Οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες και οι Έλληνες του Σότσι

Mε αφορμή την πραγματοποίηση των Χειμερινών Ολυμπιακών Αγώνων στο Σότσι της Νότιας Ρωσίας, δημοσιεύτηκε στην «Καθημερινή« 16.02.2014)  ένα κείμενό μου για την πολύ ενδιαφέρουσα ιστορία του ελληνισμού στην περιοχή αυτή…

————————————————————————————————

Ελληνικό χωριό η βάση των Αγώνων του Σότσι

ΒΛΑΣΗΣ ΑΓΤΖΙΔΗΣ*

Οι Χειμερινοί Oλυμπιακοί Aγώνες γίνονται στο Σότσι της Νότιας Ρωσίας, δηλαδή σε μια περιοχή όπου η ελληνική παρουσία είναι έντονη. Ειδικά το χωριό Κράσναγια Πολιάνα (Κόκκινο Ξέφωτο), όπου δημιουργήθηκε το χιονοδρομικό κέντρο και θα αποτελεί τη βάση των Αγώνων, ιδρύθηκε από Ελληνες του μικρασιατικού Πόντου στα τέλη του 19ου αιώνα και υπήρξε για μεγάλη περίοδο ένα αμιγώς ελληνικό χωριό.

Οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες που γίνονται ανέδειξαν για άλλη μια φορά το γεγονός της ύπαρξης μιας σημαντικής ελληνικής διασποράς στα ρωσικά παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Μιας διασποράς που διεκδικεί την εντοπιότητα και τα δικαιώματα που απορρέουν από αυτήν: «Οταν μιλούν για τους γηγενείς της περιοχής της Μαύρης Θάλασσας, θεωρούμε ανήθικο να ξεχνούν ολότελα τον ελληνικό πληθυσμό» (Ι. Παρασκευόπουλος, εκπρόσωπος των εκτοπισμένων στο Καζαχστάν. Συνέδριο Γελεντζίκ, Μάρτης ’91).

4 Krasnayia Polyana-Vl.Agtzidis

Μαθητές του σχολείου της Κράσναγια Πολιάνα, όπου διδάσκεται και η ελληνική γλώσσα 

Οι Χειμερινοί Αγώνες του Σότσι ανέδειξαν παράλληλα κι ένα διπλό πρόβλημα του σύγχρονου Ελληνισμού: την εσωστρέφειά του, που τον οδηγεί στην παραγνώριση σημαντικών θεμάτων, αλλά και την ημιμάθεια και τον αμοραλισμό που διακρίνει τις ελίτ που διαχειρίζονται τη μοίρα αυτού του τόπου. Είκοσι χρόνια μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενωσης, η Ελλάδα δεν έχει να επιδείξει σοβαρή και συνεχή πολιτική για το τμήμα εκείνο της ελληνικής διασποράς που επιβίωσε κατά τη δύσκολη σοβιετική εποχή. Ενα τμήμα που μπορούσε να έχει τον ρόλο της γέφυρας με τις μετασοβιετικές κοινωνίες και να αποτελέσει ένα μέσο πολλαπλασιασμού της ελλαδικής επιρροής. Η πολιτική που ακολουθήθηκε στην περιοχή απέδειξε για άλλη μια φορά ότι στη σύγχρονη Ελλάδα κυριαρχεί η αντίληψη του βραχυχρόνιου οφέλους και απουσιάζουν τόσο ο προγραμματισμός και το όραμα, όσο και η στρατηγική αντίληψη για το μέλλον, που λαμβάνει υπόψη της όλες τις παραμέτρους.

Οικισμός με ιστορία άνω των 130 χρόνων

Η μετανάστευση των Ελλήνων στη Ρωσία από τις οθωμανοκρατούμενες περιοχές της Μικράς Ασίας (κυρίως τον ιστορικό Πόντο) αλλά και της Βαλκανικής, όπως και των νησιών, υπήρξε ένα φαινόμενο ευθέως ανάλογο της προσπάθειας των Ρώσων για επέκταση στις θερμές θάλασσες του Νότου (Μαύρη Θάλασσα, Μεσόγειος). Η μετανάστευση (προσφυγοποίηση, κάποιες φορές) θα ξεκινήσει στα τέλη του 18ου αιώνα με τα Ορλωφικά για να λάβει μεγάλη έκταση τον 19ο και να ολοκληρωθεί τον 20ό αιώνα τόσο με την καταφυγή σ’ αυτήν των Ελλήνων που επέζησαν από τη Γενοκτονία που πραγματοποίησε ο τουρκικός εθνικισμός στην Οθωμανική Αυτοκρατορία (τις δεκαετίες του ’10 και του ’20), όσο και με την εγκατάσταση των δεκάδων χιλιάδων Ελλήνων πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου Πολέμου μετά το 1949.

Ελληνικές παροικίες είχαν δημιουργηθεί σε όλη την έκταση της αχανούς Αυτοκρατορίας. Η ανατολικότερη από αυτές δημιουργήθηκε στο Χαρμπίν της Μαντζουρίας από Πόντιους και Κεφαλονίτες. Οσον αφορά τον Καύκασο, η ελληνική εγκατάσταση, κυρίως Ποντίων, θα αρχίσει μετά το τέλος των πολέμων και την οριστική ενσωμάτωση της περιοχής στη Ρωσική Αυτοκρατορία. Θεωρείται ότι η αντίσταση των ντόπιων μουσουλμανικών φυλών στους Ρώσους θα λάβει τέλος με την υπογραφή στην Κράσναγια Πολιάνα της Συνθήκης Ειρήνης στα μέσα του 19ου αιώνα. Στη συνέχεια, η ρωσική πολιτική θα επεξεργαστεί ένα σχέδιο εποικισμού από χριστιανικές κοινότητες που υφίσταντο την ισλαμική καταπίεση στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ετσι, μετά το 1864 δεκάδες χιλιάδες Ελληνες και Αρμένιοι θα εγκαταλείψουν τα οθωμανικά εδάφη και θα εγκατασταθούν στη Ρωσική Αυτοκρατορία.

2 Krasnayia Polyana Vl.Agtzidis

Μικρή Ελληνίδα στο χωριό   Κράσναγια Πολιάνα στις αρχές του 20ου αιώνα
(από το βιβλίο F.P.Dobrohotof,
Tsernomorskayia Pomperezie Kavkaza, 1916) 

Απ’ ό,τι μαρτυρείται από πηγές εκείνης της εποχής, οι Ελληνες μετανάστες αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα τόσο από τις ρωσικές αρχές όσο και από τους Ρώσους εποίκους. Οι αρχές προωθούσαν την πολιτική του εκρωσισμού, ενώ, όπως αναφέρει ο περιηγητής S. Vasikof (1908), οι Ρώσοι τους αντιμετώπιζαν με ρατσισμό που προερχόταν από τον φθόνο για την οικονομική τους ανάπτυξη.

Η απογραφή

Στην τελευταία επίσημη απογραφή του πληθυσμού του 1989 που έγινε λίγο πριν από την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, αναφέρεται ότι στην περιοχή του Σότσι (συμπεριλαμβάνεται και το Αντλερ) κατοικούσαν 4.500 Ελληνες και άλλοι 4.000 στην περιοχή της Κράσναγια Πολιάνα. Οι πρώτοι Ελληνες άρχισαν να εγκαθίστανται στην περιοχή μετά τον ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1877-78. Η πλειονότητά τους προερχόταν από την περιοχή των Σουρμένων του Πόντου.

Η ελληνική κοινότητα του Σότσι έλαβε θεσμική υπόσταση το 1904. Προσπάθησε να αναπτύξει την κοινοτική ελληνική εκπαίδευση και να αποτρέψει την προσπάθεια των αρχών για εκρωσισμό, ακόμη και της θρησκευτικής ζωής. Η Κοινότητα άνθησε οικονομικά και απέκτησε μεγάλη ακμή την εποχή που έγινε η σιδηροδρομική γραμμή της Μαύρης Θάλασσας, τα περισσότερα τμήματα της οποίας κατασκευάστηκαν από Ελληνες εργολάβους. Με την εισροή και άλλων Ελλήνων στο Σότσι, η πόλη αναπτύχθηκε και έφτασε τα 3.000 άτομα. Με δική τους συνεισφορά χτίστηκε ένα εξατάξιο σχολείο με 250 μαθητές. Στα χρόνια 1918-1920 λειτούργησε και ελληνική εκκλησία με Ελληνα ιερέα.

Η περιοχή όπου ιδρύθηκε η Κράσναγια Πολιάνα βρίσκεται στα ανατολικά της περιοχής του Σότσι και επί του Καυκάσου, διασχίζοντας έναν από τους μεγαλύτερους ποταμούς του Εύξεινου Πόντου, τον ποταμό Μζιμτί. Οπως αναφέρει ο ιστορικός Σ. Αγγελίδης στο βιβλίο του «Ελληνικοί οικισμοί στον Καύκασο», στην τοποθεσία αυτή προϋπήρχε ένα χωριό με το όνομα Ρομάνοβσκογιε, το οποίο είχε καταστραφεί στον πόλεμο του 1877. Την επόμενη χρονιά εγκαταστάθηκαν εκεί 32 οικογένειες Ποντίων. Το χωριό καταγράφηκε επισήμως με την ονομασία «Κμπαάντε», κάτι που δεν άρεσε στους Ελληνες κατοίκους, οι οποίοι ζήτησαν από τον Ρώσο διοικητή του Καυκάσου τη μετονομασία του. Ετσι, στις 23 Ιουνίου του 1899 έλαβαν την άδεια να μετονομάσουν το χωριό τους σε «Γκετσέσκοε» δηλαδή «Ελληνικό». Το 1886 στο χωριό αυτό κατοικούσαν μόνιμα 17 ελληνικές οικογένειες, οι οποίες απαρτίζονταν από 58 άνδρες και 48 γυναίκες.

Από τον Στάλιν στην Περεστρόικα

Οι Ελληνες του Σότσι και της Κράσναγια Πολιάνα συμμετείχαν με διάφορους τρόπους στα ιστορικά γεγονότα που διαδραματίστηκαν την περίοδο που άρχισε με την Οκτωβριανή Επανάσταση. Απόλαυσαν την πολυπολιτισμική πολιτική της πρώτης σοβιετικής περιόδου και βίωσαν με δραματικό τρόπο την αλλαγή της εσωτερικής πολιτικής μετά το 1936. Οι διώξεις, οι εκτελέσεις και οι φυλακίσεις στα στρατόπεδα συγκέντρωσης χαρακτήρισαν την περίοδο 1937-38.

Τα χρόνια που ακολούθησαν τις σταλινικές διώξεις υπήρξαν πέτρινα χρόνια για τους Ελληνες του Σότσι, αλλά και όλης της Σοβιετικής Ενωσης. Η ελληνική παιδεία είχε τεθεί εκτός νόμου, οι ελληνικές σοβιετικές εφημερίδες είχαν απαγορευτεί, οι θεατρικοί όμιλοι καταργήθηκαν και πάνω απ’ όλα καταργήθηκαν οι Αυτόνομες Ελληνικές Περιοχές που ενέπνεαν το συναίσθημα της κρατικής υποστήριξης της ελληνικής μειονότητας.

Η δεκαετία του ’40 θα είναι επίσης μια δύσκολη εποχή. Αρκετοί σοβιετικοί Ελληνες θα χάσουν τη ζωή τους στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ως στρατιώτες του Κόκκινου Στρατού στον πόλεμο ενάντια στον γερμανικό ναζισμό. Τα γερμανικά στρατεύματα έφτασαν μέχρι το Νοβοροσίσκ, βορειότερα του Σότσι, όπου και καθηλώθηκαν έως την έναρξη της αποχώρησής τους μετά τη συντριβή στο Στάλινγκραντ (Βόλγκογκραντ σήμερα).

Η Σοφία Προκοπίδου γράφει: «Το 1949 ο ελληνισμός της πόλης εκδιώχθηκε μαζί με όλο τον ελληνισμό της Μαύρης Θάλασσας. Είκοσι χρόνια μετά επιστρέφουν οι πρώτοι Ελληνες στο Σότσι και μόνο στις αρχές της δεκαετίας του ’90 επαναδραστηριοποιούνται κάνοντας την παρουσία του ελληνικού στοιχείου της περιοχής ιδιαίτερα αισθητή».

6 prokop2

Ο Ιβάν και η Βαλεντίνη Προκοπίδη, Έλληνες του Σότσι στην παραλία του Άντλερ, όπου σήμερα είναι το Ολυμπιακό στάδιο. Σκοτώθηκαν το Νοέμβριο του 2005
στο Μαλιακό (αρχείο Σοφίας Προκοπίδη)

Χαρακτηριστική ήταν η αναφορά του Γιάννη Χαραλαμπίδη, εκπροσώπου από το Σότσι στο ιστορικό 1ο Πανενωσιακό Ιδρυτικό Συνέδριο των Ελλήνων της ΕΣΣΔ που έγινε τον Μάρτιο του ’91 στην πόλη Γελεντζίκ της Νότιας Ρωσίας, για την πληθυσμιακή εξέλιξη στις περιοχές που χτυπήθηκαν από τις σταλινικές εκκαθαρίσεις: «...Το σχεδιάγραμμα της πορείας του ελληνικού πληθυσμού έχει πτώσεις και ανόδους. Εκεί που ήταν η χρονολογία 1937, ο χρόνος των διωγμών, η γραμμή πήγαινε απότομα προς τα κάτω. Για πολλά χρόνια ήταν οριζόντια και μόνο αργότερα άρχισε να ανεβαίνει. Σιγά σιγά προς τα πάνω, σημειώνοντας την αύξηση του ελληνικού πληθυσμού της περιοχής».

Προσπάθεια αναγέννησης

Η ελπίδα για την αναγέννηση του σοβιετικού ελληνισμού θα εμφανιστεί με την Περεστρόικα. Εντονες υπήρξαν οι προσπάθειες για την επαναλειτουργία των ελληνικών σχολείων. Ο Γεώργιος Αναστασιάδης, πρόεδρος του Ελληνικού Συλλόγου «Ενωση» του Σότσι είπε τα εξής σε μια συνέντευξη που παραχώρησε στη δημοσιογράφο Σοφία Προκοπίδου: «Η προσπάθεια για την αναγέννηση των ελληνικών σχολείων έγινε στις αρχές του ’80. Οι πρώτες ελληνικές σχολές λειτούργησαν μόνο δύο χρόνια καθώς ακολούθησε το διάταγμα των σοβιετικών αρχών με το οποίο διατάσσονταν το κλείσιμο των ελληνικών σχολείων. Το πρόσχημα ήταν ότι οι μαθητές μάθαιναν και τραγουδούσαν τον Εθνικό Υμνο της Ελλάδας».

5 ellin-kp-sofia iosif

Η οικογένεια της Σοφίας Ιωσηφίδου,
καθηγήτριας αγγλικής γλώσσα επί πολλά χρόνια στην Κράσναγια Πολιάνα
(αρχείο Σοφίας Προκοπίδη)

Η άτυπη ηγεσία της μειονότητας, που απαρτιζόταν από τους κομματικούς και διανοούμενους Ελληνες, προσπάθησε να συγκροτήσει τον πληθυσμό με διεκδικητικά συνέδρια. Κορυφαία έκφραση αυτής της κινητοποίησης υπήρξε το συνέδριο που έγινε τον Μάρτιο του ’91 στο Γελεντζίκ. Οι Ελληνες του Σότσι πρωταγωνίστησαν σ’ αυτήν τη διαδικασία της πολιτικής αναγέννησης. Μία από τις συνδιασκέψεις πριν από το Συνέδριο του Γελεντζίκ έγινε στο Σότσι και σ’ αυτό συμμετείχαν εκπρόσωποι από όλες τις κοινότητες των Ελλήνων, ακόμα και από το Καζαχστάν και το Ουζμπεκιστάν της Κεντρικής Ασίας. Στη Συνδιάσκεψη του Σότσι κατατέθηκε η βούληση των εκτοπισμένων στην Κεντρική Ασία να απαιτηθούν νομικές εγγυήσεις ώστε να μπορέσουν να παλιννοστήσουν στους τόπους της Μαύρης Θάλασσας απ’ όπου εκτοπίστηκαν. Επίσης φαίνεται ότι σ’ αυτή τη Συνδιάσκεψη συζητήθηκε το αίτημα για την επανασύσταση των Αυτόνομων Σοβιετικών Ελληνικών Περιοχών που είχε καταργήσει ο Στάλιν. Το αίτημα για τη δημιουργία μιας Αυτόνομης Ελληνικής Περιοχής στην παραλιακή περιοχή της Νότιας Ρωσίας υπερψηφίστηκε στο Συνέδριο του Γελεντζίκ. Ο εκπρόσωπος του Ελληνικού Συλλόγου του Σότσι είπε στην εισήγησή του: «…Ο λαός μας στην ΕΣΣΔ βρίσκεται στα όρια του αφανισμού. Και την κρίσιμη αυτή στιγμή πάλι αμφιβάλλουμε, έχουν οι Ελληνες ανάγκη σήμερα την εδαφική αυτονομία; Ή μπορούμε να περιμένουμε ακόμα καμιά εικοσαριά χρόνια; Οχι φίλοι. Είναι η τελευταία μας δυνατότητα, που ακόμα μπορεί να σώσει τον λαό μας. Να του δώσει τη δυνατότητα να αναγεννηθεί και να αρχίσει μια νέα πορεία...».

Λίγους όμως μήνες μετά το Συνέδριο του Γελεντζίκ η μεγάλη Σοβιετική Αυτοκρατορία κατέρρευσε και μια νέα Οδύσσεια περίμενε τον πολύπαθο ελληνισμό της περιοχής.

Η παρευξείνια ομογένεια δεν αξιοποιήθηκε από την Ελλάδα

Οι ελίτ της «μικράς πλην εντίμου Ελλάδος» ουδέποτε συνειδητοποίησαν ότι η παρουσία του πληθυσμού αυτού υπήρξε ένα απρόσμενο –αλλά αναξιοποίητο– δώρο που έκανε η Ιστορία στη σύγχρονη Ελλάδα. Γνωρίζουμε ότι τις παραμονές της κατάρρευσης της Σοβιετικής Ενωσης οι Ελληνες ξεπερνούσαν τις 500.000. Από αυτούς οι 358.000 δήλωναν επισήμως την καταγωγή τους, διακινδυνεύοντας την κοινωνική τους εξέλιξη, δεδομένου ότι η εσωτερική σοβιετική πολιτική απέναντι σε μειονότητες που είχαν χώρα αναφοράς στον δυτικό κόσμο, ήταν ιδιαιτέρως επιφυλακτική από την εποχή των σταλινικών διώξεων. Ο Γαβριήλ Ποπώφ, ο Ελληνας δήμαρχος της Μόσχας την εποχή της Περεστρόικας, είχε καταθέσει την εκτίμηση ότι ο συνολικός πληθυσμός, συμπεριλαμβανομένων και των μεικτών γάμων, έφτανε το ένα εκατομμύριο. Ακόμα και σήμερα –παρά τη μεγάλη αιμορραγία που προκάλεσε η μετανάστευση 250.000 ομογενών στην Ελλάδα και την Κύπρο– η ελληνική παρουσία στον παρευξείνιο χώρο της Ρωσίας, της Ουκρανίας και της Γεωργίας παραμένει σημαντική.

* Ο κ. Βλάσης Αγτζίδης (https://kars1918.wordpress.com) είναι διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας και μαθηματικός.

1 Krasnayia Polyana S.Aggelidis

Το χωριό Κράσναγια Πολιάνα το 1997
(αρχείο Σωκράτη Αγγελίδη)

————————————-

Στην Κράσναγια Πολιάνα σήμερα:

Advertisements

4 Σχόλια

  1. dimitrios nikolaidis on

    Καλα που τα γραφεις γιατι αλλιως θα χαθουνε.

  2. Β on

  3. Αρισ on

    Οι Αγώνες του Σότσι και η πραγματική Ρωσία

    Της Lilia Shevtsova

    Νομίζω ότι παρά τις σκωπτικές απεικονίσεις των ημιτελών ξενοδοχείων του Σότσι, που στερούνται τρεχούμενου νερού και με ρωγμές στους τοίχους, το Κρεμλίνο θα πετύχει στο να δημιουργήσει την εικόνα της παραμυθένιας Ρωσίας. Και εκατομμύρια τηλεθεατών θα πιστέψουν στα αλήθεια αυτό το παραμύθι. Οι δημιουργοί του θα χρησιμοποιήσουν τις αθλητικές εκδηλώσεις και τις λαμπερές επιδείξεις για να εντυπωσιάσουν εκατομμύρια ανθρώπων –τόσο στη Ρωσία όσο και στο εξωτερικό- και να τους συμπαρασύρουν στο μυστήριο των μεγάλων δυνάμεων της Ρωσίας. Αλλά οι άνθρωποι θα εντυπωσιαστούν από τη Ρωσία του Putin, τη χώρα που ανήκει στο Κρεμλίνο και τον κύριο κάτοικό του.

    Αφού παρακολούθησα την τελετή έναρξης των Ολυμπιακών Αγώνων –ένα τρίωρο θέμα με 5.000 συμμετέχοντες- πολλοί φίλοι μου, μου είπαν ότι «είναι το πιο λαμπρό θέαμα» που έχουν δει ποτέ. Δεν είναι καθόλου θαυμαστές του Putin, παρόλα αυτά, έμειναν κατάπληκτοι. Στην πραγματικότητα, αυτό ακριβώς είναι που θέλει η πολιτική στρατηγική του Κρεμλίνου. Δεν ήθελαν μια παράσταση που να δοξάζει τον Putin. Το show που δημιούργησαν στόχο είχε να προκαλέσει πατριωτικά συναισθήματα, τα οποία μπορεί πάντα να αξιοποιηθούν προς όφελος του καθεστώτος και του κράτους.

    Αλλά η τελετή έναρξης ήταν πραγματικά κάτι σαν παραμύθι, ένας καλλιτεχνικός μύθος της Ρωσίας που δεν υπάρχει πια. Το δημοφιλές ρωσικό ανέκδοτο που ισχυρίζεται ότι η Ρωσία είναι γενέτειρα των ελεφάντων, που σημαίνει ότι η Ρωσία είναι στην πραγματικότητα η ενσάρκωση των παραλογισμών, έχει σχέση με την Ολυμπιακή Ρωσία. Είναι το μέρος που δεν μπορεί να βρει κανείς στην πραγματικότητα, είναι το χωριό Ποτέμκιν, που οι ρωσικές ελίτ έχουν τόσο μεγάλη πείρα να δημιουργούν, ανά τους αιώνες.

    Η πραγματική Ρωσία είναι εντελώς άλλο ζώο. Είναι πρώτη στον κόσμο όταν πρόκειται για:
    Ερήμωση
    Εγκαταλλελιμένα και ορφανά παιδιά
    Ψυχικά ασθενείς και ασθενείς με καρκίνο
    Εμπόριο ανθρώπων
    Κατανάλωση ηρωίνης
    Τροχαία ατυχήματα
    Κατανάλωση καπνού
    Παιδοφιλία
    Παιδικό αλκοολισμό.

    Την ίδια στιγμή, η Ρωσία είναι πρώτη στον κόσμο όταν πρόκειται για στρατηγούς, δισεκατομμυριούχους, άμεσες ατομικές επενδύσεις σε ξένες χώρες, όπως και εισαγωγές ουίσκι.

    Καλώς ήρθατε στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Σότσι.

    ———————————————————————–

    Μετά τους Αγώνες, η Ρωσία παραμένει μόνη

    Της Maria Lipman

    Στην προ-ολυμπιακή του συνέντευξη στα διεθνή μέσα ενημέρωσης ο Πρόεδρος Vladimir Putin ευχήθηκε ότι «οι συμμετέχοντες, οι οπαδοί, οι δημοσιογράφοι και όλοι όσοι παρακολουθήσουν τους αγώνες στην τηλεόραση και τους ακολουθήσουν μέσω των μέσων ενημέρωσης [να] δουν μια νέα Ρωσία, να δουν το πρόσωπο και τις δυνατότητές της και θα έχουν μια φρέσκια αντικειμενική άποψη για την χώρα». Η επιθυμία του Putin δύσκολα θα εκπληρωθεί πλήρως, αλλά μια εβδομάδα από την έναρξη των Ολυμπιακών Αγώνων στο Σότσι η ροή αρνητικής δημοσιότητας στα ξένα ΜΜΕ έχει καταλαγιάσει. Τα ρεπορτάζ των ΜΜΕ έχουν επικεντρωθεί περισσότερο στα σπορ και λιγότερο στη ρωσική διαφθορά, στην «αντι-γκέι» νομοθεσία και στα ανθρώπινα δικαιώματα εν γένει, στην τρομοκρατία και στα σκληρά μέτρα ασφάλειας ή στα παράπονα για κολλημένες πόρτες, κίτρινο νερό και ατελείς τουαλέτες. Οι «Αγώνες του Putin», όπως αναφέρονται συνήθως βρίσκονται σε πλήρη εξέλιξη και οι φίλαθλοι, ακόμα και εκείνοι που αντιπαθούν τις πολιτικές του Putin διασκεδάζουν.

    Αλλά, όπως με κάθε μεγάλο γεγονός οι Αγώνες του Σότσι σύντομα θα τελειώσουν, η Ρωσία θα φύγει από το διεθνές προσκήνιο και να παραμείνει μόνη. Την προηγούμενη εβδομάδα ο Putin συναντήθηκε με το υπουργικό του συμβούλιο, για να συζητήσουν για την εθνική οικονομία και τις μελλοντικές προοπτικές της και δεν φάνηκε αισιόδοξος. Είπε ότι η οικονομία που βασίζεται στον έλεγχο των πόρων δεν μπορεί πλέον να δώσει ώθηση στην ανάπτυξη της εθνικής οικονομίας. Ο Putin παραδέχτηκε το προφανές: η ανάπτυξη μειώθηκε στο λίγο περισσότερο από 1% από το 7 ή 8% που ήταν μόλις λίγα χρόνια πριν. Ακόμα και τότε οι διορατικοί εμπειρογνώμονες είχαν πει ότι η ρωσική οικονομία ήταν επικίνδυνα εξαρτημένη από την (αυξανόμενη) τιμή του πετρελαίου και επομένως η ανάπτυξή της δεν ήταν βιώσιμη. Αλλά το Κρεμλίνο, που κολυμπούσε στο χρήμα χάρη στα άφθονα έσοδα από το πετρέλαιο, δεν άκουγε. Το οικονομικό μοτίβο παρέμενε το ίδιο και η εξάρτηση από τις εξαγωγές πόρων αυξήθηκε ακόμη περισσότερο αντί να μειωθεί. Σύμφωνα με μια πρόσφατη έκθεση του Bloomberg, «η κυβέρνηση λαμβάνει περίπου το ήμισυ των εσόδων του προϋπολογισμού της από τις εξαγωγές πετρελαίου και φυσικού αερίου». Και όπως αναφέρει το Bloomberg, «η ανάπτυξη της Ρωσίας επιβραδύνθηκε ή παρέμεινε αμετάβλητη κάθε τρίμηνο από τότε που ο Putin κέρδισε μια νέα θητεία ως πρόεδρος τον Μάρτιο 2013».

    Κατά τα χρόνια του στην εξουσία ο Putin έχει επεκτείνει σημαντικά τον κρατικό έλεγχο της οικονομίας. Το 2013, δημοσίευμα του Bloomberg ανέφερε ότι «οι κρατικές επιχειρήσεις αντιπροσώπευαν πάνω από το 50% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος της Ρωσίας, από το 30% που αντιπροσώπευαν το 1999». Οι υπόλοιποι ιδιώτες επιχειρηματίες δεν είχαν πλήρη έλεγχο ως προς τις συμμετοχές τους: σε οποιαδήποτε στιγμή η κυβέρνηση μπορεί να παρεμβαίνει και να τους πει τι να αγοράσουν ή να μην αγοράσουν, σε ποιόν να πουλήσουν ή πού να επενδύσουν. Στην πολιτική οι έλεγχοι ήταν τόσο ασφυκτικοί που τα κόμματα, οι δυνάμεις ή τα πρόσωπα που το Κρεμλίνο θεωρούσε ανεπιθύμητα δεν είχαν καμία πιθανότητα να μπουν στην πολιτική σκηνή. Τα θεσμικά όργανα της δημόσιας συμμετοχής μεταβλήθηκαν ριζικά. Οι μεγάλες επιχειρήσεις είναι περιορισμένες και εκφοβισμένες: από τη στιγμή που ο νόμος και η δικαιοσύνη υπόκεινται επίσης στην διακριτική ευχέρεια της εξουσίας και τα δικαιώματα της ατομικής ιδιοκτησίας δεν είναι προστατευμένα από το νόμο, οι Ρώσοι επιχειρηματίες αποφεύγουν να επενδύσουν στο εσωτερικό της χώρας και προτιμούν να αποσύρουν το κεφάλαιό τους από τη Ρωσία. Το δημοσίευμα του Bloomberg αναφέρει μια εκτίμηση της κεντρικής τράπεζας: 420.6 δισεκατομμύρια δολάρια έχουν αποχωρήσει από τη Ρωσία από το 2008 έως το τέλος του 2013.

    Η τεράστια τύχη του Putin, οι υψηλές και αυξανόμενες τιμές του πετρελαίου, του επέτρεψε να αυξήσει σημαντικά τους μισθούς και τις συντάξεις που πληρώνονται από τον προϋπολογισμό, κατά τη διάρκεια της ηγεσίας του, η πολιτική αναταραχή της δεκαετίας του 1990 έδωσε τη θέση της στη σταθερότητα της μη ανταγωνιστικής πολιτικής. Αν και ο λαός της Ρωσίας δεν αγνοούσε τη διαφθορά, την ανισότητα και την αδικία, εφησυχάστηκε εύκολα στην παθητικότητα και στη συγκατάβαση.

    Ο Putin εμβάθυνε το σύνηθες πατερναλιστικό πρότυπο σύμφωνα με το οποίο η κυβέρνηση είναι κυρίαρχη πάνω από τους ανθρώπους και η αυτόνομη δημόσια πρωτοβουλία αποθαρρύνεται. Το 2011, όταν μια εκσυγχρονισμένη μειονότητα εγκατέλειψε τη συναίνεση και διοργάνωσε διαδηλώσεις κατά του Putin, το Κρεμλίνο απάντησε με καταστολή και με μια στροφή προς τον κοινωνικό συντηρητισμό αποξενώνοντας έτσι ριζικά τις πιο αστικοποιημένες, εκσυγχρονισμένες και δημιουργικές εκλογικές περιφέρειες της Ρωσίας.

    Σήμερα, δεδομένου ότι η τύχη του Putin υποχωρεί και οι εξαγωγές πετρελαίου δεν δίνουν ώθηση πλέον στην οικονομική ανάπτυξη, η Ρωσία επιθυμεί να βρει εναλλακτικές πηγές ανάπτυξης. Μια προφανής επιλογή θα ήταν να απελευθερώσουν τις δημιουργικές ενέργειες των ανθρώπων, να δώσουν μια ώθηση στην ιδιωτική επιχειρηματικότητα και να εργαστούν προς την ίδρυση ενός κράτους δικαίου. Όμως, τέτοια μέτρα θα ήταν αντίθετα με τον τρόπο διακυβέρνησης του Putin, ένα συνδυασμό αυστηρού κυβερνητικού ελέγχου και αδιαμφισβήτητης δημόσιας πίστης. Αφού η ικανότητά του να αγοράσει την πίστη των ανθρώπων έχει μειωθεί λόγω της επιβράδυνσης της οικονομίας, αναμένεται να βασιστεί όλο και περισσότερο στον καταναγκασμό.

    Πάνω από το 20% του ρωσικού λαού, οι περισσότεροι αστοί, μορφωμένοι και νέοι, δηλώνουν σε έρευνες της κοινής γνώμης, ότι εξετάζουν το ενδεχόμενο να φύγουν από τη Ρωσία και να εγκατασταθούν σε άλλη χώρα. Φυσικά μόνο ένα ελάχιστο ποσοστό μεταναστεύει στην πραγματικότητα. Αλλά μια τέτοια ειλικρινής επιθυμία να εγκαταλείψουν τη Ρωσία σημαίνει ότι αυτοί οι άνθρωποι δεν θεωρούν τους εαυτούς τους ως μετόχους στο μέλλον της χώρας τους. Και αυτό είναι ένα σοβαρό εμπόδιο για την εθνική ανάπτυξη.

    ———————————–
    Καταρρέει το προφίλ της Ρωσίας στη Γερμανία

    Του Hannes Adomeit

    Το προφίλ της Ρωσίας στη Γερμανία έχει μειωθεί απότομα. Από την ίδρυση της «νέας Ρωσίας», έχει διαμορφωθεί σε ιστορικό χαμηλό. Κάθε χρόνο οι εταιρείες δημοσκόπησης απευθύνουν το ίδιο ερώτημα: θεωρείτε τη Ρωσία αξιόπιστο εταίρο;». Το Νοέμβριο του 2009, περίπου το 40% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι τη θεωρούν. Από τότε, κάθε χρόνο, αυτός ο αριθμός υποχωρεί. Το Φεβρουάριο του 2014, έφθασε στο καταστροφικό 18%. Σε μια άλλη δημοσκόπηση που διεξήχθη τον ίδιο μήνα, πριν από τους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες, οι Γερμανοί ερωτήθηκαν εάν θεωρούν πως η Ρωσία είναι το κατάλληλο μέρος για να διεξαχθούν οι Αγώνες. Το 60% απάντησε «όχι» και μόλις ένα 22% απάντησε «ναι».

    Η κατάρρευση της εικόνας της Ρωσίας στη γερμανική κοινή γνώμη είναι μια εκπληκτική εξέλιξη. Δημιουργεί ερωτήματα σχετικά με το σε τι αντιστοιχεί, ποιες οι πιθανές εσωτερικές και διεθνείς πολιτικές συνέπειες, εάν υπάρχουν και τι μπορεί να γίνει για να διορθωθεί αυτή η θλιβερή κατάσταση.

    Προτού προσπαθήσουμε να αντιμετωπίσουμε τέτοια ερωτήματα, πρέπει να αποσαφηνιστεί πρώτα το τι σημαίνει «Ρωσία». Προφανώς, όταν οι Γερμανοί απαντούν στο ερώτημα για το εάν θεωρούν τη Ρωσία αξιόπιστο εταίρο, δεν σκέφτονται τους Ρώσους φίλους ή γνωστούς, αλλά τη ρωσική κυβέρνηση και τους πιο εμφανείς υποστηρικτές της.
    Επομένως, ας σκεφτούμε τη γερμανική αντίληψη για τους Ρώσους ηγέτες, και από τη στιγμή που ο Vladimir Putin έχει καταγραφεί πως έχει δηλώσει ότι η Σοβιετική Ένωση είναι η Ρωσία μόνο με διαφορετικό όνομα, μπορεί κανείς να ξεκινήσει με την τότε Σοβιετική Ένωση και τον επικεφαλής του κόμματος, Mikhail Gorbachev. Τον Ιούνιο του 1989, ο Gorbachev έγινε δεκτός με ενθουσιασμό από μεγάλα πλήθη στη Βόννη, τη Στουτγάρδη και στο Ντόρτμουντ. Το ίδιο ήταν και στο Ανατολικό Βερολίνο, τον Οκτώβριο του ίδιου έτους.

    Αυτός ο γενικός ενθουσιασμός και η καλή θέληση που μεταφέρθηκαν στην εποχή του Boris Yeltsin, με τους Γερμανούς να τον παρατηρούν με θαυμασμό να στέκεται σε ένα τανκ τον Αύγουστο του 1991, ανατρέποντας το πραξικόπημα, οδήγησε τη Ρωσία σε μια πορεία προς τη δημοκρατία και την οικονομία της αγοράς, και υλοποιώντας τη δέσμευση, πριν από την προθεσμία μάλιστα, της απόσυρσης των ρωσικών δυνάμεων από το γερμανικό έδαφος.

    Το Σεπτέμβριο του 2001, ο πρόεδρος Putin τιμήθηκε με τη σπάνια τιμή να μιλήσει στο γερμανικό κοινοβούλιο στο Βερολίνο. Δεν έλαβε απλώς θερμό χειροκρότημα, αλλά και επευφημίες από μέλη της κυβέρνησης –τότε συνασπισμός μεταξύ των Σοσιαλδημοκρατών και των Πρασίνων- αλλά και από βουλευτές άλλων κοινοβουλευτικών παρατάξεων.

    Εκείνη την περίοδο, η γερμανική κοινή γνώμη και η στάση των κυβερνητικών αξιωματούχων ήταν σε μεγάλο βαθμό παράλληλες. Αλλά είχε ήδη αρχίσει να εμφανίζεται ένα κενό. Ενώ η κυβέρνηση επιμόνως αντιμετώπιζε τη γερμανό-ρωσική «στρατηγική συνεργασία» όχι ως όραμα αλλά ως γεγονός, και ο Καγκελάριος Gerhard Schroeder είχε προχωρήσει ακόμη περισσότερο αποκαλώντας τον Putin ως έναν «άψογο δημοκράτη», οι κοινωνικές αντιλήψεις έγιναν πιο προσαρμοσμένες στις νέες πραγματικότητες ενός αναδυόμενου απολυταρχικού και διεφθαρμένου συστήματος. Οι μαζικές παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τσετσενία, και η δολοφονία δημοσιογράφων και υπερασπιστών των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, έπαιξαν ρόλο. Επομένως, όταν ο Putin, τον Οκτώβριο του 2006, επισκέφθηκε τη Δρέσδη, το στέκι του ως μέλος της KGB την περίοδο 1985-1999, το μικρό πλήθος ήταν κατά κύριο λόγο σιωπηλό. Ορισμένοι μάλιστα τον «χαιρέτισαν» με την προσφώνηση «δολοφόνε», αναφερόμενοι στη δημοσιογράφο Anna Politkovskaya, η οποία είχε σκοτωθεί κάποιες ημέρες πριν από την επίσκεψη.

    Στις σημερινές, συχνά οξείες αντιπαραθέσεις στη Γερμανία σχετικά με το πώς να διαχειριστεί μια όλο και δυσκολότερη Ρωσία, οι οπαδοί μιας ήπιας προσέγγισης και ήρεμης διπλωματίας, αποδίδουν την επιδείνωση της ρωσικής εικόνας ξεκάθαρα στα μέσα ενημέρωσης που έχουν πραγματοποιήσει μια αμείλικτη εκστρατεία κατά της Ρωσίας, όπως την αποκάλεσε ο Gernot Erler, ο τωρινός συντονιστής της γερμανικής κυβέρνησης για τη συνεργασία μεταξύ της γερμανικής και της ρωσικής κοινωνίας των πολιτών. Εγώ δεν θα τη χαρακτήριζα έτσι, αλλά μάλλον ως υπεύθυνη και αξιόπιστη ενημέρωση. Επιπλέον, δεν είναι μόνο τα μέσα ενημέρωσης που υπήρξαν επικριτικά για τις εξελίξεις στη Ρωσία υπό τον Putin, αλλά επίσης και ακαδημαϊκοί επιστήμονες σε πανεπιστήμια και αξιόπιστα ερευνητικά ιδρύματα, καθώς και οι πολιτικοί οργανισμοί που δραστηριοποιούνται στη Ρωσία.

    Είναι προφανές ότι σε ένα αυταρχικό σύστημα, ο ανώτατος ηγέτης ταυτίζεται με τη χώρα. Η γερμανική κοινή γνώμη, όσο προβληματική και εάν είναι, προσδιορίζει τη Ρωσία με τον Putin. Από τη στιγμή που η εικόνα του Putin έχει επιδεινωθεί, το ίδιο έχει κάνει και η εικόνα της χώρας. Αυτό μπορεί να χρησιμεύσει εν μέρει για να εξηγήσει το λόγο για τον οποίο η συντριπτική πλειοψηφία των Γερμανών θεωρούν πως η Ρωσία δεν ήταν καλή επιλογή για τους χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Τους βλέπουν κυριολεκτικά, ως παιχνίδια που παίζει ο Putin για να ενισχύσει τον ίδιο και το προφίλ της χώρας του.

    Τέτοιες αντιλήψεις δεν βελτιώνονται από τις δημόσιες σχέσεις με πόζες ενός γυμνού macho Putin στη Σιβηρία για ψάρεμα, ή να ανακαλύπτει αρχαίο ελληνικό αμφορέα στο βυθό της Μαύρης Θάλασσας. Τέτοια κατορθώματα μπορεί ίσως να έχουν απήχηση στο ρωσικό κοινό, αλλά στους Γερμανούς φαίνονται είτε παράξενα είτε ανόητα είτε χειρότερα, απρεπή από έναν αρχηγό κράτους.

    Ο πρόεδρος Putin έχει εκφράσει τη λύπη του για την επιδείνωση της εικόνας της Ρωσίας στο εξωτερικό και έχει πει στους διπλωμάτες του να διπλασιάσουν τις προσπάθειές τους προκειμένου να το αλλάξουν. Τα κρατικά ελεγχόμενα μέσα ενημέρωσης, μεταξύ των οποίων και το τηλεοπτικό κανάλι Russia Today (το οποίο αν κρίνουμε από τα προγράμματά του, θα πρέπει πιο σωστά να ονομαστεί Evil America Today), έχουν στρατολογηθεί για τον ίδιο σκοπό. Είναι αμφίβολο ωστόσο, ότι οι πιο επίμονες προσπάθειες δημοσίων σχέσεων θα βελτιώσουν την εικόνα. Αυτό που θα βοηθούσε δεν είναι περισσότερα τεχνάσματα και παιχνίδια αλλά σοβαρές αλλαγές στην πολιτική.

    ———————————————————-

    Ευλογία” για τη Ρωσία η ουκρανική επανάσταση

    του Dmitri Trenin

    Η ουκρανική «επανάσταση του Φεβρουαρίου» ορισμένες φορές περιγράφεται ως ένα μεγάλο πλήγμα για τη Ρωσία και τον πρόεδρο Vladimir Putin προσωπικά. Στην πραγματικότητα, μπορεί να αποτελεί ευλογία και για τους δύο.

    Πρώτον, διότι έχει θέσει τέλος στις διπρόσωπες πολιτικές της κυβέρνησης του προέδρου Viktor Yanukovych, παίζοντας με τη Ρωσία και τη Δύση.

    Δεύτερον, διότι ο πρόσφατος θρίαμβος της δυτικής Ουκρανίας στο Κίεβο, υποχρεώνει τις ρωσόφωνες ανατολικές και νότιες περιοχές να προσπαθήσουν να προστατεύσουν τα δικά τους συμφέροντα. Μια αποκεντρωμένη Ουκρανία που μπορεί να προκύψει, θα ήταν το καλύτερο για τη Ρωσία.

    Τρίτον, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα πρέπει τώρα να βοηθήσει στη διάσωση της Ουκρανίας και να αρχίσει να πληρώνει για τον εκσυγχρονισμό της Ουκρανίας, ο οποίος τελικά θα βελτιώσει τις επιχειρηματικές συνθήκες στην περιοχή για όλους, συμπεριλαμβανομένης και της Ρωσίας.

    Τέταρτον, από τη στιγμή που η Ρωσία δεν χρωστάει τίποτα στους νέους would-be κυβερνώντες του Κιέβου, μπορεί να διανείμει την υποσχόμενη οικονομική βοήθεια προς τη χώρα πιο σοφά.

    Αυτά είναι τα θετικά. Η κατάσταση στην Ουκρανία ωστόσο παραμένει ιδιαίτερα αβέβαιη. Μια νέα ισορροπία εξουσίας –είτε στο Κίεβο είτε μεταξύ του Κιέβου και των περιφερειών ή μεταξύ των περιφερειών- δεν πρόκειται να σχηματιστεί, τουλάχιστον για μήνες.

    Η απειλή ενός εμφυλίου πολέμου συνεχίζει να υφίσταται. Οι ριζοσπαστικοί όλων των πλευρών εξοπλίζονται και γίνονται όλο και πιο επιθετικοί.

    Η Κριμαία είναι ένα ευαίσθητο σημείο. Μια διαμάχη εκεί μπορεί να χρησιμεύσει ως πύλη για την άμεση εμπλοκή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Η Μόσχα θα χρειαστεί πολλή ψυχραιμία για να προστατέψει τα ενδιαφέροντά της εκεί και να αποφύγει να παγιδευτεί.

    Όσον αφορά τη ρωσική εγχώρια πολιτική, η αποπομπή του Yanukovych δεν είναι κατ’ ανάγκη γραμμένη στον τοίχο για τον Putin.

    Είναι αλήθεια πως η κρίση στην Ουκρανία έχει αποδείξει το πόσο εύθραυστη είναι η σχετική σταθερότητα που υπάρχει στη Ρωσία. Ωστόσο, «η Ρωσία δεν είναι Ουκρανία», για να χρησιμοποιήσει τη διάσημη φράση του Leonid Kuchma, σε όρους πολιτικού πολιτισμού, ανταγωνιστικών εθνικών βιωμάτων ή στο επίπεδο και στη δομή του προσωπικού εισοδήματος. Η επανάσταση του Φεβρουαρίου της Ουκρανίας, μπορεί να εμπνεύσει κάποιους Ρώσους, αλλά σίγουρα θα τρομάξει πολύ περισσότερους –ιδιαίτερα καθώς τα όνειρα των Ουκρανών να γίνουν δεκτοί στην Ευρωπαϊκή Ένωση και να δουν το βιοτικό τους επίπεδο να βελτιώνεται σημαντικά, είναι απίθανο να γίνουν πραγματικότητα για κάποιο καιρό ακόμη. Αντιθέτως, η ανατροπή του κλεπτοκρατικού καθεστώτος της διπλανής πόρτας μπορεί να ενισχύσει το χέρι εκείνων εντός της Ρωσίας που θέλουν τόσο ισχυρότερο όσο και «καθαρότερο» καθεστώς

  4. Οι υπέροχοι Ελληνες του Καυκάσου
    
    12 Φεβρουαρίου 2014 – 07:37

    Όλα τα βλέμματα του κόσμου αυτές τις ημέρες είναι στραμμένα στο Σότσι που πραγματοποιούνται οι Χειμερινοί Ολυμπιακοί Αγώνες.
    Στην ευρύτερη περιοχή του Καυκάσου κατοικούν πολλοί Έλληνες Ποντιακής καταγωγής. Μάλιστα ένα μέρος τον Ολυμπιακών αγώνων θα πραγματοποιηθεί στο Ποντιακό χωριό Κρασνάγια Πολιάνα.

    Η παρουσία και η πολιτική δράση των Ελλήνων στον Καύκασο κατά το 19ο και 20ο αιώνα, αποτελούν μια από τις πλέον ενδιαφέρουσες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας. Ένας από τους πρωτεργάτες έγραψε: “Πρέπει να ομολογήσουμε ότι εμείς οι Έλληνες του Καυκάσου, που αποτελούσαμε τη φάλαγγα του Ελληνισμού στην κοντινή Ανατολή, κατά την χαώδη ‘κείνη περίοδο του Καυκάσου, αγωνιστήκαμε με πρωτοφανή ορμή, για τη φυσική μας ύπαρξη και την εθνική μας οντότητα, που ανάβλυζε μεσ’ απ’ τους πυρήνες των κοινοτήτων μας”[2].

    Η εγκατάσταση των Ελλήνων στον Καύκασο, όπως και στην υπόλοιπη ρωσική επικράτεια, είναι ένα φαινόμενο που πρωτοεμφανίζεται στους αρχαίους χρόνους. Οι ελληνικές αποικίες- όπως αναφέρει στην ιστορική ανάλυσή του ο Βλάσης Αγτζίδης[1] – στην Κριμαία και στην ανατολική Μαύρη Θάλασσα ιδρύθηκαν πολύ πριν οι περιοχές αυτές περιέλθουν στη σφαίρα επιρροής των Ρώσων. Η ελληνική παρουσία στον Εύξεινο Πόντο εδραιώνεται σε δύο βασικά κέντρα, πρωτευόντως στο μικρασιατικό Πόντο και στη συνέχεια στην κριμαϊκή χερσόνησο.

    Οι σχέσεις των Ελλήνων με την παρευξείνιο περιοχή ανάγονται στην μυθολογική περίοδο της ελληνικής ιστορίας. Τα πρώτα ελληνικά ευρήματα χρονολογούνται το 10ο π.Χ. αιώνα. Αποτέλεσμα της πανάρχαιας αυτής σχέσης των Ελλήνων με το χώρο είναι η επισήμανση από σοβιετικούς ιστορικούς του γεγονότος ότι οι Έλληνες είναι ένας από τους αρχαιότερους λαούς της περιοχής.

    Η έναρξη πάντως συστηματικώτερης εγκατάστασης ταυτίζεται με τον ελληνικό αποικισμό του 8ου π.Χ. αιώνα, όταν οι Μιλήσιοι ίδρυσαν την Ηράκλεια και τη Σινώπη, η οποία με τη σειρά της ίδρυσε την Τραπεζούντα, πρωτεύουσα του μικρασιατικού Πόντου. Η περίοδος της ρωμαιοκρατίας και της επικράτησης του χριστιανισμού συνοδεύτηκε από την απώλεια του εθνωνύμιου “Ελλην” και την παράλληλη επικράτηση του ονόματος “Ρωμαίος”, το οποίο επιβιώνει μέχρι σήμερα στους παρευξείνιους ελληνικούς πληθυσμούς. Με την άλωση της Πόλης από τους Φράγκους το 1204 μ.Χ. ιδρύθηκε η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας. Το ελληνικό αυτό βασίλειο διατηρήθηκε για 257 χρόνια. Επτά χρόνια μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης, οι Οθωμανοί κατέλαβαν και την Τραπεζούντα. Στο βορρά της Μαύρης Θάλασσας, η Κριμαία παρέμεινε ελληνική περιοχή μέχρι την έλευση των Τατάρων το 13ο αιώνα.

    Ο Αβραάμ Αναστασιάδης στο ρωσικό στρατό. Ο Αναστασιάδης εντάχθηκε στην Ελληνική Μεραρχία του Καυκάσου μετά την Επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917. Στην Ελλάδα έρχεται πρόσφυγας το 1922. Στην Κατοχή εντάχθηκε στο ΕΑΜ και ανέλαβε τη διοίκηση του εφεδρικού ΕΛΑΣ στο Αγρίνιο. Εκτελέστηκε από τους Γερμανούς ανήμερα της Μεγάλης Παρασκευής του 1944.

    Η μαζική μετοίκηση των Ελλήνων, αλλά και των Αρμενίων, από την Οθωμανική Αυτοκρατορία στον Καύκασο υπήρξε φαινόμενο ευθέως ανάλογο της επέκτασης των Ρώσων προς το Νότο, της συνεπακόλουθης ανάγκης επάνδρωσης των συνοριακών περιοχών από φιλικό πληθυσμό και συγχρόνως οικονομικής ανάπτυξης των περιοχών που εγκατέλειψαν οι μουσουλμάνοι κάτοικοί τους.

    Ο Ν. Βορομπιόφ που ήταν ο υπεύθυνος του εποικισμού γράφει: “Tο πρόγραμμα συστηματικού εποικισμού άρχισε το 1864… Στόχος ήταν να καλυφθούν οι άδειες περιοχές και να ξαναρχίσουν οι καλλιέργειες, που διακόπηκαν όταν οι βουνίσιοι[3] έφυγαν στην Τουρκία ή εξορίστηκαν… Αυτή η περιοχή απαιτούσε ανώτερη αγροτική κουλτούρα και σκέφτηκαν να καλέσουν τους Έλληνες και τους Αρμένιους που ταιριάζουν σ’ αυτές τις συνθήκες.”[4] Yπήρχαν περιπτώσεις κατά τις οποίες Έλληνες, ανώτεροι υπάλληλοι της ρωσικής γραφειοκρατίας, ευνοούσαν τη μετανάστευση των ελληνικών πληθυσμών. Για παράδειγμα, την εγκατάσταση των Ελλήνων στο Βόρειο Καύκασο, στην περιοχή της Σταυρούπολης, ευνόησε ένας κυβερνήτης της περιοχής που είχε ελληνική καταγωγή, ο Νικηφοράκης.[5] Ένα από τα κίνητρα που χρησιμοποιούσαν οι Ρώσοι για να προσελκύσουν ελληνικούς πληθυσμούς ήταν η παραχώρηση οικονομικών προνομίων. Απαιτούσαν όμως την πολιτογράφηση των μεταναστών, όπως επίσης και τον εκρωσισμό των επιθέτων τους.[6]

    Σημαντική ώθηση στη μετανάστευση Ελλήνων από τον Πόντο έδωσε το στέρεμα των μεταλλείων.[7] Επίσης, για τις περιοχές που ονομάσθηκαν Νέα Ρωσία[8], οι Έλληνες συνδέθηκαν με το κύκλωμα του σιταριού που περιελάμβανε την παραγωγή, την επεξεργασία και τη διακίνηση. Κατέληξαν στο να πάρουν στα χέρια τους το εξωτερικό εμπόριο του σιταριού.

    Η παράλιος περιοχή της Ουκρανίας και της νότιας Ρωσίας υπήρξε για τους Έλληνες του 19ου αιώνα η “γη της επαγγελίας.” Η κατάκτηση των περιοχών αυτών από τους Ρώσους και η απουσία, λόγω της κατάκτησης, οιασδήποτε σοβαρής παραγωγής και εμπορίου, έδωσαν στους Έλληνες, τόσο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας όσο και της ελεύθερης Ελλάδας τη δυνατότητα ελεύθερου χώρου για ανάπτυξη. Επι πλέον, με τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή, αποκτούν το δικαίωμα πλεύσης στη Μαύρη Θάλασσα. Ο Γ. Σκαλιέρης έδωσε την παρακάτω εξήγηση για το φαινόμενο εγκατάστασης των Ελλήνων του Πόντου στη Ρωσία: “Συρρέοντες προς τα μέρη εκείνα, μερικά των οποίων άλλοτε, όπως η Κολχική και η Περατεία, αποτελούσαν μέρος της πεσούσης Ελληνικής Αυτοκρατορίας και από τα οποία ο Μιθριδάτης σε προηγούμενους χρόνους άντλησε όχι λίγη ελληνική δύναμη μαχόμενος πρωτοπόρα για τον ελληνισμό από τον Πόντο, οι φυγάδες Έλληνες Πόντιοι εισήγαγαν τον πολιτισμό, επιδίδονταν στην καλλιέργεια της γης και στο εμπόριο, εξημέρωναν, δίδασκαν τέχνες και επιστήμες εξαιτίας του οποίου ονομάσθησαν από τους Γεωργιανούς Περζενεσβίλι, δηλαδή γιοι των σοφών.

    Μεταλλουργοί, αρχιτέκτονες, ιερείς, μοναχοί, λόγιοι, γιατροί, συγκροτούν τις πρώτες πολυπληθείς ομάδες. Όλοι αυτοί, στους οποίους αδιάκοπα προστίθενται και άλλοι, κατεργάζονται τον εκπολιτισμό της χώρας, τη γεωργική και εμπορική της ανάπτυξη. Έλληνας Πόντιος, ο Μιχαήλ Στεφάνου, ιδρύει το πρώτο τυπογραφείο στην Τιφλίδα της Γεωργίας και Έλληνες Πόντιοι μεταβάλλουν εκτάσεις χέρσες και έρημες σε πλουτοφόρες, εκμεταλλευόμενοι το φυσικό πλούτο εκείνων των μερών σε μεταλλεύματα και καλλιεργώντας τον καπνό.”[9]

    Τα κύματα μετακινήσεων

    Η αρχαιότερη μετακίνηση Ελλήνων χρονολογείται την περίοδο 610-640 μ.Χ. Στη συνέχεια, και ως αποτέλεσμα της οθωμανικής κατάκτησης του Πόντου στα μέσα του 15ου αιώνα, πολλοί Έλληνες κατέφυγαν στην Κριμαία, την οποία τότε ονόμαζαν Περατεία, στη Γεωργία και στην Περσία. Τότε δημιουργήθηκε η Επισκοπή Αχταλείας, η οποία διατηρήθηκε ως χωριστή ελληνική επισκοπή μέχρι το 1827.[10]

    Τον 18ο αιώνα μαρτυρούνται μετακινήσεις Ελλήνων μεταλλωρύχων από την Αργυρούπολη και τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ) στη Γεωργία. Τα μεγάλα κύματα μετακίνησης αρχίζουν από το δέκατο όγδοο αιώνα, για να φουντώσουν κυριολεκτικά το δέκατο ένατο. Κατά τη διάρκεια της επανάστασης του 1821 και των τριών ρωσοτουρκικών πολέμων, που ακολούθησαν, παρατηρήθηκε μετοίκηση Ελλήνων προς τις ρωσικές περιοχές. Ο φόβος των τουρκικών αντεκδικήσεων λειτούργησε ως επιπλέον κίνητρο. Το 1829 μετανάστευσαν οι Έλληνες από την περιοχή του Ερζερούμ σε τέτοιο βαθμό, ώστε η περιοχή τους ερήμωσε από τους χριστιανούς γηγενείς. Η πλειοψηφία των μεταναστών ήταν τουρκόφωνοι. Το κύμα αυτό ακολούθησαν και λίγοι Έλληνες από τη Σεβάστεια. Η πλειοψηφία των μεταναστών αυτής της περιόδου εγκαταστάθηκε στην περιοχή της Τσάλκα της Γεωργίας, νότια της Τιφλίδας.

    Κατά τον κριμαϊκό πόλεμο (1856-1866) μετακινήθηκαν 60.000 άτομα στις περιφέρειες Κουμπάν, Σταυρούπολης κ.α. Μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1876-78 η μετανάστευση πήρε το χαρακτήρα της μαζικής φυγής από τον Πόντο.[11] Μετακινήθηκαν κυρίως πληθυσμοί από τη βορειοανατολική περιοχή της Αργυρούπολης και γενικά από τη Χαλδία. Μεταξύ των εγκαταστάσεων που δημιουργήθηκαν ήταν τα 50 ελληνικά χωριά της Τιφλίδας. Εκατό χιλιάδες Πόντιοι εγκαταστάθηκαν στις περιοχές Τέρεκ, Σταυρούπολη, Σοχούμι και Βατούμι. Τότε δημιουργήθηκαν τα 77 ελληνικά χωριά του Καρς και του Αρνταχάν. Το περιοδικό Εύξεινος Πόντος, που εκδιδόταν στην Τραπεζούντα, υπολόγιζε ότι το 1880 100.000 Έλληνες είχαν ήδη μετοικήσει στην Κριμαία και στον Καύκασο. Από το 1880 άρχισε μετακίνηση ελληνικών πληθυσμών και από τα παράλια του Πόντου. Από τις περιοχές Τραπεζούντας, των Σουρμένων, των Κοτυώρων (Ορντού), της Κερασούντας, της Οινόης κ.λπ. μετανάστευσαν, δια μέσου της θάλασσας, προς όλα τα παράλια του Καυκάσου και στην ενδοχώρα της Γεωργίας, στην Κριμαία και στο Βόρειο Καύκασο (Κουμπάν). Επίσης, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, εγκαταστάθηκαν στις ρωσικές ακτές και πολλοί Έλληνες από τα νησιά του Αιγαίου και του υπόλοιπου ελλαδικού χώρου. [12]

    Γύρω από τις ακτές της Μαύρης Θάλασσας, οι Έλληνες ήταν εγκατεστημένοι σε συμπαγείς μάζες. Όπως γράφει ο Ε. Παυλίδης: “Κατά μήκος εκατοντάδων χιλιομέτρων υπήρχον χωρία και πολίχναι κατοικούμεναι αποκλειστικά από Έλληνας μετανάστας εκ Πόντου, με ελληνικά σχολεία, με Έλληνες ιερείς και με ελληνικάς εκκλησίας.” Oι παλιότεροι Έλληνες έποικοι καλούσαν τους συγγενείς και φίλους, με αποτέλεσμα να μεγαλώνουν οι ελληνικές κοινότητες. Η εγγύτητα του μικρασιατικού Πόντου στη Ρωσία, το φτωχό του ορεινού κυρίως Πόντου, η τακτική ναυτοπλοϊκή συγκοινωνία και η έναρξη των τουρκικών διώξεων λειτουργούσαν ως κίνητρα μετανάστευσης στη Ρωσία. Oι Ρώσοι δεν ήταν πάντα φιλικοί με τους Έλληνες που κατέφθαναν από την “Τουρκία.” Τους αντιμετώπιζαν με καχυποψία και δεν έκρυβαν το φθόνο τους για την οικονομική τους ανάπτυξη.[13]

    Οι μετανάστες άνοιξαν δρόμους μέσα στην αχανή Ρωσία και συνέδεσαν τις ελληνικές κοινότητες με τον Πόντο, όπου πολλές φορές παρέμενε η οικογένεια. Μέχρι την Kεντρική Ασία και τη Σιβηρία είχαν δημιουργηθεί ελληνικές κοινότητες. Η δημιουργία τους οφειλόταν σε συγκεκριμένη οικονομική δραστηριότητα. Η διαδικασία δημιουργίας ελληνικών κοινοτήτων αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην περίπτωση του Ιρκούτσκ της Σιβηρίας, όπου γύρω στο 1895 ζούσαν 1.500 Έλληνες προερχόμενοι όλοι από την Σαντά του μικρασιατικού Πόντου. Η ανατολικότερη ελληνική κοινότητα δημιουργήθηκε στο Χαρμπίν της Ματζουρίας από Έλληνες της Κριμαίας, οι οποίοι είχαν μεταναστεύσει εκεί προηγουμένως από τη Σαμψούντα και την Κερασούντα.[14]

    Οι Έλληνες της Ρωσίας βρίσκονταν σε κατάσταση συνεχούς μετακίνησης, έως ότου βρουν το χώρο που θα επέτρεπε την ανάπτυξη των δραστηριοτήτων τους. Η περιοχή του Καρς, όπου υπήρχε συμπαγής και πολυάριθμη ελληνική κοινότητα, λειτουργούσε ως χώρος υποδοχής νέων Ελλήνων μεταναστών από άλλες περιοχές της Ρωσίας.[15] Μεταξύ των πρώτων βιομηχάνων στη Ρωσία συγκαταλέγονταν πολλοί Έλληνες. Το προνόμιο της εκμετάλλευσης των μεταλλείων αργύρου στον Καύκασο, μέχρι και της εποχής του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, το κατείχαν οι Έλληνες. Οι πρώτοι μεταλλωρύχοι της Ν. Ρωσίας και του Καυκάσου ήταν Έλληνες, οι οποίοι μετανάστευσαν από την Αργυρούπολη του Πόντου μετά τους ρωσοτουρκικούς πολέμους του 1828. Ο πυρήνας της πρώτης “Ρωσικής Ατμοπλοϊκής Εταιρείας” του Ευξείνου Πόντου σχηματίστηκε από Έλληνες, ενώ Έλληνες ήταν και οι περισσότεροι πλοίαρχοι. Το μεγαλύτερο μέρος του εμπορίου της Μαύρης Θάλασσας ελεγχόταν από τους Έλληνες της Ρωσίας και του Πόντου.[16]

    Ενδιαφέρον παρουσιάζει η ανάπτυξη σημαντικών εμπορικών και ναυτιλιακών δικτύων στη νότια Ρωσία.[17] Τα δίκτυα αυτά κατάφεραν να κυριαρχήσουν στο εξωτερικό εμπόριο της Ρωσίας εκμεταλλευόμενα την ύπαρξη ομογενών αγροτικών πληθυσμών στις περιοχές αυτές και δημιουργώντας ένα ολόκληρο σύστημα αγοράς αγαθών από τους παρα­γωγούς. Παρόλη την οικονομική συνάφεια των ελληνικών οικονομικών ομάδων των ρωσικών παραλίων, της εμποροναυτιλιακής και της αγροτικής, εν τούτοις μικρή κοινωνική σχέση φαίνεται να ανέπτυξαν μεταξύ τους, διατηρώντας σε σημαντικό βαθμό την αυτονομία τους.[18] Η κατάσταση αυτή παρέμεινε αμετάβλητη μέχρι τις μεγάλες επαναστατικές ανατροπές, που συνέβησαν στο ρωσικό χώρο μετά το 1917.

    Για τη συμβολή των Ελλήνων στην οικονομική ανάπτυξη της Ρωσίας, ο Ε. Παυλίδης γράφει: “Η Ρωσία οφείλει πολλά εις το ελληνικόν επιχειρηματικόν δαιμόνιον, το οποίο συνετέλεσε τα μέγιστα εις την οικονομικήν ανάπτυξιν και ευημερία του τόπου από πάσης απόψεως. Μέχρι των αρχών του παρελθόντος αιώνος κανείς δεν ετόλμα να διαμφισβητήσει από τους Έλληνας της Νοτίου ιδία Ρωσίας τα πρωτεία εις το εμπόριον και την οικονομικήν κίνησιν. Ούτε αι αναμφισβήτηται ικανότητες του εβραϊκού στοιχείου, ούτε η μεθοδικότης και εργατικότης των πολυάριθμων Γερμανών αποίκων, ούτε η δυναμικότης των Ρώσων εμπόρων με τα άφθονα κεφάλαια, ηδυνήθυσαν επί αιώνας να αφαιρέσουν από τας χείρας των Ελλήνων τας κλείδας του εισαγωγικού και εξαγωγικού εμπορίου.”[19]

    Ένα από τα βασικά προβλήματα που αντιμετώπισαν οι Έλληνες στη Ρωσία σχετιζόταν με την πανσλαβιστική ιδεολογία, η οποία αποσκοπούσε στον εκσλαβισμό του ελληνικού στοιχείου με κάθε τρόπο. Η πολιτική αυτή ακολουθήθηκε από τις ρωσικές αρχές, όταν εγκαταλήφθηκε το “Ελληνικό Σχέδιο” της Μεγάλης Αικατερίνης που προέβλεπε την ανασύσταση της ελληνικής αυτοκρατορίας του Βυζαντίου, υπό ρωσικό έλεγχο βέβαια, και στη θέση του ακολουθήθηκε το πανσλαβιστικό ιδεώδες Την περίοδο του Ελληνικού Σχεδίου υπήρχε ουσιαστική ενίσχυση των Ελλήνων προσφύγων που κατέφευγαν στη Ρωσική Αυτοκρατορία.[20]

    Στο πλαίσιο της πανσλαβιστικής πολιτικής, οι αρχές ανέγειραν ρωσικά σχολεία σ’ όλα τα ελληνικά χωριά και τους συνοικισμούς. Τα ελληνόπουλα υποχρεώνονταν να παρακολουθούν τη ρωσική εκπαίδευση, ενώ απαγορευόταν η ίδρυση και η λειτουργία ελληνικών σχολείων.[21] Yπήρξε περίπτωση κατά την οποία απολύθηκε Έλληνας δάσκαλος στο Καρς, γιατί βρέθηκε να κατέχει ελληνικό αλφαβητάριο. Στις περιοχές στις οποίες κατοικούσε μεγάλος ελληνικός πληθυσμός η ελληνική γλώσσα επιτρεπόταν να διδάσκεται ως ξένη γλώσσα για μία ώρα την ημέρα. Οι Έλληνες πρόξενοι που βρίσκονταν σε διάφορες πόλεις της νότιας Ρωσίας μεσολαβούσαν στις ρωσικές αρχές για να επιτρέψουν τη δημιουργία ρωσοελληνικών κοινοτικών σχολείων στα ελληνικά χωριά. Ο μόνιμός τους στόχος ήταν η ίδρυση ελληνικών σχολείων, τα οποία τελικά κατάφεραν να τα δημιουργήσουν με τη σθεναρή τους στάση και επιμονή. Για το ζήτημα αυτό, μετά από αίτηση των ελληνικών κοινοτήτων, έκανε παρέμβαση και η ρωσικής καταγωγής βασίλισσα Όλγα της Ελλάδας. Με την παραμικρή όμως αφορμή η ρωσική διοίκηση αντικαθιστούσε τους Έλληνες δασκάλους με Ρώσους. Το πολιτικό πλαίσιο που διεκδικούσαν στη Ρωσία οι Έλληνες μετανάστες βασιζόταν σε αναγνώριση παρόμοια με το “σύστημα των μιλέτ”, που ίσχυε στην Τουρκία για τις εθνότητες.[22]

    Η αφομοιωτική πολιτική της ρωσικής κυβέρνησης αφορούσε σε όλες τις μη ρωσικές εθνότητες που κατοικούσαν στην αυτοκρατορία. Τα αισθήματα πικρίας και εθνικής ταπείνωσης οδηγούσαν σε βίαιες εκδηλώσεις.[23] Όπως έγραψε μια ελληνική εφημερίδα της Ρωσίας λίγα χρόνια αργότερα: “Σε κάθε βήμα σου δίνανε να νοιώσης ότι είσαι ξένος, ότι δεν βρίσκεσαι στο σπίτι σου, ότι δεν έχεις δικαιώματα. Η καταπίεσις, η περιφρόνησις και οι εμπαιγμοί ήσαν η νόμιμη τύχη του ξένου, αν δεν μπορούσε να εξαγοράση με δωροδοκίες την ευμένεια των υπαλλ­ήλων του κράτους.”[24]

    Η προσπάθεια αφομοίωσης των Ελλήνων που είχαν εγκατασταθεί στη Ρωσία εκφραζόταν και στo θρησκευτικό τομέα. Οι αρχές προσπα­θούσαν να επιβάλλουν στις ελληνικές εκκλησίες τη λειτουργία στα ρωσικά.[25] Ακολουθούσαν επιπλέον συγκεκριμένες τεχνικές, όπως την εκπαίδευση σε ιερατικές σχολές τουρκόφωνων Ελλήνων, τους οποίους θεωρούσαν ότι ήταν δυνατόν να τους εκρωσίσουν ευκολότερα από τους ελληνόφωνους. Γενικά αξιοποιούσαν οτιδήποτε νόμιζαν ότι θα ικανοποιούσε το στόχο της αφομοίωσης του ελληνικού πληθυσμού. Η ισχυρή όμως συνείδηση των Ελλήνων του Πόντου δημιουργούσε ουσιαστικά εμπόδια στην πολιτική εκρωσισμού.

    Οι εκκλησίες στις ελληνικές κοινότη­τες αποτελούσαν εθνικά κέντρα συσπείρωσης. Οι σχέσεις με τις Μονές του Πόντου λειτουργούσαν ενισχυτικά, ενώ οι Έλληνες ιερείς που μετανάστευσαν καθώς και οι απόφοιτοι του Φροντιστηρίου της Τραπε­ζούντας αποτελούσαν ισχυρή δύναμη αποτροπής του εκρωσισμού. Επιπλέον οι Έλληνες ιερείς δημιουργούσαν έναν ιδιαίτερο τύπο ιερέως που διέφερε από το ρωσικό. Αυτό εντοπίστηκε και από Ρώσους περιηγητές των αρχών του αιώνα. Ο Σ. Βασικόφ έγραψε: “Πρέπει να επισημάνουμε τις στενές σχέσεις των Ελλήνων με τη θρησκεία. Ο Έλληνας ιερεύς βρίσκεται εντελώς στον αντίποδα του Ρώσου ιερέως. Όσο ο Ρώσος ιερεύς προβάλει τον εαυτό του, τόσο ο Έλληνας ιερεύς είναι απλός. Τα ενδιαφέροντα των πιστών είναι και δικά του ενδιαφέροντα και τα μοιράζεται ισότιμα. Ο Ρώσος ιερεύς τα κάνει όλα μόνος του. Δεν έχει σχέσεις με τους πιστούς αλλά μόνο με τον στρατιωτικό διοικητή και με τον ψάλτη. Ο Έλληνας ιερεύς είναι πιο δημοκρατικός.”[26] Οι Έλληνες της Ρωσίας ήταν εξαιρετικά θρησκευόμενος πληθυσμός. Ο N. Ιωαννίδης ερμηνεύει αυτή την κατάσταση επειδή “στην διάρκεια των πολυετών διώξεων, υπήρξε το θεμέλιο, η βάση που υποστήριζε την αυτοσυνείδηση των Ελλήνων και τους έδινε τη δυνατότητα να νοιώθουν τους εαυτούς τους, παρόλο που ζούσαν σε διαφορετικές χώρες, ως ένα αδιαίρετο λαό.”[27]

    Το ποσοστό αναλφάβητων στον ελληνικό πληθυσμό της Ρωσίας ήταν χαμηλότερο από το αντίστοιχο του ελλαδικού χώρου. Στην περιοχή του Κυβερνείου του Καρς, για το οποίο υπάρχουν λεπτομερέστερα στοιχεία, το 80% του αρσενικού πληθυσμού γνώριζε ανάγνωση και γραφή.[28] Από το 1900 άρχισε να αναπτύσσεται και η εκπαίδευση των γυναικών. Το 1910 στο ρωσικό Γυμνάσιο Θηλέων του Καρς φοιτούσαν εκτός από τις θυγατέρες των Ελλήνων αστών και πολλά κορίτσια από τα γύρω χωριά. Όσον αφορούσε στη συμμετοχή στις εκπαιδευτικές διαδικασίες, η ελληνική νεολαία κατείχε την πρώτη θέση. Ακολουθούσε η αρμενική, κατόπιν η ρωσική και τελευταία η μουσουλμανική (τουρκική, κουρδική, τουρκμενική).[29] Παρότι η ελληνική ομάδα υπήρξε μια κλειστή εθνική ομάδα, εντούτοις εμφανίστηκαν Έλληνες που εξέφρασαν με ιδιαίτερο τρόπο την πολιτισμική και ιδεολογική ποικιλία του Καυκάσου, όπως ο Γεώργιος Ιωάννου Γεωργιάδης, ένας μεγάλος διανοητής ο οποίος έγινε γνωστός με το όνομα Γεώργιος Γκουρτζίεφ.[30]

    Παραθέσεις:

    ……………………………………
    ……………………………………

    https://www.briefingnews.gr/rosia/oi-yperohoi-ellines-toy-kaykasoy#sthash.ktpDBfBy.NA43iWxo.dpbs


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: