ΚΙΛΚΙΣ 1913: Η μάχη που έκρινε τη μοίρα της Μακεδονίας

σάρωση0005Στις ιστορικές σελίδες της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας (23 Ιουνίου 1913) επιμελήθηκα ενός αφιερώματος για τη Μάχη του Κιλκίς και τον 2ο Βαλκανικό Πόλεμο.  

σάρωση0079Στο αφιέρωμα συμμετείχε η Νατάσα Μποζίνη και ο Θανάσης Βαφειάδης.  Στο δικό μου κείμενο που παρατίθεται αμέσως μετά, περιγράφεται το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στους Βαλκανικούς πολέμους.  Δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο «Η χριστιανική συμμαχία«. Μετά από το δικό μου παρατίθενται τα πολύ σημαντικά κείμενα της Μποζίνη και του Βαφειάδη: 

Η μάχη που έκρινε τη μοίρα της Μακεδονίας

 Κιλκίς 1913

 Του Βλάση Αγτζίδη (*)

    Η δεύτερη φάση της πολεμικής σύγκρουσης στα ευρωπαϊκά ερείπια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας  θα αρχίσει στις 16 Ιουνίου 1913 και θα περατωθεί στις 18 Ιουλίου. Το μέτωπο των βαλκανικών  χριστιανικών κρατών, που είχε κατανικήσει τα νεοτουρκικά στρατεύματα  είχε διαρραγεί και οι παλιοί σύμμαχοι συγκρούστηκαν μεταξύ τους για την τελική μορφή που θα είχε η εδαφική επικράτεια που θα καταχύρωναν υπέρ τους. Η Βουλγαρία θα επιχειρήσει να μεγιστοποιήσει τα κέρδη της επιτιθέμενη κατά των Ελλήνων και των Σέρβων για να δεχτεί τελικά την επίθεση και της Ρουμανίας αλλά και της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

     Η μάχη του Κιλκίς-Λαχανά, υπήρξε το κομβικό σημείο στην εξέλιξη του Β’ Βαλκανικού Πολέμου. Έθεσε εκτός μάχης το μεγαλύτερο Βαλκάνιο ανταγωνιστή και επιβεβαίωσε οριστικά την ενσωμάτωση της Θεσσαλονίκης και της Κεντρικής Μακεδονίας στην Ελλάδα. 

Το ιστορικό μεταίχμιο  

              Ο Β’ Βαλκανικός Πόλεμος είναι ένας από τους κρίκους που συναπαρτίζουν ένα καίριο μεταίχμιο στην ιστορία της Εγγύς Ανατολής.  Ένα μεταίχμιο που ξεκίνησε με το πραξικόπημα της ακροδεξιάς τάσης των Νεότουρκων κατά της οθωμανικής αρχής της Υψηλής Πύλης. Το Νεοτουρκικό, και ειδικά η ακροδεξιά του τάση, δεν θα προέρχεται από αστικά στρώματα, όπως ήταν η έως τότε παράδοση του εθνικισμού, αλλά από ένα σκληρό πυρήνα κυνικών στρατιωτικών. Η βία κατά των οθωμανικών χριστιανικών πληθυσμών, θα είναι το κύριο στοιχείο με το οποίο οι νέοι κυρίαρχοι θα ταυτίσουν την άνοδό τους στην εξουσία.   

       Οι Νεότουρκοι αντιμετώπιζαν τους Έλληνες της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ως «εσωτερικά καρκινώματα». (αναφορά του Τζελάλ Μπαγιάρ, Νεότουρκου και συνεργάτη του Μουσταφά Κεμάλ). Χαρακτηριστική είναι η παρακάτω αναφορά της ελληνικής εφημερίδας «Νέα Αλήθεια» της οθωμανικής Θεσσαλονίκης  στις 10 Ιουλίου 1910: «Μας αφανίζετε. Δεν υπάρχουν λόγια για να περιγράψουμε τη δυστυχία που μας βρήκε τα δύο τελευταία χρόνια …για πιο λόγο υφιστάμεθα όλους αυτούς τους διωγμούς; …Μας παίρνετε όσα μας ανήκουν και τα δίνετε σε άλλους. Φυλακίζετε τους ιερείς και τους δασκάλους μας. Ξυλοκοπείται τους πολίτες και από παντού ακούγονται θρήνοι και οδυρμοί.» 

Τον Οκτώβριο του 1911 αποφασίστηκε και επισήμως, σε συνέδριο των Νεότουρκων που έγινε στην οθωμανική Θεσσαλονίκη, η εξόντωση των μη τουρκικών εθνοτήτων. Επίσης φαίνεται ότι οι Νεότουρκοι είχαν εκπονήσει ένα σχέδιο μετατροπής της περιοχής μεταξύ Θεσσαλονίκης και Κωσταντινούπολης σε τουρκικό εθνικό κράτος με τη μεταφορά  χιλιάδων μουσουλμάνων κατοίκων και προσφύγων από την υπόλοιπη Βαλκανική. 

Η αντιμειονοτική πολιτική της τάσης αυτής των Νεότουρκων, θα προκαλέσει μεγάλη  κοινωνική όξυνση. Οι Μικρασιάτες σοσιαλιστές, όπως ο Δ. Γληνός και ο Γ. Σκληρός, θα αναλύσουν με εντυπωσιακή διεισδυτικότητα τις νέες συνθήκες. Χαρακτηριστική είναι η προσέγγιση του Δημήτρη Γληνού: «Διωκόμεθα, απειλούμεθα, καταπιεζόμενα, εκβιαζόμεθα, σφαζόμεθα, ηκούσθη από τους τόπους των χθεσινών συναδελφώσεων. Εις τα παράλια, καθώς και εις τα βάθη της Μικράς Ασίας, εις την Μακεδονίας, εις την Θράκην, εις την Ήπειρον, εις τας νήσους του Αρχιπελάγους άρχεται ο διωγμός….  η μόνη ultima ratio, η μόνη πειθώ, η μόνη ακαταμάχητος λογική, η λογική των όπλων. Η Ελλάς, η Βουλγαρία, η Σερβία και το Μαυροβούνιον έχουσιν εντός του τουρκικού κράτους εκτεθειμένους εις τας καταπιέσεις, εις τους διωγμούς, εις την μάχαιραν των Τούρκων εκατομμύρια αδελφών.» 

Ακριβώς αυτή η κατάσταση υποχρέωσε τα σκληρά ανταγωνιζόμενα μεταξύ τους χριστιανική κράτη των Βαλκανίων να συνασπιστουν σε συμμαχία. Οι Βαλκανικοί Πόλεμοι υπήρξαν απόρροια της ακραίας εθνικιστικής πολιτικής των Νεότουρκων.

σάρωση0005

ΤΑ 3 ΦΟΝΙΚΑ 24ΩΡΑ ΤΗΣ ΙΙ ΜΕΡΑΡΧΙΑΣ ΤΟΥ ΔΙΟΙΚΗΤΗ Κ. ΚΑΛΛΑΡΗ

ΚΙΛΚΙΣ 1913: Η μάχη που έκρινε τη μοίρα της Μακεδονίας

Της ΝΑΤΑΣΑΣ ΜΠΟΖΙΝΗ*

Τα τρία φονικά 24ωρα της ΙΙ Μεραρχίας του ελληνικού πεζικού εναντίον των βουλγαρικών θέσεων και το άγνωστο τηλεγράφημα του διοικητή της, Κωνσταντίνου Καλλάρη

Εφοδος ελληνικής διμοιρίας πεζικού κατά των βουλγαρικών  θέσεων, με εφ' όπλου λόγχη, στη μάχη του ΚιλκίςΕφοδος ελληνικής διμοιρίας πεζικού κατά των βουλγαρικών θέσεων, με εφ’ όπλου λόγχη, στη μάχη του ΚιλκίςΕπίσης, τα όσα «ανορθόδοξα» συνέβησαν, σύμφωνα με τις γνωστές στρατιωτικές τακτικές της εποχής, έκαναν αυτήν τη στρατιωτική επιχείρηση να αποκτήσει διαχρονική αξία για μελέτη, σε στρατιωτικές σχολές της Ελλάδας και του εξωτερικού, από τότε μέχρι και σήμερα…

Οι ειδικές συνθήκες

Η απελευθέρωση του Κιλκίς είναι στενά συνδεδεμένη με τη ΙΙ Μεραρχία. Τη μοναδική που εξαπέλυσε νυχτερινή αιφνιδιαστική επίθεση στις 21 Ιουνίου και 6 ώρες μετά είχε καταφέρει τη διάσπαση του βουλγαρικού στρατεύματος.

Λίγα 24ωρα πριν, ο διοικητής της είχε πετύχει την εκκαθάριση της Θεσσαλονίκης από τους Βούλγαρους με το σχέδιο που είχε εκπονήσει για την αντιμετώπιση της βουλγαρικής φρουράς της πόλης και άρχισε να το εφαρμόζει αμέσως μετά την έγκρισή του από το Γενικό Στρατηγείο και την απροειδοποίητη επίθεση του βουλγαρικού στρατού, χωρίς να έχει προηγηθεί κήρυξη πολέμου.

Αϋπνοι και εξαντλημένοι, οι Ελληνες μαχητές μετακινούνται αμέσως προς το μέτωπο του Κιλκίς. Εκεί οι Βούλγαροι έχουν ήδη κατασκευάσει σημαντικά οχυρωματικά έργα. Η περιοχή είναι ιδανική για όποιον έχει προηγηθεί. Το πεδίο είναι εντελώς ανοιχτό και προσφέρει τέλεια παρατήρηση και τομείς για να αναπτυχθεί το πυροβολικό.

Οι Βούλγαροι το έχουν εξασφαλίσει και μπορούν να ελέγξουν τις Σέρρες, το Σιδηρόκαστρο, τη Δοϊράνη και τις γέφυρες του ποταμού Στρυμόνα. Παράλληλα ανεφοδιάζονται και αποσύρονται εξίσου εύκολα.

Αντίθετα, όλα όσα ακολούθησαν στον τρόπο που τα ελληνικά στρατεύματα οργανώθηκαν και έδρασαν για να αντιμετωπίσουν τη βουλγαρική διάταξη δεν προμήνυαν τη σημαντική νίκη, που τελικά πέτυχαν.

Επιγραμματικά και σύμφωνα με το ιστορικό της μάχης οι συνθήκες ήταν οι εξής:

Το Γενικό Στρατηγείο απείχε πολύ από τα πεδία της μάχης. Η αλληλογραφία και η αντίδραση στις εξελίξεις δεν ήταν άμεση. Κάθε μεραρχία ενεργούσε μόνο σε συνεννόηση με το Γενικό Στρατηγείο και όχι σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες.

Ο διοικητής της  ΙΙ Μεραρχίας  Πεζικού Κωνσταντίνος ΚαλλάρηςΟ διοικητής της ΙΙ Μεραρχίας Πεζικού Κωνσταντίνος ΚαλλάρηςΤο Γενικό Στρατηγείο είχε την απ’ ευθείας διοίκηση των 8 μεραρχιών και αποκτούσε εικόνα της κατάστασης μόνο τις απογευματινές ώρες, που έφταναν οι αναφορές των μεράρχων. Επρεπε να τις μελετήσει, να τις συνδυάσει και να αποστείλει τις εντολές.

Οι εντολές… έπρεπε και να αποκρυπτογραφηθούν, αλλά αυτό δεν ήταν πάντα εφικτό, όπως συνέβη με την εντολή που έλαβε η ΙΙ Μεραρχία, η οποία τελικά κινήθηκε με πρωτοβουλία του διοικητή της και πέτυχε την απελευθέρωση του Κιλκίς.

Τέλος, ειδικά σε αυτήν τη μάχη οι εντολές δεν προέβλεπαν εφεδρείες, κυκλωτικές ενέργειες, άρα και ελιγμούς…

Κατά μέτωπο και με τη λόγχη έπρεπε να αντιμετωπιστεί ο εχθρός .

Δεν είναι τυχαίο επίσης ότι αμέσως μετά τη λήξη των Βαλκανικών Πολέμων συγκροτήθηκαν, για πρώτη φορά, στην Ελλάδα και τα Σώματα Στρατού. Παρ’ όλ’ αυτά επετεύχθη το ακατόρθωτο και με… ανορθόδοξο τρόπο.

Ο ελληνικός στρατός έτρεψε σε φυγή τα στρατεύματα των πρώην συμμάχων. Είναι 3.30 π.μ. και η ΙΙ Μεραρχία με διαταγή του Κ. Καλλάρη διασπά σε 6 ώρες τα οχυρά του εχθρού.

Ο δεκανέας Λινάρδος

Ο δεκανέας και δάσκαλος από την Αχαΐα, Κωνσταντίνος Λινάρδος, περιγράφει στο ημερολόγιό του: «Εις πυροβολισμός ηκούσθη και αμέσως πυρ ομαδόν. Ηρχισε να φωτίζη η ανατολή, ημείς έχοντες όπισθέν μας το φως δεν εβλέπομεν, αυτοί τουναντίον έβλεπον τους κινουμένους ημέτερους όγκους και φυσικά δεν επήγε χαμένο κανένα βλήμα. Με τον πρώτο πυροβολισμό ανεκατεύθημεν έως ότου δε αραιώσουμεν και καταλάβουμε μέρος εις την κορυφή λόφου, όπου ήτο σιταροκαλαμιά, αυτοί έρριψαν 4-5 πυρά ομαδόν και επηδούσαμε σαν κοκορόπουλα.

»Αυτή την στιγμή θα είχομεν πλέον του 1/3 της δυνάμεως απωλείας. Ενώ έκαστος προσεπάθη να προκαλυφθεί και επυροβολούμεν εις τον αέρα, έφθασαν οι του τρίτου τάγματος με εφ’ όπλου λόγχη αλαλάζοντες και φωνάζοντες εμπρός – εμπρός…».

Το γράμμα του Παπαβασιλείου

Ο Ιπποκράτης Παπαβασιλείου, αξιωματικός του επιτελείου της ΙΙ Μεραρχίας, στα γράμματα προς τη γυναίκα του αναφέρει μεταξύ άλλων:

«Σαρίκιοϊ 21 Ιουνίου 1913

Σήμερον ήτο η μεγαλυτέρα μας μάχη μέχρι σήμερον. Η Μάχη του Κιλκίς, διαρκέσασα δύο ημέρας. Εξοχος μεγαλοπρέπεια. Το εξοχώτερον όμως είνε ότι την νίκην την έδωσεν η Μεραρχία μου. Και ήτο μάχη σπουδαιοτάτη διότι απ’ αυτήν εκρέματο η τύχη του πολέμου, της Ελλάδος ίσως.

»Σήμερον το πρωί η αγωνία όλων είχε φθάση εις το κατακόρυφον. Εκάμαμεν αιφνιδιασμόν το μεταμεσονύκτιον ο οποίος εζάλισε κάπως τους Βούλγαρους και το πρωί μόλις έφεξε εις τας 3 εξακολουθήσαμεν σφοδροτάτην επίθεσιν…

»Εις τας 9.40 η Μεραρχία μου ετηλεγράφη προς τον Βασιλέα «Αγγέλλω νίκην Κιλκίς»»

Το τηλεγράφημα στο οποίο αναφέρεται ο Ι. Παπαβασιλείου φυλάχθηκε από το στρατηγό Κ. Καλλάρη, ο οποίος και το απέστειλε στο Γενικό Στρατηγείο, με μεγάλη ευλάβεια.

Αυτό το κείμενο, με τα αχνά γράμματα, εμπιστεύθηκε στη γράφουσα η απόγονος της οικογένειας, Μαρία Καλλάρη, και δημοσιεύεται σήμερα για πρώτη φορά μεταφέροντας τη φόρτιση των στιγμών που έζησαν οι πρωταγωνιστές της ιστορίας.

Εχει ημερομηνία 21 Ιουνίου 1913 και ώρα 9.40:

«Αγγέλλω νίκην Κιλκίς

Εχθρός υποχωρεί εγκαταλείψας οχυρωμένας θέσεις του

Ηδη εγκαταλείπει και πόλιν

Πλευρική ραγδαίαν επίθεσις Μεραρχίας μου εδικαίωσε προσδοκίας σας

επενεγκούσα αποφασιστικήν έκβασιν αγώνος

Κ. Καλλάρης»

Ο «ανορθόδοξος» στρατιωτικός τρόπος απελευθέρωσης του Κιλκίς προκάλεσε το ενδιαφέρον ξένων στρατηγών της εποχής.

Ο Γάλλος στρατηγός Debeney, όταν επισκέφθηκε το 1913 το πεδίο της μάχης Κιλκίς-Λαχανά και έκπληκτος από τον τρόπο που αναπτύχθηκαν οι μεραρχίες για αυτή τη μάχη, δήλωσε: «Αυτή η τακτική δεν ήταν ούτε γαλλική ούτε γερμανική… ήταν απλά ελληνική».

* Δημοσιογράφος, ιστορικός ερευνητής και σεναριογράφος ιστορικών ντοκιμαντέρ (http://arxiokallari. blogspot.gr/)

σάρωση0005

Εκατόμβες νεκρών και τραυματιών

Του ΘΑΝΑΣΗ ΒΑΦΕΙΑΔΗ *

Οι ελληνικές απώλειες κατά τη διάρκεια της τριήμερης μάχης του Κιλκίς υπήρξαν βαρύτατες, γιατί η επίθεση διεξήχθη κατά μέτωπο και σε έδαφος εντελώς ακάλυπτο. Οι μεγαλύτερες απώλειες προήλθαν από τη δραστική βολή του βουλγαρικού πυροβολικού, το οποίο είχε ενισχυθεί από Αυστριακούς αξιωματικούς. Ενας ακόμη λόγος των μεγάλων απωλειών ήταν ότι ο ελληνικός στρατός δεν βρέθηκε απέναντι σε έναν αντίπαλο που εγκατέλειψε πρόωρα τον αγώνα, αλλά αντίθετα πολέμησε σθεναρά και υπερασπίσθηκε βήμα προς βήμα το έδαφος που κατείχε.

Οι πρώτες εκθέσεις που συντάχθηκαν μετά τη μάχη δεν μπόρεσαν να εκτιμήσουν ορθά το μέγεθος των ελληνικών απωλειών, το οποίο σχεδόν διπλασίαζαν. Ετσι σε τηλεγράφημα του Γενικού Στρατηγείου στις 22 Ιουνίου, όπου γινόταν ο πρώτος απολογισμός της μάχης, γραφόταν: «Αι απώλειαί μας ήσαν ανάλογοι προς το μέγεθος και την σφοδρότητα του τρομερού αγώνος.

»Ο ακριβής αριθμός δεν εγνώσθη εις το Γενικόν Στρατηγείον, κατά τα φαινόμενα όμως, δεν θα απέχη πολύ των 10 χιλιάδων νεκρών και τραυματιών. Η περιφανής αύτη νίκη των ελληνικών όπλων, εξηγοράσθη μεν διά πολλού αίματος, τ’ αποτέλεσμα αυτής είνε τοιαύτα, ώστε να επιδράσωσιν επί της όλης εκστρατείας και να εξασφαλίσωσι την ησυχίαν και ασφάλειαν της Χώρας». Οι πραγματικές απώλειες εκτιμήθηκαν αργότερα και ανήλθαν συνολικά σε 5.652 άνδρες εκτός μάχης, από τους οποίους 1.483 της ΙΙ Μεραρχίας, 773 της ΙΙΙ, 1.257 της IV, 2.123 της V και 16 της ταξιαρχίας ιππικού.

Πολύ μεγάλες ήταν και οι απώλειες των Βουλγάρων, όπως έγινε δυνατό να εκτιμηθεί από το πλήθος των νεκρών μέσα στα χαρακώματα και στο πεδίο της μάχης.

* Ερευνητής της τοπικής ιστορίας, τοπογράφος-μηχανικός. Συνέγραψε το δίτομο έργο «Το Χρονικό του Κιλκίς 1913-1940», Κιλκίς, 2013

σάρωση0005

Δείτε:

http://arxiokallari.blogspot.gr/2013/06/blog-post_23.html

9 comments so far

  1. oxtapus on

    Reblogged this on Oxtapus *beta.

  2. Lefteris on

    Εχω μια ερώτησι, γιατί αυτά τα ιστορικά δεν στέλνωντε στους Σκοπιανούς στον Ομπαμα, στους Τούρκους στους Γερμανούς Ενγκλέζους;
    Εγώ έχω στείλει στον Ομπάμα πολλά και με έχουν βάλει στα κείμενα της FBI ακόμη προσπαθώ………………..

  3. Αλέξης on

    Φίλεμου Λευτέρη, με συγκινεί η αφέλειά σου που προσπαθείς στέλνοντας ιστορικά κείμενα να επηρρεάσεις την πολιτική της υπερδύναμης. Εύγε!

  4. Γ.Δ. on

    Σαν σήμερα: 30 Ιουνίου 1913, η σφαγή των Ελλήνων Μακεδόνων του Δοξάτου
    Εκδηλώσεις μνήμης για την επέτειο της σφαγής του Δοξάτου

    30η Ιουνίου και όπως κάθε χρόνο την ημέρα αυτή, τελούνται εκδηλώσεις μνήμης
    για την επέτειο της σφαγής
    και της πυρπόλησης του Δοξάτου (30 Ιουνίου 1913) από τα Βουλγαρικά στρατεύματα.
    Οι εκδηλώσεις πραγματοποιούνται στο χώρο του Ηρώου, στην Πλατεία της Εκκλησίας του Δοξάτου.
    Για την ιστορία
    Κατά τον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο η περιοχή της Δράμας καταλαμβάνεται τον Οκτώβριο του 1912 από τους Βουλγάρους, για να απελευθερωθεί από τον ελληνικό στρατό κατά τον Β΄ Βαλκανικό Πόλεμο την 1η Ιουλίου 1913.

    Κατά την αποχώρησή τους όμως οι Βούλγαροι προκαλούν ολέθριες καταστροφές και τα γεγονότα του Δοξάτου στις 30 Ιουνίου 1913 συγκλονίζουν την υφήλιο.

    Σφάζονται άντρες, γυναίκες και παιδιά και η κωμόπολη παραδίδεται στις φλόγες.

    Ο τραγικός απολογισμός της καταστροφής είναι εξακόσιοι πενήντα (650) νεκροί και 240 σπίτια και 80 καταστήματα πυρπολημένα.

    Τις επόμενες ημέρες όλες οι έγκριτες εφημερίδες του κόσμου δημοσιεύουν φρικιαστικές λεπτομέρειες από τη σφαγή και την πυρπόληση του Δοξάτου.

    Κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και κατά την περίοδο 1916-18 οι Βούλγαροι, ως σύμμαχοι των Γερμανών, καταλαμβάνουν για δεύτερη φορά την Ανατολική Μακεδονία.

    Όσοι άντρες διασώθηκαν από τη σφαγή του 1913 οδηγούνται το καλοκαίρι του 1917 ως όμηροι στη Βουλγαρία.
    Σύμφωνα με την Έκθεση της Διασυμμαχικής Επιτροπής εβδομήντα τέσσερις (74) από αυτούς πεθαίνουν εκεί με φρικτά βασανιστήρια, ενώ 200 περίπου γυναικόπαιδα αφανίζονται από πείνα και αρρώστιες στο Δοξάτο.
    Το κακό τρίτωσε κατά την τελευταία βουλγαρική κατοχή, όταν την Κυριακή 28 Σεπτεμβρίου 1941, μία από τις πολλές ομάδες εξέγερσης εισήλθε στο Δοξάτο, χτύπησε το αστυνομικό τμήμα, πυρπόλησε το οίκημα και σκότωσε οχτώ (8) Βούλγαρους αστυνομικούς και έναν βουλγαρογραμμένο συνεργάτη τους. Κατά τη μάχη που διεξήχθη σκοτώθηκε ένας αντάρτης από τη Χωριστή.
    Το μένος των Βούλγαρων κατά των Ελλήνων εκφράσθηκε δύο φορές με τις σφαγές του Δοξάτου.

    Η πρώτη με θύματα 650 αθώους Δοξατινούς (άνδρες, γυναίκες και παιδιά), έγινε την 30η Ιουνίου 1913.

    Οι Βούλγαροι υποχωρούσαν και με το πρόσχημα ότι πρόσκοποι τους πυροβόλησαν, μπήκαν στο Δοξάτο.
    Αφού άρπαξαν ότι πολύτιμο βρήκαν, το κατέκαψαν και έσφαξαν 650 κατοίκους.
    Το Δοξάτο τότε είχε 1500 κατοίκους.
    Την ημέρα εκείνη, σφαγιάσθηκαν 650 άτομα.
    Μετά τη σφαγή, το Δοξάτο παραδόθηκε στις φλόγες. Η πλούσια κοινότητα, με τα λαμπρά οικοδομήματα, καταστράφηκε.

    Ο συγγραφέας κ. Κων/νος Μιχόπουλος με το βιβλίο του « Δοξάτο-Ηρωϊκή και Μαρτυρική πόλη » και υπότιτλο « οι σφαγές του 1913 και 1941 από τον βουλγαρικό στρατό » αναφέρεται στα γεγονότα της καταστροφής της πόλης και στη βαρβαρότητα πού επέδειξαν προς τους κατοίκους οι Βούλγαροι κατά την διάρκεια του Β΄ Βαλκανικού Πολέμου και του Α΄και Β΄ Π.Πολέμου.
    Η ιστορική αναφορά είναι απόλυτα σύμφωνη με όσα περιέχονται στις σελίδες της Ιστορίας της περιόδου εκείνης.

    Πηγή: Ανδρέας Γούδας, dramini.gr

  5. The Crimes of Bulgaria in Macedonia: An Authentic Document, Based on Facts …»
    Google

    This is a digital copy of a book lhal w;ls preserved for general ions on library shelves before il was carefully scanned by Google as pari of a project

    to make the world’s books discoverable online.

    Il has survived long enough for the copyright to expire and the book to enter the public domain. A public domain book is one thai was never subject

    to copy right or whose legal copyright term has expired. Whether a book is in the public domain may vary country to country. Public domain books

    are our gateways to the past, representing a wealth of history, culture and knowledge that’s often dillicull lo discover.

    Marks, notations and other marginalia present in the original volume will appear in this file – a reminder of this book’s long journey from the

    publisher lo a library and linally lo you.

    Usage guidelines

    Google is proud lo partner with libraries lo digili/e public domain materials and make them widely accessible. Public domain books belong to the
    public and we are merely their custodians. Nevertheless, this work is expensive, so in order lo keep providing this resource, we have taken steps to
    prevent abuse by commercial panics, including placing Icchnical restrictions on automated querying.
    We also ask that you:

    + Make n on -commercial use of the files We designed Google Book Search for use by individuals, and we request thai you use these files for
    personal, non -commercial purposes.

    + Refrain from automated querying Do not send automated queries of any sort lo Google’s system: If you are conducting research on machine
    translation, optical character recognition or other areas where access to a large amount of text is helpful, please contact us. We encourage the
    use of public domain materials for these purposes and may be able to help.

    + Maintain attribution The Google «watermark» you see on each lile is essential for informing people about this project and helping them find
    additional materials through Google Book Search. Please do not remove it.

    + Keep it legal Whatever your use. remember that you are responsible for ensuring that what you are doing is legal. Do not assume that just
    because we believe a book is in the public domain for users in the United States, that the work is also in the public domain for users in other

    countries. Whether a book is slill in copyright varies from country lo country, and we can’l offer guidance on whether any specific use of
    any specific book is allowed. Please do not assume that a book’s appearance in Google Book Search means it can be used in any manner
    anywhere in the world. Copyright infringement liability can be quite severe.

    About Google Book Search

    Google’s mission is to organize the world’s information and to make it universally accessible and useful. Google Book Search helps readers
    discover the world’s books while helping authors and publishers reach new audiences. You can search through I lie lull lexl of 1 1 us book on I lie web
    al |_-.:. :.-.-:: / / books . qooqle . com/|

    76*
    52.5.S

    >

    CONTENTS

    Pages.
    Chapter I

    Iktroduction 1

    Chapter II
    Dispatches of King Constantine 2

    Chapter III

    Period Prior to the Hostilities 4

    Atrocities committed against the Turks and the Greeks; protest of
    the foreign correspondents at Salonica to the «Ligue pour la
    defense des droits de rhomme.» Atrocities against the Servians.
    The reports from Sofia.

    Chapter IV

    Districts Occupied by the Bulgarians at the Beginning of the War
    (Nigrita and Gevgheli) 9

    Chapter V

    Atrocities Committed on the Western Bank of the River Strymon.. 12
    The District of Kilkis. The Districts of Doiran and Strumnitza.

    Chapter VI

    The Pillage and Burning of Serres 17

    The reports of the Austrian consul-general at Salonica and the vice-
    consul at Serres. The investigation of the consul-general of
    Italy at Salonica. Report of the Jewish delegation of Salonica.
    Other testimony.

    The Slaughter at Demir-Hissar 24

    Report of the Commander of the 7th Division. Report of the Com-
    mission composed of members of the Chamber of Deputies.
    Testimony of Mr. L. Leune and Mr. George Bourdon.

    The Massacres and the Destruction of Doxato 29

    The testimony of Messrs. Rene Puaux, Lucien Magrini, Commander
    Hubert Cardale, Vladimir Tordoff, etc.
    Kavala and Drama 36

    Chapter VII

    The Attacks Against the Clergy and Teachers 37

    The destruction of the schools and historical monuments.

    Chapter VIII

    Who is Responsible ? 40

    Documents establishing the participation of official Bulgaria in the
    atrocities committed in Macedonia.

    Conclusion 42

    FOREWORD

    This is a story of rapine and death. It is a history of crimes
    committed under the mask of civilized warfare, of outrages perpe-
    trated under the guise of military necessity, of murdered children
    and outraged women sent to their deaths amid scenes of cruelty
    and torture such as are almost beyond credulity in this twentieth
    century.

    The offenders were Bulgarians wearing the uniforms and the
    epaulets of their national army. The victims were Greeks, Mo-
    hamtmedans and any individuals who incited the wrath or stirred
    the cupidity of the merciless invaders.

    Every instance cited in this document is indisputable. Names,
    facts and dates are given with such frequency and with such
    authority that not one chapter in this astounding history can be
    denied. It is, simply and frankly, the true narrative of the mon-
    strous criminology of men who fought as savages, beyond the pale
    of civilized laws. All the facts come from officials and private
    individuals impartial in their statements, unbiased by their nation-
    ality and uninfluenced by the thought of either fear or favor. They
    were consuls of foreign governments, correspondents for the
    greatest newspapers of the world, and, in at least one instance, an
    officer in the Bulgarian army itself.

    The Universities of Athens, actuated by a love of truth and desir-
    ous of awaking the consciousness of civilization to the enormity of
    the Bulgarian atrocities, have issued and transmitted this authentic
    document to the universities and journalists of the world.

    CHAPTER I

    INTRODUCTION

    My Dear Sir and Colleague:

    Three weeks ago, in conformity to a joint resolution of the two
    Universities of Athens, we called your attention by cable to the
    atrocities committed by the Bulgarians in Macedonia, and announced
    to you that we should have the honor, at a later date, of forwarding
    to you a report relative thereto.

    If the report was not sent to you at an earlier date, it was due
    to the fact that the list of the frightful crimes that were to be
    related, was daily becoming longer by other acts surpassing in
    horror those previously committed.

    Unfortunately the list has not yet been dosed. The atrocities
    that will be enumerated below will, however, suffice to enlighten
    you as to the situation and to place the responsibilities.

    The great powfcrs were shocked by such horrors. They com-
    missioned their consuls, and appointed special committees to make
    investigations on the spot. Their reports have not yet been all
    made public, and some have not been completed. We quote those
    that have been published. The rest not being available, we have
    based this statement on the official reports of His Hellenic Majesty
    and of his staff, on the testimony of foreign diplomatic and ecclesi-
    astical persons, and on that of the special representatives of the
    principal foreign newspapers that were present.

    We regret to say that these representatives were not so numerous
    at the beginning of the war as we would have wished. We have
    preferred, however, to repeat the testimony of the same persons,
    rather than to quote the statements of the regular correspondents
    of those papers, who, residing in Greece, might be suspected of
    pro-Hellenic sympathies.

    Desiring to restrict ourselves to a report purely objective, we
    have discarded every personal opinion and confined our statement
    to the documentary evidence which we have selected after the
    closest examination, and which, it can be readily ascertained, ema-
    nates from authorities whose veracity cannot be questioned, and
    as far as it was possible foreign authorities.

    CHAPTER II

    DISPATCHES OF KING CONSTANTINE

    The impression which the dispatch sent by King Constantine to
    his government on July 12, 1913, created throughout official circles
    and the general public has not been forgotten.

    After exposing the atrocities committed by the fleeing Bulgarian
    army, King Constantine was compelled to add:

    «Protest in my name to the representatives of the civilized
    powers against the acts of these monsters in human form.
    Protest also to the entire civilized world and say that, to my
    great regret, I shall be compelled to proceed to reprisals, in
    order to inspire the perpetrators with a salutary fear, and make
    them reflect before committing outrages of this sort.

    The Bulgarians have surpassed all the horrors of barbaric
    times, and have proved that they no longer have a right to be
    reckoned among civilized people. ,,

    A few days later the New York Times asked His Majesty’s
    opinion on the atrocities committed, and the King caused the follow-
    ing reply to be sent:

    «Without going over the motives which have led Greece,
    Servia and Montenegro to repulse by force of arms the un-
    expected but well-prepared attacks of the Bulgarians on their
    allies of yesterday, which attacks have dictated to the allied
    governments their actual attitude, the atrocities committed
    every day by the Bulgarian armies and the outrages, long con-
    cealed, committed by the Bulgarians on the Turkish and Greek
    peoples since the first days of the Balkan war, impose on the
    allies an energetic attitude and the obligation to exact and to
    obtain for the future all necessary guarantees.

    As the Greek army advances crimes qf unthinkable cruelty
    are discovered. The Bulgarian authorities have silenced the
    voice of thousands of innocents who perished under horrors
    such as human history has never before recorded. There is
    not a village which has been occupied by the Bulgarians that
    has not had its men, women and children massacred, its young
    women outraged, its houses robbed and burned.

    At the first invasion of Demir-Hissar, last October, the
    Bulgarians massacred all the men of the village of Petrovo,
    and, after having outraged women and young girls, locked
    them in the mosque and set fire to it. They played on the
    bagpipes while the victims were dying.

    At Petritch, they made the wives and daughters of the
    victims dance before the bodies of the Mussulmans. At Doiran
    many thousands of Mussulmans were slaughtered and all their
    goods were plundered. At Nevrokop it was the same. At
    Meleniko, Drama, Serres, Dede-Agatch, Strumnitza — every-
    where the Bulgarian has passed — one sees only blood, dishonor
    and ruin.

    To the tortures endured yesterday by the Mussulmans come
    now those of the Christians. Even before the new war began
    the Bulgarians were oppressing all the Greek population of
    the territories occupied by them, and at the time of their
    sudden attack at Pangheon, they did not hesitate to quench
    their thirst for blood on the inoffensive Greek villagers.

    After their first defeats the Bulgarians turned upon the
    Greek population with unspeakable acts. By order of the
    officers hundreds of men, women and children were horribly
    mutilated, their houses were burned, and their goods were
    stolen.

    At Doiran the Greek Bishop and thirty notables were dragged
    away. 1

    At Kavala the Archbishop and twenty-eight Greek notables
    were forcibly taken away by the Bulgarians before they aban-
    doned the village.

    At Pravi the Bishop and more notables had the same fate.

    At Demir-Hissar the Bishop and three priests, with many
    notables and some women, were tortured and put to death.

    Serres, a flourishing and rich city, was almost completely
    destroyed by fire. The vice-consuls of Austria and Italy tried
    officially in vain to protect their consulates. The Bulgarians
    did not even respect the persons of the consuls, but carried
    them to the mountains and only released them on the payment
    of heavy ransoms.

    The national flags of foreign countries were raised on Euro-
    pean and American buildings, but had no effect. On the con-
    trary, the Bulgars concentrated their fire on the foreign houses
    because they knew that these houses sheltered numerous
    refugees. They cannonaded the city. The defenseless citizens

    1 The Bishop of Doiran was forcibly taken away by the Bulgarians to-
    gether with a number of other notables, and sent under guard to Sofia
    amidst the jeers and hoots of the Bulgarian soldiers and the inhabitants of
    the Bulgarian cities and villages through which he was carried. From
    Sofia he was sent, always under guard, to Mesdra covering the distance
    that separated the two cities mostly on foot. From this latter city he was
    taken to the deserted and secluded village of Etrepol, where according to his
    guards he was to be executed.

    The Roumanian army, however, which was marching through Bulgarian
    territory, reached the village of Etrepol where the Bishop was imprisoned,
    and saved him from further suffering and certain death. He was imme-
    diately released and sent to Bucharest in safety. Later His Holiness returned
    to his See.

    abandoned all their possessions, and in many cases their infirm
    relatives, to flee from the rain of shot which pitilessly pursued
    them.

    The great warehouses of the American Tobacco Company
    were burned, causing in all a loss of more than one million
    dollars. The managers, Messrs Harrington and Moore, escaped
    to Salonica during the conflagration.

    Bombs and shells raked the city, wiped out thousands of
    families, and left hundreds of victims.

    The Bulgarians cried «Hurrah» at the sight of the de-
    struction they wrought, and took away with them all that
    they could carry.

    Banks, business houses and stores, and all the residences
    were sacked. Neither the many churches, the mosques, the
    synagogues, nor the hospitals were spared. Before the de-
    struction of the city the distinguished Greek residents were
    massacred in cold blood.

    The scenes in the country are even more shocking. Every-
    where are the mutilated bodies of peaceful peasants, every-
    where are ashes and ruins where were joyous villages — a
    poignant desolation.

    Ordinary massacres and outrages on women no longer satisfy
    the Bulgarians, and they have invented refinements of cruelty
    which the imagination refuses to comprehend. Girls are out-
    raged before their parents, wives before their husbands, young
    men and old men are mutilated. Before the work is done
    their limbs are broken, their eyes are torn from the sockets.
    They disembowel one, burn another, cut off the noses and ears
    of others. At first it seemed that these crimes had been com-
    mitted by comitadjis or irregulars, but investigation has un-
    mistakably shown that all was done by regular soldiers under
    the orders of their chiefs.

    The Bulgarian authorities prepared everything. A Bulgarian
    Captain, Dimitri Botsanoff Angnet, was seen presiding at the
    massacres of Demir-Hissar. Elsewhere there were officers of
    the Twenty-first and Twenty-second Regiments.

    It is unbelievable that a civilized people could be so primitive
    as to commit such monstrosities, and one shudders to think of
    what may happen in the future to the Mussulman and Greek
    populations that may remain under Bulgarian domination.»

    CHAPTER III

    PERIOD PRIOR TO THE HOSTILITIES

    Desirous of confining this report to the incidents of the last
    four weeks, we shall not dwell on the sufferings of the Greeks
    Turkish and Jewish populations during the past eight months.

    We shall be content, however, to quote the words of Mr. Rene
    Puaux, representative of the Paris Temps, who was with the
    Bulgarians in the campaign of Thrace, regarding the general massa-
    cres, and for the following weeks immediately preceding the war,
    the protest of all the foreign newspaper correspondents in Salonica.

    Here is what the author of «Sofia to Chataldja» wrote to his
    paper on July 15, 1913:

    «The Bulgarian army, through its conduct, has placed itself
    beyond the pale of civilized laws. It has massacred everywhere
    the civil populations.

    From a report which I held, it appeared that its victims in
    Macedonia and Thrace were from 220,000 to 250,00a 1 It
    seems almost incredible, yet I only give these figures, because
    they were furnished to me in corroboration by another foreign
    very reliable personality, who recently returned from Con-
    stantinople.

    A Bulgarian officer whose name I am not at liberty to dis-
    close, confessed to me that the order to exterminate the women
    and children was a formal one, and was issued in order to
    definitely wipe out any possibility of subsequent claims of
    property in the territory captured by the Bulgarians.»

    The joint protest of the foreign correspondents addressed to the
    President of the «Ligue pour la Defense des Droits de VHomme,»
    reads as follows:

    «It appears to us advisable at a moment when the conflict
    among the Balkan powers has reached the present acute stage
    and war seems to be inevitable, that Europe be exactly in-
    formed of the conduct of the different allies, that the responsi-
    bilities be well fixed, and that the whole truth about certain
    acts particularly .odious be given. The ‘Ligue pour la Defense
    des Droits de I’Homme/ cannot remain unmoved in the face of
    the outrages committed by the Bulgarians in the regions under
    their occupation. At the outbreak of the war the press of
    Europe kept almost systematically silent regarding the reported
    horrors, but reports coming in every day both from the Greek

    J Mr. L. Magrini gives the same figures after a careful investigation of
    several months. (See Milan Secolo, July 18, 1913.) These figures are also
    confirmed by Captain Trappman who, after an investigation on the spot
    places the number of persons massacred in the two districts of Serres and
    ‘ Demir-Hissar alone at 50,000. (See the London Daily Telegraph, July
    21, 1913.)

    N. B. The above figures do not include the victims of the recent
    massacres.

    and Mohammedan populations, contain the most horrible details
    concerning the treatment inflicted upon them by the Bulgarians.
    Thousands of refugees arriving here daily are confirming’
    these reports. We are, therefore, convinced, Mr. President,
    that it would be to the interest of justice and humanity that
    an impartial investigation be made at once, in order that the
    world may know the whole truth regarding these acts, which
    are a shame and a disgrace in this twentieth century.

    We hope, Mr. President, that you will use your great au-
    thority and the great influence of the league to call the attention
    of Europe to these acts, and help to create a spirit of protest
    which to us appears to be necessary. ,,

    Signed. Crawford Price,

    of the London Times,
    Emil Thomas,

    of the Paris Temps,
    P. Tiano,

    of the Paris Journal,
    Luciano Magrini,

    of the Milan Secolo,
    P. Donaldson,

    of the Reuter Agency,
    G. Turbe,

    of the Havas Agency,
    Capt. T. A. Trappman,

    of the London Daily Telegraph,
    A. Grohmann,

    of the ‘ Franfurter Zeituntf’
    and the «Neue Freie PressJ’ of
    Vienna,
    M. Bessantchi,

    of the Vienna Zeit.

    Although we have been compelled to make this statement longer
    than intended, we are, nevertheless, unable to give a full account of
    the terrible atrocities committed by the Bulgarians, even if we
    were to confine this report to the incidents of the last four weeks.
    The list of the villages that were set on fire and pillaged, the num-
    ber of persons that were killed, those whose properties have been
    confiscated, and those who were outraged in their honor, is too
    long to recount.

    We will first draw your attention to the fate which met the
    very few Greek prisoners that fell into the hands of the Bulgarians, 1

    *We refer to the fate of the nine Greek evzones who were taken pris-
    oners at Kallinovon the first day of the war. They were all tortured first
    and then mercilessly butchered.

    and the terrible ordeal of Lieutenant Marcandonakis. 1 We will
    then enumerate the events that occurred in the most important
    centers which will be easier for foreigners to verify.

    To facilitate this, we shall divide the present work into three
    parts corresponding to the three principal districts where the sangui-
    nary events took place.

    1 — The Districts of Gevgheli and Doiran;

    2 — The other Districts west of the river Strymon, and,

    3 — The provinces of Serres and Drama.

    We must at first remind you, however, that the Servian army
    and population in Northern Thrace have likewise suffered greatly,
    and that the Servian government repeatedly drew the attention of
    the civilized world to those atrocities, some of which were verified
    by the Russian and French consuls at Uskub.

    An international commission comprising among its members Dr.
    Albert Perron of Paris, Dr. Ludwig Schlieb of Berlin, and Dr.
    Sieber Moller of the Royal Norwegian J^Javy, made an investi-
    gation in the Servian district of Knagevatz, which the Bulgarians
    occupied for a few days.

    The report of that commission was published on July 16, 1913,
    and contains a long series of horrible misdeeds. Murders, con-
    flagrations, rapines and outrages on women are cited. It gives the
    names of the victims and certifies that these crimes were committed
    by the regular Bulgarian army.

    We shall not waste any time on the reports that emanated from
    officious sources in Sofia and from certain correspondents residing
    in the Bulgarian capital, through which an attempt was at first
    made to deny the barbarities committed by the Bulgars in Mace-
    donia, and subsequently, when the impudence of this assertion
    was brought to light, to cause the impression that the Bulgarians
    wfere not the only ones that were given to massacre, pillage and
    incendiarism.

    In order to trample into the dust such calumnies, it will suffice to
    recite simply that throughout the entire territory occupied by the

    1 Sub-lieutenant Marcandonakis, who was mortally wounded during the
    assault of Saraghiol, had his eyes gouged out and his body was frightfully
    mutilated. Other Greek soldiers that were wounded in the same battle, were,
    according to an eye witness «cowardly butchered.» (See article by J. Leune
    in the Paris L’ Illustration, July 26, 1913.)

    At Radovichta a Servian officer had his nose and lips cut and his eyes
    torn out of the sockets by the Bulgarians. His comrades found him still
    living.

    Greek armies there was a large number of foreigners, many of
    them subjects of nations which have actively shown their sympathy
    for Bulgaria; that among the special correspondents, whose names
    we cite, a number of them represented newspapers that have judged
    Greek politics without indulgence. Yet not one foreign subject
    and not one newspaper correspondent could be found to assert that
    the Greek army has committed one single act of those of which the
    dispatches from Sofia speak.

    These reports, therefore, can deceive only those who wish to
    be deceived.

    Here is the text of a note communicated to the great powers
    by the representatives of Greece on July 19, 1913:

    «His Hellenic Majesty has taken cognizance of a telegram
    addressed to the London Evening News, by which His Majesty
    King Ferdinand requested an international investigation on the
    atrocities committed in Macedonia by the Bulgarian army.

    His Hellenic Majesty desires first to remark that he person-
    ally witnessed the acts which King Ferdinand denies without
    being on the spot and relying solely on the statements of his
    ministers.

    In protesting to the whole of Europe against the Bulgarian
    horrors, and in denouncing the crimes which have been com-
    mitted, by citing dates, places, and exact facts, King Constan-
    tine personally invited the entire civilized world to ascertain
    the acts of savagery which have forever placed Bulgaria-
    beyond all civilization and human laws.

    Greece asks that representatives of the civilized world be
    sent to investigate without delay. Because although the ruins of
    the cities of Serres, Nigrita, Doxato and of all the villages
    that were destroyed, although no battle took place in their
    proximity, will for a long time remain in their place as the
    living proof that the armies of King Ferdinand have passed
    that way, the bodies of thousands of Greeks that were
    slaughtered, mutilated and burned alive, and the frightful re-
    mains of old men, women and children that were massacred,
    cannot forever remain without burial.

    As a first urgent measure the Hellenic government has
    requested that all the consuls-general residing in Salonica be
    ordered by their respective governments to visit at once the
    districts of Kilkis, Doiran, Strumnitza, Demir-Hissar, Meleni-
    ko and Nevrokop through which the Greek divisions have
    passed, to ascertain whether even a single Bulgarian has been
    mistreated by the Greek armies.

    The inhabitants of all the Bulgarian villages in the afore-

    said districts, their families and property are protected by the
    Greek army in the same degree as are the Greeks and their
    property.

    A large number of Bulgarian peasants, believing that the
    Greek army was capable of imitating the conduct of their
    own, tried to follow the Bulgarian troops in their flight. They
    were soon, however, compelled to give up, as the Bulgarians
    were fleeing too fast, and they attempted to regain their homes.

    All these unfortunate persons are cared for by our military
    authorities. Rations are regularly distributed to them exactly
    as to the Greek and Turkish populations.

    The consuls-general will no doubt notice this to be a fact.
    The districts of Gevgheli, Doiran, Nigrita, Serres, Demir-
    Hissar, Zichna and Drama, must then be visited by them to
    ascertain that the accusations we have formulated against the
    Bulgarian armies were far below the truth.

    The special correspondents of the Paris Temps, the London
    Times, the Milan Secolo, the Figaro, the London Daily Tele-
    graph, the Tribuna of Rome, the Pall-Mail Gazette, the Cor-
    riere della Serra, etc., are already on the spot. Others are
    arriving daily. All these authorized witnesses are in a position
    to see, and could relate what they saw.

    The consuls-general of Austria-Hungary and Italy in Salo-
    . nica, who visited Serres recently, stated to His Majesty the
    King that the atrocities committed there by the Bulgarians
    exceeded in horror those that were at first reported.

    They learned the names of the Bulgarian officers who took
    an active part.»

    CHAPTER IV

    NIGRITA AND GEVGHELI

    Districts Occupied by the Bulgarians at the Beginning

    of the War

    It is well known that the present war was caused by the Bul-
    garians, who, bent upon taking Salonica by surprise, broke the
    neutral zone and occupied Nigrita, the key to the Salonica-Serres
    route on one side, and Gevgheli, the junction point of the Greco-
    Servian forces on the other.

    This is how the French Academician, Mr. Francis Charmes, de-
    scribes the Bulgarian action in the «Revue des deux Mondesi» of
    July 15, 1913, page 470:

    «We have seen a number of flagrant violations of the law
    of nations. None can equal, however, the treacherous attack

    10

    made against the Servians and the Greeks. The coup was
    not spontaneous. Of this we have no doubt. It was carefully
    planned and audaciously carried out * * * . The evident
    purpose of the Bulgarian attack was to separate the Servian
    and Greek armies exactly on the spot where later they joined
    forces.»

    Although proper precautions were taken, the* scheme was not
    as successful as the Bulgarians anticipated. They were compelled
    in three days to evacuate Nigrita and Gevgheli. Years, however,
    will elapse before the traces left by them during their short stay
    can disappear.

    Here is how, Mr. de Jessen, the well known Danish publicist and
    correspondent of the Paris L’ Illustration and Temps, 1 describes the
    scene in Nigrita the day following the evacuation of that town
    by the Bulgarians :

    «Thursday evening a telegram from King Constantine an-
    nounced to the authorities in Salonica, that the Greek armies
    advancing through the valley of Strouma in a north-north-
    easterly direction, found the city of Nigrita which had a popu-
    lation of 7,000, along with several other villages that were
    pillaged and burnt, destroyed by fire, and its population includ-
    ing old men, women and children massacred.

    The King requested that Mr. Albert Trappman of the
    London Doily Telegraph and myself, start at once for Nigrita
    to personally verify these acts.

    We left at dawn the following morning on horseback, and
    covered the distance of more than one hundred miles in two
    days, cutting through a region overrun by Bulgarian comitadjis
    who kept the population of certain sections so frightened that
    they did not dare to leave their homes and go to the fields.

    At about one o’clock in the afternoon we discerned at last
    the outlines of the unfortunate city which we hastened to reach
    as quickly as our tired horses would allow. Wednesday last
    it stood intact under its plane and mulberry trees vibrating
    with a life of industry. To-day it is but a pyre whose corpses
    cover the frightful ruins. Out of the 1,450 houses we found

    x See the Paris Temps of July 11, 1913. Mr. de Jessen forwarded numer-
    ous photographs to L’ Illustration. The negatives, however, were unfortu-
    nately received in Paris in a damaged condition. In this connection L’lllus-
    tration wrote on July 19, 1913: «a precious and irrefutable evidence has dis-
    appeared.» Several photographs of the city of Nigrita in ruins appeared in
    the Illustrated London News July 27, 1913. Numerous photographs were
    taken of all the Macedonian centers that have suffered in the hands of the
    Bulgarians. A collection is now being prepared of this unexceptionable
    evidence of Bulgarian atrocities.

    /

  6. 11

    only 49 standing and among those the church, whose bells
    were silenced after a night of fire and blood. One walking
    through the streets treads on stones blackened and still hot
    from the conflagration. The air was charged with heavy odors
    of human and animal flesh half burnt. The leaves of the
    vines and trees in the courtyards were shriveled up and black-
    ened. A grayish dust raised by the wind disturbed the waters
    of the stream which traversed the mass of ruins where three
    days ago stood the city of Nigrita.

    Among the smouldering debris very few bodies were to be
    seen. When the Greek army entered the place, most of the
    bodies were hastily buried on account of the terrible heat, but
    a number of them still remained unburied.

    Old men in pools of blood on whom the flies were swarm-
    ing; young men with faces distorted and hands twisted in a
    last gesture of agony and despair. The mayor and the military
    officer estimated that 470 people were burned alive. Besides
    these victims, others were suffering from moral injuries.
    Women were outraged before their children; girls ravished
    before their parents; children were slaughtered and old men
    roughly treated. We have seen and heard enough to under-
    stand that this city, so flourishing three days ago, became the
    city of woe, la cittd dolente, as Dante says, of whom one
    naturally thinks before these visions of horror.»

    Captain Trappman in a communication dated July 10, 1913, wrote
    to his paper, the London Daily Telegraph, in part as follows :

    «I will never forget what I saw in Nigrita, a Greek city
    of 8,000 inhabitants and about 1,500 houses. To-day it is a
    heap of smoking debris from which comes the odor of burned
    human flesh. From a distance the roofs of the remaining
    forty-nine houses appeared to be red, owing to the contrast
    with the blackened ruins. Search parties were working here
    and there, trying to locate the bodies of those who perished.
    Four hundred and seventy were burned alive or killed by the
    Bulgarians in the city alone. King Constantine invited us to
    continue our investigations in the other towns of this district,
    where an entire regiment is detailed in the work of disposing
    of the bodies of the murdered peasants. In Nigrita the Bul-
    garians massacred more than 1,500 Greeks, and outraged many
    women. Their condition is pitiable. All the houses were
    sacked. One can hardly find in the history of war a record
    of greater savagery than that displayed by the Bulgars in the
    District of Nigrita.»

    If the Gevgheli district was not made the theater of those horri-
    ble scenes that attract the foreign correspondent, it has had its

    12

    share of the atrocities. Almost the entire Greek population of
    the town bearing the same name escaped from the Bulgarians
    and took refuge in Goumentsa. Among the notables that remained
    behind, six were murdered, one a woman, and eight others includ-
    ing the Bishop’s Vicar were arrested and their lives saved only
    by a miracle. 1

    At Bogdantsa seven notables, including the priest Papastamataki,
    were murdered on the spot. Seventeen others were slaughtered at
    Doiran where they were taken. Similar crimes were committed
    in the other Greek sections of the district, at Negotsi, Selovon,
    Moine, etc. Stoyakovon was set on fire and totally destroyed and
    most of its population massacred. 2

    CHAPTER V

    ATROCITIES COMMITTED ON THE WESTERN BANK OF THE

    RIVER STRYMON

    The District of Kilkis

    Beaten and fleeing, the Bulgarian army adopted the system of
    setting on fire all the cities and villages which it was compelled
    to abandon, in order to deprive the Greek army of provisions and
    to retard its progress. According to an expression used by an
    eye witness, Mr. Lucien Magrini, the Bulgars placed between them-
    selves and the Greeks a «zone of fire. ,, (See the Milan Secolo
    July 7, 1913.) This method was followed throughout the entire
    campaign. Another witness, Mr. George Bourdon, whose testi-
    mony we regret that we cannot use as often as we would have
    wished, because the present work was almost completed when his
    correspondence began to appear in the Paris Figaro, made the
    same remark three weeks later and in the following terms :

    A smoke rising from afar is a sign that the Bulgarians are
    retreating. Their retreat is always marked by fire.» (See
    Figaro, July 25, 1913).

    The special correspondent of the Daily Telegraph cabled to his
    paper on July 17, 1913, as follows:

    *For the names of the victims see the official report of the Greek army
    staff dated July 18, 1913.

    2 For full details see the official report above cited.

    13

    «I have been advancing the last 48 hours as fast as my
    horse could carry me. Everywhere the Bulgarians in full re-
    treat are burning the villages. 5

    ft

    These tactics were, however, more strictly followed at the begin-
    ning of the hostilities, and it may be said that from Salonica to
    Doiran, and from Salonica to Serres, there is not one single village
    that was not burned by the Bulgarians. When the Greeks entered
    the town of Kilkis, which had a population of 5,000, only the resi-
    dence of the governor and a French convent where a large number
    of women and children sought refuge was left standing.

    The superior of the convent, Father Gustave Michel, made
    certain statements regarding the atrocities committed by the Bulga-
    rians worthy to be preserved. They were made the object of
    interpellation in the House of Commons. Here is what he said:

    «Most shocking crimes have been perpetrated around Kilkis
    by the Bulgarians, the majority of which I have seen with
    my own eyes. In the village of Kurkut a band of Bulgarians,
    headed by a man named Dontchieff, locked all the male popu-
    lation of the place in the mosque, and then compelled the
    women to surround it and witness the frightful spectacle.
    First they attempted to blow up the mosque by throwing bombs
    against its walls which, however, failed to explode. Then they
    set the place on fire and burned alive more than 700 men.
    Those who tried to escape were shot down as they ran. I
    saw in the streets of Kurkut the calcined human remains. I
    offered assistance to some starving women and was accused
    by a Bulgarian soldier of collecting human heads to send as
    curiosities to France.

    At Plantza the same band of marauders carried their atrocious
    work to still greater lengths. They first drove the male in-
    habitants into the mosque, which they burned, compelling as
    before the women to witness the horrible spectacle, and im-
    mediately after stacked the women together and burned them
    alive in the public square.

    In Rainovo men and women were slain and the bodies
    thrown into the wells.

    At Kilkis the Bulgarian inhabitants destroyed the mosque
    and massacred their fellow-townsmen of the Moslem faith.

    On several occasions I have held conversations with Bul-
    garian «comitadjis.» With unbelievable callousness they
    boasted of the atrocities they have committed. Among them
    I was surprised to find merchants of Sofia, students from the
    Bulgarian Universities, even professional men. One man. a

    14

    student of literature, assured me that he had killed with his
    own hand not less than one hundred and forty Greeks.

    I was called to the bedside of a dying man. He had been
    beaten to death for resisting a ‘comitadji’ who had seized upon
    his daughter. I applied to the French consul at Salonica beg-
    ging him to exert his power to put an end to these massacres.

    99

    Father Michel’s statement was corroborated by Mr. Magrini, cor-
    respondent of the Milan Secolo, by the Catholic sisters at Kilkis,
    and by the three missionaries of the Evangelical Churches in Sa-
    lonica whose testimony is very valuable as it covers not only the
    atrocities committed at Kilkis, but at Doiran, Strumnitza, Serres,
    etc.

    Their protest cabled to the press of Europe and America on
    July 23, 1913, reads as follows:

    «After their first defeat the Bulgarians began, in revenge,
    a series of most horrible crimes against the Greek noncom-
    batants, who were entirely unprotected. Defeated at Nigrita
    by the Greek army, they turned in fury to the burning and
    pillaging of the towns along the line of their retreat and the
    massacre of the defenceless peasants. In Nigrita over seven
    hundred persons were slaughtered, many of the victims being
    women and children. The atrocity was perpetrated by orders
    of the Bulgarian army officers.

    Two days before the evacuation of Doiran the Bulgarians
    called a counsel, sending a summons to the Greek Bishop and
    thirty of the foremost citizens to attend. They were all
    detained by the Bulgarian authorities and for many days
    nothing further was learned of their fate. Later the mutilated
    bodies of the unfortunate hostages were found. Not one had
    been spared. 1

    In Strumnitza the Bulgarians paused in their flight long
    enough to kill three Greek peasants, a woman and sixteen Mo-
    hammedans. They sacked the stores and threatened a general
    massacre. Fortunately the Greek Bishop was able to prevent
    further butchery by declaring that he would not be responsible
    for the lives of the Bulgarian citizens of the town should the
    Greek troops see the shambles.

    At Demir-Hissar the destruction of life and property was
    fiendish. A hundred and four men and women were killed,
    among them a Bishop and a priest. The Bulgarians resorted
    to the most revolting forms of torture. The body of the

    1 The Bishop of Doiran was found imprisoned in Etrepol, a deserted and
    secluded village in Bulgaria, and was released by the Roumanian army.

    15

    Bishop was found horribly mutilated, his beard and hair torn
    from his head. Many of the victims were frightfully’ dis-
    membered and all of the corpses showed unmistakable signs
    of hideous torture. The women and young girls were delivered
    over to the soldiery.

    It was at Serres, however, that Bulgarian savagery reached
    its height. After its evacuation a detachment was sent back to
    bombard the town. The inhabitants fled panic-stricken. A
    party of Bulgarian officers and soldiers, assisted by the local
    Bulgarian authorities and a band of ‘irregulars/ entered and
    looted the city, subsequently setting fire to the houses, which
    they drenched with petroleum. The fleeing inhabitants were
    shelled by the artillery. In the town itself nothing was spared.
    The Austrian consul, together with the women and children
    who had sought refuge in the Consulate, were dragged to the
    mountains. The Italian consulate also suffered destruction.
    The flags of foreign powers were ignored. The American
    flag, flying over the stores of the American Tobacco Company,
    availed nothing. The managers escaped to Salonica, reporting
    a loss of nearly a million dollars. Every man, woman and
    child caught in the streets or hiding within the looted houses
    was mercilessly slain. About four thousand houses, a thousand
    stores, eighteen mosques and churches, all the schools, syna-
    gogues and hospitals are crumbling ruins to-day. The loss
    exceeds $3,000,000. Twenty thousand people are destitute.

    In the town of Doxato, with a population of about three
    thousand, two thousand five hundred were killed and the village
    reduced to ashes. The farms all over the district are wiped
    out and no one can determine the number of the murdered
    peasants. The Bulgarian army has left behind it a trail of
    utter devastation and misery.

    Signed. Rev. M. Brunau,

    of the German Evangelical Mission,

    Rev. P. Toekhuvanian,

    of the Armenian Evangelical Mission,

    Rev. A. Mitsopoulos,

    of the Greek Evangelical Mission.

    Doiran and Strum nitza

    The startling advance of the Greek army from Kilkis to Strum-
    nitza prevented the fleeing and closely pursued Bulgarians from
    engaging in any systematic destruction of property. Persons,
    however, were attacked, and we may note among other crimes the
    forcible abduction and disappearance of the Bishop of Doiran and
    twenty-seven other prominent citizens of that city.

    The entrance of King Constantine and his army into the city of
    Doiran was marked by the following characteristic incident :

    16

    «The Mufti (an official expounder of Mohammedan law),
    says the official report under date of July 10, 1913, greeted the
    King in the name of the Mussulman community, and offered
    to him as a sign of homage according to Turkish custom a
    pot of basil. He then asked the King’s protection for the 600
    victims of Doiran, women and children, whose husbands and
    fathers were slain last October by the Bulgarians. The Mufti
    then related that all the mosques except one, which was used
    as a church, were burned to the ground by the Bulgarians, and
    he asked that the remaining one be returned to his people.

    The King at once gave orders that food be regularly dis-
    tributed to the widows and the orphans at the expense of the
    Greek government, and that the mosque be returned to its
    original owners. The Mufti stated that there were more than
    5,000 widows and orphans in the neighborhood who needed
    protection and assistance. In fact the Turkish population in
    the surrounding country was almost completely exterminated
    by the Bulgarians. One meets everywhere victims whose prop-
    erty has been destroyed and who lost their sole support.

    The Greek government is confronted to-day with the neces-
    sity of giving relief to these unfortunate Mussulmans whose
    destitution and distress the Bulgarians have wrought. In
    certain Turkish villages near Doiran, the Bulgarians forcibly
    Converted* the Mussulman population and assigned them
    priests who afterwards fled with the Bulgarian troops. 15

    If Strumnitza suffered less than Doiran, it was due to the courage
    of its Archbishop whose manly attitude nearly cost him his life.

    Here is how the correspondent of the Paris Temps at Salonica
    (see issue of July 14) describes what occurred in Strumnitza:

    «Before evacuating the city, the Bulgarian soldiers sacked
    several Greek and Turkish houses. They killed the priest
    Constantine and wounded his wife. They slew another Greek
    on his way from Gevgheli and massacred sixteen Turks includ-
    ing children. They placed under arrest a number of notable
    citizens with the intention of murdering them, and released
    them only when the Greek Bishop declared that he would not
    be responsible for the lives of the Bulgarian citizens of the
    town and the surrounding country should the Greek troops
    see the shambles.

    iThe Turkish community of Doiran has submitted a long memoire de-
    scribing in all its details the outrages committed by the Bulgarians in the
    district of Doiran. This report was authenticated by the Bulgarian priests
    Telatinof, Nakof and Yanoff, who voluntarily vouched for the statements
    of the victims.

    The memoire was published in a large number of European newspapers,
    notably the Paris- Temps.

    17

    Two were, however, killed in the interim, and, alleging an
    epidemic, the Bulgarians tried to lock the Bishop in a pavilion
    where the cholera victims were kept. He managed to escape
    during the night to a nearby village. The Greek army occupied
    the city on Wednesday at seven in the evening.»

    CHAPTER VI

    THE PILLAGE AND BURNING OF SERRES

    The Province of Serres and Drama

    However terrible were the atrocities committed on the left bank
    of the river Strymon, they cannot be compared, in the extent of
    destruction, with those committed by the Bulgars on the right bank
    of said river. The difference is due to two reasons: First, in
    that the province of Serres is richer than those of Doiran and
    Kilkis, and, second, because the bridges spanning the river Strymon
    were all destroyed and the Greek armies could not arrive in time to
    prevent the catastrophe.

    Unable to give a full list of the heinous crimes committed, as
    all the villages in the valley of Serres were burned ; we will confine
    this account as we have done up to now to the principal centers.

    The Burning and Plunder of Serres

    . Serres is one of the very few cities in the interior of Macedonia
    where foreign consular authorities are located. Moreover, it was
    visited by the consuls-general of Austria and Italy at Salonica.
    We have, therefore, in our possession foreign official documents,
    and, faithful to our method, we shall quote them in preference to
    the more detailed reports of the Greek authorities.

    The text of the official dispatch sent by the Austro-Hungarian
    consul to his government, as per translation forwarded to the Paris
    Temp^ by its Vienna correspondent, reads as follows:

    «To-day I proceeded to Serres in company with my Italian
    colleague. The three-fourths of the city formerly so rich and
    flourishing is now a mass of smouldering ruins. The Bul-
    garians had already abandoned Serres on July 5. On the 11th
    troops and comitadjis led by officers and officials made their
    appearance. They bombarded the defenceless town with four
    guns, pillaged from top to bottom and burned its finest quar-

    !See Temps, July 23 ; 1913.

    18

    ters, as well as several houses belonging to Austrian subjects
    and our consulate. The loss amounts to about 45,000,000
    francs (about 9 million dollars).

    Fifty notables were massacred, among them the Hungarian
    subject, Albert Biro. Several persons perished in the flames.
    The five new tobacco warehouses of the Austrian firm of Her-
    zog & Co. were set on fire and they are still burning. The
    estimated loss is about 2,500,000 francs (about $500,000).

    Our flag was not respected. The vice-consul, Mr. Zlatko,
    who was holding the flag, was carried off to the mountain with
    150 other persons who sought refuge in the consulate and was
    released only after paying a heavy ransom.

    It is essential that help should be sent for the persons under
    our protection, who belong to the best and heretofore wealthiest
    Jewish families.

    Please send without delay large sums for the purchase of
    food and raiment.

    Drama h^s been occupied. At Doxato several hundred
    women and young girls were found to have been massacred
    by the Bulgarians.

    One hundred and forty massacred persons were found at
    Demir-Hissar.

    Twenty Greeks of Serres were first robbed and then put to
    death by the Bulgarians in the estate of Pierre Pantza.

    The loss sustained by the Greeks of Serres exceeds 2,000,000
    francs (about $400,000). The losses of the Austrian tobacco
    firm of Herzog & Co., and the American Tobacco Co., are
    enormous.»

    Mr. Zlatko, the Austrian vice-consul at Serres, sent the follow-
    ing telegraphic report to the consul-general at Salonica:

    «A Bulgarian detachment of cavalry and infantry bombarded
    the town pf Serres on Friday morning. After a few shells
    fell in different directions, the infantry marched into the city,
    setting all the houses and stores on fire and massacring the
    inhabitants. Serres was almost totally destroyed. The num-
    ber of victims is numerous. About 20,000 persons are with-
    out shelter. All the food, clothing and stores have been de-
    stroyed. The town faces a famine. The situation is desperate.
    Please send help.

    On Friday toward noon, soldiers of the regular army at-
    tacked my house and drove me into the street with my family
    and a large number of persons who had fled from the massacre
    and the fire and had taken refuge with me. We were im-
    mediately led up to the mountain. All the women and chil-
    dren that accompanied me were threatened with death, and it

    19

    was only by paying large ransoms that we were released. I am
    safe and well, but my house was burnt. I am, with my family,
    without shelter or clothing. All our subjects who live here
    are in the same situation as myself.

    The Greek army occupied the city on Friday evening. A
    police service was at once organized and order was main-
    tained. Everything is quiet now. 3

    V

    The reports of the Italian authorities have not yet been made
    public. An idea may, however, be gained in advance of what they
    contain, by reading a long article which Mr. Magrini forwarded
    to his paper the Milan Secolo and published in that paper on July
    18, 1913. Mr. Magrini interviewed not only the Italian vice-consul
    at Serres, but in company with the Italian consul-general at Salonica
    assisted in the investigation made by the latter, and reported the
    speech he made before leaving the destroyed city.

    The main parts of Mr. Magrini’s article, confirmed also by
    Mr. P. Lafco in the Corriere delta Serra July 17, 1913, which, as he
    himself formally declared was based on information obtained from
    the Italian consular authorities, 1 read as follows :

    «The public is not aware, wrote Mr, Magrini, of the volumi-
    nous and detailed record of evidence collected by the foreign
    consuls at Salonica and kept secret, regarding the massacres
    of the Moslem population in Macedonia and Thrace by the
    Bulgarians.

    From a personal investigation made, I am able to say
    that about 200,000 Turks, including defenceless men, women,
    old men and children, were put to death by the Bulgarians
    during the first few months of the Balkan war. The entire
    eastern part of Macedonia and Thrace, oppressed in an in-
    credible manner, was plundered and terrorized. The silence
    kept by the great powers about the massacre of the Mussul-
    man population, encouraged the Bulgarians to continue their
    work and led them to the present massacre and pillage of the
    Greek population. Europe can no longer doubt. Two of the
    great powers caused, on account of these horrible crimes, an
    investigation to be made by their consuls who came to the con-

    1 The testimony of Mr. Munchausen, professor of languages at Serres,
    must also be taken into consideration. Professor Munchausen was among
    the Austrian subjects taken with the vice-consul to the mountains by the
    Bulgarians. His testimony was obtained by the special correspondent of the
    London Daily Telegraph and published in that paper on July 21, 1913. It
    confirms Mr. Magrini’s statement and adds certain supplementary details.
    The dispatch sent to the New York Herald by its special correspondent on
    July 17, is also interesting.

    20

    elusion that the Greek version regarding these crimes, was
    much below the actual truth.

    An Eventful Week

    When it became known that the Italian consul-general,
    Mr. Macchioro Vivalba, and his Austrian colleague, Mr.
    Auguste Krel, were going to Serres, I thought that it was my
    duty to follow them. I assisted and participated with them
    in the examination of numerous witnesses, and I am therefore
    in a position to make known the result of the consular investi-
    gation from which it appears that the Bulgarian government
    planned the destruction of Serres beforehand, and is directly
    responsible for it.

    We were able to reconstruct the eventful week through
    which the Macedonian city passed. On Friday, July 4, the
    Bulgarian advocate adviser of the Italian consul reported to
    him that the following order was received:

    ‘If it appears that Serres is lost to the Bulgarians, let
    it be destroyed.’

    On the evening of the same day General Ivanoff, who was
    beaten at Lahana, passed through the station of Serres on his
    way to Demir-Hissar. On Saturday, July 5, the stores and
    houses were sacked and seventeen notables were massacred;
    four other notables, among them the principal of the gym-
    nasium, the director of the hospital and the manager of the
    Orient Bank, were led outside of the city and killed with
    bayonet thrusts. Thereafter General Voulkof, Governor of
    Macedonia, and all the Bulgarian functionaries, soldiers, and
    gendarmes left the city hurriedly. On Saturday and Monday
    the town was quiet in expectation of the arrival of the Greek
    army. The inhabitants, however, were arming themselves in
    order to repel a probable attack by the comitadjis. On Tues-
    day and Wednesday some skirmishes took place between a
    number of the inhabitants and groups of soldiers who tried
    to enter the town and set it on fire. On Thursday the in-
    habitants, foreseeing the catastrophe, dispatched messengers
    to Nigrita to demand help, but it was too late.

    I questioned the Moslem Ahmed-Hafiz formerly attached
    to the Bulgarian police together with the Austrian consul-
    general. Here is his statement:

    On Thursday evening the Bulgarian officer Monef called
    at my house and told me that the Bulgarians were going to burn
    Serres the following day. He invited me to join in the pillage
    and the burning with a band of Moslems. I refused. Then
    Monef asked me for petroleum ; I replied that I had none.

    21

    On Thursday, during the night, four field guns were placed on
    the hill Dulti, which commands the city, and the following
    morning at eight o’clock the bombardment began and created a
    terrible panic. Later more than 500 infantry, several groups
    of cavalry, numbering ten each, and about 50 comitadjis entered
    the city armed with bombs, and the atrocities began. I recog-
    nized several officers among the soldiers, including Dr. Yankof,
    secretary to General Voulkof and government councilor, the
    late chief of police Karagiosof and Orpanief, chief of the
    gendarmerie of Serres. It looked like a well organized plan.
    The doors of the houses and stores were broken open with
    sticks tipped with iron, which the soldiers carried. The build-
    ings were entered and pillaged. The booty was loaded on some
    hundred wagons, specially got together for this purpose. Then
    the houses were emptied, one by one, sprinkled with petroleum
    and other inflammable substances and set on fire. Using the
    least possible effort, in a row of three houses they would set
    on fire the one in the middle, relying on the violent wind which
    was blowing to complete the work of destruction. The sol-
    diers fired on the people who attempted to save the burning
    houses, consulates, and foreign buildings.

    The Attack on the Italian Consulate

    In the quarter Kamenikia, twenty-eight persons, including
    the Hungarian subject, Albert Biro, were massacred. The
    Austrian vice-consul with the people who had sought refuge
    in the consulate were carried off to the mountain. His mag-
    nificent residence was sacked and then burned. All the build-
    ings that were protected by foreign flags, were treated in the
    same manner. At the Orient Bank an attempt was made to
    open the safe by means of a bomb, but it failed, and the build-
    ing was set on fire and destroyed.

    The Italian consular agency, located in a well constructed
    building, surrounded by a vast garden, was miraculously saved
    from destruction. It is the only house saved in a whole square
    which was burnt down.

    The Italian consular agent, Mr. Menahem Simantow, ex-
    plained to us that at noon on Friday a number of infantry
    soldiers ordered him to open his house, where 600 persons,
    mainly women and children, had taken refuge. Mr. Simantow
    showed himself at a window, and the soldiers demanded
    400 Turkish pounds, abouts $200. Mr. Simantow, who
    could speak Bulgarian, persuaded them to be satisfied with
    only four pounds (about $20.00) and to withdraw. The pres-
    ence of a young Bulgarian, Mavrodief, says Mr. Simantow,
    saved the agency from catastrophe. However, it became neces-
    sary in the course of the day to buy off other soldiers with

    22

    fresh ransoms. The consulate, full of refugees, was surrounded
    by flames, and it was with difficulty that we managed to protect
    ourselves. The consul then continued his narrative in relation
    to the massacre of the Moslem element and the persecution
    which the entire population had to undergo since the occupa-
    tion of the town by the Bulgarians. He gave us details un-
    heard of before. The authorities seized upon the best articles :
    furniture, carpets, silverware and clothing. Everything was
    stolen and sent to Sofia. He related that when Czar Ferdinand
    visited Serres, the prefect asked him to loan a silver service
    on which, according to custom, bread and salt was to be offered
    to the Bulgarian Sovereign. The consul readily consented,
    but when the Czar departed, the service was not returned to
    him. He made repeated demands for it, but without avail. He
    then threatened to create a scandal and to have the Italian
    Legation at Sofia intervene for the return of the service. He
    finally succeeded in obtaining an indemnity which hardly
    amounted to one-fourth of the value of the stolen articles.

    As Mr. Simantow is a wealthy merchant, the Bulgarian au-
    thorities obtained from his stores merchandise to the value of
    50,000 francs (about $10,000) and left with him worthless re-
    ceipts in lieu of payment. Such receipts were to be found
    everywhere in Eastern Macedonia and Thrace; very often,
    especially when Greeks were concerned, the receipts contained
    instead of the value and nature of the merchandise received,
    insulting expressions in the Bulgarian language.

    All storekeepers were also compelled to put up signs in the
    Bulgarian language, and even the Italian consular agent had
    to obey the order. In fact, he was fined because he failed to
    comply with it when first requested.»

    Four Thousand Houses Destroyed

    Mr. Magrini then publishes an interview he had with the Austrian
    vice-consul, whose statement we quoted above, and continues :

    «In company with Mr. Vivalba and Consul Krai, I visited
    and inspected repeatedly all parts of the city. What an im-
    mense desolation ! It is figured that more than four thousand
    houses have been destroyed. The consuls-general declared that
    they have never witnessed such a spectacle. Our views coin-
    cide. We are facing a resurrection of Tamerlan and Gengis
    Khan. The horror of the destruction is beyond all imagination.
    It is impossible to estimate the full damage. The losses alone
    of the three large tobacco comp’anies, the Herzog Company
    and the two American companies, amount to $2,000,000.

    23

    The Promises of the Italian Consul

    On July 14 Commander Mazarakis of the Greek army re-
    turned to the Mussulmans the great mosque which the Bul-
    garians confiscated and converted into an exarchistic church.
    The ceremony attending the restitution was very touching.
    The Mussulmans wept with joy and praised Greece for their
    deliverance. The Bishop and the orthodox clergy were present.
    The Italian consul-general, who was also present, made a speech
    and declared that he would communicate to his government the
    nameless horrors of Bui gar barbarity verified by him, and he
    added, that the manifestation of harmony and brotherly feel-
    ing existing between the Mussulmans and the Greeks was a
    happy omen for the resurrection of the city of Serres now re- f
    stored to peace and order by the Greek authorities. ,,

    It may be observed that the Greeks and the Turks were not the
    only ones that suffered. The Jewish community in Serres also had
    a terrible experience. Here is the essential part of the report drawn
    up by the Jewish delegation from Salonica: 1

    «It is under the painful and melancholy impression that we
    have felt when visiting the still smouldering ruins of what once
    was the flourishing city of Serres that we are making this re-
    port. The city of Serres, with a population of about 30,000
    people, composed of 16,000 Greeks, 12,000 Mussulmans and
    1,300 Israelites, was until recently, notwithstanding the un-
    fortunate Balkan war, full of life and relatively prosperous.

    A vandal hand heavily laid upon it caused a deathly silence
    to succeed the beneficent hum and bustle of its commercial
    activities. Out of 6,000 houses in Serres, 4,000, the very best,
    were reduced to ashes. More than 4,000 shops were first pil-
    laged and then burned. The disaster is enormous. All the
    inhabitants, without distinction, suffered more or less. Over
    one-half of the population is without food or shelter. Out of
    200 Jewish families living in the city, 131 lost their real and
    personal properties, stock in trade, etc.; 112 saw their belong-
    ings completely destroyed, and among these 29 families lost
    also their houses. The shops of 32 others were burned. The
    material losses sustained by the Jewish population alone ex-
    ceed 41,035 Turkish pounds (about $205,000).

    The community lost the synagogue, one school for the erec-
    tion of which 50,000 francs ($10,000) were expended, and
    two houses.

    1 For the losses sustained by the Jewish community see the Paris Temps
    of July 21, 1913, the Echo (TAthenes of July 24, and the report of Mr.
    Schinas of the Salonica press bureau published in the Liberie de Salonique
    July 15, 1913.

    24

    The indirect losses of the Jewish merchants arising from
    moneys due them by non-Jewish business men who saw, like-
    wise, their fortunes swept away in the common disaster, must
    be also included. These losses can not be estimated at present.

    During our visit in Serres we had occasion to talk to Major
    Mazarakis, commander of the place, and thank him for his
    kindness to our co-religionists. Major Majarakis is imbued
    with the best intentions, but as he will have to rejoin his regi-
    ment sooner or later, he has appointed several committees com-
    posed of prominent citizens, without distinction of race or re-
    ligion, to look after the work of assistance and public health.»

    We may end by remarking that the Bulgarians, like the «high-
    waymen» and the other associations of malefactors of the early
    part of the nineteenth century, committed part of their crimes under
    disguise. More privileged, however, than the bandits of the past,
    the Bulgarians had as their headquarters the very offices of the
    Tiighest local authorities. This clearly appears from the following
    official dispatch dated July 17, 1913:

    «The Austrian and Italian consuls, who arrived here, were
    horror-stricken before the Bulgarian crimes and at the sight
    of their victims shown to them in my presence and in the pres-
    ence of the Archbishop. * * * We visited the offices of
    General Voulkoff in company with the consuls, and we dis-
    covered there a large number of false beards and wigs used
    by the comitadjis for a disguise, also a quantity of stolen arti-
    cles, including carpets and ladies’ clothing. A similar dis-
    covery was made by me in the palace of the Governor at Kilkis.»

    Mazarakis,
    Commander of the Place of Serres.

    The Slaughter at Demir-Hissar

    The first news of the massacres committed at Demir-Hissar were
    made known by the following report of the commanding officer of
    the Sixth Division dated July 12, 1913, and published in the Paris ‘
    Temps on July 14:

    «I have the honor to report to Your Majesty that an officer
    of my staff, sent to Demir-Hissar, ascertained that Captain
    Meligof, of the Bulgarian gendarmerie, arrested, at the instance
    of three pro-Bulgarian persons, the Bishop, Monseigneur
    Constantine, the priest Papastravou, Mr. Papazacharizanou,
    a prominent citizen, and more than 100 Greeks who were im-
    prisoned in the confines of the Bulgarian school. On July 7
    and 8, Bulgarian soldiers and gendarmes massacred them and

    25

    requisitioned Turkish peasants to bury them within the school
    property outside the enclosure on the east side.

    An officer of my staff caused the grave to be opened in
    order to verify the facts. He found in a depth of about six
    feet the bodies of the victims all in a pile.

    Further, the Bulgarian officers and soldiers outraged sev-
    eral young girls and killed one named Agatha Thomas, daugh-
    ter of a gardener, who resisted their attacks. The shops were
    either ransacked or destroyed, and the house furniture of the
    Greeks carried away. The lives of many were saved by the
    Turks who sheltered them in their homes.

    The city in general presents a mournful spectacle of destruc-
    tion.»

    A commission composed of Greek ex-members of the Chamber
    of Deputies at Constantinople from Macedonia, and members of
    the Chamber of Deputies in Athens, visited the place and forwarded
    to His Holiness the Ecumenical Patriarch at Constantinople and to
    the President of the Greek Chamber of Deputies, a report con-
    taining the following details:

    «The line of the Bulgarian retreat from Lahana led through
    Demir-Hissar where 104 prominent citizens were at once ar-
    rested, including the Bishop and three priests. Eighty were
    immediately put to death and the remaining twenty- four, feign-
    ing death, although covered with serious bayonet thrusts, man-
    aged to escape. Two women were among the victims and two
    children, aged two and three years, respectively; two of the
    survivors, very old men, were covered with bayonet thrusts.
    One of them had been buried alive, but the earth being thrown
    lightly over him he managed to free himself sufficiently to at-
    tract attention and was saved. His condition is critical.

    A very great number of women and girls suffered at the
    hands of the retreating troops, all stores and houses were
    looted, but the height of Bulgar barbarity was attained when
    the Bishop and three priests were killed by the very hand of
    Captain Anghel Dimitrieff Bostanof of the 12th Regiment, who
    first cut their hands and gouged their eyes out. 1

    All these atrocities were committed by officers and soldiers
    of the regular Bulgarian army belonging to the 12th and 21st
    Regiments. The consuls of Austria and Italy interviewed and
    took the depositions of the survivors. The bodies of the dead,
    some of which have been frightfully mutilated, are now being
    buried.

    1 This was confirmed by the correspondent of the New York Herald.
    See issue July 17, 1913.

    \

    26

    On the morning of July 7, toward nine o’clock, a score of
    Bulgarian soldiers, carrying arms with bayonets fixed and hav-
    ing an officer in command, went to the residence of the Bishop
    where the Great Logothetis of the Diocese, Mr. Thomas Papa-
    charizakis, was visiting at the time, and knocked at the door.
    As the Bishop refused to open, they broke it down. An
    officer with a detail of six men placed the immates under
    arrest and ransacked the house from garret to cellar. They
    took among other things forty Turkish pounds ($200) which
    they found in a drawer of the Bishop’s desk. After treating
    the prisoners with every imaginable indignity they conducted
    them near the Bulgarian school and forced them to kneel.
    The Bishop was repeatedly stabbed by bayonet thrusts, and his
    skull crushed by a blow. Mr. Papacharizakis died of apoplexy,
    due to fright, but his corpse was, nevertheless, bayoneted.
    The sufferings of the Bishop lasted longer. The Bulgarians
    kicked and insulted him, and tore the hair and beard from his
    head. Afterwards they stripped the bodies of their victims
    even to their undergarments.

    Having accomplished their inhuman work, the soldiers re-
    turned to the residence of the Bishop seeking for his sister, who
    had escaped, and who remained in hiding on the roof of a
    neighboring house. The aged mother of the Bishop died from
    shock. The looters secured all the vestments of the church be-
    longing to the Bishop, including two mitres, a cross set in
    diamonds, and a gold bound Bible. They took all secular valu-
    ables and 240 Turkish pounds (about $1,200), belonging to the
    Bishop’s sister.

    Until noon of the following day the corpses of the victims
    remained exposed on the roadside. Then, with the bodies of
    many others, they were tied by the feet and dragged to a pit
    which they dug in the yard of the half-finished Bulgarian school
    house and there thrown in. We exhumed some of the remains
    and, although decomposition had set in, we could see unmis-
    takable signs of the dreadful tortures which had been inflicted.
    An examination of all of the corpses was impossible, as many
    were far gone in decay. The body of the Bishop was thrown
    in head down. The faces of the martyred victims bore the
    traces of ineffable sufferings.

    The exhumation took place amidst the sobs of the widows,
    the orphans and the entire community.»

    The competent local authorities drew up a list of the victims,
    among whom were the Bishop of Meleniko, Monseigneur Constan-
    tine, the Archpriest Stavros, the great Logothetis Thomas Papa-
    charizakis, Constantine Harizano and other notables. 1

    1 For a full list of those that were killed and those that disappeared or
    were wounded, see the official report of the Greek staff supra cited.

    27

    The Paris U Illustration of August 2, 1913, contains numerous
    photographs of Demir-Hissar and of the survivors. Also the pic-
    tures of four of the forty-two young girls that were outraged by the
    Bulgarians.

    The following account signed by L. Leune accompanied these
    pictures :

    «We are passing through the pretty town of Demir-Hissar
    built on a hill, with its picturesque bridge set on the rocks and
    its cypress trees. Women and children come and go, shadows
    of human beings with faces full of suffering and despair. A
    wounded man crosses the street. He has had a strange experi-
    ence. Before their precipitate departure, the Bulgarians caused
    the drum to beat, a sign which means, in nearly every country,
    that some important communication is about to be announced
    by the authorities. The people of Demir-Hissar rushed out
    of their houses in masses. The Bulgarian soldiers seized the
    Bishop, the priests and the notables, 110 people in all, and
    conducted them to the courtyard of the Bulgarian school house,
    where an immense pit had been freshly dug. The prisoners
    were forced to sit around it. Poor fellows, they well under-
    stood that this great yawning hole was going to be their grave.
    They looked at it and smiled like martyrs. They were about
    to depart for the great beyond to commence that great life
    which time can not destroy. They will watch from above the
    victorious Hellenic army take possession of the land which
    they have so bravely defended during their short stay on earth
    and preserved for their mother country. It would be their
    work.

    The Bulgarian bayonet is doing its terrible work. A thrust
    carries the beard of the Bishop away with the jaw. Another
    digs his eyes out. A third stops the beating of the heart.
    Fingers, hands and other limbs are torn away from the victims
    and thrown pell-mell. It can hack, that Bulgarian bayonet!
    Their work, that mass of mutilated bodies without form, the
    Bulgars contemplate with satisfaction and a sneer. * * *
    How brave they are, the soldiers of King Ferdinand, these
    ‘Japanese of Europe/ these ‘Prussians of the Balkans’! * * *

    But the Greek army is approaching! * * * The corpses
    remain and the murderers are fleeing. And the wounded man
    continues : ‘After my first wound, I feigned death. When the
    Bulgarians fled, I got up. The Greek soldiers were there.’ »

    A small town can not so easily recover from such a disaster.
    The picture which Mr. George Bourdon, who spent three entire
    weeks at Demir-Hissar after the slaughter of July 7, has drawn of
    the place is proof of this statement.

    28

    Here is the text of his dispatch to the Figaro which appeared
    in that paper on August 4, 1913:

    Salonica, August 2.

    «On my return from the general headquarters at Livanovo,
    which is the Olympus of a very busy staff, I visited the city
    of the dead. I am speaking of Demir-Hissar.

    Demir-Hissar, a charming little Turkish town northwest of
    Serres, is built at the foot of a rocky mountain which gives it
    the aspect of a thicket lying against a wall. Dominated at the
    top by the ruins of an old fort, traversed by a river, which, at
    this time of the year, shows its dry bed of white pebbles ; with
    its pretty little coffee house standing on stilts and open to the
    four winds; its murmuring springs; its mosques and trees as
    old as Mahomet; its uneven pavements; its quaint little stores-
    where but lately sat squatting merchants from afar picking the
    glittering beads of their amber diaplets; it forms a fetching^
    picture.

    Turks, sitting behind their baskets rilled with fruit, vainly
    await a customer. One seeks on the azure skies the blue line
    of the Bosphorus or the small wave of the sea of Marmara.
    I imagined myself back in Broussa where I felt to have found
    again that gentle and mysterious charm of the high quarters of
    Scutari.

    Nothing, however, but silence reigns in this grief-stricken
    city, which resembles a motionless widow, who, having cried’
    her eyes out, can not shed any more tears.

    The rare people we meet on our way, mostly Turks, rise and*
    salute us with deference. The aids of the King and the Greek
    princes are guiding me through the town. How very few peo-
    ple indeed we meet! The streets are deserted of the human-
    beings that gave them life ; the little neat stores are abandoned,
    the big houses are without their occupants, even the courtyards
    are without their inmates. What cataclysm then has so sud-
    denly struck this charming town ? It is neither fire, earthquake
    nor lava. Its houses are intact. The Bulgarians, however, have
    passed this way.

    Swords, bayonets and knives were freely used, and Demir-
    Hissar realized how true was its old Turkish name : The Fort-
    ress of Iron. Turks and Greeks although unequal in number
    suffered alike. A large number of Greeks owe their lives to-
    tenderhearted Turks and they own this with gratitude.

    In many places, where the bodies of the victims were interred,
    pious hands have placed a stone, a cross or a candle to burn.
    There is nothing so touching as these humble signs of grief and
    mourning. They bear no names. It is like a human wail which
    quietly and discreetly finds vent, yet it rends the heart and fills-
    the skies.

    At Nigrita, at Doiran, at Strumnitza, the same atrocities.

  7. 29

    Serres was barbarously destroyed. The three-fourths of the
    town was reduced to ashes. Four thousand houses, churches
    and mosques were systematically set on fire and burned. Forty
    thousand people remained without food or shelter.

    So many massacres, so much looting and destruction of prop-
    erty, stirred the Greek hearts to exasperation and brought about
    that wonderful transformation that carried the armies of King
    Constantine forward for three weeks. The impulse was ir-
    resistible as each and every man felt in him the violent desire
    to conquer.

    These are not the empty words frequently used to embellish
    the exploits of a successful athlete. They express profound
    realities, and the state of mind of an army, which made up in
    heroism what it lacked in experience. It was imbued with some
    of the religious and the divine. I do not think that our great
    revolutionary armies were inspired with a purer faith and a
    more violent willingness for self-sacrifice.

    There was something of the sublime in this Greek army,
    as in our own, a spectacle rare enough to compel admiration.

    I know that I will not be believed or believed but par-
    tially. I know also that there are people who would smile when
    they hear of heroism and of wonders. It matters not. I am
    but a witness who sees, hears and relates, and I am satisfied
    that not one of the foreign newspaper correspondents, not one
    of the witnesses who like myself have heard and seen, would
    contradict me.»

    The Massacres and the Destruction of Doxato

    Doxato, the center of production and tobacco industry, was the
    -most prosperous of the Macedonian cities. Nothing but the church,
    -which was saved by a miracle, and a few families hidden among the
    ruins, remain.

    The newspaper correspondents, Messrs. Puaux and Magrini, vis-
    ited the town the day following its destruction by the Bulgarians.

    Commander Cardale, of the British Royal Navy, who was at
    Kavala, proceeded there at once and became also a witness of the
    terrible catastrophe.

    We are reproducing here below their testimony, to which we will
    add that of Vladimir Tordoff, editor of Outro Rossije of Moscow,
    and a few others.

    Testimony of Mr. Puaux 1

    «I spent the following morning in Doxato, about ten miles
    south of Drama, and I had the good fortune to interview many

    iSee Paris Temps, July 21, 1913.

    30

    impartial witnesses, including a French couple, a Mr. and Mrs.
    Valette, who related to me in detail the events which culminated
    in the burning of the town and the murder of thousands of
    inhabitants.

    The Bulgarians, for the ostensible reason that certain sharp-
    shooters from the village fired in the morning and on the after-
    noon, without, however, inflicting any injury, on a number of
    stragglers belonging to the retreating army of Kavala, decided
    to punish the inhabitants of Doxato.

    On Sunday morning, July 13, they reached the town and
    placed a cordon about the estate of Mr. Valette, with the evident
    intention of arresting his interpreter, overseer and a family
    servant, all of whom were Greeks. Mr. Valette displayed the
    French flag over his doorway and protested to the commander,
    who was not very far away, against the arrests. The com-
    mander, after a long parley, finally accepted Mr. Valette’s
    view, but he detailed two sentries to guard the gate of his estate.
    The order to attack was then given and the Bulgarian soldiers
    opened fire on the town with four cannon ; in less than half an
    hour the shattered houses began to collapse, and at noon the
    artillery fire ceased. Then two Bulgarian cavalrymen came
    and took away the sentries that were left to guard the estate,
    and addressing the Gypsy employes who worked on Mr.
    Valette’s estate, over one hundred in number, urged them to go
    to Doxato ‘where the looting was good.’

    The soldiers told Mr. Valette that they had received orders
    to remove the Greek servants to Drama, and finding resistance
    useless, Mr. Valette determined to accompany his employes,
    ordered two of his carriages to be prepared and went with them.
    At Drama he met Mr. Dobreff, the Bulgarian Governor, who
    seemed greatly agitated, declaring that a great disaster had hap-
    pened and that he must at once give aid to the victims and
    orders for the disposal of the dead. Mr. Dobreff proceeded at
    once to Doxato, together with Mr. Bachivakof, the lieutenant-
    governor, the cdimacan of Doxato and the president of the
    municipal council of Drama, caused the burial of some of the
    bodies and returned once more to Drama. During his stay
    he ordered the release of Mr. Valette’s servants.

    On Monday morning the town was still burning and the
    Valette estate was crowded with refugees who were afraid to
    leave. The Greek army arrived two days later. Mr. Valette
    added that during the past week the people had been very
    nervous, as the preceding Sunday the Bulgarians arrested the
    prominent citizens, and on Friday and Saturday a few skir-
    mishes took place in the neighborhood of the town between
    Bulgarian and Greek volunteers.

    If a few stragglers of the Bulgarian army were fired upon,
    that was not a reason, said Mr. Valette, why a whole city should

    31

    be burned and pillaged and more than one thousand persons,
    including women and children, murdered.

    Mr. Valette’s statement was corroborated by his daughter.
    They are both among the principal witnesses who will be ex-
    amined by the French Commission appointed by President
    Poincare to investigate, in response to a telegram of protest sent
    by King Constantine, when it reaches that place.

    One fact is certain, that almost all the peasants were robbed
    before they were put to death. When about to photograph a
    group of these unfortunate victims, 1 whom Bulgarian cavalry-
    men took outside of the limits of the city to murder, I found
    empty purses lying among the corpses now in a state of decom-
    position. Two men, belonging to that group, managed to es-
    cape and reached the estate of Mr. Valette, crawling through
    the fields on their hands and knees. They told Mr. Valette
    that the Bulgarians compelled their victims to give up every-
    thing they had before they were put to death.

    Doxato, until recently so flourishing, is now a heap of ashes.
    On the central square a group of three old women attracted our
    attention. One of them was sobbing violently. She had lost
    everything in the world. Her whole family was killed and her
    house destroyed. The other two were trying to console her.
    Their husbands and sons were also massacred, but they
    answered quite simply : ‘They died for Greece.’ »

    Testimony of Mr. Magrini

    Mr. Magrini conducted his own investigation in company with
    the most prominent Italian citizen in the district of Kavala, Mr.
    George Buffetti. He described conditions as follows in a corre-
    spondence published in the Milan Secolo, July 26, 1913 :

    «On Saturday evening Bulgarian soldiers placed four field
    guns at a distance of 300 feet from the town, and on Sunday
    morning they commenced the bombardment. The inhabitants
    fled, some in the direction of Kavala, others following the dry
    bed of the river toward the mountains, carrying their money
    with them. A few hundred locked themselves in their homes.

    The Bulgarian cavalry appeared suddenly on the scene and
    pursued the fugitives, while 400 Bulgarian soldiers with bay-
    onets fixed entered the town followed by two wagonloads of
    cans full of petroleum. The cavalry, composed of 120 men,
    was divided in two sections with Birnef and Symeonof
    as commanding officers, respectively. They attacked and cut
    right and left men, women and children with their swords,

    1 The photos of Mr. Puaux appeared in V Illustration of August 2, 1913.

    /

    32

    while the infantrymen robbed the victims and finished the
    work of destruction.

    Unheard of acts of savagery are related. A number of
    Mussulmans, whom the Bulgarians requested to take part on
    the assurance that Bulgaria and Turkey had formed an alliance
    against Greece, also participated in the massacre which lasted
    until five o’clock in the afternoon.

    Besides Majors Symeonof and Birnef, many other officers
    and officials took an active part in the massacre according to
    the testimony of the survivors, including Athanas Priestef,
    chief of police of Doxato, Jean Borof, Karakof and Vakef, a
    justice of the peace.

    Having completed our investigation we were about to leave
    Doxato, when a man with distorted features, dashed towards
    us like a madman and asked for a piece of bread. Mr. Buffetti
    recognized in him a millionaire tobacco merchant, whose family
    had been massacred and his properties destroyed. We took
    him along in our carriage to Drama.»

    Testimony of Commander Cardale of the Royal British Navy

    Commander Cardale made certain statements to Mr. Stevens,
    special correspondent of the London Daily Telegraph (see issue of
    July 24, 1913), which the latter summed up as follows:

    «Commander Cardale, an active officer of the British Navy,
    who happened to be at Kavala, and who, on hearing of the
    horrors committed by the Bulgarian troops at Doxato, left im-
    mediately for that place, gave me the following description of
    what met his eyes on reaching the scene of the massacres.

    At the entrance of the town the first thing that met his gaze
    were bands of dogs feeding on human remains. The burnt
    town appeared to be deserted, and a great deal of shouting had
    to be resorted to before some women issued from the ruins.
    By the time he got to the place most of the bodies lying in the
    streets had been removed, but many, for want of grave-
    diggers, had been temporarily deposited at the entrance of the
    village, which explains the horrible sight above mentioned.

    In one courtyard a large number of women and children were
    massacred. The bodies of thirty of them were still there when
    Commander Cardale visited the place. All the bodies had
    bayonet thrusts and bore marks of unspeakable mutilations.
    The walls were spattered with blood to a height of six feet
    from the ground, and he » accounts for this by the narrative
    given him by the surviving inhabitants, who say that the victims
    were not put to death at once, but were slowly brought to their
    end by bayonet thrusts.

    33.

    In one corner of the courtyard he saw huddled together the
    bodies of six little children. Into the courtyard of a rich Turk’s
    house a similar flock of women and children were driven for
    slaughter by the Bulgarians, but before they had time to dis-
    patch them all some broke through the cordon of soldiers placed
    at the entrance and ran upstairs into the house of the Turk,
    seeking refuge under the carpets and divans of the place.

    Commander Cardale found the cushions and carpets slashed
    by sword cuts and the walls reeking with human blood and
    hacked remains. In one of the rooms there was a stove pipe.
    Up this pipe he saw, wedged in, a girl, 7 years of age, who had
    evidently tried to escape in this way, the murderers killing her
    by thrusts from bayonets from below. On the body of the little
    victim he counted four such bayonet wounds. In another room
    he was shown the place, still bespattered with blood, where a
    woman and her child had been crucified on the wall. The im-
    pressions that the bodies had left were plainly visible, as were
    also the holes left by the nails driven through the outstretched
    hands and feet of the victims.

    Throughout the town he personally counted 600 bodies still
    left unburied, mostly of women and children. He verified the
    following story showing how the precepts of Christianity are
    understood by the so-called Christian Bulgarians:

    Thirty Greeks and one Turk sought refuge in the sanctuary
    of a Greek church while the massacres were going on outside.
    A squad of Bulgarian soldiers entered the church. To the
    Greeks they said that if they had found them outside they
    would have killed them all, but, as they were Christians in a
    Christian church, they would spare their lives. But as to the
    Turk, he must die, and suiting the action to the word, they
    killed the Moslem on the steps of the altar.

    Commander Cardale showed me several of the photographs
    he took with his camera, and placed at my disposal any I
    wished to send to England for publication.» 1

    Commander Cardale was questioned by Mr. Andreades, Professor
    of Law at the University of Athens, and he declared that the cor-
    respondent of the London Daily Telegraph reproduced exactly in
    its principal parts the account he gave him of the atrocities. He
    added that the number of dead could not be accurately fixed, but
    that by counting the graves, the bodies and other human remains
    that were strewn everywhere, he estimated that no less than 600
    were killed.

    The commander saw bodies lying six hundred yards outside of

    1 They were published in the Illustrated London News, Aug. 9, 1913.

    .34

    the town limits. They were the bodies of those who tried to get
    away and were cut to pieces by the Bulgarian cavalry. He stated
    that the testimony of all the witnesses he had examined agreed that
    Bulgarian officers of the highest rank participated in the massacres.

    He also confirmed the story that Gypsies and Turks were induced
    to take part in the work of destruction and looting of the pros-
    perous town.

    In the absence of arms, their auxiliaries, who were called in the
    afternoon probably to help complete the work as quickly as possi-
    ble, used sticks and agricultural implements to attack their victims,
    whose end was thus rendered more horrible.

    Testimony of Captain Trappman

    Captain Trappman, after an investigation of his own, cabled to
    his paper, the London Daily Telegraph, in part as follows i 1

    «The French Commission appointed to investigate will find
    ample evidence how the Bulgarian cavalry, followed by in-
    fantry, chased the luckless villagers for miles, the cavalry
    killing or wounding, whilst the infantry mutilated the corpses.»

    Testimony of Vladimir Tordoff

    Mr. Vladimir Tordoff made a summary in French of the corre-
    spondence in Russian he sent to his paper UOutro Rossije of Mos-
    cow. This summary, which was published in the Liberte de
    Salonique July 20, reads as follows :

    «On July 2/15, toward midnight, news reached the general
    headquarters of the Greek army at Hadji-Beylik, of the atroci-
    ties committed by the Bulgarians at Doxato. I was returning
    from the battlefield of Strumnitza which I had just visited
    in a military automobile. Although exhausted with fatigue, I
    asked some of my colleagues, Mr. Puaux of the Paris Temps
    and Mr. Mavroudi of the Debats, to try and obtain from the
    military authorities a vehicle to convey us to Doxato.

    Our request was immediately granted by the military authori-
    ties, and very early the following morning, after hardly three
    hours rest, we were able to start for Doxato.

    We first crossed the bridge of Strouma on foot and on the
    way met a large number of dray-carts carrying wounded and

    !See Daily Telegraph, June 24, 1913.

    35

    supplies. An officer, speaking Russian perfectly, met us and
    placed at our disposal, in accordance with instructions received
    from headquarters, an automobile with two young, brave and
    very experienced chauffeurs.

    Qne of them was a volunteer who came expressly from the
    United States to take part in the war.

    The trip to Doxato was one of the most difficult and tire-
    some we had experienced. We were several times compelled
    to ford streams and pull the automobile, to improvise foot
    bridges from stones and branches of trees, etc.

    It was about nine o’clock the following morning when we
    reached Demir-Hissar. A group of prominent citizens with a
    brokenhearted countenance stopped our vehicle and insisted
    that we go and see the bodies of the martyred victims of Bul-
    gar barbarity.

    The bodies were lying in the courtyard of a house shaded by
    an immense plane-tree around which two Turkish girls with
    picturesque costumes were playing. We had advanced but a
    few steps when a nauseating odor compelled us to stop our
    nostrils. A large number of unburied corpses were already in
    a decomposed state. A group of women standing nearby were
    wringing their hands and crying piteously. We were pro-
    foundly moved at this spectacle.»

    Mr. Tordoff then gives his impressions about the destroyed city
    of Serres, and certain villages of that district which have had the
    same fate, also about Zlakovo where he met a woman whose daugh-
    ters were ravished and her husband killed by the very Bulgarian
    soldiers who accepted their hospitality. Mr. Tordoff continues his
    narrative as follows :

    «At Drama we found the population celebrating with great
    enthusiasm the arrival of the Hellenic troops which entered the
    town the day before amidst general relief.

    About a dozen miles from Drama we faced the ruins of
    Doxato. This prosperous town was destroyed by the Bul-
    garians on the pretext that Greek sharpshooters killed near
    that place a number of Bulgarian soldiers who were retreating
    from Kavala.

    The Bulgarians bombarded Doxato for three hours with the
    aid of four cannon placed on commanding heights, and they set
    different sections of the town on fire. Not being satisfied with
    this, they invited the gypsies to participate in the looting and
    massacre of the Greeks. The slaughter of the people by the
    Bulgarians was frightful. Hundreds of innocent citizens were
    slain. The place was everywhere looted. We saw on the pave-

    f

    36

    ments, among the ruins of the houses and shops, safes that were
    forced open, broken sewing-machines, etc., etc. Women were
    wringing their hands and/Crying in despair. I saw with my own
    eyes children carrying bayonet wounds. I met an old woman
    who had lost everything. She was crying piteously for her five
    children, of the fate of whom she was ignorant. A Greek
    priest was pierced through and through by a bayonet thrust near
    the church door. We saw at different places piles of corpses
    exposed to the sun, and others, half buried, whose heads, arms
    or legs were sticking out of the soil.

    One-half of the population of Doxato disappeared without
    leaving any traces.

    This heartrending spectacle impressed me painfully. Dur-
    ing the entire trip from Hadji-Beylik to Doxato, I felt a terrible
    shame that such savageries were committed by Slavs.»

    Kavala and Drama

    The people of Kavala and Drama have been so terribly oppressed
    during the past few months, that it will be difficult to give an ac-
    curate account in a few words. 1 These cities were at least saved
    from massacre and destruction.

    Kavala owes its escape to a very ingenious stratagem of Admiral
    Coundouriotis. 2 The Bulgarians believing that they were to be sur-
    rounded, abandoned the city, taking with them as hostages Bishop
    Athanase and his secretary, two doctors, the headmaster of the
    Greek school, the dragoman of the Greek consulate, the honorary
    dragoman of the French consulate and the most prominent Greek
    citizens of the town. 8

    1 For complete details see a long article by Gaston Deschamps, an eye-
    witness, which was published in the Paris Temps July 22, 1913. Also an
    article by Mr. Magrini in the Milan Secolo of July 18, which contains also-
    an interview with Mr. Protopapas, the mayor of Kavala. Concerning Drama,
    read the correspondence of Mr. Puaux in the Paris Temps July 21, 1913, and
    that of Mr. Mavroudi in the Journal des Debats, July 24, 1913.

    2 Mr. Deschamps who was on the island of Thasos opposite Kavala at
    the time, describes this stratagem in all its details and characterizes it as
    «one which Themistocles, admiral of the Athenians, would have approved.»
    See article above cited.

    3 Here is the list:

    1. The Bishop of Kavala. 2. P. Lekos, dragoman of the Greek con-
    sulate. 3. P. Candiotis, Hellenic subject and manager of the Bank of Athens.
    4. A. Charissiadis, merchant. 5. Dr. Poulidis. 6. M. Kolokythas, merchant
    and honorary dragoman of the French consulate. 7. Dr. Conoplidis. 8.
    Th. Vratzouhas, agent of the firm of Moriatis & Co., of Manchester. 9*
    Boulgaridis, tobacco merchant, Hellenic subject. 10. C. Ioannou, tobacco-
    merchant, Hellenic subject. 11. A. Alexopoulos, tobacco merchant, Hellenic
    subject. 12. A. Zorbas, manager of the newspaper Simaia. 13. A. Natzos r

    A

    37

    The same tactics were followed at Pravi, a small town northwest
    of Kavala, 1 at Chari-Chaban and other places.

    The prosperous village of Alistrati was saved, thanks to the
    «timely arrival of the Greek army which extinguished the conflagra-
    tion the Bulgarians had started. Official Greek sources also attribute
    the saving of Drama to the rapid march of the 7th Division. Ac-
    cording to Mr. Puaux, however, «Drama suffered little by compari-
    son, thanks to the coolness and the humanity shown by the two
    :principal Bulgarian functionaries, Colonel Guezof and Prefect
    Dobref.» 2

    We bow before the testimony of Mr. Puaux, and, extending our
    -congratulations to these two Bulgarian officials, we can not help
    remarking that the efficacy of their intervention is an additional
    -proof of the heavy responsibility that weighs upon all of their col-
    leagues throughout the rest of Macedonia.

    CHAPTER VII
    THE ATTACKS ON THE CLERGY AND TEACHERS

    The Destruction of the Schools and Historical Monuments

    There are certain crimes among the many horrible ones that have
    «been committed which the universities of Athens feel very keenly.

    Your attention was drawn to the fiendish attacks made against
    the high Macedonian prelates, and the large number of priests that
    iell victims to their faith and fidelity to duty. The acts of violence
    to which so many professors and teachers were subjected have,
    no doubt, aroused your indignation.

    From the correspondence of Mr. George Bourdon in the Paris

    1 Here are the names of the citizens of Pravi carried off by the Bul-
    garians :

    Rev. Econome Papanicolaou, C. Emmanuelides, D. Emmanuelides, K.
    Likides, P. Likides, George Karageorge, E. Hadjistergiou, C. Hadjistergiou,
    C Fanitsas, N. Tascos, S. Joannis, D. Ragas, D. Lambros and Christ
    Mousteniotis.

    2See Paris Temps, July 21, 1913.

    Hellenic subject, employed by the Bank of Athens. 14. Th. Pantazis, com-
    mission merchant. 15. M. Pappadopoulos, secretary to the Archbishop.
    16. I. Yattos. 17. Th. Valimidis. 18. P. Zoulas. 19. D. Tamintzikis. 20. S.
    Phessas. 21. C. Phessas. 22. A. Vassiliadis. 23. D. Economou. 24. G.
    Antoniadis, 25. A Papadopoulos. 26. J. Zorbas, and 27. C. Striminghis.
    The Hellenic government immediately communicated this list to the
    Greek legations abroad with the instruction to protest against this violation
    of the rules of international law, and to demand protection for the lives of
    the Hellenic subjects led away by the Bulgarians.

    V

    38

    Figaro, which we quote below, you may form an idea of the horri-
    ble death which Professor Papapavlos, D.L., suffered. He was
    one of the most distinguished Hellenists, a brilliant scholar, and a
    graduate of the universities of Athens and Leipzig. At the time
    of his death he was the headmaster of the gymnasium at Serres.
    Here is what Mr. Bourdon wrote on July 24, 1913 :

    «The bodies of some of the hostages taken by the Bulgarians
    from Serres will be found in a corn field. We searched for
    them for a long time in vain. Finally one of us exclaimed :
    ‘We are getting near.’

    A stench of putrefaction, a strong, penetrating, persistent
    and sickening smell of decaying flesh, an experience of which
    I had in Casablanca, struck our olfactory nerves. We first
    discovered one corpse, then a second, then a third — seven in
    all. The first was lying about two hundred yards away from
    the second, and three hundred yards approximately separated
    the latter from the other four.

    The last body we found on a slope not far from the others.
    The first poor fellow must have stumbled as he lost his shoe
    and fell three yards forward. Another must have been struck
    on the back. He was lying face down and his whole body was
    half stuck in the muddy field. A third had his skull crushed
    with a gun, and the blow must have been so violent that it
    broke the butt of the gun and threw it a few feet away. We
    found the barrel still loaded with five cartridges in a thicket
    not very far away, and the butt, which was covered with coagu-
    lated blood and hairs, fitted exactly.

    Near the corpse of another victim we found a second broken
    butt. No doubt the murderer must have taken the barrel of
    the gun with him. A fifth was lying on his back, his twisted
    hands and fingers stuck in the soil. His face was black, his
    mouth wide open and he seemed to be still yelling from fright.
    It reminded me of those two petrified corpses one sees at
    Pompeii, with twisted limbs and open mouths, looking, after so*
    many centuries, as if they have not ceased to scream under the
    molten lava.

    Conscious of the sensibilities of my readers, I shall not pro-
    tract the description of this horrible spectacle.

    We armed ourselves with a stern will power, stopped our
    nostrils and with horror-stricken eyes proceeded to the com-
    pletion of the investigation we had undertaken, which we con-
    sidered necessary.

    We took photographs of these frightful remains which we
    are going to publish. 1 One thing is certain, that these notables,.

    1 They were published in L’ Illustration, August 2, 1913.

    39

    like many others, were the victims of the regular army and not
    of the comitadjis although the Bulgarian authorities deny this.
    They were taken prisoners at Serres and forcibly carried off
    by the retreating army.

    The unfortunate victims before our eyes were well dressed
    and had every appearance of gentlemen. That they were from
    Serres, we have no doubt, as three of the bodies were recog-
    nized and identified. ,,

    One of the victims was Professor Papapavlos, and the other two
    Dr. Cryssafis, the best doctor in Serres, and Mr. Stamoulis, the
    manager of the Orient Bank.

    An adequate idea of what the Greek Church and the teachers
    had to suffer in Macedonia and Thrace may be gained by con-
    sulting the official reports of the Bishops which were published in
    the Ecclesiastiki Alitheia, the official organ of the ecumenical
    patriarchate.

    The publication of these reports commenced on July 28, 191 3, 1
    and is far from being completed. No doubt they will be translated
    into French, and the civilized world will then be able to learn how,
    in this twentieth century, such persecutions, recalling the darkest
    times of the religious wars, were conceived and carried into
    execution.

    We shall mention only the case of Eurydice Papa-Apostolou, a
    teacher at Pravi, who lost her reason after she was assaulted by
    Bulgarian soldiers. 2

    We may also mention the well known fact that in Macedonia
    and Thrace the Greek schools were turned into hospitals, barracks
    and stables, so that, in the guise of military necessity, Greek instruc-
    tion was everywhere interrupted. In this way the Bulgarians ex-
    pected to assimilate the Greek population of Macedonia and Thrace
    to that of Eastern Roumelia, which, in spite of the treaty of Berlin
    and other supplementary treaties, was deprived of its churches and
    schools and forced to patronize the Bulgarian.

    The literary world will also be shocked at the numerous acts of
    vandalism against the ancient relics.

    iSee «Ecclesiastiki Alitheia» Nos. 23 and 27.

    2 Read the report of the Bishop of Elefteroupolis published in the afore-
    said paper June 28. This poor girl is now an inmate of the Dafni lunatic
    asylum, near Athens.

    40

    The reports of the Bishops contain ample proof of this statement*
    Not only several objects of ancient art were stolen, but a number
    of inscriptions disappeared or were destroyed.

    The rage shown by the Bulgarians against the inscriptions was
    manifest everywhere, and is partly explained by their fear that the
    Greek inscriptions constituted historical records.

    It appears from a letter of Dr. Economou, ephor of antiquities
    in Macedonia, addressed on June 12, 1913, to his colleague, Pro-
    fessor S. Lambros, that the Bulgarians of Ostrovon destroyed an
    inscription because it contained the name Alexander, which they took
    for that of Alexander the Great.

    These acts of vandalism, or rather these bulgarisms, are nothing
    in comparison to the profanation at Silyvria by the Bulgarian officer
    Kaptsef, of the tomb believed to be that of Emperor Basil, the slayer
    of Bulgarians.

    In the conflagration of Serres many relics belonging to the
    medieval and ancient periods perished, including the magnificent
    Cathedral, a jewel of byzantine architecture, with its priceless con-
    tents; the collection of the antiquities preserved in the Metropolis
    and in the hospital ; the collection of the manuscripts of the diocese
    and those of the gymnasium, together with twenty churches, many
    of which were old, or contained ancient inscriptions, icones or
    sculptures. 2

    CHAPTER VIII
    WHO IS RESPONSIBLE?

    In the course of this lengthy statement, we had several times
    occasion to cite the names of the Bulgarian officers and officials
    who were not only the instigators of the massacres, the looting and
    the burning of the cities, but the leaders as well.

    It is, therefore, a question of official crimes, and any attempt to
    throw the responsibility on the comitadjis will be in vain. This
    truth was established by the actual facts, and strongly proclaimed

    1 See, among the many other reports, those of the Bishops of Heraclee,
    Ganos and Derkos.

    2 Full information regarding the inscriptions and other medieval and
    ancient objects of art, until recently preserved in the Cathedral of Serres,
    will be found in the splendid works of Prof. Papageorgiou (Bysantinische
    Zeitschrift, 1894) and of Messrs. Pedrizet and Chesnay {Monuments de
    VAcademie des Inscriptions, Paris, 1904).

    41

    and confirmed by the consular reports and the statements of the
    foreign consuls at Salonica and by Commander Cardale of the
    British Royal Navy.

    The following editorial appeared in the Paris Temps, which is
    always so well informed, on August 4, 1913 1 1

    «The moral condition of Bulgaria was aggravated by the
    investigation made by the counselor of the French Legation
    at Athens, Mr. du Halgouet, whose worth and character are
    unanimously recognized and respected. This investigation con-
    firms and defines the accusations made by King Constantine.»

    Still more convincing are the official documents found in the
    palace of the Bulgarian Governor at Serres on July 16, 1913. We
    give the principal ones:

    (a) Order No. 8265, dated June 21, by which the Governor of
    Serres, Voulkof, ordered the prefect of Drama to arrest and com-
    mit to some prison in Bulgaria the Greek Bishop of that town and
    the foremost citizens, on the pretext that they were inflaming the
    population.

    (b) Order No. 8391, bearing date June 21, addressed to the
    Governor of Serres, Voulkof, by the Chief-of-Staff, Moustakof,
    contained a list of prominent citizens who were to be imprisoned
    by the latter.

    (c) Document No. 8390, dated June 21, addressed by Voulkof,
    Governor of Serres, to the prefect of Strumnitza, ordered the im-
    prisonment of the Greek Bishop of that town in a Bulgarian
    monastery.

    1 The Paris Temps of July 30 already contained the following dispatch
    from Salonica:

    «Mr. du Halgouet, first secretary of the French legation in Athens and
    Colonel Lepidi, who were ordered by the French government to make an in-
    vestigation on the reported massacre and looting by the Bulgarians, visited
    Serres, Doxato and Demir-Hissar, and made a thorough examination.

    The result, which they incorporated in an official report, agrees in every
    respect with the result of the investigation previously made by the consuls-
    general of Austria and Italy at Salonica. Mr. du Halgouet asserts that
    Serres and Doxato were destroyed in the same manner and after a settled
    plan, not by the comitadjis, but by the regular Bulgarian army which acted
    in accordance with special orders received from higher sources.

    The local civil officials and the chiefs of the Bulgarian police and gen-
    darmerie helped the army in its work of destruction.

    Mr. du Halgouet declared that several Bulgarian officers were among
    the slayers.

    This dispatch was fully confirmed by a long correspondence by Gaston
    Deschamps, published in Le Temps, August 7, 1913.

    w

    42

    (d) Dispatch No. 8256, dated June 21, addressed by the Prime
    Minister of Bulgaria, Mr. Danef, to the military governor of
    Serres, counselled the latter to have the Bishop and the notables
    tried by a court martial before sending them to prison, in order
    to justify their arrest.

    (e) Lastly, dispatch No. 8263 from the military governor of
    Serres to the Bulgarian Commander-in-Chief advising him of the
    arrest of the Bishops of Doiran and Kavala.

    CONCLUSION

    Sir and Very Honorable Colleague :

    This statement, notwithstanding our efforts to abridge it, not-
    withstanding the many atrocities we have omitted, is much longer
    than intended. No doubt you must have observed, if you have had
    the patience to read it through, that not one single fact could be
    denied, and that it is based on unimpeachable testimony. But even
    glancing through it, you must have been convinced that, when you
    were asked by cable three weeks ago to stigmatize these misdeeds
    without precedent in the history of modern warfare, in the name of
    righteousness and Christian morality, we did not exaggerate.

    We expressed the hope that European public opinion would pre-
    vent the repetition of the Macedonian atrocities in that part of
    Thrace which was still occupied by the Bulgarians and which is
    inhabited, almost entirely, by Greeks and Turks.

    Unfortunately, the echo of indignation which the news from
    Macedonia created throughout the civilized world failed to reach
    the ears of the governments at Sofia ; so that Dede-Agatch, Macri,
    Gioumouldjina, Xanthy and other localities in Thrace were made
    the scenes of horrors no less atrocious than those committed in
    Macedonia.

    We thought, however, that this sad deception should not prevent
    us from sending you the present report.

    Bulgaria owes its independence in a great measure to the massa-
    cres of Batak, to the «Bulgarian Atrocities» so eloquently denounced
    by the late Gladstone. At a moment when it is being debated, not-
    withstanding the outcome of war, whether many hundred thousand
    Greeks are to be left under Bulgarian rule, it appears to us neces-
    sary that the civilized world, so justly shocked by the atrocities of

    «1

    43

    which the Bulgars were the victims in 1876, should form a more
    accurate idea of the crimes committed by them in 1913. 1

    Please accept, Dear Sir and Colleague, the assurance of my
    highest consideration.

    Theodore Zaimis,
    Rector of the Universities of Athens,

    Athens, August 31, 1913.

    1 According to an article by J. W. Ozanne, which appeared in the Nine-
    teenth Century, one of the largest English Reviews, on August 1, 1913, «the
    Bulgarian attack against the districts occupied by the Greeks and the Ser-
    vians was accompanied by scenes of unheard of savagery, before which the
    atrocities of Botak, which caused a shiver of horror to run throughout the
    civilized world, pale into insignificance. * * * The subjects of King
    Ferdinand have established a record.»

    1

    https://archive.org/stream/crimesbulgariai00panegoog/crimesbulgariai00panegoog_djvu.txt

  8. Οι Στρατιωτικές Επιχειρήσεις των Βαλκανικών Πολέμων 1912-13 Συνοπτική Αναφορά

    Συντάκτης: Αντ/γος ε.α. ΝΙΚ. ΚΟΛΟΜΒΑΣ

    Εισαγωγή

    Ο «ατυχής», όπως χαρακτηρίστηκε εξωραϊσμένα αλλά στην ουσία ταπεινωτικός και καταστρεπτικός Ε/Τ πόλεμος του 1897, άφησε σε ολόκληρο το Έθνος σοβαρές τραυματικές εμπειρίες.
    Ευτυχώς όμως το πάθημα, κυρίως από την έλλειψη προπαρασκευής, έγινε μάθημα και έτσι οι Βαλκανικοί Πόλεμοι (Α΄ και Β΄) που ακολούθησαν το 1912-13, είχαν αίσια έκβαση και εξεπλήρωσαν ως ένα ικανοποιητικό βαθμό τους πόθους και τα οράματά μας.

    Η Στρατιωτική Προπαρασκευή
    Χρονικά αρχίζει το 1904 και συνεχίζεται έως την έναρξη του Πολέμου
    Η μεγάλη, ωστόσο, ώθηση για τη δημιουργία αξιομάχων ΕΔ, δόθηκε στα επόμενα τρία χρόνια (1909-1912), τόσο από το Στρατιωτικό Σύνδεσμο του 1909 όσο και κυρίως το 1910-1912 από τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο. Μάλιστα αυτός, σε εκδήλωση καλής θελήσεως και ενωτικού πνεύματος, ανεκάλεσε στις ΕΔ τους Πρίγκιπες που είχαν απομακρυνθεί από τον Σ.Σ., ενώ Γενικός Διοικητής του Στρατού ορίσθηκε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος.

    Όλες αυτές οι προετοιμασίες εξασφάλισαν, ώστε ο Σ.Ξ., στα πρόθυρα του πολέμου να παρατάξει 7 Μεραρχίες Πεζικού (4 ενεργές και 3 επιστρατευόμενες, 1 Ταξιαρχία Ιππικού, 1 Ανεξάρτητο Σύνταγμα Πεζικού – που αργότερα αναπτύχθηκε σε Μεραρχία – και 8 Τάγματα Ευζώνων. Ένα σύνολο 130 χιλ. ανδρών, 32 χιλ. κτηνών και 5.700 αυτοκινήτων και ζωήλατων.

    Αλλά και στο Ναυτικό μετακλήθηκε Αγγλική αποστολή υπό τον Υποναύαρχο Τάφνελ. Και ακόμη αποκτήθηκαν το νεότευκτο θωρακισμένο καταδρομικό «Αβέρωφ» από την Ιταλία – κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια των Τούρκων –, δύο αντιτορπιλικά πρόσφατα ναυπηγηθέντα, τέσσερα μικρότερα σκάφη και ένα υποβρύχιο το «Δελφίν». Γενικά, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι ο στόλος μας υπερείχε ποσοτικά του Τουρκικού, όμως η υψηλή ταχύτητα και η ισχύς πυρός του «Αβέρωφ» έκαναν τη διαφορά. Η ύπαρξη του στόλου μας, εβάρυνε αποφασιστικά για τη συμμετοχή της χώρας μας στη συμφωνία των Βαλκανικών Κρατών, διότι ήταν ο μόνος που θα απαγόρευε τις θαλάσσιες μεταφορές στο Αιγαίο, από την Μικρά Ασία και την Συρία δυνάμεως περίπου 250 χιλ. ανδρών για την ενίσχυση των Τουρκικών δυνάμεων του Βαλκανικού Μετώπου.

    Επίσης, στο Ναυτικό προσκολλήθηκαν πάνω από 95 εμπορικά και επιβατικά πλοία, ενώ αποκτήθηκαν ακόμη τέσσερα αεροσκάφη που υπήχθησαν στο Σ.Ξ.

    Θα ήταν εξάλλου παράλειψη, αν δεν γινόταν λόγος για την εθελοντική όσο και συγκινητική στράτευση περίπου έξι χιλιάδων νέων από το Εξωτερικό, αλλά και από την Κύπρο, Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη, Νησιά και κυρίως από την Κρήτη. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και το Σώμα του Ζακύνθιου Αλεξάνδρου Ρώμα με 1.100 άνδρες, καθώς και του Ιταλού Στρατηγού Ριτσιότι Γκαριμπάλντι, γιού του περιώνυμου Γκιουζέπε Γκαριμπάλντι με 2.300 Ιταλούς, τους γνωστούς ερυθροχίτωνες, τα οποία έδρασαν στην Ήπειρο ,στην δύναμη των οποίων είχε ενταχθεί, ως Λοχαγός ο Έλληνας πολιτικός και ποιητής Λορέντζος Μαβίλης ,γεννημένος στην Ιθάκη και μεγαλωμένος στην Κέρκυρα και ο οποίος στις 28-11-1912 έπεσε ηρωικά μαχόμενος στις πλαγιές του Δρίσκου ,μεταξύ Ιωαννίνων και Μετσόβου.

    Η Διεξαγωγή των Επιχειρήσεων

    α. Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος

    Η Γενική Επιστράτευση του Ε.Σ. κηρύχθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1912 και του Πολέμου στις 4 Οκτωβρίου, ενώ οι Τούρκοι είχαν επιστρατευθεί στις 16 Σεπτεμβρίου.

    Ο Ε.Σ. είχε κατανεμηθεί, αφενός μεν στη Στρατιά Θεσσαλίας με δύναμη 110 χιλ. υπό τον Διάδοχο Κωνσταντίνο, αφετέρου δε στο Τμήμα Ηπείρου με δύναμη λίγο πάνω από 10 χιλ. υπό τον Αντιστράτηγο Κων/νο Σαπουντζάκη.

    Στον Πόλεμο συμμετείχαν και οι γνωστές Βαλκανικές Χώρες με δύναμη η Βουλγαρία 300 χιλ., η Σερβία 220 χιλ. και το Μαυροβούνιο 35 χιλ. ανδρών. Δηλαδή ένα σύνολο 675 χιλ. ανδρών, που αντιπαρατάχθηκε σε δύναμη 345 χιλ. Τουρκικού Στρατού.

    Τους Έλληνες αντιμετώπιζαν, στη Μακεδονία ο Χασάν Ταξίν Πασάς με την Ομάδα Αλιάκμονος των 3 και πλέον Μεραρχιών και στην Ήπειρο ο Αλβανός Εσάτ Πασάς με την ομάδα Ιωαννίνων των 2 Μεραρχιών.

    Οι επιθετικές ενέργειες των δυνάμεών μας, που έπαιρναν για πρώτη φορά το βάπτισμα του πυρός, άρχισαν το πρωί στις 5 Οκτωβρίου. Τα τμήματά μας διάβηκαν τη μεθόριο γραμμή, τη γνωστή Μελούνα, και κινήθηκαν προς την γενική κατεύθυνση Στενά Σαρανταπόρου – Σερβία – Κοζάνη.

    Στις 9 Οκτωβρίου το πρωί εξαπολύθηκε η επίθεση με 3 Μεραρχίες (I, II και III) κατά μέτωπο, δυτικά την IV προς τα Στενά της Πόρτας μεταξύ Πιερίων και Καμβουνίων, ακόμη δυτικότερα την V ΜΠ και την Ταξιαρχία Ιππικού καθώς και το Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη, σε ευρεία υπερκερωτική κίνηση από τα Δυτικά. Ανατολικά των Στενών Σαρανταπόρου κατευθύνθηκε η VII ΜΠ με το Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντοπούλου προς τα Στενά της Πέτρας μεταξύ Πιερίων και Ολύμπου. Ως εφεδρεία τηρήθηκε η VI ΜΠ.

    Εδώ, χάριν της ιστορικής αλήθειας θα σημειώσουμε δύο ατυχή περιστατικά. Το πρώτο αφορά στην βραδεία αναδιάταξη του Πυροβολικού λόγω σοβαρών εδαφικών δυσχερειών, με αποτέλεσμα να μην υποστηριχθούν επαρκώς οι μετωπικά επιτιθέμενες Μεραρχίες και να υποστούν σοβαρές απώλειες και το δεύτερο στην αδράνεια της Ταξιαρχίας Ιππικού και του Αποσπάσματος Γεννάδη να κινηθούν δραστήρια από Δυτικά, να καταλάβουν τον Πόρο της Ζάμπουρδας στον Αλιάκμονα ποταμό και να αποκόψουν την υποχώρηση των Τούρκων, οι οποίοι τελικά διέφυγαν
    Η έγκαιρη, εν τούτοις, ενέργεια της IV ΜΠ με τη διάνοιξη των Στενών της Πόρτας, υποχρέωσε τους Τούρκους να υποχωρήσουν προ της απειλής να εγκλωβιστούν κι έτσι οι Δυνάμεις μας στις 10 Οκτωβρίου απελευθέρωσαν τα Σέρβια, όπου οι υποχωρούντες Τούρκοι εσφάγιασαν 75 προκρίτους, κατοίκους και ιερείς, δείγμα της βαρβαρότητάς τους.

    Εν συνεχεία, τα τμήματά μας πέρασαν τον Αλιάκμονα και στις 11 Οκτωβρίου εισήλθαν αμαχητί στην πλημμυρισμένη από τη γαλανόλευκη Κοζάνη.

    Εν τω μεταξύ, οι πληροφορίες της Κυβερνήσεως για ταχεία κάθοδο των Βουλγάρων προς την Θεσσαλονίκη, ώθησαν τις Δυνάμεις μας προς αυτήν την κατεύθυνση. Έτσι ο όγκος της Στρατιάς, πλην της V ΜΠ που κινήθηκε προς την Πτολεμαΐδα (Καϊλάρια), δια των διαβάσεων Βερμίου και Πιερίων κατήλθε στην Πεδιάδα Ημαθίας, κατέλαβε αμαχητί στις 16 Οκτωβρίου την Βέροια και προήλασε προς τα Γιαννιτσά, την Ιερή πόλη των Τούρκων, όπου και δόθηκε η ομώνυμη μάχη.

    Η σύγκρουση το πρωί της 19ης Οκτώβρη, με 5 Ελληνικές Μεραρχίες σχεδόν σε παράταξη, υπήρξε πεισματώδης. Επαναλήφθηκε την επομένη και η ισχυρή πίεση την οποία δέχτηκαν οι Τούρκοι μαζί με τον φόβο εγκλωβισμού, τους ανάγκασαν σε υποχώρηση, με αποτέλεσμα περί την μεσημβρία της 20ης Οκτωβρίου οι πρώτες Ελληνικές Μονάδες να εισέλθουν στα Γιαννιτσά.

    Μετά τη νικηφόρο μάχη, η Στρατιά συνέχισε την προέλασή της προς την Θεσσαλονίκη και εγκατέστησε το Στρατηγείο της στο χωριό Γέφυρα (Τόπσιν) εγγύς Αξιού Ποταμού, όπου στις 24 Οκτωβρίου δέχτηκε αντιπροσωπεία για συνομιλίες προς παράδοση.
    Εν τω μεταξύ, η από Κοζάνη κινηθείσα προς ΒΔ V ΜΠ προς κάλυψη του αριστερού της Στρατιάς, υπέστη στις 24 Οκτωβρίου αιφνιδιασμό στα έλη του Αμυνταίου, που παρ’ ολίγον να καταλήξει σε άτακτη φυγή. Ευτυχώς οι Τούρκοι δεν εκμεταλλεύθηκαν την κατάσταση και τα πράγματα αποκαταστάθηκαν.

    Πάντως, στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να θυμίσουμε ότι στα 500 χρόνια περίπου απάνθρωπης σκλαβιάς στην Μακεδονία, κυρίως λόγω της γεωγραφικής της θέσεως, είχαν συντελεσθεί μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών και εξισλαμισμοί Ελλήνων Χριστιανών. Αρκετές περιοχές είχαν στην υπόψη περίοδο συμπαγείς Μωαμεθανικούς και όχι μόνο πληθυσμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Θεσσαλονίκη, όπου από δημογραφικής πλευράς προηγούνταν οι Εβραίοι και ακολουθούσαν κατά σειρά οι Τούρκοι, οι Έλληνες, οι Βούλγαροι και άλλοι. Μπορούμε συνεπώς να διατυπώσουμε την άποψη, μιλώντας ιστορικά και όχι συναισθηματικά, πράγμα που μας επιτρέπει το υψηλής στάθμης ακροατήριο, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. στα Γιαννιτσά, αλλά και στην περιοχή της Πτολεμαΐδας, πολεμούσαμε σε εχθρικό περιβάλλον, και εκεί κυρίως πρέπει να αποδοθεί ο αιφνιδιασμός του Αμυνταίου (Σόροβιτς).

    Επανερχόμενοι στις συνομιλίες για την παράδοση της Θεσσαλονίκης, τελικά ο Χασάν Ταξίν Πασάς πείσθηκε για το μάταιο του αγώνα και προτίμησε να παραδώσει την πόλη στην Ελληνική Στρατιά, απορρίπτοντας σχετική πρόταση των Βουλγάρων, αλλά και σχετικές νύξεις των Σέρβων.
    Το πρωτόκολλο παραδόσεως υπογράφηκε εκ μέρους των Ελλήνων από τους εκπροσώπους της Ελληνικής Στρατιάς Αντ/ρχη Βίκτωρα Δούσμανη και τον Λοχαγό Ιωάννη Μεταξά κι έτσι η Θεσσαλονίκη μετά από 482 χρόνια Τουρκικής σκλαβιάς (από το 1430) απελευθερωνόταν στις 26 Οκτωβρίου ανήμερα της εορτής του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου.
    Παραδόθηκαν περίπου 1.000 Αξιωματικοί και 25.000 Οπλίτες, ενώ κυριεύθηκε άφθονο πολεμικό υλικό.
    Εν τω μεταξύ, ύστερα από Βουλγαρικές παρακλήσεις, ο Κωνσταντίνος καλόπιστα συγκατένευσε και δύο Τάγματά τους καταυλίσθησαν στην Θεσσαλονίκη.

    Μετά την κατάληψη της πόλης, όπου έσπευσε σκόπιμα να εγκατασταθεί και ο βασιλέας Γεώργιος Α΄, μέρος της Στρατιάς στράφηκε προς την Δυτική Μακεδονία. Στις 7 Νοεμβρίου απελευθερώθηκε η Φλώρινα, ενώ την ίδια ημέρα οι Σέρβοι καταλάμβαναν το Ελληνικότατο Μοναστήρι. Κατόπιν στις 11 Νοεμβρίου τμήματά μας εισήλθαν στην Καστοριά μετά από αγώνα και στις 7 Δεκεμβρίου καταλάμβαναν την Κορυτσά. Παράλληλα οι μεν Μαυροβούνιοι κυρίευαν εδάφη στην Β. Αλβανία και πολιορκούσαν την Σκόδρα, ενώ οι Βούλγαροι εισέβαλαν στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία, επίσης στη Δυτική Θράκη και σε μεγάλο μέρος της Ανατολικής Θράκης, πολιορκώντας την Ανδριανούπολη.
    Ταυτόχρονα με τον αγώνα στον ηπειρωτικό χώρο, δυνάμεις του Ναυτικού με αγήματά τους, συνεργαζόμενες με τμήματα του Στρατού μεταφερόμενες με επίτακτα πλοία, απελευθέρωναν τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένων της Ίμβρου και Τενέδου, όχι όμως και τα Δωδεκάνησα που τελούσαν από τις αρχές το 1912 υπό Ιταλική κατοχή.
    ………………………..
    ……………………….

  9. …………………………..
    …………………………..
    Η κυριαρχία του στόλου μας στο Αιγαίο ήταν αδιαφιλονίκητη. Και στις δύο φορές που ο Τουρκικός Στόλος επιχείρησε να εξέλθει από τα Στενά του Ελλησπόντου και έλαβαν χώρα οι ναυμαχίες της Έλλης (8 Δεκεμβρίου) και της Λήμνου ( 5 Ιανουαρίου 1913), ο άξιος και εύτολμος Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης τον ανάγκασε, με σοβαρές απώλειες και σημαντικές ζημιές, να ανακρούσει πρύμναν και να καταφύγει στην ασφάλεια των Στενών.
    Ένα παράτολμο ναυτικό επεισόδιο της περιόδου, που δείχνει το υψηλό ηθικό και την μαχητικότητα των Ναυτικών μας, ήταν αυτό της καταδρομής του τορπιλοβόλου 11 με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Ν. Βότση τη νύχτα στις 18 Οκτωβρίου στον επιμελώς οχυρωμένο και ναρκοθετημένο λιμένα της Θεσσαλονίκης. Με δύο τορπίλες έπληξε το σχετικά παροπλισμένο ημιθωρηκτό Φέτχ-Ι-Μπουλέντ και το βύθισε.
    Ακόμη ναυτικά αγήματα κατέλαβαν τον λαιμό της Χαλκιδικής και απέτρεψαν την είσοδο Βουλγαρικών Στρατευμάτων, ενώ Σώματα Προσκόπων απελευθέρωσαν την Χαλκιδική στις23 Οκτωβρίου.
    Σημαντικές επίσης υπηρεσίες προσέφερε και η νεοσύστατη Αεροπορική δύναμη με αναγνωρίσεις και παροχή πληροφοριών για τις κινήσεις του αντιπάλου.
    Παράλληλα, στο μέτωπο της Ηπείρου ο Στρατηγός Σαπουντζάκης, με περιορισμένη δύναμη 10 χιλ. περίπου ανδρών τηρούσε μάλλον αμυντική στάση έναντι των υπερτέρων Τουρκικών δυνάμεων, περίπου 20 χιλ. Παρ’ όλα αυτά, βελτίωσε σταδιακά τις θέσεις του, καταλαμβάνοντας μέχρι τέλους Οκτωβρίου το Γρίμποβο (6), την Φιλιππιάδα (12), την Πρέβεζα (21), τα Πέντε Πηγάδια (28) και το Μέτσοβο (31). Από τις 10 Ιανουαρίου 1913, όμως, το κύριο βάρος της προσπάθειας μεταφέρθηκε στην Ήπειρο. Τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Διάδοχος και με σοβαρές ενισχύσεις από την Θεσσαλονίκη που μεταφέρθηκαν με πλοία, στις 20 Φεβρουαρίου εκδηλώθηκε η γενική επίθεση για την εκπόρθηση της φύσει–θέσει οχυρής τοποθεσίας του Μπιζανίου και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Οι τολμηρές διεισδύσεις, κυρίως, των Ευζωνικών Ταγμάτων του Ιατρίδη και Βελισσαρίου από Δυτικά, αλλά και η ισχυρή κατά μέτωπον πίεση, επέφεραν το ποθητό αποτέλεσμα και στις 21 Φεβρουαρίου ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε θριαμβευτικά στην πόλη μετά την συνθηκολόγηση των Τουρκικών Δυνάμεων και την παράδοση περίπου 20.000 ανδρών.
    Εν συνεχεία ο Στρατός μας προήλασε στην Β. Ήπειρο και μέσα στην πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου απελευθέρωσε το Αργυρόκαστρο (3), τους Αγίους Σαράντα (3), την Πρεμετή (27 Φεβ.), το Τεπελένι (4) και την Κλεισούρα (3), ενώ η Χειμάρρα είχε απελευθερωθεί στις 5 Νοεμβρίου 1912. Στην προσπάθεια αυτή μεγάλη υπήρξε και η συμμετοχή του Στόλου με αποβατικά αγήματα και κυρίως με υποστήριξη δια πυρών και ανεφοδιασμό από θαλάσσης.
    Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Λονδίνου στις 17 Μαΐου 1913.

    Β΄ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ
    Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος άρχισε στις 16 Ιουνίου 1913 και περατώθηκε στις 18 Ιουλίου. Δηλαδή ένας πόλεμος 30 περίπου ημερών, αρκετά συντομότερος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, αλλά κατά πολύ αιματηρότερος, λόγω αφενός της εξαιρετικά πείσμονος αντιστάσεως των Βουλγάρων, αμυνομένων υπέρ βωμών και εστιών και αφετέρου των θηριωδιών που διέπραξαν σε βάρος του αμάχου πληθυσμού, κυρίως Ελλήνων αλλά και Τούρκων. Οι Βούλγαροι αλαζόνες και άπληστοι, οραματιζόμενοι την Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878) και θεωρούντες εαυτούς ως τους Πρώσους των Βαλκανίων, διαθέτοντες συνάμα τον μεγαλύτερο και αρτιότερα εξοπλισμένο και Εκπαιδευμένο Στρατό, 300 χιλ. και πλέον ανδρών, μετά από σειρά προηγηθέντων επεισοδίων, επετέθησαν αιφνιδιαστικά και ταυτόχρονα στις 16/17 Ιουνίου, τόσο κατά των Ελλήνων στην Ελευθερούπολη, Νιγρίτα και Παγγαίο, όσο και κατά των Σέρβων στο Ιστιπ και Γευγελή. Ήδη από τις 19 Μαΐου Ελλάς και Σερβία είχαν συνάψει συμφωνία και με απόρρητο (μυστικό) πρωτόκολλο στρατιωτικής συνεργασίας, για την αντιμετώπιση της Βουλγαρικής επιθετικότητας.
    Η Ελληνική αντίδραση υπήρξε άμεση. Την επόμενη νύχτα αιχμαλωτίσθηκαν, μετά από αιματηρές συγκρούσεις, όλα τα Βουλγαρικά Τμήματα στην Θεσσαλονίκη. Και το πρωί στις 19 Ιουνίου άρχισε η προέλαση των Δυνάμεών μας προς Κιλκίς και Λαχανά, με Αρχιστράτηγο τον βασιλέα πλέον Κωνσταντίνο, μετά τη δολοφονία του πατρός του Γεωργίου Α΄ στην Θεσσαλονίκη στις 5 Μαρτίου.
    Οι Δυνάμεις των Βουλγάρων στην περιοχή, ανέρχονταν σε 70 χιλ. περίπου υπό τον Αντιστράτηγο Ιβάνωφ, διοικητή της 2ης Στρατιάς. Η μάχη διήρκησε επί τριήμερον και ήταν σκληρότατη με μεγάλες απώλειες εκατέρωθεν. Ο αγώνας υπήρξε τόσο πείσμων, ώστε κυριολεκτικά θυσιάστηκαν 10 Δ/τές Συνταγμάτων και Ταγμάτων. Οι αδυσώπητοι Βούλγαροι, υποχωρούντες σε όλα τα μέτωπα προς της χώρα τους, διέπρατταν φοβερά εγκλήματα. Την εκδικητική μανία τους στην Ελλάδα πλήρωσαν ακριβά η Νιγρίτα, οι Σέρρες, το Σιδηρόκαστρο και προπαντός το μαρτυρικό Δοξάτο Δράμας, αλλά και οι κάτοικοι των χωρίων της περιοχής.
    Οι αγριότητες αυτές – οι ξένοι παρατηρητές, ακόμη και οι Τούρκοι, τις ονόμασαν φρικαλεότητες – εξόργισαν τον Κωνσταντίνο σε τέτοιο βαθμό ώστε, παραφράζοντας τον γνωστό Ρωμαίο τιμητή (κήνσορα) Κάτων, που είχε πει για την Καρχηδόνα την ιστορική φράση ότι έπρεπε να καταστραφεί (Cartago delenda est) ανέκραξε: η Βουλγαρία πρέπει να καταστραφεί (Bulgaria delenda est). Έτσι άλλωστε μπορεί να εξηγηθεί η επιμονή του, να υπογράψουν οι Βούλγαροι συνθηκολόγηση άνευ όρων επί του πεδίου της μάχης και ώθησε τον Στρατό μας, παράτολμα μέχρι την Τζουμαγιά, 90 χιλ. βόρεια από τα σημερινά μας σύνορα, ατενίζοντας την Σόφια.
    Ο Ελληνικός Στρατός, μετά τις νικηφόρες μάζες 19-21 Ιουνίου στο Κιλκίς Λαχανά, κινήθηκε προς βορρά σε 2 φάλαγγες:
    Η αριστερή με τον όγκο των Δυνάμεών μας (5 Μεραρχίες), αφού κατέλαβε με αγώνα στις 23 Ιουνίου τον ζωτικό κόμβο της Δοϊράνης, διέσχισε το Δυτικό Μπέλες. Εκεί οι Σέρβοι από την Γευγελή αδράνησαν, ενώ θα μπορούσαν να αποκόψουν τους υποχωρούντες Βουλγάρους
    Ο Στρατός μας κατόπιν κινήθηκε προς Ανατολάς κατά μήκος της κοιλάδας του Στρούμνιτσα πoταμού, του κυριότερου παραποτάμου του Στρυμόνα , στη συμβολή του οποίου με 4 Μεραρχίες, έχοντας καταλάβει το Πετρίτσι, στράφηκε προς Βορρά ακολουθώντας την κοιλάδα του. Ήδη προηγουμένως μια Μεραρχία, αφού κατέλαβε την Στρώμνιτσα, συνέχισε προς Βορρά κατά μήκος των Δυτικών απολήξεων του όρους Όρβηλος προς Πέχτσεβο – Τσάρεβο Σέλο(άνω κοιλάδα Μπρεγκάλνιτσα ,παραποτάμου Αξιού π.)
    .
    Η δεξιά φάλαγγα (2 Μεραρχίες και η Ταξιαρχία Ιππικού) δια των διαβάσεων των Κρουσίων πέρασε την πεδιάδα της Ροδοπόλεως και έφθασε στον μέσο ρου του Στρυμώνα. Εκεί στο ύψος του οχυρού Ρούπελ συνενώθηκε με την αριστερή και συνέχισαν την προς βορρά κίνηση κατά μήκος της κοιλάδας του Στρυμώνα. Πιο πριν μία Μεραρχία της κινήθηκε ανατολικότερα του όρους Πιρίν προς το (παλαιό) Νευροκόπι – Μπάνσκο.
    Εν συνεχεία, η κυρία φάλαγγα εξεπόρθησε αρχικά την φύσει – θέσει οχυρή τοποθεσία των στενών της Κρέσνας, μήκους 16 χλμ. από 6-10 Ιουλίου και κατόπιν συνέχισε τον επικό αγώνα της στο χώρο του Σιμιτλή 11-14 Ιουνίου και της Τζουμαγιάς 15-18, ενώ οι δευτερεύουσες προσπάθειες Δυτικά του Ορβήλου και Ανατολικά του Πιρίν σημείωναν ικανοποιητική πρόοδο.
    Εδώ θα επισημάνουμε μια εξαιρετικά σοβαρή παρασπονδία των Σέρβων «φίλων» μας. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν υποχρέωση βάσει του κοινού σχεδίου να επιχειρούν παράλληλα, καλυπτόμενοι αμοιβαίως, όταν ο Στρατός μας έφθασε στο ύψος του Σιμιτλή, δηλαδή 60 περίπου χιλιόμετρα βορειότερα από τα σημερινά μας σύνορα, πιεζόμενοι από τους Ρώσους ή και έχοντες επιτύχει τους κύριους αντικειμενικούς τους σκοπούς, ανέκοψαν απροειδοποίητα την προχώρησή τους. Απόρροια τούτου και παρά τις επανειλημμένες αγωνιώδεις εκκλήσεις μας, ήταν να μείνει ακάλυπτο για αρκετό χρόνο το αριστερό μας πλευρό και οι Βούλγαροι, απαγκιστρωμένοι από τους Σέρβους, να στραφούν εναντίον μας και να διατρέξουμε τον έσχατο κίνδυνο συντριβής. Εκεί οι απώλειές μας υπήρξαν βαρύτατες και η καταστροφή αποτράπηκε χάρη στον υπερήρωα Έλληνα μαχητή.
    Εν τω μεταξύ, η μεταφερθείσα ατμοπλοϊκώς από την Ήπειρο VIII Μεραρχία απελευθέρωσε την Ξάνθη 12 Ιουλίου, και την Κομοτηνή 15 Ιουλίου, ενώ με τη σύμπραξη Στρατού και Ναυτικού, απελευθερώθηκαν η Καβάλα στις 23 Ιουνίου, η Αλεξανδρούπολη 12 Ιουλίου και το Πόρτο Λάγος 16 Ιουλίου.
    Οι νικηφόρες μάχες εντός της Βουλγαρίας και κυρίως η εισβολή, χωρίς σχεδόν αντίσταση, των Ρουμανικών δυνάμεων από βορρά, είχαν σαν αποτέλεσμα τον εξαναγκασμό της σε σύναψη ανακωχής και κατάπαυση του πυρός στις 18 Ιουλίου 1913. Παράλληλα, οι Τούρκοι είχαν ανακτήσει την Ανατολική Θράκη, που είχαν απολέσει από τους Βουλγάρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο.
    Τελικά, στις 28 του ιδίου μηνός υπεγράφη, κάτω από απαράδεκτες παρεμβάσεις κυρίως σε βάρος μας των Μεγάλων Δυνάμεων, στο Βουκουρέστι, συνθήκη Ειρήνης. Η Ελλάδα είχε βεβαίως κερδίσει την Ήπειρο ,την Μακεδονία,τα νησιά του Αν. Αιγαίου και την(αυτόνομη )Κρήτη, υποχρεωθείσα όμως να εκκενώσει τα μεγάλης εκτάσεως εντός της Βουλγαρίας σε βάθος καταληφθέντα με τη λόγχη εδάφη ,παρά τα κρατούντα στο Διεθνές Δίκαιο του πολέμου, περιορισθείσα τελικώς στα σημερινά προβληματικά μας σύνορα επί του όρους Μπέλες, αντί τουλάχιστον στην κοιλάδα του Στρούμνιτσα ποταμού, όπου οι πόλεις Στρούμνιτσα, Πετρίτσι και το εγγύς Μελένικο, με σημαντικό Ελληνικό πληθυσμό. Τραγική ήταν η εικόνα που παρουσίαζαν τα καραβάνια των ξεσπιτωμένων Ελλήνων προσφύγων που ακολουθούσαν τους αποχωρούντες Ελληνικούς Σχηματισμούς, προκειμένου να αποφύγουν την εκδικητική μανία των Βουλγάρων.
    . Αλλά, δυστυχώς, αναγκασθήκαμε, επίσης, να επιστρέψουμε τον Οκτώβριο 1913 στους ηττημένους Βουλγάρους την προ τριμήνου απελευθερωθείσα Δυτική Θράκη και να εγκαταλείψουμε αργότερα, αρχές του 1914 την Β. Ήπειρο, έναντι διατηρήσεως των νησιών του Αν Αιγαίου .Ευτυχώς, κρατήσαμε την Καβάλα, χάρη στην σθεναρή παρέμβαση του Κωνσταντίνου προς τον γυναικάδελφό του Κάιζερ Γουλιέλμο.
    Παρ’ όλα αυτά, ήταν μεγάλα τα κέρδη από τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους. Τεράστιες όμως ήταν και οι απώλειές μας σε ανθρώπινο δυναμικό: 41.555 Αξιωματικοί και Οπλίτες (νεκροί – τραυματίες και αγνοούμενοι) από τον Στρατό, 29 από το Ναυτικό και 2 Αξιωματικοί από την Αεροπορία, χωρίς βέβαια να υπολογίζουμε τις εκτεταμένες σφαγές των αμάχων και τις τεράστιες υλικές ζημιές.
    Η χώρα μας διπλασιάστηκε σε έκταση: από τα 64 τ.χιλ. αυξήθηκε στα 120 και ο πληθυσμός από 2,6 εκατ. στα 4,7 περίπου, αν και ο επιπλέον πληθυσμός ήταν ανομοιογενής, με πλεονάζοντες, ιδίως στη Μακεδονία τους Μουσουλμάνους. Τελικά, ομοιογένεια επιτεύχθηκε το 1929, μετά τις ανταλλαγές πληθυσμών, υποχρεωτικές και προαιρετικές, που έλαβαν χώρα κατά την δεκαετία του1920,χωρίς να παραβλέπονται οι μετακινήσεις πληθυσμών ,κυρίως λόγω διωγμών κατά την πρώτη20ετία του 1920(Μακεδονικός αγώνας 1904-1908,κίνημα Νεοτούρκων 1908,Βαλκανικοί πόλεμοι 1912,Α΄ΠΠ1914-1918) .
    Η Ελλάδα πάντως ανδρώθηκε, έγινε βιώσιμη και υπολογίσιμη δύναμη.
    Μέγα, τελικώς επίτευγμα που οφείλεται:

    Στο όραμα και στη διορατικότητα της Πολιτικής και Στρατιωτικής Ηγεσίας.
    Στη σωστή προετοιμασία των Ε.Δ. και του Λαού, ιδίως κατά τα τελευταία προ του πολέμου έτη (1909-1912), αλλά και κυρίως στην από κοινού δράση με άλλα Βαλκανικά κράτη, κατά περίπτωση.
    Στην ορθή εκτίμηση για τις προθέσεις των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, ως προς το Ανατολικό Ζήτημα (συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανακατανομή των εδαφών της, ιδίως στον ευρωπαϊκό χώρο).
    Στην κυριαρχία του Στόλου μας στο Αιγαίο η οποία συνετέλεσε, αφενός μεν στην απελευθέρωση τον Ιούλιο 1913 της Δυτικής Θράκης(προσωρινά) και των νησιών του Αν. Αιγαίου ,αφετέρου δε και κυρίως στην απαγόρευση των μεταφορών δια θαλάσσης από τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να μη φθάσουν ποτέ ενισχύσεις περίπου 250 χιλ. ανδρών από την Μικρά Ασία και την Συρία στα Βαλκάνια.
    Στη στροφή της Στρατιάς προς την Θεσσαλονίκη, που υπήρξε το προοίμιο του επιτυχούς Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.
    Και πάνω απ’ όλα:
    Στην ομοψυχία και ενότητα Στρατού και Λαού, Πολιτικής και Στρατιωτικής Ηγεσίας, αλλά και στο ξεδίπλωμα στρατιωτικών αρετών και πνεύματος αυτοθυσίας υψηλού επιπέδου από Αξιωματικούς και Οπλίτες, στρατευμένους και εθελοντές.

    Του Αντ/γου ε.α. ΝΙΚ. ΚΟΛΟΜΒΑ Επίτιμου Δ/του Γ΄Σ.Σ. Πτυχιούχου Νομικής Α.Π.Θ.

    Η Στρατιωτική Προπαρασκευή
    Χρονικά αρχίζει το 1904 και συνεχίζεται έως την έναρξη του Πολέμου
    Η μεγάλη, ωστόσο, ώθηση για τη δημιουργία αξιομάχων ΕΔ, δόθηκε στα επόμενα τρία χρόνια (1909-1912), τόσο από το Στρατιωτικό Σύνδεσμο του 1909 όσο και κυρίως το 1910-1912 από τον πρωθυπουργό Ελ. Βενιζέλο. Μάλιστα αυτός, σε εκδήλωση καλής θελήσεως και ενωτικού πνεύματος, ανεκάλεσε στις ΕΔ τους Πρίγκιπες που είχαν απομακρυνθεί από τον Σ.Σ., ενώ Γενικός Διοικητής του Στρατού ορίσθηκε ο Διάδοχος Κωνσταντίνος.

    Όλες αυτές οι προετοιμασίες εξασφάλισαν, ώστε ο Σ.Ξ., στα πρόθυρα του πολέμου να παρατάξει 7 Μεραρχίες Πεζικού (4 ενεργές και 3 επιστρατευόμενες, 1 Ταξιαρχία Ιππικού, 1 Ανεξάρτητο Σύνταγμα Πεζικού – που αργότερα αναπτύχθηκε σε Μεραρχία – και 8 Τάγματα Ευζώνων. Ένα σύνολο 130 χιλ. ανδρών, 32 χιλ. κτηνών και 5.700 αυτοκινήτων και ζωήλατων.
    Αλλά και στο Ναυτικό μετακλήθηκε Αγγλική αποστολή υπό τον Υποναύαρχο Τάφνελ. Και ακόμη αποκτήθηκαν το νεότευκτο θωρακισμένο καταδρομικό «Αβέρωφ» από την Ιταλία – κυριολεκτικά μέσα από τα χέρια των Τούρκων –, δύο αντιτορπιλικά πρόσφατα ναυπηγηθέντα, τέσσερα μικρότερα σκάφη και ένα υποβρύχιο το «Δελφίν». Γενικά, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε ότι ο στόλος μας υπερείχε ποσοτικά του Τουρκικού, όμως η υψηλή ταχύτητα και η ισχύς πυρός του «Αβέρωφ» έκαναν τη διαφορά. Η ύπαρξη του στόλου μας, εβάρυνε αποφασιστικά για τη συμμετοχή της χώρας μας στη συμφωνία των Βαλκανικών Κρατών, διότι ήταν ο μόνος που θα απαγόρευε τις θαλάσσιες μεταφορές στο Αιγαίο, από την Μικρά Ασία και την Συρία δυνάμεως περίπου 250 χιλ. ανδρών για την ενίσχυση των Τουρκικών δυνάμεων του Βαλκανικού Μετώπου.
    Επίσης, στο Ναυτικό προσκολλήθηκαν πάνω από 95 εμπορικά και επιβατικά πλοία, ενώ αποκτήθηκαν ακόμη τέσσερα αεροσκάφη που υπήχθησαν στο Σ.Ξ.
    Θα ήταν εξάλλου παράλειψη, αν δεν γινόταν λόγος για την εθελοντική όσο και συγκινητική στράτευση περίπου έξι χιλιάδων νέων από το Εξωτερικό, αλλά και από την Κύπρο, Ήπειρο, Μακεδονία, Θράκη, Νησιά και κυρίως από την Κρήτη. Σε αυτούς θα πρέπει να προστεθούν και το Σώμα του Ζακύνθιου Αλεξάνδρου Ρώμα με 1.100 άνδρες, καθώς και του Ιταλού Στρατηγού Ριτσιότι Γκαριμπάλντι, γιού του περιώνυμου Γκιουζέπε Γκαριμπάλντι με 2.300 Ιταλούς, τους γνωστούς ερυθροχίτωνες, τα οποία έδρασαν στην Ήπειρο ,στην δύναμη των οποίων είχε ενταχθεί, ως Λοχαγός ο Έλληνας πολιτικός και ποιητής Λορέντζος Μαβίλης ,γεννημένος στην Ιθάκη και μεγαλωμένος στην Κέρκυρα και ο οποίος στις 28-11-1912 έπεσε ηρωικά μαχόμενος στις πλαγιές του Δρίσκου ,μεταξύ Ιωαννίνων και Μετσόβου.

    Η Διεξαγωγή των Επιχειρήσεων
    α. Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος
    Η Γενική Επιστράτευση του Ε.Σ. κηρύχθηκε στις 17 Σεπτεμβρίου 1912 και του Πολέμου στις 4 Οκτωβρίου, ενώ οι Τούρκοι είχαν επιστρατευθεί στις 16 Σεπτεμβρίου.
    Ο Ε.Σ. είχε κατανεμηθεί, αφενός μεν στη Στρατιά Θεσσαλίας με δύναμη 110 χιλ. υπό τον Διάδοχο Κωνσταντίνο, αφετέρου δε στο Τμήμα Ηπείρου με δύναμη λίγο πάνω από 10 χιλ. υπό τον Αντιστράτηγο Κων/νο Σαπουντζάκη.
    Στον Πόλεμο συμμετείχαν και οι γνωστές Βαλκανικές Χώρες με δύναμη η Βουλγαρία 300 χιλ., η Σερβία 220 χιλ. και το Μαυροβούνιο 35 χιλ. ανδρών. Δηλαδή ένα σύνολο 675 χιλ. ανδρών, που αντιπαρατάχθηκε σε δύναμη 345 χιλ. Τουρκικού Στρατού.
    Τους Έλληνες αντιμετώπιζαν, στη Μακεδονία ο Χασάν Ταξίν Πασάς με την Ομάδα Αλιάκμονος των 3 και πλέον Μεραρχιών και στην Ήπειρο ο Αλβανός Εσάτ Πασάς με την ομάδα Ιωαννίνων των 2 Μεραρχιών.
    Οι επιθετικές ενέργειες των δυνάμεών μας, που έπαιρναν για πρώτη φορά το βάπτισμα του πυρός, άρχισαν το πρωί στις 5 Οκτωβρίου. Τα τμήματά μας διάβηκαν τη μεθόριο γραμμή, τη γνωστή Μελούνα, και κινήθηκαν προς την γενική κατεύθυνση Στενά Σαρανταπόρου – Σερβία – Κοζάνη.

    Στις 9 Οκτωβρίου το πρωί εξαπολύθηκε η επίθεση με 3 Μεραρχίες (I, II και III) κατά μέτωπο, δυτικά την IV προς τα Στενά της Πόρτας μεταξύ Πιερίων και Καμβουνίων, ακόμη δυτικότερα την V ΜΠ και την Ταξιαρχία Ιππικού καθώς και το Απόσπασμα Ευζώνων Γεννάδη, σε ευρεία υπερκερωτική κίνηση από τα Δυτικά. Ανατολικά των Στενών Σαρανταπόρου κατευθύνθηκε η VII ΜΠ με το Απόσπασμα Ευζώνων Κωνσταντοπούλου προς τα Στενά της Πέτρας μεταξύ Πιερίων και Ολύμπου. Ως εφεδρεία τηρήθηκε η VI ΜΠ.
    Εδώ, χάριν της ιστορικής αλήθειας θα σημειώσουμε δύο ατυχή περιστατικά. Το πρώτο αφορά στην βραδεία αναδιάταξη του Πυροβολικού λόγω σοβαρών εδαφικών δυσχερειών, με αποτέλεσμα να μην υποστηριχθούν επαρκώς οι μετωπικά επιτιθέμενες Μεραρχίες και να υποστούν σοβαρές απώλειες και το δεύτερο στην αδράνεια της Ταξιαρχίας Ιππικού και του Αποσπάσματος Γεννάδη να κινηθούν δραστήρια από Δυτικά, να καταλάβουν τον Πόρο της Ζάμπουρδας στον Αλιάκμονα ποταμό και να αποκόψουν την υποχώρηση των Τούρκων, οι οποίοι τελικά διέφυγαν
    Η έγκαιρη, εν τούτοις, ενέργεια της IV ΜΠ με τη διάνοιξη των Στενών της Πόρτας, υποχρέωσε τους Τούρκους να υποχωρήσουν προ της απειλής να εγκλωβιστούν κι έτσι οι Δυνάμεις μας στις 10 Οκτωβρίου απελευθέρωσαν τα Σέρβια, όπου οι υποχωρούντες Τούρκοι εσφάγιασαν 75 προκρίτους, κατοίκους και ιερείς, δείγμα της βαρβαρότητάς τους.
    Εν συνεχεία, τα τμήματά μας πέρασαν τον Αλιάκμονα και στις 11 Οκτωβρίου εισήλθαν αμαχητί στην πλημμυρισμένη από τη γαλανόλευκη Κοζάνη.
    Εν τω μεταξύ, οι πληροφορίες της Κυβερνήσεως για ταχεία κάθοδο των Βουλγάρων προς την Θεσσαλονίκη, ώθησαν τις Δυνάμεις μας προς αυτήν την κατεύθυνση. Έτσι ο όγκος της Στρατιάς, πλην της V ΜΠ που κινήθηκε προς την Πτολεμαΐδα (Καϊλάρια), δια των διαβάσεων Βερμίου και Πιερίων κατήλθε στην Πεδιάδα Ημαθίας, κατέλαβε αμαχητί στις 16 Οκτωβρίου την Βέροια και προήλασε προς τα Γιαννιτσά, την Ιερή πόλη των Τούρκων, όπου και δόθηκε η ομώνυμη μάχη.
    Η σύγκρουση το πρωί της 19ης Οκτώβρη, με 5 Ελληνικές Μεραρχίες σχεδόν σε παράταξη, υπήρξε πεισματώδης. Επαναλήφθηκε την επομένη και η ισχυρή πίεση την οποία δέχτηκαν οι Τούρκοι μαζί με τον φόβο εγκλωβισμού, τους ανάγκασαν σε υποχώρηση, με αποτέλεσμα περί την μεσημβρία της 20ης Οκτωβρίου οι πρώτες Ελληνικές Μονάδες να εισέλθουν στα Γιαννιτσά.
    Μετά τη νικηφόρο μάχη, η Στρατιά συνέχισε την προέλασή της προς την Θεσσαλονίκη και εγκατέστησε το Στρατηγείο της στο χωριό Γέφυρα (Τόπσιν) εγγύς Αξιού Ποταμού, όπου στις 24 Οκτωβρίου δέχτηκε αντιπροσωπεία για συνομιλίες προς παράδοση.
    Εν τω μεταξύ, η από Κοζάνη κινηθείσα προς ΒΔ V ΜΠ προς κάλυψη του αριστερού της Στρατιάς, υπέστη στις 24 Οκτωβρίου αιφνιδιασμό στα έλη του Αμυνταίου, που παρ’ ολίγον να καταλήξει σε άτακτη φυγή. Ευτυχώς οι Τούρκοι δεν εκμεταλλεύθηκαν την κατάσταση και τα πράγματα αποκαταστάθηκαν.
    Πάντως, στο σημείο αυτό, κρίνεται σκόπιμο να θυμίσουμε ότι στα 500 χρόνια περίπου απάνθρωπης σκλαβιάς στην Μακεδονία, κυρίως λόγω της γεωγραφικής της θέσεως, είχαν συντελεσθεί μεγάλες μετακινήσεις πληθυσμών και εξισλαμισμοί Ελλήνων Χριστιανών. Αρκετές περιοχές είχαν στην υπόψη περίοδο συμπαγείς Μωαμεθανικούς και όχι μόνο πληθυσμούς, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την Θεσσαλονίκη, όπου από δημογραφικής πλευράς προηγούνταν οι Εβραίοι και ακολουθούσαν κατά σειρά οι Τούρκοι, οι Έλληνες, οι Βούλγαροι και άλλοι. Μπορούμε συνεπώς να διατυπώσουμε την άποψη, μιλώντας ιστορικά και όχι συναισθηματικά, πράγμα που μας επιτρέπει το υψηλής στάθμης ακροατήριο, ότι σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως π.χ. στα Γιαννιτσά, αλλά και στην περιοχή της Πτολεμαΐδας, πολεμούσαμε σε εχθρικό περιβάλλον, και εκεί κυρίως πρέπει να αποδοθεί ο αιφνιδιασμός του Αμυνταίου (Σόροβιτς).
    Επανερχόμενοι στις συνομιλίες για την παράδοση της Θεσσαλονίκης, τελικά ο Χασάν Ταξίν Πασάς πείσθηκε για το μάταιο του αγώνα και προτίμησε να παραδώσει την πόλη στην Ελληνική Στρατιά, απορρίπτοντας σχετική πρόταση των Βουλγάρων, αλλά και σχετικές νύξεις των Σέρβων.
    Το πρωτόκολλο παραδόσεως υπογράφηκε εκ μέρους των Ελλήνων από τους εκπροσώπους της Ελληνικής Στρατιάς Αντ/ρχη Βίκτωρα Δούσμανη και τον Λοχαγό Ιωάννη Μεταξά κι έτσι η Θεσσαλονίκη μετά από 482 χρόνια Τουρκικής σκλαβιάς (από το 1430) απελευθερωνόταν στις 26 Οκτωβρίου ανήμερα της εορτής του πολιούχου της Αγίου Δημητρίου.
    Παραδόθηκαν περίπου 1.000 Αξιωματικοί και 25.000 Οπλίτες, ενώ κυριεύθηκε άφθονο πολεμικό υλικό.
    Εν τω μεταξύ, ύστερα από Βουλγαρικές παρακλήσεις, ο Κωνσταντίνος καλόπιστα συγκατένευσε και δύο Τάγματά τους καταυλίσθησαν στην Θεσσαλονίκη.
    Μετά την κατάληψη της πόλης, όπου έσπευσε σκόπιμα να εγκατασταθεί και ο βασιλέας Γεώργιος Α΄, μέρος της Στρατιάς στράφηκε προς την Δυτική Μακεδονία. Στις 7 Νοεμβρίου απελευθερώθηκε η Φλώρινα, ενώ την ίδια ημέρα οι Σέρβοι καταλάμβαναν το Ελληνικότατο Μοναστήρι. Κατόπιν στις 11 Νοεμβρίου τμήματά μας εισήλθαν στην Καστοριά μετά από αγώνα και στις 7 Δεκεμβρίου καταλάμβαναν την Κορυτσά. Παράλληλα οι μεν Μαυροβούνιοι κυρίευαν εδάφη στην Β. Αλβανία και πολιορκούσαν την Σκόδρα, ενώ οι Βούλγαροι εισέβαλαν στην Κεντρική και Ανατολική Μακεδονία, επίσης στη Δυτική Θράκη και σε μεγάλο μέρος της Ανατολικής Θράκης, πολιορκώντας την Ανδριανούπολη.
    Ταυτόχρονα με τον αγώνα στον ηπειρωτικό χώρο, δυνάμεις του Ναυτικού με αγήματά τους, συνεργαζόμενες με τμήματα του Στρατού μεταφερόμενες με επίτακτα πλοία, απελευθέρωναν τον Νοέμβριο και Δεκέμβριο τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, συμπεριλαμβανομένων της Ίμβρου και Τενέδου, όχι όμως και τα Δωδεκάνησα που τελούσαν από τις αρχές το 1912 υπό Ιταλική κατοχή.
    Η κυριαρχία του στόλου μας στο Αιγαίο ήταν αδιαφιλονίκητη. Και στις δύο φορές που ο Τουρκικός Στόλος επιχείρησε να εξέλθει από τα Στενά του Ελλησπόντου και έλαβαν χώρα οι ναυμαχίες της Έλλης (8 Δεκεμβρίου) και της Λήμνου ( 5 Ιανουαρίου 1913), ο άξιος και εύτολμος Ναύαρχος Παύλος Κουντουριώτης τον ανάγκασε, με σοβαρές απώλειες και σημαντικές ζημιές, να ανακρούσει πρύμναν και να καταφύγει στην ασφάλεια των Στενών.
    Ένα παράτολμο ναυτικό επεισόδιο της περιόδου, που δείχνει το υψηλό ηθικό και την μαχητικότητα των Ναυτικών μας, ήταν αυτό της καταδρομής του τορπιλοβόλου 11 με κυβερνήτη τον Υποπλοίαρχο Ν. Βότση τη νύχτα στις 18 Οκτωβρίου στον επιμελώς οχυρωμένο και ναρκοθετημένο λιμένα της Θεσσαλονίκης. Με δύο τορπίλες έπληξε το σχετικά παροπλισμένο ημιθωρηκτό Φέτχ-Ι-Μπουλέντ και το βύθισε.
    Ακόμη ναυτικά αγήματα κατέλαβαν τον λαιμό της Χαλκιδικής και απέτρεψαν την είσοδο Βουλγαρικών Στρατευμάτων, ενώ Σώματα Προσκόπων απελευθέρωσαν την Χαλκιδική στις23 Οκτωβρίου.
    Σημαντικές επίσης υπηρεσίες προσέφερε και η νεοσύστατη Αεροπορική δύναμη με αναγνωρίσεις και παροχή πληροφοριών για τις κινήσεις του αντιπάλου.
    Παράλληλα, στο μέτωπο της Ηπείρου ο Στρατηγός Σαπουντζάκης, με περιορισμένη δύναμη 10 χιλ. περίπου ανδρών τηρούσε μάλλον αμυντική στάση έναντι των υπερτέρων Τουρκικών δυνάμεων, περίπου 20 χιλ. Παρ’ όλα αυτά, βελτίωσε σταδιακά τις θέσεις του, καταλαμβάνοντας μέχρι τέλους Οκτωβρίου το Γρίμποβο (6), την Φιλιππιάδα (12), την Πρέβεζα (21), τα Πέντε Πηγάδια (28) και το Μέτσοβο (31). Από τις 10 Ιανουαρίου 1913, όμως, το κύριο βάρος της προσπάθειας μεταφέρθηκε στην Ήπειρο. Τη διεύθυνση των επιχειρήσεων ανέλαβε ο Διάδοχος και με σοβαρές ενισχύσεις από την Θεσσαλονίκη που μεταφέρθηκαν με πλοία, στις 20 Φεβρουαρίου εκδηλώθηκε η γενική επίθεση για την εκπόρθηση της φύσει–θέσει οχυρής τοποθεσίας του Μπιζανίου και την απελευθέρωση των Ιωαννίνων. Οι τολμηρές διεισδύσεις, κυρίως, των Ευζωνικών Ταγμάτων του Ιατρίδη και Βελισσαρίου από Δυτικά, αλλά και η ισχυρή κατά μέτωπον πίεση, επέφεραν το ποθητό αποτέλεσμα και στις 21 Φεβρουαρίου ο Ελληνικός Στρατός εισήλθε θριαμβευτικά στην πόλη μετά την συνθηκολόγηση των Τουρκικών Δυνάμεων και την παράδοση περίπου 20.000 ανδρών.
    Εν συνεχεία ο Στρατός μας προήλασε στην Β. Ήπειρο και μέσα στην πρώτη εβδομάδα του Μαρτίου απελευθέρωσε το Αργυρόκαστρο (3), τους Αγίους Σαράντα (3), την Πρεμετή (27 Φεβ.), το Τεπελένι (4) και την Κλεισούρα (3), ενώ η Χειμάρρα είχε απελευθερωθεί στις 5 Νοεμβρίου 1912. Στην προσπάθεια αυτή μεγάλη υπήρξε και η συμμετοχή του Στόλου με αποβατικά αγήματα και κυρίως με υποστήριξη δια πυρών και ανεφοδιασμό από θαλάσσης.
    Ο Α΄ Βαλκανικός Πόλεμος έληξε με την υπογραφή της Συνθήκης Ειρήνης του Λονδίνου στις 17 Μαΐου 1913.

    Β΄ ΒΑΛΚΑΝΙΚΟΣ ΠΟΛΕΜΟΣ

    Ο Β΄ Βαλκανικός Πόλεμος άρχισε στις 16 Ιουνίου 1913 και περατώθηκε στις 18 Ιουλίου. Δηλαδή ένας πόλεμος 30 περίπου ημερών, αρκετά συντομότερος του Α΄ Βαλκανικού Πολέμου, αλλά κατά πολύ αιματηρότερος, λόγω αφενός της εξαιρετικά πείσμονος αντιστάσεως των Βουλγάρων, αμυνομένων υπέρ βωμών και εστιών και αφετέρου των θηριωδιών που διέπραξαν σε βάρος του αμάχου πληθυσμού, κυρίως Ελλήνων αλλά και Τούρκων. Οι Βούλγαροι αλαζόνες και άπληστοι, οραματιζόμενοι την Μεγάλη Βουλγαρία της Συνθήκης του Αγίου Στεφάνου (1878) και θεωρούντες εαυτούς ως τους Πρώσους των Βαλκανίων, διαθέτοντες συνάμα τον μεγαλύτερο και αρτιότερα εξοπλισμένο και Εκπαιδευμένο Στρατό, 300 χιλ. και πλέον ανδρών, μετά από σειρά προηγηθέντων επεισοδίων, επετέθησαν αιφνιδιαστικά και ταυτόχρονα στις 16/17 Ιουνίου, τόσο κατά των Ελλήνων στην Ελευθερούπολη, Νιγρίτα και Παγγαίο, όσο και κατά των Σέρβων στο Ιστιπ και Γευγελή. Ήδη από τις 19 Μαΐου Ελλάς και Σερβία είχαν συνάψει συμφωνία και με απόρρητο (μυστικό) πρωτόκολλο στρατιωτικής συνεργασίας, για την αντιμετώπιση της Βουλγαρικής επιθετικότητας.
    Η Ελληνική αντίδραση υπήρξε άμεση. Την επόμενη νύχτα αιχμαλωτίσθηκαν, μετά από αιματηρές συγκρούσεις, όλα τα Βουλγαρικά Τμήματα στην Θεσσαλονίκη. Και το πρωί στις 19 Ιουνίου άρχισε η προέλαση των Δυνάμεών μας προς Κιλκίς και Λαχανά, με Αρχιστράτηγο τον βασιλέα πλέον Κωνσταντίνο, μετά τη δολοφονία του πατρός του Γεωργίου Α΄ στην Θεσσαλονίκη στις 5 Μαρτίου.
    Οι Δυνάμεις των Βουλγάρων στην περιοχή, ανέρχονταν σε 70 χιλ. περίπου υπό τον Αντιστράτηγο Ιβάνωφ, διοικητή της 2ης Στρατιάς. Η μάχη διήρκησε επί τριήμερον και ήταν σκληρότατη με μεγάλες απώλειες εκατέρωθεν. Ο αγώνας υπήρξε τόσο πείσμων, ώστε κυριολεκτικά θυσιάστηκαν 10 Δ/τές Συνταγμάτων και Ταγμάτων. Οι αδυσώπητοι Βούλγαροι, υποχωρούντες σε όλα τα μέτωπα προς της χώρα τους, διέπρατταν φοβερά εγκλήματα. Την εκδικητική μανία τους στην Ελλάδα πλήρωσαν ακριβά η Νιγρίτα, οι Σέρρες, το Σιδηρόκαστρο και προπαντός το μαρτυρικό Δοξάτο Δράμας, αλλά και οι κάτοικοι των χωρίων της περιοχής.
    Οι αγριότητες αυτές – οι ξένοι παρατηρητές, ακόμη και οι Τούρκοι, τις ονόμασαν φρικαλεότητες – εξόργισαν τον Κωνσταντίνο σε τέτοιο βαθμό ώστε, παραφράζοντας τον γνωστό Ρωμαίο τιμητή (κήνσορα) Κάτων, που είχε πει για την Καρχηδόνα την ιστορική φράση ότι έπρεπε να καταστραφεί (Cartago delenda est) ανέκραξε: η Βουλγαρία πρέπει να καταστραφεί (Bulgaria delenda est). Έτσι άλλωστε μπορεί να εξηγηθεί η επιμονή του, να υπογράψουν οι Βούλγαροι συνθηκολόγηση άνευ όρων επί του πεδίου της μάχης και ώθησε τον Στρατό μας, παράτολμα μέχρι την Τζουμαγιά, 90 χιλ. βόρεια από τα σημερινά μας σύνορα, ατενίζοντας την Σόφια.
    Ο Ελληνικός Στρατός, μετά τις νικηφόρες μάζες 19-21 Ιουνίου στο Κιλκίς Λαχανά, κινήθηκε προς βορρά σε 2 φάλαγγες:
    Η αριστερή με τον όγκο των Δυνάμεών μας (5 Μεραρχίες), αφού κατέλαβε με αγώνα στις 23 Ιουνίου τον ζωτικό κόμβο της Δοϊράνης, διέσχισε το Δυτικό Μπέλες. Εκεί οι Σέρβοι από την Γευγελή αδράνησαν, ενώ θα μπορούσαν να αποκόψουν τους υποχωρούντες Βουλγάρους
    Ο Στρατός μας κατόπιν κινήθηκε προς Ανατολάς κατά μήκος της κοιλάδας του Στρούμνιτσα πoταμού, του κυριότερου παραποτάμου του Στρυμόνα , στη συμβολή του οποίου με 4 Μεραρχίες, έχοντας καταλάβει το Πετρίτσι, στράφηκε προς Βορρά ακολουθώντας την κοιλάδα του. Ήδη προηγουμένως μια Μεραρχία, αφού κατέλαβε την Στρώμνιτσα, συνέχισε προς Βορρά κατά μήκος των Δυτικών απολήξεων του όρους Όρβηλος προς Πέχτσεβο – Τσάρεβο Σέλο(άνω κοιλάδα Μπρεγκάλνιτσα ,παραποτάμου Αξιού π.)
    .
    Η δεξιά φάλαγγα (2 Μεραρχίες και η Ταξιαρχία Ιππικού) δια των διαβάσεων των Κρουσίων πέρασε την πεδιάδα της Ροδοπόλεως και έφθασε στον μέσο ρου του Στρυμώνα. Εκεί στο ύψος του οχυρού Ρούπελ συνενώθηκε με την αριστερή και συνέχισαν την προς βορρά κίνηση κατά μήκος της κοιλάδας του Στρυμώνα. Πιο πριν μία Μεραρχία της κινήθηκε ανατολικότερα του όρους Πιρίν προς το (παλαιό) Νευροκόπι – Μπάνσκο.
    Εν συνεχεία, η κυρία φάλαγγα εξεπόρθησε αρχικά την φύσει – θέσει οχυρή τοποθεσία των στενών της Κρέσνας, μήκους 16 χλμ. από 6-10 Ιουλίου και κατόπιν συνέχισε τον επικό αγώνα της στο χώρο του Σιμιτλή 11-14 Ιουνίου και της Τζουμαγιάς 15-18, ενώ οι δευτερεύουσες προσπάθειες Δυτικά του Ορβήλου και Ανατολικά του Πιρίν σημείωναν ικανοποιητική πρόοδο.
    Εδώ θα επισημάνουμε μια εξαιρετικά σοβαρή παρασπονδία των Σέρβων «φίλων» μας. Συγκεκριμένα, ενώ είχαν υποχρέωση βάσει του κοινού σχεδίου να επιχειρούν παράλληλα, καλυπτόμενοι αμοιβαίως, όταν ο Στρατός μας έφθασε στο ύψος του Σιμιτλή, δηλαδή 60 περίπου χιλιόμετρα βορειότερα από τα σημερινά μας σύνορα, πιεζόμενοι από τους Ρώσους ή και έχοντες επιτύχει τους κύριους αντικειμενικούς τους σκοπούς, ανέκοψαν απροειδοποίητα την προχώρησή τους. Απόρροια τούτου και παρά τις επανειλημμένες αγωνιώδεις εκκλήσεις μας, ήταν να μείνει ακάλυπτο για αρκετό χρόνο το αριστερό μας πλευρό και οι Βούλγαροι, απαγκιστρωμένοι από τους Σέρβους, να στραφούν εναντίον μας και να διατρέξουμε τον έσχατο κίνδυνο συντριβής. Εκεί οι απώλειές μας υπήρξαν βαρύτατες και η καταστροφή αποτράπηκε χάρη στον υπερήρωα Έλληνα μαχητή.
    Εν τω μεταξύ, η μεταφερθείσα ατμοπλοϊκώς από την Ήπειρο VIII Μεραρχία απελευθέρωσε την Ξάνθη 12 Ιουλίου, και την Κομοτηνή 15 Ιουλίου, ενώ με τη σύμπραξη Στρατού και Ναυτικού, απελευθερώθηκαν η Καβάλα στις 23 Ιουνίου, η Αλεξανδρούπολη 12 Ιουλίου και το Πόρτο Λάγος 16 Ιουλίου.
    Οι νικηφόρες μάχες εντός της Βουλγαρίας και κυρίως η εισβολή, χωρίς σχεδόν αντίσταση, των Ρουμανικών δυνάμεων από βορρά, είχαν σαν αποτέλεσμα τον εξαναγκασμό της σε σύναψη ανακωχής και κατάπαυση του πυρός στις 18 Ιουλίου 1913. Παράλληλα, οι Τούρκοι είχαν ανακτήσει την Ανατολική Θράκη, που είχαν απολέσει από τους Βουλγάρους στον Α΄ Βαλκανικό Πόλεμο.
    Τελικά, στις 28 του ιδίου μηνός υπεγράφη, κάτω από απαράδεκτες παρεμβάσεις κυρίως σε βάρος μας των Μεγάλων Δυνάμεων, στο Βουκουρέστι, συνθήκη Ειρήνης. Η Ελλάδα είχε βεβαίως κερδίσει την Ήπειρο ,την Μακεδονία,τα νησιά του Αν. Αιγαίου και την(αυτόνομη )Κρήτη, υποχρεωθείσα όμως να εκκενώσει τα μεγάλης εκτάσεως εντός της Βουλγαρίας σε βάθος καταληφθέντα με τη λόγχη εδάφη ,παρά τα κρατούντα στο Διεθνές Δίκαιο του πολέμου, περιορισθείσα τελικώς στα σημερινά προβληματικά μας σύνορα επί του όρους Μπέλες, αντί τουλάχιστον στην κοιλάδα του Στρούμνιτσα ποταμού, όπου οι πόλεις Στρούμνιτσα, Πετρίτσι και το εγγύς Μελένικο, με σημαντικό Ελληνικό πληθυσμό. Τραγική ήταν η εικόνα που παρουσίαζαν τα καραβάνια των ξεσπιτωμένων Ελλήνων προσφύγων που ακολουθούσαν τους αποχωρούντες Ελληνικούς Σχηματισμούς, προκειμένου να αποφύγουν την εκδικητική μανία των Βουλγάρων.
    . Αλλά, δυστυχώς, αναγκασθήκαμε, επίσης, να επιστρέψουμε τον Οκτώβριο 1913 στους ηττημένους Βουλγάρους την προ τριμήνου απελευθερωθείσα Δυτική Θράκη και να εγκαταλείψουμε αργότερα, αρχές του 1914 την Β. Ήπειρο, έναντι διατηρήσεως των νησιών του Αν Αιγαίου .Ευτυχώς, κρατήσαμε την Καβάλα, χάρη στην σθεναρή παρέμβαση του Κωνσταντίνου προς τον γυναικάδελφό του Κάιζερ Γουλιέλμο.
    Παρ’ όλα αυτά, ήταν μεγάλα τα κέρδη από τους δύο Βαλκανικούς Πολέμους. Τεράστιες όμως ήταν και οι απώλειές μας σε ανθρώπινο δυναμικό: 41.555 Αξιωματικοί και Οπλίτες (νεκροί – τραυματίες και αγνοούμενοι) από τον Στρατό, 29 από το Ναυτικό και 2 Αξιωματικοί από την Αεροπορία, χωρίς βέβαια να υπολογίζουμε τις εκτεταμένες σφαγές των αμάχων και τις τεράστιες υλικές ζημιές.
    Η χώρα μας διπλασιάστηκε σε έκταση: από τα 64 τ.χιλ. αυξήθηκε στα 120 και ο πληθυσμός από 2,6 εκατ. στα 4,7 περίπου, αν και ο επιπλέον πληθυσμός ήταν ανομοιογενής, με πλεονάζοντες, ιδίως στη Μακεδονία τους Μουσουλμάνους. Τελικά, ομοιογένεια επιτεύχθηκε το 1929, μετά τις ανταλλαγές πληθυσμών, υποχρεωτικές και προαιρετικές, που έλαβαν χώρα κατά την δεκαετία του1920,χωρίς να παραβλέπονται οι μετακινήσεις πληθυσμών ,κυρίως λόγω διωγμών κατά την πρώτη20ετία του 1920(Μακεδονικός αγώνας 1904-1908,κίνημα Νεοτούρκων 1908,Βαλκανικοί πόλεμοι 1912,Α΄ΠΠ1914-1918) .
    Η Ελλάδα πάντως ανδρώθηκε, έγινε βιώσιμη και υπολογίσιμη δύναμη.
    Μέγα, τελικώς επίτευγμα που οφείλεται:

    Στο όραμα και στη διορατικότητα της Πολιτικής και Στρατιωτικής Ηγεσίας.
    Στη σωστή προετοιμασία των Ε.Δ. και του Λαού, ιδίως κατά τα τελευταία προ του πολέμου έτη (1909-1912), αλλά και κυρίως στην από κοινού δράση με άλλα Βαλκανικά κράτη, κατά περίπτωση.
    Στην ορθή εκτίμηση για τις προθέσεις των τότε Μεγάλων Δυνάμεων, ως προς το Ανατολικό Ζήτημα (συρρίκνωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και ανακατανομή των εδαφών της, ιδίως στον ευρωπαϊκό χώρο).
    Στην κυριαρχία του Στόλου μας στο Αιγαίο η οποία συνετέλεσε, αφενός μεν στην απελευθέρωση τον Ιούλιο 1913 της Δυτικής Θράκης(προσωρινά) και των νησιών του Αν. Αιγαίου ,αφετέρου δε και κυρίως στην απαγόρευση των μεταφορών δια θαλάσσης από τους Τούρκους, με αποτέλεσμα να μη φθάσουν ποτέ ενισχύσεις περίπου 250 χιλ. ανδρών από την Μικρά Ασία και την Συρία στα Βαλκάνια.
    Στη στροφή της Στρατιάς προς την Θεσσαλονίκη, που υπήρξε το προοίμιο του επιτυχούς Β΄ Βαλκανικού Πολέμου.
    Και πάνω απ’ όλα:
    Στην ομοψυχία και ενότητα Στρατού και Λαού, Πολιτικής και Στρατιωτικής Ηγεσίας, αλλά και στο ξεδίπλωμα στρατιωτικών αρετών και πνεύματος αυτοθυσίας υψηλού επιπέδου από Αξιωματικούς και Οπλίτες, στρατευμένους και εθελοντές.

    Του Αντ/γου ε.α. ΝΙΚ. ΚΟΛΟΜΒΑ Επίτιμου Δ/του Γ΄Σ.Σ. Πτυχιούχου Νομικής Α.Π.Θ.

    http://www.diplomatikoperiskopio.com/2013/02/1912-13.html


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: