Η τέχνη της επιβίωσης στην προσφυγιά…. Μ’ αφορμή τον ποντιακό χορό

cf83ceaccf81cf89cf83ceb70005-1

Το αφιέρωμα Ιστορίας της  «Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας» (12 Ιανουαρίου 2014) είχε ως αντικείμενο την επιβίωση ενός παραδοσιακού πολιτισμού σε συνθήκες βίαιου εκπατρισμού. Το θέμα αυτό σχετίζεται αφενός με την γενική αντίληψη που διακατέχει την κοινωνία για τον λαϊκό πολιτισμό και αφετέρου με τις ιδιαίτερες συνθήκες που καλείται να αντιμετωπίσει ο πολιτισμός ενός πληθυσμού σε συνθήκες εκδίωξης και προσφυγιάς. Στο αφιέρωμα συμμετείχε ο ερευνητής, χοροδιδάσκαλος Νίκος Ζουρνατζίδης

σάρωση0003-1

Πόντιοι: η τέχνη της επιβίωσης στην προσφυγιά

.
Του ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ*
.

Ο ΠΟΝΤΙΑΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ -ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΟΦΩΝΗ ΚΑΙ ΤΟΥΡΚΟΦΩΝΗ ΕΚΔΟΧΗ ΤΟΥ- ΠΑΡ’ ΟΤΙ ΕΙΧΕ ΜΕΓΑΛΗ ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΠΟΙΚΙΛΙΑ ΚΑΙ ΙΔΙΑΙΤΕΡΟ ΛΑΟΓΡΑΦΙΚΟ ΚΑΙ ΓΛΩΣΣΟΛΟΓΙΚΟ ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΝ, ΟΥΔΕΠΟΤΕ ΑΠΟΤΕΛΕΣΕ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΜΕΛΕΤΗΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΚΑΔΗΜΑΙΚΗ ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ

Ένα από τα ζητήματα που καλείται να μελετήσει η κοινωνιολογία και η λαογραφία μαζί, είναι η δυνατότητα και οι τρόποι επιβίωσης ενός παραδοσιακού πολιτισμού σε συνθήκες βίαιου εκπατρισμού. Το ζήτημα αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία γιατί η σύγχρονη ελληνική κοινωνία διαμορφώθηκε από βίαιους εξωτερικούς παράγοντες. Τέτοιοι παράγοντες ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή και η Γενοκτονία, που σηματοδότησε την Έξοδο των πολυάνθρωπων ελληνοορθόδοξων (και ελληνοπροτεσταντικών) κοινοτήτων από την καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία (1914-1922), καθώς και η δεκαετία του ’40 με την ξενική Κατοχή της χώρας και τον Εμφύλιο πόλεμο που ακολούθησε. Στους παράγοντες πρέπει να προσμετρηθεί η ύπαρξη ηγετικών ομάδων σ’ όλο το πολιτικό φάσμα, εξαρτημένων οικονομικά και ιδεολογικά  από ξένα κέντρα, που χαρακτηρίζονταν από αντιλήψεις, μη φιλικές προς τον παραδοσιακό πολιτισμό. Ειδικά οι πληθυσμοί που προέκυψαν από τη Μικρασιατική Καταστροφή είχαννα αντιμετωπίσουν  επί πλέον ένα άξενο πολιτικό και κοινωνικό  περιβάλλον, που πολλαπλασίαζε τις δυσκολίες διατήρησης του πολιτισμού τους.     

Αγνοώντας το λαό

Η αντιμετώπιση του λαϊκού πολιτισμού, που προερχόταν και εξέφραζε κυρίως τους αγροτικούς πληθυσμούς, δεν χαρακτηρίστηκε από ιδιαίτερο σεβασμό. Τα κυρίαρχα κοινωνικά στρώματα της πόλης περιφρόνησαν το λαϊκό πολιτισμό της υπαίθρου. Καθώς οι παλιές κοινότητες μετασχηματίζονταν και  διαλύονταν μέσα  στο πλαίσιο του σύγχρονου κράτους, ο λαϊκός πολιτισμός έχανε βαθμιαία την κοινωνική του βάση. Οι πολιτισμικά ετεροκαθοριζόμενες -στο πλαίσιο της πλήρους πολιτικής και οικονομικής εξάρτησης –  ελίτ του καχεκτικού νεοελληνικού κράτους, μαζί με τους οργανικούς διανοούμενους, επιζήτησαν την κυριαρχία των δυτικών πολιτιστικών μοντέλων ακόμα και με διοικητικές παρεμβάσεις. Ακόμα και οι λόγιοι που ασχολήθηκαν μ’ αυτή τη μορφή πολιτισμού αντιμετώπισαν την παράδοση μέσα από τα ιδεολογικά φίλτρα του ρομαντισμού. Περιφρονώντας την επιτόπια εμπειρική έρευνα, προσπάθησαν να καταγράψουν τη λαϊκή πολιτιστική έκφραση σχηματοποιώντας την και εξιδανικεύοντάς την. Η Α. Κυριακίδου Νέστορος αναφέρει: «Οι επιστήμονες λαογράφοι –γιατί οι μη επιστήμονες μας έδωσαν, ευτυχώς, μια μεγάλη σειρά από τοπικές λαογραφικές μελέτες- ασχολούνται με θέματα λαογραφίας  με σκοπό να ερευνήσουν την ιστορική τους αρχή. Δεν τους ενδιαφέρει η λειτουργία των λαογραφικών φαινομένων μέσα στον πολιτισμό της κοινότητας ή της επαρχίας, όπου το φαινόμενο  παρατηρήθηκε και καταγράφηκε… την εξετάζουν, όχι σε συνάρτηση με τον κύκλο της ζωής από τον οποίο προήλθε, αλλά σε σχέση με ανάλογες πληροφορίες που προέρχονται από άλλους κύκλους ζωής… Μ’ αυτό τον τρόπο ανυψωνόμαστε στο «πανελλήνιο» επίπεδο… οι τοπικές γιορτές και οι εθνικοί χοροί είναι πια, τις περισσότερες φορές, σκηνοθεσίες..»

Παρόμοια θέση διατυπώνει και ο Στάθης Δαμιανάκος, ο οποίος θεωρεί ότι ο παραδοσιακός πολιτισμός αντιμετωπίστηκε από τους λαογράφους με το «σύμπλεγμα του λογιωτατισμού». Διακρίνει τρεις τάσεις της λαογραφίας:
-της πρώτης, που προσπαθεί να εξιδανικεύσει τον λαϊκό πολιτισμό «του ενός  και αδιαίρετου λαού» αντιμετωπίζοντάς τον ως ενσάρκωση μιας «Ιδέας»,
-της δεύτερης που διαχωρίζει τους λαϊκούς πολιτισμούς σε «απολίτιστους» και «υψηλούς» εντάσσοντας τον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό στη δεύτερη κατηγορία ως προερχόμενο από τον «ελληνορωμαϊκό».
-Η τρίτη τάση πηγάζει από τη μυθοποιητική εξιδανίκευση που διακηρύσσει την ανάγκη επιστροφής στην ύπαιθρο και εξαίρει τον «υγιή, απέριττο και γαλήνιο» παραδοσιακό πολιτισμό, αντιπαραβάλλοντάς τον με το σύγχρονο «μολυσμένο, περιττό και αγχώδη». Την τρίτη τάση εκφράζει ο καλός λαογράφος  Δ. Λουκάτος, ο οποίος από το 1978 έδωσε την παρακάτω απάντηση στο ερώτημα: Τι είναι αυτό που κάνει αναγκαία τη μελέτη και την κατανόηση του λαϊκού πολιτισμού: «Είναι  η πολιτιστική αλλοίωση των τρόπων ζωής μας, από το απέριττο στο περιττό, από το υγιές στο μολυσμένο, από το λογικό στο παράλογο κι από το γαλήνιο στο αγχώδες, που απειλούν τη διαχρονική και κοινωνική μας ενότητα.»    
 

Ο πολιτισμός των προσφύγων του ‘22

Οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής υπήρξαν φυσικοί φορείς ενός πολύμορφου λαϊκού πολιτισμού, που διαμορφώθηκε στις χαμένες τους πατρίδες μέσα από αργές και πολύχρονες ιστορικές διεργασίες. Η απώλεια του τόπου εντός του οποίου γεννήθηκαν αυτές οι πολιτισμικές μορφές, οι δυσκολίες της αποκατάστασης και η υποτίμησή τους από τους γηγενείς, οδήγησαν σε απαξίωση του πολιτισμού των προσφύγων.  Η αρνητική αντιμετώπιση διευρύνθηκε εξαιτίας της κοινωνικής αντιπαράθεσης που οφειλόταν σε ζητήματα όπως η διεκδίκηση της προσφυγικής γης (Ανταλλάξιμη Περιουσία) και η προσπάθεια συμμετοχής στην οικονομία των πόλεων. Την απαξίωση του προσφυγικού πολιτισμού από την πλευρά του κράτους, των υπηρεσιών και των «μορφωμένων» ενίσχυσε η αρχική φιλελεύθερη πολιτική ένταξη και η μετατόπιση μεγάλου μέρους των αστικών προσφυγικών πληθυσμών στην Αριστερά κατά τη δεκαετία του ΄40.  

Επίσης, ιδεολογικό αλλά και συναισθηματικό εμπόδιο, έθετε το γεγονός ότι ένα τμήμα του λαϊκού αυτού πολιτισμού προερχόταν από τον τουρκόφωνο ελληνισμό της Μικράς Ασίας (κυρίως Καππαδοκίας και Δυτικού Πόντου). Για να αναιρέσουν τα αρνητικά στερεότυπα οι λόγιοι των προσφύγων θα αρχίζουν να διατυπώνουν στη νέα πατρίδα κάποια σχήματα περί  «τρισχιλιόχρονης συνέχειας και καθαρότητας». Σε πιο απλοϊκή μορφή θα εμφανιστούν επιχειρήματα του τύπου «είμες τραντέλλενοι» (είμαστε τριάντα φορές Έλληνες). Η προσπάθεια δημιουργίας μιας εξιδανικευτικής εικόνας, συμβατής με την επικρατούσα αντίληψη, εξέφραζε την πραγματική ανάγκη για αποδοχή των προσφύγων από τους αφιλόξενους γηγενείς.   Στα πολλά προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει ο προσφυγικός χώρος, προστέθηκε και η τάση πολλών προσφύγων διανοουμένων να εγκαταλείψουν την υποστήριξη των παραδοσιακών μορφών και να υιοθετήσουν το κυρίαρχο μοντέλο.

Η περίπτωση του Πόντου

Μια από τι πλέον χαρακτηριστικές εκδοχές του προσφυγικού πολιτισμού υπήρξε αυτός που διαμορφώθηκε στα βόρεια παράλια της Μικρά Ασίας, στον ιστορικό Πόντο, απ’ όπου έφτασαν στην Ελλάδα διάφορες μορφές εθίμων, σκοπών, ιδιωμάτων και χορών. Ο ποντιακός πολιτισμός (στην ελληνόφωνη και τουρκόφωνη εκδοχή του) θα υποχωρήσει δραματικά έως και τη δεκαετία του ’80 στα αστικά κέντρα, ενώ θα  παραμείνει σχετικά αλώβητος και ανεπηρέαστος μόνο στις αγροτικές περιοχές. Παρότι είχε μεγάλη εσωτερική ποικιλία και ιδιαίτερο λαογραφικό και γλωσσολογικό ενδιαφέρον, εν τούτοις ουδέποτε αποτέλεσε αντικείμενο μελέτης από την ακαδημαϊκή κοινότητα, έως ότου οι λόγιοι αυτού του χώρου άρχισαν να μελετούν πλευρές του πολιτιστικού προσφυγικού φαινομένου (Άνθ. Παπαδόπουλος, Γ. Σουμελίδης, Ελ. Κούσης, Δ.Η Οικονομίδης, Δ. Κουτσογιαννόπουλος, Γ. Κανδηλάπτης Ι.  Βαλαβάνης, Στ. Χριστοφορίδης-Σάρπογλης, καθώς και μεταγενέστεροι Χρ. Σαμουηλίδης, Στ. Ευσταθιάδης, Γ. Πραντζίδης,  Έλ. Γαλανίδου-Μπαλφούσια,  Χρ. Συμεωνίδου-Χείλαρη, κ.ά.)

Σημαντικό μέρος του ποντιακού πολιτισμού καταλαμβάνουν ο χορός και η μουσική. Το φαινόμενο αυτό, ελάχιστα μελετημένο, έχει ιδιαίτερη σημασία και στο θέμα της μελέτης των σύγχρονων ταυτοτήτων εφόσον η διατήρηση του μικρασιατικού αυτού πολιτισμού στη βαλκανική του προσφυγιά, ευνόησε – ίσως και να  επηρέασε καθοριστικά- την εθνικοτοπική ταυτότητα των ελληνικών πληθυσμών που προέρχονται από τον ιστορικό Πόντο.  Ο Νίκος Ζουρνατζίδης, που συμμετέχει στο σημερινό αφιέρωμα, είναι ένας από τους σημαντικότερους μελετητές του φαινομένου αυτού, προερχόμενος από μια νέα γενιά ερευνητών απαλλαγμένη από την τάση δημιουργίας ενός μυθοπλαστικού ρομαντικού πλαισίου, αρνούμενη το λογιωτατισμό, βασιζόμενη στην επιτόπια έρευνα και στην κοινή βίωση των πολιτισμικών συμπεριφορών.  

————————————

(*) Διδάκτωρ σύγχρονης Ιστoρίας, μαθηματικός, https://kars1918.wordpress.com. Το παραπάνω κείμενο αποτελεί τμήμα της εισήγησης με τίτλο «Επιβιώνοντας στην προσφυγιά» που παρουσιάστηκε κατά την εκδήλωση που έγινε στις 12-1-2014 στους «Αργοναύτες-Κομνηνούς» στην Καλλιθέα, με αφορμή ην έκδοση  του βιβλίου για τον ποντιακό χορό του Ν. Ζουρνατζίδη.

eleftherotypia

Ερευνώντας τον ποντιακό χορό.

.Του ΝΙΚΟΥ ΖΟΥΡΝΑΤΖΙΔΗ *.

Η πρώτη αναφορά στους ποντιακούς χορούς γίνεται από τον Ξενοφώντα
στην «Κάθοδο των Μυρίων» (5ος αι. π.Χ.), όπου περιγράφεται
ο χορός των μαχαιριών

Ο πολιτισμός στον οποίο εντάσσεται και ο χορός δεν είναι μια στατική έννοια. Είναι το σύνολο του τρόπου ζωής ενός λαού. Οσον αφορά το λαϊκό χορό, θα μπορούσαμε να τον χαρακτηρίσουμε επικοινωνιακό κώδικα που όχι απλά ψυχαγωγεί, αλλά επιπλέον συνέχει τα μέλη της κοινότητας και μεταφερόμενος από γενιά σε γενιά λαμβάνει παραδοσιακό χαρακτήρα.

Μελετώντας κανείς τις προσπάθειες των ανθρώπων να ορίσουν την έννοια του χορού, συνειδητοποιεί ότι είναι τόσο μεγάλη η γοητεία που ασκεί το χορευτικό φαινόμενο στους λαούς ώστε θα μπορούσε να γραφτεί ολόκληρο βιβλίο γύρω από τον ορισμό και την επεξήγηση αυτού του τόσο σπουδαίου πολιτιστικού προϊόντος.

Αλληλεπίδραση

Σε ό,τι σχετίζεται με τους ποντιακούς λαϊκούς χορούς, αυτό που πρέπει να εξεταστεί πρωταρχικά είναι οι επιρροές που δέχθηκαν και η ελληνικότητα κάποιων, η οποία αποδεικνύεται σε μερικούς πρώτα απ’ όλα από τις αναφορές και μαρτυρίες αρχαίων συγγραφέων, όπως ο Ξενοφών, ο Λουκιανός, ο Πλάτων κ.ά. και, δεύτερον, από το ρυθμό τους. [Ενώ ο ρυθμός 6/8 δεν υπάρχει στον Πόντο, σήμερα χορεύουμε με αυτόν το ρυθμό, σαν ποντιακούς, χορούς όπως: Λετσίνα, Τρία τη Κότσαρη, Τούρι, Τσοκμέ (Σαρίκουζ Μαντιλή), Τας κ.λπ.] Επίσης πρέπει να μελετηθούν και οι χοροί των άλλων κοινωνικών ομάδων οι οποίες ζούσαν στη συγκεκριμένη περιοχή, για να εξαχθούν ασφαλή συμπεράσματα. Στην παράδοση κάτι δίνεις, κάτι παίρνεις, και από αυτήν την ανταλλαγή βγαίνει μια καινούργια συνισταμένη η οποία εάν εκφράζει ένα λαό, είναι η παράδοσή του.

Ολοι αυτοί οι λαοί που ζούσαν στον Πόντο, δηλαδή Ελληνες, Αρμένιοι, Ασσύριοι, Γεωργιανοί, Εβραίοι, Κούρδοι, Λαζοί, Τούρκοι κ.λπ., ο καθένας με τις γλωσσικές, πολιτιστικές και θρησκευτικές του ιδιαιτερότητες συνέβαλε στη δημιουργία του μικρασιατικού πολιτιστικού ψηφιδωτού. Είναι γεγονός πως οι αλληλεπιδράσεις που δέχτηκαν οι χοροί είχαν αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου να δημιουργηθούν νέες μορφές χορού. Πολλά είναι τα κοινά σημεία στις κινήσεις, στις ονομασίες και στις μελωδίες των χορών της περιοχής με αυτά των άλλων λαών που ζούσαν εκεί. Κατά την προσωπική μου άποψη, οι χοροί που έφερε από τον Πόντο η πρώτη γενιά είναι όλοι ποντιακοί, άσχετα σε ποιους ανήκει η αρχική τους δημιουργία, γιατί προσαρμόστηκαν στα χορευτικά δεδομένα των Ποντίων. Ο τρόπος με τον οποίον χορεύονται σήμερα είναι καθαρόαιμος ποντιακός. Οταν ένας λαός αγαπάει κάτι και εκφράζεται μέσα από αυτό, τότε είναι και δικό του, ασχέτως ποιος είναι ο δημιουργός του.

Οπως για όλους τους Ελληνες λοιπόν, έτσι και για τους Ελληνες του Πόντου ο χορός είναι μια ζωοποιός διαδικασία που συνοδεύει όλες τις εκφάνσεις του λαϊκού τους βίου. Το συγκινησιακό φορτίο του ποντιακού χορευτικού κώδικα είναι μάλιστα τόσο ισχυρό, που ακόμα και σήμερα οι Πόντιοι 4ης γενιάς, οι οποίοι γεννήθηκαν και μεγάλωσαν μακριά από τα χώματα των προγόνων τους, αισθάνονται το ιερό χρέος να μυηθούν ευλαβικά στα παραδεδομένα χορευτικά πρότυπα και να τα μεταφέρουν αναλλοίωτα στο μέλλον. Απόδειξη αποτελεί το γεγονός πως ενώ πολλοί νέοι δεν γνωρίζουν την ποντιακή διάλεκτο, γνωρίζουν οπωσδήποτε να χορεύουν τους χορούς.

Ο Ξενοφών και ο χορός των μαχαιριών

Η πρώτη αναφορά στους ποντιακούς χορούς γίνεται από τον Ξενοφώντα στην «Κάθοδο των Μυρίων» (5ος αι. π.Χ.), όπου περιγράφεται ο χορός των μαχαιριών. Επίσης ο Λουκιανός στο κείμενό του «Περί ορχήσεως», στα τέλη του 2ου αιώνα μ.Χ., έγραψε για τον ποντιακό χορό: «Και σε ό,τι αφορά τους βακχικούς χορούς, που έχουν διαδοθεί στην Ιωνία και ξεχωριστά στον Πόντο. (…) Τόσο πολύ κυρίεψε τους ανθρώπους που ζουν στον Πόντο ο χορός, ώστε όπου γίνονταν χορευτικές παραστάσεις, για ολόκληρες μέρες ξεχνούσαν όλα τ’ άλλα και παρατηρούσαν μόνο τους χορευτές, που παρίσταναν πότε τους κορύβαντες, πότε τους σατύρους και πότε τους βοσκούς. Τους χορούς αυτούς τους χόρευαν άνθρωποι από ευγενικές οικογένειες, οι πρώτοι σε κάθε πόλη, χωρίς να ντρέπονται για τις επιδόσεις τους, αλλά υπερηφανεύονταν μάλλον γι’ αυτό, παρά για την ένδοξη καταγωγή και τ’ αξιώματα των προγόνων τους» (Λουκιανός, «Περί ορχήσεως»)

Οι ποντιακοί χοροί δέχθηκαν επιδράσεις και επειδή με το κλείσιμο των μεταλλείων της Αργυρούπολης υπήρξαν εσωτερικές μεταναστεύσεις και γιατί ζούσαν μέσα σε ένα πολυεθνικό κράτος (η Τουρκία αναγνωρίζει 24 εθνότητες στην επικράτειά της, ενώ ένα από τα πανεπιστήμια της Γερμανίας -Tubingen- 47), και συμβίωναν, ιδίως στα αστικά κέντρα, με αλλογενή φύλλα. Και βέβαια τα αστικά κέντρα δεν είναι αυτά που κράτησαν την παραδοσιακή μορφή των χορών και της ενδυμασίας, γιατί όπως παρατηρούμε και από το φωτογραφικό υλικό το οποίο υπάρχει πριν από την ανταλλαγή του 1922-1923, ειδικά οι άνδρες της άρχουσας τάξης ήταν έντονα επηρεασμένοι από τα ευρωπαϊκά πρότυπα.

Εάν λειτουργήσουμε με τη φιλοσοφία ότι η χορευτική μας παράδοση είναι αυτή που έφερε η πρώτη γενιά από τον Πόντο και την κρατήσουμε αυτούσια, τότε νομίζω πως δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Εάν όμως προσπαθήσει ο καθένας να την ερμηνεύσει κατά το δοκούν και σύμφωνα με τη δική του αισθητική, τότε είναι σίγουρο ότι θα έχουμε τεράστια προβλήματα και θα δημιουργήσουμε σύγχυση στις επόμενες γενιές, οι οποίες δεν είχαν την τύχη να γνωρίσουν την πρώτη γενιά, ώστε να έχουν σαφή εικόνα της παραδοσιακής μορφής των χορών. Πρέπει λοιπόν να κατανοήσουμε ότι ποντιακοί θεωρούνται όλοι οι χοροί που χόρεψαν οι πρόγονοί μας σε όλες τις περιοχές του Πόντου, ανεξάρτητα σε ποια εθνότητα ανήκε η αρχική δημιουργία τους, αφού έτσι κι αλλιώς δεν υπάρχουν οι ανάλογες καταγραφές για το ποια εθνότητα δημιούργησε την αρχική μορφή του χορού και ο χορός προσαρμόζεται στα χορευτικά δεδομένα του κάθε λαού, οπότε αλλάζει και ύφος. Αλλωστε κανένας δεν μπορεί να επιβάλει σε κανέναν να χορέψει κάτι που δεν του αρέσει.

Το ίδιο ισχύει και για το τραγούδι. Σου αρέσει κάτι μουσικά και χορευτικά; Το τραγουδάς, το χορεύεις και το κάνεις δικό σου. Δεν σου αρέσει; Το προσπερνάς. Αυτός ο λαός έφερε μαζί του ένα γνήσιο λαϊκό πολιτισμό και μια ιστορία τεράστιας αξίας. Αυτόν τον πολιτισμό, τον πιο γνήσιο λαϊκό, την έκφραση μέσω του χορού αλλά και του τραγουδιού, έχουμε το καθήκον να διασώσουμε και να διατηρήσουμε όσο το δυνατόν στην παραδοσιακή του μορφή.

* Ερευνητής, εξέδωσε δύο βιβλία: «Χορευτικές διαδικασίες και χοροί του Πόντου», εκδ. Θέατρο Ελληνικοί Χοροί Δώρα Στράτου – Χορευτικός Ομιλος Ποντίων Σέρρα, Αθήνα, 2000 και «Συμβολή στην έρυνα των χορών του Πόντου», εκδ. Ψωμιάδειον, Αθήνα, 2013http://www.serra.gr/

13 comments so far

  1. Παρουσιάστηκε το βιβλίο του Ν. Ζουρνατζίδη με τίτλο «Συμβολή στην έρευνα των Χορών του Πόντου»

    http://epontos.blogspot.gr/2014/01/Pontos-Zournatzidis.html

  2. Βερέμης on

    «Η γεροντική άνοια της Αριστεράς

    Του ΠΕΡΙΚΛΗ ΚΟΡΟΒΕΣΗ*
    Οταν ακούω κριτικές φωνές ή ερωτηματικά από χριστιανούς που αφορούν την Αριστερά είμαι ιδιαίτερα ευαίσθητος.

    Για έναν πολύ απλό λόγο. Την ισότητα και την αδερφοσύνη, τις δυο θεμελιακές αξίες της Αριστεράς τις έχουμε πάρει από τον χριστιανισμό. Για άλλους ακόμα και η τρίτη αξία, η ελευθερία, είναι και αυτή χριστιανική, γιατί έχεις τη δυνατότητα να επαναστατήσεις εναντίον του ίδιου του δημιουργού σου, δηλαδή του Θεού. Εγώ προσωπικά είμαι άθρησκος. Και αυτό γιατί στο φτωχό μου τσερβέλο δεν χωρούν τέτοιες έννοιες.»

    http://www.enet.gr/?i=news.el.article&id=76877.

  3. […] Παρουσίαση του βιβλίου του Ν.  Ζουρνατζίδη “Συμβολή στην Έρευνα των Χορών του Πόντου”  στην αίθουσα του Ποντιακού Συλλόγου […]

  4. zantos on

    Ξέρετε μήπως απο πού μπορούμε να προμηθευτούμε το βιβλίο του κ. Ζουρνατζίδη ;

  5. zantos on

    Σας ευχαριστώ πολύ

  6. C... on
    ΛΥΡΑΡΗΔΕΣ Οργανοπαίχτες της λύρας. Αναρίθμητο είναι το πλήθος των λυράρηδων του Πόντου. Μερικοί απ’ αυτούς, κορυφαίοι καλλιτέχνες της λύρας, προσέφεραν στην ποντιακή μουσική πολύτιμες υπηρεσίες. Ελάχιστοι διατηρήθηκαν στη μνήμη του ποντιακού λαού, όπως ο Αντώντς από την Κρώμνη, ο Κωφόγλης από τη Ματσούκα, ο Σαμάλογλης από τα Μεσαρέας κ.ά. Το μέγα πλήθος των εξαίρετων λυράρηδων πέρασε στην ανωνυμία. Οι λυράρηδες του Πόντου, συνήθως και καλοί τραγουδιστές, ήταν ευαίσθητοι δέκτες των ανθρώπινων συγκινήσεων, των συναισθηματικών μηνυμάτων των ανθρώπων. Ήταν ακόμα οι βασικοί παράγοντες για τη δημιουργία του ποντιακού τραγουδιού. Σε κάθε γάμο και διασκέδαση, σε κάθε πανηγύρι, ο λυράρης πρωτοστατούσε στη δημιουργία της χαρμόσυνης ατμόσφαιρας. Η επιτυχία κάθε γλεντιού πάνω στους δικούς του ώμους έπεφτε. Οι διασκεδαστές απαιτούσαν από το λυράρη πολλά. Ζητούσαν απ’ αυτόν να παίζει και να τραγουδά αδιάκοπα. Έπρεπε λοιπόν ο λυράρης μαζί με το ταλέντο του να διαθέτει και μεγάλη αντοχή. Το επόμενο τραγούδι περιγράφει την παρουσία του λυράρη και τραγουδιστή στα πλαίσια του γάμου: Εγώ έμ’ π’ ετραγώδεσα εφτά νύχτας κι ημέρας ση Δεσποινίτσας τη χαράν, ση Κωνσταντή τον γάμον. Εφτά ημέρας σο ποδάρ’ και ξάι πουθέν ‘κι εκάτσα, εφτά ημέρας σο χορόν κι ομμάτα απάν ‘κι έγκα. Έπαιξα κι ετραγώδεσα, το στόμα μ’ ξάι ‘κι εστάθεν, έναν τραγώδ’ δύο φοράς κανείς ‘κι έκ’σεν να λέγω. Σα τραγωδίας, σο χορόν κανείς ‘κι παραβγαίν’ με, τη κόρ’ς το γλυκοτέρεμαν έκαψεν την καρδία μ’. (Εγώ ‘μαι που τραγούδησα εφτά νύχτες και μέρες στης Δεσποινούλας τη χαρά, στου Κωνσταντή το γάμο. Και πουθενά δεν κάθισα, στο πόδι εφτά μέρες, εφτά ημέρες στο χορό, χωρίς να κλείσω μάτι. Έπαιξα κι ετραγούδησα κι αναπνοή δεν πήρα, σ’ ένα τραγούδι δυο φορές κανείς δε μ’ έχει ακούσει. Και στα τραγούδια, στο χορό, κανένας δε με φτάνει, μόν’ η ματιά της κοπελιάς έκαψε την καρδιά μου.) Οι λυράρηδες μισούν το θάνατο. Επιχειρούν να τον καταργήσουν συναισθηματικά. Θέλουν να κατεβούν στον Άδη, για να ελευθερώσουν όλους τους νεκρούς. Και με το κεμεντζόπο μου σον Άδ’ θα κατηβαίνω, εκεί παραπονέματα, έναν βράδον ‘κι μένω! (Τη λύρα μου εγώ παίζοντας στον Άδη κατεβαίνω, μα.. εκεί παράπονα πολλά, ούτε ένα βράδυ μένω!) Ο Πόντιος λυράρης θυμίζει τον Ορφέα, που κατέβηκε στον Άδη, για να απελευθερώσει την αγαπημένη του Ευρυδίκη, χωρίς ωστόσο να το κατορθώσει. Οι λυράρηδες του Πόντου έχουν πολλές καλλιτεχνικές υποχρεώσεις. Οφείλουν να ικανοποιήσουν και τις επιθυμίες μελλοθανάτων, οι οποίοι, λίγο πριν από το θάνατό τους ή και νωρίτερα ακόμη, εκφράζουν τον πόθο να παίξει ο λυράρης, που οι ίδιοι καθορίζουν, στο μνήμα πριν από την ταφή τους. Ο πόθος τους αυτός εκπληρώνεται στο ακέραιο. Παραθέτουμε εδώ τα ονόματα των πιο γνωστών ταλαντούχων λυράρηδων, διακρίνοντάς τους από απόψεως ηλικίας σε πέντε ομάδες. Πρώτη ομάδα 1) Σταύρης Πετρίδης, από το χωριό Φαντάκ της Τραπεζούντας 2) Σαββέλης Γιακουστίδης, από την Ίμερα 3) Παναγιώτης Κτενίδης, ο Πάντζον ο Κοιλαδέτες 4) Ηλίας Λαζαρίδης, από το Αλήσοφι Καρς 5) Παύλος Στεφανίδης, από τη Μούζενα 6) Ιωάννης Τσορτανίδης (Τσορτανίκας), από τη Σάντα 7) Νικόλαος Προκοπίδης, από την Άτρα της Αργυρούπολης 8) Γερίκας Χρυσοστομίδης, από τη Μούζενα 9) Αγαθοκλής Σελαλίδης, από την Ορντού 10) Χρήστος Σημαιοφορίδης (ο Μαϊραχτάρτς), από την Κρώμνη 11) Αποστολίκας Αθανασιάδης, από τη Ματσούκα 12) Ιωάννης Μαχαιρόπουλος (ο Χαντζάρτς), από τη Μούζενα 13) Σάββας Ιωσηφίδης, από το Ατάπαζαρ 14) Δήμος Ουσταμπασίδης (Δήμον ο Βελβελές), από την Κρώμνη 15) Δημήτριος Αμοιρίδης (Αμοιρόγλης), από την Τραπεζούντα 16) Παύλος Μουρατίδης, από το Κιουλεπέρτ του Αρταχάν 17) Παύλος Ιωαννίδης, από το Καρς 18) Ιωάννης Παναγιωτίδης (ο Βρίγκον), από το Λυκάστ’ Αργυρούπολης 19) Ιωάννης Αδαμίδης, από την Άτρα Αργυρούπολης 20) Ευστάθιος Γουλτίδης, από το Παντζαρότ’ του Καρς 21) Νικόλαος Χαλυβόπουλος, από τη Ματσούκα 22) Ιωάννης Αθανασιάδης (ο Καλομύτς), από την Τραπεζούντα 23) Θεόδωρος Καραγιαννίδης (ο Πάτσον) από την Κιόλα του Καρς 24) Παναγιώτης Κυριαζής (ο Ξυμύτς), από την Κρώμνη. 25) Στυλιανός Καρολίδης (ο Τσαλπούρτς), από το Γιαλαγούτσαμ Καρς 26) Ναθαναήλ Παπακοσμίδης (ο Χατζήκας), από την Κρώμνη 27) Κωνσταντίνος Τσαλικίδης (ο Τσαλίκτς), από την Κούτουλα της Ματσούκας 28) Ανδρέας Κουγιουμτζίδης, από το Κιουλεπέρτ Αρταχάν 29) Βασίλειος Κουσίδης, από το Αγουρζενόν Ματσούκας 30) Λάζαρος Νικολαΐδης, από το Αζάτ Καρς 31) Κωνσταντίνος Ελευθεριάδης, από τη Ρωσία 32) Χρήστος Χονδρόπουλος, από τη Ρωσία 33) Τριαντάφυλλος Χριστοδουλίδης, από την Αργυρούπολη 34) Δημήτριος Σιαμίδης (ο Σαμάλογλης), από τα Μεσαρέας Τραπεζούντας 35) Λάζαρος Σελαλίδης, από την Ορντού 36) Σπύρος Τανιμανίδης, από την Ίμερα 37) Θεόδωρος Χειμωνίδης, από τη Σάντα 38) Μιλτιάδης Μπαλτατζής, από την Ίμερα 39) Γεώργιος Αδαμίδης, από την Κιόλα του Καρς 40) Γερίκας Μαυρόπουλος (ο Γάραλης), από την Κρώμνη 41) Νίκος Παπαβραμίδης, από την Κρώμνη 42) Κωνσταντίνος Κηρυκόπουλος (Βαϊζόγλης), από το Καπίκιοϊ Ματσούκας 43) Κωνσταντίνος Κωνσταντινίδης, από τα Πλάτανα 44) Θεόδωρος Ιωαννίδης (ο Τότον), από το Τσαπίκ του Καρς 45) Χαράλαμπος Παταρίδης (ο Πάταρον), από την Άνω Ματσούκα 46) Πορφύριος Πορφυριάδης (ο Πύλον), από τη Βαρενού 47) Γιάννης Παζίδης από την Κιόλα του Καρς Δεύτερη ομάδα Περιλαμβάνει η ομάδα αυτή λυράρηδες που γεννήθηκαν άλλοι στον Πόντο και άλλοι στην Ελλάδα, στο χρονικό διάστημα 1910-1930. Αντάξιοι συνεχιστές άξιων λειτουργών της ποντιακής μούσας, στο χώρο της Ελλάδας. 1) Γώγος Πετρίδης, Τραπεζούντα- Καλαμαριά 2) Χρήστος Αϊβαζίδης (ο Αϊβάης), Αργαλί Τραπεζούντας-Κολχικό Λαγκαδά 3) Στύλλος Ταρατσίδης, Κουνάκαλ’ Άνω Ματσούκας-Βέροια 4) Κλεάνθης Κουσίδης, Ρωσία-Κιλκίς 5) Μήτας Ταυρίδης, Ρωσία-Λαγκαδάς 6) Ευθύμιος Τριανταφυλλίδης, Κιόλα Καρς- Κιλκίς 7) Ιωάννης Γιακουστίδης, Ίμερα-Καλαμαριά 8) Σαμψών Καράϊλανίδης, Άγιος Παντελεήμων Κιλκίς 9) Στάθης Αμαραντίδης (Σουμούλτς), Άνω Ματσούκα-Καπνοχώρι Κοζάνης 10) Ηλίας Μαυρόπουλος, Καλλιθέα Αθηνών 11) Αλέκος Αλβερατσίδης, Άγιος Αντώνιος Κιλκίς 12) Παντελίκας Σεβαστίδης, Νέα Σάντα Κιλκίς 13) Στάθης Βενιαμίδης, Ροδοχώρι Νάουσας 14) Αλέκος Ακριβόπουλος, Παλατίτσια Βέροιας 15) Ηλίας Σεβαστόπουλος, Γέιτσα Καρς-Μελβούρνη Αυστραλίας 16) Ανέστης Αϊβαζίδης, Κολχικό Λαγκαδά 17) Κωστίκας Κωνσταντινίδης, Ρωσία-Θεσσαλονίκη 18) Αναστάσιος Λαζαρίδης, Αλήσοφι Καρς-Μαυροπηγή Πτολεμαΐδας 19) Παναγιώτης Παπακοσμίδης, Καλαμαριά 20) Ισαάκ Χρυσανθόπουλος, Πολυδέντρι Λαγκαδά 21) Κωνσταντίνος Ποτσίδης, Πολύμυλο Κοζάνης 22) Κόλλιας Κρουκλίδης, Κουμπάν Ρωσίας-Πολύκαστρο Κιλκίς 23) Γιάννης Μωυσίδης, Πολυδέντρι Λαγκαδά 24) Ανέστης Αθανασιάδης, Κιλκίς 25) Κωνσταντίνος Κυριαζής, Ξηρόβρυση Κιλκίς 26) Βασίλειος Παπαδόπουλος, Ρωσία-Λαγκαδάς 27) Σωκράτης Παυλίδης, Τέρπυλλος Κιλκίς 28) Κωνσταντίνος Παγκοζίδης, Κοιλάδ’ Τραπεζούντας-Γερακαρού Λαγκαδά 29) Κωνσταντίνος Τιτόπουλος, Γερακαρού Λαγκαδά 30) Ηλίας Κεμεντζετσίδης, Κρύα Βρύση Γιαννιτσών 31) Στάθης Πορφυρίδης, Ξηρόβρυση Κιλκίς 32) Γεώργιος Αμβροσιάδης, Πανόραμα Θεσσαλονίκης 33) Δημήτριος Παπαδόπουλος, Καρς-Πτολεμαΐδα 34) Παύλος Τορνικίδης, Μαυρολεύκη Δράμας 35) Χαράλαμπος Πατουλίδης, Άγουρσα Ματσούκας, Περιθώρι Δράμας 36) Γεώργιος Φωκάς, Χέρσο Κιλκίς Τρίτη ομάδα Οι λυράρηδες αυτής της ομάδας γεννήθηκαν μετά το 1930. Οι περισσότεροι από αυτούς γαλουχήθηκαν με την ποντιακή παράδοση μέσα στο οικογενειακό τους περιβάλλον. 1) Γιωργούλης Κουγιουμτζίδης, Κρύα Βρύση Γιαννιτσών 2) Γιωργούλης Κουσίδης, Μαυροράχη Λαγκαδά 3) Παναγιώτης Ασλανίδης, Καλαμαριά 4) Γιώργος Αμαραντίδης (Σουμουλίκας), Καπνοχώρι Κοζάνης 5) Νίκος Τσαλικίδης, Μαυροράχη Λαγκαδά 6) Νίκος Ιωαννίδης, Αμμοχώρι Φλώρινας 7) Τάκης Ιωαννίδης, Φλώρινα 8) Ζωή Καραγιαννίδου, Τριάδι Σερρών 9) Κωστίκας Τσακαλίδης, Σκαλοτή Δράμας (αείμνηστος) 10) Γιάννης Βλασταρίδης (Τσανάκαλης), Καλαμαριά 11) Χρήστος Καρυπίδης, Αρσένι Σκύδρας 12) Χρήστος Χρυσανθόπουλος, Κ. Γραμματικό Έδεσσας 13) Πολυχρόνης Αϊβαζίδης, Κολχικό Λαγκαδά 14) Γεώργιος Τουλγαρίδης, Γιαννιτσά 15) Φιλάρετος Μαυρόπουλος, Επισκοπή Νάουσας 16) Τάσος Αθανασιάδης, Κατωχώρι Καβάλας 17) Δαμίκος Ιωσηφίδης, Καλαμαριά 18) Κωστάκης Πετρίδης, Καλαμαριά 19) Ανέστης Μωυσίδης, Πολυδέντρι Λαγκαδά 20) Ανδρέας Κουγιουμτζίδης, Νεάπολη Θεσσαλονίκης 21) Δημήτριος Κουγιουμτζίδης, Νέα Ζωή Έδεσσας 22) Αρχιμήδης Γεωργιάδης, Γεωργιανοί Βέροιας. Τέταρτη ομάδα Οι λυράρηδες αυτής της ομάδας γεννήθηκαν μετά το 1950. 1) Θόδωρος Βεριώτης (Ελευθερίου), Βέροια 2) Μιχάλης Καλιοντζίδης, Διπόταμος, Καβάλα 3) Αντρέας Κιουμτζίδης, Συκιές Θεσσαλονίκης 4) Ανέστης Μωυσής, Πολυδέντρι Λαγκαδά 5) Αντώνης Παπαδόπουλος, Αμφίπολη Σερρών 6) Κωστάκης Πετρίδης, Καλαμαριά Θεσσαλονίκης 7) Σάββας Πετρίδης, Καλαμαριά Θεσσαλονίκης 8) Σταύρης Πετρίδης (μικρός), Αμερική 9) Κώστας Σιαμίδης, Τούμπα Θεσ/νίκης Πέμπτη ομάδα Οι λυράρηδες αυτής της ομάδας γεννήθηκαν μετά το 1970. 1) Γιώργος Ατματζίδης, Λαύριο Αθηνών 2) Λάζος Ιωαννίδης, Λευκώνα Σερρών 3) Δημήτρης Καρασαββίδης, Αχαρνές Αθηνών 4) Φίλιππος Κεσαπίδης, Σταυρούπολη Θεσ/νίκης 5) Μπάμπης Κεμανατζίδης, Δάφνη Γιαννιτσών 6) Παναγιώτης Κογκαλίδης, Μηλοπόταμος Δράμας 7) Θόδωρος Κοτίδης, Πολίχνη Θεσσαλονίκης 8) Φάνης Κουρουκλίδης, Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης 9) Ματθαίος (Μακούλης) Τσαχουρίδης, Βέροια 10) Νίκος Μιχαηλίδης, Σταυρούπολη Θεσσαλονίκης 11) Δημήτρης Πιπερίδης, Νέα Σάντα Κιλκίς 12) Γιώργος Πουλαντζακλής, Πολίχνη Θεσσαλονίκης 13) Στέλιος Χαλκίδης, Ηλιούπολη Θεσσαλονίκης Στάθης Ι. Ευσταθιάδης Βιογραφίες λυράρηδων* Ασλανίδης, Παναγιώτης (1947- ). Λυράρης. Κρωμναίος στην καταγωγή, γεννήθηκε στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Στα 13 του χρόνια άρχισε να παίζει λύρα κοντά στο δεξιοτέχνη της λύρας Γώγο Πετρίδη και στον επίσης μεγάλο δημιουργό έντεχνης ποντιακής μουσικής Γιάννη Βλασταρίδη, το γνωστό Τσανάκαλη. Έχοντας από τη φύση του ένα εκρηκτικό ταμπεραμέντο στη λύρα και στο χορό και μαθητεύοντας κοντά σε τέτοιους δασκάλους, έδωσε στη λύρα ένα ρυθμικό παλμό εντονότερο από οποιονδήποτε άλλο λυράρη που εκτελεί χορευτικά κομμάτια. Από το 1965 έπαιξε σε πολλές ραδιοφωνικές εκπομπές ως συνεργάτης των Πετρίδη, Ιωσηφίδη, Εφραιμίδη, Σαχινίδη κ.ά. Η πρώτη του δημόσια εμφάνιση έγινε το 1967 συνοδεύοντας το Χρύσανθο Θεοδωρίδη. Το 1974 έκανε την πρώτη του δισκογραφική δουλειά με τον τίτλο Ποντιακοί Αντίλαλοι Νο1 όπου συνόδεψε τον Δραμινό Παυλάκη, την Γιώτα Παπαδοπούλου και τον Τάκη Παπαδόπουλο. Στα χρόνια που ακολούθησαν, ηχογράφησε συνολικά 10 LP και 20 CD. Έχει συνεργαστεί επαγγελματικά και δισκογραφικά με τους περισσότερους από τους παλιούς και σ νους επαγγελματίες τραγουδιστές. Βλασταρίδης, Γιάννης (Τσανάκαλης) (1931-2001). Συνθέτης, ποιητής, λυράρης, τραγουδιστής. Γεννήθηκε το 1931 στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης. Μεγάλωσε έχοντας ζήσει δίπλα στο Σταύρη και το Γώγο Πετρίδη, παίρνει έτσι τα πρώτα μαθήματα παράδοσης από τους καλύτερους αντιπροσώπους του είδους. Ο Τσανάκαλης λειτουργεί όχι μόνο ως πολύ καλός λυράρης-εκτελεστής αλλά και ως στιχουργός και συνθέτης. Αυτή η πλευρά του ταλέντου του δημιουργεί σύγχυση σε διάφορους ποντιακούς κύκλους, παρεξηγώντας και κρίνοντάς το ως απόκλιση από τα παραδοσιακά ποντιακά ακούσματα σε κάποιους δίσκους αλλά και κομμάτια του. Από αυτούς ξεχωρίζει ο δίσκος Τσανάκαλης-international», στον οποίο ο Τσανάκαλης, που έχει μεγάλη αίσθηση του χιούμορ, κατά πάσα πιθανότητα με τον τρόπο αυτό αντιδρούσε στην παγκοσμιοποίηση. Ενώ το τραγούδι του «Η μάνα εν κρύον νερόν», που έγινε το πιο γνωστό από όλα τραγούδια με ποντιακό στίχο και σε μη ποντιακούς κύκλους, κατακρίνεται στην ουσία για τη διαφορετικότητά του από ήδη γνωστά παραδοσιακά ακούσματα. Η διαφορετικότητά του οφείλεται στο γεγονός ότι το τραγούδι του είναι ένα είδος έντεχνης ποντιακής μουσικής που συνδυάζει στοιχεία της παραδοσιακής ποντιακής μουσικής με την ευρωπαϊκή ή και βυζαντινή. Για το στίχο του τραγουδιού μπορούμε να πούμε ότι χάρη στα ωραία μηνύματά του φτάνει στις καρδιές πολλών ανθρώπων. Στην περίπτωση του Τσανάκαλη, Θα μπορούσαμε να δικαιολογήσουμε όλη την πλούσια παραγωγικότητά του και την κατάθεση με προσωπικά τραγούδια όχι μόνο χάρη του εκρηκτικού ταλέντου του αλλά και ως ανάγκη να εκφραστεί έστω με τον τρόπο του για τα προβλήματα της σύγχρονης κοινωνίας. Επίσης, νομίζω, ότι έπαιξε σημαντικό ρόλο και ότι αυτός πια λειτουργούσε ως επαγγελματίας μουσικός του ποντιακού πενταγράμμου και αυτό τον ανάγκαζε συνέχεια να βρίσκει και να αναπαράγει καινούριες ιδέες για την πλούσια δισκογραφία του. Έχει βγάλει γύρω στους 15 μεγάλους δίσκους. Ο Τσανάκαλης μπορεί να θεωρηθεί ως πρωτοπόρος δημιουργός των μελωδιών όπως «Η μάνα εν κρύον νερόν, «Οι κεμεντζετσίδες» κ.ά. που τραγούδιουνται από τους Ποντίους και μη. Γιακουστίδης Σαββέλης. Λυράρης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στην Ίμερα του Πόντου, το 1880, και πέθανε στην Ελλάδα, το 1934. Απέδιδε τα ποντιακό παραδοσιακό τραγούδι με ιδιόρρυθμο και εντυπωσιακό τρόπο. Ήταν ασύγκριτος προπάντων ως λυράρης στους χορευτικούς σκοπούς. Ώρες ολόκληρες έπαιζε όρθιος στη μέση του κύκλου, όπου χόρευαν συνήθως δεκάδες χορευτές, τους οποίους συντόνιζε υποδεικνύοντάς τους συχνά τα τυχόν λάθη τους, Ο Σαββέλης ήταν λυράρης μεγάλης αντοχής. Πολλοί άλλοι λυράρηδες, μεταξύ τους και ο Σταύρης Πετρίδης, έλεγαν γι’ αυτόν χαρακτηριστικά: Τον Σαββέλην σο ποδάρ’ κανείς ‘κι εφτάν’ ατον, δηλαδή είναι άφθαστος ως λυράρης στο στήσιμο χορού. Επιπλέον ο Σ. Γιακουστίδης σύντασσε δίστιχα, με αληθινή ποιητικότητα και κατασκεύαζε εξαιρετικές λύρες, μιας και ήταν άλλωστε ξυλογλύπτης και επιπλοποιός. (του Στάθη Ευσταθιάδη) Γώγος Πετρίδης (1917-1984). Λυράρης. Γεννήθηκε στην Όλασσα Τραπεζούντας του Πόντου, άλλα μεγάλωσε και ωρίμασε στην Ελλάδα (στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης). Ήταν γιος του Σταύρη Πετρίδη, ενός από τους πιο διάσημους λυράρηδες και τραγουδιστές του Πόντου. Αυτός όχι μόνο συνέχισε τις παραδόσεις του πατέρα του αλλά εμποτισμένος πια με τα ακούσματα της Ελλάδας ανέβασε τεχνικά την ποντιακή λύρα στα ύψη. Είχε από τη φύση του εξαιρετικά μουσικά χαρίσματα και απορροφούσε όλα τα μηνύματα από την ποντιακή παράδοση. Παράλληλα με τη λύρα, έπαιζε καταπληκτικά και το μπουζούκι. Η δεξιοτεχνία του στη λύρα και η ικανότητά του να «περνάει» μέσα στη λύρα όλα τα γύρω του ακούσματα διεύρυνε τους ορίζοντες για τη χρήση του οργάνου αυτού. Το άνοιγμα του Γώγου Πετρίδη αφορούσε όχι μόνο τις τεχνικές της λύρας αλλά και το ρεπερτόριό της. Αυτός έπαιζε πάνω στη λύρα και άλλα είδη μουσικής, όπως λαϊκή, ευρωπαϊκή, δημοφιλείς χορούς της εποχής κ.ά. Αυτά τα ανοίγματα του Γώγου Πετρίδη στα μη ποντιακά ακούσματα έχουν παρεξηγηθεί από μερικούς ως αλλοίωση της παράδοσης και του παραδοσιακού τρόπου χρήσης της ποντιακής λύρας. Στα χρόνια της ωρίμανσής του ως μουσικού, από τη δεκαετία του 1950 και μετά, στην Ελλάδα άρχιζε να ακούγεται η ποντιακή μουσική πρώτα από το ραδιόφωνο και, αργότερα, στα νυχτερινά κέντρα διασκέδασης με το βασικό μουσικό όργανο, λύρα του Πόντου. Σ’ αυτά δημιουργήθηκαν οι πρώτοι επαγγελματίες Πόντιοι καλλιτέχνες και ο Γώγος Πετρίδης σ’ αυτό ήταν πρωτοπόρος. Αυτή η δουλειά είχε τις προκλήσεις της: για την ικανοποίηση των γούστων των πελατών των νυχτερινών μαγαζιών χρειαζόταν εκτός του ποντιακού ρεπερτορίου να παίζονται κατά παραγγελία και γνωστά κομμάτια της εποχής, ευρωπαϊκά βαλς και ταγκό, μπουζουκοτράγουδα (ζεϊμπέκικο και χασαποσέρβικο) και πολλά άλλα. Ο Γώγος Πετρίδης ήταν ο πρώτος που χάρη του ταλέντου του έκανε αυτό το άνοιγμα από τη μία, ικανοποιώντας τους πελάτες των μαγαζιών, αλλά από την άλλη αποδεικνύοντας τις άγνωστες μέχρι στιγμής δυνατότητες της ποντιακής λύρας. Εξασκώντας πια το επάγγελμα του μουσικού ποτέ δεν ξεχνούσε της ρίζες του παίζοντας τη δημώδη παράδοση του Πόντου σε γάμους και πανηγύρια. Επίσης, συνεργαζόταν και με συλλόγους. Οι επίσημες εκτελέσεις του Γώγου Πετρίδη σε δίσκους είναι λίγες αλλά κυκλοφορούν δεκάδες ερασιτεχνικές ηχογραφήσεις του σε ιδιωτικές συλλογές των θαυμαστών του. Η βασική πηγή γι’ αυτές τις συλλογές ήταν οι ραδιοφωνικές εκπομπές της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης. Η συμβολή του στη διατήρηση αλλά πιο πολύ στην ανάπτυξη των τεχνικών της λύρας του Πόντου θεωρείται ανεκτίμητη. Οι ανεξάντλητοι αυτοσχεδιασμοί του μέσα στα πλαίσια της ποντιακής μουσικής θα μπορούσαν να συγκριθούν με το μεγαλείο των αυτοσχεδιασμών του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ στην ευρωπαϊκή μουσική, ενώ οι εξαίρετες αποδόσεις του στην τεχνική του οργάνου και οι τεχνικές επεμβάσεις του είναι κάτι παρόμοιο με τα επιτεύγματα ενός άλλου μεγάλου Ευρωπαίου μουσικού, του Νικολό Παγκανίνι στο βιολί. Ο δρόμος αυτός της ανάπτυξης των τεχνικών της λύρας μέσω του εμπνευσμένου ταλέντου του Γώγου Πετρίδη δίνει τροφή για τις επόμενες γενιές των λυράρηδων και δημιουργεί εκατοντάδες συνεχιστές. Δίκαια ο αείμνηστος τραγουδιστής Χρύσανθος τον ονομάζει «πατριάρχη της λύρας (του Πόντου)». Στην Καλαμαριά Θεσσαλονίκης έχει στηθεί η προτομή του. (του Παύλου Ι. Τσακαλίδη) Ιωαννίδης Νίκος (1941- ). Δεξιοτέχνης λυράρης της σχολής Γώγου Πετρίδη, του επονομαζόμενου πατριάρχη της λύρας. Γεννήθηκε στο Αμμοχώρι της Φλώρινας από γονείς που έλκουν την καταγωγή τους από την Τσιμερά της Χαλδίας του Πόντου, ο πατέρας, και την Δανίαχα της Ματσούκας του Πόντου η μητέρα του. Από πολύ μικρός γοητεύθηκε και μυήθηκε στα μυστικά της λύρας. Η πρώτη του δημόσια παρουσία έγινε μέσω του ραδιοφωνικού σταθμού της Φλώρινας στην εβδομαδιαία εκπομπή της Ευξείνου Λέσχης Φλώρινας όπου έπαιζε και τραγουδούσε παραδοσιακούς σκοπούς του Πόντου σε νεαρή ηλικία, γεγονός που τον έκανε γνωστό και τον καθιέρωσε σε ολόκληρη τη δυτική Μακεδονία. Το μεταναστευτικό ρεύμα της δεκαετίας του 1960 τον έφερε στη τότε Δυτική Γερμανία, όπου όμως δεν παρέμεινε για πολύ καιρό. Το έτος 1967 αποδέχτηκε πρόταση για συνεργασία με το μεγάλο Πόντιο τραγουδιστή Χρύσανθο Θεοδωρίδη. Η καθιέρωσή του πλέον ως μεγάλου λυράρη και τραγουδιστή σε όλο τον ποντιακό χώρο είναι δεδομένη. Συνεργάζεται με όλους τους επώνυμους καλλιτέχνες, όπως Χρύσανθο Θεοδωρίδη, Θόδωρο Παυλίδη, Στάθη Νικολαϊδη, Ισαάκ Τηλικίδη, Γιώτα Παπαδοπούλου και πολλούς άλλους. Έπαιξε κατά καιρούς σε όλα σχεδόν τα ποντιακά κέντρα της Θεσσαλονίκης. Κυκλοφόρησε 10 μεγάλους και 15 μικρούς δίσκους με παραδοσιακά τραγούδια και τελευταία άλλα 5 CD με θεματολογία, πάντα, τους καημούς, τις χαρές και τις λύπες του ποντιακού ελληνισμού. Είναι παντρεμένος με την Ευστρατία Καρακουζίδου με την οποία έκανε δύο παιδιά, το Γιάννη και το Γώγο, που βαδίζει πιστά πάνω στα χνάρια του πατέρα του. Θεωρείται, δίκαια, στυλοβάτης της παράδοσης και ένας από τους σημαντικότερους λυράρηδες που έχει να επιδείξει ο ποντιακός χώρος. Ιωσηφίδης, Δάμος (Αδάμ) (1932- 2006). Λυράρης και τραγουδιστής, από τους πιο διακεκριμένους. Γεννήθηκε στο χωριό Πολυδένδρι Λαγκαδά, από γονείς πρόσφυγες από το χωριό Τσιμερά της Αργυρούπολης του Πόντου. Τα πρώτα του ακούσματα στη λύρα ήταν από τον Σταύρη Πετρίδη στο καφενείο του πατέρα του Ηλία, στο Πολυδένδρι. Ο παππούς του Δάμου, ο Αρίστος Ιωσηφίδης, ήταν σπουδαίος λυράρης στον Πόντο, γνωστός με το όνομα Μπαρμπαρίστος. Το 1945, η οικογένεια του Ηλία Ιωσηφίδη μετοίκησε στην Καλαμαριά. Εκεί, έφηβος πια, ο Δάμος δέχθηκε ως δώρο μια λύρα από κάποιον οικογενειακό φίλο. Επί ώρες έπαιζε λύρα, για να μάθει να παίζει και να τραγουδάει τα τραγούδια που άκουγε από μικρός. Ο Δάμος έπαιξε μαζί με το Γώγο Πετρίδη στο κέντρο διασκέδασης της εποχής «Μπουάτ» και κατόπιν ήταν ο λυράρης του χορευτικού τμήματος της Αδελφότητας Κρωμναίων Καλαμαριάς. Συνεργάστηκε, επίσης, με το Χρήστο Χρυσανθόπουλο, το Χρήστο Παπαδόπουλο και άλλους. Κλεάνθης Κουσίδης. Λυράρης. Γεννήθηκε στη Ρωσία, το 1922, και πέθανε στο Κιλκίς, το 1981. Ήταν εξαίρετος λυράρης. Έπαιζε με ιδιαίτερη επιδεξιότητα ποντιακούς σκοπούς διάφορων περιοχών της Ρωσίας. Έπαιζε και άλλα μουσικά όργανα (όχι βέβαια όπως τη λύρα), βιολί, ακορντεόν και κλαρίνο. Με τη λύρα απέδιδε με τρόπο εντυπωσιακό ευρωπαϊκούς και ρώσικους σκοπούς. Σπάνια τραγουδούσε ποντιακά, αλλά όταν το έκανε ακολουθούσε το πνεύμα της παράδοσης. Ήταν εύθυμος άνθρωπος, ανιδιοτελής καλλιτέχνης, διακρινόμενος για το σκωπτικό του πνεύμα, που με την υπερβολή του συχνά θύμιζε την τολμηρή σάτιρα των αρχαίων Ελλήνων. Λαζαρίδης, Αναστάσιος. Ένας από τους μεγάλους δεξιοτέχνες της ποντιακής λύρας, γνωστός ως Αναστάσης ο Ακούραστος. Ο χαρακτηρισμός του αυτός οφείλεται στο ότι ο εξαίσιος αυτός λυράρης κρατούσε τη λύρα του μετέωρη, χωρίς να την ακουμπάει ή να τη στηρίζει) στα γόνατα και έπαιζε επί πολλές ώρες (ως και ένα 24ωρο) συνέχεια. Γεννήθηκε το 1912 στο Αλλήσοφι του Καυκάσου, απ’ όπου ήρθε προσφυγόπουλο, με την οικογένεια του πατέρα του Λαζαρίδη Ηλία, το 1922, στην Ελλάδα, στο χωριό Μαυροπηγή Πτολεμαΐδας. Ως τα 29 του, δηλαδή μέχρι το θάνατο του διάσημου λυράρη πατέρα του (1941), ο Αναστάσης ζούσε στη σκιά του συνοδεύοντάς τον κυρίως ως τραγουδιστής. Αυτή την αγάπη του στο ποντιακό τραγούδι τη μετέδωσε στον κατά πολύ νεότερο πρωτεξάδελφό του, Άρη Λαζαρίδη. Ο Αναστάσης ο Ακούραστος μετά το 1941 έπαιζε τη λύρα του στην Πτολεμαΐδα και τα γύρω χωριά, αλλά και σε πάμπολλες ποντιακές γιορτές σε όλη τη Μακεδονία. Για τη μεγάλη προσφορά του στη διατήρηση της ποντιακής μουσικής παράδοσης, ο Αναστάσιος Λαζαρίδης τιμήθηκε από πολλούς καθώς και από την Εύξεινο Λέσχη Πτολεμαΐδας. Λαζαρίδης, Ηλίας (ο Αλήσοφλης). Γεννήθηκε στο χωριό Αλήσοφι του Καρς, στο τελευταίο τέταρτου 19ου αιώνα, και πέθανε στην Ελλάδα, το 1941. Ήταν ο πιο ξακουστός λυράρης της περιοχής Καρς. Η φήμη του απλωνόταν σε όλα τα χωριά του Καρς. Ήταν εκπληκτικός λυράρης για το στήσιμο χορού. Έπαιζε πολύ εντυπωσιακά το χορό σέρα (τρομαχτόν). Τον συνόδευαν εκλεκτοί τραγουδιστές, όχι μόνο του χωριού του, αλλά και από άλλα χωριά. Οι συμπατριώτες του Αλησόφληδες είχαν ιδιαίτερη επίδοση στην απαγωγή όμορφων κοριτσιών. Στην ενέργειά τους αυτή έπαιρναν πάντα μαζί τους τον Ηλία. Η απαγωγή κάθε κοπέλας γινόταν με τους ήχους της μελωδικής λύρας και με το τραγούδι των απαγωγέων. Στην περιοχή Καρς ήταν πασίγνωστη αυτή η συνήθεια των Αλησόφληδων. Λεγόταν χαρακτηριστικά: «Αφορισμέν’ Αλήσοφληδες, όθεν έν’ έναν έμορφον κορίτσ’, θα κλέφν’ ατο», δηλαδή, φοβεροί αυτοί οι Αλησόφληδες, όπου πληροφορηθούν πως υπάρχει μια όμορφη κοπέλα, δε γλιτώνει, θα την κλέψουν. Ο Ηλίας δεν ήταν τραγουδιστής. Σπάνια, κάτω από την πίεση των φίλων του, με τη λιγοστή φωνή του δικαιολογούσε τραγουδώντας αυτή την αδυναμία του με το παρακάτω δίστιχο. Εγώ είμαι α’ σ’ Αλήσοφι, τ’ όνομα μ’ έν’ Ηλία θα τραγωδώ και εντρέπουμαι σα ξένα τα χωρία. Από τον Ηλία έμαθε λύρα ο Στύλον Καρολίδης από την Τσάλκα (Τσαλπούρτς) αλλά και ο γιος του Αναστάσιος Λαζαρίδης, κάτοικος Μαυροπηγής Πτολεμαΐδας. Λεπτοκαρίδης, Κωνσταντίνος (1890-1923). Λυράρης, γνωστότερος ως ο Τσαχούρτς (ο γαλανομάτης). Γεννήθηκε στο χωριό Χάλχατσι του Ακ Νταγ Ματέν, στο νομό Άγκυρας, και ασχολήθηκε από νεαρή ηλικία με τη λύρα. Πριν από τον ξεριζωμό ήταν κιόλας γνωστός όχι μόνο την περιφέρεια του Ακ Νταγ, αλλά και στην Τραπεζούντα, την Κερασούντα, την Οινόη κτλ. Το σπίτι του χρησίμευε επίσης και ως καταφύγιο στους Αρμένιους και τους αντάρτες της περιοχής. Σ’ αυτό κρύφτηκαν πολλοί καταδιωκόμενοι, όπως π.χ. ο καπετάν Σαμουήλ. Ο Τσαχούρτς Πέθανε σε ηλικία 33 ετών, κατά τη διάρκεια της ανταλλαγής. Τον έθαψαν σε ένα λόφο του χωριού Σέρπεϊ, δίχως παπά. Μπαϊρακτάρης Χρήστος (1906- 1981), Λυράρης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στην Κρώμνη του Πόντου, μεγάλωσε στην Τραπεζούντα κι εκεί έμαθε να παίζει λύρα και να τραγουδάει (με δάσκαλο το Δήμο Κωνσταντά). Μετά την ανταλλαγή των πληθυσμών εγκαταστάθηκε στη Μακεδονία, αλλά αργότερα κατέβηκε στην Αθήνα. Τραγουδούσε κι έπαιζε σε ποντιακούς συλλόγους, καθώς και στο ραδιοφωνικό σταθμό της Αθήνας. Ήταν, επίσης, μέλος του «Συλλόγου προς διάδοσιν της Εθνικής Μουσικής». Υπήρξε μια από τις πιο αξιόλογες μορφές του ποντιακού τραγουδιού. Πέθανε στην Αθήνα. Ουσταμπασίδης, Δήμος (Δήμον ο Βελβελές). Ένας από τους μεγαλύτερος λυράρηδες όλων των εποχών στον Πόντο. Αποκλήθηκε Ορφέας του Πόντου. Ο Φίλων Κτενίδης και ο Ηλίας Τσιρκινίδης έγραψαν ποιήματα για το Δήμο. Γεννήθηκε στην Κρώμνη. Παπαβραμίδης, Νίκος. Διακεκριμένος Πόντιος λυράρης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στην Αργυρούπολη του Πόντου το 1907, αλλά μεγάλωσε στην Τραπεζούντα, όπου εργαζόταν ο Κρωμναίος Πατέρας του. Έμαθε να παίζει λύρα από την ηλικία των 10-12 ετών. Η πρώτη λύρα του ήταν φτιαγμένη από τον ίδιο με κλωστές καρουλιού και έκανε τάχα ότι παίζει, προκαλώντας το ενδιαφέρον των μικρότερων παιδιών που έτρεχαν από πίσω του. Ο πατέρας του, όταν διαπίστωσε την αγάπη του για τη λύρα, παράγγειλε σε κάποιον μαραγκό να του φτιάξει μία, την οποία του την πήγε αποβραδίς τα κάλαντα. Από τότε αφοσιώθηκε στη λύρα και δεν ήθελε να πάει στο σχολείο. Όταν έμαθε ο δάσκαλος τι συνέβαινε, του είπε γελώντας: «Τα γράμματα φαντάγματα, υιέ μ’ την λύραν παίξον». Το 1923, με την ανταλλαγή, έφηβος ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα. Το καράβι, στο οποίο πλήρωσαν ναύλο, τους άφησε στη Μακρόνησο, όπου έμειναν σε σκηνές τρεις μήνες, και από εκεί πήγαν και εγκαταστάθηκαν στον Πειραιά. Μαζί του είχε και τη λύρα και άρχισε να παίζει, μαθαίνοντας τους σκοπούς των τραγουδιών από μεγαλύτερους λυράρηδες. Παπαδόπουλος, Δημήτριος (1913- 1987). Παραδοσιακός οργανοπαίκτης κυρίως της ποντιακής λύρας, ο Μήτσον ή Μήτον, όπως τον αποκαλούσαν οι φίλοι και γνωστοί του, γεννήθηκε στο Σερίκαμις του Καρς και το 1914 οι γονείς του, ο Παύλος και η Χριστίνα Παπαδοπούλου πήραν το μόλις ενός έτους παιδί τους και ήρθαν στην Ελλάδα πρόσφυγες. Εγκαταστάθηκαν για λίγους μήνες στο Κεφαλόβρυσο Ελασσόνας και στη συνέχεια στην Πτολεμαΐδα, πόλη στην οποία έζησε και έγινε διάσημος λυράρης ο Μήτσον ο κεμετσετζής. Ως κύριο επάγγελμα είχε αυτό του φωτογράφου, ωστόσο έγινε γνωστός για το βιρτουόζικο, αγνό και παραδοσιακό παίξιμο της ποντιακής λύρας, με την οποία ασχολήθηκε από πολύ νεαρή ηλικία. Λέγεται ότι από τα χρόνια της εφηβείας του θεωρούνταν φτασμένος οργανοπαίκτης, ενώ μαθήτευσε πλάι στο διάσημο λυράρη Ηλία Λαζαρίδη. Η συμπατριώτισσά του ποιήτρια Σοφία Κωνσταντινίδου-Σπάλα συνέθεσε στη μνήμη του δύο μοιρολόγια, ένα στην κοινή ελληνική και ένα στο ποντιακό ιδίωμα, από το οποίο προέρχεται η παρακάτω στροφή: Πτολεμαΐδα, ορφάνεψες η λύρα σ’ ετσακώθεν και το τοξάρι σ’ έρημον βαρέα επληγώθεν. Παύλος ο Μουζενίτης (Στεφανίδης). Λυράρης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στη Μούζενα του Πόντου, το 1896, και πέθανε στο Κιλκίς, το 1938, όπου είχε εγκατασταθεί μετά τον ξεριζωμό. Ασκούσε το επάγγελμα του σιδερά, αλλά τον περισσότερο χρόνο του τον διέθετε στο παίξιμο της λύρας και στο τραγούδι. Τα αδέλφια του (ο Λάμπης, ο Σταύρον, ο Γιάννες) χόρευαν θαυμάσια τους ποντιακούς χορούς και ιδιαίτερα τη σέρα. Σελαλίδης, Αγαθοκλής. Λυράρης και τραγουδιστής. Γεννήθηκε στη Σαμψούντα του Πόντου, το 1900, και πέθανε στη Θεσσαλονίκη το 1978. Μεγάλωσε στη Ρωσία και ως εξαίρετος λυράρης και τραγουδιστής διέδωσε στις περιοχές Σοχούμ, Βατούμ, και αργότερα στην Τασκένδη, το ποντιακό τραγούδι. Δεν ήταν μόνον εκτελεστής του ποντιακού τραγουδιού, αλλά και εξαίρετος στιχοπλόκος δίστιχων. Έγραψε και τραγούδησε πάρα πολλά ποντιακά δίστιχα με περιεχόμενο κοινωνικό, πατριωτικό και συναισθηματικό. Σ’ αυτά κυριαρχεί πάντοτε το ποντιακό θυμοσοφικό πνεύμα. Τραγούδησε τα γηρατειά με ιδιαίτερη συγκίνηση, αλλά θυμοσοφικά. Χαρακτηριστικό είναι το δίστιχό του: Τα μαλλία μ’ ντ’ έσπριναν ατό πα τέρτ’ κι εφτάγω, με τα μαύρα έρθα εγώ και με τ’ άσπρα θα πάγω. (Ας ασπρίσαν τα μαλλιά μου, εγώ για δαύτο δεν πονάω, με τα μαύρα ήρθα στον κόσμο, με τ’ άσπρα στον Άδη θα πάω). Οι σκοποί και τα δίστιχα του Α. Σελαλίδη έμειναν αλησμόνητα. Σύγχρονοι λυράρηδες και τραγουδιστές συχνά ζωντανεύουν τη μνήμη του δημιουργού τους. Σταύρης Πετρίδης (1891-1949). Από στους γνωστότερους παλαιούς λυράρηδες του Πόντου, Υπήρξε μαθητής του μεγαλύτερου λυράρη του Πόντου, του Δήμου (Ουσταμπασίδη) που τον έλεγαν «Ορφέα του Πόντου». Γεννήθηκε στο Φαντάκ της Όλασας της Τραπεζούντας, όπου έζησε και το πρώτο μισό της ζωής του. Ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα με την ανταλλαγή των πληθυσμών, το 1922, και εγκαταστάθηκε στην Καλαμαριά. Ο Σταύρης από έφηβος ήταν ώριμος τεχνίτης της λύρας και ασύγκριτος τραγουδιστής, ικανός να καλύψει όλες τις καλλιτεχνικές και ψυχαγωγικές απαιτήσεις κάθε ποντιακού γλεντιού και διασκέδασης. Προκαλούσε το θαυμασμό όχι μόνο των Ποντίων αλλά και των Τούρκων. Στην Ελλάδα ήταν ο καλλιτέχνης που διέδωσε την ποντιακή μουσική και το τραγούδι όσο κανένας άλλος, ιδίως στο βορειοελλαδικό χώρο. Με τη λύρα του επισκεπτόταν και τα πιο απομακρυσμένο ποντιακά χωριά, παίζοντας και τραγουδώντας με ανιδιοτέλεια, για να ψυχαγωγήσει τους συμπατριώτες του. Είναι χαρακτηριστικό το δίστιχο, που τραγουδάει σ’ έναν από τους δίσκους του: Ο Σταύρης ο κεμεντζετσής με κάμποσα παιδία, επαίρεν την παρέαν ατ’ κι εξέβεν σα χωρία. Ο μουσικολόγος – μουσικός Παύλος Τσακαλίδης αναφέρει ότι ο Σταύρης, μέχρι το τέλος της ζωής του, παρέμεινε πιστός στα παραδοσιακά του βιώματα, απορροφώντας τη μουσική παράδοση των Ποντίων στον τόπο γέννησής τους. Έχουν διασωθεί ηχογραφημένα οχτώ κομμάτια που έπαιξε, σε δίσκους 78 στροφών. Ο Σταύρης Πετρίδης πέθανε στη Θεσσαλονίκη φτωχός, τόσο φτωχός που την κηδεία έκανε ο γνωστός άγιος ιερέας με το ένα και μοναδικό ράσο, ο παπα-Νικόλας. Ο συγγραφέας Γιώργος Ανδρεάδης αναφέρει ότι έβαλαν το νεκρό Σταύρη μέσα στον τάφο μαζί με τη λύρα του. Ο παπα-Νικόλας έσκυψε, πήρε τη λύρα και την έδωσε στο γιο του νεκρού, το Γώγο, λέγοντας: «Αυτή η λύρα έχει ψυχή, παιδί μου, και δεν μπαίνει στον τάφο». Ο Γώγος πήρε τον κεμεντζέ του πατέρα του και έπαιξε, κατά προτροπή του παπα-Νικόλα, το σκοπό από ένα μοιρολόγι, που το τραγούδησε η μάνα του Γώγου και γυναίκα του Σταύρη. Τσακαλίδης, Κωστίκας (1933- 1982). Λυράρης, τραγουδιστής, πρωτοπόρος στην εξάπλωση της μουσικής παράδοσης του Πόντου. Γεννήθηκε στα Δενδράκια Δράμας. Σε ηλικία 15 ετών ήδη έπαιζε όλα τα μουσικά κομμάτια της πατρίδας του. Η δίψα για μάθηση όμως τον οδήγησε να αναζητά και άλλου είδους μουσικούς δρόμους. Το 1965 στην παμποντιακή εκδήλωση η οποία κρατάει τρεις μέρες (27-29 Αυγούστου) στους Φιλίππους Καβάλας Παίρνει το πρώτο βραβείο με «Τα’ ολήμαυρα τα ομάτια ’ς». Απουσιάζει ένα χρονικό διάστημα στη Γερμανία. Το 1970, όταν η μουσική έχει γίνει πια το κύριο επάγγελμά του, βγαίνει ο πρώτος μεγάλος δίσκος με δική του επιμέλεια και εκτέλεση. Σταδιακά ακολουθούν άλλοι έξι μεγάλοι δίσκοι, γνωρίζει μουσικοσυνθέτες και ερμηνευτές, ενεργό παίρνει μέρος με μεγάλες ορχήστρες, όπως των Μαρκόπουλου, Πλέσσα και Χάλαρη. Παίζει σε δισκογραφική δουλειά σε ελαφρολαϊκά και λαϊκά με την ποντιακή λύρα πρώτο όργανο. Το 1975 διδάσκει στην Αθήνα στη στέγη Γραμμάτων και Τεχνών «Αργοναύτες Κομνηνοί» (1976). Οργανώνει και παρουσιάζει σε όλη Τη Μακεδονία με δικά του έξοδα συναυλίες με τραγούδια και χορούς από όλη την Ελλάδα (δημοτικά, νησιώτικα και ποντιακά). Φτιάχνει μόνος του τις λύρες που χρησιμοποιεί και συλλαμβάνει την ιδέα για ακόμα μια χορδή στη λύρα, κάνοντάς την πια τετράχορδη. Όλος ο κόσμος — Πόντιοι και μη— του δείχνουν την αγάπη τους και τον εκτιμούν όχι μόνο ως καλλιτέχνη που ακούν αλλά και ως άνθρωπο που γνωρίζουν από κοντά. Το 1979 στις 24 Αυγούστου παίρνει μέρος και διακρίνεται στο Διεθνές Συνέδριο Μουσικολογίας στο Ζάγκρεμπ. Γι’ αυτόν γράφει ο τύπος και τον προβάλλει η τηλεόραση. Ο μουσικολόγος καθηγητής του Καναδά Lee Cline τον επισκέπτεται στην Ελλάδα και τον αναφέρει στην επόμενη εργασία του. Τραγούδησε τη λεβεντιά, τη χαρά και τη λύπη, τους καημούς της ξενιτιάς, την πίστη στην πατρίδα, τον έρωτα της ζωής και την αγάπη για τη φύση, αφήνοντας τα τραγούδια του πολύτιμη προσφορά στις επερχόμενες γενιές. Τσακαλίδης, Νίκος (1939-1999). Λυράρης. Γεννήθηκε στα Δενδράκια Δράμας και ήταν αδερφός του επίσης λυράρη Κωστίκα Τσακαλίδη. Με τη λύρα του συνόδευε τον αδερφό του Κωστίκα σε συναυλίες στην Ελλάδα, τη Γερμανία, την Αμερική κ.α. Παράλληλα είχε και δικό του μαγαζί ποντιακής μουσικής, ενώ τραγουδούσε σε γλέντια και γάμους. Έγραψε και δικά του τραγούδια, το οποία κυκλοφόρησε και έγιναν γνωστά, όπως το τραγούδι «Τα μαλλία μ’ άσπρα χιόνια». Τσαχουρίδης, Ματθαίος (1979- ). Λυράρης. Γεννήθηκε στη Βέροια. Άρχισε να μαθαίνει λύρα σε ηλικία εννιά ετών. Το 1996 κέρδισε το α’ βραβείο παραδοσιακής μουσικής σε διαγωνισμό που διοργάνωσε το Υπουργείο Παιδείας. Το 1997 πήγε για μουσικές σπουδές Εθνομουσικολογίας στο κολέγιο Γκόλντσμιθ του πανεπιστημίου του Λονδίνου, όπου έκανε και τη διδακτορική του διατριβή με θέμα «Η ποντιακή λύρα στη σύγχρονη Ελλάδα». Το 2005 κέρδισε το α’ βραβείο του Ιδρύματος Τεχνών της Βρετανίας ως ο καλύτερος ερμηνευτής παραδοσιακού οργάνου στο Ηνωμένο Βασίλειο. Έχει συμμετάσχει με την ποντιακή λύρα στα φεστιβάλ παγκόσμιας μουσικής WOMAD (Αγγλία 2001 και 2005) και WOMEX (Ολλανδία 2002), στην Όπερα του Παλέρμο στη Σικελία για την UNESCO (Ιταλία 2002) και στο Royal Albert Hall του Λονδίνου σε ένα φιλανθρωπικό κονσέρτο για τα παιδιά του Αφγανιστάν (2002). Έχει εκτελέσει διάφορες συνθέσεις και έργα με την ποντιακή λύρα για το ραδιόφωνο του BBC και το 2004 ερμήνευσε με τη λύρα του το μουσικό ολυμπιακό θέμα της τηλεόρασης του BBC για τους Ολυμπιακούς αγώνες της Αθήνας, συνοδευόμενος από τη Συμφωνική Ορχήστρα της Πράγας. Τον Αύγουστο του 2004 συνεργάστηκε με τον Πέρση λυράρη Αρντεσίρ Καμκάρ στην Τεχεράνη. Αποκορύφωση στη μέχρι τώρα συναυλιακή του πορεία αποτελεί η εμφάνισή του στο Ηρώδειο για την έναρξη του φεστιβάλ Αθηνών 2005, όπου ερμήνευσε με την ποντιακή λύρα συνθέσεις του Μίμη Πλέσσα υπό τη διεύθυνσή του και τη συνοδεία της Ορχήστρας Σύγχρονης Μουσικής της ΕΡΤ Παράλληλα, έχει κυκλοφορήσει αρκετές προσωπικές δουλειές, όπως «Ο Πόντος ζει και επιβιώνει» (1991), «Αδέσμευτες ελπίδες» (1993), «Αγία Σοφία Τραπεζούντας», «Υμνώ», «Από τον Πόντο στην Περσία» (2003), ενώ συμμετείχε στους δίσκους «Abdullah Chadeh and Nara», «The light garden» κ.ά. Εκτός από ποντιακή λύρα παίζει και άλλα έγχορδα μουσικά όργανα όπως βιολί, λαούτο, ούτι, μπουζούκι, κιθάρα, ιρανική λύρα, αφγανικό ρεμπάπ, καθώς επίσης και την αφγανική και ουζμπέκικη λύρα. Υφαντίδης, Ηλίας (1977- ). Μουσικός. Γεννήθηκε στην Αγία Βαρβάρα της Αθήνας. Η πρώτη του επαφή με τη μουσική έγινε σε πολύ μικρή ηλικία, όταν στα εφτά του χρόνια ξεκίνησε μουσικές σπουδές στο Ελληνικό Ωδείο Αθηνών, καθώς και σε άλλα ωδεία. Σπούδασε επίσης βυζαντινή μουσική. Μέχρι τα δεκαπέντε του χρόνια είχε ασχοληθεί με το μπουζούκι. Το 1991 εντάχθηκε στο χορευτικό του Συλλόγου Ποντίων Αγίας Βαρβάρας «Ο Φάρος», όπου και παρέμεινε για δύο χρόνια. Την επόμενη χρονιά ξεκίνησε μαθήματα λύρας στο Σύλλογο Ποντίων Κορυδαλλού «Εύξεινος Πόντος» με δάσκαλο το Γιώργο Αμαραντίδη, μαζί με τον οποίο καλλιέργησε και το ταλέντο του στο τραγούδι. Η πρώτη επαφή του με το κοινό, ως τραγουδιστής, έγινε στο ποντιακό κέντρο «Κάστρο» στον Πειραιά, όπου εμφανιζόταν με άλλους Ποντίους καλλιτέχνες, όπως τον αείμνηστο λυράρη – συνθέτη Ιωάννη Βλασταρίδη «Τσανάκαλη». Η Πρώτη προσωπική δισκογραφική του δουλειά «Εγώ Ποντιοπούλ’ είμαι τα’ όνομα μ’ έν Ηλία» κυκλοφόρησε σε στίχους και μουσική του Γιώργου Αμαραντίδη. Εκτός από τη λύρα παίζει αγγείον (ένας από τους λίγους καλλιτέχνες που ασχολούνται μ’ αυτό το όργανο) και φλογέρα. Σταθμός στην καλλιτεχνική του πορεία στάθηκε η γνωριμία και συνεργασία του με μία από τις σημαντικότερες εκπροσώπους της ελληνικής παραδοσιακής μουσικής, τη Δόμνα Σαμίου. Συμμετείχε σε δισκογραφικές καταγραφές της, καθώς επίσης και σε συναυλίες της (στο μικρό θέατρο της Αρχαίας Επιδαύρου, στην Αρχαία Ρωμαϊκή Αγορά, στο Ηρώδειο, στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών και σε διάφορες συναυλίες της ανά την Ελλάδα). Έχει πάρει μέρος στο θεατρικό έργο «Το έπος του Διγενή Ακρίτα» της Νέας Ποντιακής Σκηνής του Λάζου Τερζά και αργότερα στην «Ειρήνη» του Αριστοφάνη στο ρόλο του κορυφαίου, ενώ έπαιζε λύρα, αγγείον και τραγουδούσε στα μουσικά μέρη της παράστασης. Επίσης έχει πάρει μέρος, με επιτυχία, σε παραστάσεις στο Ηρώδειο (με το Λύκειο Ελληνίδων Αθηνών, σε εκδήλωση της Βουλής των Εφήβων), στο φρούριο της Χαλκίδας (με το Λύκειο Ελληνίδων Χαλκίδας), στο Ζάππειο Μέγαρο (στην εκδήλωση της Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων Νότιας Ελλάδος για την παρουσίαση του πολιτισμού των Ελλήνων του Πόντου, στο Πλαίσιο της Ολυμπιάδας «Αθήνα 2004») κ.α., ενώ συμμετείχε στα CD «Ακριτικός Κύκλος» και «Έλληνες Ακρίτες, Πόντος – Καππαδοκία» του Γιώργου Αμαραντίδη μαζί με άλλους καλλιτέχνες, σε συνεργασία με το υπουργείο Πολιτισμού. Το 2005 συμμετείχε και στην ηχογράφηση της μουσικής για την παράσταση «Ορέστης» του Ευριπίδη, σε μουσική του μαέστρου – συνθέτη Βασίλη Δημητρίου. Ο Υφαντίδης παραδίδει μαθήματα λύρας καθώς και μαθήματα της ποντιακής διαλέκτου και της μουσικής (τμήματα χορωδίας, μουσικά δρώμενα κτλ.) σε συλλόγους, ενώ παράλληλα γράφει στίχους και συνθέτει μουσική. Επιπλέον έχει συγγράψει μουσικοθεατρικά δρώμενα που αφορούν την ιστορία και τον πολιτισμό του ποντιακού ελληνισμού, όπω
  7. C... on

    …………….
    ………………
    Επίσης έχει πάρει μέρος, με επιτυχία, σε παραστάσεις στο Ηρώδειο (με το Λύκειο Ελληνίδων Αθηνών, σε εκδήλωση της Βουλής των Εφήβων), στο φρούριο της Χαλκίδας (με το Λύκειο Ελληνίδων Χαλκίδας), στο Ζάππειο Μέγαρο (στην εκδήλωση της Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων Νότιας Ελλάδος για την παρουσίαση του πολιτισμού των Ελλήνων του Πόντου, στο Πλαίσιο της Ολυμπιάδας «Αθήνα 2004») κ.α., ενώ συμμετείχε στα CD «Ακριτικός Κύκλος» και «Έλληνες Ακρίτες, Πόντος – Καππαδοκία» του Γιώργου Αμαραντίδη μαζί με άλλους καλλιτέχνες, σε συνεργασία με το υπουργείο Πολιτισμού. Το 2005 συμμετείχε και στην ηχογράφηση της μουσικής για την παράσταση «Ορέστης» του Ευριπίδη, σε μουσική του μαέστρου – συνθέτη Βασίλη Δημητρίου.
    Ο Υφαντίδης παραδίδει μαθήματα λύρας καθώς και μαθήματα της ποντιακής διαλέκτου και της μουσικής (τμήματα χορωδίας, μουσικά δρώμενα κτλ.) σε συλλόγους, ενώ παράλληλα γράφει στίχους και συνθέτει μουσική. Επιπλέον έχει συγγράψει μουσικοθεατρικά δρώμενα που αφορούν την ιστορία και τον πολιτισμό του ποντιακού ελληνισμού, όπως ο «Ποντιακός γάμος», ο «Ξεριζωμός – ανταλλαγή», »Χριστούγεννα στον Πόντο», «Από την Καθαρά Δευτέρα έως την Κυριακή του Θωμά», καθώς επίσης και μία διασκευή μαζί με την Έλλη Χαραλαμπίδου του μύθου του Αισώπου «Ο τζίτζικας και ο μέρμηγκας» στην ποντιακή διάλεκτο με τίτλο «Ο τζίτζικας ο τραγωδιάνον και η δουλευταρία η μερμήκα».
    Άλλες προσωπικές δισκογραφικές δουλειές του: «Πόντος… οψέ – οσήμερον και πάντα» και «Αυδές Πόντου».

    Aυτό το άρθρο προέρχεται από το Pontios Akritas ΛΥΡΑΡΗΔΕΣ ~ pontios akritas http://pontiosakritas.blogspot.com/p/blog-page_07.html#ixzz2sllQaXHd
    PONTIOS AKRITAS http://www.pontiosakritas.blogspot.com/

  8. κρητικός on

  9. huffingtonpost on

    Ένα πολύ ενδαιφέρον έθιμο στην μακρινή Ιαπωνία, που θυμίζει κάπως τα δικά μας αποκριάτικα:

    http://www.huffingtonpost.com/2014/04/07/japan-penis-festival-kanamara-matsuri_n_5106378.html?utm_hp_ref=fb&src=sp&comm_ref=false

  10. Β.Α. on

    Η παράδοση στον γύψο.Του Θάνου Κώτση

    8:00 μ.μ. 0 Σχόλια

    Ποιος θα περίμενε την δεκαετία του ’50, που η Ελλάδα έβγαινε από έναν τρομαχτικό εμφύλιο με άμεσο επακόλουθο την αστικοποίηση, όπου οτιδήποτε χωριάτικο ταυτίζονταν με την βαρβαρότητα, ότι το 2014 θα γινόταν τόσος λόγος για την παράδοση και χιλιάδες νέων θα ασχολούνταν με την μουσικοχορευτική της διάσταση; Και όμως φαίνεται ότι μετά το συνολικό κλίμα της δεκαετία του ’70 για επιστροφή στις ρίζες, έλαβε τρομερή ώθηση οτιδήποτε σχετίστηκε με την παραδοσιακή κοινωνία και την «αναβίωση» της(πόσο μισώ αυτή τη λέξη)….

    Αμέσως ξεπήδησαν σύλλογοι, αδελφότητες, ομοσπονδίες που αποσκοπούσαν στην «μεταφορά» της παλιάς κοινότητας στις βιομηχανοποιημένες πόλεις(μα δεν χωρούν οι νεράιδες στα ντουβάρια των πολυκατοικιών), μέσω της νεκρανάστασης και της βαμπιροποίησης του συλλογικού φορτίου, που κουβάλησαν οι εσωτερικοί μετανάστες μαζί τους. Αναβιώσεις γάμων με γομάρια και νυφάδες σε προάστια των Αθηνών, συναυλίες δημοτικού τραγουδιού(αυτοί και οι scorpions) και πληθώρα μουσικοχορευτικών παραστάσεων κάκιστου φολκλόρ καθώς και άπειρες εκπομπές και περιηγήσεις σε χωριά, που αντιμετώπιζαν τους ντόπιους, σαν ιθαγενείς που χαίρονται με καθρεφτάκια. Και κάπως έτσι ξεκινάει η «μάστιγα των λαογράφων». Όλοι οι χοροδιδάσκαλοι, συνταξιούχοι εκπαιδευτικοί, δημοσιογράφοι άρχισαν ο ένας μετά τον άλλον να δηλώνουν λαογράφοι-ιστορικοί και να υπογράφουν χιλιάδες βιβλία εθιμικής λαογραφίας και συλλογές δημοτικού τραγουδιού. Επιδοτήσεις από τη μια, χορηγίες από την άλλη και τσουβάλια δημοσίου χρήματος άρχισαν να μοιράζονται σε συλλόγους, φορείς και πρόσωπα στο βωμό της συντήρησης και της «μουμιοποίησης» μιας ολάκερης κοσμοθεωρίας.
    Φτάνοντας στις μέρες μας, με την ανάπτυξη των εθνογραφικών και γενικότερα των ανθρωπολογικών επιστημών, θα περίμενε κανείς ότι τα πράγματα θα είχαν προχωρήσει και ότι δεν θα αντιμετώπιζε μια ολόκληρη κοινωνία τα βιώματα της, ως ξωτικά που πρέπει να κλειστούν στις γυάλες για να μην χαθούν μαζί με το φορτίο που κουβαλάνε. Παρά ταύτα σήμερα τα πράγματα έχουν γίνει ακόμα χειρότερα σε αυτό που ονομάζουμε διατήρηση και αξιοποίηση πολιτισμικών αγαθών. Οι επαίοντες και οι ειδήμονες της παράδοσης, χωρίς σπιθαμή σκόνης στα παπούτσια τους από επιτόπια έρευνα και με μηδενικές εθνογραφικές γνώσεις, ολοένα και πληθαίνουν. Χοροδιδάσκαλοι και χορευτές απ’τη μια και εκπαιδευτικοί απ’την άλλη σε έναν αγώνα δρόμου να αποδείξουν την «χαμένη» γνησιότητα που ο καθένας κατέχει, έχοντας λάβει το τεκμήριο της αυθεντικότητας από Θεϊκή παρέμβαση, βλέποντας την παράδοση ως κάτι στατικό, μόνιμο, αναλλοίωτο στα βάθη των αιώνων. Και εκεί έρχεται και η ρήξη όλων αυτών. Άρθρα και δημοσιεύσεις σε «σοβαρά» Blogs με φωτογραφίες της Μενεγάκη και ζώδια, από ανίδεους χορευτές και «δασκάλους»(με αντεπιστημονικές ορολογίες και πλήρη άγνοια των εθνογραφικών εργαλείων)που κατηγορούν ο ένας τον άλλον για αλλοίωση και φολκλοροποίηση, όταν όλοι μετρούν βήματα στο χορό και δίνουν παραγγέλματα. Διαμάχες ανάμεσα σε πτυχιούχους χοροδιδασκάλους και εμπειρικούς(άραγε το πτυχίο να κάνει τον δάσκαλο;)που επιζητούν την πτώση των αντιπάλων τους και την νίκη της «γνησιότητας». Φτάνοντας μάλιστα πολλοί σε σημείο να αμφισβητούν ακόμη και τους ντόπιους και να τους διορθώνουν, ρίχνοντας άλλη μια τσεκουριά στις ρίζες που ξεραίνονται.
    Η παράδοση όμως κύριοι είναι τόσο ζωντανή και τόσο εύρυθμη που κανείς δεν μπορεί να την κλείσει σε γυάλες. Όπως λέει και ο μεγάλος δάσκαλος της λαογραφίας Μιχάλης Μερακλής, ο χορός και το τραγούδι δεν είναι βάζο να μένει αναλλοίωτο σε βάθος χρόνου, αλλάζει, μετασχηματίζεται εξελίσσεται και αυτή είναι η ομορφιά του. Και ύστερα ποιος είπε ότι η επιστήμη της λαογραφίας είναι δραγάτης της παράδοσης και τελικά όταν κάτι είναι ζωντανό έχει ανάγκη συνεχείς ενέσεις για να συντηρηθεί στο χρόνο; Πρέπει σιγά σιγά να ξεφύγουμε από πεπαλαιωμένες απόψεις και να αντιληφθούμε ότι ο χορός και το τραγούδι για παράδειγμα είναι τέχνες και έχουν ως φυσικό επακόλουθο να μετασχηματίζονται, διαφορετικά να πετάξουμε το κλαρίνο, το βιολί, το ακορντεόν και να κρατήσουμε μόνο τις φλογέρες γιατί αυτό είναι «παράδοση». Αλλά το ίδιο το παράδειγμα της ολοζώντανης παραδοσιακής κοινότητας των αρχών του 20ου αιώνα, που εγκατέλειψε τα παλιά όργανα και αφομοίωσε τα νεότερα ευρωπαϊκά(προσαρμόζοντάς τα βέβαια στα ντόπια στοιχεία), αποδεικνύει ότι οι νέες συνθήκες επηρεάζουν τον πολιτισμό και τον εξελίσσουν. Αυτό είναι ζώσα παράδοση και όχι η βαμπιροποίηση και η νεκρανάσταση που επιχειρείται.
    Θα αναρωτιόταν κανείς, σήμερα τι μπορούμε να κάνουμε για να σώσουμε όσα έχουμε ανάγκη και βλέπουμε να χάνουμε στον ορυμαγδό της παγκοσμιοποίησης που έρχεται με όρους κερδοσκοπίας. Μπορούμε να δώσουμε ώθηση και να θεραπεύσουμε τις πληγές μας. Όταν κάποιος ασθενεί, του χορηγούμε φάρμακα, δεν τον βαλσαμώνουμε για να μείνει μάργωμα. Ίσως η μεγαλύτερη πληγή για την παράδοσης μας να είναι ο εκφυλισμός του δημοτικού τραγουδιού μέσα απ’τον εκφυλισμό του ίδιου του θεσμού των πανηγυριών. Διότι οι σύλλογοι βγάζουν μπαλαρίνους και όχι μερακλήδες και αυτό έχει ως αποτέλεσμα να σκοτώνουμε οι ίδιοι αυτό που θέλουμε να διατηρήσουμε. Προφανώς κανείς μας δεν πιστεύει ότι μπορεί ένας νέος χωρίς βιώματα, μεγαλώνοντας σε μια τσιμεντούπολη, να γλεντήσει σε ένα πανηγύρι, αλλά ένας καλός δάσκαλος πρέπει να αποσκοπεί σ’αυτό και όχι στην εκμάθηση μια τυπολογίας βημάτων, που αποτελεί κατασκευή γυμναστών και δασκάλων για διευκόλυνση της διδασκαλίας. Αυτό είναι το χρέος προς τη ράτσα, που αναφέρει ο Καζαντζάκης. Να προσφέρουμε βιώματα στους νέους ως εφόδια ζωής. Εκείνος που θα καταφέρει να μυήσει τον νέο στην κοσμοθεωρία της κοινότητας, θα είναι εκείνος που πραγματικά αξίζει τον τίτλο του δασκάλου. Ο ρόλος της πολιτείας δε στην διατήρηση και αξιοποίηση της πολιτισμικής κληρονομίας είναι να επιμορφώσει τους ανθρώπους που ασχολούνται με την παράδοση και επιτέλους να μην επιτρέπεται στον καθένα να διδάσκει, χωρίς να κατέχει εθνογραφικές γνώσεις, με σκοπό το κέρδος.
    Ας ελπίσουμε ότι σε λίγα χρόνια θα είναι αυτονόητα όλα τα παραπάνω και δεν θα πολεμάμε ακόμα ανύπαρκτους δράκους, παραβλέποντας τον ληστή που μας χτυπά το τζάμι. Οι παππούδες μας έκαναν το χρέος τους, εμείς απλά συμβιβαστήκαμε…

    Θάνος Κώτσης: φοιτητής ιστορίας-λαογραφίας στο πανεπιστήμιο Ιωαννίνων

  11. […] Η τέχνη της επιβίωσης στην προσφυγιά…. Μ’ αφορμή τον π… […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: