ΑΦΙΕΡΩΜΑ ΣΤΟ ΠΟΓΚΡΟΜ ΚΑΙ ΤΗ ΣΦΑΓΗ ΤΗΣ ΦΩΚΑΙΑΣ

 

Φωτογραφία του χρήστη Βλάσης Αγτζίδης.Στις σελίδες Ιστορίας της  ‘Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας»  (15-6-2014)  υπάρχει αφιέρωμα στα 100 χρόνια από την καταστροφή της μικρασιατικής Φώκαιας…

Στο αφιέρωμα περιλαμβάνεται η εντυπωσιακή μαρτυρία του Φελίξ Σαρτιώ και ένα κείμενο του Χάρη Γιακουμή που περιγράφει πως διασώθηκαν οι φωτογραφίες του πογκρόμ.

Στις 13 Ιουνίου 1914 καταστράφηκε η Φώκαια της Ιωνίας (βόρεια της Σμύρνης) από τις παρακρατικές συμμορίες των Νεότουρκων στο πλαίσιο ενός οργανωμένου σχεδίου εθνικής εκκαθάρισης. Άρχισε να υλοποιείται το εθνικιστικό πρόγραμμα που ο Taner Aksam περιγράφει ως εξής: «Η δράση της (σημ. ‘»Επιτροπή Ένωση και Πρόοδος») εναντίον του “εσωτερικού εχθρού” είχε αρχίσει πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η εκτόπιση του ελληνικού πληθυσμού του Αιγαίου, μέσω τρομοκρατίας και απαλλοτρίωσης των ιδιοκτησιών του, είχε πραγματοποιηθεί ως μέρος του σχεδίου για την ομογενοποίηση της Ανατολίας».

Για το πογκρόμ και τη σφαγή της Φώκαιας, ο Γάλλος αρχαιολόγος Felix Sartiaux, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας γράφει:

«Λεηλατούν, πυρπολούν, σκοτώνουν ψυχρά, χωρίς μίσος, κατά μια έννοια μεθοδικά. Επικεφαλής τους είναι δύο

 

άτομα που πολλοί γνωρίζουν στην περιοχή ως ενεργά μέλη της τοπικής Επιτροπής ‘’Ένωση και Πρόοδος’’. Εφαρμόζουν πρόγραμμα, που τους έχουν σχεδιάσει στο όνομα των ανώτερων συμφερόντων της Αυτοκρατορίας και της θρησκείας. Η λεηλασία, οι προσωπικές εκδικήσεις, ο βιασμός είναι ο μισθός τους» (Φελίξ Σαρτιώ, «Le sac de Phocee et l’ expulsion des Grecs ottomans d’ Asie Mineure», Ιούνιος 1914)

 

Φωτογραφία του χρήστη Βλάσης Αγτζίδης.
Φωτογραφία του χρήστη Βλάσης Αγτζίδης.
Φωτογραφία του χρήστη Βλάσης Αγτζίδης.

9 comments so far

  1. Τελικά, παρατηρούμε μία σταδιακή εκδίωξη των Ελλήνων της Ιωνίας η οποία άρχισε τον Ιούνιο του 1821 με την καταστροφή & σφαγές των Κυδωνιων και Μοσχονησίων (αν και οι βιαιοτητες στην Ιωνία άρχισαν από τον Απρίλιο), ακολούθησαν διαστήματα κλιμακώσεων και αποκλιμακώσεων (19ος αι.), στις αρχές του 20ου αι. η κατάσταση κλιμακώθηκε με οργανωμένο τουρκικό σχέδιο εξόντωσης τους, και έληξε το 1922 με την εξόντωση ή μαζική εκδίωξη τους. Η ίδρυση του ελληνικού κράτους το 1830 επέφερε μόνιμη νευρικότητα στους Τούρκους οι οποίοι επιζητούσαν την «απαλλαγή» από τους Ελληνες της Μικράς Ασίας.

  2. Μπορούμε να ισχυριστούμε ότι μετά τα γεγονότα περί την Επανάσταση του 1821, ο ελληνισμός της Ιωνίας ανέκαμψε και αναπτύχθηκε πολύ. Ειδικά μετά την έξοδο πλήθους Ελλήνων από το ελεύθερο Βασίλειο προς την Οθωμανική Αυτοκρατορία και την οικονομική άνθιση με το Τανζιμάτ, οι Έλληνες βίωσαν μια μοναδική εποχή.

    Υπάρχει μια μεγάλη διαφορά των διωγμών «περί την Επανάσταση» με αυτούς που προκάλεσαν οι Νεότουρκοι. Οι πρώτοι αφορούσαν την ενστικτώδη αντίδραση μιας θρησκευτικής Αυτοκρατορίας απέναντι σ’ ένα επαναστατικό κίνημα που είχε ήδη ξεσπάσει. Οι δεύτεροι ανήκουν σε άλλη ιστορική κατηγορία. Πραγματοποιούνται , με έναν εντελώς νέο τρόπο, όπου ο πληθυσμός στοχοποιείται από χρόνια, εκπονείται σχέδιο εξόντωσης, δημιουργούνται αντίστοιχοι θεσμοί, διαμορφώνεται μια ιδεολογία μίσους και υλοποιείται όταν το επιτρέψουν οι συνθήκες.

    Οι δεύτεροι ανήκουν στην κατηγορία που εμφανίζεται με την νεωτερικότητα και βρίσκει το αποκορύφωμά της στη ναζιστική βιομηχανοποίηση της εξόντωσης λίγες δεκαετίες μετά.

  3. Π on

    The Ethnic Cleansing of Greeks from Gallipoli, April 1915

    It is imperative that from Istanbul to India and China there be only one Muslim population with Syria serving as a nexus between the Mohammedan worlds of Asia and Africa. This vast project will be accomplished through the scientific genius and organisational talent of the Germans and the valiant arm of the Turks.
    Dr Şakir, leading member of the CUP, Febr. 1916.

    Australian soldiers, sailors and pilots saw columns of Armenian, Assyrian and Greek women and children being forced along the countryside in death marches. They saw their pitiful, bedraggled state. The homes, churches, monasteries and schools of these people became the prison camps of the captured Anzacs and their allies.
    —Cherie Burton, Member of the Legislative Assembly of NSW, 30 November 2010.

    Greeks have long described the persecution of the Ottoman Empire’s Hellenic population between 1913 and 1919 as ‘genocide’, a term commonly associated with the fate of that Empire’s Armenian subjects. Whether there was a Greek genocide or ‘merely’ a series of evictions and massacres better described as ‘ethnic cleansing’ is largely a semantic question. The facts are that in a period which began after the last of the Balkan wars and extended throughout the First World War almost half a million Greeks were among the upwards of two million human beings who lost their lives in a state-sponsored campaign of ethnic ‘purification’. The Gallipoli peninsula, where Greeks made up about half of the population, was not isolated from this ‘cleansing’. Quite the reverse. After April 1915, it was the site of a battlefield and this ensured that its ‘purification’ would be total. There were 32,000 Greeks living on the Gallipoli peninsula in 1915. By 1919 the figure was NIL, the vast majority of these former inhabitants now dead. However ‘genocide’ is defined – in particular, however the distinction is drawn with ethnic cleansing – what happened on Gallipoli is surely an instance. However, while the Gallipoli genocide was executed by Turkish gendarmes and auxiliaries, it was by no means a purely Turkish affair. It was called an ‘evacuation’ and was just one of a number of these to be ordered and organized by Germans. It coincided with the fighting because it was, in fact, ordered for reasons of military necessity. But it went further than such reasons warranted and its excesses were perpetrated under cover of those reasons. That cover has proven effective to this day.

    At least two years before the landing at what was to be known as Anzac Cove, the name ‘Gallipoli’ was appearing in Australian papers. On 6 February 1913, the Sydney Morning Herald reported ‘Bulgarian cavalry attacking the Turkish outposts at Gallipoli, a town on the Dardanelles, 132 miles south-west of Constantinople’. The Bulgarians were also massing at Bulair and the reporter suggested that if their Greek allies could land a force ‘on the western side of the peninsula’, the 50,000 Turkish troops between Gallipoli and Maidos would be ‘in a difficult position’. These Turks were never put to the test because the amphibious task facing the Greeks was beyond their means, while the Bulgarians, their lines of communication overstretched, were held up at Bulair. Accounts of this rare Ottoman military success were overshadowed by reports of atrocities by Turkish troops. A dispatch on 7 July 1913 reported that Ottoman troops treated Gallipoli’s Greeks ‘with marked depravity’ as they ‘destroyed, looted, and burned all the Greek villages near Gallipoli’.

    Kourtzali was sacked and destroyed completely, as was also Pashakioi. Mavra itself the Turkish soldiers and fugitives burned, killing sixteen Greeks.
    The cause of this savagery of the Turks is their fear that if Thrace is declared autonomous the Greek population may be found numerically superior to the Mussulmans.

    The 1913 massacres were spontaneous acts of savagery, based on long-standing hatreds inflamed by the recent deportations and massacres of Turkish Moslems from Greece and other Balkan lands. (Arnold Toynbee recorded a total 413,992 Moslems of former Turkish territory either massacred or expelled during the Balkan Wars of 1912-13.) Suspicion, fuelled by fear, was also part of the mix. With a Greek army expected to invade the peninsula at any moment, Gallipoli’s Greeks were perceived – not without grounds – as a fifth-column. Despite this, there was no attempt at that stage to deport or systematically annihilate them, even though just that kind of anti-Greek ethnic-cleansing action had begun in parts of Thrace and Anatolia.

    Gallipoli escaped systematic ‘cleansing’ even during the critical months of May and June 1914, when between 100,000 and 150,000 Greeks were forcibly deported to Greece from elsewhere in of Turkish homelands. So ‘successful’ was this operation – meaning both efficient and free from interference from European powers – that it was taken by the CUP leadership as the model for the Armenian genocide. According to Toynbee ‘Entire Greek communities were driven from their homes by terrorism, their houses and land and often their moveable property were seized, and individuals were killed in the process’. These persecutions bore all the signs ‘of being systematic. The terror attacked one district after another, and was carried on by “chetté” bands, enrolled from the Rumeli refugees as well as from the local population, nominally attached as reinforcements to the regular Ottoman gendarmerie’. Persecution of this kind was still to come to Gallipoli. After Fahri’s troops left in July 1913, the Greeks there had been left to rebuild shattered lives as best they could. Until April 1915.

    On Turkey’s entry into the war, the government policy of persecuting and deportation Greeks was suspended, a fact which has muddied the waters about what happened next. The change in policy arose in early 1915 out of a promise to Germany by Greek Prime Minister Venizelos that Greece would stay neutral provided that the Turks cease deportations and other maltreatments of Ottoman Greeks. The Turkish government attempted to oblige their German ally – or at least to appear to be doing so – though it had, in fact, little success in restraining the murderous activity it had unleashed. And once it became clear that the Allies intended to invade Turkey, deportations of a different kind began, justified by the more acceptable reasons of military necessity. But this rationale concealed an even darker reality. Now it was the Greeks of the coastal regions vulnerable to Allied attack who were deported, not to Greece, but to Turkey’s interior where they were at the mercy of hostile Turks.

    A deportee from the Island of Marmora described just what deportation to Turkey’s interior involved; how the deportees were forced onto crowded steamers, standing room only; how, on disembarking, men of military age were removed (for forced labour in the labour battalions of the Ottoman army) and how the rest were ‘scattered… among the farms like ownerless cattle’.

    Exposed to the burning rays of the sun and to the darkness and terrors of the night, we were…without any food, the transportation of which had been strictly forbidden us, and even without water until the second day when the station agent saw to it that two carloads of water was brought to us….We had been without bread, too, if some of our number had not been able to procure it from Turkish villages. For twenty eight days without bread, olives, or cheese, we set eyes on little else that was edible; our hardships could not fail to produce their natural result. Every day, three or four deaths occurred.

    After sixteen days, these deportees were forced to walk for another four days to various villages, care being taken ‘upon entrance, to separate the members of families from one another’. One such village was Kermasti where the ‘crowding together and the hardships we endured resulted in 13-15 deaths per day of the 2,000 inhabitants of Marmora alone’. Corpses being ‘borne to the cemetery were stoned. If a man dared to go from one village to another, it was at the risk of his life’. One man, accompanied by his son, ‘ventured to go from Mitchlich to Apollionus, and both were found dead two days later, beheaded near a stream’.

    Amongst historians, there is a consensus that, during the war, government policy concerning Turkey’s Greeks was ‘restricted to sending some of those living in coastal areas to interior provinces for military reasons’. This seemingly innocuous formula has obscures the reality. Though the entire Greek population of Turkey was not, in those years, targeted for genocide like the Armenians, pockets of Greek genocide not only occurred during the war, but were made possible because of the war. Gallipoli was such a pocket.[1]

    With the official moratorium on Greek deportations in place, Liman advised the Ottoman government that ‘he would be unable to take the responsibility for the security of the army’ unless potentially disloyal Greeks were removed from the peninsula. The evacuation of Gallipoli now began less than a week prior to the invasion of 25 April. The Greek Patriarchate in Constantinople (legally responsible for the spiritual life of Greek Christians) kept careful records, including eye-witness reports. The latter accord with the foregoing eyewitness account from the Island of Marmora. Gallipoli’s Greeks received two hours notice before they were forced ‘to embark in steamers’. Their merchandise was seized and ‘sold to Mussulman societies’, while women were ‘exposed to the brutal instincts of their Mussulman guards’. Of the final deportation figure of some 22 thousand souls, a few managed to reach Greece, though in a pitiful state, and some others were able ‘to prolong their existence by embracing Islam’. For young Greek men, their fate was not (yet) deportation, but life or death in forced-labour battalions. But the majority of Gallipoli’s Greeks were lost in among the ‘490,063 souls wandering in the mountains, the plains and the villages of Anatolia’ where they ‘succumbed for the most part to hunger, cold and privations’. Even as the first invading troops waded ashore, there were still some 10 thousand Greeks hiding out on Gallipoli – most in the countryside, some given refuge by humane and courageous Turks. As the fighting raged, squads of gendarmes and Arab auxiliaries, at times possibly aided by Turkish regulars, were rounding up Gallipoli’s last Greeks and sending them to their dismal fates. How did the Ottoman Empire, once, comparatively at least, a model of ethnic diversity and tolerance, come to this?[2]

    In his famous ‘Salonica speech’ of July 1908, Enver Pasha proclaimed the soon-to-be-successful revolution against the arbitrary power of the Sultan. A major platform of that revolution was to be the brotherhood of all Ottoman subjects: ‘There are no longer in Turkey Bulgarians, Greeks, Servians, Roumanians, Mussulmans. Under the same blue sky we are all proud to be Ottomans.’ Seven years later, when the Gallipoli fighting was underway, Enver and his party were in power and Enver, as Minister for War was boasting to a German military attaché that he would ‘solve the Greek problem during the war’ just as he had ‘solved’ the Armenian problem. By now these ‘solutions’ had nothing to do with the brotherhood of ethnic and religious minorities and everything to do with their elimination. In Morgenthau’s opinion, the failure of Enver and the CUP to form a ‘positive regenerating force [was] probably the most complete and the most disheartening in the whole history of democratic institutions’. The more so, because ‘there is no question that, at the beginning, they [the Young Turks] were sincere’.[3]

    Enver was surely also sincere when, in the same month as his Salonica speech, he announced to the world ‘We have cured the sick man!’ As he spoke, a massacre of Armenians, of a kind not seen since the bleak days of 1895-1896, was about to begin. Somewhat later, he reflected on the ‘joyous mood of the first days of the revolution’. These had been ‘short-lived, and an air of panic returned’ because the enemies of the Ottomans had taken advantage of the instability. Within months, Austria- Hungary had sent troops into Bosnia-Herzegovina and announced its annexation. Next, Bulgaria proclaimed independence and then Crete declared its union with Greece. The ideal of Ottoman brotherhood was no match for emerging nationalist aspirations and the Young Turks did a breath-taking about face. No longer was the empire’s decline due to a corrupt and retrograde regime which had kept it in a pre-modern condition, rather it was the fault of the its Christian subjects – more specifically, it was the result of ‘the struggle of the Christian minorities for equal rights and reform’.[4]

    By the time of the defeat of the Ottoman armies in the First Balkan War, it was clear that, far from having been cured, the ‘sick’ Ottoman empire was on the verge of death. On top of the losses sustained in the aftermath of 1908, the defeats of 1912-13 had seen the severance of a further 60 percent of the Ottomans’ European territory. Once again, Christian and Jewish conscripts were blamed for the losses. The CUP now sought only one solution. Maintaining that it was no longer possible for Christians and Jews to co-exist with ethnic Turks, it embarked on a program of the ethnic purification of Anatolia, the territorial heart of empire. According to the dissident Turkish historian Taner Akçam,[5] this had ‘two main components, the first [being] to disperse and relocate non-Turkish Muslims, such as Kurds and Arabs, among the Turkish majority with the purpose of their assimilation’. The second was the expulsion of ‘non-Muslim, non-Turkish people from Anatolia… two million people in all, essentially the region’s entire Christian population’.

    While Armenians as well as Assyrians were targeted by special measures which aimed at their annihilation, Greeks were also expelled. In total, almost one-third of the Anatolian population were either relocated or killed. What is crucial is that this ethnic cleansing and homogenization paved the way for today’s Republic of Turkey.[6]

    Until 1913, the CUP leadership had understated the Turkish nationalism of their platform for the sake of the ideal of Ottoman brotherhood. But after the loss of so much of its non-Muslim population in the Balkan Wars, it felt no such restraint. In Akçam’s words, the empire was now seen to be suffering ‘Allah’s divine punishment for a society that did not know how to pull itself together’. And pull the empire together was just what the CUP was determined to do. The comparative tolerance which had sustained its multi-ethnicity was now sacrificed in a wholehearted embrace of Turkish nationalism. Ridding Anatolia ‘of its “cancerous” concentrations of non-Turks’ was but the first step in the creation of an entirely new political formation, named – in anticipation – ‘Turan’, the homeland of all ethnic Turks. Its citizens would include ‘all the Muslim-Turkic peoples of the Caucasus and Central Asia; an idealized entity which brought all Turks together and rejected foreigners’. In 1914, Enver was imagining himself as ‘the ruler of a resurrected Ottoman empire, one which, after uniting the Turks and Muslims of Asia and winning back the countries we had lost in Europe, would stretch from the Adriatic Sea to the waters of India’. [7]

    Turan was never to be more than fantasy. On a map of the Eurasian landmass, Ottoman Turkey, despite its losses from the recent Balkan Wars, might still look like a world empire, comparable in area to the German Reich or to Austria-Hungary. But the dominion it held over these vast tracts was fragile and much of the territory itself was little more than barely habitable desert. In 1914, the Ottoman Empire was an empire only in name, a name obscuring the reality of a heavily indebted, economically underdeveloped, semi-feudal society. Its total population was no more than 25 million, most of whom lived at subsistence levels and barely half of which were ethnic-Turks. The Russian Empire, large parts of which would have to be won if Turan was to expand into Central Asia, had a population of at least 170 million. But in Enver’s thinking, Russia was about to collapse, clearing the way for a ‘powerful Turkish Empire to replace the weak and heterogeneous Ottomans and gather all the Turkish “race under its mantle’, ideas which, shortly thereafter, would be declared ‘a special Ottoman war aim’. The first attempt to turn fantasy into reality was Enver’s ill-fated military thrust into the Caucasus, Turkey’s worst defeat in the entire war. Tens of thousands of Turkish soldiers died, as many from freezing as from Russian bullets.[8]

    The Germans, now asserting control over Turkish military affairs, put a stop to such disastrous ventures. Their own strategy for a Russian defeat was rather better grounded, relying on German military superiority on the Eastern Front, together with the isolation of Russia from its Entente partners through the blocking of the Dardanelles. With respect to Turkey’s internal ethnic problems – the next problem to be ‘solved’ on the way to Turan – the German military leadership was largely happy for the regime to have a free hand , except when these became matters of military security in which case they were willing to offer advice and practical assistance. But by now, the Germans were well aware of the importance of official secrecy surrounding the elimination of difficult or unwanted minority groups and they had no desire to be seen as needlessly aiding and abetting what was, in any case, internal Turkish business. This was especially important in view of the fact that, by April 1915, it was no longer possible for the Turkish regime to deny that there had been deportations and massacres. The official position was then, as it still is in Turkey, that what deportations there were took the form of evacuations from war zones and that any atrocities were a spontaneous (and perhaps understandable) response on the part of ethnic Turks against peoples who had, over many generations, themselves subjected Turks to economic subservience and persecution.

    In a manner still all too familiar, a few hot-headed pan-Turkish patriots were blamed for any admitted excesses, allowing the government to wash its hands of a responsibility which was, in fact, all its own. In fact, the massacres had been conceived from the outset in such a way as to allow for their disavowal. In order to distance themselves from the sordid reality central to the realization of their pan-Turanist vision, the CUP had, in 1911, founded the so-called ‘Special Organization’ – a front which would enable it to deny involvement while maintaining control of events on the ground. By 1914, this was ‘the foremost institution for both internal and external security for the Ottoman state’. Its role was to perform services beyond the scope and authority of government forces – intelligence gathering to begin with, followed by more direct actions in areas where the ‘connection and loyalty to the central government were always suspect, and in which non-Turkish races and nations formed a minority’.[9]

    Actions organized and conducted by the Special Organization and directed at the ‘enemy within’ began well before the outbreak of World War One. But when Enver Pasha became Minister for War, they entered a more violent and extensive phase. Now the expulsion of the Aegean Greek population began in earnest. All the hallmarks of later 20th-century ethnic cleansing – rape, pillage, murder and the seizing and destruction of property – were present in full measure. The Special Organization was ready and primed to undertake ‘services which government and public forces could never hope to perform’. Its task was ‘to separate the loyal from the traitors’ by eliminating ‘the danger posed by the empire’s Christian communities’. [10]

    Throughout 1914, secret meetings at the Ministry of War plotted the ways and means of liquidating non-Turkish populations deemed ‘susceptible to negative foreign influences’. The CUP had decided ‘the source of the trouble in western Anatolia would be removed; the Greeks would be cleared out by means of political and economic measures. Before anything else, it would be necessary to weaken and break the economically powerful Greeks’. A terror campaign was conducted through the Special Organization with no direct government connection. It was important that ‘“the provincial governors and other officials would not appear to be intervening”’, although ‘high-ranking officials were required to monitor the process’.

    The ‘cleansing’ operation in the Aegean [was] implemented militarily by [the] Chief of Staff… of the 4th Army, by the governor of Izmir Province [and] on behalf of the Party of Union and Progress by Responsible Secretary Mahmut Celâl Bey… The state’s forces would act according to orders given by the Ministry of War and the Supreme Military Command to implement this plan. [11]

    One Kuşçubaşi Eşref, largely responsible for implementing these veiled orders, later admitted that Greeks were ‘harassed through a variety of means’ and had been forced to emigrate under the pressure of armed gangs, which ‘conducted raids on Greek villages’. Young Greek men were gathered into labour battalions and ‘forced to work building roads in forestry and in reconstruction’. These battalions were by no means a guarantee of survival. Ambassador Morgenthau reported that, in them, young men were

    … transformed into road labourers and pack animals. Army supplies of all kinds were loaded on their backs, and, stumbling under the burdens and driven by the whips and bayonets of the Turks, they were forced to drag their weary bodies into the mountains of the Caucasus. Sometimes they would have to plough their way, burdened in this fashion, almost waist high through snow. They had to spend practically all their time in the open, sleeping on the bare ground… They were given only scraps of food; if they fell sick they were left where they had dropped, their Turkish oppressors perhaps stopping long enough to rob them of all their possessions – even of their clothes. If any stragglers succeeded in reaching their destinations, they were not infrequently massacred.[12]

    In 1970, an establishment Turkish historian, Doğan Avcioğlu, maintained that there was ‘no existing information that would testify to large-scale massacre of the Greeks having been carried out’. If what counts as evidence is limited to material available from official Turkish archives, this is surely the case. In 2012, the Turkish General Staff archives remain almost as ‘completely closed to foreigners (and to most Turkish scholars as well)’ as the Dutch historian, Erik Jan Zürcher, had found them to be in 1996. In the meantime, though, a large amount of other archival material has become available, much of it on the internet. Ankara University’s website states that ‘all bureaucratic obstacles have been abolished, Turkish archives are now accessed freely by local and foreign researchers’. Naturally nations are unlikely to have, or to keep, records of their own less than savoury activities against vulnerable minorities. Nevertheless, for the alleged systematic persecutions to have occurred, orders must have been conveyed to district operatives who, in turn, must have organized the gendarmes and/or ‘special groups’ to perform the round-ups and removals. These groups would surely not have dared to send so many to their inevitable deaths without some confidence that such acts were sanctioned. Despite the fact that the Turkish literacy rate then was less than 10%, some of these orders must have been given on paper or in the form of telegrams. Is it conceivable that there would be no records of such instructions?[13]

    For a number of reasons it is conceivable. Before the Greek and Armenian tragedies are dismissed as figments of anti-Turk western-liberal imagination, it must be acknowledged that scholars have found ‘powerful evidence’ of the deliberate purging – by Germans as well Turks – of ‘sensitive’ material relating to the Armenian genocide’. So there is every reason to believe that evidence of Greek atrocities would likewise have been purged. (This evidence is detailed by Akçam in his 2012 book, The Young Turks’ Crimes Against Humanity.) Some of this purging on the part of the Germans occurred in 1917 when it became clear that the Central Powers would lose the war and the order was given to destroy all military communications that could ‘fall into the hands of the enemy’. Orders to evacuate Greek citizens, issued during the war, counted as military communications, since that is, technically, what they were.

    Also apparently purged – or at least missing – are documents submitted to war crimes tribunals, both those conducted by the Turkish government itself after the war, and the aborted ones attempted by the Allies (the ‘Malta trials’). Further muddying the record is that fact that orders relating to the deportation of minorities came mostly in ‘coded’ telegrams; in cases of ‘high confidentiality’, such telegrams were to be destroyed. In respect of the Greek deportations of 1913-14, authorities developed what Akçam calls a ‘dual-track’ system for communicating orders. As well as the official track there was second track for illegal acts of ‘forced evacuations, killing orders and massacres. These were the orders sent to the ‘Special Groups’ and were kept entirely separate from the first track. The dual track system was used also for the Armenian deportations. In the official track, orders were usually qualified with the proviso that ‘good care’ must be taken of the Armenians. In the second track these instructions were countermanded.[14] [15]

    Since the Turkish Republic was announced in 1923, there have been a number of ‘clean ups’ in which documents relating to the Ottoman Empire has been destroyed. Whole sets of material have been dumped into the sea, onto rubbish tips, and on two occasions, destroyed as a result of a state policy of ‘house-cleaning’. So much is missing that, for example, ‘there is not a single useful document’ about the life of the last Sultan. But even in relation to material which is extant and available, there is reason to doubt just what ‘unrestricted access’ means. At the time of writing, a major research project is underway at Sydney’s Macquarie University to make available in English a host of Turkish records relating to the Gallipoli campaign. Asked whether the plentiful records now at his disposal would throw any light on the Armenian genocide, Harvey Broadbent, the project’s director, had this to say:

    I am sure that one of the reasons the Turkish archivists check their files so carefully before they release them to our research team is to ensure that there is no reference in the released papers to sensitive matters of the type to which you refer. So it is unlikely that we would learn of such matters during the course of our research project.[16]

    Despite their stated policy of openness, then, it appears that Turkish archivists still check their documents for ‘sensitivity’ before releasing them.

    On the other hand, Turkish historians can justly claim that some of the evidence for the Greek and Armenian genocides is scarcely impartial. Not only was the Greek patriarchate understandably partisan but Morgenthau was obsessively anti-German, holding to the view that they were the willing tools of German imperialism. Even Toynbee worked with Lord Bryce of the infamous ‘Bryce report’ – now regarded as a paradigm of excessive and unreliable propaganda. (There are solid grounds, though, to regard Toynbee as objective for, after reporting on the Turkish persecution of Greeks, he reported the subsequent Greek massacres of Turks, the latter costing him his chair of Modern Greek at Kings College.) Nonetheless, in matters of genocide there are few, if any, disinterested observers. And eye-witness reports of victims probably don’t count as impartial either. Confronted then, on the one side, with unreliable and purged Turkish accounts which have been selectively released to obscure the truth, and on the other with plentiful detailed records of the alleged victims and those sympathetic to them, what should one believe?[17]

    Given official German disavowal of complicity in the Armenian genocide and of the ethnic cleansing of Turkey’s Christian population generally, it is not surprising that neither in Liman’s account of his years in Turkey, nor in Mühlmann’s official monograph, nor in Kannengiesser’s memoir, is German involvement in Greek deportations acknowledged. All three go out of their way to imply, first, that only the Turks were involved and second, that deportations were only evacuations. Describing the peninsula after the landings, Kannengiesser wrote;

    The population, for the most part politically untrustworthy Greeks, had been thrown out by the Turkish Government and accommodated in Asia Minor. The task of looking after the empty houses had been removed by the English who left no stone upon another in the whole of Gallipoli. In July 1915 I was unable to find a single complete house anywhere on the peninsula. [18]

    The question of what happened to Gallipoli’s Greeks who were – courtesy of English warships? – never to return home is not pursued. Whatever did happen, though, was tacitly justified. Kannengiesser’s diagnosis of the degeneracy of the Ottoman Empire – a common one at the time and part and parcel of the ideology sustaining pan-Germanism and pan-Turkism alike – was miscegenation. When Christians and Jews intermarried and these elements were further mixed, ‘with occasional dilutions of French and Italian blood, [they] ally all the worse characteristics of their progenitors in themselves’:

    [No] trace of national spirit or sacrifice of personal affairs in the interest of the Osman-Turkish Empire could be expected from such elements. For them the Turks and the Turkish state simply remained as an object of plunder for their numerous business talents. They inclined in the main to the Entente and fell an easy prey to the attempts to win them over. [19]

    In his monograph, Mühlmann avoids the issue of Gallipoli’s Greeks but acknowledges that in the immediate pre-invasion period it was impossible to allow Greeks on the Asiatic side of the straits to ‘carry on their accustomed activities undisturbed. Greeks were ‘evacuated’ from ‘seawards facing localities, as it was revealed again and again that [they] practised espionage and conveyed information to the passing warships’. The most revealing reference (in the blatancy of its attempt to obscure) comes from Liman. With the land campaign due, he found quarters in the town of Gallipoli at the former residence of a French consular official. ‘When I left the house about four weeks later, the greater part of my linen had disappeared. I was all the more surprised later on when I was accused by Greeks of having robbed and plundered the house. I had something better to do than carry away the round table and t

    https://quadrant.org.au/magazine/2013/04/the-ethnic-cleansing-of-greeks-from-gallipoli-april-1915/

  4. 100 χρόνια από τον άγριο διωγμό των κατοίκων της Φώκαιας (1914)

    sartiaux1

    Φέτος συμπληρώνονται 100 χρόνια από την έναρξη των διωγμών που διοργάνωσε, μεθόδευσε και έθεσε σε εφαρμογή το νεοτουρκικό καθεστώς κατά των χριστιανικών πληθυσμών των μικρασιατικών παραλίων. Ειδικά όμως αυτές τις μέρες αναβιώνει στη μνήμη μας ο άγριος διωγμός που υπέστησαν οι κάτοικοι της Φώκαιας και των γύρω περιοχών, στις αρχές Ιουνίου του 1914. Εκείνα τα αποτρόπαια γεγονότα εκτίθενται αναλυτικά σε εκθέσεις και επίσημα κείμενα που συντάχθηκαν αμέσως μετά, καθώς και από τις μαρτυρίες του αυτόπτη Γάλλου αρχαιολόγου Felix Sartiaux και των συνεργατών του που διενεργούσαν την εποχή εκείνη για λογαριασμό της γαλλικής αρχαιολογική σχολής αρχαιολογικές ανασκαφές.

    Στις 23 Μαΐου, με το παλαιό ημερολόγιο, ημέρα Τετάρτη, πολυάριθμη ομάδα αποτελούμενη από άτομα της τουρκικής διοίκησης, οπαδούς του Νεοτουρκικού Κομιτάτου καθώς και άλλα στοιχεία με προεξέχοντες μουσουλμάνους πρόσφυγες από τα Βαλκάνια και την Κρήτη, συναθροίστηκαν στην Φώκαια μεσκοπό την οργάνωση του διωγμού. Οι χριστιανοί ανήσυχοι ζήτησαν τη βοήθεια των αρχών καθώς και του μητροπολίτη Εφέσου Ιωακείμ Ευθυβούλη. Οι φόβοι τους επιβεβαιώθηκαν την επομένη όταν από το απομεσήμερο άρχισαν να φτάνουν ειδήσεις για λεηλασίες και έκτροπα που ήδη είχαν λάβει χώρα στα γειτονικά χωριά Γκερένκιοϊ και Βαγαράς. Έφθασαν στην πόλη και ομάδες από περίτρομα θύματα διηγούμενα τα βασανιστήρια και τους φόνους που διέπραξε σε βάρος τους η συμμορία του Τζαφέρ αγά, γνωστού κακοποιού που δρούσε κατ’ εντολήν του Κομιτάτου.

    Η ίδια συμμορία βρισκόταν όμως ήδη εξώ από την πόλη τους περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να δράσει. Λίγο πριν αρχίσουν οι σφαγές, οι βιασμοί και η λεηλασία των περιουσιών τους πολλοί κάτοικοι κατόρθωσαν να βρουν καταφύγιο στα τέσσερα σπίτια της γαλλικής αρχαιολογικής αποστολής που είχε υψωθεί η γαλλική σημαία.

    Παρά τις δοθείσες υποσχέσεις περί προστασίας των αμάχων, οι τοπικοί παράγονες επέτρεψαν και συνήργησαν στη σφαγή και δήωση της Φώκαιας, σε συννενόηση με τον ληστή Τζαφέρ.

    Οι ανηλεείς σφαγές και διαρπαγή περιουσιών των θυμάτων, τα εγκλήματα που παρουσιάζουν εντυπωσιακή ευρηματικότητα σε ωμότητες, σε συνδιασμό και με την ικανοποίηση ταπεινών ενστίκτων, τα ονόματα των θυμάτων, αλλά και εκείνα των θυτών που δεν υπήρξαν μόνον ανώνυμοι, καταγράφονται διεξοδικά στην επίσημη έκθεση που συνοδεύει το συγκεκριμένο γεγονός. Μολονότι πολλοί προσπαθούν α βρουν προστασσία στην πόλη της Σμύρνης, στα θύματα των διωγμών απαγορεύεται γενικά να καταφεύγουν στο εσωτερικό, ενώ ενθαρρύνεται η εγκατάλειψη της Οθωμανικής επικράτειας.

    Οι διωγμοί στην Φώκαια, όπως και στις περισσότερες περιοχές που συνέβησαν παρόμοια γεγονότα, αποκαλύπτουν οτι πέρα του φανατισμού και της πολιτικής σκοπιμότητας για εθνοκάθαρση, σημαντικό κίνητρο των αυτουργών, ιδίως των μουσουλμάνων προσφύγων των Βαλκανικών πολέμων, ήταν η διαρπαγή των περιουσιών των χριστιανών. Και πράγματι από τις επόμενες μέρες των γεγονότων της Φωκαίας, στο Φραγγγομαχαλά και στο Μαντάμας Χάνι της Σμύρνης, Εβραίοι και Τουρκοκρήτες άρχισαν, με την απόλυτη ανοχή της τουρκικής διοίκησης να πωλούν ελεύθερα όσα τιμαλφή και κινητά στοιχεία είχαν κλαπεί. Εννοείται οτι οι πλούσιες αγροτικές περιουσίες και οι κατοικίες των χριστιανών είχαν ήδη καταληφθεί.

    Με τα επεισόδια αυτά ξεκίνησε ο μεγάλος διωγμός των χριστιανών των μικρασιατικών παραλίων που διήρκεσε μέχρι το πέρας του Α΄Παγκοσμίου Πολέμου προκαλώντας το πρώτο κύμα προς την Ελλάδα από 270.000 πρόσφυγες και που έλαβε τη μορφή μιας πραγματικής γενοκτονίας.

    Μαρία Βεϊνόγλου / Αθήνα, 12-6-2014 .

    Επιλεγμένη βιβλιογραφία: 1. «Οι διωγμοί των Ελλήνων εν Θράκη και Μικρασία», Αυθεντικαί Εκθέσεις και επίσημα κείμενα. Εν Αθήναις, τύποις Πανελληνίου Κράτους, 1915.

    2. Φωκαϊκά Βλέμματα του /Regards Phoceens de Felix Sartiaux. Ed.Kallimages, Paris 2012.

    http://mikrasiatis.gr/100-xronia-apo-ton-agrio-diogmo-ton-katoikon-tis-fokaias/

  5. Ντ on

    Για την φιλολογική εφημερίδα «Ηχώ» της Σμύρνης
    24 Ιουλίου 2014 • 0 Comments

    drososavrasΌσα θα καταχωρήσω σήμερα στον «Κόσμο της Ν. Φιλαδέλφειας» πρωτοδημοσιεύτηκαν πριν 50 χρόνια στην «Μικρασιατική Ηχώ», την μηνιαία έκδοση της Ενώσεως Σμυρναίων – πρόκειται για απόσπασμα γραφτού που φέρει την υπογραφή του Σμυρνιού ζωγράφου Νικ. Καρτσωνάκη-Νάκη:

    «Και τώρα για μιαν άλλην ακόμα πνευματικήν εκδήλωση στα μαύρα χρόνια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου. Πρόκειται για την έκδοση της μικρής φιλολογικής εφημερίδας, της «Ηχώς», στον Απάνω Μαχαλά της Σμύρνης … Εποχή πείνας στον λαό και τρόμου.

    Μας ερχόντουστε χαμπέρια από τα βάθη της Ανατολής και του Πόντου. Τους στρατευμένους Χριστιανούς δεν τους κατατάσανε οι Τούρκοι σε μάχιμο στρατό, αλλά τους στέλνανε στα βάθη της Ανατολής, για να κάνουνε δρόμους στα εργατικά τάγματα, τα αμελέ ταμπουρού. Από την πείνα, τις κακουχίες και τον εξανθηματικό λίγοι γυρίσανε πίσω. Ήταν ένας τρόπος ξολοθρεμού των Χριστιανών.

    Πολλοί νέοι Χριστιανοί, που θέλανε ν” αποφύγουνε τον μαρτυρικόν αυτόν θάνατο, κρυβόντουστε ή στα σπίτια τους ή στα συγγενικά σπίτια σε κρυψώνες και πηδάγανε σε ώρες που κάνανε οι Τούρκοι μπλόκο για να τους πιάσουνε, σε πλαϊνά Χριστιανικά σπίτια. Αυτοί αποτελούσανε τα λεγόμενα ταβάν ταμπουρού.

    Τέτοιος ήτανε κι ο εκδότης της «Ηχώς» Μάρκος Μαύρος, με φιλολογικό ψευδώνυμο Δρόσος Αύρας. Κρυβότανε στο σπήτι του που βρισκότανε στον Απάνω Μαχαλά κοντά στην Εκκλησία του Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου. Του ναού αυτουνού, λένε, πως το μαρμάρινο καμπαναριό του σώζεται ακόμα, και του οποίου ναού το αριστουργηματικό ξυλόγλυπτο τέμπλο σώθηκε και είναι στημένο στον Ναό της Αγίας Φωτεινής στην Νέα Σμύρνη.

    Το σπίτι του Δρόσου Αύρα ήτανε παλαιϊκό, είχε μια ξύλινη πορτάρα στον δρόμο και δυο παράθυρα στο απάνω πάτωμα. Πίσω από τα μισόκλειστα παντζούρια των παραθύρων αυτουνών στεκόντανε όλη τη μέρα η αδερφή του Μάρκου και παρακολουθούσε αλαφιασμένη την κίνηση του δρόμου, μη φανούνε τίποτα πολίτσιες και πιάσουνε τον αδελφό της.

    Μόλις χτύπαγε κανείς την πόρτα πεταγότανε η κακομοίρα από το παράθυρο και κύτταζε την πόρτα κάτωχρη και τρομοκρατημένη. Λίγο παραπάνω, λίγο παρακάτω, τούρκικα σπήτια κι οβρέικα. Θυμούμαι τον πατέρα του Μάρκου, ήτανε γέρος και κουφός, αλλά φημιζότανε για καλός μάστορας χτίστης και οι Τούρκοι της γειτονιάς όλοι τόνε γυρεύανε όταν θέλανε να κάνουνε μερεμέτια στα σπήτια τους.

    Όταν τον ρωτάγανε «πού είναι ο γυιός σου;» «Ασκέρ, απαντούσε, στο Ερζερούμ».

    Κάτω απ” αυτό το αδιάκοπο χτυποκάρδι, τριγυρισμένος από βιβλία και περιοδικά, έβγαζε ο κατσάκης Δρόσος Αύρας ένα μικρό φιλολογικό δισέλιδο φύλλο, την «Ηχώ». Το τύπωνε σε πολύγραφο. Η ύλη του δεν ήτανε πρωτότυπη, αλλά έγραφεν ο ίδιος ποιήματα και διηγήματα. Και άλλοι νέοι στέλνανε συνεργασία ανάλογη. Όταν τυπωνότανε το φύλλο το παίρνανε οι φίλοι του και το πουλάγανε ένα μεταλλίκι. Όταν πήγαινες να τον δεις σε όρκιζε σε έναν ατελείωτο μονόλογο για την φιλολογία και έλεγες αμάν Χριστέ μου να πάψη. Εμένα με πρόσλαβε για να κάνω γελοιογραφικά σκίτσα. Του πήγα λοιπόν μερικά με την υπογραφή μου «Ν. Καρτσωνάκης».

    Όταν ξαναπήγα να τον δω μου είπε: Άκουσε αγαπητέ μου, καλά ήτανε τα σκίτσα σου, αλλά σου κόψαμε το μισό σου επίθετο, από Καρτσωνάκης το κάναμε Νάκης, γιατί είναι μακρύ και έχει και κάρτσες μέσα! Έκτοτε έγινεν αυτή η περιτομή του επιθέτου μου από τον αρχισυντάκτη της «Ηχώς».

    Η «Ηχώ» είχε και έναν οικονομικόν ενισχυτή. Ήταν ένας μαθητής της Ευαγγελικής Σχολής κάτοικος του Απάνω Μαχαλά, που η μητέρα του είχεν ένα κατάστημα τροφίμων εκεί κοντά. Λεγότανε Γιάννης Χρυσόπουλος και καμμιά φορά έδινε λεφτά για να αγοραστή χαρτί για την «Ηχώ» ή πάστα για τον πολύγραφο. Λοιπόν, ο αρχισυντάκτης της «Ηχώς» τον ανακήρυξεν ευεργέτη της εφημερίδας και του άλλαξε το επίθετο, από Χρυσόπουλο τον έκανε Χρυσοσκορπά.

    Στην επικεφαλίδα της εφημερίδας ήταν γραμμένο: «οικονομικός διευθυντής Γιάννης Χρυσοσκορπάς».

    Πόσα χρόνια βάστηξε η έκδοση της «Ηχώς» δεν θυμάμαι. Ήρθεν η Ανακωχή, βγήκεν ο νέος ελεύθερος από την κρυψώνα του, ήτανε ωχρός κι ανήλιαγος, ήρθεν η Ελληνική Κατοχή ακολούθησε η (Μικρασιατική) Καταστροφή και το μακελειό εκατομμυρίων αθώων Χριστιανών, έφτασεν η Μεγάλη Ελλάδα στην Κοκκινιά και στο Δουργούτι, και ο Δρόσος Αύρας βρέθηκε με την ψυχή στο στόμα στην Αλεξάνδρεια.

    Αυτήν την βασανισμένη ψυχή την παράδωκε σε λίγο εκεί κάτω, γιατί προσβλήθηκε από τύφο και πέθανε»

    http://www.kosmosnf.gr/2014/07/ixo/?utm_source=%CE%9F+%CE%9A%CF%8C%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%82+%CF%84%CE%B7%CF%82+%CE%9D.+%CE%A6%CE%B9%CE%BB%CE%B1%CE%B4%CE%AD%CE%BB%CF%86%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CF%82&utm_campaign=e47140b42f-25july7_25_2014&utm_medium=email&utm_term=0_d74fbab33a-e47140b42f-415251477

  6. TURKS TURNED AGAINST GREEK; 700,000 SUFFER
    THE SAME TREATMENT THAT THE ARMENIANS RECEIVED IS METED OUT TO THE GREEKS.

    GREEKS ARE LAW-ABIDING AND LOYAL TO GOVERNMENT

    Stories of Greek Deportation Just beginning to Leak Out, Says Frank W. Jackson.

    The Evening Independent 17 October 1917.

    NEW YORK, OCT 17. – Not satisfied by the slaughter of hundreds of thousands of Americans (sic) and
    Syrians,the Turk has also turned against the Greek Christians in his dominions and more than
    700,000 have fallen victim to a persecution in the form of death, suffering or deportation,
    it was declared here today by Frank W. Jackson, of this city, chairman of the Relief Committee
    for Greeks of Asia minor. He said the real details of these new Turkish atrocities were just
    beginning to leak out.
    «The story of the Greek deportation is not yet generally known,» said Mr. Jackson. «Quietly and
    gradually the same treatment is being meted out to the Greeks as to the Americans (sic). Although
    closely guarded, certain echoes of these horrors come out from time to time.
    «There were some two to three million Greeks in Asia Minor at the outbreak of the war in 1914,
    subject to Turkish rule. According to the latest reliable and authorative accounts some seven
    to eight hundred thousand have been deported, mainly from the coast regions into the interior
    of Asia Minor.
    «The Greeks of Asia Minor have always been law-abiding and perfectly loyal to the Turkish
    government. Under Abdul Hamid they were well treated, but his successors adopted a program to
    crush them.
    «At the declaration of the present war all persecutions were stopped but the Spring of 1915
    brought to the stage a tragic, novel drama unique in the history of the world as to its horrors
    and destructiveness, that is the Armenian deportation; under that innocent name the extermination
    of a Christian race was started.
    «Along with the (Armenians) most of the Greeks of the Marmora regions and Thrace have been
    deported on the pretext that they gave information to the enemy. Along the Aegean Coast Aivalik
    stands out as the worst sufferer .According to one report some 70,000 Greeks there have been
    deported toward Koria and beyond. At least 7,000 have been slaughtered. The Greek Bishop
    of Aivalik committed suicide in despair.
    «The latest account from Trebizond shows the towns along the Black sea are being emptied of their
    Greek population. From Trebizond we have a letter dated July 24, 1917, in which he says the
    following order came from Turkish Army Headquarters at Sheishehie: ‘By 12:25 July let no Greek
    man over 16 and under 50 be found in Ordou. Send all such on into the interior. As for the
    families, we will send further orders later.
    «Mr. Crawford also wrote: ‘First let us express once more our thankfulness to God for the
    deliverance He has sent us by the great grand Russian army and people. We are more and more
    appreciating what the Russians have done for this region. Immediately after the Russian occupation
    of this province in April 1916, hundreds of Armenians began to come out of their hiding places.»
    «From the Greek Minister to the United States, George Rousses, I have a letter September 21, 1917,
    in which he says:
    «Backed by the Germans, the Turks have put into execution and even organized
    their wildness. They have decided to exterminate the Greek element which is the most important
    and numerous in Asia Minor.
    «Under pretext of necessities of war entire populations have been deported. Members of
    Families have been separated. The old, the men unfit for military service and the women, were
    sent into the interior of the country, abandoned without the slightest help and exposed to all
    sorts of deprivations. The men fit for military service were taken by force into the army
    despite the fact of having paid for exemption: some of the wealthiest have even been called on
    to pay this exemption fee three times over.»
    The Relief Committee for Greeks of Asia Minor, Mr. Jackson said, has been organized for
    non-politic and purely humanitarian purposes and aims at securing means to aid these Greeks
    reduced by sudden persecutions to a state of want.΄

    http://news.google.com/newspapers?id=w28LAAAAIBAJ&sjid=5VMDAAAAIBAJ&pg=1527%2C3559330

  7. Tr on

    6 Οκτωβρίου 2014 0 Comments
    Μάθημα Ιστορίας…

    sartio-fokaiaΣε πρώτο πλάνο πάνω στο άλογό του ένας Τσέτης ακολουθούμενος από τρεις άλλους με λάφυρα στα χέρια. Πίσω τους, Έλληνες κάτοικοι έχουν συγκεντρωθεί μπροστά στο σπίτι του Σαρτιώ, με τη γαλλική σημαία υψωμένη για να τους προστατεύει, κάνοντας απεγνωσμένα νόημα στα πλοιάρια να προσεγγίσουν, 13 Ιουνίου 1914.

    Της Τριανταφυλλιάς Μήτρου

    «Στις 10 το πρωί, ενώ συμπλήρωνα το ημερολόγιο της ανασκαφής, ακούω φωνές. Βλέπω στην αμμουδιά ποτάμι ανθρώπων να σπεύδουν προς τα καϊκια που ήταν δεμένα στο λιμάνι και να σηκώνουν πανιά. Μια φράση κυκλοφόρησε από στόμα σε στόμα: «Έρχονται». Αρχίζουν φωνές, μια άναρχη φυγή, βρίσκουν καταφύγιο μέσα στα σπίτια, κλειδώνουν τις πόρτες. Μερικά λεπτά αργότερα ο δρόμος είναι έρημος».

    Κάπως, έτσι, ξεκινά το εξαίρετο ντοκιμαντέρ της Ανιές Σκλάβου και του Στέλιου Τατάκη που παρουσιάστηκε σε 1η πανελλήνια προβολή στον πραγματικά κατάμεστο θερινό κινηματογράφο «Ορφέας» στη Σαρωνίδα, στις 17 Σεπτεμβρίου, 100 ακριβώς χρόνια από τον πρώτο διωγμό στη Φώκαια της Μικράς Ασίας.

    orfeas_17_9_2014_c

    Το ντοκιμαντέρ, που τιτλοφορείται «1914-Γεγονότα στη Φώκαια», είναι βασισμένο στο ημερολόγιο του Γάλλου μηχανικού Φελίξ Σαρτιώ, ο οποίος, έχοντας αναλάβει από τη γαλλική κυβέρνηση δυο σημαντικές αποστολές, να ερευνήσει τον αρχαίο ναό στην Άσσο, στην περιοχή της Τρωάδας και να ξεκινήσει ανασκαφές στη Φώκαια, που υπήρξε μητρόπολη της Μασσαλίας, έζησε και κατέγραψε τα δραματικά γεγονότα που συνέβησαν τον Ιούνιο του 1914 προσφέροντας, έτσι, ένα κτήμα ες αεί στις επόμενες γενιές.

    Το διάρκειας 50 περίπου λεπτών ντοκιμαντέρ παρουσιάζει την ίδρυση της Μασσαλίας το 600 π.χ από τους Έλληνες Φωκαείς της Μικράς Ασίας, την αποίκηση των γαλλικών παραλίων και τη διάδοση του ελληνικού πολιτισμού στη μετέπειτα χώρα της Γαλλίας. Συνεχίζει με αναφορά στο βιβλίο και στο πλούσιο φωτογραφικό υλικό του Φελίξ Σαρτιώ, που ανακάλυψε ο ιστορικός τέχνης Χάρης Γιακουμής, μέσα από τα οποία αποτυπώνεται με τη δύναμη που διαθέτει κάθε μέσο, εικόνα και λόγος, το ξεχασμένο έως τότε γεγονός του διωγμού των Ελλήνων της Μικράς Ασίας το 1914. Ιδιαίτερα συγκινητική είναι η μαρτυρία της κυρίας Σοφίας Δεληγιάννη, που γεννήθηκε στη Φώκαια το 1912 και βίωσε τα γεγονότα σε ηλικία μόλις 2,5 ετών, όπως, επίσης, και του Νικόλαου Χόρμπου και της Ζαχαρώς Φρατζέσκου, απογόνων προσφύγων, που μιλούν για το «μαύρο ημερονύχτιο», την καταδίωξη των Φωκιανών το βράδυ μεταξύ 11ης και 12ης Ιουνίου, όπως τη θυμούνται από τις αφηγήσεις των γονιών και των παππούδων τους. Σημαντική για την κατανόηση των γεγονότων είναι φυσικά η παρουσίαση του ιστορικού πλαισίου της εποχής που ξεκινά από το δεύτερο βαλκανικό πόλεμο και φτάνει μέχρι και τις αρχές του πρώτου παγκοσμίου πολέμου.

    orfeas_17_9_2014_d

    Ξεχωριστή βαρύτητα δίνεται, βέβαια, στην πολιορκία της Νέας Φώκαιας, στη λεηλασία, τις κλοπές, τους θανάτους και τους βιασμούς, που διαπράττονται από τον μέχρι πρότινος πράο και ειρηνικό τουρκικό πληθυσμό στα πλαίσια της μεθοδικά σχεδιασμένης επιχείρησης που είχε στηθεί, όπως, επίσης, στην προστασία που παρέχει ο Σαρτιώ με τους συνεργάτες του στον ελληνικό πληθυσμό, που τις επόμενες ημέρες θα αναγκαστεί να εγκαταλείψει τη γη της Ιωνίας, που τον γέννησε και τον έθρεψε, και να αναζητήσει μια νέα πατρίδα στην Ελλάδα, την Αμερική και την Αίγυπτο. Η ατμόσφαιρα τρόμου, απόγνωσης και πανικού που επικρατεί στους Φωκαείς, οι οποίοι προσπαθούν να γλιτώσουν από τη φωτιά και το τσεκούρι αισθητοποιείται μέσα από τις φωτογραφικές πλάκες του Σαρτιώ και την πλούσια εικονοποιϊα που διακρίνει τα δραματικά κείμενά του.

    Πρωταγωνιστικό πρόσωπο ο Φελίξ Σαρτιώ· ένας αυτόπτης μάρτυρας που αρνείται να σωπάσει, ένας ιστορικός που θεωρεί σημαντικό για την ιστορία, τη δικαιοσύνη και την ανθρωπότητα να ακουστεί η μαρτυρία του· μια μαρτυρία η οποία αποτελεί το μοναδικό τεκμήριο ενός γεγονότος που σηματοδότησε την αρχή της εκδίωξης των Ελλήνων χριστιανών από τη Μικρά Ασία, δίνοντας μετά από λίγα χρόνια οριστικό τέλος σε μια ιστορία 3000 ετών, και παρ’όλα αυτά αποσιωπήθηκε από τον εν γένει ευρωπαϊκό τύπο.

    orfeas_17_9_2014_e

    «Θα πασχίσω να βρεις το δίκιο σου στις καρδιές των ανθρώπων και αυτό είναι το μόνο που μπορώ να κάνω για σένα», αναφέρει χαρακτηριστικά ο Σαρτιώ, απευθυνόμενος στην αγαπημένη του Φώκαια, στις σημειώσεις του…Για όλους εμάς που παρακολουθήσαμε το ντοκιμαντέρ, αυτός καταλάβαμε πως ήταν ο στόχος και των συντελεστών τον οποίο πέτυχαν χωρίς αμφιβολία.

    Συντελεστές

    Σκηνοθεσία: Ανιές Σκλάβου, Στέλιος Τατάκης

    Σενάριο: Ανιές Σκλάβου

    Μουσική: Μάριος Γληγόρης

    Πηγή: Ντελάλης Σαρωνικού και Λαυρεωτικής

  8. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Κυριακή 15 Ιουνίου 2014

    100 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΝΑΡΞΗ ΤΗΣ ΓΕΝΟΚΤΟΝΙΑΣ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ ΤΗΣ ΑΝΑΤΟΛΗΣ
    Η καταστροφή της Φώκαιας στην Ιωνία
    «Λεηλατούν, πυρπολούν, σκοτώνουν ψυχρά, χωρίς μίσος, κατά μια έννοια μεθοδικά. Επικεφαλής τους είναι δύο άτομα που πολλοί γνωρίζουν στην περιοχή ως ενεργά μέλη της τοπικής Επιτροπής «Ενωση και Πρόοδος». Εφαρμόζουν πρόγραμμα, που τους έχουν σχεδιάσει στο όνομα των ανώτερων συμφερόντων της Αυτοκρατορίας και της θρησκείας. Η λεηλασία, οι προσωπικές εκδικήσεις, ο βιασμός είναι ο μισθός τους». (Φελίξ Σαρτιό, «Le sac de Phocee et l’ expulsion des Grecs ottomans d’ Asie Mineure», Ιούνιος 1914)
    Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ(*)
    Το πογκρόμ κατά των Ελλήνων κατοίκων της ιωνικής Φώκαιας και η καταστροφή της ελληνικής συνοικίας στις 13 Ιουνίου 1914 συμβολίζουν με τον πλέον αποκαλυπτικό τρόπο το σχέδιο που έθεσαν σε εφαρμογή οι Νεότουρκοι εθνικιστές του Κομιτάτου «Ενωση και Πρόοδος».
    Πρόσφυγες από τη Φώκαια περιμένουν να επιβιβαστούν σε βάρκες για να διαφύγουν από το πογκρόμ και τη σφαγή © Pierre de Gigord / Yiakoumis, Kallimages, Paris
    Πρόσφυγες από τη Φώκαια περιμένουν να επιβιβαστούν σε βάρκες για να διαφύγουν από το πογκρόμ και τη σφαγή © Pierre de Gigord / Yiakoumis, Kallimages, Paris
    Ηδη από τον Απρίλη του 1914 είχαν ξεκινήσει τις πρώτες διώξεις κατά των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης. Οι επίσημες αποφάσεις για την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών της Αυτοκρατορίας είχαν παρθεί πολύ νωρίτερα (Φθινόπωρο του 1911), άρχισαν να οργανώνονται συστηματικά μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους και τέθηκαν σε εφαρμογή από την άνοιξη του 1914.

    Το πλαίσιο εντός του οποίου εκπονήθηκε η συγκεκριμένη πολιτική περιγράφεται από το ηγετικό στέλεχος του Κομιτάτου «Ενωση και Πρόοδος» δρα Sakir: «Είναι επιτακτική η ανάγκη να υπάρχει μόνο ένας μουσουλμανικός πληθυσμός από την Κωνσταντινούπολη προς την Ινδία και την Κίνα, με τη Συρία να χρησιμεύει ως σύνδεσμος μεταξύ των ισλαμικών κόσμων της Ασίας και της Αφρικής. Αυτό το τεράστιο έργο θα επιτευχθεί μέσα από την επιστημονική ιδιοφυΐα και οργανωτικό ταλέντο των Γερμανών και το γενναίο χέρι των Τούρκων».

    Με την έναρξη του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου οι διώξεις έγιναν εντονότερες με αποκορύφωμα τη Γενοκτονία των Αρμενίων το 1915 και την έναρξη των εθνικών εκκαθαρίσεων και στο μικρασιατικό Βορρά, στην περιοχή του Πόντου. Ουσιαστικά η περιοχή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έμπαινε στην τελική και αποφασιστική φάση της αποχώρησής της από την ιστορία και της έλευσης στα εδάφη της μορφής του έθνους-κράτους.

    Τιμώντας τα 100 χρόνια

    Το αφιέρωμα αυτό αποτελεί μια ελάχιστη έντυπη απόδοση τιμής στη Μνήμη ενός σημαντικού γεγονότος που σηματοδοτεί τον εκβαρβαρισμό της ανθρωπότητας υπό την ακραία ιδεολογία του φυλετισμού και ρατσισμού που προήλθε από τον αντιδιαφωτιστικό γερμανικό ρομαντισμό και κορυφώθηκε λίγες δεκαετίες αργότερα με το ναζιστικό εγχείρημα.

    Αποτελεί ανάγκη, για την πλήρη εποπτεία των συνθηκών που γέννησαν τις ρατσιστικές ιδεολογίες και την πρακτική των Γενοκτονιών, η συνειδητοποίηση ότι τα πρωτοναζιστικά φαινόμενα στην Ευρώπη αλλά και στην Εγγύς Ανατολή εκφράστηκαν από τους Νεότουρκους και τους κεμαλικούς στη συνέχεια.

    Για την ιωνική Φώκαια έχουν γράψει-συγγράψει εργασίες ο Νικόλαος Αχ. Χόρμπος, ο Παρασκευάς Γ. Συργιανόγλου και άλλοι. Το σημερινό αφιέρωμα βασίζεται στην εξαιρετική επιστημονική δουλειά του Χάρη Γιακουμή που ανακάλυψε και ανέδειξε τόσο τις φωτογραφίες όσο και το κείμενο του Γάλλου αρχαιολόγου Φελίξ Σαρτιό για την καταστροφή της ιωνικής Φώκαιας τον Ιούνιο του 1914 και επιμελήθηκε την έκδοση δύο εξαιρετικών λευκωμάτων.

    (*) διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας, μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com/

    **

    ΦΕΛΙΞ ΣΑΡΤΙΟ: «… Οι πόρτες που είχαν φροντίσει να κλείσουν έχουν παρα βιαστεί»

    Ουρλιαχτά ακούγονται, αλαλιασμένοι άνθρωποι φεύγουν τρέχοντας με τα ρούχα σκισμένα και το πρόσωπο ματωμένο, ενώ οι πληγωμένοι σέρνονται στο κατώφλι. Οσοι επιτιθέμενοι είχαν μπει με τη βία στα σπίτια βγαίνουν, με τις αγκαλιές φορτωμένες μπόγους, που τους στοιβάζουν βιαστικά μέσα σε μεγάλα κοφίνια πάνω στα ζώα τους. Ενας φίλος μας, ο Παναγιώτης Παναγιωτάκου, είναι στο σπίτι του, πολύ κοντά μας, μαζί με την αδελφή και την κόρη του. Σαρικοφόροι Τούρκοι εισβάλλουν. Βλέπω την ψηλή κορμοστασιά του να ορθώνεται μπροστά στις δύο γυναίκες. Εκτείνει τα χέρια για να τις προστατεύσει. Του ρίχνουν στην κοιλιά, και αρχίζει να παραπαίει πηγαίνοντας προς τη θάλασσα. Δεν έχει προλάβει να κάνει λίγα βήματα, και δεύτερος πυροβολισμός στην πλάτη τον ξαπλώνει καταγής. Η αδελφή του το βάζει στα πόδια, την παίρνουν στο κατόπι, ο ένας την πνίγει στη θάλασσα. Η κόρη του τρέχει προς εμάς, ουρλιάζοντας φοβισμένη. Για να την προστατεύσουμε την μπάζουμε σε ένα από τα σπίτια μας. Επικρατεί τέτοιος πανικός ώστε άλλη γυναίκα πνίγεται μπροστά στα μάτια μας, σε σημείο της ακτής όπου το νερό δεν ξεπερνάει τους 60 πόντους.

    Το πλήθος ορμάει προς τις προκυμαίες, αναζητώντας με το βλέμμα πλεούμενα για να φύγει. Ολα σχεδόν τα πλεούμενα έχουν εξαφανιστεί από την προηγουμένη. Φωνές φρίκης απαντούν στους πυροβολισμούς. Εγκαταλείπω την ιδέα να περιγράψω όλες τις σκηνές που διαδραματίζονται μπροστά μας. Η συνοικία μας βρίσκεται στην άκρη της θάλασσας, τα σπίτια είναι αραιά χτισμένα, με κήπους γύρω. Η περιοχή είναι ανοιχτή και σχετικά εύκολα μπορείς να φύγεις και να ξεφύγεις από τους φονιάδες. Τι να έγινε στα λαβυρινθώδη σοκάκια, όπου είναι κρυμμένος ο όγκος του πληθυσμού; Τι φρικαλεότητες να έγιναν στη σκιά, μακριά από το επικριτικό μας βλέμμα; Δεν θα το μάθουμε ποτέ.

    Οι θύτες

    Σύντομα καταφέρνω να ελέγξω τη συγκίνησή μου και παρατηρώ αυτούς που μας επιτίθενται. Πολλοί με πλησιάζουν και μου απλώνουν το χέρι. Αναγνωρίζω μερικούς. Ενας από τους συντρόφους μας, που κατοικεί στην περιοχή από πολλά χρόνια, αναγνωρίζει περισσότερους. Είναι όλοι χωρικοί από τα γύρω τούρκικα χωριά, το Ουλουμπουνάρ, το Κοζμπεαλί, το Ισικιεβέ, το Γενίκιοϊ, που τα επισκέφθηκα για καιρό αναζητώντας αρχαιότητες. Δεν είναι ούτε έποικοι από τη Μακεδονία ούτε επαγγελματίες ληστές.

    Είναι οι συνήθως τόσο πράοι, τόσο ειρηνικοί και τίμιοι άνθρωποι, με ηρεμία και γλύκα παροιμιώδη, όπως έγραφε πολύ σωστά η Αυτού Εξοχότητα ο Σαΐντ Χαλίμ πασάς. Με έχουν φιλοξενήσει επανειλημμένα. Είναι προφανές ότι δεν ενεργούν αυτοβούλως. Μας το λένε οι ίδιοι: «Λάβαμε διαταγές, τις εκτελούμε, απλώς αποδίδουμε δικαιοσύνη»…

    Ποιο χέρι τους κατευθύνει; Τα όπλα που κρατούν είναι του κράτους, ντουφέκια Μαρτίνι και βραχύκαννα μουσκέτα πυροβολικού. Ποιος τους εξόπλισε με τόσα όπλα και κανονικά πολεμοφόδια; Οι τοπικές αρχές είναι μιλημένες, αφού δεν πάρθηκε κανένα μέτρο προστασίας και, εκτός από τους τέσσερις δικούς μας χωροφύλακες, κανένας άνδρας της τριανταμελούς φρουράς, κανένας αξιωματικός δεν έκανε έστω μια κίνηση για να εμποδίσει φόνο ή λεηλασία.

    Ο γενικός κυβερνήτης Ραχμί Μπέης είχε προειδοποιηθεί εν ευθέτω χρόνω… Ο βαλής της Προύσσας, ο μουτεσαρίφ (έπαρχος) των Δαρδανελλίων είναι επίσης ανακατεμένοι, όπως ανακατεύτηκε, μερικές εβδομάδες πριν, ο βαλής της Αδριανούπολης. Η οργάνωση δίνει, άρα, διαταγές στους γενικούς κυβερνήτες των επαρχιών.

    Μπορούμε άραγε να ελπίζουμε ότι η Ευρώπη θα ενδιαφερθεί για την τύχη του δύστυχου αυτού πληθυσμού της Μικράς Ασίας, που τα δικαιώματά του στη χώρα και οι παλιές παραδόσεις, αν εξαιρέσουμε το αίσθημα της ανθρωπιάς, μετρούν δυστυχώς ελάχιστα, προκειμένου να αντιμετωπιστούν με καλοσύνη και έλεος, μπροστά στα μεγάλα συμφέροντα που διαιρούν τις Δυνάμεις;

    Η εθνική εκκαθάριση

    Ολη τη μέρα του Σαββάτου 13 Ιουνίου, μέχρι τις επτά περίπου το βράδυ, εκτυλίσσονται ταυτόχρονα οι σκηνές των δύο μεγάλων πράξεων του δράματος: η οικτρή έξοδος και η αναίσχυντη λεηλασία. Τρεις χιλιάδες οκτακόσιοι Ελληνες Οθωμανοί έφυγαν για τη Θεσσαλονίκη με το πρώτο πλοίο και δύο χιλιάδες περίπου με το δεύτερο για τον Πειραιά. Τηλεγράφησα ήδη από το πρωί στη Σμύρνη για να μας στείλουν κι άλλα πλοία. Υπάρχουν επτά χιλιάδες Ελληνες στην Παλαιά Φώκαια (7.077, σύμφωνα με την επίσημη τουρκική στατιστική του 1913). Πρόσφυγες από τα γύρω χωριά ενώθηκαν μαζί τους…

    Πλούσιοι προύχοντες της περιοχής φεύγουν ξυπόλητοι, τους έχουν πάρει μέχρι και τα παπούτσια τους. Τα παιδιά κλαίνε ψάχνοντας τους γονείς τους. Δεν αποκαλύπτουμε σε μια μητέρα ότι τα δύο μωρά της δολοφονήθηκαν. Περιμαζεύουμε στον δρόμο αρτιγέννητο βρέφος, δεν καταφέρνουμε όμως να βρούμε τη μάνα του και το αναθέτουμε σε άλλη γυναίκα που θηλάζει το δικό της. Γυναίκες ρίχνονται στον λαιμό μας, μας ικετεύουν να βρούμε το άντρα ή τον πατέρα τους, τις κόρες τους, που τις βίασαν ή τις απήγαγαν. Οι πιο συγκινητικές σκηνές είναι ο αποχαιρετισμός των παλιών και καλών μας φίλων…

    Στην προκυμαία

    Στις 13, όλη τη μέρα, με βάρκες να πηγαινοέρχονται ανάμεσα στην ακτή και με τα ρυμουλκά τα οποία ζήτησα να έρθουν από τη Σμύρνη, οργανώνουμε την έξοδο των άμοιρων ανθρώπων, που είχαν συγκεντρώσει εδώ, στην προγονική τους γη, τους καρπούς της δουλειάς τους, τις αποταμιεύσεις, τις μνήμες τους. Εφυγαν χωρίς το παραμικρό, αφού τους άρπαξαν ό,τι είχαν και δεν είχαν. Μαζί τους πήραν μονάχα ό,τι ρούχα φορούσαν πάνω τους, αφού από ορισμένους άρπαξαν ακόμα και τα παπούτσια.

    Στην προκυμαία, όπου τους επιβιβάζουμε στα πλεούμενα, τους ταλαιπωρούν και πάλι, αρπάζοντας οι άπληστοι από τις γυναίκες δέματα με κουρέλια και υποβάλλοντας σε σωματική έρευνα άντρες, γυναίκες και παιδιά για να τους πάρουν τα πουγγιά τους και ό,τι μικροαντικείμενα μπορεί να έκρυβαν πάνω τους…

    Ολόκληρη η ακτή, από το Ισμίντ, στα ανατολικά της θάλασσας του Μαρμαρά, μέχρι τον Τσεσμέ, στα νότια της Σμύρνης, έχει υποστεί παρόμοιες καταστροφές.

    Οταν έφυγα από την Ανατολή τον Ιούλιο του 1914, ο αριθμός των εκδιωγμένων ανερχόταν σε εκατόν είκοσι περίπου χιλιάδες. Υπολόγιζα ότι τα κέρδη από την όλη επιχείρηση, όσον αφορά τα ιδιόκτητα κτίρια και τα κοπάδια μόνο, ανέρχονταν σε πέντε εκατομμύρια. Κατά τη διάρκεια του πολέμου, οι άρπαγες και οι σφαγείς ικανοποίησαν πλήρως και με τρόπο αριστοτεχνικό τα άγρια ένστικτά τους…

    (Το κείμενο αυτό του Φελίξ Σαρτιό μεταφράστηκε από τον Χάρη Γιακουμή και δημοσιεύτηκε στο δίγλωσσο λεύκωμα «Phocee 1913-1914. Le temoignage de Felix Sartiaux», εκδ. Kallimages, Παρίσι, 2008)

    ***

    Η τελευταία σχολική χρονιά (1921-22) στη Φώκαια, όπως δημοσιεύεται στο βιβλίο του Νικολάου Χόρμπου. Μεταξύ των μαθητών βρίσκεται και ο Γιάννης Ταμτάκος (σε κύκλο), που αργότερα ως πρόσφυγας θα παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στο εργατικό κίνημα της Θεσσαλονίκης.
    Η τελευταία σχολική χρονιά (1921-22) στη Φώκαια, όπως δημοσιεύεται στο βιβλίο του Νικολάου Χόρμπου. Μεταξύ των μαθητών βρίσκεται και ο Γιάννης Ταμτάκος (σε κύκλο), που αργότερα ως πρόσφυγας θα παίξει πολύ σημαντικό ρόλο στο εργατικό κίνημα της Θεσσαλονίκης.
    Ανακαλύπτοντας ένα σπάνιο φωτογραφικό αρχείο

    Του ΧΑΡΗ ΓΙΑΚΟΥΜΗ (*)

    Τα ενενήντα τόσα χρόνια που χωρίζουν τις φωτογραφικές μαρτυρίες αυτές με το σήμερα, είναι ακριβώς μία γενιά ολόκληρη. Αυτή η γενιά των τελευταίων Ελλήνων που έζησαν στις αρχές του 20ού αιώνα στα Μικρασιατικά παράλια είχε την ατυχία να ζήσει όχι ένα, αλλά δύο διωγμούς, το 1914 και το 1922. Ο πρώτος διωγμός του Ιουνίου του 1914, που τον έζησαν κυρίως οι κάτοικοι της περιοχής της Παλαιάς και της Νέας Φώκαιας, έμεινε άγνωστος στη συλλογική μνήμη λόγω απουσίας φωτογραφικών τεκμηρίων.

    Τα μόνα τεκμήρια που είχαμε ήταν μνήμες άυλες, αυτές που έφεραν μαζί τους οι Φωκιανοί πρόσφυγες, αυτές που μπόρεσαν και κράτησαν σαν φυλακτά βαθιά μέσα στην ψυχή τους. Με τις αφηγήσεις στα παιδιά και στα εγγόνια τους καταφέρανε όσο μπορούσαν να μεταφέρουν έως τις μέρες μας την εικόνα της χαμένης τους πατρίδας. Μια εικόνα, που όσο περνούσε ο καιρός και έφευγε ο ένας μετά τον άλλον από τη ζωή, χανότανε και αυτή σιγά σιγά.

    Οι φωτογραφίες του Σαρτιό

    Η εύρεση των φωτογραφιών του Φελίξ Σαρτιό όμως έρχεται να συγκεκριμενοποιήσει μια για πάντα την ιστορία αλλά και το δράμα αυτού του τόπου. Ενός τόπου με ιδιαίτερα ένδοξη ιστορία. Οι Φωκιανοί είναι αυτοί που στον 6ο αιώνα π.Χ. ίδρυσαν την πόλη της Μασσαλίας αλλά και άλλες αποικίες και έτσι διέδωσαν στα νότια παράλια της Γαλλίας και στη δυτική Μεσόγειο τον ελληνισμό.

    …Στις φωτογραφίες διακρίνεται καπνός να βγαίνει από κάποια συνοικία στη Χερσόνησο, καμένα και λεηλατημένα σπίτια, πτώματα στην παραλία, κόσμος στο γιαλό να επιβιβάζεται σε βάρκες και πλοιάρια για να μεταφερθεί στην απέναντι όχθη, στη Μυτιλήνη, στη Θεσσαλονίκη ή τον Πειραιά. Μερικές με γαλλικές λεζάντες «Φώκαια, γεγονότα 1914».

    Η ταυτοποίηση του φωτογράφου με τον Γάλλο αρχαιολόγο Φελίξ Σαρτιό έγινε με την ανακάλυψη ότι είχε γραφτεί το 1914 από αυτόν με τον τίτλο «Le sac de Phocee et l’expulsion des Grecs ottomans d’Asie-Mineure» (Η λεηλασία της Φώκαιας και ο διωγμός των Ελλήνων Οθωμανών της Μικράς Ασίας).

    Ετσι, η Ιστορία μάς χτύπησε την πόρτα και μας ζήτησε να μεσολαβήσουμε για να παρουσιάσουμε τη «Μνήμη» στους νόμιμους κατόχους της. Βρήκε ότι ο χρόνος που πέρασε ήταν αρκετός αλλά έπρεπε να βιαστεί να προλάβει έστω και έναν που να έχει βιώσει το διωγμό και να είναι ακόμα εν ζωή.

    (*) ιστορικός φωτογραφίας, υπεύθυνος των εκδόσεων Kallimages, Παρίσι

    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=435173

  9. Ελένη Μπίστικα ΕΛΕΝΗ ΜΠΙΣΤΙΚΑ
    Mε το Bραβείο Kαλύτερης Tαινίας στην κατηγορία «Mνήμες της Mεσογείου» τιμήθηκε η ταινία «Γεγονότα στη Φώκαια 1914», στο 19ο Mεσογειακό φεστιβάλ Primed 2015
    ΠΟΛΙΤΙΚΗ 19.12.2015 : 12:43
    H Aνιές Σκλάβου και ο Στέλιος Tατάκης, οι σκηνοθέτες και δημιουργοί, ευχαριστούν για τη βράβευση της ταινίας-ντοκιμαντέρ «Γεγονότα στη Φώκαια 1914» στην τελετή λήξης στη Villa Mediterranée, την Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015, όπου παρέλαβαν το βραβείο από την εκπρόσωπο του INA, Mιρέιγ Mορίς.
    H Aνιές Σκλάβου και ο Στέλιος Tατάκης, οι σκηνοθέτες και δημιουργοί, ευχαριστούν για τη βράβευση της ταινίας-ντοκιμαντέρ «Γεγονότα στη Φώκαια 1914» στην τελετή λήξης στη Villa Mediterranée, την Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου 2015, όπου παρέλαβαν το βραβείο από την εκπρόσωπο του INA, Mιρέιγ Mορίς.

    ΕΤΙΚΕΤΕΣ:ΣHMEIΩMATAPIO

    Eυχάριστα νέα από τους σκηνοθέτες Aνιές Σκλάβου και Στέλιο Tατάκη, τους δημιουργούς της ταινίας-ντοκιμαντέρ «Γεγονότα στη Φώκαια 1914» που η στήλη στην «K» πρωτοπαρουσίασε και έκτοτε παρακολουθεί και με ιδιαίτερη ικανοποίηση μιλά για τις βραβεύσεις της…

    «H ταινία μας ήταν μία από τις τέσσερις φιναλίστ στην κατηγορία “Mνήμες της Mεσογείου”» μάς πληροφορεί το ζεύγος σκηνοθετών στη ζωή και στην οθόνη, Aνιές Σκλάβου και Στέλιος Tατάκης. «H κριτική επιτροπή, την οποία αποτελούσαν διακεκριμένοι σκηνοθέτες, δημοσιογράφοι και διευθυντές ειδήσεων της Mεσογείου, την ξεχώρισε και τη βράβευσε, επισημαίνοντας τη σημασία της αποκάλυψης ενός λησμονημένου και άγνωστου για πολλούς ιστορικού γεγονότος, καθώς και την ανάδειξη του αρχειακού υλικού με άρτια κινηματογραφική γραφή».

    H προβολή του ντοκιμαντέρ έγινε την Tρίτη 8 Δεκεμβρίου στη Bιβλιοθήκη Aλκαζάρ, παρών ο Eλληνας πρόξενος στη Mασσαλία κ. Στέλιος Γαβριήλ, επίσης παρόντες ο ιστορικός της φωτογραφίας Xάρης Γιακουμής, ο ιστορικός Pierre Echinard, ο αρχαιολόγος Antoine Hermary (οι οποίοι τρεις συμμετείχαν στο ντοκιμαντέρ). Παρών και ο υπεύθυνος του ενημερωτικού site Diaspora Grecque, Γιάννης Σταυρινός, ενώ μεταξύ των θεατών ήταν πολλοί Eλληνες, κάτοικοι Mασσαλίας. Oι σκηνοθέτες παρέλαβαν το Bραβείο από την εκπρόσωπο του Iνστιτούτου INA, Mιρέιγ Mορίς. H τελετή λήξης έγινε στη Villa Mediterranée την Παρασκευή 11 Δεκεμβρίου. Tο «Prix Memoire de la Mediterranée» επιχορηγείται από το Eθνικό Iνστιτούτο Oπτικοακουστικού Aρχείου (Institut National de l’ Audiovisuel/INA). Στο φεστιβάλ συμμετείχαν άλλες δύο ελληνικές ταινίες σε άλλες κατηγορίες: η «Aγορά» του Γιώργου Aυγερόπουλου και «O Mανάβης» του Δημήτρη Kουτσιαμπασάκου, που πήρε το Bραβείο τηλεοπτικής προβολής France 3 Corse.

    Συγχαρητήρια στους Eλληνες νέους σκηνοθέτες που βραβεύθηκαν, αλλά και σε αυτούς που πήραν μέρος σε άλλες κατηγορίες. Eίναι πολύ σημαντικό νέοι Eλληνες σκηνοθέτες να προβάλουν την κινηματογραφική δουλειά τους στα διεθνή φεστιβάλ, που αναγνωρίζουν και ξεχωρίζουν τη γνήσια κινηματογραφική γραφή και, μάλιστα, όταν αναδεικνύουν ένα ιστορικό γεγονός, όπως είναι «ο διωγμός των Eλλήνων το 1914 της Φώκαιας» από τον τόπο τους, προάγγελος των κατά συρροή διωγμών Eλλήνων από τη Mικρά Aσία, με αποκορύφωμα την Kαταστροφή της Σμύρνης το 1922… Στο Hμερολόγιο 2015, έκδοση της Eνωσης Σμυρναίων, δημοσιεύεται δισέλιδο αφιέρωμα για το υλικό του ντοκιμαντέρ και για τον Felix Sartiaux (1876-1944), τον Γάλλο αρχαιολόγο-μηχανικό που ήταν παρών στα γεγονότα στη Φώκαια και τράβηξε τις αποκαλυπτικές φωτογραφίες.

    Τηλεφος


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: