμε τη μισαλλοδοξία στους μαθητές, πάει στο άλλο άκρο: απονευρώνει την ιστορία, πολτοποιεί την αίσθηση του ανήκειν και συμβάλλει σε μια διαδικασία που αντικειμενικά οδηγεί στην «υφαρπαγή» της εθνικής ταυτότητας. Μόνο, όμως, αυτός που έχει ιθαγένεια μπορεί να την αναγνωρίσει ειλικρινώς και στον «άλλο». Διαφορετικά, η στάση έναντι του «άλλου» εκφυλίζεται στις επιταγές του «πολιτικά ορθού». Σε μια τυπική αναγνώριση, δηλαδή, που ενίοτε κρύβει βαθιά περιφρόνηση. Σε κάθε χώρα, η διδασκαλία της ιστορίας στα σχολεία εκ των πραγμάτων διαμορφώνει την εθνική συνείδηση. Το επίμαχο βιβλίο δεν υπερβαίνει απλώς μια στείρα ελληνοκεντρική ανάγνωση της ιστορίας. Έχοντας αναθέσει στον εαυτό της την αποστολή να ξεριζώσει τον εθνικισμό, η συγγραφέας υπέβαλε την ιστορία στη δική της προκρούστεια κλίνη. Δεν είναι τυχαίο, βεβαίως, ότι εξωραΐζει την οθωμανική κατοχή. Στην πραγματικότητα, προσπαθεί να περάσει από το παράθυρο μια δογματική αντίστροφη «εθνική ιδεολογία», πολύ πιο επικίνδυνη από τους –μάλλον αγαθούς– εθνικούς μύθους, που με τόσο φανατισμό προσπαθεί να αποδομήσει εφ. ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 23 Μαρτίου 2007 * * * Κώστας Φωτιάδης ΤΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΟ ΖΗΤΗΜΑ ΣΤΟ ΝΕΟ ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΣΤ’ ΔΗΜΟΤΙΚΟΥ Η ενασχόλησή μου με το βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού της κ. Ρεπούση απορρέει πρώτα από την ιδιότητά μου ως ιστορικού που αναλώθηκε στη μελέτη των ιστορικών γεγονότων του ευρύτερου χώρου της Μικράς Ασίας και έπειτα από την ιδιότητά μου ως παιδί πρόσφυγα προερχόμενου από το χώρο του ιστορικού Πόντου. Επειδή φρονώ ότι και οι δύο αυτές ιδιότητές μου στοιχειοθετούν το δικαίωμα να εκφράζω άποψη αναφορικά με το μείζον κατά την εκτίμησή μου ζήτημα της συγκεκριμένης διαχείρισης του Μικρασιατικού θέματος από το εγχειρίδιο της κ. Ρεπούση, αποφάσισα να καταθέσω και τη δική μου αντίληψη των πραγμάτων. Η πρώτη θεωρητική-ιδεολογική ένσταση που έχω αφορά στο μείζον ζήτημα του τι είναι η ιστορία. Σύμφωνα με την παραδοσιακή αντίληψη της ιστορίας που κυριάρχησε ώς το 1940 η ιστορία ήταν μια παράδοση προσέγγισης των πρωτογενών πηγών. Η παράδοση αυτή σχετιζόταν με τον έλεγχο της γνησιότητάς τους, ενώ ο ιστορικός αποδεχόταν την εξάλειψή του ως υποκειμένου για να πετύχει την ανάπλαση του παρελθόντος μέσα από τον αφηγηματικό λόγο. Με το ιστοριογραφικό παράδειγμα της σχολής των Annales η ιστορία έπαψε να λειτουργεί ως αφήγημα και αντιμετωπίστηκε ως πρόβλημα. Σύμφωνα με την εκδοχή του μοντερνισμού ο οποίος αποτελεί έναν συγκερασμό του θετικισμού, του μαρξισμού και του δομισμού στα πλαίσια της ιστορίας ο ιστορικός διαλέγεται με τις ποικίλες όψεις μιας πολύμορφης πραγματικότητας, μέρος της οποίας αντιπροσώπευαν οι πηγές και να διαμορφώσει τη δική του ολιστική προσέγγιση. Ακόμα ο ιστορικός οδηγείται σε μια αναγωγή του ειδικού στο γενικό και του τοπικού στο εθνικό και το παγκόσμιο και σε μια αντιστοίχηση υλικών, δομών και νοοτροπιών. Οι μεταβολές στο οικονομικό πεδίο ευθύνονται σύμφωνα με τον μοντερνισμό για τη μετεξέλιξη των ιδεών στο πεδίο της κοινωνίας ενώ οι δομές και πολύ λιγότερο τα υποκείμενα διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο στην ιστορική εξέλιξη. Πριν από το τέλος του 20ου αιώνα δημιουργήθηκε μια κρίση δομών στις ιστορικές σπουδές που οδήγησε στο εγχείρημα του μεταμοντερνισμού ή της μετανεωτερικότητας. Τα βασικά σημεία τριβής με το ερμηνευτικό μοντέλο του μοντερνισμού είναι η στροφή του ενδιαφέροντος στην πολιτισμική ιστορία, η αντίληψη ότι οι πηγές είναι κείμενα που διαμεσολαβούν ανάμεσα στην ιστορική πραγματικότητα και στην αφηγηματική της αναπαράσταση, η εισαγωγή του ερμηνευτικού σχήματος της ασυνέχειας και η έμφαση στις ιστορίες επί μέρους ομάδων, τάξεων, κοινωνιών. Επειδή λοιπόν κάθε βιβλίο απαντά με τον τρόπο του στο ερώτημα τι είναι η ιστορία, φρονώ ότι το συγκεκριμένο βιβλίο της ΣΤ’ Δημοτικού ανήκει εξ ορισμού στη μετανεωτερική εκδοχή της ιστορίας, αφού δεν αποπειράται να δημιουργήσει έναν ενιαίο εθνικό ιστορικό μύθο, δίνει ερεθίσματα για να δειχτεί ο διαμεσολαβημένος χαρακτήρας των πηγών (βλ. την πρόταση να συγκριθούν οι αντιδράσεις των Ελλήνων μετά την αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη με τον λόγο του Κεμάλ για την ελληνική κατοχή της Σμύρνης) και παρουσιάζει το εθνικών διαστάσεων γεγονός της μικρασιατικής εκστρατείας και καταστροφής κατακερματισμένο, χωρίς διαθέσεις αιτιοκρατικής προσέγγισης, εκεί όπου η σχολή των Annales θα αναζητούσε διαπλοκές στο διπλωματικό πεδίο. Η εκδοχή ανάγνωσης της ιστορίας που προκρίνεται από τη συγγραφέα πόρρω απέχει εξάλλου της παραδοσιακής εκδοχής που εστίαζε στην προσέγγιση των συμβάντων. Προσωπικά θεωρώ ότι η επιστημονική οπτική των συναδέλφων είναι πάντοτε σεβαστή. Εντοπίζω όμως στη συγκεκριμένη ανάγνωση του Μικρασιατικού Ζητήματος από την κ. Ρεπούση μια μεγάλη αντίφαση: την απόπειρα να συγκεράσει το παραδοσιακό και στη βάση του εθνοκεντρικό εγχείρημα της κατασκευής ενός εγχειριδίου εθνικής ιστορίας για τα παιδιά της ΣΤ’ Δημοτικού με αντιπαραδοσιακά υλικά: με υλικά του μετανεωτερικού παραδείγματος όπως ο κατακερματισμός των πολλών επί μέρους ιστοριών, κοινωνιών και η καθόλου υποψιασμένη και συχνά ύποπτη προσπάθεια να αμβλυνθούν εκείνες οι πτυχές των ιστορικών γεγονότων που χωρίζουν τους ιστορικούς μύθους δύο γειτονικών λαών (στην περίπτωσή μας του ελληνικού και του τουρκικού) και δομούν την αντίληψη της ετερότητας. Και εξηγούμαι: Οι Έλληνες και οι Τούρκοι μπορούν να γίνουν εταίροι σε μια ενιαία Ευρώπη μόνο αν συνειδητοποιήσουν το παρελθόν τους και μπορέσουν να αναθεωρήσουν τα σφάλματα που δυναμίτισαν τις μεταξύ τους σχέσεις. Δεν κερδίζεται η φιλία με «αποσιωπήσεις» του στυλ «χιλιάδες Έλληνες συνωστίζονται στο λιμάνι προσπαθώντας να μπουν στα πλοία και να φύγουν στην Ελλάδα». Η ιστορία είναι αμείλικτη, έχει τη δική της δυναμική και η συλλογική μνήμη της πολιτισμικής ομάδας από την οποία κατάγομαι και για την οποία σεμνύνομαι έχει να επιδείξει πολλές εκατόμβες θυμάτων που σφάζονταν από τους Τούρκους κυνηγούς την ώρα του συνωστισμού. Το κλίμα που δημιουργείται από το βιβλίο προσπαθεί απεγνωσμένα να φέρει στη μνήμη μας αναλογίες με το συνωστισμό στα λιμάνια της σύγχρονης Ελλάδας την περίοδο των θερινών μας διακοπών. Πρόκειται όμως για μια ελάχιστα υποψιασμένη και πολύ ύποπτη εκδοχή της ιστορικής πραγματικότητας. Όσο και αν οι πρωτογενείς πηγές διαμεσολαβούνται οι πρόσφυγες έφτασαν στην Ελλάδα σε μαύρα χάλια. Όσοι ποτέ κατάφεραν να φτάσουν. Και αυτό είναι το μόνο που διαμεσολαβείται έτσι από όλους και από όλες τις ιστορικές σχολές σκέψης. Κυριολεκτικά από όλες. Κατά τα άλλα συμφωνά με το πνεύμα ότι θα πρέπει να διαβάσουμε πάλι τις πηγές να συμφωνήσουμε επιτέλους με τη ρήση του Σολωμού ότι «το έθνος θα πρέπει να θεωρεί εθνικό ό,τι είναι αληθινό» και να δώσουμε απαντήσεις σε νέα ερωτήματα που τίθενται πλέον την περίοδο της παγκοσμιοποίησης όπως «Ποιο το μέλλον της εθνικής ιστορίας σε μια πολυπολιτισμική κοινωνία» ή «Ποιο το δέον γενέσθαι στα πλαίσια της διαπολιτισμικής αγωγής με το μάθημα των επί μέρους εθνικών αναγνωσμάτων». Πρέπει όμως προηγουμένως να συναποφασίσουμε αν μπορούμε να δομήσουμε την εθνική ολιστική προσέγγιση της ιστορίας με μετανεωτερικά υλικά και αν αυτό συμβάλλει στην καλλιέργεια της ιστορικής συνείδησης των μαθητών μας. Ένα από τα σημεία τριβής μου με την παραδοσιακή ιστορική σχολή ήταν και η εμμονή της στην ελλαδοκεντρική διάσταση,. Εξηγούμαι ότι εννοώ την προσκόλληση του ιστορικού αφηγήματος στα πεπραγμένα του Ελληνικού Βασιλείου. Η ιστορία των ελληνικών πληθυσμών που βρέθηκαν έξω από τα όρια του Ελληνικού Κράτους το 1830 ή το 1912 δεν απασχολούσε ποτέ την επίσημη ιστορία. Η στρέβλωση αυτή καθιστούσε εξ ορισμού αναθεωρητέα κατά την εκτίμησή μου την παραδοσιακή σχολική ιστορία. Η αναθεώρηση όμως αυτή έγινε επιδεινώνοντας τα πράγματα στο παρόν βιβλίο και σε λίγο θα νοσταλγούμε τις δώδεκα σελίδες του Μικρασιατικού Ζητήματος του προηγούμενου βιβλίου. Πώς φτάσαμε όμως σε αυτό το σημείο; Η εξήγηση είναι απλή: αν μέχρι τώρα η παρουσίαση ενός ακμαίου ελληνικού πολιτισμού έξω από τα όρια του Ελληνικού Κράτους υπήρχε φόβος ότι θα έδινε τροφή στον νεοελληνικό αλυτρωτισμό, και θα προετοίμαζε ιδεολογικά τους Έλληνες για δυναμικές διεκδικήσεις αλύτρωτων πατρίδων, ο μετασχηματισμός της ανθρωπότητας σε ένα παγκόσμιο χωριό προϋποθέτει τον σταργγαλισμό της εθνικής ιδιαιτερότητας και συνείδησης για να προετοιμαστεί έτσι η αφομοίωση στο αμερικάνικο μοντέλο. Ο αφελληνισμός διευκολύνεται από την ελληνοτουρκική φιλία και την απώλεια της συλλογικής μνήμης. Μόνο έτσι η ανθρωπότητα πορεύεται ειρηνικά σύμφωνα με τους νόμους της παγκόσμιας αγοράς. Και αυτή την αντίληψη ακολουθεί το παρόν βιβλίο που απονευρώνει εσκεμμένα το λόγο και αποφεύγει να δώσει έμφαση σε όσα μας χωρίζουν με τους Τούρκους. Λυπάμαι αλλά δεν θα αντικαταστήσω τον ελλαδοκεντρισμό, που δεν με εκφράζει καθότι θιασώτης του ελληνοκεντρισμού, με το ιδανικό του αμερικανοκεντρισμού. Και έρχομαι τέλος στη σκύλευση της ιστορικής μνήμης των Μικρασιατών και Ποντίων που επιχειρείται από το συγκεκριμένο βιβλίο. Θα μπορούσα σε αυτό το σημείο να γράψω πολλά για τις ιστορικές ανακολουθίες, τις αντιφάσεις του, την έλλειψη καταμερισμού της ύλης ανάμεσα στον ελλαδικό και τον μικρασιατικό – παρευξείνιο Ελληνισμό. ‘Ως πότε θα αγνοούμε συνειδητά τη γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου από τους νεότουρκους και τους κεμαλικούς; Δεν θα πω τίποτα όμως από όλα αυτά. Θα τονίσω μόνο το συναισθηματικό κομμάτι σε ό,τι με αφορά και θα ζητήσω από τη συγγραφέα να μου εξηγήσει πόσο παιδαγωγικά ορθό είναι να έρθουν τα παιδιά μου και τα παιδιά όλων των Μικρασιατών αντιμέτωπα με μια εκδοχή της ιστορίας, όπως αυτή περί συνωστισμού για θερινές διακοπές που υπηρετείται από το παρόν βιβλίο, και στην παράδοση της οικογένειας που φυλάγει τις αναμνήσεις από αυτό το παρελθόν ως οικογενειακά κειμήλια με ξεχωριστή συμβολική αξία. Ποιον θα πιστέψουν τα παιδιά μας; Δεν νομίζετε, κ. Ρεπούση, ότι θα μας κάνετε αναξιόπιστους, ανακόλουθους, αφερέγγυους και μυθομανείς, μόνιμα απολογούμενους απέναντι σε μια νέα γενιά που δεν έχει δικές της μνήμες από πολέμους και καταστροφές; Μας αξίζει κάτι τέτοιο, να αποξενωθούμε και να καταδικαστούμε συλλήβδην ως κατασκευαστές εθνικών μύθων; H διαχείριση της ιστορικής μνήμης των Μικρασιατών και Ποντίων και των άλλων προσφύγων είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να αντιμετωπιστεί μέσα από ένα βιβλίο σαν της κ. Ρεπούση. Τόσο σοβαρή ώστε το συγκεκριμένο βιβλίο μας πληγώνει σήμερα. Και μας κάνει να αισθανόμαστε κι εμείς πρόσφυγες και σήμερα στην Ελλάδα που δεν συμμερίζεται τις ευαισθησίες μας. Καιρός του σπείρειν, καιρός του θερίζειν… http://www.pontos.gr, Μάρτιος 2007 * * * Γιάννης Τριάντης ΤΑ ΛΑΒΑΡΑ ΤΟΥ ΨΕΥΔΟΥΣ Υέτιος φθίνει ο Μάρτιος με τους κρουνούς του φωτός ανοιχτούς και την Ισημερία να σφραγίζει το διαβατήριο του έαρος. Στα βάθη της Ασίας, πολύχρωμες φυλές γιορτάζουν την Πρωτοχρονιά, σπονδή στον Ζωροαστρισμό. Κι όπως έρχεται η 25η Μαρτίου, το σοβαρό ερώτημα – ενισχυμένο από το πολύ σοβαρό Βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού εισβάλλει ρωμαλέο στη σκηνή: Αφού ζούσαν υπέροχα οι λεγόμενοι Έλληνες, με τα σχολειά, τις ελευθερίες και τις ανέσεις τους, τι τον ήθελαν τον ξεσηκωμό του ’21; Αιμοβόροι άνθρωποι. Τρομοκράτες. Σφαγείς. Κατσικοκλέφτες. Και τσιράκια των Δυτικών, προφανώς, που είχαν βάλει στο μάτι την Οθωμανική Αυτοκρατορία… Και δεν φτάνει που κατακρεούργησαν αθώο κόσμο και κοσμάκη, οι θρασύτατοι αυτοί οικειοποιήθηκαν αυθαιρέτως το όνομα και το κλέος των αρχαίων Ελλήνων, έστησαν το γνωστό κρατικό κατασκεύασμα και ποζάρουν αλαζονικά στην ίδια βιτρίνα με εκείνους τους αγλαούς του παρελθόντος, μιλώντας για «Συνέχεια του Ελληνισμού»… Ποια «συνέχεια», κύριοι; Επειδή κόπτεται αυτός ο άσχετος ο Στάθης και κάτι ιστορικοί της πλάκας, όπως ο Σβορώνος; Και ποια γλώσσα; Σιγά το τεκμήριο. Ότι τάχα μου μιλάνε την ίδια γλώσσα με τους αρχαίους οι σημερινοί… Κακώς, κάκιστα, το πολύ σοβαρό βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού δεν αποκάλυψε την ιστορική αλήθεια σχετικά με τη γλώσσα. Ότι δηλαδή, οι ξένοι χρηματοδότησαν ταχύρρυθμα μαθήματα εκμαθήσεως της ελληνικής, λίγο πριν και λίγο μετά το ’21, ώστε αυτή η ετερόκλητη κοινωνία των κλεφτοκοτάδων να συνδεθεί και διά της γλώσσης με τους αρχαίους Έλληνες. Και εν πάση περιπτώσει, πού ακούστηκε να συστήνεται κράτος και να παίρνει το όνομά του από τον γεωγραφικό χώρο; (Τι πάει να πει ότι αυτό το κάνει η FYROM; Λάθος. Οι γείτονες είναι κατ’ ευθείαν απόγονοι των Μακεδόνων, όπως μαρτυρεί και η γλώσσα τους.) Όσο για την Ακαδημία, η οποία βρήκε σωρεία λαθών στο Βιβλίο, της αξίζει ο ψόγος του κ. Μπίστη: τι άλλο θα έλεγε το συντηρητικό αυτό Ίδρυμα; Δυστυχώς, μέχρι στιγμής δεν έχει αποφανθεί ο ΣΕΒ του κ. Δασκαλόπουλου, ούτε το Ίδρυμα Σόρος για να κονιορτοποιηθούν οι μασκαράδες του εθνικισμού, που επιχειρούν να βγάλουν άχρηστο το πολύ σοβαρό βιβλίο Ιστορίας και να παραμυθιάσουν τον κόσμο με το φτηνό ιδεολόγημα της «συνέχειας του Ελληνισμού». Λοιπόν, αύριο με τα παιδάκια μου και το πολύ σοβαρό βιβλίο Ιστορίας της ΣΤ’ Δημοτικού θα κατεβούμε στο Σύνταγμα, την ώρα της παρέλασης και θα φωνάξουμε να στηθεί Μνημείο του ‘Αγνωστου Οθωμανού, ως ελάχιστη ένδειξη τιμής στην προσφορά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και των θυμάτων της κατά την εξέγερση των πλιατσικολόγων που καμώνονται τους Έλληνες. Οπως λέει άλλωστε και το αντίστοιχο, πολύ σοβαρό βιβλίο Ιστορίας που διδάσκεται στα σχολεία της Τουρκίας… εφ. ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, 23 Μαρτίου 2007 * * * Big Fat Opinion ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΕΝΑ ΕΘΝΙΚΙ Τις προάλλες έπεσα πάνω στον φίλο μου τον Κώστα, τον οποίο είχα να δω χρόνια. Καλό παιδί, αλλά τελειωμένο εθνίκι. Παραθέτω μέρος της συζήτησης που είχα μαζί του για να δείτε και εσείς με τι εθνόσκυλο είχα να κάνω. BFO: Να, ας πούμε με το βιβλίο της ιστορίας. Τι μύγα σας τσίμπησε πάλι; Είναι κακό δηλαδή να μη μαθαίνουν τα παιδιά στο σχολείο να μισούν τους Τούρκους; Τι θέλουμε να γίνουν, πορωμένοι πατριώτες ή ανθρώποι με κριτικό και ελεύθερο πνεύμα; ΚΩΣΤΑΣ: Δεν υποστηρίζει κανείς το να μάθουν τα παιδιά να «μισούν τους Τούρκους». Θα πρέπει όμως να μάθουν ότι υπήρξε κάποτε κάτι που λέγονταν «τουρκοκρατία» και πως αυτό ήταν μισητό. Θα πρέπει να ξέρουν ότι έλαβε κάποτε χώρα εισβολή στην Κύπρο. Αν ο σκοπός σου είναι να διδάξεις την ιστορία, τότε πρέπει να την διδάξεις ως έχει, όχι εξωραϊζοντας γεγονότα του παρελθόντος (π.χ. ότι η σφαγή της Σμύρνης μπορεί να περιγραφεί ως «συνωστισμός στο λιμάνι») για να πετύχεις τάχα μου την φιλία των λαών. Δεν κτίζεις «κριτική σκέψη» στα παιδιά με αυτό τον τρόπο. Είτε παρουσιάζεις τα γεγονότα ως έχουν, είτε πουλάς προπαγάδα, τάχα μου υπερ της ειρήνης. BFO: Γιατί «τάχα μου»; Δεν είναι σημαντική η φιλία των λαών; Τι είναι σημαντικότερο, να διδαχθούμε το τι ακριβώς έγινε στην Χιο και ποιός έσφαξε ποιόν, ή να ζήσουμε σήμερα ειρηνικά με τους γείτονές μας; ΚΩΣΤΑΣ: Νομίζω ότι έχουμε μπερδέψει τα μπούτια ημών. Η ειρήνη και ο πόλεμος δεν είναι θέμα διδακτέας ύλης αλλά στρατηγικών επιλογών, συμφερόντων, ιστορικών συσχετισμών και άλλων σχετικών παραγόντων. Αν είναι να γίνει πόλεμος δεν θα τον κυρήξει ο κυρ Μεχμέτ ή ο κυρ Μήτσος, αλλά το στρατιωτικό κατεστημένο της Τουρκίας ή η μεγαλοαστική τάξη της Ελλάδας. Εξάλλου, όπως μας διδάσκει η πείρα, τα νήματα του πολέμου τα κινούν οι μεγάλες δυνάμεις. Άλλωστε δεν κτίζεις την ειρήνη με εξωραϊσμό του παρελθόντος και συμψηφισμό. Η ειρήνη μπορεί να βασιστεί μόνο στην κατανόηση του τι έχει γίνει και το ειλικρινές και έμπρακτο ξεπέρασμα του. Αλλιώς η ιστορία εκδικείται. Νομίζεις ότι τα παιδάκια στις πρώην Σοβιετικές δημοκρατίες δεν διδάσκονταν την προπαγάνδα των σοβιετικών επί εβδομήντα χρόνια; Οδήγησε αυτό στην «ειρήνη» με την Ρωσσία, μόλις διεσπάσθη η ΕΣΣΔ; Η ειρήνη στηρίζεται στην πράξη, στην συγνώμη και την αλληλοπεριχώρηση, όχι σε θεωρίες. Νομίζεις μήπως ότι π.χ. ένα σχολικό βιβλίο στην Παλαιστίνη που να λέει τι ωραία περνάνε με το Ισραήλ θα φέρει την ειρήνη στην Μέση Ανατολή; Δεν βλέπει ο κόσμος τι γίνεται απέξω, με το τείχος που κτίζεται, τις μπολντόζες που γκρεμίζουν τα σπίτια του, την κατοχή των εδαφών του κλπ.; Τα παιδιά μεγαλώνουν, βλέπουν και κρίνουν. Παρουσιάζουν διάφοροι επαγγελματίες αφελείς το παράδειγμα Γαλλίας και Γερμανίας οι οποίες συνέγραψαν κοινά βιβλία ιστορίας. Καλά, δεν έχουμε καμμία αίσθηση της αναλογίας; Χάσαμε κάθε πολιτικό κριτήριο; Οι δυο αυτές χώρες προχώρησαν στην κίνηση αυτή αφού πρώτα α) η Γερμανία έχασε τον πόλεμο, β) έπαψε κάθε αξίωση επί των εδαφών της άλλης χώρας, γ) έκαναν την αυτοκριτική τους, και δ) επέρασαν πενήντα χρόνια. Αν η Γερμανία διατηρούσε υπό κατοχή ή έστω διεκδικούσε εδάφη της Γαλλίας θα έκαναν το ίδιο; BFO: Κάτσε ρε φίλε. Δηλαδή οι τόσοι επιστήμονες που μαζεύτηκαν και συνέγραψαν τα βιβλία, ή οι άλλοι που τα υποστηρίζουν δεν ξέρουν τι κάνουν και ξέρεις εσύ; Δηλαδή ποιός είναι αρμοδιότερος για τα σχολικά βιβλία, αν όχι οι επιστήμονες ιστορικοί; ΚΩΣΤΑΣ: Σε μια εποχή παρακμής της επιστημονικής σκέψης γενικά και γενικευμένης παραπλάνησης ειδικότερα, είναι αστείο να μιλάμε για ανεξάρτητους επιστήμονες που διαβεβαιώνουν με την βούλα τους την εγκυρότητα της ιστορίας που συγγράφουν. Τα πάντα κρίνονται εκ του αποτελέσματος και των επιχειρημάτων, όχι με βάση τους ακαδημαϊκούς τίτλους. Εδώ στις θετικές επιστήμες και γίνεται απίστευτο αλισβερίσι παγκοσμίως, με πληρωμένα «αποτελέσματα», κάλυψη του βιομηχανικού και στρατιωτικού κατεστημένου και πλήρη προσχώρηση στα καπιταλιστικά ιδεολογήματα. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι στις ανθρωπιστικές «επιστήμες» τα πράγματα θα είναι καλύτερα; Όταν μάλιστα οι ανθρωπιστικές επιστήμες, αντίθετα με τις θετικές, είναι από την φύση τους έρμαια πολιτικών θεωριών, ιδεολογημάτων και συμφερόντων. «Επιστήμονες» των ανθρωπιστικών επιστημών άλλωστε στελεχώνουν και τα λεγόμενα «θινκ τανκς» που διατυπώνουν την ιδεολογία των μεγάλων δυτικών δυνάμεων. Η ιστορία εξάλλου δεν είναι μαθηματικά, ώστε να διαβεβαιώνουν όλοι το ίδιο αποτέλεσμα. Υπάρχει η ιστορία των νικητών, η ιστορία του συστήματος κλπ. Ειδικά σε χώρες μπανανίες όπως η δική μας, όπου το επιστημονικό μας κατεστημένο έχει λάβει τους τίτλους του στο εξωτερικό και επιστρέφει με όλη την δυτική προπαγάνδα στις βαλίτσες του και την ορμή του νεοφώτιστου. Εδώ πάει ο άλλος και πλένει πιάτα για δέκα χρόνια στις ντάινες της Αστόριας και επιστρέφει τελείως «αμερικανάκι», και θα γλυτώσει εκείνος που μπαίνει στο εκπαιδευτικό τους σύστημα και μαθαίνει να σκέφτεται με βάση τις θεωρίες, τις παραδοχές και τα paradigm τους; Αναγκαστικά θα μεταφέρει τα ιδεολογήματα που διδάχθηκε στον τόπο μας, ανάμεικτα με τις μεθοδολογικές αρχές της επιστήμης του. Ορίστε πως το θέτει ο Γκυ Ντεμπόρ: Όλοι οι ειδικοί είναι άνθρωποι του κράτους και των μέσων μαζικής ενημέρωσης, και δεν αναγνωρίζονται σαν τέτοιοι παρά μόνο εξαιτίας αυτού του γεγονότος. Κάθε ειδικός υπηρετεί το αφεντικό του, διότι καθεμία απ’ τις παλιές δυνατότητες ανεξαρτησίας έχει σχεδόν εκμηδενιστεί απ’ τις συνθήκες οργάνωσης της σημερινής κοινωνίας. Ο ειδικός που υπηρετεί καλύτερα είναι ασφαλώς εκείνος που ψεύδεται (…) Δεν υπάρχει τώρα πια κρίση, για την οποία να υπάρχει η εγγύηση μιας σχετικής ανεξαρτησίας, από μέρους εκείνων που αποτελούσαν τον επιστημονικό κόσμο. Απο μέρους εκείνων, λόγου χάρη, που υπερηφανεύονταν άλλοτε για την ικανότητα τους επαλήθευσης, που τους επέτρεπε να προσεγγίζουν ό,τι αποκαλούσαν αμερόληπτη ιστορία των πραγμάτων, ή τουλάχιστον να πιστεύουν ότι άξιζε να γνωστοποιηθεί. BFO: Και δεν μου λες, γιατί δηλαδή όλοι αυτοί να ενδιαφέρονται για το πως διδάσκεται η ιστορία στην Ελλάδα; ΚΩΣΤΑΣ: Μια και πιάσαμε τα τσιτάτα, θα στο θέσω με τα λόγια του Σουμπκομαντάντε Μάρκος. Είναι μήπως και αυτός Ελληναράς (ή μάλλον Τσιαπαράς); Γράφει λοιπόν ο δικός σου: Ο ψυχρός πόλεμος θα έπρεπε να δώσει έναν μονοπολικό κόσμο, ένα και μόνο έθνος που κυριαρχεί στον κόσμο χωρίς αντίπαλο, αλλά για να το πετύχει αυτό, ο μονοπολικος κόσμος θα πρέπει να πετύχει την λεγόμενη «παγκοσμιοποίηση»(…) Η ιδέα στην οποία βασίζεται η παγκοσμιοποίηση είναι αυτό που αποκαλούμε «νεοφιλελευθερισμό», μια νέα θρησκεία η οποία επιτρέπει στην παγκοσμιοποίηση να λάβει χώρα. Σ’ αυτόν τον «Δ’ Παγκόσμιο Πόλεμο», εδάφη κατακτούνται, εχθροί καταστρέφονται και οι κατεκτημένες περιοχές τίθενται υπό διακυβέρνηση. Αυτός ο «Δ’ Παγκόσμιος Πόλεμος» καταστρέφει την ανθρωπότητα καθώς η παγκοσμιοποίηση οικουμενικοποιεί την αγορά, και ότιδηποτε ανθρώπινο αντιτίθεται στην λογική της αγοράς αποτελεί εχθρό και θα πρέπει να καταστραφεί. Ποιό είναι το κύριο πρόβλημα που αντιμετωπίζει ο μονοπολικός κόσμος στην πορεία του προς την παγκοσμιοποίηση; Τα εθνικά κράτη, οι αντιστάσεις, η κουλτούρα, ο τρόπος του κάθε έθνους να βλέπει τον κόσμο, ό,τι το κάνει να διαφέρει από τα άλλα έθνη. Πως είναι δυνατό να δημιουργηθεί ένα παγκόσμιο χωριό όπου όλοι είναι ίδιοι αν υπάρχουν τόσες διαφορές; Όταν λέμε ότι πρέπει να διαλυθούν τα εθνικά κράτη και να μετατραπούν σε ερήμους, δεν εννοούμε ότι θα σκοτώσουν τον κόσμο, αλλά τον τρόπο ζωής του κάθε λαού. Μετά την καταστροφή θα έρθει το ξανακτίσιμο. Θα ξανακτιστούν οι διάφορες περιοχές μέσα σε ένα νέο πλαίσιο. Εκείνο που ορίζουν οι νόμοι της αγοράς. Αυτή είναι η κινητήρια δύναμη της παγκοσμιοποίησης. Το πρώτο της εμπόδιο είναι τα εθνικά κράτη: πρέπει να τους επιτεθεί και να τα καταστρέψει. Ότι κάνει ένα κράτος «εθνικό» πρέπει να καταστραφεί: η γλώσσα, ο πολιτισμός, η οικονομία, η πολιτική του ζωή και ο κοινωνικός του ιστός(…) Κάθε πολιτισμική διαφορά η οποία κάνει ένα Γάλλο Γάλλο, έναν Ιταλό Ιταλό, ένα Δανό Δανό, έναν Μεξικανό Μεξικανό, πρέπει να καταστραφεί, γιατί αποτελεί φράγμα στην παγκοσμιοποίηση της αγοράς (…) Αυτό σημαίνει ότι η πολιτιστική ιστορία, η ιστορία της παράδοσης, συγκρούεται με αυτή την διαδικασία και αποτελεί επομένως εχθρού της παγκοσμιοποίησης. Αυτό είναι ιδιαίτερα σοβαρό στην Ευρώπη, όπου υπάρχουν έθνη με μεγάλες παραδόσεις. (Σουμπκομαντάντε Μάρκος, Ο Δ’ Παγκόσμιος Πόλεμος) BFO: Πάντως, ως γνωστόν τα έθνη είναι κατασκευασμένες έννοιες. ΚΩΣΤΑΣ: Εξαρτάται. Τι εννοείς με αυτό; Αν εννοείς ότι δεν είναι κάτι το απτό, εν μέρει έχεις δίκιο. Αλλά μη απτή είναι επίσης η έννοια της ελευθερίας, της αξιοπρέπειας κλπ. Δεν πρέπει να παλεύουμε γι’ αυτές και να τις θεωρούμε σημαντικές; Εξάλλου, όπως η ελευθερία, έτσι και το έθνος έχει και ένα απτό μέρος. Το απτό στην ελευθερία είναι να μπορείς π.χ. να μετακινείσαι ελεύθερα, να επιλέγεις τι θα κάνεις κλπ. Το απτό στο έθνος είναι πως το αποτελεί ένα υλικό σώμα, το άθροισμα των ομοεθνών σου, και των συγκεκριμένων συνηθειών, πιστεύω, πολιτισμικών προσλαμβανουσών κλπ. που καθοδηγούν την συμπεριφορά τους, η οποία είναι και απτή και πρακτική. Τι πιο πρακτικό από το πώς ζείς, τι τρώς, σε τι είδους σπίτι μένεις; BFO: Το εννοώ περισσότερο με την έννοια ότι τα έθνη είναι μια κατασκευασμένη ιδέα από μια ομάδα ανθρώπων (διανοούμενους κλπ.) που απευθύνεται στον πολύ κόσμο για τον έλεγχο του, για να είναι «κρέας για τα κανόνια» κλπ. Δεν υπήρχε καν η έννοια του έθνους πριν από τριακόσια χρόνια. ΚΩΣΤΑΣ: Αυτές είναι ανιστόρητες κουταμάρες. Κατ’ αρχήν η ιδέα πως τα έθνη εφευρέθηκαν πριν από ολίγους αιώνες είναι μια μπαρούφα και μισή. Τι ήταν οι Κινέζοι προ δυο χιλιάδων ετών; Περίμεναν άραγε τον Χομπσμπάουμ για να μάθουν ότι αποτελούν έθνος; Οι Εβραίοι ως τι επιβίωσαν επί χιλιετίες, σκορπισμένοι μάλιστα δεξιά και αριστερά χωρίς δικό τους κράτος; Οι Έλληνες, καίτοι χωρισμένοι σε πόλεις-κράτη δεν συνιστούσαν ενιαίο έθνος, και δεν μιλούσαν και έγραφαν με συνείδηση της κοινής τους ταυτότητας (π.χ. Έλληνες είναι «οι της ελληνικής παιδείας μετέχοντες»); Οι Πέρσες, οι Ινδοί κλπ. τι ήταν; Τα περί εθνών είναι συνέχεια της ίδιας υπεροψίας και ρατσιστικής σκέψης που διέκρινε την Δύση από την απαρχή της αποικιοκρατίας: ό,τι ισχύει για το δυτικό άνθρωπο είναι ο παγκόσμιος κανόνας. Διαβάζουν οι δικοί μας «επιστήμονες» των ανθρωπιστικών επιστημών τις δυτικές θεωρίες για την γέννεση των σύγχρονων ευρωπαϊκών εθνών και ως επαρχιώτες φασονάδες τις μεταφέρουν αμάσητες. Στα είπα και πριν. Άσε που τις μεταφέρουν και χοντροκομμένες, σαν κλισέ εφήβων. Θέλω να πω, γράφουν οι ξένοι και περιγράφουν τις σύνθετες και μακρόχρονες διαδικασίες εθνογέννεσης των σύγχρονων δυτικών κρατών, στις οποίες έπαιξαν ρόλο εκατοντάδες παράγοντες, οικονομικοί, πολιτιστικοί, πολιτικοί κλπ. Την ανεκδιήγητη μπαρούφα όμως ότι τα έθνη εμφανίστηκαν επειδή επέβαλλαν την ιδέα τους οι διανοούμενοι, μόνο στην χώρα μας την ακούμε! BFO: Έστω. Ας ξαναγυρίσουμε όμως στο θέμα μας. Δηλαδή, όλοι συνωμοτούνε ειδικά εναντίον της Ελλάδας, έτσι; Σαν μεγάλη ιδέα δεν έχουμε για τον εαυτό μας; Μαζεύτηκαν δηλαδή διάφοροι σκοτεινοί τύποι και ασχολούνται όλοι με το αν θα γράφει το βιβλίο ιστορίας «σφαγή» ή «συνωστισμός»; Τι παράνοια είναι αυτή που σας δέρνει εσάς τους ελληναράδες! ΚΩΣΤΑΣ: Είπε κανείς ότι συνωμοτούν «ειδικά εναντίον της Ελλάδας»; Οι μεγάλες δυνάμεις συνωμοτούν παντού και πάντα, εναντίον όλων των αντιπάλων τους, εξωτερικών και εσωτερικών. Δηλαδή εσύ τώρα το πρωτάκουσες; Συνωμοσία δεν σημαίνει Λιακόπουλος, x-files και γελοιότητες. Σημαίνει απλά καλυμένη πολιτική δράση. Ξέρουμε ας πούμε ότι οι ΗΠΑ ήταν πίσω από δεκάδες δικτατορίες στην Λατινική Αμερική και αλλού. Δεν βγήκαν προφανώς να το πουν καθαρά (το οποίο θα προκαλούσε διεθνή κατακραυγή), αλλά κινήθηκαν με μυστικές συμφωνίες, διπλωματία κεκλεισμένων των θυρών, κρυφούς λογαριασμούς οικονομικής υποστήριξης κ.ο.κ. Ε, αυτές τις μυστικές κινήσεις τις λέμε παραδοσιακά «συνομωσία». Ορίστε τι λέει ο Αμερικάνος συγγραφέας Γκορ Βιντάλ επί του θέματος: Δυστυχώς οι Αμερικανοί, ως άλλα σκυλιά του Παβλώφ, έχουν εκπαιδευτεί από τα ΜΜΕ να αντιδρούν με χαχανητά σε κάθε αναφορά της λέξης «συνωμοσία». Για να πιστέψει ένας Αμερικανός ότι υπάρχει συνωμοσία, πρέπει επίσης να πιστεύει στα UFO. Την ίδια πλύση εγκεφάλου προμοτάρουν και στην χώρα μας. Έχουμε φθάσει οποιος καταγγέλει στημένα παιχνίδια να θεωρείται συνωμοσιολόγος τύπου Λιακόπουλου και ψώνιο. Λες και δεν ξέρουμε από πρώτο χέρι πως κανονίζονται τα πράγματα. Η χούντα άραγε με ποιανού την υποστήριξη «άνθισε» στην χώρα μας; Ρε εδώ είχαμε το σκάνδαλο με το σύστημα υποκλοπών που παρακολουθούσε όλο τον πολιτικό κόσμο της χώρας μας και πέρασε στο ντούκου, και εσύ μου λες ότι δεν υπάρχουν «συνωμοσίες»; BFO: Δηλαδή για όλα στην Ελλάδα φταίνε η Ευρώπη και η Νέα Τάξη; ΚΩΣΤΑΣ: Όχι, για τις λεπτομέρειες μόνο. Για τα σοβαρά φταίει η Νίτσα Λουλέ κι ο κυρ Μήτσος ο σκουπιδιάρης. Τα πράγματα είναι απλά: κάθε δύναμη που έχει συμφέροντα να υπηρετήσει καθώς και δυνάμεις και λεφτά να διαθέσει θα ενεργεί υπερ των συμφερόντων της. Φανερά, όπου την παίρνει και κρυφά αλλού. Κονδύλια για μίζες, για κλείσιμο στομάτων, για ακαδημαϊκή «έρευνα», για έλεγχο πολιτικών, δημοσιογράφων και διανοούμενων παίζουν παντού και πάντα. Στο οικονομικό τομέα οι βρώμικες κινήσεις δίνουν και παίρνουν, είναι γνωστά αυτά. Ακόμη και στον πολιτιστικό τομέα: π.χ. οι χορηγίες του ιδρύματος Φορντ στην χώρα μας και αλλαχού. Δυστυχώς ο κόσμος, ειδικά ο νεότερος, αγνοεί αυτό το παρελθόν, ή αδυνατεί να καταλάβει την πολιτική του σημασία, απολιτικοποιημένος καθώς είναι. Γι’ αυτό και σήμερα έχουν αποθρασυνθεί τελείως. Τουλάχιστον το ίδρυμα Φορντ παρίστανε τον χορηγό της τέχνης. Αντίθετα, σήμερα δίνουν χρήματα απευθείας για πολιτικούς σκοπούς, μπροστά στα μάτια όλων, και μάλιστα άτομα και οργανισμοί γνωστοί για το ρόλο τους. Να, δες το CDRSEE, το οποίο προωθεί την αλλαγή των σχολικών βιβλίων ιστορίας και σπονσοράρει ιστορικούς και άλλους. Αν γινόνταν κάτι τέτοιο την δεκαετία του ’70 ή του ’80 θα είχε βουίξει ο τόπος. Σήμερα, μετά από είκοσι χρόνια «εκσυγχρονισμού», αποβλακωμένοι και απολιτικοποιημένοι, οι «λάιτ» αριστεροί μας συντάσσονται απευθείας με τις επιταγές του εσμού των μεγαλοσυμφερόντων και των μεγάλων δυνάμεων καταπολεμώντας τον «εθνικισμό» όσων αντιδρούν. BFO: «Λάιτ» αριστεροί; ΚΩΣΤΑΣ: Οι κλασσικοί λακέδες της εξουσίας, μωρέ, «οργανικοί διανοούμενοι» του εκσυγχρονισμού που το παίζουν ΣΥΝασπισμένοι αριστεροί. Θα τους βρείς σε όλες τις θέσεις μάσας, να ροκανίζουν ευρωπαϊκά κονδύλια, στα πανεπιστήμια, στα υπουργεία, σε οργανισμούς, σε συνέδρια κλπ. Κάτι άτομα σαν εκείνο τον γερμανό υπουργό που το ’70 πέταγε μολότωφ και το ’90 έχει χωθεί στις πιο ψηλές καρέκλες. Ταυτόχρονα, γράφουν με ύφος διακοσίων καρδινάλιων για να ενημερώσουν και εμάς τους κάφρους για την μεγάλη εκσυγχρονιστική αποστολή που πρέπει να αναλάβουμε. Δηλώνουν αριστεροί αλλά ψηφίζουν Αρτέμη Μάτσα. Δηλαδή σε κάθε ευκαιρία η άποψη που εκφράζουν ταυτίζεται με τις στρατηγικές, τις επιδιώξεις, τα σχέδια και τους χειρισμούς των μεγάλων δυνάμεων, δηλαδή της εξής μιας, των ΗΠΑ. Η «Γενιά του Πολυτεχνείου», καθώς ξεπουλιόνταν μες στις δεκαετίες, ανέθρεψε την επόμενη «αριστερή» γενιά σαν τα μούτρα της και χειρότερα. BFO: Εντάξει, οι δήθεν αριστεροί είναι γλειώδεις. Αλλά δηλαδή εσείς οι εθνικιστές είστε καλύτεροι που θέλετε να πάμε να πάρουμε την Πόλη;! Δηλαδή αυτός είναι ο στόχος μας εν έτει 2007; ΚΩΣΤΑΣ: Καταρχήν τι είναι ο εθνικισμός, ξέρεις; Ξέρεις πότε εφευρέθηκε και τι υποδηλώνει ο όρος; Και αυτός δυτικό φρούτο είναι. Εμφανίζεται καταρχήν ως πολιτική ιδεολογία για την απελευθέρωση των δυτικών εθνών από τις πολυεθνικές αυτοκρατορίες και τις δυναστείες τους. Από αυτή την άποψη υπήρξε απελευθερωτικός και προοδευτικός. Είναι τον 20ο αιώνα που ο όρος πήρε βρώμικο όνομα, όταν και πάλι τα δυτικά κράτη αιματοκύλισαν την Ευρώπη δις. Έχουμε λοιπόν, στην δυτική ιστορία τους δυο παγκοσμίους πολέμους, τις αποικίες, το ρατσισμό και την δουλεία, φασισμό και ναζισμό, το ολοκαύτωμα, την Δρέσδη, την Χιροσίμα και το Ναγκασάκι, ποτάμια αίματος και μίσους, και είναι οι… Έλληνες ειδικά που είναι εθνικιστές; Ή έστω τα Βαλκάνια; Από πού κι ώς πού προέκυψε αυτό το απαράδεκτο ιδεολόγημα; Και για να τελειώνουμε με τις ηλίθιες καρικατούρες. Ποιός ζητάει να πάμε να πάρουμε την Πόλη; Αν το ζητάνε δέκα-είκοσι βαρεμένοι κάποιας ακροδεξιάς οργάνωσης, σημαίνει αυτό ότι οι Έλληνες γενικά, ή όσοι μιλάνε για τα εθνικά ζητήματα ειδικά το πρεσβεύουν; Ζήτησε κανείς οποιονδήποτε επεκτατικό πόλεμο; Γιατί, αυτό σημαίνει εθνικισμός, με την αρνητική έννοια όπως την ξέρουμε από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Δεν έχω υπόψη μου κανέναν που να ζητάει κάτι τέτοιο – ίσως μόνο σε καμμιά ακροδεξιά οργάνωση ή σε κάνα ψυχιατρείο. Όταν φτάνει να βαφτίζεται «εθνικισμός» το να θέλεις να κρατήσεις την ανεξαρτησία σου ή το να μην ενδίδεις στη θέσμιση προτεκτοράτου –όπως με το Σχέδιο Ανάν–, σημαίνει ότι έχουμε χάσει τελείως την μπάλα. Αλλά εδώ έχουμε φτάσει να διαβάζουμε σε ιστολόγια για τον «Βενιζέλο και τη λύσσα του να προσαρτήσουμε την Κρήτη και τη Θεσσαλονίκη» (!!!). Εμ, βέβαια, άκου «λύσσα» να θέλουμε ελληνική Κρήτη και Θεσσαλονίκη. Ίσως και η ελληνική Πελοπόννησος παραπάει ως απαίτηση, αφού όπως μας λέει η κ. Κουλούρη: Οι πολιτικές εξελίξεις της τελευταίας δεκαετίας στα Βαλκάνια και η αναθεώρηση του παρελθόντος που συνεπάγονται οδήγησαν τις βαλκανικές ιστοριογραφίες σε μια αναζήτηση του «κοινού» παρελθόντος, των κοινών ιστορικών εμπειριών της βυζαντινής και της οθωμανικής αυτοκρατορίας και της «κληρονομιάς» τους στη θρησκευτική, πολιτισμική και θεσμική σφαίρα. Η νέα αυτή τάση σημαίνει αναθεώρηση της βασικής, κοινής στα βαλκανικά εθνικά κράτη (πλην του τουρκικού, βεβαίως) ερμηνείας της οθωμανικής κληρονομιάς: ότι η οθωμανική περίοδος της ιστορίας τους υπήρξε μια «αλλότρια» επιβολή στις αυτόχθονες χριστιανικές κοινωνίες που είχε τη μορφή «ζυγού». «Αλλότρια» σε εισαγωγικά η οθωμανική αυτοκρατορία, η οποία βέβαια δεν ήταν καν «ζυγός» (σε εισαγωγικά και αυτός). Όταν οι ιστορικοί, όπως η κ. Κουλούρη, γράφουν τέτοια, δεν προκαλεί εντύπωση που φθάνουμε να διαβάζουμε κατά της προσάρτησης της Κρήτης και της Θεσσαλονίκης. BFO: Καλά, πλάκα έκανα περί Πόλης. ΚΩΣΤΑΣ: Βρε τον αστειέμπορα, σε καλό να μας βγεί τόσο γέλιο. Αυτό είναι μια άλλη κατάντια του πολιτικού διαλόγου εν έτει 2007. Γεμίσαμε «πλακατζήδες», ήτοι ηλίθιους οι οποίοι πετάνε από εδώ και από εκεί σαχλίτσες παρόμοιου τύπου εν είδει πολιτικού σχολίου και όταν τους στριμώξει κανείς επισημαίνοντας τις ασυναρτησίες τους το γυρίζουν στο «πλάκα έκανα». Αλλά και τα «σοβαρά επιχειρήματα» παρομοίου επιπέδου είναι. Επισημαίνεις π.χ. υπαρκτές και αναγνωρισμένες σχέσεις διαπλοκής, όπως το CDRSEE και τους χρηματοδότες τους και σε λένε «συνομωσιολόγο» ή σε παρουσιάζουν ως γραφικό που πιστεύει ότι όλοι συνωμοτούν εναντίον μας κλπ. Φυσικά τα συγκεκριμένα σου στοιχεία τα κάνουν γαργάρα. Λες πάλι για τις χαλκέψεις των βιβλίων ιστορίας και αποφαίνονται ότι σκοπός σου είναι να διαιωνίσεις το μίσος προς την Τουρκία, ότι θέλεις «πειθήνιο κρέας για τα κανόνια» κλπ. Καταγγέλεις τους χειρισμούς και τις πολεμικές εκστρατείες των ΗΠΑ και σε βαφτίζουν «αφελή αντιαμερικάνο» που μισεί τον αμερικάνικο λαό και άλλες τέτοιες παπάρες. Θα προσθέσουν βέβαια και την καραμέλα «Ο αντιαμερικανισμός είναι ο σοσιαλισμός των ηλιθίων». Και βέβαια δεν θα παραλείψουν να πετάξουν και κάποια σπόντα ότι είσαι και αντισημίτης, ειδικά αν τολμήσεις να κριτικάρεις την πολιτική του Ισραήλ. Αν πάλι μιλάς για την ελληνική ιστορία ή τολμήσεις να πείς ότι ο ελληνικός πολιτισμός έχει συνέχεια στο χρόνο από την εποχή του Ομήρου τότε σε χαρακτηρίζουν αυτομάτως «οπαδό του Λιακόπουλου» που πιστεύει στην ομάδα έψιλον και τους Ελ που ήρθαν από την Αφροδίτη. Ή αν καταφερθείς εναντίον του σχεδίου Ανάν, το οποίο ορίζει ένα ανεκδιήγητο προτεκτοράτο με απαράδεκτη δομή διακυβέρνησης, σε λένε υπέρμαχο του μίσους, πολεμοκάπηλο κλπ. Κλασσικό κόλπο είναι να εξωθούν το συλλογισμό σου στο άλλο άκρο και μετά να σου αποδίδουν αυτή την καρικατούρα. Π.χ. αν πείς κάτι κατά της αμερικάνικης επέμβασης στο Ιρακ τότε είσαι οπαδός του Σαντάμ, αν πεις ότι η ελληνική γλώσσα είναι ενιαία τότε σε παρουσιάζουν σαν να ισχυρίζεσαι ότι δεν είχε καμμία αλλαγή εδώ και 3.000 χρόνια, αν μιλήσεις υπερ της παράδοσης αυτό σημαίνει ότι θέλεις να πετάξουμε την τεχνολογία, αν κριτικάρεις τις ΗΠΑ τότε δεν πρέπει να φοράς μπλουτζήν, αν αντιμάχεσαι την κατοχή της Κύπρου τότε δικαιώνεις τα εγκλήματα του Σαμψών και άλλες τέτοιες διαστρεβλώσεις. Αν αυτοί οι χαρακτηρισμοί και οι κουτοπονηριές παρατηρούνταν μόνο σε δέκα περιθωριακά έντυπα ή σε μερικά βαρεμένα ιστολόγια θα ήταν καλά. Δυστυχώς τα βρίσκει κανείς σε κείμενα από τις μεγαλύτερες εφημερίδες και τους πιο προβεβλημένους αρθρογράφους μέχρι στις δηλώσεις και τα γραπτά πανεπιστημιακών. Ο δημόσιος λόγος, ο οποίος ποτέ δεν ήταν υψηλού επιπέδου στα μέρη μας, έχει ξεπέσει στο επίπεδο της βρούβας. BFO: Πάντως πρέπει να παραδεχθείς ότι οι ελληναράδες σχηματίζουν ύποπτες συμμαχίες, από ακροδεξιά στοιχεία μέχρι ΚΚΕδες. ΚΩΣΤΑΣ: Άλλη βλακεία αυτό. Καταρχήν το «ελληναράδες» ή το «εθνικιστές» αποδίδεται σε άτομα που καμμία σχέση δεν έχουν με τον όρο, μόνο με μόνο επειδή τολμάνε να μιλάνε για τα εθνικά θέματα. Άμα τους βαφτίζεις όλους «ελληναράδες» είναι εύκολο να αποδείξεις ό,τι «συμμαχία» θέλεις. Έπειτα, το να συμφωνείς σε ένα θέμα με κάποιον δεν σημαίνει ότι αποδέχεσαι τις απόψεις του γενικώς και αορίστως. Το ότι ένας ακροδεξιός τίθεται κατά του Σχεδίου Ανάν όπως και εμείς, δεν σημαίνει ότι συμφωνούμε και στα υπ

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: