Ο ανύπαρκτος ήρωας Κωνσταντίνος Κουκίδης

Πρόσφατα έγινε ένα «ποιοτικό άλμα » στη παλιά προσπάθεια που αναβίωνε ένα -γοητευτικό στην/και για την  εποχή του- μύθο και του έδινε σάρκα και οστά: Το «ποιοτικό άλμα» αφορούσε τη διοργάνωση εκδήλωσης με θρήνους ανάμικτους με περηφάνια και με ζήλια γιατί σήμερα δεν υπάρχουν Κουκίδηδες, καθώς και με …κεμεντζέδες. Αφορούσε επίσης και την βάφτιση-ανάδειξη σε «Πόντιου» του μη εντοπισμένου έως σήμερα Κ. Κουκίδη. Ακριβώς γι αυτό, έγραψα το παρακάτω σχόλιο κάπου στο fb, όπου αναρτήθηκε η σχετική είδηση. Το παραθέτω:  
 ————————————————————————————————
Ο ΑΝΥΠΑΡΚΤΟΣ ΗΡΩΑΣ Κ. ΚΟΥΚΙΔΗΣ
————————————————————————————————
Ο Κουκίδης (που ποτέ δεν εντοπίστηκε στα στρατιωτικά αρχεία ως πραγματικό πρόσωπο) και η θυσία του, υπήρξε ένας από τους ωραίους μύθους που η τότε εποχή παρήγαγε γιατί χρειαζόταν τους μύθους για την Αντίσταση στον κατακτητή. Αλλά σήμερα που υπάρχει η δυνατότητα της αντικειμενικής έρευνας αποδείχτηκε, μέσα από τα στρατιωτικά αρχεία, ότι τέτοιος κληρωτός δεν υπηρετούσε στην Ακρόπολη ούτε καν υπήρχε οπουδήποτε στο στρατό… Κάθε μύθος βέβαια είναι γοητευτικός, αλλά αυτό δεν είναι λόγος να μετατρέπουμε τον μύθο σε βεβαιότητα. Ας τον αναπαράγουμε, εφόσον κάποιοι το θέλουν, αλλά τονίζοντας ότι πρόκειται για μύθο εκείνης της εποχής. Και βεβαια το ότι είναι και Πόντιος, αποτελεί μια ιδιαίτερη καινοτομία για ένα πρόσωπο που η πραγματικότητα και η ιστορία αγνοεί παντελώς….
  •  H φωτογραφία του ανώνυμου Εύζωνου με λεζάντα «Τhe Immortal Efzone» από ένα τουριστικό άλμπουμ για την Αθήνα μετατρέπεται σε φωτογραφία του Κ. Κουκίδη. Η πραγματική φωτογραφία όπως πρωτοδημοσιεύτηκε – πριν τις αυθαίρετες ονοματοδοτικές επεμβάσεις και την επιγραφή «The Koukidis option» – είναι η εξής:

    Φωτογραφία του χρήστη Βλάσης Αγτζίδης.
    Μια πολύ καλή ανάλυση περί του αγνώστου και μάλλον ανύπαρκτου ήρωα Κωνσταντίνου Κουκίδη, μπορείτε να διαβάσετε στην παρακάτω ανάρτηση http://sarantakos.wordpress.com/2011/04/29/koukidis/

 

5 comments so far

  1. Αλάστωρ on

    κε Αγτζίδη,
    Σας ερωτώ διότι είστε ιστορικός και διότι θίξατε το ζήτημα του ανύπαρκτου Κουκίδη. Γνωρίζετε ποιά είναι τα στοιχεία που αποδεικνύουν ότι οι Γλέζος και Σάντας ήταν όντως εκείνοι οι οποίοι υπεξαίρεσαν τη γερμανική σημαία το Μαίο του ’41; Γιατί απ’όσο ξέρω, θεωρούνται αυτουργοί της πράξης αυτής, μόνο κατα δήλωσή τους. Ευχαριστώ.

    • Είναι δύο εντελώς διαφορετικά θέματα και καλό θα είναι να μην τα βάζουμε στο κρεβάτι του Προκρούστη με ιδεολογικό τρόπο. Το θέμα της συγκεκριμένης ανάρτησης αφορά την ιστορικότητα ενός προσώπου. Το άλλο θέμα φαντάζομαι ότι είναι αδιαμφισβήτητο, χωρίς ομως να έχω κάνει κάποια προσωπική έρευνα. Εξάλλου κανείς από τους δυό (Γλέζος ή Σάντας) δεν ισχυρίστηκε ότι είναι Πόντιος🙂 …. Αλλά έτσι κι αλλιώς είναι άλλο θέμα αυτό που θέτετε και που ουδόλως έθιξα σε τούτη την ανάρτηση. Πάντως, εάν αντιδιαστέλλετε τον Κουκίδη της μεταξικής ΕΟΝ στον Γλέζο της αριστερής ΕΠΟΝ, νομίζω ότι κάνετε λάθος, εφόσον μεγάλο μέρος των εονιτών του 1936-1940, κατά την περίοδο της Κατοχής έγιναν οι επονίτες…

    • ΣΑΝ ΣΗΜΕΡΑ, τη νύκτα της 30ης Μαΐου, ξημερώνοντας η 31η Μαΐου του 1941,ο Μανώλης Γλέζος και ο Απόστολος Σάντας αφαίρεσαν τη γερμανική πολεμική σημαία του Γ΄ Ράιχ, που κυμάτιζε σε ιστό στην Ακρόπολη Αθηνών,. O Ντε Γκωλ χαρακτήρισε τον Μανώλη Γλέζο ως «Πρώτο παρτιζάνο της Ευρώπης»…….

      ++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++

      Η οικογένεια του Λάκη Σάντα, σε σημερινή δημόσια επιστολή της προς την ελληνική κοινωνία

      30 προς 31 Μαϊου 1941 υπεξαιρέθηκε η πολεμική σημαία της Βέρμαχτ, με το οικόσημο του Κάϊζερ και τον μισητό αγκυλωτό σταυρό – την σβάστικα – από τον ιερό βράχο του Παρθενώνα.

      73 ολόκληρα χρόνια πέρασαν από τη νύχτα αυτή όπου οι δύο νέοι φίλοι τότε, και συναγωνιστές αργότερα, έκαναν την πρώτη αντιστασιακή πράξη με τέτοια συμβολική αξία σ’ ολόκληρη την Ευρώπη.

      Ναι, ομιλούμε για τον Απόστολο Σάντα, που δυστυχώς στις 30 Απριλίου 2011 έφυγε από τη ζωή και τον Μανώλη Γλέζο που συνεχίζει τον αγώνα.

      Τρία ολόκληρα χρόνια πέρασαν από το θάνατο του πατέρα μας. Όμως, ο Φασισμός ΔΕΝ ΘΑ ΠΕΡΑΣΕΙ… ΠΟΤΕ ΞΑΝΑ!

      Είναι γεγονός ότι τη νύχτα αυτή υπήρξαν δύο μεγάλοι συμβολισμοί.

      Ο ένας ήταν το μίσος, η οργή, η «δήθεν ανωτέρα φυλή» που επέφερε τη βία μεταξύ των ανθρώπων, και το νόμο της ζούγκλας «ο δυνατότερος έχει δικαίωμα ζωής ο αδύναμος όχι» – όλα αυτά λοιπόν τα εξέφραζε με μία λέξη η σβάστικα! Το σύμβολο των Ναζί που πρέσβευαν μία από τις χειρότερες για το ανθρώπινο είδος θεωρίες: τον Εθνικοσοσιαλισμό. Διαιρεί τους λαούς και επιφέρει διχόνοιες, μίση, στο έπακρο τη βία, και ότι υπάρχει στη σκοτεινή πλευρά του ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

      Ο άλλος συμβολισμός ήταν η Ακρόπολη. Ο θαυμάσιος Παρθενώνας ένα έργο γεμάτο ήλιο, σύμβολο και κατάκτηση των ωραιότερων πλευρών του ΑΝΘΡΩΠΟΥ, της δημιουργίας της τελειότητας, της τέχνης, της ομορφιάς της ζωής, της δημοκρατίας, ένα έργο πολιτιστικής κληρονομιάς της Ανθρωπότητας. Η πιο φωτεινή πλευρά του ΑΝΘΡΩΠΟΥ.

      Είμαστε Ελληνίδες και Έλληνες, αφήστε τους δήθεν συμβολισμούς για ψήφο διαμαρτυρίας στους Νέο Ναζί. Έχετε ευθύνη κυρίες και κύριοι όσοι από εσάς έχετε ψηφίσει αυτό το Ναζιστικό Κόμμα της Χρυσής Αυγής και να γνωρίζετε ότι οι λαοί δεν ξεχνούν!

      Ο Β΄ Παγκόσμιος πόλεμος υπήρξε ένας από τους τραγικότερους πολέμους στην ιστορία της Ανθρωπότητας και η Ελλάδα μας το πλήρωσε πολύ ακριβά ως δεύτερη χώρα μετά την πρώην Σοβιετική Ένωση σε απώλειες. Εσείς όλοι των μεγάλων ηλικιών ή προέρχεστε από οικογένειες προδοτών ή είστε οι άνθρωποι που επιπλέουν σε όλες τις καταστάσεις… Ξανασκεφτείτε τι ακριβώς κάνετε.. Συγχωροχάρτι δεν υπάρχει για κανέναν!

      Όσον αφορά τους νέους που έχουν ταχτεί στο πλευρό της Χρυσής Αυγής σαφώς και έχουμε εμείς οι μεγαλύτεροι, ευθύνη γι’ αυτό. Οι νέοι δεν βολεύονται εύκολα και εάν δεν έχουν γνώσεις, μόρφωση, δεν έχουν διαβάσει ιστορία και γενικότερα εάν η Παιδεία της χώρας τους δεν μπορεί να τους δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά τους περί κοινωνικής αδικίας, κρίσεις οικονομικές που φέρνουν τον άνθρωπο σε απελπιστική θέση, και γενικότερα εάν η χώρα που υποτίθεται ότι έδωσε τα φώτα της για τη Δημοκρατία στη Δύση, δεν μπόρεσε να καλλιεργήσει στους νέους της αυτή ακριβώς την έννοια, η Εκπαιδευτική μεταρρύθμιση που άλλαζε κάθε φορά που άλλαζε και η παλαιά δικομματική διακυβέρνηση της χώρας μας.. σίγουρα τα αποτελέσματα είναι αυτά…

      Νέες και Νέοι,

      Διαβάστε μόνοι σας, χωρίς «δασκάλους» ή καθοδηγητές την ιστορία σας. Πρέπει να είστε υπερήφανοι για την Ελλάδα μας, όχι όμως ως Έθνος ανώτερο από τα άλλα. Η Ελλάδα πρεσβεύει μία χώρα ειρηνική, με ανθρώπους φιλειρηνικούς, φιλόξενους στους ξένους, συμπαραστάτες σε λαούς κυνηγημένους, πανανθρώπινες αξίες για τη ζωή, μια ζωή γεμάτη ήλιο.

      Βοηθήστε τους μεγαλύτερους και την ίδια τη κοινωνία μας για ένα καλύτερο αύριο με καλοσύνη.

      Αυτά είχαμε να πούμε τόσο για τα τρία χρόνια που μας λείπει ο αγαπημένος μας πατέρας, όσο και για την επέτειο των 73 χρόνων από το γεγονός της υπεξαίρεσης της σβάστικας από την Ακρόπολη.

      Η οικογένεια του Απόστολου Σάντα,

      Οι κόρες του Αλεξάνδρα και Γεωργία Σάντα.

      30 Μαϊου 2014

  2. Συνέντευξη που είχε παραχωρήσει ο Απόστολος Σάντας, που έφυγε από τη ζωή το 2011, στο Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα του Στέλιου Κούλογλου:

    ——————————————————————————

    Θέλω να σας ρωτήσω πού βρισκόσασταν και πόσων χρονών ήσασταν όταν ξέσπασε ο πόλεμος;

    Με ρωτήσατε πού βρισκόμουν, πόσων χρονών ήμουν όταν ξέσπασε ο πόλεμος, δηλαδή την 28η Οκτωβρίου.
    Μόλις είχαμε τελειώσει τον περασμένο χρόνο το Γυμνάσιο, το 4ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών στο οποίο πήγαινα μαζί με τον Μανόλη Γλέζο και είχαμε δώσει, πέρασε το καλοκαίρι και το Σεπτέμβριο δώσαμε εγώ στα Νομικά, ο Μανόλης Γλέζος στην Ανωτάτη Εμπορική και κάτι άλλοι συμμαθητές μας σε άλλες Ανώτατες Σχολές.
    Εγώ είχα μπει στα Νομικά του Πανεπιστημίου Αθηνών και ο Μανόλης είχε μπει στην Ανωτάτη Εμπορική. Και περιμέναμε να αρχίσουν τα μαθήματα. Στις 28 Οκτωβρίου λοιπόν, που ήταν ημέρα Δευτέρα, ξαφνικά ακούστηκαν το πρωί, πρωί σειρήνες οι οποίες σειρήνες είχαν τοποθετηθεί για την προστασία του πληθυσμού σε αντιαεροπορική ας πούμε άμυνα επειδή επέκειτο πόλεμος, να προφυλαχθεί ο πληθυσμός σε τίποτα καταφύγια κτλ., είχαν γίνει και ορισμένα μαθήματα πολύ σωστά, διότι επέκειτο βομβαρδισμός από αεροπλάνα εχθρικά.

    Θα ήθελα να μου περιγράψετε το κλίμα πριν την 28η Οκτωβρίου. Μου λέτε ότι μύριζε πόλεμος, ήταν κάτι που πλανιόταν;

    Η γενική κατάσταση βρισκόταν στην Ευρώπη ως εξής: Υπήρχε η Συμμαχία η λεγόμενη του Αξονα, η οποία απετελείτο από τη ναζιστική Γερμανία, από τη φασιστική Ιταλία και από τη μιλιταριστική Ιαπωνία, στην Απω Ανατολή. Απέναντί της ήταν οι διάφορες λεγόμενες «δημοκρατίες δυτικές», οι οποίες ήταν η Αγγλία, επικεφαλής η Αγγλία, η Γαλλία και ορισμένες κτήσεις τους.
    Η υπόλοιπη Ευρώπη βρισκόταν στην εξής κατάσταση: Υπήρχαν 4 με 5 χώρες οι οποίες ήταν ουδέτερες, Ισπανία, Πορτογαλία, Ελβετία, Σουηδία, οι υπόλοιπες χώρες της Ευρώπης που δεν είχαν καταληφθεί από τα γερμανικά στρατεύματα, δηλαδή Ουγγαρία, Αυστρία, Βουλγαρία ήταν σύμμαχοι με τους Γερμανούς και υπήρχε η Γιουγκοσλαβία και η Ελλάδα που δεν είχαν καταληφθεί.
    Οι Ιταλοί είχαν καταλάβει την Αλβανία και είχαν τα στρατεύματά τους κατέβει στα σύνορα τα αλβανικά με τα ελληνικά. Το καλοκαίρι που πέρασε, στις 15 Αυγούστου, ένα καταδρομικό πλοίο πολεμικό το μονο που είχε η Ελλάδα και άξιζε τον κόπο , εκτός από έναν μικρό στόλο, είχε πάει στην Τήνο για τη γιορτή της Παναγίας, να αποτίσει τιμή.

    Το πλοίο αυτό βυθίστηκε από τορπίλη αγνώστου υποβρυχίου το οποίο όμως όλοι ξέρανε ότι πρέπει να ήταν ιταλικό. Εν τω μεταξύ στα σύνορα Αλβανίας – Ελλάδος, τα ιταλικά στρατεύματα δημιουργούσαν συνέχεια επεισόδια. Και έτσι ο κόσμος είχε καταλάβει ότι οι Ιταλοί είχαν σκοπό να επιτεθούν στην Ελλάδα. Τώρα πώς θα γινόταν αυτό κτλ. δεν ήξερε κανένας αλλά υπήρχε διάχυτο αυτό το συναίσθημα.
    Έτσι ο κόσμος, ιδιαίτερα όταν έγινε ο τορπιλισμός με αυτό τον άτιμο τρόπο σε ένα λιμάνι το οποίο να είναι αραγμένο και να τορπιλιστεί ύπουλα, αυτό είχε αγανακτήσει τον κόσμο και υπήρχε ένα αίσθημα αδικίας, υπήρχε ένα τέτοιο διάχυτο αίσθημα, και ο κόσμος είχε αγανακτήσει.

    Έτσι λοιπόν, όταν χτύπησαν οι σειρήνες τη Δευτέρα το πρωί της 29ης Οκτωβρίου, ο κόσμος όλος βγήκε στα μπαλκόνια, στα παράθυρα και ρώτησε τι συμβαίνει.
    Τα ραδιόφωνα λοιπόν, έγινε εκπομπή και είπαν ότι οι ιταλικές δυνάμεις επιτίθενται από την πρωί σήμερα στις ελληνικές δυνάμεις και άρχισε ο ελληνοϊταλικός πόλεμος. Όπως λοιπόν όλοι οι άλλοι, κι εγώ ήμουν στο σπίτι μου και βγήκα κι εγώ μαζί με τη μάνα μου, τον πατέρα μου και την αδερφή μου στο μπαλκόνι να δούμε τι γίνεται.
    Ζούσα εκεί κοντά στην οδό Κολωνού, κοντά στην πλατεία Κουμουνδούρου, λίγο πιο κάτω από το Ωδείο Αθηνών τότε, στην οδό Πειραιώς. Και είδαμε τότε, πράγμα το οποίο μου έκανε κατάπληξη κι εμένα και στους άλλους, είδαμε τους νέους άντρες τους Έλληνες οι οποίοι χωρίς να σκεφτούν ούτε στιγμή να τρέχουν να ανεβαίνουν στα τραμ και στα φορτηγά αυτοκίνητα και στα λεωφορεία για να προχωρήσουν επάνω να φτάσουν στα έμπεδα στο Γουδί, όπου ήταν τα στρατιωτικά έμπεδα, να οπλισθούν, να καταταγούν στο στρατό για να πάνε να πολεμήσουν.
    Να πολεμήσουν τους Ιταλούς οι οποίοι άδικα επιτίθενται στην πατρίδα τους. Το θέμα είναι ότι ολόκληρη η Ευρώπη η οποία ήταν ήδη κάτω από τις μπότες της γερμανικής στρατιωτικής δύναμης της Βέρμαχτ του γερμανικού στρατού που ήταν μηχανοκίνητος και τρομερός στρατός και ολόκληρη η Ευρώπη ήταν τρομοκρατημένη. Ήταν κάτι πολύ μεγάλο και μεγαλειώδες να βλέπεις τους Έλληνες νέους ανθρώπους να τρέχουν να πάνε να πολεμήσουν ποιον; Έναν μεγάλο ιταλικό στρατό ο οποίος ήταν περισσότερο εκπαιδευμένος, περισσότερο εμπλουτισμένος με πυροβολικό, με τεθωρακισμένα και με μεγάλη αεροπορία, να πολεμήσουν.

    Δηλαδή μια συστάδα ανθρώπων να πολεμήσει ..

    Ναι, έναν από τους συμμάχους της τρομερής αυτής συμμαχίας του Aξονα. Η οποία αυτή τη στιγμή είχε δημιουργήσει κατάσταση σε ολόκληρη την Ευρώπη, η οποία ήταν τρομοκρατημένη. Έτσι λοιπόν απεδείχθη ότι μια μικρή χώρα, ο λαός μιας μικρής χώρας που έχει μέσα του βαθιά ριζωμένο το αίσθημα της αξιοπρέπειας, της τιμής, της ανδρειοσύνης, δε γονατίζει μπροστά σε κανέναν δυνάστη όσο δυνατός και να είναι αυτός.

    Οπότε ήσαστε λοιπόν φοιτητής την 28η Οκτωβρίου. Ποιες είναι οι πρώτες σκέψεις, ποιες είναι οι πρώτες συζητήσεις που κάνατε;

    Οι πρώτες σκέψεις ήταν, και εγώ και κάτι συμμαθητές μου και φίλοι μου από το Γυμνάσιο, πρώτος και καλύτερος ο Μανόλης ο Γλέζος, ήταν να ζητήσουμε να πάμε εθελοντές στο στρατό, στον ελληνικό στρατό να πάμε στο μέτωπο να πολεμήσουμε. Εγώ ήμουν 18 προς τα 19, 18 ετών. Είχα μπει στα 18 δηλαδή και προχωρούσα προς τα 19 και έτσι δε μας δεχτήκανε στο στρατό. Διότι δεν υπήρχε λόγος προς το παρόν ας πούμε, δεν είχαν κάνει πανστρατιά.

    Οπότε, μετά από αυτή την άρνηση;

    Μαζευόμαστε όλοι μαζί, συζητάγαμε. Ο ελληνικός στρατός άρχισε να έχει επιτυχίες, ο οποίος όχι μόνο αναχαίτισε τις επιθέσεις των Ιταλών οι οποίοι Ιταλοί είχαν βάλει στο μέτωπο ακριβώς εκείνο από το οποίο επετέθησαν, λίγο παραπάνω από το Μέτσοβο, είχαν βάλει την καλύτερή τους μεραρχία, αφού προετοιμάσανε λοιπόν το έδαφος με Πυροβολικό και με Αεροπορία και χτυπήσανε ορισμένες πόλεις, την Πάτρα κτλ., επιτέθηκαν και οι δικοί μας.
    Απέναντί τους υπήρχε ένα σύνταγμα με συνταγματάρχη τον Δαβάκη ο οποίος με πολύ δημοκρατικό τρόπο κάλεσε τους Αξιωματικούς του συντάγματος και τους είπε τα εξής, όπως μάθαμε εκ των υστέρων δηλαδή: Ότι «έχω λάβει διαταγές, εάν οι δυνάμεις οι οποίες επιτίθενται είναι μεγαλύτερες από μας και δε μπορούμε να κρατήσουμε το μέτωπο, να υποχωρήσω τακτικά. Εγώ όμως δεν προτίθεμαι να υποχωρήσω. Όποιος Αξιωματικός νομίζει ότι δεν είναι οικογενειάρχης και δε μπορεί να σταθεί εδώ μέχρις ενός, μπορεί να αποχωρήσει χωρίς να προσβληθεί κανείς».

    Ομόφωνα όλοι οι Αξιωματικοί είπαν «όχι, θα μείνουμε όλοι εδώ». Το είπαν και στους άντρες και όταν άρχισε η ιταλική επίθεση, όχι μόνο αναχαιτίσανε την ιταλική επίθεση, αλλά μετά από λίγες μέρες αρχίσανε να επιτίθενται και άρχισαν οι νίκες του ελληνικού στρατού οπότε ο κόσμος ήταν πολύ ενθουσιασμένος, χτυπάγανε οι καμπάνες, έβγαινε έξω ο κόσμος όλος και ζητωκραύγαζε, οι γυναίκες πλέκανε εν τω μεταξύ γιατί είχε αρχίσει το κρύο, ο ελληνικός στρατός έπαιρνε τις πόλεις της βορείου Ηπείρου τη μία μετά την άλλη εκδιώκοντας τα ιταλικά στρατεύματα και αυτή η δουλειά γινόταν επί έξι περίπου μήνες.

    Εσείς στην Αθήνα μαθαίνατε για αυτές τις νίκες;

    Μαθαίναμε, ενθουσιαζόμαστε, ήμαστε πολύ ενθουσιασμένοι και περιμέναμε να δούμε τι θα γίνει. Στους έξι μήνες όμως αρχίζουν τα κακά. Ναι. Φτάνουμε λοιπόν στις 6 Απριλίου. Οι Ιταλοί παρά τις επιθέσεις η μία μετά την άλλη κτλ, ο Μουσολίνι αναγκάζεται να αντικαταστήσει τους αρχιστράτηγους τους Ιταλούς δυο φορές, έρχεται ο ίδιος στην Αλβανία, διατάζει όταν άρχισε ο Μάρτιος, δηλαδή η άνοιξη, διατάζει μια γενική επίθεση η οποία και αυτή αποτυχαίνει και βρισκόμαστε σε αυτή την κατάσταση οπότε τελειώνει ο Μάρτιος και αρχίζει ο Απρίλιος.
    Οι Γερμανοί, το γερμανικό στρατηγείο της Βέρμαχτ, αφού βλέπει ότι οι Ιταλοί δεν είναι δυνατό να κατανικήσουν τους Έλληνες, των οποίων Ελλήνων οι νίκες αυτές εναντίον ενός υπέρτερου ιταλικού στρατού που κομπορρημονούσε ο Μουσολίνι ότι έχει 8 εκατομμύρια λόγχες με μεγάλη Αεροπορία μετά τη γερμανική, η μεγαλύτερη Αεροπορία στην Ευρώπη, με στόλο της Μεσογείου ο οποίος ήταν μεγαλύτερος και από το στόχο που είχε η Αγγλία στη Μεσόγειο την οποία Μεσόγειο οι Ιταλοί τη λέγανε «Μάρε Νόστρουμ», δηλαδή «δική μας θάλασσα».

    Αυτές λοιπόν οι νίκες των Ελλήνων στρατιωτών, οι οποίοι Έλληνες στρατιώτες πολεμώντας σε πολύ αντίξοες συνθήκες με τρομερό χειμώνα επάνω στα βουνά της Πίνδου σε απόκρυμνες κορφές που ακόμη δε μπορούσαν να φτάσουν ούτε τα μουλάρια και ένα διάστημα οι γυναίκες της 8ης Μεραρχίας της Ηπείρου των οποίων οι άντρες πολεμούσαν εκεί επειδή παίρνανε και βάζανε στην πλάτη τους πυρομαχικά και ψωμί και τυρί και ελιές, ξηρά τροφή να πάνε στους άντρες τους να τους δώσουν πυρομαχικά για να πολεμήσουν και ένα κομμάτι ψωμί για να φάνε, οι νίκες λοιπόν αυτών των Ελλήνων στρατιωτών είχαν κάνει εντύπωση σε ολόκληρο τον κόσμο. Και παντού τα ραδιόφωνα, διότι τότε υπήρχαν μόνο ραδιόφωνα, τα ραδιόφωνα των συμμάχων αλλά και των άλλων χωρών, λέγανε διάφορα ενθουσιώδη σχόλια για τις νίκες αυτές του ηρωικού ελληνικού στρατού.
    Έτσι λοιπόν οι Γερμανοί, το γερμανικό στρατηγείο είδε ότι οι Ιταλοί δε μπορούν να κάνουν τίποτε και έτσι έδωσε διαταγή ο επικεφαλής, ο Χίτλερ στον Φον Λιστ, στο στρατάρχη φον Λιστ της 12ηςστρατιάς, να επιτεθεί στην Ελλάδα.

    Ο Φον Λιστ πέρασε μέσα από τη Βουλγαρία η οποία ήταν σύμμαχος των Γερμανών και επίσης ζήτησαν από το βασιλιά της Γιουγκοσλαβίας να περάσουν και από κει, ο οποίος βασιλιάς μαζί με το επιτελείο των στρατηγών του, ήταν σύμμαχοι, είχαν κάνει συμμαχία με τους Γερμανούς.
    Όμως ο γιουγκοσλαβικός λαός εξανέστη εναντίον αυτής της συμμαχίας και επαναστάτησε. Και τότε έδωσε εντολή ο Χίτλερ στη γερμανική Αεροπορία να καταστρέψει την πρωτεύουσας της Γιουγκοσλαβίας, το Βελιγράδι, το οποίο και κατεστράφη. Και αμέσως επιτεθήκανε στη Γιουγκοσλαβία και στις 6 Απριλίου επιτεθήκανε στα ελληνοβουλγαρικά σύνορα και στην Ελλάδα. Στην Ελλάδα, σε εκείνο το σημείο υπήρχε μια γραμμή με οχυρωματικά έργα και οι Έλληνες οι οποίοι ήταν κλεισμένοι στα στρατιωτικά τμήματα του ελληνικού στρατού που ήταν κλεισμένα σε αυτά τα οχυρά, πολεμήσανε πολύ ηρωικά, σε σημείο που οι Γερμανοί Αξιωματικοί όταν τελικά παραδόθηκαν αυτά τα οχυρά, παρουσιάσανε όπλα και χαιρετίσανε τους Έλληνες μαχητές. Ξέχασα να σας πω ότι κατά το εξάμηνο των μαχών στο αλβανικό μέτωπο, ο ελληνικός στρατός άφησε περίπου 15.000 νεκρούς και περίπου 40.000 τραυματίες, ανάπηρους και με μεγάλα κρυοπαγήματα κυρίως.

    Οι Γερμανοί λοιπόν, αφού χτυπήσανε με την Αεροπορία και με τρομερό πυροβολικό και με τεθωρακισμένα τα οχυρά αυτά, τα παρακάμψανε και σε τρεις μέρες είχαν καταλάβει τη Θεσσαλονίκη.
    Από κει και πέρα υπήρχαν στα στενά, στη μέση εκεί ακριβώς που υπάρχουν στη Στερεά Ελλάδα, υπήρχαν ορισμένα τμήματα του ελληνικού στρατού, αλλά ο ελληνικός στρατός βρισκόταν ανάμεσα σε δυο μέτωπα.
    Έτσι λοιπόν, υπήρχαν και ορισμένα, λίγα αγγλικά και αυστραλέζικα στρατεύματα και μάλιστα από αυτούς μόνο οι Αυστραλέζοι και οι Νεοζηλανδοί πολεμήσανε πιο πολύ, και φυσικά το μέτωπο είχε καταρρεύσει τελείως. Υπήρχαν Έλληνες στρατηγοί οι οποίοι με επικεφαλής έναν Τσολάκογλου ο οποίος μετά έγινε και Πρωθυπουργός ένα διάστημα κατοχικός, οι οποίοι ήταν και γερμανόφιλοι, διότι είχαν σπουδάσει στη Γερμανική Ακαδημία Πολέμου όπως και ο Μεταξάς και παρά το γεγονός ότι εδώ είχαμε παρεμφερές πολίτευμα αντίγραφο του φασιστικού ιταλικού πολιτεύματος, παρόλα αυτά αυτοί υπογράψανε λοιπόν την παράδοση, έκαναν ανακωχή και υπογράψανε την παράδοση του ελληνικού στρατού και οι Γερμανοί κατέβαιναν πλέον δρομέως προς την πρωτεύουσα της Ελλάδας, την Αθήνα.

    Στις 27 Απριλίου φτάσανε με επικεφαλής ένα τμήμα της 12ης στρατιάς με Διοικητή το στρατηγό Φον Στούμε, φτάσανε στην Κηφισιά σε ένα μέρος που τους υπέδειξαν οι Έλληνες εκεί, ένα καφενείο που λεγόταν «Παρθενών» στην Κηφισιά, όπου τους περίμεναν ο Νομάρχης Αθηνών, ο Δήμαρχος Αθηνών ο οποίος ήταν ο Πλυτάς, ο Δήμαρχος Πειραιώς τον οποίο δε θυμάμαι πώς λεγόταν και ο Διοικητής της στρατιωτικής φρουράς Αθηνών, ο Φρούραρχος δηλαδή, ο στρατηγός Καβράκος, Έλληνας στρατηγός, οι οποίοι είχαν κηρύξει την Αθήνα ανοχύρωτη πόλη και παραδώσανε τα λεγόμενα κλειδιά της πόλεως στο στρατηγό Φον Στούμε ο οποίος έστειλε μια φάλαγγα με δυο τεθωρακισμένα επικεφαλής, αυτοκίνητα και μοτοσικλέτες κτλ. προς την Αθήνα, με σκοπό να περάσουν μέσα από τους κεντρικούς δρόμους των Αθηνών, να φτάσουν στο σημείο της Ακροπόλεως, να ανεβούν στην Ακρόπολη των Αθηνών και να βάλουν την πολεμική τους σημαία εκεί.
    Πράγμα το οποίο έγινε. Ένας Υπολοχαγός μαζί με έναν Ανθυπολοχαγό επικεφαλής ο οποίος είχε τυλιγμένη την πολεμική τους σημαία, μια τεράστια σημαία την οποία θα δείτε εδώ που έχει η φωτογραφία, και ανεβήκανε και στον ιστό το μεγάλο που υπήρχε στο μπελβεντέρε, στο στρογγυλό αυτό, ανεβήκανε και βάλανε τη σημαία.

    Ήταν δηλαδή η σημαία σύμβολο κυριαρχίας;

    Κυριαρχίας των γερμανικών στρατευμάτων που καταλάβανε την Ελλάδα. Δίπλα, παρακάτω, σε έναν μικρό ιστό, βάλανε μια μικρή ελληνική σημαία, δήθεν για να τιμήσουν ας πούμε κτλ. Εκείνο το οποίο έχει σημασία είναι ότι πρώτα πρώτα, την τελευταία στιγμή όταν παρεδόθη η πόλις πάνω στην Κηφισιά στις 11 η ώρα το πρωί, για τελευταία φορά μίλησε ο ραδιοφωνικός σταθμός Αθηνών και ο εκφωνητής ο τότε ο οποίος ήταν γνωστός, δε θυμάμαι το όνομά του, είναι γραμμένος, είπε «Έλληνες, αυτή είναι η τελευταία φορά που ακούτε τη φωνή της ελεύθερης Ελλάδος, σε λίγο ο σταθμός αυτός δε θα είναι ελληνικός, θα είναι γερμανικός, και θα ακούτε γερμανικά και ιταλικά νέα.
    Γεια σας, ζήτω η ελεύθερη Ελλάδα, ζήτω το έθνος, ζήτω η Ελλάδα» Αυτή ήταν η ιστορία. Εκείνο όμως το οποίο έχει σημασία είναι ότι όταν περνούσε η φάλαγγα αυτή η τεθωρακισμένη η οποία προχωρούσε να περάσει τη Βασιλίσσης Σοφίας, Κηφισίας, Βασιλίσσης Σοφίας κτλ. για να φτάσει στην Ακρόπολη, ούτε ένας Έλληνας δεν υπήρχε στο δρόμο. Δηλαδή πέρναγε η πομπή αυτή σε έρημους δρόμους. Ακόμη και τα παραθυρόφυλλα ήταν κλειστά και μέσα από τις γρίλιες παρακολουθούσε ο κόσμος, γιατί τότε όλα τα σπίτια ήταν μονοκατοικίες και δίπατα σπίτια και είχαν παράθυρα, μπαλκόνια κτλ. Και παρακολουθούσαν τους Γερμανούς που περνάγανε, αλλά χωρίς ούτε ένας Έλληνας αν βρεθεί στο δρόμο, εκτός βέβαια από ορισμένους δικούς τους ανθρώπους. Αυτό έχει σημασία.

    Αυτό το οποίο ήταν κάτι ανατριχιαστικό, το οποίο βέβαια το προσέξανε οι Γερμανοί και το αναφέρανε κατόπιν σε ορισμένες ανακοινώσεις τις οποίες είχαν κάνει. Ενώ ας πούμε στις άλλες χώρες που ήταν πια ήδη υπό κατοχή τους επευφημούσαν, είχε κόσμο στο δρόμο..
    Αυτό που έχει σημασία και μας είχε κάνει τεράστια εντύπωση ήταν ότι από τις συζητήσεις που κάναμε την άλλη μέρα μεταξύ μας όλη η παρέα ας πούμε, ανεβήκαμε επάνω στο κέντρο, στο Ζάππειο και μάθαμε ότι όταν πέρναγε αυτή η τεθωρακισμένη φάλαγγα των Γερμανών για να φτάσει να περάσει μέσα από τους κεντρικούς δρόμους να φτάσει στην Ακρόπολη να βάλει την πολεμική τους σημαία, ούτε ένας Έλληνας δεν είχε βγει στους δρόμους για να δει έστω από περιέργεια τους Γερμανούς οι οποίοι ήταν μπαρουτοκαπνισμένοι με τα κράνη, όπως ήταν, πολεμιστές, μαύροι, σου δίνανε την εντύπωση του πολεμιστή ας πούμε και προχωρούσανε. Αλλά μέσα από τις γρίλιες, με κλεισμένα παράθυρα τους παρακολουθούσαν και δεν υπήρχε κανένας στο δρόμο εκτός βέβαια από δικούς τους ανθρώπους, την Αστυνομία κτλ.

    Αυτό λοιπόν έχει σημασία διότι στις άλλες χώρες της Ευρώπης, στις περισσότερες από αυτές, από ό,τι μάθαμε, σε ορισμένες φωνάζανε στα Γερμανικά, ζητωκραυγάζανε κιόλας τους Γερμανούς, τους θεωρούσαν ελευθερωτές. Σε άλλες δε χώρες όχι μόνο είχαν συμβιβαστεί μαζί τους κτλ. αλλά είχαν αρχίσει και τους εξυπηρετούσαν, τους βοηθούσαν κτλ. Εδώ όμως δεν έγιναν αυτά τα πράγματα, στην Ελλάδα. Πάμε λοιπόν στην επόμενη μέρα.
    Τι συζητάτε στην παρέα σας πέρα από αυτό; Την επόμενη μέρα, οι Γερμανοί από ό,τι είδαμε, περάσαμε πάνω από την οδό Πανεπιστημίου, ανεβήκαμε και φτάσαμε στο Σύνταγμα και από εκεί στο Ζάππειο. Εκεί μαζευόταν όλη η παρέα, το φοιτηταριό, οι νεαροί της Αθήνας, τότε ήμαστε και λίγος πληθυσμός και ήξερε ο ένας τον άλλον κτλ.; τρόπος του λέγειν δηλαδή. Οι Γερμανοί είχαν αρχίσει, πρώτα, πρώτα βγάλανε τα αντιαεροπορικά τους, τα κινητά αεροπορικά τους σε αυτοκίνητα πάνω και τεθωρακισμένα και περίμεναν γιατί πίστευαν ότι οι Εγγλέζοι θα στείλουν τα αεροπλάνα να βομβαρδίσουν. Και είχαν βάλει παντού, ακόμα και στην Ακρόπολη είχαν βάλει αντιαεροπορικά τα οποία είδαμε μετά όταν ανεβήκαμε επάνω να δούμε για άλλα πράγματα.
    Και βλέπαμε τους Γερμανούς στρατιώτες λοιπόν εκεί γύρω, παντού δε όπου στέκονταν βάζανε σημαίες για να δείξουν στα δικά τους αεροπλάνα τα οποία περνάγανε επάνω και βομβαρδίζανε στον Πειραιά το λιμάνι, πλοία τα οποία προσπαθούσαν να πάρουν Εγγλέζους να φύγουν για τη Μέση Ανατολή κτλ., για να βλέπουν πού ήταν τα γερμανικά οχήματα, να μη βομβαρδίσουν εκεί.

    Έτσι λοιπόν αρχίσαμε και συζητούσαμε μεταξύ μας τα παιδιά τι γίνεται, τι θα κάνουμε, τι θα γίνει κτλ. Αυτή ήταν η κατάσταση. Εν τω μεταξύ υπήρχε ένα ψυχολογικό κενό και στον πληθυσμό αλλά και σε εμάς ιδιαίτερα τους νέους, που είναι το πιο ευαίσθητο σημείο ενός λαού και μάλιστα ηρωικού λαού, ότι το ψυχολογικό κενό το οποίο είχε δημιουργηθεί από την εξής οξύμωρη έννοια: Ότι ενώ μέχρι προχθές ολόκληρη η Ελλάδα ήταν ενθουσιασμένη διότι τα παιδιά της, τα Ελληνόπουλα νικούσαν έναν καλύτερα εξοπλισμένο και πολυπληθέστερο εχθρικό στρατό ο οποίος μέχρι τότε μαζί με τους συμμάχους του ήταν αήττητος, και σε μια στιγμή μέσα βρέθηκα από νικητής ηττημένος. Και όχι μόνο ηττημένος, αλλά και κατακτημένος. Υπήρχε λοιπόν ένα αίσθημα αδικίας, αγανάκτησης, λύπης, πικρίας και πόνου.
    Εν τω μεταξύ οι Γερμανοί είχαν αρχίσει ήδη τις προετοιμασίες και από ό,τι μαθαίναμε και από τις εφημερίδες είχαν αρχίσει της επιχειρήσεις δια θαλάσσης για να καταλάβουν την Κρήτη. Είδαμε την αποτυχία, είδαμε ότι βουλιάξανε και πλοία όχι μόνο των Γερμανών αλλά και των Εγγλέζων, πολεμικά πλοία από την Αεροπορία τη γερμανική και γινόταν μάχη στη Μεσόγειο. Ξέραμε λοιπόν ότι έτσι θα αρχίσει η μάχη της Κρήτης.

    Και κατά τις 20 του μηνός περίπου, 19, 20 του μηνός, δε θυμάμαι ακριβώς, άρχισε η επίθεση με αλεξιπτωτιστές, με βομβαρδισμούς και εν συνεχεία με αλεξιπτωτιστές, από ό,τι μαθαίναμε δηλαδή και από το BBC. Εν τω μεταξύ οι Γερμανοί είχαν απαγορεύσει κάθε εκπομπή ξένη κτλ., είχαν κάνει προειδοποιήσεις ότι εάν τα αισθήματα του ελληνικού πληθυσμού δεν είναι φιλικά προς τους Γερμανούς στρατιώτες, θα ληφθούν αυστηρά μέτρα κτλ.
    Μια μέρα που ήμαστε πάλι όλοι μαζί εκεί επάνω στο Ζάππειο και μιλούσαμε, ήταν λιακάδα, η μάχη της Κρήτης εξελισσόταν και κοιτάζαμε προς την Ακρόπολη και βλέπαμε αυτή την τεράστια πολεμική σημαία επάνω στην Ακρόπολη. Σε μια στιγμή ο Μανόλης ο οποίος ήταν στραμμένος προς την Ακρόπολη μου λέει: «Λάκη κοίταξε εκεί επάνω, κοίταξε να δεις τι γίνεται εκεί πάνω». Κοιτάω λοιπόν, βλέπω τη σημαία. Εν τω μεταξύ είχαμε συζητήσει ιδιαίτερα με το Μανόλη με τον οποίο ήμαστε πιο συνδεδεμένοι, είχαμε συζητήσει ότι κάτι πρέπει να κάνουμε. Αλλά τι να κάνουμε;

    Το να πειράξουμε έναν Γερμανό στρατιώτη να του αρπάξουμε το πιστόλι κτλ. θα μας σκοτώνανε επί τόπου και θα ήταν ένα απλό συμβάν, δηλαδή με το να χτυπήσουμε έναν Γερμανό στρατιώτη δεν έβγαινε τίποτα, δεν είχε σημασία συμβολική που να πειράξει τους Γερμανούς, εμείς θέλαμε να κάνουμε κάτι που να πειράξει τους Γερμανούς, κάτι που είχε σχέση με ιδεαλισμό. Και μόλις μου είπε ο Μανόλης και γύρισα και κοίταξα, όπως ήταν έτσι με τον ήλιο επάνω και είδα τη σβάστιγγα διότι είχε αέρα και κυμάτιζε η σημαία τους, η οποία ήταν μια τεράστια σημαία με τον αγκυλωτό σταυρό και πάνω αριστερά είχε τον γοτθικό στρατό του Κάιζερ, του Α Παγκοσμίου Πολέμου, του λέω «ναι, έχεις δίκιο, αυτό είναι, αυτό πρέπει να τους κάνουμε εάν μπορούμε». Από κει και πέρα, αμέσως μετά φύγαμε, ξεχωρίσαμε από τους άλλους και αρχίσαμε να συζητάμε εντατικά τι θα κάνουμε και πώς θα το μεθοδεύσουμε. Η πρώτη λοιπόν σκέψη ήταν να πάμε στην εγκυκλοπαίδεια, γιατί ήμαστε άνθρωποι μορφωμένοι και βιβλιοφάγοι. Και πήγαμε στη Μπενάκειο Βιβλιοθήκη, ανοίξαμε την εγκυκλοπαίδεια στη λέξη «Ακρόπολις» και πήραμε όλα τα σχεδιαγράμματα και διαβάσαμε τα πάντα. Είδαμε λοιπόν την ιστορία, πότε γκρεμιστήκανε, πότε ξαναφτιαχτήκανε, πότε την καταλάβανε οι Τούρκοι, πότε οι Έλληνες, πότε έτσι, πότε αλλιώς.

    Καταλήξαμε λοιπόν στο σημείο ότι το μόνο μέρος στο οποίο υπήρχε μια ρωγμή, το μέρος αυτό, η σπηλιά της Ανάγνου το οποίο είχε μια ρωγμή από ένα βάθρο που ήταν στο βορινό μέρος του Ερεχθείου μέχρι κάτω και από ένα σημείο και μετά είχε ένα ξεροπήγαδο εις το οποίο κατά τη μυθολογία ήταν το άνδρο, η φωλιά του Εριχθόνιου, ο οποίος ήταν ο ιερός όφις της Αθηνάς, ο φύλακας της Ακρόπολης, ήταν αυτός που φύλαγε τους ιερούς ναούς της Ακρόπολης, αυτό το φίδι που έχει στην ασπίδα της η θεά Αθηνά, και ο οποίος κατά τη μυθολογία οι ιέρειες των ναών του ρίχνανε μελόπιτες μια φορά το μήνα για να διατηρείται, να τρώει και να φυλάει τα ιερά.
    Αυτό ήταν μια μεγάλη ρωγμή η οποία είχε ένα άνοιγμα όμως στη βορινή πλευρά προς τη μεριά των Αέρηδων, τη βορινή πλευρά. Το θέμα ήταν ότι από το βάθρο, από τη οπή που είχε στη βορινή πλευρά στο τείχος της Ακροπόλεως μέχρι επάνω οπυ ήταν το βάθρο στη βάση του Ερεχθείου, εάν μπορούσαμε να φτάσουμε μέχρι εκεί.

    Είχαμε δει λοιπόν ότι εκεί είχαν κάνει ανασκαφές οι Γάλλοι αρχαιολόγοι. Πήγαμε λοιπόν και αρχίσαμε να κάνουμε κατόπτευση το απογευματάκι. Είχε ένα αλσύλιο, δεντράκια, από έξω ένα συρματόπλεγμα με μια πόρτα και επάνω ήταν ο τοίχος. Σε μια στιγμή είχαμε μια ξύλινη παλιά πόρτα σα σανίδες, η οποία ήταν κλεισμένη επάνω σε ένα μέρος του βράχου. Και καταλάβαμε ότι εκεί υπήρχε μια οπή. Έτσι λοιπόν, αποφασίσαμε την ίδια μέρα, καθίσαμε εκεί, είχε ένα καφενεδάκι στον περίγυρο της Ακρόπολης, παρακάτω είναι και μια εκκλησία που λέγεται «η Σταύρωση του Χριστού», κάπως έτσι, και πήγαμε λοιπόν εκεί, καθίσαμε, πέρασε η ώρα, πηδήξαμε τα συρματοπλέγματα, ανεβήκαμε μέσα από τα δέντρα και φτάσαμε στην πόρτα αυτή.
    Εκεί είδαμε ότι υπάρχει ένα λουκέτο σκουριασμένο το οποίο προσπαθήσαμε και του βγάλαμε τις στρόφιγγες, ανοίξαμε την πόρτα και είδαμε μια οπή. Δεν είχαμε όμως μαζί μας φανάρι για να δούμε, μέσα ήταν σκοτάδι, υπήρχαν και κάτι νυχτερίδες κτλ., την κλείσαμε πάλι την πόρτα, φύγαμε και πήγαμε την άλλη μέρα πάλι αργά το βράδυ.

    Δηλαδή η κυκλοφορία είχε απαγορευθεί από τις 11 μέχρι το πρωί στις 6. Πήγαμε λοιπόν από τις 9, μπήκαμε, αυτή τη φορά είχαμε κι ένα μικρό φανάρι και ρίξαμε μέσα και είδαμε στη δεξιά μεριά, πράγματι υπήρχε ένα πλάτωμα με πέτρες και χώματα κι αυτά, και παραπέρα ήταν η οπή που ήταν το ξεροπήγαδο. Δεξιά όμως στο βράχο επάνω είχε μαδέρια, το οποίο ήταν το ένα έτσι, το άλλο έτσι και ανεβαίνανε προς τα πάνω.
    Αυτά τα μαδέρια είχαν μείνει από τις ανασκαφές τις οποίες είχαν κάνει οι Αρχαιολόγοι. Δεν ξέραμε όμως αν κρατάνε τα μαδέρια. Έτσι λοιπόν ανεβήκαμε στα πρώτα μαδέρια να δούμε αν κρατάνε. Και είδαμε ότι κρατάνε το βάρος μας. Μετά φύγαμε, κλείσαμε πάλι την πόρτα και την Κυριακή, την επόμενη Κυριακή, μετά τρεις μέρες δηλαδή, ανεβήκαμε επάνω στην Ακρόπολη ως επισκέπτες, ότι πάμε να δούμε την Ακρόπολη.

    Πήγαμε λοιπόν, πήγαμε σιγά σιγά όταν δε μας παρακολουθούσε κανένας προς το Ερεχθείο, πήγαμε προς τα κάτω και είδαμε το βάθρο, τα σκαλιά που κατεβαίνουν και είδαμε την οπή πάλι. Πήγαμε λοιπόν εκεί, κατεβήκαμε στα σκαλιά σιγά, σιγά και κοιτάξαμε και είδαμε ότι τα μαδέρια αυτά ήταν μισό μέτρα από το τελευταίο σκαλί. Και είδαμε ότι μπορούσαμε να φτάσουμε μέχρι εκεί. Έτσι λοιπόν, αποφασίσαμε ότι από εκεί θα ανέβουμε. Το θέμα είναι ότι μπροστά από το στρογγυλό το μπελβεντέρε που επάνω στον μεγάλο αυτό ιστό υπήρχε η γερμανική πολεμική σημαία, για το κάτω υπήρχε μια σκοπιά ξύλινη η οποία έμπαινε ο σκοπός όταν έβρεχε ή είχε άσχημο καιρό.

    Εν τω μεταξύ στα Προπύλαια κάτω, εκεί που βγάζουν τα εισιτήρια κτλ., εκεί ήταν ο στρατωνισμός της διμοιρίας που φύλαγε τη σημαία. Υπήρχε μια διμοιρία Γερμανών στρατιωτών. Ολόκληρη διμοιρία φύλαγε τη σημαία. Ολόκληρη διμοιρία βέβαια είχαν, γιατί είδαμε πολλούς, δεν ξέραμε πόσοι είναι. Μετά κατεβήκαμε και φύγαμε. Εν τω μεταξύ μέρες είχαν περάσει και στις 29 του μηνός το βράδυ αργά, βγάλανε ανακοίνωση οι Γερμανοί και την άλλη μέρα το πρωί βγήκαν και εφημερίδες, αλλά από το ραδιόφωνο έκαναν ανακοίνωση ότι η μάχη της Κρήτης έληξε με νίκη των γερμανικών στρατιωτικών δυνάμεων της Βέρμαχτ κτλ. και έλεγαν διάφορα μέτρα, ότι έγιναν εγκλήματα κατά των Γερμανών, τα δικά τους κτλ. Αμέσως ήρθε ο Μανόλης και μου χτύπησε την πόρτα, βγήκα έξω, μου λέει «Λάκη πρέπει να πάμε, πότε να πάμε;» Του λέω «να πάμε αύριο. Απόψε δε μπορούμε να πάμε, έχει περάσει η ώρα» ήταν 10 και κάτι η ώρα. Μου λέει «εντάξει».Αυτός του οποίου την κηδεία θα πάμε σήμερα στις 5 η ώρα, ήταν ο τρίτος άνθρωπος, ο Αντώνης ο Μοσχοβάκης, ο οποίος είχαμε σκοπό να του πούμε αν μπορεί να έρθει μαζί μας. Τελικά δεν έγινε αυτό το πράγμα και πήγαμε μόνοι μας την άλλη μέρα.

    Να σας ρωτήσω: Ενώ ήσασταν μεγάλη παρέα και ενώ βρισκόσασταν κάθε απόγευμα στο Ζάππειο και σε αυτή την περιοχή, εσείς τα είπατε αυτά τα σχέδιά σας σε κάποιον άλλον; Πώς τηρήσατε δηλαδή αυτή τη συνωμοτικότητα που απαιτείτο;

    Πρώτα, πρώτα αυτό ήταν ένα εγχείρημα επειδή εμείς ήμαστε γνώστες της συμβολικής σημασίας που θα είχε για το γερμανικό στρατό ο οποίος ήταν ένας στρατός περήφανος και υπερφίαλος ας πούμε και πολύ βάρβαρος, και ήταν και πολεμιστής, ότι η προσβολή αυτή στη σημαία τους ήταν μεγάλη προσβολή, γιατί όπως ξέρουμε η σημαία είναι το σύμβολο. Στη μάχη όταν σκοτωθεί ο στρατιώτης που κρατάει τη σημαία όταν γίνεται επίθεση, αμέσως την παίρνει άλλος κτλ. και η σημαία πρέπει να είναι πάντα ψηλά.

    Επειδή ξέραμε ότι ήταν θανάσιμο αυτό, εάν λοιπόν τα καταφέρναμε ξέραμε ότι οι Γερμανοί αν μας πιάσουν καταρχήν θα μας σκοτώσουν. Και μάλιστα καλύτερα ήταν να σκοτωθούμε μόνοι μας γιατί θα μας βασανίζανε κιόλας. Αλλά δε μπορούσαμε να εμπιστευθούμε σε κανέναν. Όμως για το ζήτημα του συνωμοτισμού που λες, αυτό το μεταξύ μας, αυτό είχε προϊστορία διότι όπως είπα προηγουμένως εμείς είχαμε βγάλει το 4ο Γυμνάσιο Αρρένων Αθηνών όπου υπήρχαν δυο συμμαθητές μας, ο ένας ήταν από την Αίγυπτο, ελληνικής καταγωγής που είχε έρθει για να βγάλει το Γυμνάσιο εδώ και να σπουδάσει Νομικά, και ο άλλος ήταν από τη Δωδεκάνησο, από τη Ρόδο και είχε έρθει εδώ, τον στείλανε οι γονείς του για να σπουδάσει Ελληνικά.

    Αυτός λοιπόν μας διηγείτο την κατοχή των Ιταλών στη Δωδεκάνησο που οι Ιταλοί προσπαθούσαν να εξιταλίσουν τα ελληνόπουλα εκεί και απαγορεύανε, βάζανε ως κύρια γλώσσα την Ιταλική στα σχολεία κτλ. Επειδή λοιπόν το καθεστώς εδώ όπως σας είπα ήταν και κάνω μια παρέκβαση τώρα αντίγραφο του καθεστώτος του φασιστικού της Ιταλίας και είχε δημιουργήσει και νεολαία που χαιρέταγε κατά αυτό τον τρόπο, με το χέρι τεταμένο κτλ. αλά Ιταλία, εν τω μεταξύ οι πατεράδες μας εμάς ήταν άνθρωποι δημοκρατικοί διότι ήταν με το Βενιζέλο τότε κτλ., είχαμε δημιουργήσει μια κατάσταση, δηλαδή λέγαμε διάφορα, ένα είδος νεαρών δημοκρατικών ας πούμε ενάντια στο καθεστώς.

    http://tvxs.gr/news/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1/%CF%83%CE%B1%CE%BD-%CF%83%CE%AE%CE%BC%CE%B5%CF%81%CE%B1-%CE%BF-%CE%BC-%CE%B3%CE%BB%CE%AD%CE%B6%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%B1-%CF%83%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B5%CE%B2%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CF%85%CE%BD-%CF%84%CE%B7-%CF%83%CE%B2%CE%AC%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%B1-%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B1%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7

  3. Και πάλι για τον ανύπαρκτο ήρωα Κωνσταντίνο Κουκίδη

    Κάθε χρόνο, όταν πλησιάζει η 28η Οκτωβρίου, ξαναζωντανεύει η συζήτηση γύρω από τον ανύπαρκτο ήρωα Κωνσταντίνο Κουκίδη, τον φαντάρο, φρουρό της ελληνικής σημαίας στην Ακρόπολη, που υποτίθεται ότι, όταν οι Γερμανοί κατακτητές, στις 27 Απριλίου 1941, τον διέταξαν να υποστείλει τη σημαία για να ανέβει η γερμανική στη θέση της, τυλίχτηκε με τη γαλανόλευκη κι έπεσε από τον Ιερό Βράχο βρίσκοντας ηρωικό θάνατο.

    Αυτό είναι μύθος πέρα για πέρα. Ωστόσο, όσο περνάνε τα χρόνια οι κατασκευαστές μύθων όλο και προσθέτουν λεπτομέρειες στην αρχική αφήγηση, η οποία εχει πλέον αποκτήσει αυτοτέλεια. Πριν από τεσσεράμισι χρόνια είχα γράψει ένα άρθρο, αλλά δεν είναι άσκοπο να το παρουσιάσω ξανά, επικαιροποιημένο -αφού τα χαλκεία δεν κουράζονται να παράγουν ψέματα, πρέπει να παρουσιαστεί και ο αντίλογος, κι ας κουράσει όσους τα ξέρουν και τα έχουν διαβάσει.

    Ελεύθερο Βήμα, 28.4.1941
    Ελεύθερο Βήμα, 28.4.1941
    Θα προσπαθήσω να ανακεφαλαιώσω την ιστορία όπως την έχω κατανοήσει. Στις 27 Απριλίου, τη μέρα της εισόδου των Γερμανών στην Αθήνα, οι προφυλακές του στρατού ύψωσαν τη γερμανική σημαία στην Ακρόπολη, στις 8.45 το πρωί, όπως έσπευσαν να γνωστοποιήσουν με τηλεγράφημα στον Χίτλερ ο ίλαρχος Γιακόμπι και ο υπολοχαγός Έλσνιτς. Λίγο αργότερα υψώθηκε σε άλλον ιστό η ελληνική σημαία, πλάι στη γερμανική. Από τις πηγές της εποχής δεν φαίνεται σαφώς αν προηγήθηκε υποστολή της ελληνικής σημαίας ή αν δεν είχε γίνει έπαρσή της εκείνο το ταραγμένο πρωινό, πάντως το βέβαιο είναι ότι λίγη ώρα αργότερα και οι δυο σημαίες κυμάτιζαν η μία πλάι στην άλλη. Γερμανικές σημαίες υψώθηκαν επίσης στο δημαρχείο. Η επίσημη παράδοση της Αθήνας (και του Πειραιά) στον Γερμανό στρατιωτικό διοικητή έγινε στις 10.30 από τον δήμαρχο Αμβρόσιο Πλυτά, τον στρατηγό Καβράκο, τον νομάρχη Αττικής και τον δήμαρχο Πειραιώς, στο καφενείο Παρθενών, γωνία Κηφισίας και Αλεξάνδρας.

    Όπως είναι φυσικό, σε τέτοιες στιγμές κυκλοφορούν ένα σωρό φήμες· έτσι, κυκλοφόρησε η φήμη ότι ο εύζωνος φρουρός της Ακρόπολης (ακόμα ανώνυμος), αντί να παραδώσει τη σημαία, την τύλιξε γύρω από το σώμα του και έπεσε στο κενό. Τη φήμη αυτή την κατέγραψε στο ημερολόγιό του ο αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος, αλλά και ο βρετανός πράκτορας (και μετέπειτα επιφανής ιστορικός) Νίκολας Χάμοντ. Κυκλοφόρησαν και άλλες φήμες τότε: για παράδειγμα, στο δικό του ημερολόγιο ο Ροζέ Μιλιέξ κατέγραψε πως άκουσε ότι Έλληνες στρατιώτες πυροβόλησαν τη σημαία με τη σβάστικα την ώρα της έπαρσής της και την έριξαν από τον ιστό της!

    (Παρένθεση: η φωτογραφία που δημοσιεύω, παρμένη από το Ελεύθερο Βήμα της επόμενης ημέρας, θα αρκούσε για να αντικρουστεί ο μύθος του ηρωικού φρουρού που τυλίχτηκε τη σημαία και έπεσε από το βράχο -η ελληνική σημαία κυματίζει!)

    Αρκετές μέρες αργότερα, στις 9 Ιουνίου 1941, σε ανταπόκριση από το Κάιρο, η αγγλική εφημερίδα Ντέιλι Μέιλ, θέλοντας να υπογραμμίσει την εχθρότητα του ελληνικού λαού προς τους κατακτητές, αναφέρει το ίδιο επεισόδιο, μόνο που τώρα δίνει όνομα στον ηρωικό αυτόχειρα εύζωνο: τον ονομάζει Κωνσταντίνο Κουκίδη. Να σημειωθεί ότι στο ίδιο ρεπορτάζ αναφέρονται κι άλλες ειδήσεις που δίνουν την εντύπωση ότι η Αθήνα λίγο απέχει από την εξέγερση: «Μαθαίνω ότι γερμανικές περίπολοι στους δρόμους της Αθήνας έχουν διαταχθεί να χρησιμοποιούν χειροβομβίδες για να διαλύουν λαϊκές συγκεντρώσεις. Ο αρχηγός της Αστυνομίας και ο διοικητής της Χωροφυλακής διώχτηκαν επειδή απέτυχαν να διατηρήσουν την τάξη. Λέγεται ότι η Γκεστάπο δουλεύει σκληρά και ανάμεσα στους ανθρώπους που έχουν συλληφθεί είναι ο κ. Λαμπράκης, ιδιοκτήτης δύο αθηναϊκών εφημερίδων». Φυσικά, πρόκειται για πολεμική προπαγάνδα που διογκώνει φήμες, επιλεκτικά παρουσιασμένες.

    Όποιος έχει ξεφυλλίσει σελίδες εφημερίδων σε περίοδο πολέμου, ξέρει ότι δημοσιεύουν ένα σωρό ανύπαρκτα και ατεκμηρίωτα περιστατικά. Τέτοιο ήταν και το ρεπορτάζ της Ντέιλι Μέιλ και είναι χαρακτηριστικό ότι παρέλειπε να αναφέρει πιο πρόσφατα και εντελώς αληθινά γεγονότα που είχαν συμβεί στην κατακτημένη Αθήνα: τις εκδηλώσεις αγάπης και συμπάθειας προς τους Άγγλους αιχμαλώτους φαντάρους και βέβαια το κατέβασμα της γερμανικής σημαίας από την Ακρόπολη τη νύχτα της 30 προς 31 Μαΐου 1941!

    Καμιά άλλη πρωτογενής πηγή, ελληνική ή ξένη, δεν αναφέρει τίποτε για το επεισόδιο του ηρωικού αυτόχειρα ευζώνου. Ασφαλώς η φήμη εξακολουθεί την υπόγεια, προφορική διαδρομή της. Από τις πηγές αμέσως μετά την απελευθέρωση, ο μόνος που αναφέρει κάτι για τον Κουκίδη είναι ο Μενέλαος Λουντέμης, σε ένα του διήγημα. Όλες οι άλλες αναφορές είναι πολύ μεταγενέστερες, μετά το 1980.

    Πώς απέκτησε το όνομά του ο ανύπαρκτος ήρωας; Τυχαία τον ονόμασε Κουκίδη το ρεπορτάζ της αγγλικής εφημερίδας; Εδώ έχω μια υποψία, που την έχουν διατυπώσει και άλλοι. Υπήρχε τότε στην Αθήνα ένας δημοσιογράφος με το όνομα Κωνσταντίνος Κουκίδης (γράφεται και Κουκκίδης). Γεννημένος στην Ανατολική Θράκη το 1891, είχε δουλέψει σε μεγάλες εφημερίδες (Ελεύθερο Βήμα, Αθηναϊκά Νέα, Καθημερινή) και είχε κάνει χρόνια ανταποκριτής στο Παρίσι. Δεν αποκλείεται, μέσα στον χαμό, ο Κουκίδης να άργησε να πάει στην εφημερίδα του και κάποιοι να κυκλοφόρησαν τη φήμη ότι αυτοκτόνησε πέφτοντας από την Ακρόπολη, φήμη που εμπλουτίστηκε και τροποποιήθηκε στη συνέχεια.

    Δεν είναι όμως ανάγκη να πάμε τόσο μακριά: εξίσου πιθανό είναι ο Άγγλος που έφτιαξε το άρθρο στο Κάιρο να έδωσε απλώς στον ανύπαρκτο ήρωά του το πρώτο ελληνικό υπαρκτό ονοματεπώνυμο που του ήρθε στο νου, ενός γνωστού δημοσιογράφου της εποχής· πάντως ο υπαρκτός Κουκίδης έζησε, το 1946 έβγαλε βιβλίο για τη δικαιοσύνη επί κατοχής και πέθανε γέρος πια το 1974.

    Ο ανύπαρκτος Κουκίδης, αφού αξιώθηκε να δει τον Αβραμόπουλο να εγκαινιάζει αναθηματική στήλη στο όνομά του, με τις ευλογίες όλων των πολιτικών δυνάμεων, αλλά και του Μανώλη Γλέζου, πριν από μερικά χρόνια απέκτησε και φωτογραφία, τουλάχιστον σε έναν ακροδεξιό ιστότοπο ο οποίος πρόσθεσε μιαν άσχετη φωτογραφία ευζώνου σε ένα παραμυθένιο άρθρο του Γ. Μαλούχου.

    Ωστόσο, η στρατιωτική ηγεσία έγκαιρα είχε ασχοληθεί με το θέμα και ύστερα από εξονυχιστική έρευνα κατέληξε στο γεγονός ότι Κουκίδης δεν υπήρξε, ούτε υπήρξε άλλος στρατιώτης που να επεσε από την Ακρόπολη.

    Ας δούμε τι αναφέρει το 2001, σε επιστολή του στο περιοδικό «Πόλεμος και Ιστορία» ο Αντιστράτηγος Ιωάννης Κακουδάκης, ίσως ο πλέον αρμόδιος για την υπόθεση «Κουκίδη».

    Περιοδικό “Πόλεμος και Ιστορία”, τεύχος 47 (Δεκέμβριος 2001, σελ. 4)

    ”Τον Εύζωνα Κουκίδη δεν τον είδε κανένας ποτέ. Δεν βρέθηκε ποτέ η Σημαία. Δεν βρέθηκε ποτέ το πτώμα. Ψάξαμε παντού, όπου υπάρχει περίπτωση να υπάρχει το όνομα Κωνσταντίνος Κουκίδης. Στα νεκροταφεία, στα νεκροτομεία, στα ληξιαρχεία και στις συγκεκριμένες ημέρες δεν υπάρχει καμία εγγραφή. Από τους καταλόγους του ΟΤΕ και από όλα τα Ληξιαρχεία της Αττικής ψάξαμε για επιζώντες με αυτό το όνομα και ερευνήσαμε σχετικά. Μετά από όλα αυτά δεν υπάρχει καμία επίσημη τεκμηρίωση του συγκεκριμένου περιστατικού και αν το συγκεκριμένο πρόσωπο υπήρξε στην πραγματικότητα. Βέβαια καμία στρατιωτική υπηρεσία δεν μπορεί να χάσει κάποιο στρατιώτη της χωρίς να το ξέρει ή χωρίς να έχει γραφεί σε κάποια κατάσταση.

    Στη ΔΙΣ ήλθε μέχρι και ο Ιατροδικαστής Αθηνών με το βιβλίο που είχε η υπηρεσία του τότε και κατέγραφαν όλες τις ιατροδικαστικές πράξεις -όλους τους νεκρούς- όπου δεν σημειωνόταν κανένας νεκρός στρατιώτης την περίοδο 27-30 Απριλίου 1941.

    Να σημειώσω ότι η Προεδρική Φρουρά, τότε Ανακτορική Φρουρά, δεν έβαζε και δεν βάζει ποτέ φρουρούς στην Ακρόπολη. Ζει ακόμα στο Παγκράτι ο τότε Επιλοχίας της Ανακτορικής Φρουράς, τον όποιο και συνάντησα και ο όποιος με διαβεβαίωσε ότι τους ήξερε όλους τους στρατιώτες του “απέξω και ανακατωτά” και στρατιώτης με το όνομα Κώστας Κουκίδης δεν υπήρχε στην Ανακτορική Φρουρά. Όπως επίσης ότι δεν τοποθετούσαν φρουρούς στον Βράχο της Ακρόπολης. Βέβαια με την λέξη “Εύζωνας” υπάρχει το ενδεχόμενο να ήταν στρατιώτης των Ευζωνικών Ταγμάτων. Όμως τα συντάγματα αυτά δέν έδρευαν στην Αθήνα.

    Κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει με βεβαιότητα ότι τέτοιο πρόσωπο υπήρξε, άλλα από την άλλη είναι θετικό να πλανάται ένα τέτοιο γεγονός. Διότι πραγματικά πρόκειται για κάτι το συγκλονιστικό, εάν έγινε. Επομένως το ερώτημα αν το περιστατικό αυτό είναι αληθές η όχι δεν τεκμηριώνεται ιστορικά. Χωρίς να αποκλείεται. Και για τον λόγο αυτό έχουμε έναν ογκωδέστατο φάκελο με όλα τα στοιχεία που έχουμε συγκεντρώσει, μετά από όλες αυτές τις έρευνες για το συγκεκριμένο θέμα, από όπου δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη του προσώπου και του γεγονότος”.

    Με αυτή την απάντηση το γεγονός θα έπρεπε να μπει στη σωστή του διάσταση: τη διάσταση του μύθου. Οι μυθοπλάστες όμως δεν είχαν πει την τελευταία τους λέξη. Αρχικά, προσπάθησαν να παρακάμψουν τον σκόπελο της Διεύθυνσης Ιστορίας Στρατού επινοώντας μια παραλλαγή: ο Κουκίδης δεν ήταν στρατιώτης, ήταν 17χρονος εθελοντής, μέλος της ΕΟΝ, και γι’ αυτό δεν βρίσκεται το όνομά του στα στρατιωτικά αρχεία. Ωστόσο, αυτή η εκδοχή γεννάει άλλα προβλήματα -και επιπλέον σε μεγάλο μέρος του πληθυσμού η ΕΟΝ και το δικτατορικό καθεστώς της 4ης Αυγούστου προκαλούν δικαίως απέχθεια- κι έτσι γρήγορα εγκαταλείφθηκε.

    Τα τελευταία χρόνια, οι μυθοπλάστες άλλαξαν τακτική. Αντί να απαντούν σε όσους επισημαίνουν αδύνατα σημεία, τα προσπερνούν αγέρωχα, και ταυτόχρονα προσθέτουν ένα σωρό στοιχεία για το (ανύπαρκτο) πρόσωπο του Κουκίδη ώστε να του δώσουν σάρκα και οστά. Έτσι, βρέθηκαν αυτόπτες μάρτυρες, ενώ ο Κουκίδης πολιτογραφήθηκε Πόντιος που οι γονείς του έφυγαν το 1919 πρόσφυγες και εγκαταστάθηκαν στη Γαστούνη μαζί με τον δίχρονο γιο τους. Προφανώς, τώρα υπάρχει πολύς κόσμος (ποντιοκάπηλοι, απανταχού Γαστουναίοι κτλ.) που θέλουν να έχει υπάρξει Κουκίδης.

    Συνάμα, γυρίστηκε ταινία μικρού μήκους από φοιτητές για το Όχι του ανύπαρκτου Κ. Κουκίδη, βρέθηκαν (μετά το έτος 2010!) αυτόπτες μάρτυρες, και, το πιο εξωφρενικό, η κρατική ΕΡΤ3 το 2012 παρουσίασε δεκαεπτάλεπτο ντοκιμαντέρ για τον Κουκίδη, στη σειρά Αληθινά σενάρια, στο οποίο, με αντικειμενικότητα που θα τη ζήλευε και ο Γκέμπελς, παρουσιάζονται μόνο οπαδοί του μύθου και λείπει ο παραμικρός αντίλογος. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση του στρατηγού ε.α. ο οποίος χαρακτηρίζει (στο 16.10 του βίντεο) ανθέλληνες όσους αμφισβητούν την ύπαρξη του Κουκίδη, ενώ ο φιλόλογος-ερευνητής παραποιεί βάναυσα την αλήθεια και τις πηγές (ας πούμε εφευρίσκει μνεία του περιστατικού στην έκθεση του Γερμανού αξιωματικού).

    Κι έτσι, όλα δείχνουν ότι ο Κουκίδης, ο ανύπαρκτος εύζωνος, θα αποκτήσει στον 21ο αιώνα υπόσταση, επειδή κάποιοι θέλουν να υπάρχει.

    Κάποιοι άλλοι παραλληλίζουν την υπόθεση Κουκίδη με το κατέβασμα της σημαίας από τον Μανόλη Γλέζο και τον Λάκη Σάντα, θεωρώντας ότι πρόκειται για εξίσου αναπόδεικτα περιστατικά. Το βρίσκω κακόβουλη μικροψυχία: ότι η γερμανική σημαία κατέβηκε από την Ακρόπολη το ξέρουμε πέρα από κάθε αμφισβήτηση· όχι μόνο υπάρχουν αυτόπτες που δεν την είδαν να κυματίζει το πρωί της επόμενης μέρας, αλλά εκδόθηκε αμέσως ανακοίνωση από τη γερμανική στρατιωτική διοίκηση. Και οι όποιες αντιφάσεις υπάρχουν ανάμεσα στις διηγήσεις του Γλέζου και του Σάντα αποδεικνύουν ακριβώς ότι πρόκειται για αληθινές αναμνήσεις, με τα αναπόφευκτα κενά τους, και ότι δεν είχαν από τα πριν συνεννοηθεί τι θα πουν.

    Αν θέλουμε να βρούμε αντίστοιχο της υπόθεσης Κουκίδη, υπάρχει. Είναι ο μύθος της Ηλένιας Ασημακοπούλου, της όμορφης κοπέλας που το πορτρέτο της περιέφερε ο δήθεν αρραβωνιαστικός της τον Νοέμβριο του 1974, στην πρώτη επέτειο του Πολυτεχνείου, τάχα ότι είχε σκοτωθεί μέσα στο Πολυτεχνείο –και που πολλοί το πίστεψαν μέχρι που κάποιοι πρόσεξαν ότι το σκίτσο ήταν αντιγραφή από τη διαφήμιση ενός ξένου καλλυντικού ή σαμπουάν και απεικόνιζε μια γνωστή στο εξωτερικό μοντέλα. Οι αντιστοιχίες ανάμεσα στην υπόθεση Κουκίδη και στον μύθο της Ηλένιας σταματούν εδώ όμως, διότι κατά τα άλλα δεν υπάρχουν ομοιότητες. Πατώντας πάνω στο ότι η Ηλένια ήταν ανύπαρκτη, οι νοσταλγοί της χούντας επιχείρησαν να αρνηθούν εντελώς τους φόνους στο Πολυτεχνείο, ενώ όσοι επισημαίνουν ότι ο Κουκίδης είναι ανύπαρκτος καθόλου δεν αρνούνται ούτε τον τεράστιο φόρο αίματος του ελληνικού λαού ούτε τον ηρωισμό που έδειξε. Επίσης, ο μυθοπλάστης της Ηλένιας πέρασε από δίκη και πήγε φυλακή, ενώ οι κατασκευαστές του Κουκίδη βρίσκουν βήμα στη δημόσια τηλεόραση.

    Ο Κουκίδης είναι ανύπαρκτος αλλά υπήρξαν τόσοι και τόσοι υπαρκτοί ήρωες –και όχι μόνο άνθρωποι που αυτοκτόνησαν σαν υπέρτατη διαμαρτυρία, όπως η Πηνελόπη Δέλτα, όχι μόνο όσοι κινδύνεψαν βοηθώντας κυνηγημένους, αλλά και τόσοι και τόσοι που έδωσαν τη ζωή τους πολεμώντας τους ναζί στα βουνά και στις πόλεις.

    Κι αν θέλουμε ένα όνομα, θα ξεχωρίσουμε τον κομμουνιστή Ναπολέοντα Σουκατζίδη, διερμηνέα στο στρατόπεδο Χαϊδαρίου, που διάβασε το όνομά του στον κατάλογο των διακοσίων εκτελεσμένων, κι όταν ο Γερμανός διοικητής τον διάταξε να βγει από τις γραμμές των μελλοθάνατων εκείνος αρνήθηκε αν επρόκειτο να μπει κάποιος άλλος στη θέση του. Και εκτελέστηκε.

    Αλλά βέβαια, όταν οι απόντες, οι δοσίλογοι και οι μαυραγορίτες έγιναν υπουργοί και πρωθυπουργοί δεν θα μπορούσαν να έχουν για ήρωα τον Σουκατζίδη –την ίδια ώρα που έστηναν στον τοίχο όσους συντρόφους του δεν πρόλαβαν να ξεκάνουν οι Γερμανοί. Οπότε, καλύτερα ο Κουκίδης που είναι και ανύπαρκτος.

    https://sarantakos.wordpress.com/2015/10/27/koukidis-2/


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: