1453


Με αφορμή την επέτειο της Άλωσης της Κωσταντινούπολης από τους Οθωμανούς επιμελήθηκα ενός αφιερώματος στις Ιστορικές σελίδες της Κυριακάτικης Ελευθεροτυπίας (26 Μαϊου 2013).

σάρωση0005

Το αφιέρωμα περιείχε παρουσίαση της εποχής, των ταυτοτήτων των αντιμαχόμενων δυνάμεων και ένα Χρονολόγιο των γεγονότων που κατέληξαν με την Άλωση της Πόλης από τον Μωάμεθ και το στρατό του.

σάρωση0009

560 χρόνια από την Άλωση της Κωσταντινούπολης από τους Οθωμανούς

 Η Άλωση της Κωσταντινούπολης από τους Οθωμανούς το 1453 έκλεισε οριστικά μια μεγάλη ιστορική περίοδο που ξεκίνησε με την ίδρυση της Κωσταντινούπολης από το Μεγάλο Κωνσταντίνο και χαρακτηρίστηκε από τον  βαθμιαίο εξελληνισμό του ρωμαϊκού ανατολικού κράτους, ως απόρροια του περιορισμού σε ελληνόφωνα εδάφη, τη κυριαρχία του ρωμαϊκού νομικού συστήματος και της ελληνικής γλώσσας και γραμματείας.

Η Άλωση της Πόλης και λίγο αργότερα η κατάλυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας και η κατάληψη του Μυστρά επιβεβαίωσαν την οριστική κυριαρχία ενός άλλου πολιτισμικού μοντέλου που είχε γεννηθεί αιώνες πριν στις ερήμους της Αραβίας: του Ισλάμ.

σάρωση0012-1Παρότι η ανάκληση εκείνων των ιστορικών γεγονότων γίνεται σήμερα με  αντιιστορικές  ταυτίσεις, όπου οι τότε Τούρκοι και Βυζαντινοί ευθέως ανάγονται στους σύγχρονους Τούρκους και Έλληνες, όπως έχουν διαμορφωθεί στην εποχή του πολιτικού έθνους, εν τούτοις η πραγματικότητες εκείνη την εποχή σε επίπεδο ταυτοτήτων ήταν διαφορετικές. Οι Οθωμανοί, αυτό-ορίζονταν αποκλειστικά ως μουσουλμάνοι. Η ταυτότητά τους ήταν αποκλειστικά θρησκευτική χωρίς ίχνος εθνικής συνείδησης. Ο όρος «Τούρκος» για τους μουσουλμάνους ήταν απαξιωτικό. Από το 12ο αιώνα που εμφανίζονται οι δερβίσηδες, «Τούρκος» σημαίνει κάτι το απεχθές, βάρβαρο. Ο Τζελαλεντίν Ρουμί, ο σημαντικός Πέρσης ποιητής και Σούφι, αναφέρει: «ο Θεός έπλασε τους Ρωμιούς και τους Τούρκους. Τους Ρωμιούς για να δημιουργούν  και τους Τούρκους για να καταστρέφουν». Οι χριστιανοί ορίζουν τους μουσουλμάνους ως «Τούρκους» με τη θρησκευτική έννοια. Όπως «Ρωμιός» σήμαινε χριστιανός, έτσι και το «Τούρκος» δεν είχε καμιά εθνική σημασία. Ο όρος εθνικοποιείται με την εμφάνιση του τουρκικού εθνικισμού στα τέλη του 19ου αιώνα και το τουρκικό κράτος θα στηθεί πάνω στην απαξιωτική αυτήν έννοια. Και για να το κατανοήσουμε αυτό θα πρέπει να γνωρίζουμε τον τρόπο που συγκροτήθηκαν οι πληθυσμιακές ομάδες κατά το Μεσαίωνα.

Γιατί επικράτησαν οι Τούρκοι;  

H εμφάνιση των τουρκικών ομάδων στον ελληνικό χώρο από τον 11ο μ.Χ. αιώνα, εγκαινίασε μια μακρά περίοδο συνάντησης, επικοινωνίας και ώσμωσης. Είτε ως Σελτζούκοι, είτε ως Οθωμανοί θα διαμορφώσουν τελικά τη φυσιογνωμία ολόκληρης της περιοχής μας. Το ερώτημα που αντιμετώπιζαν οι επιστήμονες ήταν το πώς ένας πληθυσμός εισβολέων που δεν ξεπέρασε τις 400.000 άτομα, κατάφερε να κυριαρχήσει σ’ ένα ελληνόφωνο  κόσμο 8 εκατομμυρίων. Πώς οι «ολίγοι» Τουρκομάνοι κατάφεραν να μεταστρέψουν ένα μεγάλο πληθυσμό ελληνοφώνων, χριστιανών μαζί με τους οποίους στη συνέχεια, θα αποτελέσουν τους Οθωμανούς πολίτες της νέας αυτοκρατορίας τους.

Την ίδια εποχή που τα τουρκικά φύλα κάνουν την είσοδό τους στο μικρασιατικό χώρο, το Βυζάντιο από πολυεθνική, ελληνόφωνη αυτοκρατορία μετατρέπεται σε πόλη-κράτος, όπου αναπτύσσονται σημαντικές κοινωνικές και ιδεολογικές διεργασίες. Διαμορφώνεται μια πρώιμη αστική τάξη, η οποία θα γονιμοποιήσει και θα εξελίξει έως τα όριά της την ιδεολογική κληρονομιά των τριών αιώνων νέου ελληνισμού, που είχε συσσωρευτεί απ΄ την εποχή της Αυτοκρατορίας της Νίκαιας. Η νέα αυτή ιθύνουσα οικονομική τάξη θα εκφραστεί με τους Παλαιολόγους και θα ξεπεράσει την υπερεθνική, ελληνόφωνη και χριστιανική ρωμιοσύνη. Θα διαμορφώσει μια εθνική ταυτότητα, όπου δεν προέχει η θρησκευτική καθαρότητα αλλά η εθνική επιβίωση. Σε αυτήν την κοινωνικο-πολιτική βάση θα εμφανιστούν οι Ενωτικοί, που στο όνομα της ελπίδας για δυτική βοήθεια θα δεχθούν να υποταχθεί η ανατολική Εκκλησία, στον αντίπαλό της τη δυτική Εκκλησία.

Μεγάλο μέρος της κοινωνικής βάσης των Οθωμανών προέρχονταν από  εξισλαμισμένους χριστιανούς, Έλληνες, Αρμένιους, Σλάβους κ.ά. Χαρακτηριστικό είναι το στιγμιότυπο που μας μεταφέρει ο Σφρατζής λίγο πριν την τελική επίθεση προς την Κωνσταντινούπολη: Ο Μωάμεθ, καλεί τα στρατεύματα του να επιτεθούν στην Πόλη και απευθύνει προς αυτά τον τελικό λόγο. Τους στρατιώτες του αποκαλεί «νεϋληδες», δηλαδή «προσφάτως ελθόντες» νεοπροσύλητους στο ισλάμ. Ίσως αυτή ο προσαγόρευση να παριστά με τον καλύτερο τρόπο τις κοσμογονικές αλλαγές που συνέβησαν στην καρδιά του τότε ελληνικού κόσμου, τη Μικρά Ασία, κατά τη διαδικασία εμπέδωσης της ισλαμικής κυριαρχίας, που κράτησε 4 ολόκληρους αιώνες. Από την ομάδα των ελληνοφώνων νεοπροσύλητων προερχόταν και ο στρατηγός Ζαγανός πασά, ο οποίος θα προτρέψει τον Μωάμεθ να αρχίσει τη πολιορκία της Πόλης, σε αντίθεση με τις συμβουλές του πρωθυπουργού του. Την ίδια εποχή στη περιορισμένο γεωγραφικά βυζαντινό κράτος θα υπάρξει μια παράδοξη ανάδυση εθνικής συνείδησης, αιώνες πριν την έλευση της νεωτερικότητας.

 σάρωση0011

  

To χρονολόγιο της Άλωσης

 Χειμώνας 1452: Ο Μωάμεθ ο Β’, νεαρός σουλτάνος στο κράτος των Οθωμανών που είχαν πλέον μεταφέρει την πρωτεύουσά τους στην Αδριανούπολη, αποφασίζει να γυρίσει και την τελευταία σελίδα στη σύγκρουση με τους ελληνόφωνους Ρωμαίους Χριστιανούς που συνέχιζαν να έχουν υπό τον έλεγχό τους τη μεγαλύτερη πόλη της Ανατολής, την Κωσταντινούπολη. Στο περιβάλλον του υπάρχουν ο μετριοπαθής βεζίρης (πρωθυπουργός) Χαλίλ που εκφράζει τη συντηρητική τάση και οι  στρατηγοί του, ο εξισλαμισμένος Ρωμιός Ζαγανός και ο Τουραχάν.

12 Δεκεμβρίου 1452: Σε μια προσπάθεια να κινητοποιηθούν οι Δυτικοί για να βοηθήσουν την απειλούμενη Κωσταντινούπολη, λαμβάνει χώρο το «ενωτικό συλλείτουργο» με τον Καρδινάλιο Ισίδωρο, απεσταλμένο του Πάπα. Οι ανθενωτικοί εξεγείρονται και ο Λουκάς Νοταράς θα πει μια φράση που θα μείνει στην ιστορία: «κρειττότερον εστίν ειδέναι εν τη μέση τη πόλει φακίολον βασιλεύον Τούρκων ή καλύπτραν Λατινικήν», που σε ακριβή μετάφραση των εννοιών θα πει «καλύτερα μουσουλμανικό σαρίκι παρά καθολική τιάρα στην Κωνσταντινούπολη».

Ιανουάριος 1453: O Mωάμεθ ανακοινώνει την απόφασή του για επιχείρηση κατάληψης της Κωσταντινούπολης σε συγκέντρωση όλων των Οθωμανών αξιωματούχων στην Αδριανούπολη

29 Ιανουαρίου 1453: Στην Κωσταντινούπολη καταφθάνει με 700 πολεμιστές  ο Γενοβέζος πολέμαρχος Ιουστινιάνης (Τζιοβάνι Τζιουστινιάνι Λόγκο).Τον ίδιο μήνα ο Ούγγρος μηχανικός Ουρβανός κατασκευάζει για τον Μωάμεθ το πρώτο κανόνι. Ένα τεράστιο πυροβόλο όπλο με διάμετρο ένα μέτρο πουδεχόταν βλήματα 400 κιλών. 

-Φεβρουάριος 1453: Ο Νταγί Καραντζά μπέης που ηγείται των οθωμανικών δυνάμεων στην Ευρώπη επιτίθεται στις τελευταίες βυζαντινές κτήσεις στην Ανατολική Θράκη. Η Συλληβρία και η Πέρινθος που αντιστέκονται καταστρέφονται και λεηλατούνται ενώ η Αγχίαλος και η Μεσημβρία παραδίδονται.

24 Φεβρουαρίου 1453: Η Βενετία αποφασίζει να βοηθήσει την απειλούμενη Κωνσταντινούπολη αποστέλλοντας επιστολές προς τον πάπα Νικόλαο και τους χριστιανούς βασιλείς της Δύσης για άμεση αποστολή βοήθειας. ‘Όμως δύο ημέρες μετά οι 700 Βενετοί στρατιώτες που βρισκόταν στην Πόλη δραπετεύουν με επτά πλοία, φοβούμενοι την πολιορκία.

Μάρτιος 1453: Ο Μωάμεθ αποκλείει τα στενά, συγκεντρώνοντας στόλο στην Καλλίπολη. Ο στόλος αποτελείται από έξι τριήρεις, δέκα διήρεις, πενήντα γαλέρες με κουπιάκ.λπ. Επικεφαλής του στόλου τίθεται ο εξισλαμισμένος Βούλγαρος Σουλεϊμάν Μπάλτογλου. Ο Μωάμεθ συγκεντρώνει στρατό 150.000περίπου ανδρών, που αποτελείται από 20.000 επίλεκτους γενίτσαρους, δηλαδή εξισλαμισμένους χριστιανούς από το παιδομάζωμα,  60.000 τακτικό στρατό και 20.000 άτακτους πολεμιστές. Οι δυτικοί δεν καταφέρνουν να συμφωνήσουν για τις λεπτομέρειες της αποστολής της βοήθειας. Στα μέσα του μήνα  

23 Μαρτίου 1453: Ο Μωάμεθ αναχωρεί από την Αδριανούπολη επικεφαλής του στρατού του. Η Κωνσταντινούπολη περικυκλώνεται από τη θάλασσα, από τον στόλο που έρχεται από την Καλλίπολη και από την ξηρά, από την πλευρά της Θράκης. Απέναντι στα οθωμανικά στρατεύματα οι Έλληνες θα παρατάξουν ένα στρατό επτά χιλιάδων ανδρών, από τους οποίους οι δύο χιλιάδες είναι Λατίνοι.

30 Μαρτίου 1453: Τρία πλοία αναχωρούν από τη Γένοβα με πολεμοφόδια και τρόφιμα για την Κωνσταντινούπολη, μισθωμένα από τον Πάπα Νικόλαο. Τα χριστιανικά κράτη δεν μπορούν ή δεν θέλουν να συντρέξουν τους  Βυζαντινούς στον αγώνα. Οι Έλληνες θα δώσουν σχεδόν μόνοι τους τον ύστατο αγώνα.

2 Απριλίου 1453: Αρχίζει η πολιορκία της Πόλης. Ο σουλτάνος στρατοπεδεύει έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού. Τα οθωμανικά στρατεύματα που προέρχονται από τη Δύση έχουν επικεφαλής τον εξισλαμισμένο Ρωμιό Ζαγανό πασά, τα στρατεύματα της Ανατολής έχουν επικεφαλής τον εξισλαμισμένο Μαχμούτ πασά, που προέρχεται από την οικογένεια των Αγγέλων και ο οθωμανικός στόλος έχει ως επικεφαλή ναύαρχο τον εξισλαμισμένο Βούλγαρο Μπαλτόγλου. Οι Βυζαντινοί αποκλείουν το λιμάνι με μια βαριά σιδερένια αλυσίδα. Μέσα στον Κεράτιο βρίσκονται  10 ελληνικά και 5 βενετικά πλοία. Ο αυτοκράτορας και οι καλύτεροι από τους Έλληνες πολεμιστές αναλαμβάνουν την υπεράσπιση του Μεσότειχου και των Πυλών του Αγίου Ρωμανού και της Αγίας Κυριακής που θα δεχτεί τον κύριο όγκο της οθωμανικής επίθεσης.  

5 Απριλίου 1453: Όλος ο οθωμανικός στρατός βρίσκεται μπροστά στα τείχη έχοντας περικυκλώσει τα 29 χιλιόμετρα της περιμέτρου της πόλης. Ο σουλτάνος ζητά την ειρηνική παράδοση, σύμφωνα με τους κανόνες του ισλάμ. Υπόσχεται σεβασμό της ζωής, της τιμής και της περιουσίας των κατοίκων. Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος απορρίπτει τις προτάσεις και  δίνει τη μνημειώδη απάντηση:  »Τό δέ τήν Πόλιν σοι δούναι, ουτ’ εμόν εστί ούτε άλλου τών κατοικούντων εν αυτή… Κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν καί ού φεισόμεθα τής ζωής ημών….»

6 Απριλίου 1453: Οι Οθωμανοί αρχίζουν το βομβαρδισμό της Πόλης από 14 σημεία.

7 Απριλίου 1453: Ξεκινά η μάχη των λαγουμιών. Οι Οθωμανοί σκάβουν λαγούμια για να εισέλθουν απ’ αυτά στην πόλη. Τους αντιμετωπίζει με ιδιαίτερη επιτυχία ο Σκωτσέζος Τζον Γκραντ.   Ο Γκραντ, έμπειρος  μηχανικός, είχε έρθει στην Κωνσταντινούπολη μαζί με του Ιουστινιάνη.

9-10 Απριλίου 1453: Οι Οθωμανοί αποτυγχάνουν να διασπάσουν την αλυσίδα του Κεράτιου Κόλπου.  Καταλαμβάνουν όμως τρία μικρά κάστρα που βρίσκονται έξω από τα τείχη: των Θεραπειών, του Στουδίου στην Προποντίδα και της Πριγκίπου στα Πριγκιπόνησα. 

12 Απριλίου 1453: Ο βομβαρδισμός των τειχών συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Τα κανόνια του Ουρβανού ρίχνουν 7 βολές το καθένα την ημέρα, προκαλώντας μεγάλες ζημιές στα τείχη. Το μεγαλύτερο απ’ αυτά θα αυτοκαταστραφεί με έκρηξη, σκοτώνοντας  τους χρήστες πυροβολητές. Ο Μωάμεθ δίνει εντολή για κατασκευή μεγαλύτερου κανονιού. Οι πολιορκημένοι καταφέρνουν να επιδιορθώσουν τα κατεστραμμένα τμήματα του τείχους.  Ο οθωμανικός στόλος αποτυγχάνει για άλλη μια φορά, με μεγάλες απώλειες, να διαρρήξει την άμυνα των χριστιανικών πλοίων και να  σπάσει την αλυσίδα.

 –18 Απριλίου 1453: Μετά από σφοδρή επίθεση με το νέο κανόνι του Ουρβανού, ο Μωάμεθ διατάζει επίθεση εναντίον των τειχών του Μεσοτειχίου που τα υπερασπίζεται ο ίδιος ο Παλαιολόγος. Οι Οθωμανοί καταφέρνουν να εισχωρήσουν στα τείχη, όμως απωθούνται από Έλληνες και Λατίνους αφήνοντας 200 νεκρούς πίσω τους. Και δεύτερη επίθεση των την επόμενη ημέρα καταλήγει άδοξα για τους επιτιθέμενους. 

20 Απριλίου 1453: Τέσσερα πλοία, 3 γενοβέζικα και ένα ελληνικά με επικεφαλής τον Φλαντανελά, φορτωμένα με σιτάρι και όπλα επιχειρούν να προσεγγίσουν την Κωνσταντινούπολη. Παρά την προσπάθεια του οθωμανικού στόλου και τον πολλαπλάσιο αριθμό πλοίων που διέθετε, τα χριστιανικά πλοία θα καταφέρουν να εισέλθουν στην Πόλη έχοντας προκαλέσει μεγάλες απώλειες στους αντιπάλους τους.    

22 προς 23 Απριλίου 1453: Ο Μωάμεθ καταφέρνει με τις συμβουλές ενός Ιταλού μισθοφόρου να υπερκεράσει τον Κεράτιο Κόλπο και να μεταφέρει 70 πλοία σ’ αυτόν δια ξηράς, με «υπερνεώλκηση». Έτσι, θέτοντας οι Οθωμανοί υπό τον έλεγχό τους τον Κεράτιο Κόλπο αποκτούν ένα μεγάλο θαλάσσιο πλεονέκτημα.

7 Μαϊου 1453: Μετά από ακαταύπαστο βομβαρδισμό των τειχών οι γενίτσαροι εφορμούν στο Μεσοτείχιον με πολιορκητικές μηχανές, σκάλες και γάντζους. Η επίθεση αποκρούστηκε από τους πολιορκημένους.

18 Μαΐου 1453 μ.Χ.  Ένας τεράστιος οθωμανικός ξύλινος προμαχώνας ορθώνεται μπροστά στα τείχη ξεπερνώντας τα σε ύψος. Ο στόχος του είναι να πλησιάσει τα τείχη και να κατεβάσει τον καταπέλτη, ώστε να εισχωρήσουν οι πολιορκητές μέσω των τειχών. Με καταδρομική βραδινή αποστολή οι πολιορκημένοι καταφέρνουν να τον πυρπολήσουν.

23 Μαΐου 1453 μ.Χ. Με επικεφαλής τον μηχανικό Γκραντ οι πολιορκημένοι καταφέρνουν να καταστρέψουν όλα τα λαγούμια που σκάβουν οι Οθωμανοί.

24 Μαϊου 1453 μ.Χ. Λιτανεία στους δρόμους της Κωσταντινούπολης με την Εικόνα της Παναγίας των Βλαχερνών, ενώ στο οθωμανικό στρατόπεδο ετοιμάζονται για τη μεγάλη επίθεση.

25 Μαϊου 1453 μ.Χ. Απαισιοδοξία επικρατεί και στα δύο στρατόπεδα. Ο Μωάμεθ στέλνει στην Πόλη τον Ισμαήλ, για εξισλαμισμένου Έλληνα από τη Σινώπη με προσφορές ειρήνης. Η αρνητική απάντηση εξοργίζει τον Μωάμεθ. Φέρεται να λέει: «Μία επιλογή μένει στους Ρωμιούς. Είτε να παραδοθούν, είτε να ασπαστούν την αληθινή πίστη του Αλλάχ είτε να χαθούν από το σπαθί και το τσεκούρι.»

26 Μαΐου 1453 μ.Χ. Σε σύσκεψη με του Μωάμεθ με τους συμβούλους του, ακούγεται η λύση της υποχώρησης. Ο μετριοπαθής βεζίρης Χαλίλ ζητά από το σουλτάνο να συμβιβαστεί προσφέροντας ευνοϊκούς όρους στους Βυζαντινούς και να λύσει την πολιορκία. Την αντίθετη θέση υποστηρίζει ο στρατηγός του Ζαγανός, εξισλαμισμένος Έλληνας, επικαλούμενος τον Μέγα Αλέξανδρο: «Στα αρχαία χρόνια, ο βασιλιάς Αλέξανδρος με στρατό πολύ μικρότερο του δικού μας, υπέταξε τη μισή οικουμένη. Εμείς θα φοβηθούμε τώρα;» Έτσι αποφασίστηκε η συνέχιση της πολιορκίας.

27 Μαϊου 1453: Οργανώνεται η οθωμανική επίθεση. Ο Μωάμεθ σε λόγο του προς το στρατό του αναφέρεται στα οφέλη που θα έχουν τόσο όσοι σκοτωθούν,  όσο και αυτοί που θα ζήσουν. Αναφέρει ότι στην ανταπόδοση που προβλέπει το Κοράνι για όσους σκοτωθούν: «Όποιος σκοτώνεται στον πόλεμο πηγαίνει κατευθείαν στον Παράδεισο για να τρώει και να πίνει εκεί μαζί με τον Μωάμεθ, να αναπαύεται σε καταπράσινους ανθισμένους τόπους μαζί με αγόρια, ωραίες γυναίκες και κορίτσια, να λούζεται μέσα σε υπέροχα λουτρά». Από την πλευρά του υποσχόταν διπλάσιο μισθό σε στρατιώτες και αξιωματικούς και επιπλέον τους επέτρεπε να λεηλατήσουν την πόλη: «…θα αφήσω την πόλη τρεις ημέρες να τη λεηλατήσετε».  

28 Μαϊου 1453: Μετά από λιτανεία των Βυζαντινών γύρω από τα τείχη, ο Παλαιολόγος εκφωνεί τον τελευταίο του λόγο στους «ἀπογόνους Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων»: «Ξέρετε καλά, αδέρφια, ότι για τέσσερις λόγους οφείλουμε όλοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή: πρώτον, για την πίστη και την ευσέβειά μας• δεύτερον, για την πατρίδα• τρίτον, για το βασιλέα και το Χριστό• και τέταρτον, για τους συγγενείς και φίλους…»

Ο λόγος του παρατίθεται στο «Χρονικν το Μεγάλου Λογοθέτου Γεωργίου Σφραντζ Φραντζ» που εκδόθηκε στην Κέρκυρα το 1477. 

29 Μαϊου 1453 μ.Χ. Αρχίζει η τελική επίθεση των Οθωμανών. Εφορμούν στ τείχη στέλνοντας πρώτους τους άτακτους βασιβούζουκους (που θεωρούνται ως οι μοόνοι αυθεντικοί Τούρκοι) μαζί με τους συμμάχους του Σέρβους, Ούγγρους, Γερμανούς, Ιταλούς ακόμα και Έλληνες. Μετά την απόκρουση αυτής της επίθεσης εφόρμησε η δεύτερη γραμμή των Οθωμανών η οποία επίσης αποκρούστηκε. Τελικά επιτέθηκαν τα επίλεκτα σώματα των γενιτσάρων τα οποία επίσης αποκρούστηκαν, αλλά μια μικρή πύλη που  οι Βυζαντινοί την άνοιγαν για να εξαπολύουν αντεπιθέσεις είχε μείνει ανοιχτή. Από την μικρή αυτή πόρτα, την Κερκόπορτα, εισέβαλαν στρατιώτες του Μωάμεθ. Ο τραυματισμός του Ιουστινιάνη και η αποχώρηση των γενοβέζων από τη μάχη θα ευνοήσει τις οθωμανικές επιθέσεις.  Στις δυόμιση το μεσημέρι η Πόλη έχει καταληφθεί από τους Οθωμανούς.  

σάρωση0010

_____________________________________________

ΚΕΠΕΜ Πρόσκληση 28.5.2013

35 comments so far

  1. Βλάσης Αγτζίδης on

    Λαϊκοί Θρήνοι για την Άλωση

    Πάρθεν η Ρωμανία

    Έναν πουλίν, καλόν πουλίν εβγαίν’ από την Πόλην°
    ουδέ στ’ αμπέλια κόνεψεν ουδέ στα περιβόλια,
    επήγεν και-ν εκόνεψεν α σου Ηλί’ τον κάστρον.
    Εσείξεν τ’ έναν το φτερόν σο αίμα βουτεμένον,
    εσείξεν τ’ άλλο το φτερόν, χαρτίν έχει γραμμένον,
    Ατό κανείς κι ανέγνωσεν, ουδ’ ο μητροπολίτης°
    έναν παιδίν, καλόν παιδίν, έρχεται κι αναγνώθει.
    Σίτ’ αναγνώθ’ σίτε κλαίγει, σίτε κρούει την καρδίαν.
    «Αλί εμάς και βάι εμάς, πάρθεν η Ρωμανία!»
    Μοιρολογούν τα εκκλησιάς, κλαίγνε τα μοναστήρια
    κι ο Γιάννες ο Χρυσόστομον κλαίει, δερνοκοπιέται,
    -Μη κλαίς, μη κλαίς Αϊ-Γιάννε μου, και δερνοκοπισκάσαι
    -Η Ρωμανία πέρασε, η Ρωμανία ‘πάρθεν.
    -Η Ρωμανία κι αν πέρασεν, ανθεί και φέρει κι άλλο.

    (Πόντος)

    ———————
    Το ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης

    Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός και στεναγμός και λύπη,
    Θλίψις απαραμύθητος έπεσεν τοις Ρωμαίοις.
    Εχάσασιν το σπίτιν τους, την Πόλιν την αγία,
    το θάρρος και το καύχημα και την απαντοχήν τους.
    Τις το ‘πεν; Τις το μήνυσε; Πότε ‘λθεν το μαντάτο;
    Καράβιν εκατέβαινε στα μέρη της Τενέδου
    και κάτεργον το υπάντησε, στέκει και αναρωτά το:
    -«Καράβιν, πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;»
    -«Ερκομαι ακ τα’ ανάθεμα κι εκ το βαρύν το σκότος,
    ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην°
    απέ την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
    Εγώ γομάριν Δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
    κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα.

    (δημοτικό, απόσπασμα)

    ———–

    Θρήνος της Κωνσταντινουπόλεως

    Εκείνη η μέρα η σκοτεινή, αστραποκαϊμένη
    της τρίτης της ασβολερής, της μαυρογελασμένης,
    της θεοκαρβουνόκαυστης, πουμπαρδοχαλασμένης,
    έχασε μάνα το παιδί και το παιδίν τη μάναν,
    και των κυρούδων τα παιδιά υπάν ασβολωμένα,
    δεμένα από το σφόνδυλα όλα αλυσοδεμένα
    δεμένα από τον τράχηλον και το ουαί φωνάζουν.
    με την τρομάραν την πολλήν, με θρηνισμόν καρδίας•/ [. . .]
    να πάτε όλοι κατ’ εχθρών, κατά των Μουσουλμάνων,
    και δεύτε εις εκδίκησιν, τρέχετε μη σταθήτε,
    τον Μαχουμέτην σφάξετε, μηδέν αναμελείτε,
    την πίστιν των την σκυλικήν να την λακτοπατήτε./ [. . .]
    ω, Κωνσταντίνε Δράγαζη, κακήν τύχην οπού ‘χες,
    και τι να λέγω, ουκ ημπορώ, και τι να γράφω ουκ οίδα,
    σκοτίζει μου το λογισμόν ο χαλασμός της πόλης.

    Ε. Κριαράς (έκδ.), Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης, Θεσσαλονίκη 1965, σ. 31..

    ——————————————————-

    Ανακάλημα Κωνσταντινουπόλεως

    «Καράβιν πόθεν έρκεσαι και πόθεν κατεβαίνεις;»
    «Έρκομαι ακ τ’ ανάθεμα κ’ εκ το βαρύν το σκότος,
    ακ την αστραποχάλαζην, ακ την ανεμοζάλην•
    από την Πόλην έρχομαι την αστραποκαμένην.
    Εγώ γομάρι δε βαστώ, αμέ μαντάτα φέρνω
    κακά δια τους χριστιανούς, πικρά και δολωμένα:
    Οι Τούρκοι ότε ήρθασιν, επήρασιν την Πόλην
    απώλεσαν τους χριστιανούς εκεί και πανταχόθεν».

    Ε. Κριαράς (έκδ.), Ανακάλημα της Κωνσταντινούπολης, Θεσσαλονίκη 1965, σ. 31.
    —————————————

    Τρία καράβια φεύγουνι

    Τρία καρά – κρουσταλλένια μου, τρία καρά – τρία καράβια φεύγουνι,
    που μέσα που την Πόλι, κλαίει καρδιά μας, κλαίει κι αναστενάζει.
    το’ να φορτώνει του Σταυρό, κι τ’ άλλο του Βαγγέλιου
    του τρίτου του καλύτερου, την Άγια Τράπεζά μας,
    μη μας την πάρουν τα σκυλιά, κι μας τη μαγαρίσουν
    Η Παναγιά αναστέναξι, κι δάκρυσαν οι ‘κόνις………

    (Θράκη. Καταγραφή Π. Καββακόπουλος).

    ——————————————-
    Θρήνος της Κωνσταντινουπόλεως

    Καράβιν αρματώνουνε και καλοσυγυρίζουν
    Στην πρύμνη βάζουν το σταυρό, στη μεσ’ τον Πατριάρχη
    Και ψάλλαν το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
    Φωνή ηκούσθη εξ ουρανού, εκ στόματος αγγέλου
    Ας πάψει το χερουβικό και τ’ άξιον εστίν ως
    Πήραν οι Τούρκοι τη Σοφιά, το Μέγα Μοναστήρι

    —————————–

    Της Αγια-Σοφιάς

    Σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια
    σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά, το μέγα Μοναστήρι,
    Με τετρακόσια σήμαντρα κι εξηνταδυό καμπάνες.
    Κάθε καμπάνα και παπάς, κάθε παπάς και Διάκος.

    Ψάλλει ζερβά ο Βασιλιάς, δεξιά ο Πατριάρχης
    κι απ’ την πολλή την ψαλμουδιά εσειώνταν οι κολώνες
    Να μπούνε στο Χερουβικό και νάβγει ο Βασιλέας,
    φωνή του ήρθε εξ ουρανού κι απ’ Αρχαγγέλου στόμα:

    Πάψατε το Χερουβικό κι ας χαμηλώσουν τα’ άγια,
    παπάδες πάρτε τα ιερά κι εσείς κεριά σβηστείτε,
    γιατί είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει.

    Μον’ στείλτε λόγο στη Φραγκιά να ‘ρθούν τρία καράβια
    το ‘να να πάρει το Σταυρό και τα’ άλλο το Βαγγέλιο,
    το τρίτο το καλύτερο την άγια τράπεζά μας,
    μη μας την πάρουν τα σκυλιά και μας την μαγαρίσουν.

    Η Δέσποινα ταράχτηκε και δάκρυσαν οι εικόνες.
    Σώπασε κυρά Δέσποινα και μην πολυδακρύζεις
    πάλι με χρόνους με καιρούς, πάλι δικά μας θάναι!…

    (δημοτικό)

    ———————–

    «Ν’ ανέβαινα πολύ ψηλά, ψηλά παν’ τα ουράνια
    Να διω την Πόλ’ πως καιητι, τα κάστρα πως ρημάζουν
    ΄Πο μια μερια ν ‘ ιδείν φωτιά, ‘πο την αλλ’ χάρος την δέρνει
    Τα μοναστήρια καίγουντι κι οι εκκλησιές χαλιούντι
    Πήραν μανάδες με παιδιά και πεθερές με τσ’ νύφες
    Πήραν μια χήρα παπαδιά με δυο με τρεις νιφάδες»

    Μάλγαρα Ανατ.Θράκης

    —————————–

    «Να ΄μαν δεντρί στη Βενετιά, χρυσή μηλιά στην Πόλη
    και κόκκινη τριανταφυλλιά, μεσ’ τους επτά ουράνους
    Ν’ ανέβαινα να βίγλιζα την Πόλη πως τουρκεύει
    Πόλη μου για δεν χαίρεσαι, για δε βαρείς παιγνίδια
    Το πώς μπορώ να χαίρομαι και να βαρώ παιχνίδια
    Μέσα με δέρνει ο θάνατος, ν’ όξω με δέρνει ο Τούρκος
    Κι απ’ τη δεξιά μου τη μεριά, Φράγκος με πολεμάει…»

    Καππά-Ιθώμη Καρδίτσας

    —————————–

    «Ένα πουλάκι ξέβγαινε πω μέσα από την Πόλη,
    Χρυσά ήταν τα φτερούδια του, χρυσά και κεντημένα
    Κι ήταν καημένα από φωτιά και μαυροκαπνισμένα
    πες μας πες μας πουλάκι μου, κανα καλό χαμπάρι
    Τι να σας πω μαύρα παιδιά, τι να σας μολογήσω
    Πήραν την Πόλιν η Τουρκιά, πήραν και το Φανάρι
    Πήραν και την Αγια Σοφιά.»

    Ελασσόνας

    —————————

    Που πας μωρέ που πάς χελιδονάκι μου
    Που πας χελιδονάκι μου, που πας με τον αγέρα
    Πάνω μωρέ πάνω μαντάτα στη Φραγκιά
    Πάνω μαντάτα στη Φραγκιά, μαντάτα για την Πόλη
    Πήραν μωρέ πήραν, την Πόλη πήρανε
    Πήραν την Πόλη πήρανε, πήραν τη Σαλλονίκη
    Πήραν μωρέ πήραν και την Αγια Σοφιά
    Πήραν και την Αγια Σοφιά, το Μέγα Μαναστήρι
    Βγάλτε μωρέ βγάλτε παπάδες τα ιερά
    Βγάλτε παπάδες τα ιερά κι εσείς κεριά σβηστείτε
    Γιατί μωρέ γιατ’ είναι θέλημα Θεού
    Γιατ’ είναι θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει»

    Ηπείρου

    ————————

  2. εφημ. Έθνος on

    Η Αλωση της Πολης και ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας

    Ο μοναδικός αυτόπτης μάρτυρας της Αλωσης

    Ο Γεώργιος Σφραντζής ή Φραντζής έχει δώσει στην ιστορία μία από τις 4 συγκλονιστικές διηγήσεις του 15ου αιώνα για την άλωση της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαϊου, τα χρόνια που προηγήθηκαν, αλλά και τα αμέσως επόμενα.

    Τ. ΚΑΤΣΙΜΑΡΔΟΣ

    Και την 29η Μαϊου, ημέρα Τρίτη και τις πρωινές ώρες, κατέλαβε την Πόλη ο αμηράς (Μωάμεθ Β). Την ίδια ακριβώς ώρα της άλωσης τραυματίστηκε θανάσιμα και πέθανε ο μακαρίτης ο αυθέντης μου κυρ Κωνσταντίνος ο βασιλιάς Παλαιολόγος.

    Εγώ, βέβαια, την ώρα του θανάτου του δεν ήμουν παρών (κοντά του), γιατί, εκτελώντας δική του διαταγή, επόπτευα κάποιο άλλο σημείο της Πόλης…».

    Το απόσπασμα προέρχεται από το «Χρονικόν» του Γεωργίου Σφραντζή για την άλωση της Κωνσταντινούπολης. Ο πρωτοβεστιάριος, δηλαδή αρχιθαλαμηπόλος, Σφραντζής ήταν ο μοναδικός Βυζαντινός ιστορικός αυτόπτης μάρτυρας της κοσμοϊστορικής κατάληψης. Οι άλλες τρεις βυζαντινές πηγές για το ψυχομαχητό της αυτοκρατορίας (Δούκας, Λαόνικος Χαλκοκονδύλης και Μιχαήλ Κριτόβουλος) στηρίζονται σε μαρτυρίες ή διηγήσεις τρίτων.

    Το χρονικό άρχισε να το γράφει ή να το υπαγορεύει (από μνήμης είτε από σημειώσεις του) μετά την απόσυρσή του σε μοναστήρι της Κέρκυρας (Μονή Ταρχανιτών) δεκαπέντε χρόνια μετά την άλωση. Απελπισμένος από τις εξελίξεις, άρρωστος, φτωχός -ίσως και κουφός- φαίνεται ότι προχώρησε στη σύνταξη του χρονικού του κατά παρακίνηση Κερκυραίων στους οποίους διηγούνταν, προφανώς, τα γεγονότα που έζησε.

    Παραδόξως, τα διαδραματισθέντα κατά την άλωση τα περιγράφει σύντομα. Αδυνατεί να λειτουργήσει ως ιστορικός και να απαγκιστρωθεί από τα προσωπικά του βιώματα. Ολα κινούνται γύρω από το πρόσωπό του και τον αφέντη του. Επιμένει μόνο στον ρόλο και την πολιτική του τελευταίου αυτοκράτορα Κωνσταντίνου ΙΑ Παλαιολόγου. Δηλώνει κατηγορηματικά ότι έπραξε το παν για να αποτρέψει την καταστροφή.
    Οι τελευταίες ημέρες

    Ο ίδιος άλλωστε, πρωταγωνιστώντας στις απεγνωσμένες απόπειρες για τη διοργάνωση της άμυνας, είχε άμεση αντίληψη της κατάστασης.
    Ο Σφραντζής τις τελευταίες μέρες της πολιορκίας είχε αναλάβει προσωπικά να καταγράψει και να στρατολογήσει όλους όσους μπορούσαν να φέρουν όπλα. Πενήντα δύο ετών τότε παρακολουθεί από κοντά όλα όσα συμβαίνουν επί 52 μέρες (Απρίλιος – Μάιος 1453) στην πολιορκημένη από τους Οθωμανούς του Μωάμεθ Β βασιλεύουσα.

    Ετσι κι αλλιώς, πρόκειται για το δραματικότερο χρονικό της άλωσης, που αποδίδει, σε γενικές γραμμές, πιστά την πραγματικότητα. Αν και, όπως επισημαίνουν οι βυζαντινολόγοι, το κείμενο είναι έντονα προσωπικό και «περιέχει περισσότερες λεπτομέρειες για τη ζωή του ίδιου του συγγραφέα, παρά για άλλα κορυφαία γεγονότα των ημερών».
    Η διήγηση είναι άνιση. Αλλοτε διεξοδική κι άλλοτε σύντομη και χρονογραφική. Ο Σφραντζής, προσκολλημένος στην «αυτοβιογραφία», εμφανίζεται να μην έχει αντιληφτεί ότι γράφει την πιο συγκλονιστική ιστορία του Βυζαντίου. Αν και ξέρει πως καταγράφει γεγονότα που κανείς άλλος δεν έχει παραδώσει («α μήπω τις γραφή παραδέδωκε»).

    Η πολιορκία

    Η συμβολή του στη συγγραφή της, βεβαίως, είναι αναντικατάστατη. Οπως για παράδειγμα όταν προβάλει τις τελευταίες ώρες της Πόλης, όπου από «την 4η του μηνός Απριλίου του ιδίου έτους (1453) επέλασε ο αμηράς πολιορκώντας την με κάθε τρόπο και πολιορκητές μηχανές από ξηρά και θάλασσα, αφού περικύκλωσε τα 18 μίλια της Πόλης με 400 πλεούμενα, μικρά και μεγάλα, και με 200.000 άνδρες από τη στεριά. Αντίθετα η Πόλη αντιπαρέταξε μόλις 4.773 άνδρες, χωρίς να συμπεριλαμβάνονται οι ξένοι των οποίων ο αριθμός ανερχόταν σε 2.000 περίπου…».

    «Μικρόν» και «μεγάλον χρονικόν»

    Η ιστορία του Σφραντζή υπό τον τίτλο «Χρονικόν» σώζεται σε δύο μορφές. Μία σύντομη, το «Μικρόν Χρονικόν» (Chronicon Minus) και μία πολύ εκτενέστερη το «Μεγάλον Χρονικόν» (Chronikon Majus). Το δεύτερο είναι περίπου πενταπλάσιο από το πρώτο, το οποίο και ενσωματώνει ολόκληρο. Από παλιά το μεγάλο χρονικό προκαλούσε πολλές συζητήσεις μεταξύ των βυζαντινολόγων για τη γνησιότητά του. Κυρίως λόγω των γλωσσικών διαφορών, αρκετών αντιφάσεων και ανακριβειών. Ωσπου τη δεκαετία του 1930 τεκμηριώθηκε ότι μεγάλα τμήματά του ήταν μεταγενέστερες παρεμβολές.

    Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΩΝ

    Στο μικρό χρονικό καταγράφει γεγονότα από τη γέννησή του μέχρι το 1477. Στο μεγάλο προτάσσοντας ένα προοίμιο διηγείται ύστερα την ιστορία των Παλαιολόγων σε τέσσερα βιβλία. Στο πρώτο ιστορεί τα συμβάντα από την εποχή του Μιχαήλ Η μέχρι του Μανουήλ Β (μέχρι 1425). Στο δεύτερο αναφέρεται στη βασιλεία του Ιωάννη Η (έως 1448) και στο τρίτο του Κωνσταντίνου ΙΑ. Στο τέταρτο πραγματεύεται τα μετά την άλωση γεγονότα, δηλαδή τον αγώνα των Παλαιολόγων στην Πελοπόννησο και την κατάκτησή της από τους Οθωμανούς.

    ΟΙ ΛΑΪΚΕΣ ΕΚΔΟΣΕΙΣ

    Το «Χρονικόν» κυκλοφορεί σήμερα μεταφρασμένο σε αρκετές εκδόσεις, ενώ παρατίθεται και σε ιστοσελίδες. Πρωτοεκδόθηκε το 1796 στη Βενετία και στα Γερμανικά (Βόννη 1838) με επιμέλεια του βυζαντινολόγου Β. Νίμπορ. Το 19ο αιώνα είδαν το φως αρκετές νεοελληνικές αποσπασματικές εκδόσεις. Η πρώτη καταγράφεται το 1865 στην Αθήνα με τον τίτλο «Αλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων, ερανισθείσα εκ των Χρονικών του Γ. Φραντσή». Χάρη σε αυτές τις «λαϊκές» εκδόσεις ο Σφραντζής οφείλει τη μεγάλη φήμη του.

    «Η Πόλις εάλω τη δεύτερη ώρα της ημέρας…»

    «Υστερα οι εχθροί ανέβηκαν σωρηδόν στα τείχη και διασκόρπισαν τους δικούς μας. Εγκατέλειψαν τα εξωτερικά τείχη και έμπαιναν από την πύλη καταπατώντας ο ένας τον άλλον. Αυτά γίνονταν όταν σηκώθηκε φωνή και από μέσα και από έξω και από τη μεριά του λιμανιού.

    Εάλω το φρούριον και τα στρατηγεία και την σημαία άνωθεν εν τοις πύργοις έστησαν (οι Τούρκοι) και αυτή η κραυγή έτρεψε τους δικούς μας σε φυγή και ζωντάνεψε τους εχθρούς μας, οι οποίοι με ενθουσιασμό και με αλαλαγμούς, χωρίς πια κανένα φόβο, ανέβαιναν όλοι τους τα τείχη…
    Ετσι οι εχθροί έγιναν κύριοι της πόλης την Τρίτη 29 Μαϊου, τη δεύτερη ώρα της ημέρας, του έτους 6961 (1453). Και παραδίδονταν, τους αιχμαλώτιζαν ή τους άρπαζαν ζωντανούς.

    Οσοι πιάνονταν ανθιστάμενοι, αυτοί σφάζονταν. Και η γη σε μερικά μέρη δεν φαινόταν καθόλου από τους πολλούς νεκρούς…
    Μόλις έπεσε η Πόλη, ο αμηράς μπήκε μέσα ευθύς, με κάθε σπουδή, ζητούσε τον βασιλέα και δεν είχε τίποτε άλλο στον νου του παρά να μάθει αν ζει ή αν πέθανε…

    Το μαθε ο αμηράς και ευφράνθηκε και ήταν περιχαρής. Με προσταγή του οι παρευρισκόμενοι εκεί Χριστιανοί έθαψαν το βασιλικό σώμα με τιμές βασιλικές….» (αποσπάσματα από το «Χρονικόν»).

    ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΦΡΑΝΤΖΗΣ

    Από διοικητής Πάτρας μοναχός στην Κέρκυρα

    Ο Γεώργιος Φραντζής ή Σφραντζής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1401. Ανήκε σε αριστοκρατική βυζαντινή οικογένεια. Το 1417 πέθαναν οι γονείς του από την πανώλη που θέριζε τότε και ο αυτοκράτορας τον πήρε υπό την προστασία του. Το 1424, όταν η Κωνσταντινούπολη είχε περιέλθει σε δεινότατη θέση, στάλθηκε ως αντιπρόσωπος για διαπραγματεύσεις με τους Οθωμανούς του Μουράτ Β. Τη θνήσκουσα αυτοκρατορία έσωσαν τότε οι δυναστικές διαφορές μεταξύ των Οθωμανών και η «ορκωτική αγάπη», που κατάφεραν να συνάψουν μαζί τους οι Βυζαντινοί.

    Ο Σφραντζής ορίστηκε εκτελεστής της διαθήκης του Μανουήλ Β και συνδεόταν στενά με τον μελλοντικό αυτοκράτορα Κωνσταντίνο Παλαιολόγο. Τον ακολουθούσε μάλιστα στις διάφορες αποστολές του στην Πελοπόννησο. Σε μια περίπτωση μάλιστα του έσωσε τη ζωή, με αποτέλεσμα ο ίδιος να τραυματιστεί και να συλληφθεί από τους Φράγκους της Πάτρας. Οταν αργότερα απελευθερώθηκε και η Πάτρα καταλήφθηκε από τους Βυζαντινούς, διορίστηκε διοικητής της. Τον επόμενο χρόνο έπεσε στα χέρια Καταλανών πειρατών, αλλά και πάλι απελευθερώθηκε με καταβολή λύτρων.

    Παράλληλα, με τα άλλα καθήκοντά του, συνέχιζε να προσφέρει τις υπηρεσίες του ως μυστικοσύμβουλος. Για να προωθήσει την πολιτική του δεσπότη του Μορέως βρέθηκε αρκετές φορές στην Αθήνα. Το 1438 συγγένευσε με την οικογένεια των Παλαιολόγων, αφού παντρεύτηκε την Ελένη, κόρη του Αλέξιου Παλαιολόγου. Παράνυμφος ήταν ο ίδιος ο Κωνσταντίνος, ο οποίος αργότερα θα βαφτίσει και τα παιδιά του ζευγαριού. Το 1449 ο Κωνσταντίνος διαδέχεται στον θρόνο τον αδελφό του, ο Σφραντζής τον ακολουθεί από την Πελοπόννησο στην Κωνσταντινούπολη. Μετά την άλωση θα συλληφθεί, μαζί με τα παιδιά και τη γυναίκα του.

    Θα καταφέρει να εξαγοράσει την ελευθερία του και θα βρεθεί στην υπηρεσία του τελευταίου δεσπότη της Πελοποννήσου Θωμά Παλαιολόγου. Από εκεί ξεκίνησε τις προσπάθειες για την απελευθέρωση της οικογένειάς του. Τελικά, κατάφερε να ελευθερώσει τη γυναίκα του. Δεν είχαν την ίδια τύχη τα παιδιά του. Ο ένας γιος του κατηγορήθηκε ότι επιβουλεύτηκε τη ζωή του Μωάμεθ Β, ο οποίος και τον σκότωσε με τα ίδια του τα χέρια. Η κόρη του είχε πεθάνει νωρίτερα στο χαρέμι του σουλτάνου. Μετά την κατάληψη της Πελοποννήσου από τους Οθωμανούς ο Σφραντζής καταφεύγει στην Κέρκυρα, όπου και γίνεται μοναχός (1468). Εκεί πέθανε το 1477 ή 1478 συντάσσοντας το

    «Χρονικόν» (άγνωστη η ακριβής ημερομηνία).

    ΣΤΗΝ ΙΤΑΛΙΑ

    Η παραχάραξη του «Χρονικού»

    Από το 1936 ο καθηγητή σ’ Ι. Β. Παπαδόπουλος, καθώς επεξεργαζόταν την έκδοση του χρονικού, κατέληξε ότι το Majus δεν ήταν γνήσιο.
    Με τις διατριβές του περί Γεωργίου Φραντζή απέδειξε ότι μεγάλα τμήματά του ήταν προϊόντα παρεμβολής.

    Εντόπισε, μάλιστα, τα πρόσωπα που νόθευσαν το γνήσιο μικρό χρονικό. Βασικός νοθευτής υπήρξε ο μητροπολίτης Μονεμβασιάς Μακάριος Μελισσηνός (μέσα 16ου – αρχές 17ου αιώνα).

    Η νοθεία, λοιπόν, γίνεται στη Νεάπολη της Ιταλίας, όπου είχε καταφύγει ο Μελισσηνός, περίπου έναν αιώνα μετά τη συγγραφή του χρονικού. Τα κίνητρα ήταν πολύ ταπεινά και ιδιοτελή για να δημιουργήσει έναν ψευδο-Φραντζή. Ο επίσκοπος και η οικογένειά του, με τις παρεμβολές τους, ήθελαν να αποδείξουν ότι ταυτίζονταν με τη μεγάλη και γνωστή βυζαντινή οικογένεια των Μελισσηνών. Σύμφωνα με την κρατούσα εκδοχή, είχαν αρχικώς σφετεριστεί το όνομα «διορθώνοντας» το δικό τους οικογενειακό, που ήταν Μελισσουργοί.

    Δεν ήταν απλώς κάποιο ζήτημα γοήτρου, αλλά έτσι μπορούσαν να διεκδικήσουν ότι από την οικογένειά του αναδείχτηκαν ηγεμόνες, οι οποίοι κατείχαν μεγάλες εκτάσεις, αλλά και δικαιώματα επί της Μονεμβασιάς.

    Για τον ίδιο λόγο είχαν πλαστογραφήσει κι άλλα κείμενα, όπως την πραγματεία του Σχολάριου.
    Με την ευκαιρία ο μητροπολίτης, αλλά και αντιγραφείς του «Μεγάλου Χρονικού», αφού μάλλον κατάστρεψαν το αρχικό κείμενο, πρόσφεραν κολακεία σε διάφορες οικογένειες, παρεμβάλλοντας ό,τι άλλο έκριναν πως εξυπηρετούσε τις «δημόσιες σχέσεις τους». Επεξεργάστηκαν γλωσσικά το μικρό χρονικό αλλοιώνοντας τη δημώδη γλώσσα του με αρχαϊζουσα και μαζί με τις παρεμβολές πρόσθεσαν ένα προοίμιο. Αντιγραφή, όπως αποδείχτηκε, από το έργο του αυλικού λόγιου και ιστορικού Γεωργίου Ακροπολίτη (13ος αιώνας).

    Σήμερα στο κείμενο που διασώζεται ξεχωρίζει μέσα στο Majus το Minus, το προοίμιο του Ακροπολίτη, αλλά κι άλλες προσθήκες που προέρχονται από άλλες πηγές (Ν. Γρηγοράς, Ι. Καντακουζηνός, Λ. Χαλκοκονδύλης, εκκλησιαστικά κείμενα κ.ά.).

    Οι Μελισσηνοί φαίνεται ότι πέτυχαν τότε τους σκοπούς του. Μερικοί τους αποδίδουν άλλα ελατήρια για τη νόθευση. Οτι, δηλαδή, ήθελαν να κινητοποιήσουν τον χριστιανικό κόσμο της Δύσης για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης. Ανεξαρτήτως κινήτρων σημασία έχει ότι μας άφησαν μια ιστορία των ετών 1258-1477.

    Το ψυχορράγημα της βασιλεύουσας 25-26 Μαϊου

    Η φαντασία θέλει να εμφανίζονται διάφορες θεοσημίες. Συμβαίνουν δυσοίωνα. Πέφτει χαλάζι, γίνεται έκλειψη και άλλα περίεργα. Ο Μωάμεθ προετοιμάζεται και αποφασίζει την τελική τουρκική επίθεση. Αυτή ορίζεται για τις 29 Μαϊου.

    27 Μαϊου

    Ο Μωάμεθ «έδωσε διαταγή όλη εκείνη τη νύχτα και την επομένη μέρα να ανάψουν λαμπάδες, να μείνουν νηστικοί όλη τη μέρα και να λουστούν επτά φορές, για να παρακαλέσουν τον θεό, νηστικοί και καθαροί, να τους δώσει τη νίκη…».

    28 Μαϊου

    Μωάμεθ και Κωνσταντίνος μιλούν στους στρατιώτες τους. «Σε τρεις μέρες η Πόλη θα είναι δική σας», υπόσχεται ο πρώτος. Ο αυτοκράτορας εμψυχώνει διαβεβαιώνοντας ότι «θα κάνουμε τον εχθρό να φύγει ντροπιασμένος».

    29 Μαϊου

    «Ηταν φοβερό το θέαμα… Ποιος θα διηγηθεί όλη αυτήν τη φρίκη; Κανένα σημείο δεν έμεινε ανεξερεύνητο και αμόλυντo. Ω βασιλεύ Χριστέ μου, ελευθέρωσε από τέτοια θλίψη κάθε πόλη και χώρα όπου κατοικούν Χριστιανοί…».

    Δημοσιεύθηκε στο ΕΘΝΟΣ, Μάιος 2008

  3. Θ.Β.Λ. on

    Ο Ιδρυτής του Νέου Ελληνισμού: Θεόδωρος Β’ Λάσκαρις

    Συγγραφέας: Στέφανος Μυτιληναίος

    Αρχικός τίτλος: Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις (1254-1258): Ο “Ιδρυτής” του Νέου Ελληνισμού!

    Η άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1204 από τους σταυροφόρους σήμανε και το τέλος της Ανατολικής Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας ως κράτος υπερεθνικό[1]. Στα κατακερματισμένα εδάφη της Ρωμανίας (Βυζαντίου) δημιουργήθηκαν πλήθος μικρών ή μεγαλύτερων ηγεμονιών που τελούσαν υπό την κατοχή των Λατίνων: Ο κόμης της Φλάνδρας Βαλδουίνος έγινε αυτοκράτωρ της Κωνσταντινούπολης. Ο Βιλλαρδουίνος ίδρυσε το πριγκιπάτο της Αχαΐας. Αττική και Βοιωτία έγιναν ηγεμονία του Γάλλου Όθωνα ντε λα Ρος, τα Σάλωνα κομητεία, και η Κρήτη, η Κύπρος, η Μεθώνη, η Κορώνη, η Χαλκίδα κτήσεις της Βενετίας. Η Ρόδος έπεσε στα χέρια των Ιπποτών του Αγίου Ιωάννη της Ιερουσαλήμ. Τα περισσότερα νησιά του Αιγαίου μετατράπηκαν σε δουκάτα κι ο Βονιφάτιος πήρε, για λίγα μονάχα χρόνια, τη Θεσσαλονίκη.
    Ωστόσο, ορισμένοι Ρωμιοί (Βυζαντινοί) άρχοντες και στρατηγοί κατάφεραν και δημιούργησαν αυτόνομα κράτη με συμπαγής ελληνικής καταγωγής πληθυσμούς: Ο Θεόδωρος Λάσκαρις ίδρυσε την αυτοκρατορία της Νίκαιας, στις ανατολικές ακτές της θάλασσας του Μαρμαρά και ο Αλέξιος Κομνηνός την αυτοκρατορία της Τραπεζούντας στον Πόντο της Μικράς Ασίας. Στο Ιόνιο Πέλαγος, ο Μιχαήλ Άγγελος Δούκας έφτιαξε το δεσποτάτο της Ηπείρου με πρωτεύουσα, από το 1299, την Άρτα.
    Η διάλυση της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και η κατάργηση της κεντρικής ρωμαϊκής διοίκησης είχε ως αποτέλεσμα τα ελληνόφωνα κράτη που τη διαδέχθηκαν, να αρχίσουν να στρέφονται προς τις ελληνικές τους καταβολές. Και αν κανείς αναζητά να βρει την εποχή κατά την οποία συνέβη η πρώτη ουσιαστική αναγέννηση του Ελληνισμού, αυτή δεν είναι άλλη από την επάρατη κατ’ όλα τ’ άλλα, περίοδο της φραγκοκρατίας.
    Το επίκεντρο της ελληνικής αναγέννησης αυτή την εποχή είναι το κράτος της Νίκαιας. Ο Ιωάννης Γ΄ Δούκας Βατάτζης, απαντώντας στον Πάπα, με περηφάνια του τονίζει: «Από τον καιρό των Δουκών τε και Κομνηνών τους από γενών ελληνικών άρξαντας». Ο λόγιος καλόγερος Νικόλαος Βλεμμύδης, κάνοντας εξαίρεση από τους άλλους κληρικούς της εποχής του, που γι’ αυτούς το όνομα «Έλλην» εξακολουθούσε να είναι διαβλητό, έλεγε την αυτοκρατορία της Νίκαιας «ελληνίδα επικράτειαν» και ο μαθητής του, ο αυτοκράτωρ Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις (1254-1258) την ονόμαζε «ελληνικόν» και «Ελλάδα», και συνήθιζε να μιλά για τα κατορθώματα της «ελληνικής ανδρείας» ενώ λογάριαζε τους υπηκόους του «απογόνους των αρχαίων Ελλήνων».
    Ο Φωτιάδης αποκαλεί τον Λάσκαρι, «έναν αρχαιολάτρη με τη σημασία που δίνομε σήμερα στη λέξη. Στέκεται με θαυμασμό μπροστά στα μνημεία της Περγάμου, έργα “ελληνικής μεγαλονοίας μεστά και σοφίας ταύτης ινδάλματα”. Ποτέ πριν ούτε μίλησε ούτε ένιωσε άλλος αυτοκράτορας τόσο τον εαυτό του Έλληνα όσο ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις»[2]. Και ο Κορδάτος συμφωνεί και συμπληρώνει: «Ο Θεόδωρος Β΄ όμως τα χάλασε με τους βαλκανικούς λαούς, γιατί πίστεψε, πως μόνος του μπορούσε να τα βγάλει πέρα. Οραματιζόταν να νεκραναστήσει την αρχαία Ελλάδα και πίστευε πως η ελληνική φυλή μπορούσε μόνη της να παίξει πάλι σπουδαίο ρόλο. Γι’ αυτό τόνιζε, πως δεν περιμένει καμιά βοήθεια από τους άλλους λαούς της βαλκανικής (Σέρβους, Βουλγάρους κλπ.) και πως το ελληνικό Γένος, “μόνον αυτό βοηθεί εαυτώ”».
    »Ακολουθώντας τέτοια πολιτική, τα χάλασε με τους Βουλγάρους και τους έδιωξε από τις μακεδονικές περιοχές που κατείχανε. Επίσης τους Αλβανούς και τους Ηπειρώτες του Ιωάννη Άγγελου τους χτύπησε και τους ανάγκασε να τραβηχτούν στα βουνά. Έζησε όμως μόνο τέσσερα χρόνια και έτσι τα σχέδια του έμειναν στη μέση»[3].

    Προσπάθειες δημιουργίας εθνικού ελληνικού κράτους
    Ωστόσο, είναι να θαυμάζει κανείς τη μεγαλοφυΐα του Θεόδωρου Β΄ Λάσκαρι όχι μόνο γιατί στράφηκε καθ’ ολοκληρία προς την πατρώα Ελληνική Παιδεία και την ελληνική εθνική συνείδηση ζητώντας μέσα από την Ελλάδα να βρει τη δύναμη για να υλοποιήσει τους στόχους του, αλλά κυρίως γιατί διέκρινε με μοναδική διορατικότητα την απειλή που αποτελούσαν Σλάβοι και Βούλγαροι για την επιβίωση του ελληνικού έθνους. Γνωρίζοντας, ο Λάσκαρις πως οι λαοί αυτοί, αν και ορθόδοξοι, δεν είχαν ταυτιστεί απολύτως με τη ρωμαίικη ορθόδοξη συνείδηση (πράγμα που τους συνέβη επί τουρκοκρατίας), σε αντίθεση με τους Έλληνες που είχαν απολέσει την εθνική τους συνείδηση εξαιτίας της ρωμαϊκής, ορθώς αντιλήφθηκε πως η ορθόδοξη ταυτότητα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί ως ύπουλο μέσο εκσλαβισμού ή εκβουλγαρισμού των ελληνικής καταγωγής πληθυσμών Μακεδονίας και Ηπείρου και απορρόφησης τους από τα βαρβαρικά φύλα των Σλάβων και των Βουλγάρων (ως ομόδοξων λαών).
    Οι ελληνικοί πληθυσμοί εκείνη την εποχή ήταν επιρρεπείς στην αλλοίωση της εθνικής τους συνείδησης, επειδή ακριβώς δεν είχαν εθνική συνείδηση αλλά θρησκευτική, δηλαδή, του ρωμαίικου (ρωμαϊκού) ορθόδοξου γένους. Για τον λόγο αυτό όχι μόνο δεν στηρίχτηκε σε συμμαχίες με Σλάβους, Βούλγαρους ακόμα και Αλβανούς για να εκδιώξουν από κοινού τους σταυροφόρους, αλλά, στράφηκε κιόλας εναντίον τους διώχνοντάς τους από τις ελληνικές περιοχές.
    Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις, με την καθάρια ελληνικότητα που τον διέκρινε, ενδιαφερόταν αποκλειστικά για τα ζωτικά και κυρίαρχα συμφέροντα του ελληνικού έθνους. Για τον Λάσκαρι εξίσου εχθροί ήταν οι Φράγκοι, οι Σλάβοι, οι Βούλγαροι, οι Τούρκοι ακόμα και οι Αλβανοί. Για τον σοφό βασιλιά της Νίκαιας που θέλησε να ξαναδώσει πνοή στην αρχαία Ελλάδα, οι λυκοφιλίες με τους ομόδοξους βαρβάρους δεν είχαν κανένα νόημα. Και η ιστορία επιβεβαίωσε την πολιτική του τέλη 19ου αρχές 20ου αιώνα, όταν Σέρβοι και Βούλγαροι προσπαθώντας να καρπωθούν οφέλη από τη διάλυση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας δεν δίστασαν να επιχειρήσουν εκ νέου συστηματικό αφελληνισμό της Μακεδονίας και της Θράκης. Είτε δημιουργώντας το ανύπαρκτο έθνος και κράτος της σκοπιανής Μακεδονίας, είτε με τις συμμορίες των Βούλγαρων κομιτατζήδων που δολοφονούσαν και λυμαίνονταν την μακεδονική ύπαιθρο, είτε προσπαθώντας μέσω της ορθοδοξίας να τοποθετήσουν βούλγαρους παπάδες στα ελληνικά χωριά για να θεωρηθούν έτσι και οι κάτοικοι Βούλγαροι. Για να μην λησμονούμε και τους σύγχρονους «Σλαβομακεδόνες», έμμισθους πράκτορες άλλοτε του κομμουνισμού και ενίοτε του σερβικού μεγαλοϊδεατισμού, οι οποίοι ως νέοι γενίτσαροι στράφηκαν κατά της Ελλάδας υπηρετώντας αλλότρια συμφέροντα.
    Τους κινδύνους αυτούς είχε εντοπίσει από τότε ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τα σχέδια του εξαιτίας της βραχύβιας βασιλείας του.

    Δικέφαλος αετός: Μία ελληνική σημαία
    Επίσης ο εν λόγω αυτοκράτωρ ήταν εκείνος που υιοθέτησε ως έμβλημά του τον ελληνικό δικέφαλο αετό, αντικαθιστώντας την παλαιότερη ρωμαϊκή σημαία του Ηράκλειου. Ο αυτοκράτωρ Ηράκλειος (610-641) πρώτος χάραξε το θρησκευτικό σύμβολο της χριστιανικής πλέον Ανατολικής αυτοκρατορίας, το οποίο είναι τέσσερα κεφαλαία Β τοποθετημένα σε κάθε γωνία ενός σταυρού και τα οποία δηλώνουν την τετραβασιλεία, δηλαδή την επί των τεσσάρων περάτων της γης βασιλεία της Ρώμης και του Χριστού. Το σύμβολο αυτό ως σημαία ήταν ένας χρυσός σταυρός πάνω σε πορφυρό βαμμένο πανί με τέσσερα χρυσά Β στις γωνίες και ήταν η επίσημη σημαία των χριστιανών Ρωμαίων της Ανατολής[4]. Ο Λάσκαρις από την άλλη είχε για έμβλημα του τον δικέφαλο αετό, που κατόπιν χρησιμοποίησαν και οι Παλαιολόγοι.
    Αν και ο αετός ήταν παμπάλαιο ρωμαϊκό σύμβολο και αποτελούσε την αρχαία σημαία-σύμβολο της Ρώμης, ήταν πάντα μονοκέφαλος. Ο δικέφαλος εισήχθη από τον Λάσκαρι[5] και έχει υποστηριχτεί πως απεικόνιζε τους δύο αετούς του Διός[6]. Αυτή η υπόθεση δεν πρέπει να ξενίζει τον αναγνώστη, εφόσον ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις, ήταν συνειδητοποιημένος αρχαιολάτρης και Έλλην. Στο ελληνικό κράτος που ήθελε να δημιουργήσει δεν μπορούσε να έχει ως σημαία εκείνη της Ρώμης, γι’ αυτό και την αντικατέστησε με τον ελληνικό δικέφαλο αετό ως σύμβολο του νέου Ελληνισμού.
    Γι’ αυτό τον λόγο σήμερα (2004) υπάρχουν ιερείς, γραφικοί νοσταλγοί της ρωμιοσύνης, οι οποίοι κατεβάζουν από τις εισόδους των Εκκλησιών τον δικέφαλο αετό και στη θέση του υψώνουν τη ρωμαϊκή κόκκινη σημαία με τον χρυσό σταυρό και τα τέσσερα χρυσά Β. Εμείς επισημαίνουμε στους ρωμιούς παπάδες και δεσποτάδες, ότι η ύψωση της ρωμαϊκής σημαίας στις εισόδους των εκκλησιών τους ισούται με πράξη εσχάτης προδοσίας, εφόσον πρόκειται για κατοχικό σύμβολο, ενώ ο κυματισμός της αποτελεί άμεση αμφισβήτηση της εθνικής μας ανεξαρτησίας. Βεβαίως την κυρίως ευθύνη φέρει η Πολιτεία που οφείλει να εφαρμόσει τους νόμους του κράτους και να απονείμει τις τιμωρίες που προβλέπει το Σύνταγμα για όσους Έλληνες πολίτες προσβάλλουν τα εθνικά μας σύμβολα και εργάζονται κατά των συμφερόντων του ελληνικού έθνους.

    Πλήρης επαναφορά της Ελληνικής Παιδείας στο κράτος της Νίκαιας
    Επίσης, ο Θεόδωρος ο Β΄, ήταν μέγας προστάτης της Ελληνικής Παιδείας και φιλοσοφίας. Στα χρόνια της βασιλείας του την επανέφερε πλήρως και την πρόσφερε απλόχερα σε όλους τους υπηκόους του. Ο Κωνσταντίνος Σάθας[7] αναφέρει δε, ότι: «Ο εν Νικαία αναπτυχθείς ελληνισμός εφάνη προς στιγμήν απειλών και αυτό το χριστιανικόν καθεστώς, γεγονός οπωσούν δικαιολογούν το προς τους Έλληνας μίσος της εκκλησίας, ήτις εκ πείρας εγίνωσκεν ότι αι θρησκείαι εν μόνω τω σκότει γεννώνται και θριαμβεύουσι, και ότι αμείλικτος αυτών εχθρός εισί τα γράμματα, δηλαδή το ελληνικόν πνεύμα». Την εποχή λοιπόν που αυτοκράτωρ της Νίκαιας ήταν ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις ο Ελληνισμός γιγαντώθηκε τόσο πολύ που απείλησε με κατάρρευση τον Χριστιανισμό! Η Εκκλησία, σημειώνει ο Σάθας, μισούσε τους Έλληνες, γιατί οι θρησκείες μπορούν να γεννηθούν και να γιγαντωθούν μόνο μέσα στο απόλυτο σκότος (πνευματικό). Έτσι, μοναδικός πραγματικός εχθρός όλων των θρησκειών είναι τα γράμματα, δηλαδή η μόρφωση, το ελληνικό πνεύμα. Μάλιστα σε υποσημείωσή του ο Σάθας αναφέρει πως στην Νίκαια είχαν δημιουργηθεί σημαντικές βιβλιοθήκες που διέθεταν ελληνικά χειρόγραφα, τα οποία βρίσκονταν στην ελεύθερη και ανεμπόδιστη διάθεση όλων των υπηκόων. Από την καταστροφή του Σαραπείου της Αλεξάνδρειας το έτος 391 είχε να συμβεί κάτι ανάλογο, δηλαδή η δημιουργία δημόσιας ελληνικής βιβλιοθήκης. Σε αυτό πάνω επικαλείται τη μαρτυρία του Ανώνυμου χρονικογράφου που έγραψε το έργο «Σύνοψις Χρονική»[8], και αναφέρει πως ο Θεόδωρος ο Β΄ Λάσκαρις:
    «Αλλά και βιβλιοθήκας κατά πόλεις συνήθροισεν εκ βίβλων πασών τεχνών και επιστημών». Ο ίδιος Ανώνυμος συμπληρώνει αρκετές σελίδες παρακάτω, ότι: «Και βίβλους δε συνηγάγετο, ουδ’ ούσας ο επί τούτω μεγαλυνόμενος Πτολεμαίος, παντοίων τεχνών τε και επιστημών, και ταύτας ταις πόλεσιν εναποτιθείς, τοις βουλομένοις εις ανάγνωσιν και των εν αυταίς σπουδασμάτων ανάπτυξιν εθέσπισε μεταδίδοσθαι»[9].
    Μαθαίνουμε ακόμα, ότι ο Έλλην αυτοκράτωρ Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις δεν περιορίστηκε μόνο στη δημιουργία δημόσιων βιβλιοθηκών αλλά προχώρησε και στην επίσημη θέσπιση διδασκαλίας της κλασικής Ελληνικής Παιδείας. Επίσης ο ίδιος, «και Μουσών συνίστασθαι θέατρα, και πάντα σχεδόν τόπον, αγοραίς πλήθει ελλογίμων ανδρών επιστημονικών ζητημάτων παραθέσεις και αντιθέσεις ασχολουμένων, και πονουμένων επί λογικάς προτάσεις και συμπεράσματα»[10]. Πλήρης ήταν λοιπόν η αναβίωση της Ελληνικής Παιδείας στο κράτος της Νίκαιας.

    Μικρογραφία του Θεόδωρου Β’ Λάσκαρη, από τον τόμο Θ’
    της Ιστορίας του Ελληνικού Έθνους (Εκδοτική Αθηνών, 1979).

    Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις αρνήθηκε τον Χριστιανισμό
    Η συγκλονιστικότερη αποκάλυψη όλων είναι, ότι ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις είχε απαρνηθεί τον Χριστιανισμό και είχε προσχωρήσει στον Ελληνισμό. Σύμφωνα με τον Ανώνυμο χρονικογράφο, ο αυτοκράτωρ λίγο πριν ξεψυχήσει κάλεσε κοντά του τον πατριάρχη Αρσένιο και τον αρχιεπίσκοπο Μυτιλήνης και εξομολογήθηκε σε αυτούς ότι είχε εγκαταλείψει τον Χριστιανισμό: «Και ούτω την των εσφαλμένων αυτώ εξαγορείαν πεποίηκε, το Εγκατέλιπόν σε, Χριστέ, συχνάκις επιφωνών»[11]. Ο Σάθας θεωρεί πως ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις έπαψε να είναι χριστιανός αφού πρώτα πήρε μέρος σε ελληνική τελετή, η οποία έγινε στον ερειπωμένο και υπόγειο ναό του αγίου Τρύφωνος. Τον εν λόγω άγιο ο αυτοκράτωρ είχε εισάγει ως προστάτη του στρατού. Ο Σάθας θεωρεί τον άγιο Τρύφωνα μία υπό χριστιανικό μανδύα καλυμμένη ελληνική θεότητα, εφόσον αυτός ο δρεπανηφόρος και χηνοβοσκός νεαρός, προστάτης της βλάστησης, των κήπων και των αμπελώνων, με την επίκληση του οποίου διώχνονται οι κάμπιες, οι ακρίδες, οι μύγες και άλλα έντομα που φθείρουν τους καρπούς, είναι στην ουσία διαιώνιση αρχαίας ελληνικής τελετής απόδοσης τιμών ως προς το Θείον. Ο Σάθας βλέπει τη λατρεία του αγίου Τρύφωνα συγγενή με του Σμινθέα Απόλλωνα και του ελληνοαιγυπτιακού Σάραπη. Αλλά και ο πατριάρχης Νίκαιας Αρσένιος, στον οποίο ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις είχε εξομολογηθεί λίγο πριν πεθάνει, είχε εισάγει στην υμνωδία της Κυριακής της Λαμπρής, εκκλησιαστικούς ανακρεόντειους ύμνους που δοξολογούσαν τους αρχαίους θεούς των Ελλήνων! Ένας από αυτούς αναφέρει:
    «Λογικοί νέοι μοι δεύτε
    έαρος καιρός σκιρτάτε,
    ο αίμων ήδη τυρίσδει,
    εαρινόν άσμα μέλπει,
    θαλεροίς επί ρεέθροις
    ανάπαυσιν ευτρεπίζει.
    Χελιδών άρτι Τηρήος
    καταλαλεί του φθορήος,
    τον Ίτυν ζητεί δε πάλιν
    κασιγνήτη ταύτη σφόδρα.
    Ο Παν της Ηχούς εράει,
    ο Κύκλωψ της Γαλατείας,
    Αδώνιδος Αφροδίτη.
    Λογικοί μοι νέοι δεύτε,
    έαρος καιρός σκιρτάτε.
    Τριάς, αμέριστε φύσις…»[12].
    Στον ελληνότροπο εκκλησιαστικό ύμνο οι πιστοί δεν αποκαλούνται «δούλοι του θεού» όπως θέλουν οι ιουδαιοχριστιανικές αντιλήψεις, αλλά «Λογικοί νέοι» όπως προτάσσουν οι ελληνικές! Ο Σάθας καταλήγει στο συμπέρασμα ότι ο εξελληνισμός της αυτοκρατορίας της Νίκαιας εις βάρος του ρωμαιοχριστιανικού χαρακτήρα της επήλθε εξαιτίας του εχθρικού πνεύματος που επικρατούσε προς τη φραγκοκρατία, τον Πάπα αλλά και στην ενδοτική πολιτική των Ρωμαίων-Ρωμιών (δηλ. βυζαντινών) αυτοκρατόρων της Ανατολής έναντι των Τούρκων πριν την κατάληψη της Πόλης από τους Λατίνους. Οι ελληνικής καταγωγής πληθυσμοί αισθανόμενοι περικυκλωμένοι από παντού, Φράγκους και Τούρκους, μοιραία στράφηκαν προς το αρχαιοελληνικό τους παρελθόν και την Ελληνική Παιδεία, η οποία αποτελεί ιδεολογία αντίστασης σε κατακτητές και τυράννους, κοσμοθεωρία ελεύθερων ανθρώπων. Την ίδια άποψη συμμερίζεται και ο Τζον Φρίλι: «Η περιφρόνηση των Βυζαντινών προς τη λατινική Δύση οδήγησε τους Έλληνες της Κωνσταντινούπολης ν’ αναζητήσουν τις ρίζες τους στην αρχαία Ελλάδα κι άρχισαν να αποκαλούν με περηφάνια τους εαυτούς τους Έλληνες»[13]. Η αυτοκρατορία της Νίκαιας, ως η μόνη ισχυρή δύναμη αντίστασης, αγκάλιασε τον Ελληνισμό και τον ανέδειξε σε επίσημη κρατική ιδεολογία της. Τον ίδιο καιρό και στις υπόλοιπες ρωμαίικες ηγεμονίες που σχηματίστηκαν πάνω στα εδάφη της κατακερματισμένης Ρωμανίας, πολλές είναι οι προσωπικότητες που αρχίζουν και θεωρούν εαυτούς Έλληνες επηρεασμένοι από το ίδιο κλίμα, ακόμα και ιεράρχες όπως ο Απόκαυκος, ο Χωματιανός και ο Βαρδάνης στο δεσποτάτο της Ηπείρου. Ωστόσο, ο ραγδαίος εξελληνισμός της Νίκαιας και κατά προέκταση όλου του ρωμαίικου διακόπηκε μετά την εκθρόνιση του δεκάχρονου Ιωάννη Δ΄ Λάσκαρι (1258-1261), γιο του Θεόδωρου του Β΄, από τον Μιχαήλ Η΄ Παλαιολόγο το έτος 1261. Ο Κωνσταντίνος Σάθας υποστήριξε, ότι: «Η αντίδρασις αύτη προς τον εν Νικαία ελληνισμόν οφείλεται εις τους Παλαιολόγους, οίτινες, αρπάσαντες το κράτος απ’ εκείνων των οποίων οι αληθώς αξιοθαύμαστοι αγώνες εδημιούργησαν εκ του μηδενός νέαν και σεβαστήν αυτοκρατορίαν…»[14]. Εδώ όμως οφείλουμε να πούμε πως αντίθετα με ό,τι υποστηρίζει ο Σάθας, δεν ήταν όλοι οι Παλαιολόγοι αντίθετοι με τον εξελληνισμό του κράτους. Αν ήταν δεν θα είχαμε ούτε τον Πλήθωνα Γεμιστό, ούτε τη νεοπλατωνική σχολή του Μυστρά, που επιχείρησε με θέρμη κατά τον 15ο αιώνα να αναγεννήσει τον Ελληνισμό την ύστατη στιγμή που οι Τούρκοι έζωναν ασφυκτικά από παντού την Πόλη.
    Τελικά, όπως και προείπαμε, η βραχύβια βασιλεία του Θεόδωρου Β΄Λάσκαρι (μόλις τέσσερα χρόνια) δεν επέτρεψε να ολοκληρωθούν τα σχέδια του. Ωστόσο, οι βάσεις που έθεσε είχαν ως αποτέλεσμα το ξέσπασμα μίας πρώιμης αναγέννησης, η οποία μπορεί να μην ολοκληρώθηκε στις ελληνικές χώρες εξαιτίας της οθωμανικής κατάκτησης, πέρασε όμως μαζί με τους εξόριστους Έλληνες λόγιους και φιλοσόφους στην Ιταλία και έτσι δημιουργήθηκε ο σύγχρονος δυτικός πολιτισμός που κατά βάση στηρίχτηκε στον κλασικό ελληνικό πολιτισμό.

    Παραπομπές:
    [1] Runciman.
    [2] Φωτιάδης, «Η επανάσταση του 1821», τόμος α΄, σελίδα 100, εκδόσεις «Μέλισσα».
    [3] Γιάννης Κορδάτος, «Ακμή και Παρακμή του Βυζαντίου», σελίδα 396, εκδόσεις «Μπουκουμάνη», 4η έκδοση, Αθήνα 1974.
    [4] Κωνσταντίνος Σάθας, «Περί του Θεάτρου και της μουσικής των Βυζαντινών – ήτοι εισαγωγή εις το Κρητικόν Θέατρον», σελίδα ρογ΄, Βενετία 1878.
    [5] Γιάννης Κορδάτος, «Ακμή και Παρακμή του Βυζαντίου», σελίδα 392, υποσημείωση 5, εκδόσεις «Μπουκουμάνη», 4η έκδοση, Αθήνα 1974.
    [6] Περί της ταύτισης του δικέφαλου αετού με τους δύο αετούς του Δία, βλέπε τη μελέτη του Ι. Ν. Σβορώνου «Πως εγεννήθη και τι σημαίνει Ο ΔΙΚΕΦΑΛΟΣ ΑΕΤΟΣ ΤΟΥ ΒΥΖΑΝΤΙΟΥ», σελίδες 48-66, εκδόσεις «Βιβλιοπωλείον της ΕΣΤΙΑΣ», Αθήνα 1914, ανατύπωση από τις «Αναστατικές Εκδόσεις – Διονυσίου Νότη Καραβία», σειρά «Βιβλιοθήκη Ιστορικών Μελετών».
    [7] Κωνσταντίνος Σάθας, «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», τόμος 7ος , εισαγωγή, σελίδες κβ΄-κδ΄, Βενετία 1894.
    [8] Κωνσταντίνος Σάθας, «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», τόμος 7ος , Ανωνύμου «Σύνοψις Χρονική», σελίδα 507, Βενετία 1894.
    [9] Κωνσταντίνος Σάθας, «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», τόμος 7ος , Ανωνύμου «Σύνοψις Χρονική», σελίδα 535, Βενετία 1894.
    [10] Κωνσταντίνος Σάθας, «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», τόμος 7ος , Ανωνύμου «Σύνοψις Χρονική», σελίδα 536, Βενετία 1894.
    [11] Κωνσταντίνος Σάθας, «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», τόμος 7ος , Ανωνύμου «Σύνοψις Χρονική», σελίδα 534, Βενετία 1894.
    [12] Migne, Patrol. Graeca CXL, σ. 939, (πηγή: Κωνσταντίνος Σάθας, «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», τόμος 7ος , εισαγωγή, σελίδα κδ΄, Βενετία 1894).
    [13] Τζον Φρίλι, «Κωνσταντινούπολη, Από τον Χριστιανισμό στο Ισλάμ», σελίδα 164, εκδόσεις «Περίπλους», Αθήνα 2001.
    [14] Κωνσταντίνος Σάθας, «Μεσαιωνική Βιβλιοθήκη», τόμος 7ος , εισαγωγή, σελίδα κη΄, Βενετία 1894.

  4. Θ.Β.Λ. on

    Η συμμετοχή των “Πληθωνιστών” στις τελευταίες μάχες του 15ου αιώνα κατά των Οθωμανών

    Για τους οπαδούς του Πλήθωνος μετά το 1453 ελάχιστα πράγματα είναι γνωστά, συνήθως λέγεται ή γράφεται στα πεταχτά ότι οι περισσότεροι «έφυγαν στην Δύση», δηλάδή στην Ιταλία και τα πράγματα σταματάνε εκεί. Με εξαίρεση τον Βησσαρίωνα και κάποια ακόμα ελάχιστα ονόματα που ανιχνεύουμε κυρίως λόγω του συγγραφικού τους έργου, δεν γνωρίζουμε τίποτε απολύτως, ούτε για εκείνους που όντως «έφυγαν στην Δύση», ούτε για εκείνους, που ήσαν και οι περισσότεροι, οι οποίοι παρέμειναν στον Μωριά και αντιστάθηκαν ένοπλα στους εισβολείς Οθωμανούς.

    Ιστορικά στοιχεία γι’ αυτήν την αντίσταση υπάρχουν πολύ λίγα, και κυρίως αποτελούνται από ό,τι μπόρεσε να διασωθεί γύρω από τα πρόσωπα που ηγήθηκαν αυτής, όπως λ.χ οι ηπειρωτικής ή ίσως και αλβανικής καταγωγής πολέμαρχοι «στρατιότι» («strattioti») Θεόδωρος Μπούας και Κορκόδειλος ή Κορκόντυλος Κλαδάς, στους οποίους άλλωστε θα αναφερθούμε στην συνέχεια του παρόντος κατά την παρουσίαση των γεγονότων εκείνης της εποχής. Κάποια ελάχιστα στοιχεία όμως, «μη ιστορικά» βεβαίως κατά την σύγχρονη αντίληψη του ιστορικού επιστημονισμού, αφού δεν βασίζονται σε γραπτή πηγή, είναι γνωστά μέσα από στόμα με στόμα μετάδοση, που πάει να πει μέσα από αυτό που πραγματικά είναι «παράδοση» και μέσα από αυτά ακριβώς πιστοποιείται όντως συμμετοχή «πληθωνιστών» σε εκείνον τον απελπισμένο αμυντικό αγώνα κατά των Οθωμανών.

    Υποχρεωμένος να ακολουθήσει τους κανόνες του αντιφατικότατου ιστορικού επιστημονισμού (που έχει θεοποιήσει την «πρωτογενή» γραπτή πηγή, ακόμα και αν αυτή κραυγαλέα αποτυπώνει «παράδοση» ή, ακόμη χειρότερα, λαϊκή φημολογία), ο γράφων προτίθεται να παρουσιάσει μελλοντικά αυτή την μεταδοθείσα Ιστορία μέσα από ένα ιστορικό «μυθιστόρημα», για να γίνει τουλάχιστον γνωστή σε όσους είναι όντως διατεθειμένοι για κάτι τέτοιο –οι υπόλοιποι ας πάνε να διαβάσουν «έγκυρη» Ιστορία, βασισμένη σε παραληρήματα καλόγερων ή λαϊκούς μύθους του παρελθόντος που απλώς έτυχε να περάσουν πριν από κάποιους αιώνες επάνω σε χαρτί, ώστε σήμερα να εκλαμβάνονται ηλιθιωδώς ως πέρα για πέρα «έγκυρες» ιστορικές «πηγές» και μάλιστα… «πρωτογενείς».

    Δύο διαφορετικές απόψεις του Πλήθωνα Γεμιστού, σε έργο
    του Benozzo Gozzoli στη Φλωρεντία (Corteo dei Magi, Palazzo Medici-Riccardi).

    Για την ώρα θα αναφερθούμε απλώς στο όνομα Γεώργιος ή Κυργιώργης Δαιμονογιάννης, που πρέπει να γεννήθηκε κάπου γύρω στα 1435, αφού «αγένειος ακόμα γνώρισε για πρώτη φορά τον δάσκαλο Γομοστό» δηλαδή τον Γεώργιο Γεμιστό Πλήθωνα, τον φιλόσοφο του Μυστρά και ιδρυτή του πολυθεϊστικού «Κύκλου» της τότε Λακωνίας «λίγο πριν αποθάνει», δηλαδή λίγο πριν το έτος 1452. Η παράδοση αναφέρει τον Κυργιώργη Δαιμονογιάννη «στρατιότι» στην υπηρεσία των Ενετών κατά το ξέσπασμα του πρώτου Ενετοτουρκικού Πολέμου το 1463 και ιδρυτή και πρώτο «μάγιστρο» το επόμενο έτος (1464) της μυστικής αδελφότητας των αρκετών εναπομεινάντων στον Μωριά «πληθωνιστών», η οποία αποσκοπούσε στην πραγμάτωση του οράμματος του διδασκάλου, δηλαδή στην εθνική απελευθέρωση και αυθυπαρξία των Ελλήνων και στην παλινόρθωση του καθοριστικού πολυθεϊσμού τους.

    Τα τελευταία δεδομένα από την ίδια παράδοση, θέλουν τον Δαιμονογιάννη να αγωνίζεται δίπλα στον ηρωϊκό Κορκόδειλο Κλαδά τόσο στην πρώτη φάση του αντάρτικου αγώνα του, έπειτα από την προδοσία των Ενετών το 1479, όσο και στην δεύτερη, μία δεκαετία αργότερα, που έληξε με τον μαρτυρικό θάνατο του θρυλικού πολέμαρχου το έτος 1490. Τους δυο άνδρες συνέδεε φιλία στενή, αλλά και κάτι ακόμα: ο έρωτας του Κλαδά για την εξαδέλφη του Δαιμονογιάννη Βασιλική. Ο καταπονημένος από τους συνεχείς αγώνες και τις κακουχίες Κυργιώργης Δαιμονογιάννης, ηγήθηκε του «δρουγγού» του για τρία ακόμη χρόνια. Πέθανε μετά από εμπύρετη ασθένεια το 1493, στα αντάρτικα καταφύγια του βόρειου Ταϋγέτου. Οι εναπομείναντες συμμαχητές και αδελφοί έθαψαν με τιμές τον πολέμαρχο πρώτο «μάγιστρο» και, προσπαθώντας να είναι συνεπείς με τα πάτρια, αποτέφρωσαν το κέντρο της ηρωϊκής του ψυχής, δηλαδή την καρδιά του και παρέδωσαν την σποδό, ως «αγώνος σήμα», στον διάδοχο δεύτερο «μάγιστρο» της αδελφότητος.

    Αυτά είναι τα λίγα που μπορούμε, για την ώρα τουάχιστον, να αφηγηθούμε για τον πρώτο ηγέτη των ένοπλων «πληθωνιστών» του Μωριά στα τέλη του 15ου αιώνα, υποσχόμενοι να περάσουν τα υπόλοιπα υπό μορφή ιστορικού «μυθιστορήματος» για να μην έχουν να λένε οι κάθε είδους (είτε γελοίοι είτε αχρείοι) καθεστωτικοί. Ο γράφων ούτε θα τους κάνει την χάρη να τους παράσχει λαβές για αμφισβήτηση της ιστορικής του εγκυρότητας, ούτε και ενδιαφέρεται άλλωστε να μιλήσει σε αυτιά ανθρώπων που είναι είτε ανήμποροι είτε ακατάλληλοι ν’ ακούσουν. Όπως έχουμε άλλωστε ξαναγράψει παλαιότερα, προκαλώντας μάλιστα την μήνη αρκετών, «Ne margaritas obijce porcis, seu asinus sabsterne rosas !», που πάει να πει στα Ελληνικά «μην ρίχνεις τα μαργαριτάρια στα γουρούνια, μην εκπορνεύεις βλακωδώς τα τριαντάφυλλα».

    Από εδώ και κάτω, στο ανά χείρας κείμενο παρέχουμε «κανονική» Ιστορία, ήτοι Ιστορία με την καθιερωμένη στις ημέρες μας έννοια. Ο χρονολογικός πίνακας που ακολουθεί, κατά τον προσφιλή για τον γράφοντα τρόπο ιστορικής αφήγησης με χρονική αλληλουχία, παρουσιάζει την ένοπλη αντίσταση των ήδη ελεύθερων από την βυζαντινή κατοχή και την ενετική κυριαρχία Ελλήνων του Μωριά στα τέλη του 15ου αιώνα, τότε που προήλαυναν στα εδάφη των πατέρων τους οι καινούργιοι Οθωμανοί κατακτητές.

    Το έτος 1456 οι Οθωμανοί έχουν καταλάβει την Αθήνα, οι βυζαντινοί μηχανισμοί εξουσίας έχουν καταρρεύσει παντού στην Πελοπόννησο, ενώ οι Ενετοί της «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου» επιχειρούν να ισχυροποιήσουν την εκεί παρουσία τους, αρχίζοντας από τις βόρειες και δυτικές οχυρές θέσεις. Την άνοιξη του 1458 ο Οθωμανός σουλτάνος Μωάμεθ ο Πορθητής αρχίζει προετοιμασίες για εισβολή στην Πελοπόννησο, την οποία υποτίθεται ότι ακόμα ελέγχουν οι τραγικά δειλοί Παλαιολόγοι. Μέσα στο ίδιο έτος πολιορκεί και καταλαμβάνει την Κόρινθο και, με δύο βραχίονες του στρατού του, προσπαθεί ανεπιτυχώς να κυριεύσει τα φρούρια των Πατρών και των Καλαβρύτων. Η πρώτη αυτή εισβολή λήγει άδοξα και ο οθωμανικός στρατός αποσύρεται για ανασχεδιασμό των επιχειρησιακών του μεθόδων.

    Την άνοιξη του 1459 ο Μωάμεθ εισβάλλει ξανά στην Πελοπόννησο, πετυχαίνει την παράδοση της φρουράς της Καρύταινας και οδεύει επικεφαλής 3.000 πολεμιστών προς το Λεοντάρι, όπου συγκρούεται με τον μικρό στρατό του πολέμαρχου Κορκόδειλου Κλαδά, που δεν ξεπερνούσε τους 1.000 άνδρες. Οι Έλληνες, που πολεμούν υπό το δικό τους λάβαρο (δικέφαλος επάνω σε πορφυρό και όχι κίτρινο πανί, συν το οικόσημο του αρχηγού τους) ηττώνται, αλλά υποχωρούν συντεταγμένα υπό την καθοδήγηση του Κλαδά, του οποίου οι ελιγμοί γίνονται αντικέιμενο θαυμασμού από τον σουλτάνο. Ο φοβισμένος Δημήτριος Παλαιολόγος παραδίδει αμαχητί το Δεσποτάτο του Μυστρά στον σουλτάνο, παρόλο που όλοι σχεδόν οι εντόπιοι πολέμαρχοι εξακολουθούν να αγωνίζονται κατά των εισβολέων. Ο Κλαδάς προσπαθεί να δώσει μάχη αυτοκτονίας στην θέση «Άη Γιώργης», αλλά ο σουλτάνος τον συναντάει άοπλος μπροστά από τους δύο στρατούς, τού εκφράζει τον θαυμασμό του και τού δηλώνει ότι δεν θέλει να καταστρέψει τέτοιον πολεμιστή, άρα του επιτρέπει να ζήσει ελεύθερος στην περιοχή του Έλους.

    Το 1460 οι εισβολείς Οθωμανοί έχουν κυριεύσει πολλές οχυρές θέσεις ανά την Πελοπόννησο, όπου επικρατεί πλέον απόλυτη αναρχία, ενώ οι Ενετοί έχουν ιδιοποιηθεί όλα τα φρούρια που μέχρι την προηγούμενη χρονιά ανήκαν στους Παλαιολόγους. Το 1463, με αφορμή την υποστήριξη των Ενετών προς τον Αλβανό πολέμαρχο Γεώργιο Καστριώτη ή «Σκεντέρμπεη», ξεσπάει ο Πρώτος Ενετοτουρκικός Πόλεμος, που θα διαρκέσει μέχρι το 1479. Οι Ενετοί χρησιμοποιούν στην Πελοπόννησο την στρατιωτική δύναμη των πολλών εντόπιων πολεμάρχων, τους οποίους προσλαμβάνουν μαζί με τους άνδρες τους ως μισθοφόρους («στρατιότι», «strattioti») και καταλαμβάνουν την Μονεμβασιά και πολλές άλλες οχυρές θέσεις. Οι γνωστότεροι από εκείνους τους πολέμαρχους είναι οι Πέτρος Μπούας, Μιχαήλ Ράλλης, Νικόλαος Παγωμένος, Νικόλαος Μπόχαλης, Κορκόδειλος Κλαδάς, Νικόλαος Γραίτζας, Ιωάννης Γαβαλλάς, κ.ά.

    Το επόμενο έτος (1464), παρά τις επιτυχίες των πολέμαρχων Κλαδά στην Λακωνία και Μιχαήλ Ράλλη στην Αχαϊα, οι Ενετοί ηττώνται στην Μαντινεία, οι Οθωμανοί λεηλατούν την Αργοναυπλία και φθάνουν μέχρι το Λεοντάρι της Αρκαδίας και το 1465 ο Ομάρμπεης εισβάλλει στην Μάνη αλλά αναχαιτίζεται από τους πολέμαρχους των Ελλήνων. Το 1466 ο Σιγιμούνδος Μαλατέστα φθάνει μαχόμενος μέχρι τον Μυστρά και μεταφέρει τα οστά του φιλοσόφου Γεωργίου Γεμιστού Πλήθωνος στο Ρίμινι, όμως ο διάδοχός του στην αρχηγία των Ενετών Ιάκωβος Μπαρμπαρίγκο ηττάται και χάνει την ζωή του τον Αύγουστο στην Πάτρα και οι Έλληνες σύμμαχοι της «Γαληνοτάτης Δημοκρατίας του Αγίου Μάρκου» γίνονται τώρα ο αποκλειστικός στόχος της μήνης των Οθωμανών. Οι αιχμάλωτοι πολέμαρχοι Μιχαήλ Ράλλης καί Μάρκος – Επιφάνειος Κλαδάς θανατώνονται με φρικτό τρόπο: ο πρώτος ανασκολοπίζεται και ο δεύτερος γδέρνεται ζωντανός.

    Ενώ τα επόμενα χρόνια οι Οθωμανοί εξολοθρεύουνν μεθοδικά όλες τις αντιστασιακές εστίες, τον Ιανουάριο του 1479 οι φοβισμένοι από τις αλλεπάλληλες ήττες τους Ενετοί υπογράφουν εσπευσμένα με τον εκχριστιανισμένο Εβραίο εκπρόσωπό τους Τζιοβάνι Ντάριο συνθήκη ειρήνης με τους αντιπάλους τους, δεχόμενοι να καταβάλουν στον σουλτάνο τεράστια αποζημίωση και ετήσιους δασμούς 10.000 δουκάτων για το δικαίωμά τους στο ναυτικό εμπόριο. Στην Πελοπόννησο οι Ενετοί διατηρούν μόνο τα οχυρά της Κορώνης και της Μεθώνης. Στις 9 Οκτωβρίου 1479 όμως, ο Κορκόδειλος Κλαδάς εισβάλλει στην Μάνη επικεφαλής 16.000 ανδρών, μίας τρόπον τινά ελληνικής πανστρατιάς, και απελευθερώνει το Οίτυλο και αρκετά ακόμη χωριά και φρούρια (Τριγόφιλο, Καστάνια, Μεγαλοχώριο, Λεφτίνη, Ανδρούσα, Βάσκος, Πιάγα, κ.ά.).

    Στις 23 Ιανουαρίου 1480 η Βενετία αποκηρύσσει την πολεμική δράση του Κλαδά και οι αρχές τής υπό ενετική κατοχή Κορώνης συλλαμβάνουν και στέλνουν σε φυλακή της Βενετίας την σύζυγο, τα παιδιά και τα αδέλφια του, επικηρύσσοντάς τον ως «ρέμπελο» (επαναστάτη) και «προδότη» με το δελεαστικά μεγάλο ποσό των 10.000 μοθωναϊκών υπέρπυρων. Σε ενίσχυση των «ανεξέλεγκτων» Ελλήνων, που ήδη καταδιώκονται από 10.000 Οθωμανούς υπό τον διοικητή της Πελοποννήσου («σαντζιάκμπεη του Μωριά») Σουλεϊμάν Πασά, έρχεται ο πολέμαρχος Θεόδωρος Μπούας και ο υιός του Μερκούριος, επικεφαλής 60 μόνον πολεμιστών. Οι Οθωμανοί εκπορθούν τα φρούρια Τριγόφυλου, Οιτίλου, Μεγαλοχωρίου και Παπαφίγγου.

    Στις 19 Ιανουαρίου 1481 ο Κλαδάς τσακίζει κοντά στο Οίτιλο τους υπό τον «μπεηλέρμπεη της Ρούμελης» Αλή Μπούμικο εισβολείς Οθωμανούς, με αποτέλεσμα οι δυνάμεις του θορυβημένου Σουλεϊμάν Πασά να υποχρεωθούν ν’ αποσυρθούν στην Σπάρτη. Έξαλλος από τις τεράστιες απώλειες του στρατού του (700 νεκροί), ο σουλτάνος διατάσσει την θανάτωση 19 Ελλήνων πολεμιστών που είχαν αιχμαλωτισθεί στο φρούριο Τριγόφυλου. Με ενισχυμένο στρατό που τώρα αριθμεί πάνω από 8.000 πολεμιστές ο σουλτάνος διατάσσει τον Μάρτιο νέα εισβολή στην Μάνη, κλείνει την δίοδο Μαυροβουνίου και προχωρεί προς το φρούριο της Καστανιάς, όπου βρίσκονται εγκλωβισμένοι οι ένοπλοι Έλληνες μαζί με 1.000 αιχμάλωτους Οθωμανούς. Ενώ το φρούριο κοντεύει πια να πέσει στα χέρια των πολιορκητών Οθωμανών, λίγο πριν το ξημέρωμα της 10ης Απριλίου ο Κλαδάς, που βρισκόταν έξω από το κάστρο, επιτίθεται στους πολιορκητές και δημιουργεί δίοδο όλων των επιζώντων πολεμιστών του και των οικογενειών τους προς το Πόρτο Κάγιο, από όπου οι εναπομείναντες αντιστασιακοί μεταφέρονται τελικά στην Ιταλία με τρεις ναπολιτάνικες γαλέρες (οι Ναπολιτάνοι ήσαν εχθροί των Ενετών).

    Ακόμα και μετά την φυγή του Κλαδά συνεχίζεται στην Μάνη και τον Ταϋγετο από πολλές αντάρτικες ομάδες η αντίσταση κατά των Οθωμανών. Όταν αυτό γίνεται γνωστό στην Ιταλία, ο Κλαδάς αποφασίζει να επιστρέψει στην γη των αρχαίων Σπαρτιατών για να οργανώσει την αντίσταση σε συντεταγμένη στρατιωτική δράση. Όντως το 1488 ή 1489 ο Κλαδάς επιστρέφει στην Λακωνία, αρχίζει συστηματικό έργο στον τομέα της οργάνωσης αλλά και της μαχητικής εκπαίδευσης των ανταρτών, όμως τον Οκτώβριο του 1490 πιάνεται αιχμάλωτος κοντά στην Βέργα έπειτα από μία σύντομη μάχη, οδηγείται μπροστά στον Οθωμανό διοικητή, γδέρνεται ζωντανός και το γεμισμένο με άχυρα δέρμα του στέλνεται στον σουλτάνο Βαγιαζήτ τον Β στην Κωνσταντινούπολη.

    Ενώ στον Ταϋγετο εξακολουθεί, παρά τον θάνατο του Κλαδά, η αντιστασιακή δράση των ντόπιων μικρών αντάρτικων σωμάτων («δρουγγών»), τον Ιούλιο του 1499 η δυτική Πελοπόννησος δέχεται την επίθεση ισχυρού οθωμανικού στόλου υπό τον ναύαρχο Νταούντ Πασά, ενώ πολυάριθμος στρατός υπό τον ίδιο τον σουλτάνο Βαγιαζήτ πολιορκεί και καταλαμβάνει την Ναύπακτο. Το καλοκαίρι του 1500 ο στόλος του Νταούντ Πασά και του πρώην πειρατή Κεμάλ κτυπάει την Μεθώνη, ενώ ο στρατός του Βαγιαζήτ έχει ήδη φθάσει στην Αρκαδία, παρά τις παρενοχλήσεις των «στρατιότι» Νικολάου Ρενέση, Γεωργίου Ράλλη και Νικόλαου Μενάγια. Χτυπημένη από στεριά και θάλασσα, η ενετική Μεθώνη πέφτει τελικά στις 10 Αυγούστου, μετά από μία τρομερή σε δύναμη επίθεση των γενιτσάρων, λεηλατείται επί τρεις συνεχείς ημέρες και τουλάχιστον το ένα τρίτο του πληθυσμού της σφάζεται, ενώ οι επιζήσαντες σέρνονται σκλάβοι στα ασιατικά δουλοπάζαρα. Τρομοκρατημένος ο φρούραχος της Πύλου Κάρολος Κονταρίνης παραδίνεται αμαχητί. Οι μόνες βάσεις των Ενετών στην Πελοπόννησο απομένουν πια το Ναύπλιο και η Μονεμβασιά, που θα παραδοθούν στους Οθωμανούς, μετά από συνθήκη, το έτος 1540.

    Δημοσιεύθηκε στο τεύχος 68 του περιοδικού «Διιπετές», το φθινόπωρο 2008

  5. Θ.Β.Λ. on

    ΓΙΑΤΙ ΔΕΝ ΑΝΟΙΓΕΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΟΥ ΜΩΑΜΕΘ ΤΟΥ ΠΟΡΘΗΤΗ;

    ΝΙΚΟΣ ΧΕΙΛΑΔΑΚΗΣ

    Ενώ στην Τουρκία σπάει όλα τα ρεκόρ εισιτηρίων η κινηματογραφική επιτυχία, «Φατίχ 1453», η οποία όμως έχει κατηγορηθεί ακόμα και από Τούρκους ιστορικούς για μεγάλες ιστορικές ανακρίβειες, άνοιξε για άλλη μια φορά σε δημόσια συζήτηση το ζήτημα του τάφου του Μωάμεθ του Πορθητή και όλων των πιθανών μυστηρίων που κρύβονται εκεί και τα οποία για πολλούς αποτελούν μεγάλο ταμπού για την ίδια την ύπαρξη της Τουρκίας.
    Σε μια σημαντική συνέντευξή του στην τουρκική εφημερίδα Χουριέτ, στις 15 Απριλίου 2012, ο Τούρκος συγγραφέας, Ahmet Ümit, παρουσιάζοντας το νέο του βιβλίο με τον τίτλο, «Να σκοτώσεις τον Σουλτάνο», ένα ιστορικό μυθιστόρημα που αναφέρεται στην ζωή του Μωάμεθ του Πορθητή, δηλώνει ότι υπάρχει ανάγκη να ανοιχτεί επιτέλους ο τάφος του για να ερευνηθεί τι ακριβώς έγινε με τον θάνατό του. Σύμφωνα με τον συγγραφέα του έργου, «Σκοτώνοντας τον Σουλτάνο», ο Μωάμεθ ο Πορθητής κατά πάσα πιθανότητα δεν πέθανε με φυσιολογικό τρόπο, αλλά δηλητηριάστηκε. Το γεγονός αυτό για τον Ahmet Ümit έχει πολύ μεγάλη σημασία γιατί αν αποδειχτεί ότι έγινε έτσι, τότε, όπως υποστήριξε ο Τούρκος συγγραφέας, θα καταρρεύσει ένα μεγάλο ταμπού για την ίδια την ύπαρξη της Τουρκίας. Μάλιστα ο Ahmet Ümit χαρακτήρισε «ιστορικό λεκέ» τον δηλητηριασμό του Φατίχ και δεν δίστασε να ζητήσει ακόμα και ιστολογική εξέταση για να εξακριβωθεί η πραγματική αιτία θανάτου του.
    Να σημειωθεί ότι ο τάφος του Μωάμεθ του Πορθητή κρατείται ερμητικά κλειστός καθώς στο παρελθόν είχαν κυκλοφορήσει έντονες φήμες ότι αν ανοιχτεί θα αποκαλυφτεί ότι ο Φατίχ, τουλάχιστον στο τέλος της ζωής του, είχε ασπαστεί ο την Ορθοδοξία και ίσως γι’ αυτόν τον λόγο τον είχαν δηλητηριάσει. Ο πρώτος που μίλησε αποκαλυπτικά για το θέμα αυτό ήταν ένας μεγάλος Τούρκος πολιτικός και ποιητής, ο Γιαχία Κεμάλ Μπεγιατλί και το γεγονός αυτό αναφέρει ο Τούρκος συγγραφέας, Ρεσάτ Εκρέμ Κότσού στο βιβλίο του, «Οθωμανοί ηγεμόνες»,. Η απαγορευμένη αυτή μαρτυρία είναι άκρως αποκαλυπτική για την πραγματική θρησκευτική ταυτότητα του μεγάλου Φατίχ των Οθωμανών, του Μωάμεθ του Πορθητή. Γράφει λοιπόν το βιβλίο: «Την εποχή του Αμπντούλ Χαμίτ του Β΄, στις αρχές του εικοστού αιώνα, είχε σπάσει ένας μεγάλος αγωγός νερού στη συνοικία του μεγάλου τεμένους του Πορθητού, το Φατίχ. Το Φατίχ είχε οικοδομηθεί μεταξύ των ετών 1463 και 1470, πάνω στα ερείπια της κατεδαφισμένης από τους Οθωμανούς εκκλησίας των Αγίων Αποστόλων, κάτω από την οποία βρίσκονται θαμμένοι πολλοί βυζαντινοί βασιλείς. Στην εκκλησία αυτή ο Γεννάδιος είχε εγκαταστήσει το Πατριαρχείο κατόπιν άδειας του Μωάμεθ μετά την άλωση. Το 1454 ο Πατριάρχης εγκατέλειψε οικιοθελώς την εκκλησία, επειδή μέσα σε αυτή είχε βρεθεί το πτώμα ενός Τούρκου και φοβήθηκε μήπως κατηγορηθούν οι Έλληνες για το έγκλημα. Την κατασκευή του τζαμιού είχε αναλάβει ο Έλληνας αρχιτέκτονας, Χριστόδουλος, που φρόντισε όμως να διατηρήσει τα θεμέλια της κατεδαφισμένης εκκλησίας. Κατά την επισκευή όμως του χαλασμένου αγωγού, ο Αμπντούλ Χαμίτ έδωσε εντολή να ανοιχτεί ο τάφος του Μωάμεθ που βρίσκονταν δίπλα στο τζαμί, για να διαπιστωθούν τυχόν ζημιές και να επισκευαστούν. Ο τάφος λοιπόν ανοίχτηκε και σε βάθος τριών μέτρων βρέθηκε μια σιδερένια καταπακτή από όπου μια πέτρινη σκάλα οδηγούσε στην υπόγεια αίθουσα της βυζαντινής εκκλησίας. Εκεί βρέθηκε ο μαρμάρινος τάφος που βρίσκονταν το ταριχευμένο πτώμα του Μωάμεθ, ολόιδιο με το πορτρέτο που είχε φιλοτεχνήσει ο Ιταλός ζωγράφος Μπελίνι, πέντε μήνες πριν από τον θάνατο του Πορθητή. Το γεγονός αυτό και μόνο για πολλούς αποτελεί τη μεγαλύτερη απόδειξη ότι ο Μωάμεθ θέλησε να ταφεί σαν χριστιανός και βυζαντινός βασιλιάς, εν μέσω των άλλων βυζαντινών αυτοκρατόρων».
    Ο σουλτάνος Αμπντούλ Χαμίτ, που για λόγους πολιτικούς την εποχή εκείνη είχε εγκαταλείψει το μπεκτασισμό, (δηλαδή το αιρετικό Ισλάμ), τον οποίο ακολουθούσε και ασπάστηκε τον σουνιτισμό, δηλαδή το ορθόδοξο Ισλάμ, κυριεύτηκε από πανικό και έδωσε εντολή να σφραγιστεί αμέσως ο τάφος του Μωάμεθ. Τα παραπάνω συνέβησαν πριν από το 1908 και έκτοτε ο τάφος του Μωάμεθ δεν ξανάνοιξε. Γι’ αυτό και σήμερα είναι αδύνατο να αποδειχτεί αυτή η μαρτυρία του Μπεγιατλί. Αποτελεί όμως μαρτυρία επιφανούς Τούρκου, η οποία δεν εξυπηρετεί κάποιες σκοπιμότητες και δεν είχε λόγους να παρουσιάζει τον Μωάμεθ Χριστιανό. Σήμερα το μέρος εκείνο είναι απαγορευμένο και δεν επιτρέπεται σε κανένα, είτε αρχαιολόγο είτε θρησκευτικό αρχηγό να το πλησιάσει, επιτείνοντας έτσι το μυστήριο για τους βυζαντινούς βασιλικούς τάφους αλλά και για τους τάφους των σουλτάνων της Οθωμανικής αυτοκρατορίας.
    Είναι γεγονός ότι παρόμοιες με αυτήν μαρτυρίες έχουν κυκλοφορήσει κατά καιρούς στην Τουρκία, αλλά χωρίς να δοθούν για ευνόητους λόγους μεγάλη έκταση. Χαρακτηριστικό όμως είναι ότι στις 19 Δεκεμβρίου 1996, το εβδομαδιαίο περιοδικό, μεγάλης κυκλοφορίας, στην Τουρκία, «Ακτουέλ», του συγκροτήματος της γνωστής εφημερίδας, «Σαμπάχ», είχε κυκλοφορήσει με τον εξής εντυπωσιακό τίτλο: «Ο Πορθητής ήταν Χριστιανός;» και από κάτω είχε τον υπότιτλο: «Οι ιστορικοί δεν μπόρεσαν μέχρι σήμερα να λύσουν αυτό το μυστήριο, 540 χρόνια από τον θάνατο του μεγάλου Φατίχ».

  6. Elytis on

    Οδυσσέας Ελύτης,

    ΘΑΝΑΤΟΣ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΙΣ
    ΤΟΥ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ ΠΑΛΑΙΟΛΟΓΟΥ

    Ι

    Ἔτσι καθὼς ἐστέκονταν ὀρθὸς μπροστὰ στὴν Πύλη κι ἄπαρτος μὲς στὴ λύπη του

    Μακριὰ τοῦ κόσμου ποὺ ἡ ψυχή του γύρευε νὰ λογαριάσει στὸ φάρδος Παραδείσου Καὶ σκληρὸς πιὸ κι ἀπ’ τὴν πέτρα ποὺ δὲν τὸν εἴχανε κοιτάξει τρυφερὰ ποτὲ – κάποτε τὰ στραβὰ δόντια του ἄσπριζαν παράξενα

    Κι ὅπως περνοῦσε μὲ τὸ βλέμμα του λίγο πιὸ πάνω ἀπ’ τοὺς ἀνθρώπους κι ἔβγανε ἀπ’ ὅλους Ἔναν ποὺ τοῦ χαμογελοῦσε τὸν Ἀληθινόν ποὺ ὁ χάρος δὲν τὸν ἔπιανε

    Πρόσεχε νὰ προφέρει καθαρὰ τὴ λέξη θάλασσα ἔτσι ποὺ νὰ γυαλίσουν μέσα της ὅλα τὰ δελφίνια Κι ἡ ἐρημιὰ πολλὴ ποὺ νὰ χωρᾶ ὁ Θεός κι ἡ κάθε μιὰ σταγόνα σταθερὴ στὸν ἥλιο ν᾿ ἀνεβαίνει

    Νέος ἀκόμα εἶχε δεῖ στοὺς ὤμους τῶν μεγάλων τὰ χρυσὰ νὰ λάμπουν καὶ νὰ φεύγουν Καὶ μιὰ νύχτα θυμᾶται σ’ ὥρα μεγάλης τρικυμίας βόγκηξε ὁ λαιμός τοῦ πόντου τόσο ποὺ θολώθη μὰ δὲν ἔστερξε νὰ τοῦ σταθεῖ

    Βαρὺς ὁ κόσμος νὰ τὸν ζήσεις ὅμως γιὰ λίγη περηφάνια τὸ ἄξιζε.

    II

    Θεέ μου καὶ τώρα τι Πού ’χε μὲ χίλιους νὰ παλέψει χώρια μὲ τὴ μοναξιά του ποιος αὐτός πού ’ξερε μ’ ἕνα λόγο του νὰ δώσει ὁλάκερης τῆς γῆς νὰ ξεδιψάσει τι

    Ποὺ ὅλα του τά ’χαν πάρει Καὶ τὰ πέδιλά του τὰ σταυροδετὰ καὶ τὸ τρικράνι του τὸ μυτερὸ καὶ τὸ τοιχίο ποὺ καβαλοῦσε κάθε ἀπομεσήμερο νὰ κρατάει τὰ γκέμια ἐνάντια στὸν καιρὸ σὰν ζόρικο καὶ πηδηχτὸ βαρκάκι

    Καὶ μία φούχτα λουίζα ποὺ τὴν εἶχε τρίψει στὰ μάγουλα ἑνὸς κοριτσιοῦ μεσάνυχτα νὰ τὸ φιλήσει (πῶς κουρναλίζαν τὰ νερά τοῦ φεγγαριοῦ στὰ πέτρινα τὰ σκαλοπάτια τρεῖς γκρεμοὺς πάνω ἀπ’ τὴ θάλασσα…)

    Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα Καὶ μήτ’ ἕνας πλάι του Μονάχα οἱ λέξεις του οἱ πιστὲς πού ’σμιγαν ὅλα τους τὰ χρώματα ν᾿ ἀφήσουν μὲς στὸ χέρι του μιὰ λόγχη ἀπὸ ἄσπρο φῶς

    Καὶ ἀντίκρυ σ᾿ ὅλο τῶν τειχῶν τὸ μάκρος μυρμηκιὰ οἱ χυμένες μὲς στὸ γύψο κεφαλὲς ὅσο ἔπαιρνε τὸ μάτι του

    «Μεσημέρι ἀπὸ νύχτα – ὅλ᾿ ἡ ζωὴ μία λάμψη!» φώναξε κι ὅρμησε μὲς στὸ σωρό σύρνοντας πίσω του χρυσὴ γραμμὴ ἀτελεύτητη

    Καὶ ἀμέσως ἔνιωσε ξεκινημένη ἀπὸ μακριά ἡ στερνὴ χλωμάδα νὰ τὸν κυριεύει.

    III

    Τώρα καθὼς τοῦ ἥλιου ἡ φτερωτὴ ὁλοένα γυρνοῦσε καὶ πιὸ γρήγορα οἱ αὐλὲς βουτοῦσαν μέσα στὸ χειμώνα κι ἔβγαιναν πάλι κατακόκκινες ἀπ᾿ τὰ γεράνια

    Κι οἱ μικροὶ δροσεροὶ τροῦλοι ὅμοια μέδουσες γαλάζιες ἔφταναν κάθε φορὰ καὶ πιὸ ψηλὰ στ᾿ ἀσήμια ποὺ τὰ ψιλοδούλευε ὁ ἀγέρας γι᾿ ἄλλων καιρών πιὸ μακρινῶν τὸ εἰκόνισμα

    Κόρες παρθένες φέγγοντας ἡ ἀγκαλιὰ τους ἕνα θερινὸ ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα καὶ τῆς μυρσίνης τῆς ξεριζωμένης τῶν βυθῶν σταλάζοντας ἰώδιο τὰ κλωνάρια

    Τοῦ ’φερναν Ἐνῶ κάτω ἀπ᾿ τὰ πόδια του ἄκουγε στὴ μεγάλη καταβόθρα νὰ καταποντίζονται πλῶρες μαύρων καραβιῶν τ᾿ἀρχαῖα καὶ καπνισμένα ξύλα ὄθε μὲ στυλωμένο μάτι ὀρθὲς ἀκόμη Θεομήτορες ἐπιτιμούσανε

    Ἀναποδογυρισμένα στὶς χωματερὲς ἀλόγατα σωρὸς τὰ χτίσματα μικρὰ μεγάλα θρουβαλιασμὸς καὶ σκόνης ἄναμμα μὲς στὸν ἀέρα

    Πάντοτε μὲ μιὰ λέξη μὲς στὰ δόντια του ἄσπαστη κειτάμενος

    Αὐτὸς ὁ τελευταῖος Ἕλληνας!
    1969

    http://ppirinas.blogspot.gr/2013/05/blog-post_907.html

  7. ΣΦΑΚΙΑΝΌς on

    Αξίζει να σημειωθεί ο ηρωισμός των 170 Σφακιανών του Μανούσου Καλλικράτη αρχηγού σώματος εθελοντών που το Μάρτη του 1453 ξεκίνησε να βοηθήσει στην άμυνα της Πόλης και πολεμουσαν ασυγκρατητοι μονοι αυτοι ακομη και όταν «Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ»
    Όπως την περιγράφει στο Χρονικό του ο Γεώργιος Φραντζής:
    :
    «…καὶ ἐγκρατεῖς πάντων ἐγένοντο, ἄνευ δὲ τῶν πύργων τῶν λεγομένων Βασιλείου, Λέοντος καὶ Ἀλεξίου, ἐν οἶς ἑστήκεισαν οἱ ναύται ἐκεῖνοι οἱ ἐκ τῆς Κρήτης.

    Αὐτοὶ γὰρ γενναίως ἐμάχοντο μέχρι καὶ τῆς ἕκτης καὶ ἑβδόμης ὥρας καὶ πολλοὺς Τούρκους ἐθανάτωσαν καὶ τοσοῦτον πλῆθος βλέποντες καὶ τὴν πόλιν δεδουλομένη πᾶσαν, αὐτοὶ οὐκ ἤθελον δουλωθῆναι, ἀλλὰ μᾶλλον ἔλεγον ἀποθανεῖν κρεῖττον ἢ ζῆν.

    Τοῦρκος δέ τις τῷ ἀμηρᾷ ἀναφορὰν ποιὴσας περὶ τῆς τούτων ἀνδρείας, προσέταξεν ἵνα κατέλθωσιν μετὰ συνηβάσεως καὶ ὦσιν ἐλεύθεροι αὐτοί τε καὶ ἡ ναῦς αὐτῶν καὶ πᾶσα ἀποσκευή, ἥν εἶχον.

    Καὶ οὕτως γενόμενον, πάλιν μόλις ἐκ τοῦ πύργου τούτους ἔπεισαν ἀπελθεῖν.»

  8. Βλάσης Αγτζίδης on

    ΕΑΛΩ Η ΠΟΛΙΣ – Η πολιορκία και η Άλωσις – Γεώργιος Φραντζής

    Ὁ λόγος τοῦ Αὐτοκράτορος Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου πρὸς τοὺς συμπολεμιστές του, τὴν παραμονὴ τῆς ἁλώσεως τῆς Κωνσταντινουπόλεως.

    «Ὑμεῖς μέν, εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι συστρατιώται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, καλῶς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἐχθρός της πίστεως ἡμῶν βούλεται ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως στενοχωρήσῃ ἡμᾶς, καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης καὶ συρρήξεως ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῖν μετὰ πάσης δυνάμεως, ἵνα, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις τὸν ἰὸν ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. [Βιάζεται] διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων. Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσαρά τινα ὀφειλέται κοινῶς ἐσμὲν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν,πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ τῆς πατρίδος, τρίτον δὲ ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς χριστοῦ κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσταί ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου, πολλώ μᾶλλον ὑπὲρ πάντων τούτων ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι. Ἐὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ θεὸς τὴν νίκην τοῖς ἀσεβέσιν, ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς ἁγίας, ἢν Χριστὸς ἐν τω οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν· ὅ ἐστι κεφάλαιον πάντων. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον ὅλον κερδήσῃ τις καὶ τὴν ψυχὴν ζημιωθῇ, τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Σρίτον βασιλείαν τὴν ποτὲ μὲν περιφανῆ, νῦν δὲ τεταπεινωμένην καὶ ὠνειδισμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Σέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα.

    Αὐτὸς δὲ ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ἡμᾶς ἐλθὼν ἀπέκλεισεν καὶ μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ ἰσχύος καθ᾿ ἡμέραν τε καὶ νύκτα οὐκ ἐπαύσατο πολιορκῶν ἡμᾶς· καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Χριστοῦ κυρίου ἡμῶν ἐκ τῶν τειχῶν μετὰ αἰσχύνης ἄχρι τοῦ νῦν πολλάκις κακῶς ἀπεπέμφθη. Σὰ νῦν δὲ πάλιν, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσητε, ἐὰν καὶ τεῖχος μερόθεν ὀλίγον ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἑλεπόλεων ἔπεσε, διότι, ὡς ὑμεῖς θεωρεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιωρθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς πᾶσαν τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν τοῦ θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὗτοι ἐν ἄρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἴπποις καὶ δυνάμει καὶ πλήθει, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι κυρίου τοῦ θεοῦ καὶ σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δὲ καὶ ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσὶ καὶ ῥωμαλαιότητι, ἢν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις. Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, καθὼς ἡ αὐτῶν συνήθεια, ἐλεύσονται καθ᾿ ἡμῶν μετὰ βαναύσου καὶ ἐπῃρμένης ὀφρύος καὶ θάρσους πολλοῦ καὶ βίας, ἵνα διὰ τὴν ὀλιγότητα ἡμῶν θλίψωσι καὶ ἐκ τοῦ κόπου στενοχωρήσωσι, καὶ μετὰ φωνῶν μεγάλων καὶ ἀλαλαγμῶν ἀναριθμήτων, ἵνα ἡμᾶς φοβήσωσι. Σὰς τοιαύτας αὐτῶν φλυαρίας καλῶς οἴδατε, καὶ οὐ χρὴ λέγειν περὶ τούτων. Καὶ ὥρᾳ ὀλίγῃ τοιαῦτα ποιήσωσι, καὶ ἀναριθμήτους πέτρας καὶ ἕτερα βέλη καὶ ἐλεβολίσκους ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν ἄνωθεν ἡμῶν πτήσουσι· δι᾿ ὧν, ἐλπίζω γάρ, οὐ βλάψωσι, διότι ὑμᾶς θεωρῶ καὶ λίαν ἀγάλλομαι καὶ τοιαύταις ἐλπίσι τὸν λογισμὸν τρέφομαι, ὅτι εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι, ῥωμαλέοι τε καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες καὶ καλῶς προπαρασκευασμένοι ὑπάρχετε.

    Σαῖς ἀσπίσιν ὑμῶν καλῶς τὴν κεφαλὴν σκέπεσθε ἐπὶ τῇ συμπλοκῇ καὶ συρρήξει. Ἡ δεξιὰ ὑμῶν ἡ τὴν ῥομφαίαν ἔχουσα μακρὰ ἔστω πάντοτε. Αἱ περικεφαλαῖαι ὑμῶν καὶ οἱ θώρακες καὶ οἱ σιδηροῖ ἱματισμοὶ λίαν εἰσὶν ἱκανοὶ ἅμα καὶ τοῖς λοιποῖς ὅπλοις, καὶ ἐν τῇ συμπλοκῇ ἔσονται πάνυ ὠφέλιμα· ἃ οἱ ἐναντίοι οὐ χρῶνται, ἀλλ᾿ οὔτε κέκτηνται. Καὶ ὑμεῖς ἔσωθεν τῶν τειχῶν ὑπάρχετε σκεπόμενοι, οἱ δὲ ἀσκεπεῖς μετὰ κόπου ἔρχονται. Διό, ὦ συστρατιῶται, γίνεσθε ἕτοιμοι καὶ στερεοὶ καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ θεοῦ. Μιμηθῆτε τοὺς ποτε τῶν Καρχηδονίων ὀλίγους ἐλέφαντας, πῶς τοσούτον πλῆθος ἵππων Ρωμαίων τῇ φωνῇ καὶ θέᾳ ἐδίωξαν· καὶ ἐὰν ζωον ἄλογον ἐδίωξε, πόσον μᾶλλον ἡμεῖς οἱ τῶν ζῴων καὶ ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καὶ οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ᾿ ἡμῶν ποιήσωσιν, ὡς ζωα ἄλογα, καὶ χείρονες εἰσιν. Αἱ πέλται ὑμῶν καὶ ῥομφαῖαι καὶ τὰ τόξα καὶ ἀκόντια πρὸς αὐτοὺς πεμπέτωσαν παρ᾿ ὑμῶν. Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων, ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθέντων αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων. Οἴδατε καλῶς ὅτι ὁ δυσσεβὴς αὐτὸς ὁ ἀμηρᾶς καὶ ἐχθρός της ἁγίας ἡμῶν πίστεως, χωρὶς εὐλόγου αἰτίας τινὸς τὴν ἀγάπην ἢν εἴχομεν ἔλυσεν, καὶ τοὺς ὅρκους αὐτοῦ τοὺς πολλοὺς ἠθέτησεν ἀντ᾿ οὐδενὸς λογιζόμενος, καὶ ἐλθὼν αἰφνιδίως φρούριον ἐποίησεν ἐπὶ τὸ στενόν του Ἀσωμάτου, ἵνα καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν δύνηται βλάπτειν ἡμᾶς. Σοὺς ἀγροὺς ἡμῶν καὶ κήπους καὶ παραδείσους καὶ οἴκους ἤδη πυριαλώτους ἐποίησε· τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς Χριστιανούς, ὅσους εὖρεν, ἐθανάτωσε καὶ ᾐχμαλώτευσε· τὴν φιλίαν ἡμῶν ἔλυσε.

    Σοὺς δὲ τοῦ Γαλατᾶ ἐφιλίωσε, καὶ αὐτοὶ χαίρονται, μὴ εἰδότες καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι τὸν τοῦ γεωργοῦ παιδὸς μῦθον, τοῦ ἐψήνοντος τοὺς κοχλίας καὶ εἰπόντος ὦ ἀνόητα ζωα καὶ τὰ ἑξῆς. Ἐλθὼν οὖν, ἀδελφοί, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὕρῃ καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, ἥν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος καὶ μέγας βασιλεὺς Κωνσταντῖνος ἐκεῖνος, καὶ τῇ πανάγνῳτε καὶ ὑπεράγνῳ δεσποίνῃ ἡμῶν θεοτόκῳ καὶ ἀειπαρθένῳ Μαρίᾳ ἀφιέρωσεν καὶ ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων, τὸ καύχημα πᾶσι τοῖς οὖσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Καὶ οὗτος ὁ ἀσεβέστατος τήν ποτε περιφανῆ καὶ ὀμφακίζουσαν ὡς ῥόδον τοῦ ἀγροῦ βούλεται ποιῆσαι ὑπ᾿ αὐτόν. Ἣ ἐδούλωσε σχεδόν, δύναμαι εἰπεῖν, πᾶσαν τὴν ὑφ᾿ ἥλιον καὶ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς Πόντον καὶ Ἀρμενίαν, Περσίαν καὶ Παφλαγονίαν, Ἀμαζόνας καὶ Καππαδοκίαν, Γαλατίαν καὶ Μηδίαν, Κολχοὺς καὶ Ἴβηρας, Βοσφοριανοὺς καὶ Ἀλβάνους, Συρίαν καὶ Κιλικίαν καὶ Μεσοποταμίαν, Φοινίκην καὶ Παλαιστίνην, Ἀραβίαν τε καὶ Ἰουδαίαν, Βακτριανοὺς καὶ Σκύθας, Μακεδονίαν καὶ Θετταλίαν, Ἑλλάδα, Βοιωτίαν, Λοκροὺς καὶ Αἰτωλούς, Ἀκαρνανίαν, Ἀχαΐαν καὶ Πελοπόννησον, Ἤπειρον καὶ τὸ Ἰλλυρικόν, Λυχνίτας κατὰ τὸ Ἀνδριατικόν, Ἰταλίαν Σουσκίνους, Κελτοὺς καὶ Κελτογαλάτας, Ἰβηρίαν τε καὶ ἕως τῶν Γαδείρων, Λιβύαν καὶ Μαυρητανίαν καὶ Μαυρουσίαν, Αἰθιοπίαν, Βελέδας Σκούδην,Νουμιδίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ Αἴγυπτον, αὐτὸς τὰ νῦν βούλεται δουλῶσαι, καὶ τὴν κυριεύουσαν τῶν πόλεων ζυγώ ὑποβαλεῖν καὶ δουλείᾳ, καὶ τὰς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ ἁγία τριὰς καὶ ἐδοξολογεῖτο τὸ πανάγιον, καὶ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἔνσαρκον τοῦ θεοῦ λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ τοῦ φληναφοῦ αὑτοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καὶ κατοικητήριον ἀλόγων καὶ καμήλων. Λοιπόν, ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμήθητε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται.»

    Καὶ στραφεὶς πρὸς τοὺς Ἑνετοὺς ἐν τοῖς δεξιοῖς μέρεσιν ἱσταμένους ἔφη: «Ἑνετοὶ εὐγενεῖς, ἀδελφοὶ ἠγαπημένοι ἐν Χριστώ τώ θεώ, ἄνδρες ἰσχυροὶ καὶ στρατιῶται δυνατοὶ καὶ ἐν πολέμοις δοκιμώτατοι, οἳ διὰ τῶν ἐστιλβωμένων ὑμῶν ῥομφαίων καὶ χάριτος πολλάκις πλῆθος τῶν Ἀγαρηνῶν ἐθανατώσατε, καὶ τὸ αἷμα αὐτῶν ποταμειδῶς ἐκ τῶν χειρῶν ὑμῶν ἔρρευσε, τῇ σήμερον παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα τὴν πόλιν ταύτην τὴν εὐρισκομένην ἐπὶ τοσαύτῃ συμφορᾷ τοῦ πολέμου ὁλοψύχως καὶ ἐκ μέσου ψυχῆς γένητε ὑπερασπισταί. Οἴδατε γὰρ καλῶς, καὶ δευτέραν πατρίδα καὶ μητέρα αὐτὴν ἀενάως εἴχετε· διὸ καὶ ἐκ δευτέρου πάλιν λέγω καὶ παρακαλῶ ἵνα ἐν αὐτῇ ὥρᾳ ὡς φιλοπιστοί τε καὶ ὁμόπιστοι καὶ ἀδελφοὶ ποιήσητε.» Εἶτα στραφεὶς ἐν τοῖς ἀριστεροῖς μέρεσι λέγει τοῖς Λιγουρίταις: «Ὦ Λιγουρῖται, ἐντιμότατοι ἀδελφοί, ἄνδρες πολεμισταὶ καὶ μεγαλοκάρδιοι καὶ φημιστοί, καλῶς οἴδατε καὶ γινώσκετε ὅτι ἡ δυστυχὴς αὕτη πόλις πάντοτε οὐκ ἐμοὶ μόνον ὑπῆρχεν, ἀλλὰ καὶ ὑμῖν διὰ πολλά τινα αἴτια. Ὑμεῖς μὲν πολλάκις μετὰ προθυμίας αὐτῇ ἐβοηθήσατε, καὶ συνδρομῇ ὑμετέρᾳ ἐλυτρώσατε ἀπὸ τῶν Ἀγαρηνῶν τῶν αὐτῆς ἐναντίων. Σὰ νῦν πάλιν ὁ καιρός ἐστιν ἐπιτήδειος ἵνα δείξητε εἰς βοήθειαν αὐτῆς τὴν Χριστώ ἀγάπην καὶ ἀνδρίαν καὶ γενναιότητα ὑμῶν.» Καὶ πληθυντικῶς στραφεὶς πρὸς πάντας εἶπεν: «Οὐκ ἔχω καιρὸν εἰπεῖν ὑμῖν πλείονα. Μόνον τὸ τεταπεινωμένον ἡμέτερον σκῆπτρον εἰς τὰς ὑμῶν χεῖρας ἀνατίθημι, ἵνα αὐτὸ μετ᾿ εὐνοίας φυλάξητε.

    Παρακαλῶ δὲ καὶ τοῦτο καὶ δέομαι τῆς ὑμετέρας ἀγάπης, ἵνα τὴν πρέπουσαν τιμὴν καὶ ὑποταγὴν δώσητε τοῖς ὑμετέροις στρατηγοῖς καὶ δημάρχοις καὶ ἑκατοντάρχοις, ἕκαστος κατὰ τὴν τάξιν αὑτοῦ καὶ τάγμα καὶ ὑπηρεσίαν. Γνωρίσατε δὴ τοῦτο. Καὶ ἐὰν ἐκ καρδίας φυλάξητε τὰ ὅσα ἐνετειλάμην ὑμίν, ἐλπίζω εἰς θεὸν ὡς λυτρωθείημεν ἡμεῖς τῆς ἐνεστώσης αὐτοῦ δικαίας ἀπειλῆς. Δεύτερον δὲ καὶ ὁ στέφανος ὁ ἀδαμάντινος ἐν οὐρανοῖς ἐναπόκειται ὑμῖν, καὶ μνήμη αἰώνιος καὶ ἄξιος ἐν τώ κόσμῳ ἔσεται.» Καὶ ταῦτα εἰπὼν καὶ τὴν δημηγορίαν τελέσας καὶ μετὰ δακρύων καὶ στεναγμῶν τὸν θεὸν εὐχαριστήσας, οἱ πάντες ὡς ἐξ ἑνὸς στόματος ἀπεκρίναντο μετὰ κλαυθμοῦ λέγοντες «ἀποθάνωμεν ὑπὲρ τῆς Χριστοῦ πίστεως καὶ τῆς πατρίδος ἡμῶν.» Ἀκούσας δὲ ὁ βασιλεὺς καὶ πλεῖστα εὐχαριστήσας καὶ πλείστας δωρεῶν ἐπαγγελίας αὐτοῖς ἀπηγγείλατο. Εἶτα πάλιν λέγει. «Λοιπόν, ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, ἕτοιμοι ἔστε τώ πρωΐ, Χάριτι καὶ ἀρετῇ τῇ παρὰ τοῦ θεοῦ ὑμῖν δωρηθείσῃ, καὶ συνεργούσης τῆς ἁγίας τριάδος, ἐν ᾗ τὴν ἐλπίδα πᾶσαν ἀνεθέμεθα, ποιήσωμεν τοὺς ἐναντίους μετὰ αἰσχύνης ἐκ τῶν ἐντεῦθεν κακῶς ἀναχωρήσωσιν.»

    Οι δυστυχείς Ρωμαίοι, αφού άκουσαν τα λόγια του αυτοκράτορα, έσφιξαν την καρδιά τους, αγκαλιάστηκαν και έκλαιγαν όλοι μαζί. Κανένας δεν έφερνε πια στη μνήμη του τα αγαπημένα του παιδιά, τη γυναίκα και την περιουσία του, αλλά ήθελαν όλοι να πεθάνουν για τη σωτηρία της πατρίδας τους. Ύστερα γύρισαν στις θέσεις τους για να φυλάξουν τα τείχη της πόλης. Ο αυτοκράτορας πήγε αμέσως στον ιερό ναό της Αγίας Σοφίας, προσευχήθηκε με δάκρυα στα μάτια και κοινώνησε των αχράντων μυστηρίων. Το ίδιο έκαναν και πολλοί άλλοι εκείνη τη νύχτα. Έπειτα γύρισε στα ανάκτορα και ζήτησε συγνώμη από όλους. Ποιος μπορεί να περιγράψει αυτήν τη στιγμή τους θρήνους και τους οδυρμούς που ακούστηκαν τότε στο παλάτι; Κανένας άνθρωπος δε θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος, ακόμα κι αν ήταν από ξύλο ή από πέτρα.

    Ύστερα ανεβήκαμε στα άλογά μας, βγήκαμε από τα ανάκτορα και κάναμε επιθεώρηση στα τείχη για να ενθαρρύνουμε τους φρουρούς που κρατούσαν άγρυπνοι τις θέσεις τους. Εκείνη τη νύχτα όλοι βρίσκονταν στα τείχη και τους πύργους, ενώ είχαμε κλείσει προσεκτικά όλες τις πύλες ώστε να μην μπορεί να μπει ή να βγει κανένας. Όταν φτάσαμε στην Καλιγαρία, την ώρα που λαλούσαν για πρώτη φορά τα κοκόρια, ξεπεζέψαμε και ανεβήκαμε στον πύργο. Από εκεί ακούγαμε φωνές και δυνατό θόρυβο έξω από την πόλη. Οι φύλακες μας είπαν ότι αυτό γινόταν όλη τη νύχτα επειδή οι εχθροί έσερναν τις πολεμικές μηχανές τους κοντά στην τάφρο, προετοιμαζόμενοι για την επίθεση. Επίσης τα μεγάλα εχθρικά πλοία άρχισαν να κινούνται, προσπαθώντας να φέρουν στην ακτή τις γέφυρες που είχαν κατασκευάσει.

    Οι Τούρκοι άρχισαν με μεγάλη σφοδρότητα και ορμή την επίθεση τη στιγμή που λαλούσαν τα κοκόρια για δεύτερη φορά, χωρίς να δώσουν κανένα σύνθημα, όπως είχαν χάνει και τις προηγούμενες φορές. Ο σουλτάνος διέταξε να επιτεθούν πρώτοι οι λιγότερο έμπειροι, μερικοί ηλικιωμένοι και αρκετοί νέοι, ώστε να μας κουράσουν, και στη συνέχεια να ριχτούν εναντίον μας οι πιο έμπειροι και γενναίοι με μεγαλύτερη τόλμη και δύναμη. Έτσι λοιπόν ο πόλεμος άναψε σαν καμίνι. Οι δικοί μας αντιστέκονταν με πείσμα, χτυπούσαν άγρια τους εχθρούς και τους γκρέμιζαν κάτω από τα τείχη, καταστρέφοντας συγχρόνως και πολλές από τις πολιορκητικές τους μηχανές. Οι νεκροί ήταν πολλοί και από τις δυο πλευρές, ιδίως όμως από το εχθρικό στρατόπεδο. Μόλις άρχισαν να σβήνουν τα άστρα του ουρανού καθώς προχωρούσε το φως της μέρας κι εμφανίστηκε στην ανατολή η ροδοδάχτυλη αυγή, όλο το πλήθος του εχθρού παρατάχθηκε σε μια σειρά που έφτανε από τη μια μέχρι την άλλη άκρη της πόλης.

    Ακούστηκαν τότε τα τύμπανα, οι σάλπιγγες και τα υπόλοιπα πολεμικά όργανα με φωνές και αλαλαγμούς, ενώ τα κανόνια άρχισαν να ρίχνουν όλα μαζί. Τότε όλοι οι Τούρκοι όρμησαν από ξηρά και από θάλασσα στα τείχη και άρχισαν τη συμπλοκή μαζί μας. Οι πιο θαρραλέοι έστησαν σκάλες, ανέβηκαν πάνω σ’ αυτές και έριχναν αδιάκοπα τα βέλη τους εναντίον των δικών μας. Η φρικτή και αμφίρροπη μάχη κράτησε δύο ώρες και φαινόταν ότι οι χριστιανοί θα έπαιρναν πάλι τη νίκη. Τα πλοία που μετέφεραν τις σκάλες και τις κινητές γέφυρες αποκρούστηκαν από τα παραθαλάσσια τείχη και αναγκάστηκαν να γυρίσουν πίσω άπρακτα. Οι πολεμικές μηχανές, που έριχναν πέτρες από τα τείχη της πόλης, σκότωσαν πολλούς αγαρηνούς. Αλλά και εκείνοι που ήταν στην ξηρά έπαθαν τα ίδια και χειρότερα. Ήταν πολύ παράδοξο θέαμα να βλέπει κανείς τον ήλιο και τον ουρανό σκεπασμένους από ένα σύννεφο σκόνης και καπνού. Οι δικοί μας έκαιγαν τις εχθρικές πολεμικές μηχανές με το «υγρό πυρ», γκρέμιζαν τις σκάλες με όσους βρίσκονταν πάνω τους και σκότωναν αυτούς που επιχειρούσαν να ανεβούν στα τείχη με μεγάλες πέτρες, ακόντια, πυροβόλα και τόξα. Όπου έβλεπαν συγκεντρωμένους Τούρκους, τους χτυπούσαν με μεγάλα τηλεβόλα, σκοτώνοντας και πληγώνοντας πολλούς. Οι εχθροί απηύδησαν τόσο πολύ από τη σθεναρή αντίσταση που συναντούσαν ώστε θέλησαν να κάνουν λίγο πίσω για να ξεκουραστούν, αλλά οι τσαούσηδες και οι ραβδούχοι της τουρκικής Αυλής τους χτυπούσαν με σιδερένια ραβδιά και βούνευρα για να μην υποχωρήσουν. Ποιος μπορεί να περιγράψει τις κραυγές και τα βογκητά των τραυματιών και στα δύο στρατόπεδα; Ο θόρυβος και οι φωνές τους έφταναν μέχρι τον ουρανό. Μερικοί από τους δικούς μας, που έβλεπαν τους εχθρούς να υποφέρουν, τους φώναζαν: «Τι κάνετε συνεχώς επιθέσεις, αφού δεν μπορείτε να μας νικήσετε;» Εκείνοι τότε, προσπαθώντας να δείξουν τη γενναιότητα τους, ανέβαιναν πάλι στις σκάλες. Οι πιο τολμηροί σκαρφάλωναν στους ώμους των άλλων και οι επόμενοι τους μιμούνταν, για να μπορέσουν να φτάσουν στην κορυφή του τείχους.

    Οι σκληρότερες μάχες έγιναν στις πύλες, όπου οι αντίπαλοι συγκρούονταν με τα σπαθιά στα χέρια και οι νεκροί ήταν αμέτρητοι. Όταν η παράταξη μας άρχισε να υποχωρεί, τότε πετάχτηκαν μπροστά ο Θεόφιλος Παλαιολόγος και ο Δημήτριος Καντακουζηνός, δύο γενναίοι άντρες που έτρεψαν τους αγαρηνούς σε φυγή, τους γκρέμισαν κάτω από τα τείχη και τους σκόρπισαν. Συγχρόνως έτρεξαν σε βοήθεια κι άλλοι δικοί μας, ενώ ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί έφιππος τους ενεθάρρυνε και τους παρακινούσε να πολεμάνε με σθένος, λέγοντας: «Συμπολεμιστές και αδέρφια μου, σας παρακαλώ στο όνομα του Θεού να κρατάτε τη θέση σας με γενναιότητα. Βλέπω ότι το πλήθος των εχθρών άρχισε να κουράζεται και να διασκορπίζεται. Δε μας χτυπούν πλέον με τάξη και σύστημα. Ελπίζω στο Θεό ότι η νίκη είναι δική μας. Να νιώθετε λοιπόν χαρά επειδή το στεφάνι της νίκης θα είναι δικό μας τόσο στη γη όσο και στον ουρανό. Ο Θεός βρίσκεται στο πλευρό μας και προκαλεί δειλία στους άπιστους».

    Τη στιγμή που μιλούσε ο αυτοκράτορας, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης πληγώθηκε από βέλος στο πάνω μέρος του δεξιού του ποδιού. Αυτός ο τόσο έμπειρος πολεμιστής, στον πόλεμο, βλέποντας το αίμα να τρέχει από το σώμα του, έγινε κίτρινος από φόβο. Έχασε αμέσως το θάρρος του, σταμάτησε να αγωνίζεται και έτρεξε να βρει γιατρό σιωπηλός, χωρίς να σκέφτεται την ανδρεία και την καρτερικότητα που είχε δείξει μέχρι τότε. Δεν είπε όμως τίποτα στους συντρόφους του ούτε άφησε κανέναν αντικαταστάτη, για να μην προκληθεί σύγχυση που θα μπορούσε να αποβεί μοιραία. Οι στρατιώτες του τον αναζήτησαν με το βλέμμα και, μαθαίνοντας ότι είχε φύγει, καταλήφθηκαν από ταραχή και φόβο. Ευτυχώς, ο αυτοκράτορας που βρέθηκε εκεί κατά τύχη, τους είδε ταραγμένους και φοβισμένους σαν τα κυνηγημένα πρόβατα και θέλησε να μάθει την αιτία. Όταν λοιπόν είδε το στρατηγό του Ιουστινιάνη να φεύγει, τον πλησίασε και του είπε: «Γιατί το έκανες αυτό, αδερφέ μου; Γύρνα πίσω στη θέση σου. Η πληγή είναι ασήμαντη και η παρουσία σου απαραίτητη. Η πόλη στηρίζεται σε σένα για να σωθεί». Του είπε και άλλα πολλά, αλλά εκείνος δεν έδωσε απάντηση. Αντίθετα, έφυγε και πήγε στο Πέραν, όπου πέθανε ντροπιασμένος από λύπη για την περιφρόνηση των άλλων.

    Οι Τούρκοι όμως είδαν την ταραχή των δικών μας και πήραν θάρρος. Ο Σογάν πασάς κέντρισε με κατάλληλα λόγια τη φιλοτιμία των γενιτσάρων και των άλλων στρατιωτών, ενώ ένας γιγαντόσωμος γενίτσαρος (που λεγόταν Χασάν και καταγόταν από το Λουπάδι της Κυζίκου) έβαλε με το αριστερό χέρι την ασπίδα πάνω από το κεφάλι του, τράβηξε με το δεξί το σπαθί, ανέβηκε στο σημείο του τείχους όπου είχαν αρχίσει να υποχωρούν οι δικοί μας και ρίχτηκε πάνω τους. Τον Χασάν ακολούθησαν περίπου άλλοι 30 Τούρκοι που θέλησαν να φανούν εξίσου γενναίοι. Όσοι από τους δικούς μας είχαν απομείνει εκεί έριξαν τεράστιες πέτρες και βέλη εναντίον τους, γκρεμίζοντας τους 18 κάτω από τα τείχη, αλλά ο Χασάν κατάφερε να ανεβεί και να τρέψει σε φυγή τους χριστιανούς. Μετά την επιτυχία του, πολλοί άλλοι Τούρκοι βρήκαν την ευκαιρία να τον ακολουθήσουν και να σκαρφαλώσουν στα τείχη, αφού οι ελάχιστοι δικοί μας δεν κατάφεραν να τους εμποδίσουν. Πολέμησαν όμως με θάρρος και σκότωσαν πολλούς. Κατά τη διάρκεια της συμπλοκής ο Χασάν χτυπήθηκε από πέτρα και έπεσε κάτω. Μόλις τον είδαν οι δικοί μας πήραν θάρρος και τον λιθοβολούσαν από όλες τις πλευρές. Εκείνος σηκώθηκε στα γόνατα και συνέχισε να πολεμά, αλλά το δεξί του χέρι δέχτηκε αμέτρητα τραύματα από βέλη και έπεσε παράλυτο. Στη σύγκρουση αυτή σκοτώθηκαν και πληγώθηκαν πολλοί Τούρκοι, οι οποίοι μεταφέρθηκαν πίσω στο στρατόπεδο. Το πλήθος όμως εκείνων που είχαν ανεβεί στα τείχη διασκόρπισε τους δικούς μας, που εγκατέλειψαν το εξωτερικό και έτρεξαν μέσα στην πόλη με τόση βία ώστε ο ένας πατούσε τον άλλο. Καθώς συνέβαιναν αυτά, ακούστηκαν φωνές από μέσα, από έξω και από το μέρος του λιμανιού: «Έπεσε το φρούριο. Στους πύργους στήθηκαν σημαίες και λάβαρα». Οι φωνές αυτές έτρεψαν σε φυγή τους δικούς μας, ενώ έδωσαν καινούριο θάρρος στους εχθρούς που άρχισαν να ανεβαίνουν στα τείχη άφοβα και με αλαλαγμούς χαράς.

    Όταν ο δυστυχισμένος αυτοκράτορας και δεσπότης μου είδε αυτό το θέαμα, παρακαλούσε το Θεό με δάκρυα στα μάτια και παρακινούσε τους στρατιώτες να φανούν γενναίοι. Δυστυχώς, όμως, δεν υπήρχε πλέον καμιά ελπίδα βοήθειας ή συμπαράστασης. Τότε τσίγκλησε το άλογό του, έφτασε στο σημείο από όπου οι εχθροί έμπαιναν στην πόλη και ρίχτηκε πάνω τους όπως ο Σαμψών κατά των αλλοφύλων. Στην πρώτη του επίθεση τους γκρέμισε όλους κάτω από τα τείχη, πράγμα που φάνηκε σαν θαύμα σε όσους το είδαν. Μουγκρίζοντας σαν λιοντάρι και κρατώντας το σπαθί στο δεξί του χέρι, έσφαξε τόσους πολλούς Τούρκους ώστε το αίμα έτρεχε σαν ποτάμι από τα χέρια και τα πόδια του.

    Ο Φραγκίσκος Τολέντο, τον οποίο αναφέραμε παραπάνω, φάνηκε ανώτερος ακόμα και από τον Αχιλλέα. Πολεμώντας στα δεξιά του αυτοκράτορα, κομμάτιαζε τους εχθρούς με δόντια και με νύχια. Το ίδιο έκανε και ο Θεόφιλος Παλαιολόγος. Βλέποντας τον αυτοκράτορα να αγωνίζεται για να σώσει την πόλη που κινδύνευε, φώναξε κλαίγοντας: «Καλύτερα να πεθάνω παρά να ζήσω». Ύστερα όρμησε κραυγάζοντας πάνω στους εχθρούς και σκότωσε ή έτρεψε σε φυγή όσους βρέθηκαν μπροστά του. Ο Ιωάννης Δαλμάτης, που βρέθηκε κι αυτός στο ίδιο μέρος, πολεμούσε με ηρωισμό σαν γενναίος στρατιώτης που ήταν. Όσοι βρέθηκαν στο πεδίο της μάχης θαύμασαν την τόλμη και την ανδρεία των εξαιρετικών εκείνων ανδρών. Οι επιθέσεις επαναλήφθηκαν δύο και τρεις φορές, μέχρι που κατάφεραν να τρέψουν τους απίστους σε φυγή, να σκοτώσουν πολλούς και να γκρεμίσουν άλλους κάτω από τα τείχη. Οι στρατιώτες μας πολέμησαν με μεγάλη γενναιότητα και στο τέλος έπεσαν νεκροί, αφού προηγουμένως είχαν προξενήσει τεράστιες απώλειες στους εχθρούς. Πολλοί άλλοι σκοτώθηκαν επίσης κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού, όπου οι εχθροί είχαν στήσει τη μεγάλη ελέπολη και το φοβερό κανόνι, με τα οποία γκρέμισαν τα τείχη και κατάφεραν να πρωτομπούν στην πόλη. Τη στιγμή εκείνη εγώ δε βρισκόμουν κοντά στον αυτοκράτορα και δεσπότη μου, επειδή είχα πάει να επιθεωρήσω ένα άλλο σημείο της πόλης, σύμφωνα με τη διαταγή του……..

  9. Βλάσης Αγτζίδης on

    ………………………..
    ………………………..
    Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόλα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του Βασιλείου, του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη που πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους. Παρά τις υποσχέσεις του όμως, ο σουλτάνος με πολύ κόπο κατάφερε να τους πείσει να αφήσουν τους πύργους και να φύγουν. Δύο αδέρφια, οι Ιταλοί Παύλος και Τρωίλος, πολέμησαν με γενναιότητα μαζί με αρκετούς άλλους στη θέση που είχαν αναλάβει. Κατά τη διάρκεια του αγώνα τους σκοτώθηκαν πολλοί κι από τις δυο πλευρές. Σε μια στιγμή ο Παύλος είδε τους εχθρούς μέσα στην πόλη και είπε στον αδερφό του: «Χάθηκαν τα πάντα. Κρύψου ήλιε και θρήνησε γη. Η Πόλη έπεσε. Ανώφελο πια να πολεμάμε. Ας κοιτάξουμε τουλάχιστον να σωθούμε εμείς οι ίδιοι».

    Έτσι οι Τούρκοι έγιναν κύριοι της Κωνσταντινούπολης την Τρίτη 29 Μαΐου 1453, στις δυόμισι το μεσημέρι. Άρπαζαν και αιχμαλώτιζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους, έσφαζαν όσους επιχειρούσαν να αντισταθούν και σε ορισμένα μέρη δε διακρινόταν η γη από τα πολλά πτώματα που ήταν πεσμένα κάτω. Το θέαμα ήταν φρικτό. Παντού ακούγονταν θρήνοι και παντού γίνονταν αρπαγές γυναικών όλων των ηλικιών. Αρχόντισσες, νέες κοπέλες και καλόγριες σέρνονταν από τα μαλλιά έξω από τις εκκλησίες όπου είχαν καταφύγει, ενώ έκλαιγαν και οδύρονταν. Ποιος μπορούσε να περιγράψει τα κλάματα και τις φωνές των παιδιών ή τη βεβήλωση των ιερών εκκλησιών; Το άγιο σώμα και αίμα του Χριστού χυνόταν στη γη. Οι Τούρκοι άρπαζαν τα ιερά σκεύη, τα έσπαζαν ή τα κρατούσαν για λογαριασμό τους. Το ίδιο έκαναν και με τα ιερά αναθήματα. Ποδοπατούσαν τις άγιες εικόνες, τους αφαιρούσαν το χρυσάφι, το ασήμι και τους πολύτιμους λίθους, και έφτιαχναν με αυτές κρεβάτια και τραπέζια. Άλλοι στόλιζαν τα άλογα τους με τα χρυσοΰφαντα μεταξωτά άμφια των ιερέων και άλλοι τα έκαναν τραπεζομάντιλα. Άρπαζαν τα πολύτιμα μαργαριτάρια από τα άγια κειμήλια, καταπατούσαν τα ιερά λείψανα των αγίων και, σαν πραγματικοί πρόδρομοι του διαβόλου, έκαναν αμέτρητα ανοσιουργήματα, που μόνο το θρήνο μπορούν να προκαλέσουν. Χριστέ, βασιλιά μου, οι αποφάσεις Σου ξεπερνάνε το μυαλό του ανθρώπου!

    Μέσα στην απέραντη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, τον επίγειο ουρανό, το θρόνο της δόξας του Θεού, το άρμα των Χερουβείμ, το θείο δημιούργημα, το αξιοθαύμαστο κατασκεύασμα, το στολίδι της γης, τον ωραιότερο από όλους τους ναούς, έβλεπε κανείς τους Τούρκους να τρώνε και να πίνουν στο Ιερό Βήμα και στην Αγία Τράπεζα ή να ασελγούν πάνω σε γυναίκες, νέες κοπέλες και μικρά παιδιά. Ποιος μπορούσε να μείνει ασυγκίνητος και να μη θρηνήσει για την άγια εκκλησία μας; Όλοι πονούσαν από το κακό που έβλεπαν. Στα σπίτια θρήνοι και κλάματα, στους δρόμους οδυρμοί, στις εκκλησίες αντρικές κραυγές πόνου, γυναικεία μοιρολόγια, βαρβαρότητες, φόνοι και βιασμοί. Οι ευγενείς ατιμάζονταν και οι πλούσιοι έχαναν τις περιουσίες τους. Σε όλες τις πλατείες και τις γωνιές της πόλης γίνονταν αμέτρητα κακουργήματα. Κανένα μέρος ή καταφύγιο δε γλίτωσε από την έρευνα και τη βεβήλωση. Οι άπιστοι έσκαψαν κήπους και γκρέμισαν σπίτια για να βρουν χρήματα ή κρυμμένους θησαυρούς. Όσα βρήκαν, τα πήραν για να χορτάσουν την απληστία τους. Χριστέ, βασιλιά μου, γλίτωσε από τη θλίψη και τον πόνο όλες τις πόλεις και τις χώρες όπου κατοικούν χριστιανοί.

    Την τρίτη μέρα μετά την άλωση ο σουλτάνος έδωσε εντολή να γίνουν γιορτές και πανηγύρια για τη μεγάλη νίκη, και διέταξε να βγουν έξω ελεύθερα και άφοβα όσοι ήταν κρυμμένοι σε διάφορα μέρη της Πόλης, μικροί και μεγάλοι. Διέταξε επίσης να γυρίσουν στα σπίτια τους όσοι είχαν φύγει εξαιτίας του πολέμου και να ζήσουν εκεί όπως πριν, σύμφωνα με το δίκαιο και τη θρησκεία τους. Ακόμα, έδωσε διαταγή να εκλέξουν πατριάρχη σύμφωνα με τα έθιμα τους. αφού ο προηγούμενος πατριάρχης είχε πεθάνει. Οι αρχιερείς και οι ελάχιστοι άλλοι κληρικοί και λαϊκοί που έτυχε να βρίσκονται στην πόλη διάλεξαν για το αξίωμα αυτό το Γεώργιο Σχολάριο, που ήταν ένας πολύ καλλιεργημένος πολίτης, τον οποίο χειροτόνησαν πατριάρχη και τον ονόμασαν Γεννάδιο.

    Οι χριστιανοί αυτοκράτορες συνήθιζαν να χαρίζουν στο νέο πατριάρχη μια χρυσή ράβδο στολισμένη με πολύτιμους λίθους και μαργαριτάρια, καθώς και ένα άλογο με πολυτελή βασιλική σέλα και κάλυμμα από άσπρο και χρυσό ύφασμα. Ο πατριάρχης έβγαινε από τα ανάκτορα μαζί με όλα τα μέλη της συγκλήτου και πήγαινε στο πατριαρχείο κάτω από τις επευφημίες του πλήθους.

    Η χειροτονία του γινόταν από τους αρχιερείς, όπως όριζε η Εκκλησία και ο νόμος. Ο μελλοντικός πατριάρχης έπαιρνε τη ράβδο από τα χέρια του αυτοκράτορα με τον τρόπο που αναφέρουμε στη συνέχεια.

    Ο αυτοκράτορας καθόταν στο θρόνο, οι συγκλητικοί στέκονταν γύρω του ασκεπείς και ο μέγας πρωτοπαπάς του παλατιού άρχιζε την τελετή με το «Ευλογητός ο Θεός». Ύστερα έλεγε μια σύντομη ευχή και ο μεγάλος δομέστικος έψελνε το «Όπου γαρ βασιλέως παρουσία». Ο λαμπαδάριος και η χορωδία συνέχιζαν με το «Νυν και αεί» και το «Ο βασιλεύς των ουρανών». Όταν τελείωνε και αυτό το τροπάριο, ο αυτοκράτορας σηκωνόταν κρατώντας τη ράβδο στο δεξί του χέρι. Ο υποψήφιος πατριάρχης πλησίαζε με το μητροπολίτη Καισαρείας στα δεξιά του και το μητροπολίτη Ηράκλειας στα αριστερά, έκανε τρεις μετάνοιες μπροστά σε όλους και μετά πλησίαζε τον αυτοκράτορα για να προσκυνήσει, όπως ήταν η συνήθεια. Ο αυτοκράτορας ύψωνε λίγο τη ράβδο και έλεγε: «Η Αγία Τριάς, η την εμήν βασιλείαν δωρησαμένη, προχειρίζεταί σε εις πατριάρχην Νέας Ρώμης». Ο νέος πατριάρχης έπαιρνε την εκκλησιαστική εξουσία από τον αυτοκράτορα, τον οποίο ευχαριστούσε, και οι δύο χορωδίες έψελναν τρεις φορές το «Εις πολλά έτη, δέσποτα». Με τον τρόπο αυτό τελείωνε η τελετή. Ύστερα, κρατώντας κηροπήγια με λαμπάδες, ο πατριάρχης κατέβαινε από το διβάμβουλο στο προαύλιο του παλατιού και ανέβαινε στο άλογο το οποίο περίμενε στολισμένο.

    Θέλοντας λοιπόν και ο αχρείος σουλτάνος να κάνει, σαν βασιλιάς της Κωνσταντινούπολης, ό,τι έκαναν οι χριστιανοί αυτοκράτορες, προσκάλεσε τον πατριάρχη να καθίσει, να φάει και να συζητήσει μαζί του. Μόλις εκείνος έφτασε στο παλάτι του, τον δέχτηκε με μεγάλη τιμή, συζήτησε μαζί του πολλή ώρα και του έδωσε αμέτρητες υποσχέσεις. Όταν ήρθε η ώρα να φύγει, ο σουλτάνος έβγαλε μια πολύτιμη ποιμαντορική ράβδο και τον παρακάλεσε να τη δεχτεί σαν δώρο. Ύστερα, θέλοντας και μη, ο πατριάρχης κατέβηκε μαζί του στην αυλή, όπου τον ανέβασε σε ένα άλογο που περίμενε έτοιμο και έδωσε εντολή στους άρχοντες της Αυλής του να τον συνοδέψουν με όλες τις τιμές. Πραγματικά οι αυλικοί, άλλοι μπροστά και άλλοι πίσω από τον πατριάρχη, τον συνόδεψαν μέχρι το σεπτό Αποστολείο, το οποίο είχε παραχωρήσει ο σουλτάνος για πατριαρχείο. Ο άθλιος όμως κράτησε τον περίλαμπρο ναό της Αγίας Σοφίας, το υπέροχο κειμήλιο, τον επίγειο ουρανό και θαύμα της ανθρωπότητας, για να τον χρησιμοποιήσει σαν τόπο του δικού του προσκυνήματος. Όπως είπαμε προηγουμένως, ο θαυματουργός ναός των Βλαχερνών είχε πυρποληθεί. Ο πατριάρχης όμως έμεινε λίγο καιρό στο Αποστολείο επειδή σ’ εκείνα τα μέρη είχαν απομείνει ελάχιστοι χριστιανοί και επιπλέον φοβόταν μήπως του συμβεί κανένα κακό μέσα στην ερημιά, αφού μια μέρα κάποιος αγαρηνός βρέθηκε σκοτωμένος στο προαύλιο της εκκλησίας. Γι’ αυτούς τους λόγους ζήτησε το μοναστήρι της Παμμακάριστου, το οποίο του δόθηκε για πατριαρχείο, δεδομένου ότι εκεί ζούσαν αρκετοί χριστιανοί. Έδωσε λοιπόν εντολή να μεταφερθούν οι μοναχές στο μοναστήρι του Αγίου Προφήτη και Προδρόμου Ιωάννη που βρισκόταν στα ανάκτορα του Τρούλου, όπου είχε γίνει η Πενθέκτη Οικουμενική Σύνοδος στα χρόνια της βασιλείας του Ιουστινιανού Β’ του Ρινοτμήτου. Εκείνη την εποχή ο Τρούλος ήταν ένα λαμπρό παλάτι στο βόρειο μέρος της Παμμακαρίστου.

    Ο ασεβέστατος και εξολοθρευτής των χριστιανών σουλτάνος, πονηρός και πανούργος σαν αλεπού, δεν τα έκανε όλα αυτά από ευλάβεια ή από καλοσύνη, αλλά για να ακούσουν οι χριστιανοί τις υποσχέσεις του και να έρθουν να κατοικήσουν στην Κωνσταντινούπολη η οποία είχε ερημωθεί από το μακρόχρονο πόλεμο και προπάντων μετά την κατάληψη της από τους Τούρκους. Πραγματικά, μερικοί χριστιανοί ξαναγύρισαν στην πόλη, ενώ μετά από λίγο έφερε και αρκετούς αποίκους (που ονομάζονται σεργούνηδες στα τουρκικά) από τον Καφά της Τραπεζούντας, τη Σινώπη και το Ασπρόκαστρο. Έδωσε επίσης στον πατριάρχη ορισμένα γραπτά διατάγματα με τη σουλτανική σφραγίδα και την υπογραφή του, ούτως ώστε κανένας να μην τον ενοχλεί ή να του φέρνει αντιρρήσεις. Με τα διατάγματα αυτά ο πατριάρχης θα έμενε για πάντα ανενόχλητος, αφορολόγητος και ασφαλισμένος από κάθε κίνδυνο, τόσο ο ίδιος όσο και οι διάδοχοί του, καθώς και οι υπόλοιποι ιερείς που βρίσκονταν κάτω από την εξουσία του.

    http://thehistoryofgreece.blogspot.gr/p/blog-page_1569.html

  10. Βλάσης Αγτζίδης on

    ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΑΠΟ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ

    Γεννάδιος, Ιουστινιάνης

    XXXVIII 2. Ταυτόχρονα κατέφτασε από τη Γένουα ένας άνδρας που ονομαζόταν Ιωάννης Λόγγος, της οικογένειας Ιουστινιάνι, με δύο τεράστια πλοία, έχοντας βαρύ και αποτελεσματικό εξοπλισμό, συνοδευόμενος από νέους ενόπλους Γενουάτες, γεμάτους πολεμικό μένος. Κι αυτός ο Ιωάννης ήταν ικανότατος άνδρας και έμπειρος σε μάχες κατά παράταξη συνασπισμένων στρατών. Ο βασιλιάς τον υποδέχτηκε με εγκαρδιότητα, και έδωσε αμοιβή στους στρατιώτες του και μεγάλες δωρεές στον ίδιο και του έδωσε τον τίτλο του πρωτοστράτορα. Ο Ιουστινιάνης ανέλαβε την άμυνα των τειχών που βρίσκονταν κοντά στο παλάτι. Έβλεπαν ότι ο τύραννος εκεί εγκαθιστούσε τις πετροβόλες μηχανές και τις υπόλοιπες πολιορκητικές μηχανές για να επιτεθεί στα τείχη. Ακόμη ο βασιλιάς τον ευεργέτησε παραχωρώντας του με χρυσόβουλο τη νήσο Λήμνο, αν αποκρουόταν ο Μεχεμέτ και επέστρεφε άπρακτος, έχοντας χάσει κάθε ελπίδα να κυριεύσει την Πόλη. Από τότε οι Λατίνοι μάχονταν ηρωικά μαζί με τον Ιωάννη, βγαίνοντας από τις πύλες της Πόλης και παίρνοντας θέσεις στα εξωτερικά τείχη και στην τάφρο.

    5. Πριν να έρθει ο τύραννος, όταν ακόμα βρισκόταν στη Ανδριανούπολη, οι Γενουάτες του Γαλατά έστειλαν πρέσβεις, αναγγέλοντάς του την αμετάθετη φιλία τους και ανανεώνοντας τα έγγραφα που είχαν υπογράψει στο παρελθόν. Κι αυτός έλεγε σε απολογητικό τόνο πως είναι φίλος τους και πως είναι αδιάσπαστη η αγάπη του προς αυτούς, αρκεί μόνο να μη βρεθούν πως βοηθούσαν την Πόλη. Κι αυτοί το υποσχόντουσαν. Πλην όμως ο ένας από τους δύο γελιόταν, όπως το έδειξε το τέλος. Γιατί οι Γενουάτες του Γαλατά σκέφτονταν ότι και στο παρελθόν η Πόλη πολιορκήθηκε από τους προγόνους του, οι οποίοι υποχώρησαν άπρακτοι χωρίς να έχουν καταφέρει τίποτα. Γι’ αυτό έδειχναν φιλία προς τους Τούρκους και βοηθούσαν παράλληλα τους κατοίκους της Πόλης, καθώς πίστευαν ότι το ίδιο θα συμβεί και τώρα. Ταυτόχρονα υποψιάζονταν τη φιλία του τύραννου ως ψεύτικη και συμμαχούσαν με την Πόλη, κρυφά βέβαια. Ο τύραννος πάλι έλεγε στον εαυτό του: «Ας αφήσω το φίδι να κοιμάται μέχρι να σκοτώσω το δράκο και τότε με ένα ελαφρό χτύπημα στο κεφάλι και θα το φάει το σκοτάδι». Πράγμα που έγινε.

    8. […] Διατάζει ο τύραννος να ισοπεδώσουν τους λοφίσκους που βρίσκονταν πίσω από το Γαλατά, στην ανατολική μεριά, κάτω από το Διπλό Κίονα ως την άλλη μεριά του Γαλατά που βρισκόταν στο γιαλό του Κεράτιου Κόλπου, αντίκρυ από το Κοσμίδιο. Κι όταν ομαλοποίησαν το δρόμο, όσο ήταν δυνατό, κι αφού ανέβασε τις διήρεις πάνω σε τροχοφόρες εξέδρες και άνοιξε τα πανιά, διέταξε να τις σύρουν δια της ξηράς από τον πορθμό του Ιερού Στομίου και να τις φέρουν μέσα στον Κεράτιο κόλπο. Πράγμα που έγινε. […]

    9. Αυτά έκανε στη θάλασσα. Στη στεριά έφερε εκείνο το τεράστιο κανόνι και το έστησε αντίκρυ στο τείχος, κοντά στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Ο κατασκευαστής του αφού βρήκε κατάλληλη θέση, έσκαψε πλάι του δύο κοιλώματα, που χωρούσαν πέτρες βάρους … λιτρών τέλεια στρογγυλεμένες από τη φύση, και όταν ήθελε να ρίξει τη μεγάλη πέτρα, έριχνε πρώτα μια μικρή, σημείωνε την τοποθεσία και αφού υπολόγιζε σχολαστικά έριχνε τη μεγάλη. Κι όταν έριξε την πρώτη βολή και την άκουσαν οι κάτοικοι της πόλης, έμειναν άφωνοι και ανέκραξαν το «Κύριε ελέησον».

    8. Στις αρχές του Μάρτη ο τύραννος έστειλε αγγελιαφόρους και κήρυκες σ’ όλες τις επαρχίες, καλώντας να έρθουν όλοι στην εκστρατεία εναντίον της Πόλης. Τα μισθοφορικά και τα επιστρατευμένα στρατεύματα συνέρρεαν εκεί. Ποιος όμως μπορεί να αφηγηθεί για το πόσα ήταν εκείνα τα άγραφα και μυριάριθμα; […] Την Παρασκευή, λοιπόν, της Διακαινησίμου έφτασε ο Ναβουχοδονόσορας στις πύλες της Ιερουσαλήμ και έστησε τις σκηνές του απέναντι από την Πύλη του Χαρισίου, πίσω από το βουνό. Όλα τα στρατεύματά του καταλάμβαναν το χώρο από την Ξυλόπορτα, που βρίσκεται κοντά στο παλάτι, ως τη Χρυσή Πύλη προς το νότο και από την Ξυλόπορτα μέχρι το Κοσμίδιο. Απλώνονταν σε πλάτος από το νότο μέχρι τον κάμπο, όπου υπήρχαν αμπελώνες, που τους είχε ήδη καταστρέψει ο Καρατζίας. Και προχώρησε σε ολοκληρωτική πολιορκία της Πόλης στις 6 Απριλίου, ημέρα Παρασκευή μετά το Πάσχα.

    10. Ο Γεννάδιος δε σταματούσε ούτε στιγμή να διδάσκει και να γράφει εναντίον των Ενωτικών […] έχοντας συνεργό και ομοϊδεάτη τον πρωθυπουργό και μέγα δούκα, εκείνον που, όταν είδαν οι Ρωμαίοι τον αναρίθμητο στρατό των Τούρκων να συγκεντρώνεται εναντίον της Πόλης, τόλμησε να πει κατά των Λατίνων το περίφημο: «Είναι καλύτερο να δούμε στο μέσο της Πόλης να βασιλεύει το φακιόλι των Τούρκων παρά σκουφί λατινικό». Και μέσα στην απελπισία τους οι κάτοικοι της Πόλης έλεγαν: «Μακάρι να παραδοθεί η Πόλη στα χέρια των Λατίνων που αναγνωρίζουν το Χριστό και τη Θεοτόκο και να μην ξεπέσουμε στα χέρια των ασεβών». […]

    XXXIX 1 (Ο Μεχμέτ), αφού ετοίμασε τα πάντα όπως καλύτερα νόμιζε, έστειλε μήνυμα λέγοντας στο βασιλιά: «Μάθε ότι έχουν τελειώσει οι πολεμικές προετοιμασίες. Ήρθε πια η ώρα να κάνουμε πράξη αυτό που θέλουμε εδώ και πολύ καιρό. Την έκβασή του την αφήνουμε στο Θεό. Τι λες; Θέλεις να εγκαταλείψεις την Πόλη και να φύγεις, όπου θέλεις, μαζί με τους άρχοντές σου και τα υπάρχοντά τους, αφήνοντας αζήμιο το λαό και από μένα και από σένα; Ή θέλεις να αντισταθείς και να χάσεις τη ζωή σου και τα υπάρχοντά σου και συ και οι μετά σου, κι ο λαός αφού αιχμαλωτιστεί από τους Τούρκους, να διασκορπιστεί σ’ όλη τη γη;» Κι ο βασιλιάς με τη σύγκλητο αποκρίθηκε: «Αν θέλεις να ζήσεις μαζί μας ειρηνικά, όπως και οι πρόγονοί σου, ας έχεις την ευλογία του Θεού. Γιατί εκείνοι θεωρούσαν τους γονείς μου ως πατέρες τους και τους τιμούσαν ανάλογα, κι αυτή την πόλη τη θεωρούσαν ως πατρίδα τους. Σε καιρό ανάγκης όλοι τους έτρεχαν μέσα να σωθούν και κανένας αντίπαλός της δεν έζησε πολλά χρόνια. Κράτα τα κάστρα και τη γη που μας άρπαξες άδικα, όρισε και ετήσιους φόρους ανάλογα με τη δύναμή μας κα φύγε ειρηνικά. Σκέφτηκες ότι ενώ νομίζεις πως θα κερδίσεις μπορεί να βρεθείς χαμένος; Το να σου παραδώσω την Πόλη ούτε δικό μου δικαίωμα είναι ούτε κανενός άλλου από τους κατοίκους της· γιατί όλοι με μια ψυχή προτιμούμε να πεθάνουμε με τη θέλησή μας και δε λυπόμαστε για τη ζωή μας».

    6. Ξημέρωσε κι εκείνος συνέχισε τον πόλεμο όχι μόνο μέχρι την ένατη ώρα, αλλά και μετά την ένατη παρέταξε το στρατό από το παλάτι ως τη Χρυσή Πύλη. Παρέταξε και τα ογδόντα πλοία από την Ξυλόπορτα μέχρι την Πλατέα Πύλη, ενώ τα υπόλοιπα που στέκονταν στο Διπλοκιόνιο άρχισαν την περικύκλωση από την Ωραία Πύλη, συνεχίζοντας στην Ακρόπολη του Μεγάλου Δημητρίου και τη Μικρή Πύλη που βρίσκεται στη μονή της Οδηγήτριας. Προσπέρασαν το Μεγάλο Παλάτι και αφού διέσχισαν το λιμάνι περικύκλωσαν μέχρι τις Βλάγκες. Καθένα από τα πλοία είχε μια σκάλα ίσαμε τα τείχη και κάθε είδους πολεμοφόδια.

    7. Ο ήλιος έδυσε, ακούστηκε η κραυγή του πολέμου και ο ίδιος ο τύραννος ήταν έφιππος από το βράδυ της Δευτέρας. Η παράταξη της μάχης ήταν τεράστια. Ο ίδιος πολεμούσε απέναντι από τα γκρεμισμένα τείχη μαζί με τους πιστούς του δούλους και πανίσχυρους νέους, που μάχονταν σαν λιοντάρια και ήταν πάνω από δέκα χιλιάδες. Πίσω τους και στο πλάι ήταν παραταγμένοι καβαλάρηδες πάνω από 100.000, ενώ στην κάτω μεριά μέχρι το λιμάνι της Χρυσής Πύλης βρίσκονταν άλλοι εκατό και παραπάνω, και από την τοποθεσία όπου βρισκόταν ο ηγεμόνας ως τις άκρες του παλατιού άλλες πενήντα χιλιάδες και στα πλοία και στη γέφυρα απειράριθμοι.

    8. Κι αυτοί που βρίσκονταν μέσα είχαν διαμοιραστεί. Ο βασιλιάς μαζί με τον Ιωάννη Ιουστινιάνη βρισκόταν στα γκρεμισμένα τείχη, έξω από τον περίβολο του κάστρου, έχοντας μαζί τους περίπου τρεις χιλιάδες Λατίνους και Ρωμαίους. Ο μεγάλος δούκας βρισκόταν στη Βασιλική Πύλη με πεντακόσιους περίπου, ενώ στα θαλάσσια τείχη και στους προμαχώνες από την Ξύλινη Πόρτα ως την Ωραία ήταν παραταγμένοι πάνω από πεντακόσιους τζαγραφόροι και τοξότες. Από την Ωραία Πύλη σ’ όλη την περιφέρεια μέχρι τη Χρυσή Πύλη βρισκόταν σε κάθε προμαχώνα ένας ή τοξότης ή τζαγραφόρος ή πετροβολιστής που πέρασαν άγρυπνοι όλη τη νύκτα, χωρίς να έχουν κοιμηθεί καθόλου.

    9. Και οι Τούρκοι μαζί με τον ηγεμόνα τους προσπαθούσαν να πλησιάσουν τα τείχη, φέρνοντας υπεράριθμες προκατασκευασμένες σκάλες. Ο τύραννος τρέχοντας στα μετόπισθεν της παράταξης κρατούσε σιδερένια ράβδο κι άλλοτε κολάκευε με τα λόγια τους τοξότες κι άλλοτε απειλώντας τους τους έστελνε προς τα τείχη. Οι υπερασπιστές της πόλης μάχονταν γενναία, μ’ όλη τους τις δυνάμεις. Ο Ιωάννης πολεμούσε γενναία μαζί με τους συντρόφους του, έχοντας δίπλα του και το βασιλιά με όλα του τα στρατεύματα.

    Τραυματισμός Ιουστινιάνη – Άλωση της Πόλης

    10. Την ώρα που τα ανδραγαθήματα της τύχης έμελλε ν’ αρπάξουν τη νίκη από τα χέρια των Τούρκων πήρε ο Θεός από το μέσο της παράταξης των Ρωμαίων το στρατηγό τους, το γίγαντα και πανίσχυρο και υπεράνθρωπο πολεμιστή. Γιατί πληγώθηκε από μολυβδοβόλο στο χέρι, πίσω από το βραχίονα, όταν ακόμα ήταν σκοτάδι. Η σφαίρα διαπέρασε τη σιδερένια χλαμύδα που ήταν κατασκευασμένη όπως τα όπλα του Αχιλλέα και δεν μπορούσε να ηρεμήσει από την πληγή. Και είπε στο βασιλιά: «Στάσου με θάρρος, εγώ θα πάω μέχρι το πλοίο κι αφού γιατρευτώ θα επιστρέψω αμέσως». […] Ο βασιλιάς, μόλις είδε τον Ιωάννη να αναχωρεί, δείλισασε, το ίδιο και οι ακόλουθοί του· πλην όμως συνέχισε να αντιστέκεται όσο του επέτρεπαν οι δυνάμεις του.

    11. Οι Τούρκοι σιγά σιγά πλησίασαν τα τείχη καλυπτόμενοι πίσω από τις ασπίδες τους κι έστησαν τις σκάλες. Δεν κατάφερναν όμως τίποτα, γιατί τους εμπόδιζαν οι λιθοβολιστές από πάνω. Παρέμεναν λοιπόν καθώς εμποδίζονταν, ενώ οι Ρωμαίοι όλοι μαζί με το βασιλιά αντιστέκονταν στους εχθρούς. Όλη τους η προσπάθεια και ο μόνος τους στόχος ήταν να μην αφήσουν τους Τούρκους να περάσουν από τα γκρεμισμένα τείχη. Λάθεψαν όμως, γιατί ήταν θέλημα Θεού να περάσουν από άλλη οδό. Γιατί, αφού είδαν την πύλη, για την οποία μιλήσαμε προηγουμένως, ανοικτή και αφού μπήκαν μέσα πενήντα άνδρες από τους πιο ονομαστούς δούλους του τυράννου, ανέβηκαν πάνω στα τείχη, ξεφυσώντας μανιασμένοι, σκότωσαν όσους συναντούσαν και κτυπούσαν τους ακροβολιστές. Το θέαμα ήταν φρικιαστικό. Από τους Ρωμαίους και Λατίνους που εμπόδιζαν τους Τούρκους να στήσουν τις σκάλες στα τείχη, άλλοι σφαγιάστηκαν κι άλλοι έκλειναν τα μάτια και πηδούσαν από το τείχος, συντρίβοντας τα κορμιά τους και δίνοντας φρικτό τέλος στη ζωή τους. Και οι Τούρκοι ανενόχλητοι έστηναν τις σκάλες και ανέβαιναν σαν αετοί πετούμενοι.

    12. Οι Ρωμαίοι μαζί με το βασιλιά δεν ήξεραν τι είχε γίνει, γιατί η είσοδος των Τούρκων έγινε πιο μακριά και γιατί ο σκοπός τους ήταν να αντιμάχονται τους κατά μέτωπο εχθρούς. Γιατί πολεμούσαν με άντρες δυνατούς, ένας Ρωμαίος εναντίον είκοσι Τούρκων και δεν ήξεραν να πολεμούν όσο ένας, ο οποιοσδήποτε, Τούρκος. Σε κείνους λοιπόν ήταν στραμμένη η προσοχή τους και η έννοια τους. Τότε ξαφνικά, βλέπουν τα βέλη να πέφτουν από ψηλά και να τους σκοτώνουν. Γυρνούν κατά κει και βλέπουν τους Τούρκους. Μόλις τους είδαν τρέχουν να φύγουν στο εσωτερικό. Και μη μπορώντας να μπουν από την πύλη του Χαρσού, γιατί πιέζονταν από το πλήθος, όσοι είχαν περισσότερη δύναμη, καταπατούσαν τους πιο αδύναμους και έμπαιναν. Τότε η παράταξη του τυράννου, βλέποντας την υποχώρηση των Ρωμαίων, με μια κραυγή, μπήκαν μέσα, καταπατώντας και κατασφάζοντας τους αξιολύπητους. Μόλις έφτασαν στην πύλη, δεν μπόρεσαν να μπουν, γιατί είχε φράξει από τα πεσμένα σώματα των νεκρών και των ετοιμοθάνατων. Έτσι λοιπόν έμπαιναν οι περισσότεροι από τα γκρεμισμένα τείχη και όσους συναντούσαν τους κατέσφαζαν.

    13. Τότε ο βασιλιάς αποκαμωμένος, καθώς στεκόταν κρατώντας το σπαθί και την ασπίδα, είπε λόγο σπαρακτικό: «Δεν υπάρχει κανείς χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι;» Είχε απομείνει ολομόναχος. Τότε ένας Τούρκος τον κτύπησε κατά πρόσωπο· κι εκείνος αντιγύρισε το κτύπημα στον Τούρκο· ένας άλλος όμως από πίσω τον κτύπησε καίρια και έπεσε καταγής· δεν ήξεραν ότι είναι ο βασιλιάς, αλλά τον σκότωσαν σαν κοινό στρατιώτη και τον παράτησαν.

    14. Εκτός από τρεις άνδρες δεν έχασαν κανέναν άλλο οι Τούρκοι κατά την εισβολή τους. Ήταν ακόμη η πρώτη ώρα της ημέρας και δεν είχε ανατείλει ο ήλιος. Μόλις μπήκαν οι Τούρκοι, διασκορπίστηκαν από την Πύλη του Χαρισού ως το παλάτι κι όποιον συναντούσαν τον σκότωναν, το ίδιο και όποιον προσπαθούσε να ξεφύγει. Έτσι, κατέσφαξαν περίπου δύο χιλιάδες πολεμιστές. Γιατί οι Τούρκοι φοβούνταν καθώς σκέφτονταν ότι βρίσκονται στην Πόλη περίπου πενήντα χιλιάδες πολεμιστές. Έτσι έσφαξαν και τους δύο χιλιάδες. Αν ήξεραν ότι όλος ο στρατός δεν ξεπερνούσε τις οκτώ χιλιάδες δε θα σκότωναν κανένα. γιατί τούτο το γένος είναι φιλοχρήματο κι αν ακόμη ο φονιάς του πατέρα τους πέσει στα χέρια τους, θα τον απελευθέρωναν αντί για χρυσάφι. Πόσο μάλλον αυτούς που δεν τους αδίκησαν, αλλά που αδικήθηκαν απ’ αυτούς. Εξάλλου μετά τον πόλεμο εγώ γνώρισα πολλούς που μου διηγήθηκαν ότι «επειδή φοβόμασταν αυτούς που θα βρίσκαμε μπροστά μας, σφάζαμε όσους συναντούσαμε· αν ξέραμε ότι τη λειψανδρία που υπήρχε στην Πόλη, όλους θα τους ξεπουλούσαμε σαν τα πρόβατα.

    24. Αυτός ο όλεθρος, για τον οποίο μιλήσαμε, άναψε και κόρωσε από την Πύλη του Χαρσού και του Αγίου Ρωμανού και σ΄ ένα μέρος από το παλάτι. Η αντίσταση όμως των πλοίων από το λιμάνι δεν άφηνε περιθώρια στους Τούρκους να στήσουν τις σκάλες στα τείχη. Οι Ρωμαίοι ήσαν επικρατέστεροι των Τούρκων, ρίχνοντας λίθους και βέλη μέχρι την τρίτη ώρα της ημέρας, ως ότου έφτασε ένα μέρος απ’ αυτούς που ρήμαζαν από το πρωί μέσα στην πόλη και αφού είδαν τους Ρωμαίους να αντιστέκονται σ’ αυτούς που ήσαν έξω, έβγαλαν δυνατές φωνές μ’ όση δύναμη είχαν, κι όρμηξαν επάνω στα τείχη. Οι Ρωμαίοι, μόλις είδαν τους Τούρκους μέσα στην πόλη έβγαλαν σπαρακτική φωνή· ένα «αλίμονο» και ρίχνονταν από το τείχος· γιατί είχε χαθεί κάθε δύναμη και κάθε αντοχή στους Ρωμαίους. Τότε, κι αυτοί που ήσαν στα πλοία, βλέποντας τους Τούρκους μέσα στην πόλη, κατάλαβαν ότι «ἡ πόλις ἐάλω», τοποθετώντας γρήγορα τις σκάλες, σκαρφάλωναν πάνω και αφού έσπασαν τις πύλες, έμπαιναν όλοι μέσα.

    Λουκάς Νοταράς

    25. Κι ο μέγας δούκας, που υπεράσπιζε τη Βασιλική Πύλη με πεντακόσιους, βλέποντας τους Τούρκους να πλησιάζουν στο σημείο που βρισκόταν, παράτησε τη φύλαξή της και μαζί με λίγους έφυγε για το σπίτι του. Κι όλοι οι Ρωμαίοι είχαν διασκορπιστεί· άλλοι συλλαμβάνονταν πριν να φτάσουν στο σπίτι τους, ενώ άλλοι φτάνοντας στα σπίτια τους τα έβρισκαν έρημα από τα παιδιά τις γυναίκες και τα πράγματά τους και, πριν προλάβουν να αναστενάξουν και να κλάψουν, βρίσκονταν χεροδεμένοι πισθάγκωνα. Άλλοι πάλι καθώς έφταναν στα σπίτια τους κι έβρισκαν τη γυναίκα τους και τα παιδιά τους ήδη να να έχουν συλληφθεί, δένονταν κι αιχμαλωτίζονταν με τους αγαπημένους τους και με τη σύζυγό τους. Τους γέροντας που έμεναν στο σπίτι, γιατί δεν μπορούσαν να βγουν από το σπίτι είτε εξαιτίας κάποιας αρρώστιας ή από γερατειά, οι Τούρκοι όλους και όλες τους έσφαζαν ανελέητα. Και τα νεογέννητα βρέφη τα πετούσαν στις πλατείες.

    26. Ο μέγας δούκας βρήκε τις κόρες του, τους γιους του και τη γυναίκα του, που ήταν άρρωστη, κλεισμένους στον πύργο, να εμποδίζουν την είσοδο στους Τούρκους. Τότε τον συνέλαβαν μαζί με τους ακόλουθούς του. Ο τύραννος όμως είχε στείλει κάποιους να φυλάνε τον ίδιο και τα υπάρχοντά του. Σ’ όσους Τούρκους είχαν καταλάβει και είχαν περικυκλώσει το σπίτι του δούκα, ο τύραννος τους έδωσε αρκετά χρήματα, για να φανεί ότι τους εξαγόραζε, σύμφωνα με τον όρκο του. Έτσι φυλασσόταν ο δούκας και η οικογένειά του.

    28. Ο Ιωάννης ο Ιουστινιάνης, για τον οποίο είπαμε προηγουμένως ότι είχε πάει στο πλοίο για να θεραπεύσει την πληγή του, μόλις έφτασε στο λιμάνι, κάποιοι από τους δικούς του καταδιωγμένοι έφτασαν τρέχοντας και του ανήγγειλαν ότι οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη κι ότι ο βασιλιάς σφάχτηκε. Ακούγοντας τον πικρό και οδυνηρό λόγο, διατάζει τους κήρυκες του να καλέσουν με τις σάλπιγγές τους υπασπιστές του και συμπλωρίτες του.

    29. Παρόμοια προετοιμάζονταν και τα υπόλοιπα καράβια. Τα περισσότερα απ’ αυτά είχαν χάσει τους καπετάνιους τους, οι οποίοι είχαν αιχμαλωτιστεί. Κι ήταν θέαμα ελεεινό στην αποβάθρα του λιμανιού· άνδρες και γυναίκες, καλόγεροι και καλογριές να φωνάζουν με σπαραγμό· να χτυπούν τα στήθια τους και να παρακαλάνε τους ναύτες να τους πάρουν στα καράβια τους. Όμως αυτό δεν ήταν δυνατό· γιατί ήταν το πεπρωμένο τους να πιουν ολόκληρο το ποτήρι της οργής του Κυρίου. Ακόμα κι αν τα καράβια ήθελαν να τους σώσουν, αυτό δεν ήταν δυνατό. Κι αν τα πλοία του τυράννου δεν απασχολούνταν με την λεηλασία και τη λαφυραγωγία της πόλης ούτε ένα απ’ τα πλοία δε θα είχε σωθεί. Αλλά οι Τούρκοι είχαν παρατήσει τα πλοία και ήταν όλοι μέσα στην πόλη, κι έτσι οι Λατίνοι βρήκαν άδεια την έξοδο κι έφευγαν από το λιμάνι. Ο τύραννος έτριζε τα δόντια του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει τίποτα και χωρίς να το θέλει υπέμεινε την κατάσταση.

    XL 3. Ἐξελθὼν οὖν ἐκ τοῦ βωμοῦ ἐζήτησε τὸν μέγα δοῦκα καὶ αὖθις παρέστησαν αὐτόν. Ἐλθὼν οὖν καὶ προσκυνήσας, εἶπεν αὐτῷ· «Καλῶς ἐποιήσατε τοῦ μὴ παραδοῦναι τὴν πόλιν; Ἰδὲ πόση ζημία ἐγεγόνει, πόσος ὄλεθρος, πόση αἰχμαλωσία»· – Ὁ δὲ δοὺξ ἀπεκρίνατο· «Κύριε, οὐκ εἴχαμεν τόσην ἡμεῖς ἐξουσίαν τοῦ διδόναι σοι τὴν Πόλιν, οὐδὲ ὁ βασιλεὺς αὐτός· ἄλλως ὅτι καί τινες τῶν σῶν ἐνεδυνάμουν τὸν βασιλέα ἐν λόγοις γράφοντες· «Μη φοβοῦ, οὐ γὰρ ἰσχύσει καθ’ ὑμῶν»· – Τοῦτο γοῦν ὑπέλαβεν ὁ τύραννος διὰ τὸν Χαλὶλ-πασιαν· ἦν γὰρ τρέφων θυμὸν κατ’ αὐτοῦ. Τότε ἀκούσας τὸ ὄνομα τοῦ βασιλέως ἠρώτησεν, εἰ ὁ βασιλεὺς ἀπέδρα σὺν ταῖς ναυσί, καὶ ὁ δοὺξ ἀπεκρίνατο, ὅτι οὐκ οἶδεν· ἦν γὰρ αὐτὸς ἐν τῇ Βασιλικῇ Πύλῃ, τότε, ὅτε οἱ Τοῦρκοι συνήντησαν, εἰσελθόντες ἐν τῇ πύλῃ τῇ Χαρσοῦ, τῷ βασιλεῖ. Ἀποσπασθέντες οὖν ἐκ μέσου τοῦ στρατοπέδου δύο νέοι, εἴρηκεν ὁ εἷς τῷ τυράννῳ· «Κύριε, ἐγὼ τοῦτον ἀπέκτεινα· βιαζόμενος οὖν τοῦ εἰσελθεῖν καὶ ἀρπάσαι σὺν τοῖς σὺν ἐμοί, ἔασα αὐτὸν νεκρὸν καταλείψας». – Ὁ δ’ ἄλλος εἶπεν· «Ἐγὼ τοῦτον ἐπάταξα πρῶτον». – Τὸτε ὁ τύραννος στείλας καὶ τοὺς δύο, ἐνετείλατο φέρειν τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ· οἱ δὲ ταχυδρομήσαντες εὗρον καὶ τὴν κεφαλὴν αὐτοῦ τεμόντες, παρέστησαν τῷ ἡγεμόνι. Ὁ δὲ τύραννος ἔφη πρὸς τὸν μέγα δοῦκα· «Εἰπέ μοι τὸ ἀληθές, εἰ ἡ κεφαλὴ αὕτη ἐστὶ τοῦ βασιλέως σου». Τότε καταστοχασάμενος αὐτὴν εἴρηκεν· «Ἐκείνου ἐστί, κύριε». – Εἷδον οὖν αὐτὴν καὶ ἕτεροι καὶ ἐγνώρισαν. Τότε προσήλωσαν αὐτὴν ἐν τῷ κίονι τοῦ Αὐγουσταίου καὶ ἵστατο ἕως ἑσπέρας. Μετὰ δὲ ταῦτα ἐκδείρας καὶ ἀχύροις τὸ δέρμα στοιβάσας, ἔπεμψε πανταχοῦ δεικνύων τὸ τῆς νίκης σύμβολον, τῷ τῶν Περσῶν ἀρχηγῷ καὶ τῶν Ἀράβων καὶ τοῖς ἄλλοις Τούρκοις.

    XL 3. (Ο τύραννος) βγαίνοντας από το βωμό (της Αγίας Σοφίας) ζήτησε το μέγα δούκα κι αμέσως τον έφεραν μπροστά του. Αφού πλησίασε και προσκύνησε τον ρώτησε: «Κάνατε καλά που δε μου παραδώσατε την πόλη; Κοίτα τι ζημιά έγινε, πόσος όλεθρος, πόση αιχμαλωσία». Κι ο δούκας αποκρίθηκε: «Κύριε, δεν είχαμε εμείς τόση εξουσία να σου παραδώσουμε την Πόλη, ούτε ο ίδιος ο βασιλιάς· άλλωστε κάποιοι από τους δικούς σου ενδυνάμωναν το βασιλιά με γραπτές επιστολές, λέγοντας: «Μη φοβάστε, δε θα σας νικήσει».
    Ο τύραννος θεώρησε υπεύθυνο για τούτο το Χαλίλ πασά, εναντίον του οποίου έτρεφε θυμό. Τότε, ακούγοντας το όνομα του βασιλιά, ρώτησε αν ο βασιλιάς απέδρασε μαζί με τα πλοία και ο δούκας αποκρίθηκε ότι δεν ήξερε, γιατί ο ίδιος βρισκόταν στη Βασιλική Πύλη τότε, όταν οι Τούρκοι μπαίνοντας από την Πύλη του Χαρσού, συνάντησαν το βασιλιά. Δυο νέοι πετάχτηκαν από τον πλήθος του στρατού κι ο ένας απ’ αυτούς είπε στον τύραννο: «Κύριε, εγώ τον σκότωσα· επειδή όμως βιαζόμουνα να μπω μέσα και να αρπάξω μαζί με τους συντρόφους μου, τον εγκατέλειψα νεκρό». Κι ο άλλος είπε: «Εγώ πρώτος τον χτύπησα:. Τότε ο τύραννος τους έστειλε και τους δύο και τους διέταξε να του φέρουν το κεφάλι του. Κι εκείνοι έτρεξαν γρήγορα, βρήκαν το βασιλιά, κι αφού έκοψαν το κεφάλι του το έφεραν μπροστά στον ηγεμόνα. Κι ο τύραννος είπε προς το μέγα δούκα: «Πες μου την αλήθεια, αν αυτό είναι το κεφάλι του βασιλιά σου». Τότε αυτός, αφού το περιεργάστηκε καλά, είπε: «Εκείνου είναι, κύριε». Το είδαν κι άλλοι και το αναγνώρισαν. Τότε το έστησαν σ’ ένα κίονα του Αυγουσταίου ως το βράδυ. Μετά, το έγδαρε κι αφού το παραγέμισε με άχυρο, το έστειλε παντού, δείχνοντας το σύμβολο της νίκης του, στον αρχηγό των Περσών και των Αράβων και στους υπόλοιπους Τούρκους.

    4. Άλλοι πάλι λένε ότι ο δούκας βρισκόταν μαζί με τον Ορχάν στον πύργο του κάστρου των Φράγκων και πως εκεί παραδόθηκαν στους Τούρκους, βλέποντας πως δεν ήταν πλέον δυνατό ν’ αντισταθούν. Μαζί με το δούκα βρίσκονταν εκεί και πολλοί ευγενείς. Ο Ορχάν ζήτησε από κάποιο μοναχό τα ράσα του κι, αφού τα φόρεσε, έδωσε στο μοναχό τα δικά του ρούχα και στη συνέχεια έφυγε από μια θυρίδα για τοξότες, κάτω από τη γη, και βρέθηκε έξω από την πόλη. Τον συνέλαβαν όμως οι ναύτες κι αφού τον έδεσαν τον έβαλαν μέσα στο πλοίο μαζί με τους άλλους αιχμαλώτους. Παραδόθηκαν κι αυτοί που βρίσκονταν στον πύργο και βρέθηκαν μέσα στο πλοίο. Τότε, ένας από τους Ρωμιούς αιχμαλώτους, παζαρεύοντας την ελευθερία του, είπε στον καπετάνιο: «Αν με ελευθερώσεις σήμερα, θα σου παραδώσω τον Ορχάν μαζί με το μέγα δούκα». Τ’ άκουσε ο καπετάνιος και του ορκίστηκε ότι θα τον ελευθερώσει. Κι αυτός του έδειξε το μαυροντυμένο Ορχάνη κι εκείνος, όταν εξακρίβωσε ότι όντως αυτός ήταν, του έκοψε το κεφάλι. Παίρνοντας το μέγα δούκα και το κεφάλι του Ορχάν πήγε στον ηγεμόνα στο Κοσμίδιο. Εκείνος ευεργέτησε τον καπετάνιο δίνοντάς του πλούσια δώρα και τον έδιωξε. Το μέγα δούκα τον διέταξε να καθίσει και τον παρηγόρησε και διέταξε να διαλαληθεί στο φουσάτο και στα πλοία για τα παιδιά και τη γυναίκα του. Αμέσως μεταφέρθηκαν μπροστά του. Τότε ο ηγεμόνας έδωσε χίλια άσπρα για τον καθένα, τους έστειλε στο σπίτι του και το μέγα δούκα, αφού τον ενθάρρυνε και τον παρηγόρησε πολύ, του είπε ότι: «Σκοπεύω να σου αναθέσω τη διοίκηση αυτής της πόλης. Θα αποκτήσεις μεγαλύτερη δόξα απ’ αυτή που είχες στον καιρό του βασιλιά. Μη στενοχωριέσαι». Αυτός αφού τον ευχαρίστησε και φίλησε το χέρι του, έφυγε για το σπίτι του. Ο τύραννος κατέγραψε τα ονόματα των ευγενών που διέπρεψαν στο παλάτι ως αξιωματούχοι. Ύστερα τους συγκέντρωσε από τα πλοία και το στρατόπεδο και τους εξαγόρασε όλους, δίνοντας στους Τούρκους χίλια άσπρα για το καθένα τους.

    7. Και λέει (ο δούκας) στο δήμιο: «Κάνε αυτό που σε διέταξαν, αρχίζοντας από τους νέους. Υπάκουσε ο δήμιος και έκοψε τα κεφάλια των νέων κι ο μέγας δούκας στεκόταν και έλεγε το «Ευχαριστώ σοι Κύριε» και το «Δίκαιος ει, Κύριε». Τότε είπε στο δήμιο: «Αδελφέ, δώσ’ μου λίγη ώρα να να μπω και να προσευχηθώ. Βρισκόταν σ’ εκείνο τον τόπο ένα μικρός ναός. Κι αυτός τον άφησε και μπήκε και προσευχήθηκε. Τότε, βγαίνοντας από την πύλη του ναού, ήταν εκεί τα σώματα των παιδιών του που ακόμα σπάραζαν, κι αφού δοξολόγησε το Θεό του έκοψαν το κεφάλι. Πήρε ο δήμιος τα κεφάλια και πήγε στο συμπόσιο, εμφανίζοντάς τα στο αιμοβόρο θηρίο· τα σώματά τους τα παράτησε εκεί γυμνά και άταφα.

    8. Παρόμοια, όσους από τους ευγενείς και τους αξιωματούχους του παλατιού είχε εξαγοράσει, όλους, αφού έστειλε το δήμιο, τους κατέσφαξε· διάλεξε μάλιστα τις γυναίκες και τα παιδιά τους, τα όμορφα κορίτσια και τα ευειδή αγόρια και τα παρέδωσε στον αρχιευνούχο να τα επιβλέπει. Τους υπόλοιπους αιχμαλώτους τους παρέδωσε να τους φροντίζουν άλλοι, μέχρι να πάνε στη Βαβυλώνα, στην Αδριανούπολη.

    9. Καὶ ἦν ἰδεῖν τὴν ἅπασαν Πόλιν ἐν ταῖς σκηναῖς τοῦ φωσάτου, τὴν δὲ πόλιν ἔρημον, νεκρὰν κειμένην, γυμνήν, ἄφωνον, μὴ ἔχουσαν εἶδος οὐδὲ κάλλος.

    9. Κι έβλεπες όλη την Πόλη να βρίσκεται στις σκηνές του στρατοπέδου, την πόλη έρημη, ξαπλωμένη νεκρή, γυμνή, άφωνη, παραμορφωμένη, άσχημη.
    …………………………
    …………………………

  11. Βλάσης Αγτζίδης on

    …………………….
    ……………………
    Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος

    Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ ο Παλαιολόγος ή Κωνσταντίνος Δραγάσης (9 Φεβρουαρίου 1404 – 29 Μαΐου 1453 (49 ετών) ) ήταν ο τελευταίος Αυτοκράτορας της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από το 1449 ως το 1453.

    Γιος τού αυτοκράτορα Μανουήλ Β’ Παλαιολόγου (1391-1425) από την Ελένη Δραγάτση (Jelena Dragaš), κόρη του Σέρβου άρχοντα των Σερρών[1], και νεότερος αδελφός τού αυτοκράτορα Ιωάννη Η’ Παλαιολόγου (1425-1448). Γεννήθηκε το 1404. Όταν ήταν ακόμη νεαρός, ο πατέρας του Μανουήλ του είχε αναθέσει τη διοίκηση πόλεων του Ευξείνου Πόντου. Ξαναγύρισε στην Ελλάδα το 1427 όπου ανέλαβε της δεσποτεία της Βοστίτσας (σημερινού Αιγίου), και τελικά με τους αδελφούς του Θεόδωρο και Θωμά ανέλαβαν τη διοίκηση τού Δεσποτάτου του Μυστρά και ολοκλήρωσαν την ανάκτηση των φραγκοκρατούμενων περιοχών. Η παραμονή και των τριών αδελφών στην Πελοπόννησο δημιουργούσε οπωσδήποτε προβλήματα, οπότε ο Κωνσταντίνος πήγε στην Κωνσταντινούπολη, όπου παρέμεινε από τον Σεπτέμβριο τού 1435 ως τον Ιούνιο τού 1436, για να συζητήσει σχετικά θέματα με τον αυτοκράτορα. Στο διάστημα 1435-1441 μετέβη στην Ιταλία, όπου μετείχε στις επιτροπές των Βυζαντινών, που προσπαθούσαν να πετύχουν την ένωση των Εκκλησιών (Ορθοδόξων-Καθολικών). Η ρήξη με τον αδελφό του Θεόδωρο προσέλαβε επικίνδυνες διαστάσεις και χρειάστηκαν σύντονες προσπάθειες για να επιτευχθεί συμβιβαστική συμφωνία και συνδιαλλαγή. Η διοίκηση του δεσποτάτου αναλήφθηκε από τον Θεόδωρο και τον Θωμά, ο δε Κωνσταντίνος επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη για να συμπαρασταθεί στις προσπάθειες τού Ιωάννη Η’.

    Αντικατέστησε τον αυτοκράτορα κατά την περίοδο τής μετάβασης του στη Δύση για τη συμμετοχή στη Σύνοδο Φεράρας-Φλωρεντίας (27 Νοεμβρίου 1439 – 1 Φεβρουαρίου 1440), ενώ μετά την άφιξη τού αυτοκράτορα στην Κωνσταντινούπολη ο Κωνσταντίνος επίστρεψε και πάλι στην Πελοπόννησο. Η στάση τού Δημητρίου Παλαιολόγου, που υποστηρίχθηκε οπό τους Τούρκους, ανάγκασε τον Κωνσταντίνο να σπεύσει και πάλι στην Κωνσταντινούπολη (1442-1443), για να ενισχύσει τις δυνάμεις τού αυτοκράτορα.

    Τον Οκτώβριο του 1443 ανέλαβε δεσπότης του Μυστρά και αφιερώθηκε με ζήλο στη διοικητική και στρατιωτική αναδιοργάνωση τού δεσποτάτου, με απώτερο σκοπό την ενίσχυση της άμυνας της Πελοποννήσου έναντι της τουρκικής απειλής. Οικοδόμησε τα τείχη του Εξαμιλίου στον Ισθμό της Πελοποννήσου, και επέκτεινε το δεσποτάτο του κατακτώντας τη Βοιωτία και τη Φωκίδα. Όμως ο Μουράτ Β’ οργάνωσε μια μεγάλη εκστρατεία εναντίον του. Κατέστρεψε το φρούριο στο Εξαμίλιο, την Κόρινθο και την Πάτρα. Ο Κωνσταντίνος αναγκάστηκε να ζητήσει ειρήνη και να γίνει φόρου υποτελής στον Τούρκο σουλτάνο.

    Μετά τον θάνατο τού Ιωάννη Η’, στέφθηκε αυτοκράτορας στον Μυστρά (6 Ιανουαρίου 1449) και πήγε στην Κωνσταντινούπολη με πολλές ελπίδες και μεγάλη αγωνία για το μέλλον τής αυτοκρατορίας. Η τουρκική απειλή περιέσφιγγε τη βασιλεύουσα και στρεφόταν πλέον εναντίον της. Ο Κωνσταντίνος αφιερώθηκε στην επισκευή και την ενίσχυση των οχυρωματικών έργων, καθώς και στην αναδιοργάνωση τού στρατού, ο οποίος θα αναλάμβανε το βαρύ έργο της άμυνας τής πόλης. Οι αποδεδειγμένες πολιτικές και στρατιωτικές ικανότητες τού Κωνσταντίνου δεν είναι δυνατόν να ανατρέψουν τον διαμορφωμένο συσχετισμό δυνάμεων, η άνοδος δε στη εξουσία τού φιλόδοξου σουλτάνου Μωάμεθ Β’ (1451) έκανε περισσότερο αισθητό τον κίνδυνο για την Κωνσταντινούπολη. Η ανέγερση στον Βόσπορο τού υψηλού φρουρίου Ρούμελι Χισάρ και οι στρατιωτικές προετοιμασίες των Τούρκων, συντονίζονταν με τελικό στόχο την άλωση τής πρωτεύουσας τής αυτοκρατορίας.

    Οι εκκλήσεις τού Κωνσταντίνου προς τη Δύση για ενισχύσεις αντιμετωπίζονταν με περίεργη αδιαφορία. Ο Πελοποννήσιος καρδινάλιος και προηγουμένως μητροπολίτης Ρωσίας Ισίδωρος, που έφθασε στην Κωνσταντινούπολη με ελάχιστες δυνάμεις, δεν μπορούσε να προσφέρει ελπίδες. Οι 3.000 περίπου βυζαντινοί και οι 2.000 περίπου ξένοι, από τους οποίους 700 περίπου Γενουάτες με αρχηγό τον Ιουστινιάνη, ήταν πολύ λίγοι για να αποκρούσουν τις επιθέσεις του πολυάριθμου και αξιόμαχου τουρκικού στρατού. Η ισχυρή οχύρωση της πόλης απαιτούσε και ισχυρή φρουρά για την απόκρουση των επιθέσεων από την ξηρά, αφού η απειλή από τη θάλασσα εξουδετερωνόταν με την περίφημη αλυσίδα τού Κεράτιου Κόλπου. Ωστόσο η μεταφορά από την ξηρά (υπερνεώλκηση) περίπου 70 τουρκικών πλοίων από τον Βόσπορο στον Κεράτιο κατέστησε την πολιορκία ασφυκτική (22-23 Απριλίου 1453).

    Στις 28 Μαΐου, ο Μωάμεθ αποφάσισε τη γενική και τελική επίθεση εναντίον της πόλης. Ο Κωνσταντίνος, μετά την τέλεση της θείας λειτουργίας στον ναό της Αγίας Σοφίας, ενθάρρυνε τη φρουρά που θα έδινε τον αγώνα για την απόκρουση τής μεγάλης επίθεσης. Πράγματι, η πρώτη επίθεση αποκρούστηκε, αλλά η αναπλήρωση των απωλειών τής φρουράς ήταν δύσκολη. Ο τραυματισμός του Γενουάτη Ιουστινιάνη υπήρξε σοβαρό πλήγμα. Τέλος και ενώ ο Κωνσταντίνος αγωνιζόταν με στο πλευρό των στρατιωτών του ως απλός στρατιώτης, οι Τούρκοι μπήκαν στην πόλη το πρωί της 29ης Μαΐου του 1453. Η Κωνσταντινούπολη έπεσε στον αλλόθρησκο κατακτητή και έγινε πηγή θρύλων και παραδόσεων στη μνήμη τού λαού.

    Ο Κωνσταντίνος ΙΑ’ υπήρξε ο τελευταίος αυτοκράτορας τού Βυζαντίου, ο οποίος με το φρόνημα και την αυτοθυσία του, σημάδεψε χαρακτηριστικά το γεγονός τής πτώσης. Ο αυλικός του Γεώργιος Φραντζής διηγείται με απλότητα τον θάνατο τού τελευταίου βυζαντινού αυτοκράτορα:

    «Ο βασιλεύς ουν απαγορεύσας εαυτόν, ιστάμενος βαστάζων σπάθην και ασπίδα, είπε λόγον λύπης άξιον «ουκ έστι τις των χριστιανών του λαβείν την κεφαλήν μου απ΄ εμού;» ην γαρ μονώτατος απολειφθείς. τότε εις των Τούρκων δους αυτώ κατά πρόσωπον και πλήξας, και αυτός τω Τούρκω ετέραν εχαρίσατο’ των όπισθεν δ΄ετέρος καιρίαν δους πληγήν, έπεσε κατά γης’ ου γαρ ήδεισαν ότι ο βασιλεύς εστιν, αλλ΄ως κοινόν στρατιώτην τούτον θανατώσαντες αφήκαν».

    Σημειώσεις

    Πρώτη δημοσίευση: Πρακτικά τού Έκτακτου Πνευματικού Συμποσίου (Σπάρτη -Μυστράς 27-29 Μαΐου 1988), Από την φωτεινή κληρονομιά τού Μυστρά στην Τουρκοκρατία, Αθήναι 1990, σ. 263-272 (Πελοποννησιακά, Παράρτημα 16) (= στα γερμανικά με ασήμαντες διαφορές: Dona Folcloristica, Festgabe fur Lutz Rohrich zu seiner Emeritierung 3, 1990.o. 77-85 [Beitrage zur Europaischen Ethnologie und Folklore, Rei-ne B: Tagungsberichte und Materialien]).

    1. Ν. Γ. Πολίτου, Παραδόσεις 1, σ. 22, άρ. 33 και 2, ο. 658-674, όπου εκτενή σχόλια για την παράδοση.

    2. Βλ. πρόχειρα Ν. Γ. Πολίτου, ο.π, σ. 662.

    3. Θράκη, Γκριτζάν-Ασάρ της περιοχής Κομοτηνής. Βλ. Στίλπ. Π. Κυριακίδου , θρακικαί παραδόσεις, Ημερολ. Μεγάλ. Ελλάδος 1922, σ. 251.

    4. Θράκη, Μάδυτος, Αρχ. θρακ. Λαογρ. Γλωσσ. θησαυροί 3 (1936-37), σ. 117-118. Βλ. και Andre Mazon , Contes Slaves de la Macedoine sud-occidentale, Paris 1923, σ. 87, 17 και σ. 182 (Μακεδονία, περιοχή Φλώρινας). Κατά την παραλλαγή αυτή ειδικώτερα ο Άγγελος Κυρίου παρακαλεί τρεις φορές τον Κωνσταντίνον να πάρη το ξύλινο σπαθί, αν ήθελε να κράτηση το βασίλειό του. Ο ίδιος ο Κωνσταντίνος προτρέπει τον Άγγελο να δώση το σπαθί στον Τούρκο. Πρβλ. σχετικά και Στίλπωνα Κυριακίδη , Λαογραφία 8 (1921-25), σ. 604.

    5. Θράκη, Καστανιές, θρακικά 7 (1936), σ. 235.

    6. Πόντος (πρόσφυγες της περιοχής Κάρς). Σάββα Π. Παπαδοπούλου, Παραδόοεις-θρύλοι περιοχής Κάρς, Αρχείον Πόντου 42 (1988-89), σ. 114, άρ. 14. Όπως αναφέρει ο συγγρ., οι παραδόσεις που δημοσιεύει έχουν καταγραφή κατά τη χρονική περίοδο 1963-88, η δε παράδοση που μας απασχολεί, που την επιγράφει «Το σπαθίν», είναι σύνθεση δύο διηγήσεων.

    7. Δωδεκάνησος, Κάλυμνος. Γιάννη Ζερβού, Παραδόσεις – Ιστορικά χαραμυθολογήματα [κλπ.], Δωδεκ. Αρχείον 3 (1958), σ. 240.

    8. Σάμος, Παλαιόκαστρον. Στεφ.Ημέλλου, Έκθεση λαογραφικής αποστολής εις Σάμον (13 Ιουλ. – 14 Αύγ. 1964), Επετ. Λαογρ. Αρχείου 17 (1965), σ. 194-195. Εδώ αναφέρονται και μερικές ακόμη από τις παραδόσεις για το ξύλινο σπαθί που εξετάζονται.

    9. Ο.π.,σ. 195.

    10. Σέριφος. ΚΛ, χφ. 3190, σ. 38 (1967, Συλλ. Στεφ.Ημέλλου), πρβλ. Στέφ. Ήμελλον, Παρατηρήσεις εξ επιτόπιου ερεύνης εις τον λαϊκόν πολιτισμόν των Νοτίων Κυκλάδων, Αθήναι 1974, σ. 41.

    11. «Παραπόρτιον εν… το δέ όνομα της κουφής εκείνης πύλης εκαλείτο ποτε Κερκόπορτα» Δούκας 39, 4 (Pertusi, σ. 168-170. 6λ. σχετικά και σ. 454, σημ. 12). Πρβλ. Γουσταύου Σλουμβερζέ, Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και η πολιορκία και άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως υπό των Τούρκων τω 1453 (μετάφρ. Σπυρ. Π. Λάμπρου, εν Αθήναις 1914), σ. 336, Ξ. Α. Σιδερίδου, Κωνσταντίνου Παλαιολόγου θάνατος, τάφος και σπάθη, περιοδ. Μελέτη 2. 1908, ο. 65-66 κ.α.

    12. Για την οποία βλ: Η αναβίωση των τηγανισμένων ψαριών κατά την άλωση της Πόλης, ανωτέρω άρ. 2. σ. 29 κέξ., όπου και η προηγούμενη βιβλιογραφία.

    13. Βλ. σχετικά Σπυρ. Π. Λάμπρου, Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος ως σύζυγος εν τη ιστορία και τοις θρύλοις, Νέος Ελληνομνήμων 4 (1907). σσ. 417-466 και ιδίως σ. 429 κέξ., όπου και η παλαιότερη βιβλιογραφία, πρόσθ. και Νίκου Α. Βέη, Περί του ιστορημένου χρησμολογίου, σ. 32ιδ’ – 32ιζ’, Γεωργίου θ. Ζώρα, Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως και η βασιλεία Μωάμεθ Β’ τού κατακτητού κατά τον ανέκδοτον ελληνικόν Βαρβερινόν κώδικα 111 της Βατικανής βιβλιοθήκης 1952, σ. 29-30 (ανατύπωσις εκ του KB’ τόμου της Επετηρίδος της Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών) (= τού ίδιου , Αι τελευταίοι στιγμαί του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου και του Μωάμεθ του κατακτητού (κατά τον Βαρβερινόν ελληνικόν κώδικα 111], Περί την άλωσιν της Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1959, σ.130-131).

    14. Βλ. π.χ.: Δούκας 39, 13 (Pertusi 2, σ. 176) που αναφέρει ότι κατά την τελευταία του στιγμή ο Κωνσταντίνος πολεμούσε «ιστάμενος βαστάζων σπάθην και ασπίδα». Βλ. και Σιδερίδη , ο.π., σ. 66 κ.α. passim, Νίκου Α. Βέη, Περί του ιστορημένου χρησμολογίου, σ. 32 κβ’ κέξ.

    15. Βλ. Σιδερίδη, ο.π., σ. 70 κέξ., Βέη,ο.π., Ν. Γ. Πολίτου, Παραδόσεις 2, ο.π., σ. 660-661, όπου και βιβλιογραφία.

    16. Σύμφωνα με χρησμό που αναφέρει ο Δούκας(39, 18, Pertusi, σ. 180) μετά την εκπολιόρχηση της Κωνσταντινουπόλεως και την παράδοση της στους Τούρκους «καταβάς άγγελος φέρων ρομφαίαν παραδώσει την βασιλείαν συν τη ρομφαία ανωνύμω τινί ανδρί ευρεθέντι τότε εν τω χίονι ισταμένω, λίαν απερίττω και πενιχρώ, και έρει αυτώ» «Λαβέ την ρομφαίαν ταύτην και εκδίκησον τον λαόν τού Κυρίου». Τότε τροπήν ίξονται οι Τούρκοι και οι Ρωμαίοι καταδιώξουσιν αυτούς κόπτοντες και εξελάσουσιν και εκ της Πόλεως…», πρβλ. Χαλκοκονδύλης 8, 275-280 (Pertusi 2, σ. 216) και Nicolo Barbaro (Pertusi 1, σ. 357, σημ. 89). Βλ. και Ν. Γ. Πολίτου , Δημώδεις δοξασίαι περί αποκαταστάσεως του ελληνικού έθνους. Λαογραφικά Σύμμεικτα I, 1920, σ. 16, του ίδιου , Παραδόσεις, 2, σ. 659. Πρβλ. ανάλογα από την χριστιανική γραμματεία που σχετίζονται όμως με το ξύλο τού Σταυρού (= σταυρό τού Χριστού): «ώσπερ δια ξύλου (ένν. της γνώσεως, του δένδρου της ζωής του Παραδείσου) η παράδοσις (ένν. των Πρωτοπλάστων) ούτω δια ξύλου (ένν. τού Σταυρού) η σωτηρία»˙ «ο Αδάμ δια τού ξύλου της βρώσεως κατεκρίθη και ο νέος Αδάμ ο Χριστός ο θεός δια τού ξύλου τού σταυρού ημάς ενίσχυσεν» κ.α. (βλ. πρόχειρα Ν. Β. Τωμαδάκη, Αποθησαυρίσματα, 10, Το ξύλον, Αθηνά 70 (1968), σ. 4, πρβλ. και σ. 7).

    17. Βλ. Ν. Γ. Πολίτου , Παραδόσεις 2, σ. 683. Εννοείται ότι το σπαθί είναι το κύριο όπλο με το οποίο επιδεικνύει κανείς την ανδρεία του, στο οποίο ορκίζεται κτλ. (βλ. πρόχειρα Ζω ρα, ο.π., σ. 25 (247-348), 27 (394), 29 (566-567). Εξ άλλου ο ίδιος ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος σε διάφορες γνωστές μέχρι σήμερα εικόνες του, που όμως δεν είναι γνήσιες, παριστάνεται με ξίφος (βλ. Σπυρ. Π. Λάμπρου, Αι εικόνες Κωνσταντίνου του Παλαιολόγου, Νέος Ελληνομνήμων 3 (1906), σ. 229 κέξ., 239).

    18. Πρβλ. το σατιρικό τραγούδι για τον Κεφαλλονίτη, που φορούσε βρακί από τσουβάλι, γελέκο από στουπί και ψάθινο καπέλο και ξύλινο σπαθί (ΚΛ, κφ. 475, σ. 9, Σπέτσες 1922) η… βούρλινο σπαθί (ο.π., χφ. 1460, Αθήναι).

    19. Jean Ρίο, Νεοελληνικά παραμύθια, Copenhague 1879, σ. 131-132.

    20. Γεωργ. Α. Μέγα, Καλλιμάχου και Χρυσορρόης υπόθεσις, Λαογραφία 25 (1967), σ. 241.

    21. Ο.π., πρβλ. και Τωμαδάκη, ο.π., σ. 25. Η χρησιμοποίηση τού όρου ξύλον επί ξύλινου όπλου, δηλ. ροπάλου από ξύλο, είναι μόνο ποιητική (Ο. Σολωμός, βλ. Τωμαδάκη , ο.π., σ. 15-16).

    22. Στίλπωνος Π. Κυριακίδου, ο.π., βλ. και Κυριακίδη, στη Λαογραφία 8 (1921-25), σ. 604.

    23. Πρβλ. τον χρησμό που μνημονεύει ο ιστορικός Δούκας (άνωτ., σ. 56, σημ. 16). Βλ. περισσότερα με σχετικές παραπομπές στα κείμενα: Ν. Γ. Πολίτου, Παραδόσεις 2, σ. 664 κέξ., Νίκου Α . Βέη, Περί του ιστορημένου χρησμολογίου, σ. 32 κθ’ κέξ.

    24. Ο.π.

    25. Νίκου Α. Β έη , Περί τού ιστορημένου χρησμολογίου. σ. 32 λς’. Εξ άλλου η επιβίωση των χρησμών για τον τελευταίο Παλαιολόγο υπήρξε μέχρι σήμερα ισχυρή (ο.π., σ. 3).

    26. Βλ. Ελληνικά Δημοτικά Τραγούδια (εκλογή), εν Αθήναις 1962, σ. 123-124 (Ακαδημία Αθηνών, Δημοσιεύματα του Λαογραφικού Αρχείου, αριθμ. 7) και ανωτέρω, σ. 18, όπου εκτενέστερος λόγος για το θέμα.

    Πηγές

    Γεωργίου Φραντζή, Χρονικόν, Ελληνικό Αρχείο
    «Χρονικό της πολιορκίας»,Νικολό Μπαρμπάρο
    Μιχαήλ Δούκας , Βυζαντινοτουρκική ιστορία
    ΤΑ ΝΕΑ
    Εγκόλπιον
    Wikipedia
    users.gr/Ellinikos Politismos

    Γενική Βιβλιογραφία:

    Ιστορία Ελληνικού Έθνους

    V.Grecu, Georgius Sphrantzes, Τα καθ’ εαυτόν 1401-1477,In anexa, Pseudo-Phrantzes: Macarii Meliseni, Chronicon 1258-1481, ss.149-591, Βουκουρέστι, 1966.
    Ο Γεώργιος Σφραντζής έγραψε Χρονικό σε δυο μορφές: Το χρονικό Minus (σε συνοπτική μορφή) και το χρονικό Majus (σε εκτεταμένη μορφή). Πρόκειται για αξιόπιστη πηγή για την Αλωση και τα γεγονότα πριν και μετά την Αλωση.

    I. I. Sreznevskij, «Povest o Caregrade» [Αφήγηση για την Κωνσταντινούπολη], Ucenije zapiski vtorogo otdelenija Akademii Nauk [Πρακτικά του Β’ συνεδρίου της Ακαδημίας επιστημών],
    1. ΙΙΙ, Αγία Πετρούπολη, 1854. Πρόκειται για τη μαρτυρία του Nestor Iskander, ενός Ρώσου που έλαβε μέρος στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης με το μέρος των Οθωμανών Τούρκων.

    Περιοδικό: Στρατιωτική Ιστορία, Η άλωση της Κωνσταντινούπολης,
    σειρά: Μεγάλες μάχες * Αγία Σοφία, το σύμβολο της ορθοδοξίας

    E.Darko, Laonici Chalococandylae historiumdemonstrationes 1-2, Βουδαπέστη, 1922-1927 και στην Patrologia Graeca, τομ.159, σσ.13-556.
    Ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης έγραψε την Απόδειξη ιστοριών. Αν και δεν ήταν παρών στην Αλωση της Κωνσταντινούπολης, ωστόσο αποτελεί σημαντική πηγή για τα τελευταία χρόνια του Βυζαντίου.

    Γ.Θ Ζώρας, Χρονικόν περί των Τούρκων Σουλτάνων (κατά Βαρβερινόν Ελληνικόν κώδικα 111), Αθήνα, 1958. Ο Βαρβερινός κώδικας είναι ανώνυμο χρονικό του 16ου αι., ακέφαλο και ελλιπές που διαπραγματεύεται τα γεγονότα των ετών 1373-1512. Είναι αξιόπιστη και ακριβής πηγή.

    http://thehistoryofgreece.blogspot.gr/p/4.html
    http://thehistoryofgreece.blogspot.gr/p/5.html

  12. Βλάσης Αγτζίδης on

    Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης το 1453, σύμφωνα με τις οθωμανικές πηγές by admin • 11 June 2013 • 5 Comments Εισήγηση στην ημερίδα ( Αχαρναί , 25.05.2013 ) με θέμα την Άλωση της Κων/πολης το 1453, σύμφωνα με τις οθωμανικές πηγές TO ΥΣΤΕΡΟΒΥΖΑΝΤΙΝΟ ΚΑΙ ΠΡΩΙΜΟ ΟΘΩΜΑΝΙΚΟ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΤΗ M. ΑΣΙΑ Όπως συμπεραίνει ο Σπ. Βρυώνης, στο έργο του “Η παρακμή του Μεσαιωνικού Ελληνισμού της Μ. Ασίας και η διαδικασία του εξισλαμισμού, “: … μετά την κατάρ-ρευση του Βυζαντίου στην Ανατολή, η χριστιανική κοινωνία αναγκάστηκε να προσαρμοστεί με τη διακυβέρνηση και τον πολιτισμό των μουσουλμάνων, ήδη από το 1071. Παραδοσιακά, ο αναπροσανατολισμός αυτός θα έπρεπε να είχε γίνει μέσα στα πλαίσια των εκκλησιαστικών θεσμών, αλλά αυτοί είχαν τελείως αποδυναμωθεί λόγω του συγκεκριμένου χαρακτήρα της τουρκικής κατάκτησης…” Έτσι λοιπόν οι χριστιανικές κοινότητες υπέκυψαν στις δυνάμεις του Ισλάμ. Τα διάφορα τουρκικά κράτη και η κοινωνία που αναπτύχθηκε στα εδάφη της Ανατολής, ήταν απομιμήσεις των αντίστοιχων στα παλαιότερα εδάφη που ήδη κατείχε το Ισλάμ, ενώ διάφορες ιστορικές περιστάσεις και συγκυρίες, οδήγησαν στη συνεχή μετανάστευση μουσουλμάνων θεολόγων και δερβίσηδων στην Ανατολή. Οι σουλτάνοι απαλλοτρίωσαν την πλειονότητα των εδαφών, των εσόδων και των κτιρίων των χριστιανών, παραχωρώντας τα στους μωαμεθανούς κοσμικούς και θρη-σκευτικούς οπαδούς. Αποτέλεσμα ήταν, η εμφάνιση τζαμιών, θεολογικών σχολών, νοσοκομείων και παρόμοιων ιδρυμάτων σε ολόκληρη την Ανατολή, συχνά στα ίδια κτίρια και στα ίδια εδάφη που ανήκαν προηγουμένως στην Ελληνική Εκκλησία. Τόσο τα ιδρύματα αυτά, που ήταν επανδρωμένα με ένθερμους ιεραποστόλους, όσο και η μουσουλμανική κοινωνία -που θρησκευτικά ήταν επίσης επιθετικά διατεθειμένη- εύκολα αφομοίωσαν τους αποθαρρημένους και εγκαταλελειμμένους από την κεντρική Βυζαντινή διοίκηση χριστιανούς. Όπως αναφέρει στο σχετικό ένθετο ενός cd, με θέμα την συναυλία του Ελληνο-τουρκικού συγκροτήματος “Βόσπορος” στο Ηρώδειο, ο Νικηφόρος Μεταξάς: “… εάν η ilm-i-musiki (Τέχνη της μουσικής) αντικατοπτρίζει, -μέσω των αυστηρών πυθαγορικών συστημάτων και της υποταγής σε μια ουράνια ιεραρχία-, την αιωνιότητα της αρμονικής συνύπαρξης της βυζαντινής ελληνικής ψυχής και της οθωμανικής τουρκικής ψυχής στο χώρο της Ανατολικής Μεσογείου, ο Μπεκτασισμός και ο Αλεβισμός από την άλλη, αντικατοπτρίζουν τις αυτόχθονες δυνάμεις της Ανατολικής γης που εκφράζονται ποικιλόμορφα στη μουσική την ποίηση και τους χορούς τους. Οι Τούρκοι είναι “εξω-γήινοι” ως σωματικά νομάδες, απίστευτα σταθεροί στο πνεύμα, προσκολλώνται πνευματικά στον ουράνιο κεραυνό-Θεό Τβητί. Οι πρωτότουρκοι μετά δυσκολίας πατούν στη γη και συχνά υποφέρουν από ατροφία των ποδιών. Έφιπποι πληρούν τις περισσότερες βιοτικές τους ανάγκες. Η επαφή τους με την ύλη είναι λαφυραγωγική, αρπακτική βίαιη. Η διανυκτέρευση στην κυκλική γιουρτ είναι γεμάτη όνειρα φυγής από τη γη, σαν τον καπνό που δραπετεύει μέσω του κεντρικού της άξονα κι από το άνοιγμα της οροφής προς τον πολικό αστέρα. Δεν γεωμετρούν…”. Έτσι λοιπόν φαίνεται πως η πραγματική προσγείωση των Τούρκων γίνεται στη χώρα των Ρωμαίων-Rum, στη Μικρά Ασία, όπου και συναντούν τις υπόγειες ενέρ-γειες της Πελασγίας Θεάς Κυβέλης, που σαν σύμβολο της είχε μια μαύρη πέτρα, σφραγισμένη τώρα στην Καάμπα της Μέκκα. Ο Μπαμπαϊσμός του 12ου-13ου αιώνα φανερώνει ήδη την ενσωμάτωση του Σαμανισμού, στα αυτόχθονα υπόγεια ρεύματα της ψυχικής ιδιοσυστασίας της Μικράς Ασίας. Η Ανατολία, χοάνη διδασκαλιών, τόπος θρησκευτικών ανταλλαγών, συγχώνευσης και μερικές φορές σύγχυσης των πιο διαφορετικών δοξασιών, εικόνα χρονολογημένη από την βαθιά αρχαιότητα. Από τη Φρυγία προέρχεται η λατρεία της Μεγάλης Θεάς-Μητέρας που λατρεύτηκε σε όλον τον Ελληνο-ρωμαϊκό κόσμο με την μορφή μιας μαύρης πέτρας, την οποία η ρωμαϊκή Σύγκλητος διέταξε να μεταφέρουν στον Παλατίνο λόφο το 204 μ.Χ. Η Άρτεμις της Εφέσου, Παρθένος και Μητέρα γόνιμη ταυτόχρονα, έγινε σεβαστή με την μορφή ενός αγάλματος που κατέβηκε από τον ουρανό, στον ίδιο τόπο όπου ορισμένες παραδόσεις τοποθετούν την κοίμηση της Παρθένου Μαρίας. 3. Ελληνοσαβαϊσμός, Διονυσιακή λατρεία, Ορφισμός, Παυλικιανοί, Κέλτες-Γαλάτες, ακόμα και Χριστιανοί άγιοι που μέσω των σπηλαίων ενσωματώθηκαν στη γη αυτή. Στην Ανατολή άνθισαν οι πιο διαφορετικοί μεταξύ τους μυστικοί, – αιρετικοί για τους μεν, εμπνευσμένοι προφήτες για τους δε. Ο Κήρινθος που διεφώνησε με τον Ιωάννη τον Ευαγγελιστή στην Έφεσο (1ος αιώνας), ή ο Μαρκίων του οποίου την διδασκαλία καταπολεμούσε τον 2ο αιώνα ο Ειρηναίος της Δυών, ήταν από την Μικρά Ασία όπως και ο σοφός πυθαγόρειος Απολλώνιος ο Τυανεύς. Η πόλη της Πεπούζα στην Φρυγία ήταν η “Ιερουσαλήμ των Μοντανιστών, ή των Κατά αιρετικών, ομάδας που έδρασε από τον 2ο μέχρι τον 8ο αιώνα, διακηρύσσοντας πως ο Μελχισεδέκ ήταν ανώτερος από τον Χριστό και της οποίας ορισμένες ιδέες ξαναβρίσκουμε στους Ισμαηλίτες. Ομοίως στην Αντολή εμφανίστηκαν και οι Νεο-πλατωνικοί, ιδιαίτερα στην Αφροδισία. Εκεί βρίσκουμε και τον Χριστιανισμό, τους “Υψιστάριους” της Καππαδοκίας οι οποίοι παρατηρούνται μέχρι τον 9ο αιώνα, καθώς και τους Αθιγγάνους του Αμορίου, που έλεγαν πως μέλος τους ήταν και ο αυτο-κράτορας του Βυζαντίου Μιχαήλ ο 2ος (820-829 μ.Χ.). Η εικονοκλαστική κίνηση στην Ανατολική Εκκλησία, η οποία τάραξε το Βυζάντιο για περισσότερο από έναν αιώνα (711-843), ξεκίνησε στη Φρυγία. Οι ιδέες της συναντιόντουσαν φαίνεται με τις ιδέες των Μουσουλμάνων, των Μανιχαϊστών και των Παυλικιανών όσον αφορά μια δυσπιστία απέναντι στη λατρεία των Εικόνων. Μανιχαϊστές προερχόμενοι από το Ιράν, δυϊστές Παυλικιανοί από την Αρμενία, καταδιωγμένοι από το Βυζάντιο και σύμμαχοι των Αράβων, Σαμάνοι από την Κεντρική Ασία, που ήρθαν μαζί με τους Τούρκους τον 11ο αιώνα, Βουδιστές που έφθασαν μαζί με τους Μογγόλους τον 13ο αιώνα και τέλος Μουσουλμάνοι που τελικά μέσω των αράβων πολεμιστών κατ’ αρχήν και μεταγενέστερα μέσω των εξισλαμισθέντων τουρκικών φύλων, έκαναν την θρησκεία του Μωάμεθ να θριαμβεύσει. Όλα αυτά τα διαδοχικά κύματα σίγουρα άλλαξαν την Ανατολία, χωρίς όμως να την ομοιομορφοποιήσουν. Οι τελευταίοι που έρχονταν έφερναν και την αυθεντικότη- τά τους, αλλά γνώριζαν πάντοτε να αποκομίζουν κέρδος από όσα είχαν συνεισφέρει οι προκάτοχοι τους, σύμφωνα με μια συγκρητιστική διαδικασία χάρη στην οποία πολ-λές πνευματικές σταθερές επεβίωσαν παρά τις διαδοχικές πολιτικές εξουσίες. Η επίσημη έκφραση της τουρκικής κοινωνίας (Kochkultur), ήταν μουσουλμανική, η λαϊκή της όμως μορφή , είχε έντονα βυζαντινά χαρακτηριστικά. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, οι ηττημένοι υπήκοοι των Τούρκων ήταν οι χριστιανοί Μικρασιάτες. Η οικονομική ζωή των Σελτζούκων και των Οθωμανών καθοριζόταν σε μεγάλο βαθμό από τους χριστιανούς αγρότες και αστούς. Η βυζαντινή επίδραση ήταν ιδιαίτερα έντονη στην αγροτική ζωή, αλλά και στις πόλεις που είχαν τις δικές τους παραδόσεις των τεχνών και του εμπορίου. Στις αστικές όμως αυτές παραδόσεις σημειώθηκε σημαντική επιμιξία με μουσουλμανικά αστικά στοιχεία, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί από τους Αββασίδες της Βαγδάτης. Η επιβίωση της οικονομικής ζωής του Βυζαντίου, είχε επίσης σημαντικές επιπτώ-σεις στη διαμόρφωση του τουρκικού φορολογικού συστήματος και της διοίκησης και τελικά, η πλατιά αυτή απορρόφηση και η μερική επιβίωση των χριστιανικών πληθυ-σμών, άφησε έντονα τα ίχνη της, τόσο στην οικογενειακή ζωή, όσο και στη λαϊκή θρησκευτικότητα των Τούρκων. Ποιες ήταν όμως οι επιπτώσεις των τουρκικών κατακτήσεων και των θεσμών στη βυζαντινή κοινωνία και τον βυζαντινό πολιτισμό; Οι απαιτήσεις των τουρκικών πολιτικών, οικονομικών, φεουδαλικών και θρησκευτικών θεσμών κατέστρεψαν την οικονομική, πολιτική και κοινωνική βάση του βυζαντινού πολιτισμού στην Μικρά Ασία (και στα Βαλκάνια), έτσι ώστε ο πολιτισμός αυτός περιορίστηκε σχεδόν αποκλειστικά σε Volkskultur (λαϊκό πολιτισμό). Όμως, χάρις στην επιβίωση της έστω και εξασθενημένης Εκκλησίας και την άνοδο της τάξης των Φαναριωτών, δημιουργήθηκε κάποια αναλαμπή του παλαιού βυζαντινού πολιτισμού , σε περιορισμένη όμως κλίμακα και περισσότερο στα Βαλκάνια παρά την Μικρά Ασία, ωστόσο, η πιο ουσιαστική προσφορά της Εκκλησίας ήταν το ότι λειτούργησε ως στήριγμα -μέχρις ενός σημείου βέβαια- του χριστιανικού λαϊκού πολιτισμού. Οπωσδήποτε, όμως, όπως επισημαίνει ο Σπ. Βρυώνης και ο καθηγ. Ν. Σαρρής, η πιο σημαντική επίπτωση των τουρκικών κατακτήσεων, ήταν η αφομοίωση του μεγα-λύτερου μέρους του βυζαντινού πληθυσμού με τον θρησκευτικό προσηλυτισμό και τον γλωσσικό εκτουρκισμό. Συμπερασματικά λοιπόν μπορούμε να πούμε ότι η παλιά βυζαντινή κοινωνία έπαιξε ταυτόχρονα και δυναμικό και παθητικό ρόλο στην ιστορία της Μικράς Ασίας, επιβεβαιώνοντας έτσι το “συναμφότερον”. Παθητικό ρόλο έπαιξε, όσον αφορά την εξαφάνισή της από το επίπεδο της γλώσσας και της επίσημης θρησκευτικής έκφρασης, αλλά η αφομοιωμένη αυτή βυζαντινή κοινωνία, αποτέλεσε το βασικό συστατικό στοιχείο της διαμόρφωσης του λαϊκού πολιτισμού της τουρκικής Ανατολής και ειδικά σε όσες πλευρές της κοινωνίας αυτής, δεν είχε το Ισλάμ τον απόλυτο έλεγχο. Από αυτή την άποψη λοιπόν, η βυζαντινή κοινωνία αποτέλεσε δυναμικό στοιχείο στην ιστορική εξέλιξη της Μικράς Ασίας. Είναι πασιδήλως γνωστό, πως η εξάπλωση των πολιτισμικών ορίων της Ελλάδας πέρα από τα σύνορά της, είχε ξεκινήσει ήδη από την πρώιμη εποχή και αφού κατέκλυσε την ανατολική Μεσόγειο, κατά την Ελληνιστική περίοδο, ρίζωσε βαθιά στα μέρη αυτά, κατά τους τρεις αιώνες της ρωμαϊκής αυτοκρατορικής κυριαρχίας. Επομένως ο Εξελληνισμός, ήταν πλήρης σε μεγάλο μέρος της αστικής και της αγροτικής Ανατολής τον 6ο μ.Χ. αιώνα. Έκτοτε, τα γεωγραφικά σύνορα του μεσαιω- νικού Ελληνικού πολιτισμού στην ανατολική Μεσόγειο καθορίζονταν από την έκβαση των στρατιωτικών αναμετρήσεων με διάφορα Ισλαμικά κράτη. Τον 7ο αιώνα, οι κατακτήσεις των Αράβων της Αυτοκρατορίας των Ουμαγιαδών, επέβαλαν την πρώτη μεγάλη συρρίκνωση των πολιτικών και πολιτισμικών ορίων του Βυζαντίου, αλλά μετά την απώλεια της Συρίας και της Αιγύπτου επήλθε ισορροπία δυνάμεων μεταξύ της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας και του Ισλάμ. Στα πλαίσια της ισορροπίας αυτής σημαντικό μέρος της Μικράς Ασίας παρέμεινε γλωσσικά και θρη-σκευτικά Ελληνικό. Οι εισβολές των Τούρκων μουσουλμάνων, τον 11ο αιώνα, ανανέωσαν την διαδικασία εξάπλωσης των μουσουλμάνων, σε βάρος της Ελληνικής χριστιανικής κοινωνίας, ενώ η διαδικασία αυτή ολοκληρώθηκε τον 15ο αιώνα. Την εποχή εκείνη, οι Τούρκοι, είχαν πια συντρίψει την αυτοκρατορία της Κωνσταντινούπολης, καθώς και τα “βυζαντινοποιημένα” σλαβικά κράτη των Βαλκανίων, ενώ με τον εξισλαμισμό και τον εκτουρκισμό της Μικράς Ασίας είχαν περιορίσει τον Ελληνικό κόσμο κυρίως στα νότια Βαλκάνια. Ο κύκλος της επέκτασης και της συρρίκνωσης, του Ελληνισμού, που διήρκεσε πάνω από δύο χιλιετίες, τελικά έκλεισε, καταλήγοντας στον ίδιο χώρο από όπου είχε ξεκινήσει. Τα βασικά συμπεράσματα των παραπάνω διαπιστώσεων, εμπεριέχονται στα ακό-λουθα αλληλένδετα αποτελέσματα, τα οποία με σαφήνεια εκθέτει ο καθηγ. Σπ. Βρυώνης: 1. Ο μικρασιατικός Ελληνισμός, ή το μεσαιωνικό Ελληνικό μικρασιατικό στοιχείο, ήταν ποσοτικά και ποιοτικά σημαντικό κατά τη βυζαντινή περίοδο. Έτσι, η τουρκική κατάκτηση και ο εξισλαμισμός της Μικράς Ασίας αποτελούν κάτι περισσότερο από ένα αρνητικό ιστορικό γεγονός, εφόσον οι εισβολείς έπρεπε να υποτάξουν και να αφομοιώσουν μια ακμάζουσα κοινωνία. Βέβαια, επ’ αυτού υπάρχουν και πάμπολλες αντίθετες απόψεις, κυρίως από σύγχρονους Τούρκους και όχι μόνον ερευνητές, οι οποίοι θεωρούν ότι η Βυζαντινή κοινωνία της Μ. Ασίας, δεν ήταν πλέον ακμάζουσα, αλλά έχοντας κάνει τον κύκλο της, μεταλλάχθηκε σε οθωμανική με τον ερχομό του νέου και δυναμικού τουρκικού στοιχείου. (Χ. Ιναλτζίκ, Η οθωμανική αυτοκρατορία, εκδ. Αλεξάνδρεια, σελ. 101 επ. ) 2. Ο χαρακτήρας της κατάκτησης και της εγκατάστασης των Τούρκων, επέφερε σε μεγάλο βαθμό την εξάρθρωση και την καταστροφή της βυζαντινής κοινωνίας. Η τουρκική κατάκτηση κράτησε σχεδόν τέσσερεις αιώνες, κατά τους οποίους ο ενοποιημένος, σταθερός βυζαντινός διοικητικός μηχανισμός, αντικαταστάθηκε από αμέτρητες, μικρότερες και ασταθείς πολιτικές οντότητες που βρίσκονταν σε σχεδόν συνεχή εμπόλεμη κατάσταση μεταξύ τους. Μεγάλο μέρος της Μικράς Ασίας μετατράπηκε έτσι σε πεδίο διαρκούς πολέμου. Οι συνθήκες αυτές και η μουσουλμανική ηγεμονία, επέδρασαν διαβρωτικά στους δεσμούς και τα συναισθήματα που συνέδεαν τις χριστιανικές κοινότητες μεταξύ τους, και προλείαναν έτσι το έδαφος για τον θρησκευτικό προσηλυτισμό των μελών τους. Παρόλο που μαρτυρούνται πολυάριθμοι προσηλυτισμοί χριστιανών στην πρώιμη εποχή, κατά τα μέσα του 13ου αιώνα, οι χριστιανοί Μικρασιάτες εξακολουθούσαν να αποτελούν μεγάλο μέρος του πληθυσμού – πιθανόν και την πλειοψηφία του ακόμη. 3. Τα πολιτικά και ιστορικά γεγονότα της τουρκικής κατάκτησης της Μικράς Ασίας κατέστρεψαν τον ρόλο της Ελληνικής Εκκλησίας ως αποτελεσματικού κοινωνικού, οικονομικού και θρησκευτικού θεσμού. Η θρησκεία πραγματικά επηρέαζε και διαμόρφωνε όλες τις πλευρές της μεσαιωνικής κοινωνίας, και έτσι η οξεία παρακμή της Εκκλησίας, ήταν απόλυτα καταστροφική για την επιβίωση του βυζαντινού χαρακτήρα της Μικράς Ασίας, ο οποίος επομένως εξαφανίστηκε. 4. Οι τουρκικές εισβολές επέφεραν τεράστια αναστάτωση και εξάρθρωση στη χριστιανική κοινωνία, η οποία απομονώθηκε από το κέντρο του πολιτισμού της, την Κωσνταντινούπολη, ενώ στερήθηκε και την εκκλησιαστική ηγεσία των επαρχιών και επομένως ήταν έτοιμη να απορροφηθεί από τη νέα κοινωνία του Ισλάμ. Αυτό ήταν σε μεγάλο βαθμό αποτέλεσμα της δράσης των μουσουλμανικών θεσμών, στους οποίους οι τουρκικές ηγεμονίες πρόσφεραν πολιτική και οικονομική υποστήριξη. Οι μουσουλμανικοί αυτοί θεσμοί -με σημαντικότερο θεσμό τα τάγματα των δερβίσηδων- ήταν σταθερά θεμελιωμένοι στις περιουσίες και τα εισοδήματα που προηγουμένως ανήκαν στη χριστιανική Εκκλησία, και ολοκλήρωσαν την πολιτισμική αλλαγή με τον προσηλυτισμό των χριστιανών στον μωαμεθανισμό. 5.Οι χριστιανοί Μικρασιάτες προσπάθησαν να εξηγήσουν τις καταστροφικές τους ήττες με διάφορες εκλογικεύσεις. Ορισμένοι θεώρησαν ότι οι κατακτήσεις των Τούρ-κων απέδειξαν τη θρησκευτική υπεροχή του μωαμεθανισμού σε σχέση με τον χριστιανισμό. Άλλοι είδαν τις βυζαντινές ήττες ως σημείο θείας τιμωρίας μιας αμαρτωλής κοινωνίας, ως προμήνυμα του χιλιαστικού τέλους του κόσμου, ή ως ενέργεια της απρόσωπης Τύχης που αυθαίρετα ανέβαζε και κατέβαζε αυτοκρατορίες. Πολλοί άλλοι, κινούμενοι από ιστορική πειθώ, θρησκευτική ή μη, βρήκαν ανακούφιση στην πεποίθηση ότι την υποδούλωση των Ελλήνων θα την ακολουθούσε, με το πέρασμα του χρόνου, η παλιγγενεσία της Ελληνικής χριστιανική αυτοκρατορίας. Πάλι με χρόνια με καιρούς !!! 6. Ο βυζαντινός πολιτισμός στη Μικρά Ασία, μολονότι εξαφανίστηκε σε επίσημο επίπεδο από το ισλαμικό Kochkultur, έπαιξε αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση μεγάλου μέρους του λαϊκού πολιτισμού των Τούρκων. Στο σημείο αυτό, πρέπει να σημειώσουμε, ένα εκ πρώτης όψεως παράδοξο φαινό-μενο. Παρόλο που, τόσο η Ανατολή, όσο και τα Βαλκάνια, κατακτήθηκαν και έμειναν υπό τους οθωμανούς για πολλούς αιώνες, τα τελευταία, διατήρησαν βασικά την πίστη τους, σε αντίθεση με τη Μικρά Ασία που σχεδόν την έχασε. Είναι βέβαια οφθαλμοφανές ότι, η τουρκική εξουσία κράτησε τέσσερεις περίπου αιώνες στα Βαλκάνια, ενώ στην Μικρά Ασία συνεχίζεται επί εννέα αιώνες. Θα μπορούσαμε λοιπόν να υποθέσουμε ότι ο εξισλαμισμός της Ανατολής ήταν περισσότερο εκτεταμένος επειδή τα στοιχεία της μεταλλαγής, έδρασαν για μακρύτερο χρονικό διάστημα. Αυτή όμως κατά τον Σπ. Βρυώνη, δεν φαίνεται να είναι η πραγματική εξήγηση, εφόσον ο μαζικός εξισλαμισμός των Μικρασιατών χριστιανών είχε ήδη συμπληρωθεί τον 15ο αιώνα και η ποσοστιαία αναλογία των χριστιανών σε σχέση με τους Τούρκους της Μικράς Ασίας παρέμεινε έκτοτε σχετικά σταθερή (αν και από τον 19ο αιώνα η αναλογία τους είχε αυξηθεί). Για να απαντηθεί το ερώτημα αυτό, θα πρέπει να λάβουμε υπόψη έναν συνδυασμό διαφόρων παραγόντων. Η τουρκική κατάκτηση των Βαλκανίων, που ξεκίνησε το 1345 και κορυφώθηκε κατά τη βασιλεία του Μωάμεθ Β’, δεν ήταν διαδικασία τόσο μακρόχρονη, ή επαναλαμβανόμενη όσο στη Μικρά Ασία και ο τουρκικός εποικισμός (ιδιαίτερα από τους Τουρκομάνους) ήταν πιο περιορισμένος. Οι κατακτήσεις και ο εποικισμός έγιναν από μία ισχυρή κεντρική κυβέρνηση, η οποία κατέβαλε κάθε προσπάθεια να επαναφέρει την τάξη στις κατακτημένες επαρχίες και να επιβάλει την πειθαρχία στους Τουρκομάνους, ώστε το κράτος να μπορεί να δρέψει όσο το δυνατό περισσότερους καρπούς από μία οικονομικά αποδοτική αυτοκρατορία. Μεγάλη σημασία είχε επίσης το γεγονός ότι, οι χριστιανικές κοινότητες των Βαλκανίων, δεν είχαν αποκοπεί από την ηγεσία και την πειθαρχία της Εκκλησίας τους για μια μεγάλη χρονική περίοδο. Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης, ο Μωάμεθ επέτρεψε την επανασύσταση του ορθόδοξου Πατριαρχείου, το οποίο έθεσε ως επικεφαλής, όλων των Ορθόδοξων χριστιανών, στις βαλκάνιες και μικρασιατικές επαρχίες της Αυτοκρατορίας του. Έτσι, το 1454 το Πατριαρχείο, και επομένως η Ορθόδοξη Εκκλησία, απέκτησαν πολύ πιο σταθερή και συστηματοποιημένη δύναμη στα τουρκικά εδάφη, απ’ όσο προηγουμένως. Μέχρι την καταστροφή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον Μωάμεθ, το Πα-τριαρχείο και η Εκκλησία ταυτίζονταν με τους εχθρούς των τουρκικών κρατών, και έτσι οι κληρικοί και οι περιουσίες της Εκκλησίας στα κατεκτημένα τουρκικά εδάφη θεωρούνταν δικαιωματική λεία για τους Τούρκους. Παρά τις πολύ ευνοϊκότερες όμως συνθήκες, που δημιουργήθηκαν μετά την κατάληψη της Κων/πολης από τον Μωάμεθ τον Πορθητή, αναφορικά με το Πατριαρχείο και τις εκκλησίες, πολλοί ήταν οι χρι-στιανοί των Βαλκανίων, που προσηλυτίστηκαν στον μωαμεθανισμό, τόσο πριν, όσο και μετά το 1453. Ο Σπ. Βρυώνης αναφέρει, πως οι τελευταίες μεγάλες πολιτισμικές μεταλλαγές στη λεκάνη της Μεσογείου σημειώθηκαν ταυτόχρονα, στις δυτικές και τις ανατολικές εσχατιές -τις δύο παραμεθόριες δηλαδή περιοχές- μεταξύ χριστιανικού και μουσουλ-μανικού κόσμου. Φαίνεται, πως και στις δύο περιπτώσεις διάφορα πολιτικο-στρατιωτικά γεγονότα έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο στη διαμόρφωση της πολιτισμικής εξέλιξης, στην Ιβηρική και στη μικρασιατική χερσόνησο. Η ισπανική επανάκτηση (reconquista), όχι μόνο εξάλειψε το μουσουλμανικό πολιτικό κράτος, από την Ιβηρική, αλλά επέφερε τον εκχριστιανισμό και τον εξισπανισμό του πληθυσμού. Από την άλλη, η τουρκική κατάκτηση προκάλεσε τον εξισλαμισμό και τον εκτουρκισμό των μικρασιατικών πληθυσμών και την καταστροφή της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η εξάλειψη της Ελληνικής γλώσσας στη Μικρά Ασία και της Αραβικής στην Ισπανία, συνοδεύτηκε από την απόπειρα να αποδοθούν τα Ισπανικά με Αραβικούς χαρακτήρες και τα Τουρκικά με το Ελληνικό αλφάβητο (Καραμανλήδικα). Πρόσφυγες από τις δύο περιοχές (δυτική και ανατολική μεσόγειο), έπαιξαν ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο στη διαμάχη μεταξύ του μωαμεθανισμού και του χριστιανισμού στη Μεσόγειο τον 15ο και τον 16ο αιώνα, ενώ έγιναν και φορείς ανταλλαγής, πάμπολλων πολιτιστικών και ειδικά μουσικών στοιχείων, όπως επί παραδείγματι τα σεφαραδίτικα τραγούδια των από την Ισπανία προερχομένων/εκδιωγμένων (1492) Εβραίων της Θεσ/νίκης. Έτσι λοιπόν βλέπουμε Έλληνες που εγκατέλειψαν τον τόπο τους μετά τις τουρκι-κές εισβολές και εγκαταστάθηκαν στην Ιταλία, ή άλλα μέρη της Δύσης, συχνά να πα-ροτρύνουν τους ηγεμόνες της Δύσης, να διοργανώσουν σταυροφορίες με σκοπό την καταστροφή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από την άλλη πάλι βλέπουμε, Ισπανούς μουσουλμάνους και Εβραίους, γεμάτους πικρία για τα δεινά που πέρασαν στην Ισπανία, να μεταναστεύουν στην Οθωμανική Αυτοκρατορία και ειδικά στην Θεσ/νίκη, η δε παρουσία τους εκεί, να συμβάλλει, στην καλλιέργεια του αντιχριστιανικού χαρακτήρα που προσέλαβε τελικά η οθωμανική επέκταση στην κεντρική Ευρώπη. Όπως προαναφέρθηκε, κατά το δεύτερο μισό του 13ου αιώνα, μεγάλο μέρος της βυζαντινής κοινωνίας της Ανατολής, είχε ήδη ζήσει κάτω από τους Τούρκους επί δύο αιώνες, με αποτέλεσμα την ενσωμάτωση του ελληνοχριστιανικού στοιχείου στη νέα ισλαμική κοινωνίας της Ανατολής. Επιπρόσθετα, πρέπει να σημειωθεί πως, σημαντική μερίδα του ελληνοχριστιανι-κού αυτού στοιχείου, είχε μεταβληθεί πολιτισμικά, παρόλο που η μεταβολή αυτή δεν είχε ακόμα, κατά τον 13ο αιώνα τουλάχιστον, αποφασιστική σημασία. Δεν πρέπει επίσης να ξεχνούμε ότι οι περισσότερες παραθαλάσσιες περιοχές της δυτικής και βόρειας Μ. Ασίας, βρίσκονταν ακόμα κατά μεγάλο μέρος στα χέρια των Χριστιανών, πράγμα που βοήθησε την υποστήριξη και την ενδυνάμωση του χριστιανικού στοιχείου στις περιοχές αυτές. Εν τούτοις, μεγάλο γεωγραφικό μέρος της Μικράς Ασίας βρισκόταν, είτε υπό τον άμεσο έλεγχο του Ικονίου των Σελτζούκων, ήδη επί δύο σχεδόν αιώνες, είτε υπό τουρκικό έλεγχο, ενώ μεγάλο μέρος της χριστιανικής κοινωνίας είχε υποστεί τις θύελλες του πολέμου, των εισβολών και της πολιτικής υποταγής. Η σημαντική αυτή αναταραχή διευκόλυνε πολύ τη διαδικασία της πολιτισμικής μεταβολής. Η μουσουλμανική θρησκεία είχε το αναντίρρητο πλεονέκτημα να είναι η θρησκεία των κατακτητών, ενώ ο χριστιανισμός έγινε η θρησκεία των ηττημένων. Οι παραδοσιακοί ισλαμικοί διοικητικοί, θρησκευτικοί, οικονομικοί θεσμοί και οργανισμοί, ήταν επίσημα αποδεκτοί και ενισχύονταν οικονομικά, και καθώς η διοίκηση των Σελτζούκων, τα ισλαμικά τζαμιά, οι μεντρεσέδες, τα ζαβίγια και τα χάνια εξαπλώθηκαν σε όλα τα εδάφη των Σελτζούκων, επηρέασαν και άρχισαν να διαμορφώνουν βαθμιαία την κοινωνία της Ανατολής σύμφωνα με τα ισλαμικά πρότυπα. Ο πλούτος που πήραν οι κατακτητές από τους ηττημένους χριστιανούς λειτούργησε σαν βάση, ενίσχυση και τροφή στην ανάπτυξη όλων αυτών των θεσμών. Οι χριστιανοί, απορροφήθηκαν στην ισλαμική κοινωνία με τον παραδοσιακό τρό-πο. Έπρεπε, να πληρώνουν φόρο για τα προϊόντα της γης τους, ή για τα κέρδη του μα-γαζιού τους, και έπρεπε επίσης να πληρώνουν τον τζίζιε, ή κεφαλικό φόρο. Επιπλέον, πρέπει ν’ αναφερθεί ότι, οι χριστιανοί αποτελούσαν την πλειοψηφία του αγροτικού πληθυσμού στα εδάφη των Σελτζούκων κατά τον 12ο και τον 13ο αιώνα. Η τακτική της επανεποίκησης των τουρκικών εδαφών με χριστιανούς αγρότες ήταν ιδιαίτερα σημαντική τον 12ο αιώνα. Τον 13ο αιώνα οι έγγειες περιουσίες των χριστιανών μεγαλογαιοκτημόνων, αλλά και των απλών αγροτών, αναφέρονται στα βακουφικά έγγραφα, όπου καθορίζονται τα όρια των έγγειων ιδιοκτησιών. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι τα έγγραφα αυτά συχνά αναφέρουν τα αμπέλια των χριστιανών και αυτό γιατί πράγματι, τα κρασιά της Καππαδοκίας και της Κιλικίας ήταν πολύ γνωστά κατά τη δεύτερη πενηνταετία του 13ου αιώνα, και το ίδιο φαίνεται να ίσχυε για τα κρασιά των χριστιανικών χωριών της περιοχής του Μπεησεχίρ τον 15ο αιώνα.

    ………………………
    ……………………..

  13. Βλάσης Αγτζίδης on

    ………………..
    ………………..
    Πολλοί Έλληνες χρησιμοποιούνταν ως οικιακοί δούλοι και υπάρχουν ενδείξεις ότι χρησιμοποιούνταν επίσης για να εκτελούν διάφορες εργασίες για λογαριασμό των κυρίων τους. Η εξέλιξη της αφομοίωσης εκφραζόταν όμως συμβολικά στα υψηλότερα κοινωνι-κά στρώματα, με τις επιγαμίες μελών της ελληνοχριστιανικής αριστοκρατίας, με μέλη της βασιλικής οικογένειας των Σελτζούκων. Ο Κιλίτζ Β’ Αρσλάν μάλιστα, παντρεύτηκε μία χριστιανή, την μετέπειτα μητέρα του σουλτάνου, Γκιγιάτ αλ Ντιν Α’ Καϊχουσράου. Ο σουλτάνος αυτός παντρεύτηκε επίσης Ελληνίδα, μέλος της αριστοκρατικής οικογένειας των Μαυροζώμηδων, ενώ ο Αλά αλ-Ντιν Α’ Καϊκουμπάντ πήρε στο χαρέμι του, την κόρη του χριστιανού κυβερνήτη του Καλονόρους-Αλάγια, κυρ Φαρίντ. Το χριστιανικό στοιχείο στην οικογένεια των σουλτάνων αυξήθηκε κατά τα μέσα του 13ου αιώνα, όταν δύο τουλάχιστον από τους γιους του Γκιγιάτ αλ-Ντιν Β’ Καϊχουσράου είχαν Χριστιανές μητέρες. Η μητέρα του Ιζ αλ-Ντιν, ήταν Ελληνίδα και η μητέρα του Αλά αλ-Ντιν Καϊκουμπάντ, ήταν Γεωργιανή. Όσο για τον αδελφό τους, τον Ρουκν αλ-Ντιν Κιλίτζ Αρσλάν Δ’, παρόλο που η μητέρα του ήταν, όπως φαίνεται, Τουρκάλα, ο ίδιος παντρεύτηκε χριστιανή. Οι γνώσεις μας σχετικά με τους μικτούς γάμους μεταξύ Σελτζούκων σουλτάνων και χριστιανών γυναικών είναι ελλιπείς, αλλά είναι βέβαιο ότι αυτό το έκαναν ήδη, οι Οθωμανοί σουλτάνοι, οι εγκατεστημένοι στη Βιθυνία, καθώς και μέλη της δυναστείας των Καραμανίδων και των Ντουλγαντιρογουλλαρί, καθώς και των Τούρκων πριγκίπων που είχαν στενές σχέσεις με το Ελληνικό κράτος της Τραπεζούντας. Υπάρχουν σκόρπιες αναφορές για μικτούς γάμους μεταξύ μελών της μουσουλμανικής και της χριστιανικής αριστοκρατίας. Ο Τατζ αλ-Ντιν Χουσεΐν, γιος του Σαχίμπ Φαχρ αλ-Ντιν Αλί, παντρεύτηκε την κόρη του Κιρχάνη (Κυργιάννη;) του Έλληνα θείου του Ιζ αλ- Ντιν Καϊκάους Β’. Ο ανιψιός του αυτοκράτορα Ιωάννη Β’ Κομνηνού, ο Ιωάννης Κομνηνός, παντρεύτηκε την κόρη του σουλτάνου και έγινε μουσουλμάνος. Τον 13ο αιώνα ο γιος του Περβανέ παντρεύτηκε μία νόθα κόρη του βασιλιά της Αρμενίας Χετούμ. Υπολογίζουμε ότι οι μικτοί γάμοι μεταξύ μελών της αριστοκρατίας ήταν κοινότερο φαινόμενο από ό,τι αποκαλύπτουν οι πηγές. Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε, ότι μικτοί γάμοι, γίνονταν σε αρκετά μεγάλη κλίμακα, ήδη από τις αρχές της τουρκικής κατοχής της Ανατολής και για αρκετούς αιώνες κατόπιν. Η Άννα Κομνηνή αναφέρεται στα παιδιά τέτοιων γάμων με το επίθε-το “μιξοβάρβαροι”, ενώ τον 12ο αιώνα, ο Βαλσαμών, αναφέρεται στα περίεργα έθιμά τους. Όταν ο Έλληνας ιστορικός Νικηφόρος Γρηγοράς, πέρασε από τη Βιθυνία, πη-γαίνοντας στη Νίκαια, κατά τα μέσα του 14ου αιώνα -μία γενιά δηλαδή μετά την κα-τάκτηση της Νίκαιας- παρατήρησε ότι τον πληθυσμό αποτελούσαν Έλληνες, μιξοβάρβαροι (Ελληνότουρκοι), και Τούρκοι. Έτσι, οι μικτοί γάμοι μεταξύ μουσουλμάνων και χριστιανών, σε όλα τα κοινωνικά στρώματα, έπαιξαν πολύ σημαντικό ρόλο στη συγχώνευση και την απορρόφηση του ελληνοχριστιανικού στοιχείου από τη μουσουλμανική κοινωνία, η οποία όμως γενεολογικά, άρχισε σιγά σιγά, να χάνει τα σκληρά μογγολικά χαρακτηριστικά της. Όταν οι Σελτζούκοι κατέλαβαν την Ανατολή, πήραν ουσιαστικά τα εδάφη όπου κατοικούσε και είχε την κύρια βάση της η βυζαντινή (Ελληνική και Αρμενική) αριστοκρατία των μεγαλογαιοκτημόνων. Σημαντικότατη, σε σχέση με τη μοίρα της βυζαντινής κοινωνίας, ήταν η αντιμετώπιση της νέας κατάστασης από τη μεγαλογαιοκτημονικη αυτή αριστοκρατία. Αναμφίβολα πολλοί εκπρόσωποι της τάξης αυτής έφυγαν και εγκαταστάθηκαν στη δυτική Μικρά Ασία, ή στις ευρωπαϊκές επαρχίες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Η παρουσία όμως μελών των αριστοκρατικών οικογενειών της Ανατολής στην υπηρεσία των Τούρκων κατά τους αιώνες της εξουσίας των Σελτζούκων και των Οθωμανών φανερώνει ότι, σημαντικό μέρος της Ελληνικής αριστοκρατίας συμβιβάστηκε λόγω αμοιβαίων συμφερόντων με τους Τούρκους. Οι κοσμικοί άρχοντες της ελληνοχριστιανικής κοινωνίας, ή έφυγαν από τη μου- σλουμανική Ανατολή, ή συμβιβάστηκαν με τους κατακτητές, δίνοντας έτσι παράδειγ-μα προς μίμηση σε όλες τις τάξεις της βυζαντινής κοινωνίας. Από τους αριστοκράτες που έμειναν στη μουσουλμανική Ανατολή, πολλοί παρέμειναν χριστιανοί για αρκετό καιρό, ενώ άλλοι γρήγορα εξισλαμίστηκαν. Οι χριστιανοί αυτοί κατέλαβαν θέσεις στις υπηρεσίες των μουσουλμάνων με διάφορους τρόπους. Άλλοι πάλι, εγκατέλειψαν τις πόλεις, ή τα φρούρια που είχαν αναλάβει να υπερα-σπιστούν και σε ανταλλαγή αυτής της πράξης, πήραν εκτάσεις γης και θέσεις από τους Τούρκους. Ο κυβερνήτης του Καλονόρους-Αλάγια, ο Κυρ Φαρίντ, παρέδωσε την πόλη στον σουλτάνο Αλά αλ-Ντιν Καϊκουμπάντ Α’, ο οποίος σε ανταμοιβή του έδωσε το εμιράτο του Ακσεχίρ μαζί με την κατοχή αρκετών χωριών. Ένας Έλληνας κυβερνήτης των περιοχών του Πόντου, ο Κασσιανός, παρέδωσε κι αυτός τα φρούριά του στους Δανισμένδες, με αντάλλαγμα μια θέση στην επικράτειά τους. Πιο συχνά αναφέρονται από σύγχρονους ιστορικούς περιπτώσεις Ελλήνων, που έφυγαν για να γλιτώσουν από την οργή των διαφόρων αυτοκρατόρων, ή απλά στασία-σαν κατ’ αυτών και έτσι ζήτησαν -και βρήκαν τελικά- καταφύγιο, σε Τούρκους σουλ-τάνους ή πρίγκιπες. Ορισμένοι απ’ αυτούς παρέμειναν στην υπηρεσία των Τούρκων προσωρινά μόνο, ενώ άλλοι, όπως ο Ιωάννης Κομνηνός, ή η οικογένεια των Γαβράδων, εγκαταστάθη-καν μόνιμα στα εδάφη των Σελτζούκων. Ο πρώτος, όπως αναφέραμε πιο πάνω, αυτο-μόλησε στους Τούρκους λόγω της προστριβής του με τον θείο του, αυτοκράτορα Ιωάννη Β’ Κομνηνό. Έγινε μουσουλμάνος και παντρεύτηκε την κόρη του σουλτάνου. Μεγαλύτερο ενδιαφέρον, παρουσιάζει η ιστορία της οικογένειας των Γαβράδων, μέλη της οποίας ήταν στενά συνδεδεμένα με την υπεράσπιση της Τραπεζούντας και των περιχώρων της, εναντίον των Τούρκων εισβολέων τον 11ο αιώνα. Ένας Γαβράς μάλιστα μαρτύρησε για την πίστη του. Όταν όμως η οικογένεια έγινε η ισχυρότερη στην Τραπεζούντα κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Αλεξίου Α’, ο αυτοκράτορας δεν της είχε πια εμπιστοσύνη. Γι’ αυτό, δεν πρέπει να μας ξαφνιάζει το γεγονός ότι τελικά, μέλη της οικογένειας υπηρετούσαν στους Σελτζούκους τον 12ο αιώνα. Ο Κίνναμος μάλιστα γράφει ότι, κατά τη διάρκεια μιας από τις πρώτες εκστρατείες του Μανουήλ Κομνηνού κατά των Τούρκων, σκοτώθηκε κάποιος Γαβράς, που είχε μεγάλη θέση στο στρατό του σουλτάνου. Ήταν Έλληνας αλλά είχε μεγαλώσει με τους Τούρκους που τον είχαν κάνει εμίρη. Η οικογένεια εξακολούθησε να είναι σημαντική μέχρι τα τέλη της βασιλείας του Κιλίτζ Β’ Αρσλάν. Μέλος της στην αυλή του σουλτάνου πρότεινε τους όρους της συμφωνίας ειρήνης με τον Μανουήλ Κομνηνό μετά τη μάχη στο Μυριοκέφαλο το 1176. Ο Γαβράς αυτός ήταν πιθανόν ο αμίρ-ι-χατζίμπ του σουλτάνου, ο Ιχτιγιάρ αλ-ντιν Χασάν ιμπν Γαβράς. Λόγω του εμφύλιου πολέμου που ο Γαβράς προκάλεσε μεταξύ του Κιλίτζ Αρσλάν και του γιου του σουλτάνου που κυβερνούσε τη Σεβάστεια, ο σουλτάνος τον έδιωξε από την υπηρεσίας του. Ο Γαβράς συγκέντρωσε τους γιους, τους συγγενείς, τους υπηρέτες του και 200 έφιππους στρατιώτες και αποσύρθηκε στην πεδιάδα του Κανγιούκχ. Ο γιος του σουλτάνου έστειλε του Τουρκομάνους να τους επιτεθούν, και έτσι σκοτώθηκαν ο Γαβράς και οι γιοι του. Ο Βαρεβραίος, κατέγραψε ενδιαφέρουσες λεπτομέρειες του επεισοδίου: “Και κατακρεούργησαν τα άκρα του, και τον κάρφωσαν στις μύτες των κονταριών, και τον περιέφεραν στη Σεβάστεια την ημέρα της εορτής του Σταυρού”. Λόγω των διαφόρων αυτών συγκυριών, αρκετοί Έλληνες χριστιανοί και Έλληνες αποστάτες, τάχτηκαν πλάι-πλάι με τους Τούρκους, τους Άραβες και τους Πέρσες, στην αυλή των Τούρκων, στη διοίκηση και τον στρατό. Είναι πολύ δύσκολο να υπολογίσουμε τον ρόλο που έπαιξαν και την επιρροή που είχαν, επειδή οι πληροφορίες που μας δίνουν οι πηγές κάθε άλλο παρά αρκετές είναι. Δεν υπάρχει όμως αμφιβολία ότι η ομάδα αυτή των Ελληνοχριστιανών και αποστατών έπαιξε σημαντικό ρόλο στη γεφύρωση του χάσματος μεταξύ των κατακτητών και των ηττημένων, μπορεί μάλιστα να έπαιξε και κάποιο ρόλο στην εξοικείωση των κατακτητών με τα ήθη και τα έθιμα της κοινωνίας της Ανατολής. Είναι, και πάλι, δύσκολο να καταλήξουμε σε λεπτομερή συμπεράσματα, όχι μόνο επειδή τέτοια είναι η φύση των πηγών αλλά και επειδή με το πέρασμα του καιρού τα χαρακτηριστικά της ισλαμικής κοινωνίας που επικράτησε στη κοινωνία της Ανατολής επικάλυψαν ό,τι άλλο σχετικό μπορεί να προϋπήρχε. Στον κυβερνητικό και τον στρατιωτικό τομέα, οι χριστιανοί απορροφήθηκαν αμέ-σως -αν και σε μικρότερη κλίμακα- με τον θεσμό αρχικά του γκιουλάμ των Σελτζού-κων και κατόπιν του παιδομαζώματος/γυρίσματος (devsirme) των Οθωμανών, που είχε σαν συνέπεια, την πρόσληψη προσήλυτων δούλων στον στρατό, τη γραφειοκρατία και την Αυλή των διαφόρων μουσουλμανικών κρατών της Ανατολής. Η εφαρμογή του γκιουλάμ- devsirme από τους Σελτζούκους και τους οθωμανούς καθιερώθηκε επειδή κληρονόμησαν τις παραδοσιακές μουσουλμανικές μορφές διακυβέρνησης, αλλά και επειδή έβρισκαν πληθώρα διαθέσιμων χριστιανών νέων στην Ανατολή, είτε στα δικά τους εδάφη, είτε στις γειτονικές περιοχές των Ελλήνων και των Αρμενίων. Πάντως, πρέπει να σημειωθεί ότι, η λογική της εκπαιδεύσεως των νέων, των κατεκτημένων λαών, προκειμένου να ενταχθούν στον στρατό και την γραφειοκρατία της αυτοκρατορίας, δεν ήταν άγνωστος, ούτε στους βυζαντινούς, οι οποίοι είχαν τόσο τους Νεωτέρους, όσο και τους εκχριστιανισμένους Τούρκους, τους γνωστούς Τουρκόπουλους, ( π.χ ο τούρκος χριστιανός Κουτλουμούς κτήτωρ της μονής Κουτλουμουσίου αγ. Όρους ) αλλά ούτε και παλαιότερα στους Ρωμαίους, με τους Juniors. Υπάρχουν ενδείξεις ότι οι Τούρκοι στρατολογούσαν αγόρια και νέους από τους χριστιανούς της Ανατολής καθ’ όλο το διάστημα, από τον 11ο έως και τον 17ο αιώνα. Κατά τα τέλη του 11ου αιώνα, οι Τούρκοι άρπαζαν τ’ αγόρια από τις ελληνικές πό-λεις, μεταξύ του Δορυλαίου κα του Ικονίου, και την ίδια εποχή ο εμίρης των Σαμοσά- των, ο Μπαλντούχ πήρε επίσης τα παιδιά των χριστιανών κατοίκων της πόλης. Μετά την κατάκτηση της Αντιόχειας (το 1085), οι Τούρκοι, είχαν ελλείψεις στο στρατό τους και γι’ αυτό χρησιμοποίησαν Αρμένιους και Έλληνες νέους που τους ανάγκασαν να εξισλαμιστούν. Από τον 13ο αιώνα εφαρμόζονταν οι παραδοσιακές μέθοδοι στρατολόγησης, που εμφανίζονται πια με μεγαλύτερη σαφήνεια στις σύγχρονες μαρτυρίες. Η κύρια πηγή νέων φαίνεται να ήταν η “εμπόλεμος περιοχή”, επειδή οι Σελτζούκοι έκαναν σε μεγάλη έκταση πόλεμο και επιδρομές κατά των Ελλήνων της Τραπεζούντας και της Νίκαιας, κατά των Αρμενίων της Κιλικίας, κατά των Γεωργιανών του Καυκάσου και κατά των κατοίκων της Κριμαίας. Κατά τις επιδρομές και τις εκστρατείες αυτές, οι σουλτάνοι ασκούσαν το δικαίωμά τους επί του ενός πέμπτου των λαφύρων, σύμφωνα με τον νόμο του γκανιμάτ. Τα γκιουλάμ σχηματίζονταν από νέους που τους έπαιρναν ως δώρο, η που πιθα-νόν τους αγόραζαν, η με εκούσια αποστασία νέων, η ομήρων που έπαιρναν οι Τούρκοι από τους εχθρούς. Τέτοιο παράδειγμα έχουμε κατά τη βασιλεία του Αλά αλ-Ντιν Α’ Καϊκουμπάντ όταν, μετά την κατάληψη της Σουδαίας στην Κριμαία, οι Τούρκοι πήραν ομήρους τους γιους των αρχόντων. Τον 14ο αιώνα οι Τουρκομάνοι, στις επιδρομές τους σε βυζαντινά εδάφη της δυτικής Μικράς Ασίας, άρπαζαν τα παιδιά των Ελλήνων χριστιανών, ενώ στην ανατολική Μικρά Ασία, η Σεβάστεια (Σίβας) είχε σημαντικό σκλαβοπάζαρο όπου πουλούσαν νέους. Αίτηση του 1456, που απεύθυναν οι Έλληνες της δυτικής Μικράς Ασίας στους Ιππότες της Ρόδου, φανερώνει ότι οι Τούρκοι εξακολουθούσαν να αρπάζουν τα παιδιά των χριστιανών: “… Εμείς, οι φτωχοί δούλοι σας… που κατοικούμε στην Τουρκία… πληροφορούμε την αφεντιά σας ότι ο Τούρκοι μας ενοχλούν πάρα πολύ και ότι αρπάζουν τα παιδιά μας και τα κάνουν μουσουλμάνους… Γι’ αυτό, σας ικετεύουμε να συμβουλέψετε τον αγιότατο Πάπα να στείλει τα πλοία του να μας πάρουν μαζί με τις γυναίκες και τα παιδιά μας μακριά από εδώ, γιατί υποφέρουμε πάρα πολύ από τους Τούρκους. [Κάντε το] για να μη χάσουμε τα παιδιά μας, και επιτρέψετέ μας να έρθουμε στα δικά σας εδάφη, να ζήσουμε και να πεθάνουμε εκεί ως υπήκοοί σας. Αλλά αν μας αφήσετε εδώ, θα χάσουμε τα παιδιά μας και εσείς θα πρέπει να δώσετε λόγο στον Θεό γι’ αυτό.”. Μετά την κατάκτηση της Τραπεζούντας από τον Μωάμεθ B’ το 1461, οι Τούρκοι πήραν αρκετούς Έλληνες νέους για το σώμα των Γενιτσάρων, αλλά και για υπηρεσίες στο παλάτι, ενώ κατά την ίδια εποχή πήραν αγόρια από τη Νέα Φώκαια στη δυτική Μικρά Ασία. Κατά τον 16ο και τον 17ο αιώνα το οθωμανικό παιδομάζωμα φαίνεται ότι εφαρμοζόταν εκτεταμένα στην Ανατολή, και ο κατάλογος των περιοχών από τις οποίες οι Τούρκοι έπαιρναν παιδιά είναι εντυπωσιακός, αφού περιελάμβανε, την Τρα-πεζούντα, το Μαράς, την Προύσα, τη Λεύκη, τη Νίκαια (Ιζνίκ), το Καΐσερι (Καισά- ρεια), το Τοκάτ (Ευδοκιάδα), το Μιχαλίτς, το Εγριντίρ, το Γκεμλίκ, το Κοτζαϊλί, το Μπολού, την Κασταμώνα, τα Ευχάιτα (Τσόρουμ), την Σαμψούντα, τη Σινώπη, την Αμάσεια, τη Μελιτηνή (Μαλάτια) το Καραχισάρ, το Αραπκίρ, το Ντζεμισκεζέκ, το Ντζίζρι, τη Σεβάστεια (Σίβας), τη Θεοδοσιούπολη (Ερζερούμ), την Άμιδα (Ντιγιαρ- μπακίρ), το Κεμάχ, το Μπαϊμπουρτ, τη Νίγδη, το Μπεησεχίρ, το Καραμάν, το Ζουλ- καντριγιέ, το Μπιλετζίκ, το Μπατούμ, το Σις, την Κιουτάχεια, το Μανιάς και βεβαίως την Βαλκανική, επειδή δε εξαιρούσαν τα παιδιά των εξισλαμισθέντων Βοσνίων, οι Βόσνιοι διαμαρτυρήθηκαν, ζητώντας να παίρνουν και τα παιδιά τους, προκειμένου αυτά να τύχουν κάποιας καλύτερης τύχης, μέσα από τις τάξεις των αξιωματικών του στρατού των γενιτσάρων. Οι νέοι αυτοί απομακρύνονταν από το γνώριμο τους πολιτισμικό και οικογενεια-κό περιβάλλον, προσηλυτίζονταν στον μουσουλμανισμό, συχνά μορφώνονταν σε ειδικά σχολεία, και κατόπιν εγγράφονταν σε ειδικές στρατιωτικές μονάδες, η έπαιρναν θέσεις στην Αυλή, ή τη γραφειοκρατία. Υπάρχουν όμως και πολλά παραδείγματα νέων, που διατηρούσαν έντονες μνήμες και σχέσεις με το παρελθόν τους, συχνά δε έπαιρναν και τους γονείς τους μαζί, προκειμένου να τους αποκαταστήσουν σε καλύτερα σπίτια κ.λπ.17 Το σύστημα αυτό, των σκλάβων-διοικητικών λειτουργών και σκλάβων-στρατιω- τών, φαίνεται ότι εξακολούθησε να εφαρμόζεται αδιάσπαστα στην Ανατολή από την πρώτη εμφάνιση των Τούρκων μέχρι την Οθωμανική εποχή. Είναι δύσκολο να υπολογίσουμε πόσοι χριστιανοί αποτέλεσαν μέρος του συστήματος και έγιναν έτσι μουσουλμάνοι. Οπωσδήποτε ο αριθμός ήταν μικρός, αν εξετάσουμε την κάθε εποχή ξεχωριστά, όμως το σύστημα στο σύνολο του, πρέπει να επηρέασε κάπως τους χριστιανούς στο θέμα του προσηλυτισμού τους κατά το διάστημα των αιώνων. Σε σύγχρονη πηγή διαβάζουμε ότι, μετά την πτώση του Χλιάτ (περίπου το 1231), στρατιωτικό σώμα που το αποτελούσαν 1.000 βασιλικοί γκιουλάμ, έμεινε στην πόλη για να επιβλέπει την κατάσταση εκεί, ενώ αλλού βρίσκουμε αναφορά για 500 σερχένκ. Οι Τούρκοι πήραν 800 νέους Έλληνες από την Τραπεζούντα μετά την πτώση της, και άλλους 100 από τη Νέα Φώκαια. Από τους πιο διάσημους ελληνικής καταγωγής γκιουλάμ του 13ου αιώνα, ήταν ο Τζαλάλ αλ-Ντιν Καρατάι ιμπν Αμπντουλάχ, ο Αμίν αλ-Ντιν Μικαήλ, και ο Σαμς αλ-Ντιν Χας Ογούζ. Ο Καρατάι εμφανίζεται ως σημαντικό πρόσωπο στις σελίδες του Ιμπν Μπίμπι, του Καρίμ αλ-Ντιν Μαχμούντ και του Εφλακί, που διηγούνται ότι παρά την Ελληνική καταγωγή του, ήταν προικισμένος με ασυνήθιστα χαρίσματα. Σε διάφορες εποχές, κατά τη βασιλεία του Αλά αλ-Ντιν Α’ Καϊκουμπάντ και των διαδόχων του, κατείχε τις σημαντικές θέσεις του ναίμπ, του αμιρί νταβέτ, του αμιρί ταστχανέ και του χιζνενταρί χας. Ήταν δηλαδή, ένας από τους τέσσερεις στύλους του κράτους και έπαιζε έτσι σημαντικό ρόλο, στη λήψη αποφάσεων σχετικά με θέματα διαδοχής στο σουλτανάτο και του διορισμού βεζύρηδων και άλλων αξιωματούχων. Ο τίτλος του (ατάμπεης) φανερώνει ότι ήταν δάσκαλος των πριγκίπων, και ορι-σμένες σκόρπιες πληροφορίες αποκαλύπτουν τη στενή σχέση του με τους σουλτάνους. Ήταν πολύ θρήσκος (ο περίφημος σείχης Σουχραβάρντι τον μύησε για να γίνει μουρίντ (δερβίσης), και στενά συνδεδεμένος με τον κύκλο του Τζαλάλ αλ-ντιν Ρουμί. Ζούσε ασκητικά (λέγεται ότι δεν έτρωγε κρέας και ότι απείχε απ’ τις χαρές του γάμου), ήταν γενναιόδωρος, ευεργέτης μουσουλμανικών ιδρυμάτων και κτισμάτων και επιχορήγησε το χτίσιμο του περίφημου μεντρεσέ στο Ικόνιο και του καραβανσαράι 50 χιλιόμετρα ανατολικά της Καισάρειας (Κάισερι). Άλλος σημαντικός αξιωματούχος προέλευσης γκιουλάμ ήταν ο Αμίν αλ-Ντιν Μι- καήλ, που υπηρέτησε ως ναίμπ αλ χάντρα του σουλτάνου Ρουκν αλ-Ντιν κατά τη δεύτερη πενηνταετία του 13ου αιώνα. Οι λίγες πληροφορίες των σύγχρονων πηγών, είναι εν τούτοις αρκετές, για να φανερώσουν ότι έπαιξε πολύ σημαντικό ρόλο στην οικονομική διοίκηση των Σελτζούκων. Ήταν μουσουλμάνος, Ελληνικής καταγωγής, δούλος του Σαντ αλ-Ντιν Αμπού Μπακρ αλ-Αρνταμπίλι. Ο Αμίν αλ-Ντιν ευθύνεται για την μεταρρύθμιση στον οικονομικό μηχανισμό του σελτζουκικού κράτους στην Ανατολή, ήταν δε γενικά γνωστός για την πολυμάθειά του. Σκοτώθηκε όταν ως ναίμπ, υπερασπίστηκε το Ικόνιο εναντίον του Τζιμρί και των Τουρκομάνων Καραμανίδων του 1278. Από το σύστημα των γκιουλάμ αναδείχθηκε επίσης τον 13ο αιώνα ο Σαμς αλ-Ντιν Χας Ογούζ. Ο Ιμπν Μπίμπι γράφει ότι, ήταν δούλος Ελληνικής καταγωγής, ότι είχε λαμπρό λογοτεχνικό ύφος, και ότι τα καλλιγραφήματά του έλαμπαν σαν περιδέραιο με πολύτιμους λίθους. Ως αποτέλεσμα του γκιουλάμ και του devsirme, οι νέοι αυτοί είχαν εντελώς προ-σαρμοσθεί στη ζωή της Ανατολής, πράγμα που φανερώνεται και από την τεράστια προσφορά τους στη στρατιωτική, διοικητική, θρησκευτική και πολιτισμική ζωή της. Παρόλο που δεν είχαν μουσουλμανική προέλευση, -αν αφαιρέσουμε τους Βόσνιους-, είχαν εντούτοις πλήρως αφομοιωθεί, και στο διάστημα πολλών αιώνων συνέβαλαν στην ποσοτική και ποιοτική ενίσχυση των μουσουλμάνων εις βάρος των χριστιανών, παρότι οι πηγές αναφέρουν ότι είχαν συνείδηση της καταγωγής και της προελεύσεώς τους, αυτοαποκαλούντο με τα χριστιανικά τους ονόματα, συχνά δε έπαιρναν μαζί και τους γονείς τους, προκειμένου να τους εγκαταστήσουν σε αρχοντικά σπίτια στις μεγάλες πόλεις που υπηρετούσαν. Εκτός από τους γκιουλάμ και τους γενιτσάρους, πρέπει να πούμε, ότι αρκετοί Έλληνες εμφανίζονται με τον τίτλο του Εμίρη, όπως προείπαμε μάλιστα, κάποιος Γα-βράς, είχε τον τίτλο αυτό στις αρχές του 12ου αιώνα, όπως και ο Μαυροζώμης που αργότερα πήρε την ύψιστη θέση στο βασίλειο τον 13ο αιώνα. Ο γιος του Μαυροζώμη είχε επίσης κάποια θέση (άγνωστο ακριβώς ποια) στην Αυλή των Σελτζούκων. Ένας εμίρης, με το όνομα Κωνσταντίνος, στο Ισκιλίμπ, και ένας άλλος, με το όνομα Ασάντ αλ-Ντάουλα Κωνσταντίνος, στην Καισάρεια (Καΐσερι), αναφέρονται στα βακούφια του 13ου αιώνα. Το έγγραφο σχετικά με τα θρησκευτικά ιδρύματα του Σαμς αλ-Ντιν Αλτούν Αμπά καταγράφει τα ονόματα Ελλήνων αριστοκρατών που είχαν κτηματική περιουσία στην περιοχή του Ικονίου. Ενδιαφέρον είναι ότι δύο απ’ αυτούς είχαν βυζαντινούς τίτλους. Ο γιος του Μαύρου, πατρίκιος Μιχαήλ, και ο γιος του πατρίκιου Ιωάννη. Ένας εμίρης επίσης, ονόματι Τορνίκ του Τοκάτ, που μπορεί να ήταν μέλος της βυζαντινής οικογένειας των Τορνίκηδων, αναφέρεται τον 13ο αιώνα. Ο Κυρ Φαρίντ διοικούσε το εμιράτο του Ακσεχίρ. Στην ίδια Αυλή ο Ιχτιγιάρ αλ-Ντιν Χασάν ιμπν Γαβράς ήταν αμίρ-ι-χατζίμπ κατά τη βασιλεία του Κιλίτζ Β’ Αρσλάν, όπως προείδαμε. Τον επόμενο αιώνα ο Κυρ Κεντίντ, Έλληνας θείος του Ιζ αλ-Ντιν B’ Καϊκάους, ήταν σαραμπσαλάρ, και παρόλο που ο άλλος θείος του έπαιξε επίσης σημαντικό ρόλο στην Αυλή, δεν έχουμε ενδείξεις σχετικά με την επίσημη θέση του. Φαίνεται ότι υπήρχε ελληνική Υπηρεσία στην Αυλή του σουλτάνου, όπως βέβαια θα περίμενε κανείς, εφόσον ήταν σημαντικές οι εξωτερικές και εσωτερικές σχέσεις με τους ελληνόφωνους. Οι υπάλληλοι της Υπηρεσίας αυτής, γνωστοί με τον βυζαντινό τίτλο νοταράν, ήταν υπεύθυνοι για τη σύνταξη των όρων της συνθήκης μεταξύ του σουλτάνου και του ηγέτη της Τραπεζούντας όταν κατακτήθηκε η Σινώπη το 1214. H ελληνική αυτή Υπηρεσία, ή τουλάχιστον οι Έλληνες νοτάριοι, διατηρήθηκαν όχι μόνο κατά τη διάρκεια της διοίκησης των Σελτζούκων, αλλά και σε ορισμένα από τα εμιράτα που διαδέχθηκαν το κράτος των Σελτζούκων. Τα λιγοστά έγγραφα που έχουν διασωθεί από την ελληνική αυτή Υπηρεσία των Σελτζούκων αναφέρονται κυρίως στον καθορισμό των εμπορικών σχέσεων μεταξύ Κύπρου και Ανατολής. Κατά καιρούς εμφανίζονται επίσης Έλληνες και ως πρέσβεις των σουλτάνων. Στις εμπορικές συναλλαγές με την Κύπρο, ως Σελτζούκος πρέσβης, εμφανίζεται κάποιος κυρ Αλέξιος, ενώ πριν την περίφημη επίσκεψή του στην Κωνσταντινούπολη τον 12ο αιώνα, ο Κιλίτζ Αρσλάν, έστειλε τον χριστιανό καγκελάριο του, Χριστόφορο, να προετοιμάσει το έδαφος. Επίσης, στις πηγές νημονεύεται κι ένας Έλληνας, φορολογικός υπάλληλος και δι-κηγόρος, στη Μελιτηνή του 1190, ο λεγόμενος Παπα-Μιχαήλ, ο οποίος ήταν υπεύθυ-νος για την είσπραξη των φόρων, καθώς και δύο Έλληνες μουσικοί από την Ρόδο, στην Αυλή του σουλτάνου. Επ’ ευκαιρία της παραπάνω αναφοράς, στους Ροδίτες μουσικούς, πρέπει ν’ ανα-φέρουμε πως η μουσική ετιμάτο ιδιαιτέρως, ήδη από την αρχαιότητα στην Μ. Ασία, ως θύρα πνευματικής έμπνευσης, όπως εξάλλου και ο χορός, ως πηγή έκστασης και θεϊκής κατάληψης. Ο Όλυμπος της Μυσίας υπήρξε ο πατέρας της λυδικής αρμονίας και ο Μαρσύας του φρυγικού τρόπου και των δίδυμων αυλών. Οι Καππαδόκες χειρι-ζόντουσαν την έγχορδη “Νάβλα”, εκεί που πολύ αργότερα ήχησε ο αυλός των Μεβλεβί δερβίσηδων (το νέυ η νάυ). Οι Μεσσαλιανοί, οι οποίοι εξαπλώθηκαν στην Ανατολία καθ’ όλον τον Μεσαίωνα, ονομαζόντουσαν και Χορευτές, επειδή ασκούνταν σ’ ένα είδος τελετουργικού χορού πυθαγορικής λογικής, όπως έκαναν και οι “Περιστρεφόμενοι Μεβλεβί Δερβίσηδες”. Βυζαντινοί εμφανίζονται επίσης ως αξιωματικοί στον στρατό του σουλτάνου, ενώ ο εμίρης Μαυροζώμης, έπαιξε σημαντικό ρόλο στις εκστρατείες κατά της αρμενικής Κιλικίας, στις αρχές του 13ου αιώνα. Ο Ιμπν Μπίμπι επίσης, αναφέρεται σε πέντε αδελφούς από την Αυτοκρατορία της Νίκαιας, τους Αουλάντ-ι-Φερνταχλί, σε μία από τις εκστρατείες του σουλτάνου στη Συρία. Ο Μιχαήλ Παλαιολόγος, υπηρέτησε ως κοντόσταυλος, υπεύθυνος για τα χριστια-νικά στρατεύματα του σουλτάνου, μετά τη φυγή του από το βασίλειο των Λασκάρεων. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι οι Σελτζούκοι ηγεμόνες συχνά χρησιμοποιούσαν χριστιανικά στρατεύματα, και συγκεκριμένα αναφέρονται Έλληνες, Φράγκοι, Γεωργιανοί, Αρμένιοι, Ρώσοι και Γερμανοί. Υπήρχε σώμα που αποτελούνταν από 3.000 Φράγκους και Έλληνες στον στρατό του σουλτάνου στο Κιοσέ Νταγ το 1243. Τα χριστιανικά στρατεύματα προέρχονταν όμως, από δύο κυρίως περιοχές, από τα εδάφη του Βυζαντίου και από τα εδάφη του σουλτάνου. Όταν ο Ιζ αλ-Ντιν Β’ Καϊκάους, γλύτωσε από τις εισβολές των Μογγόλων, ζήτησε καταφύγιο στα εδάφη των Λασκαρέων. Αφού οι Μογγόλοι αποσύρθηκαν, βρήκε την ευκαιρία και στρατολόγησε 400 Έλληνες και ξαναπήρε το Ικόνιο. Όταν οι συνθήκες στη Βιθυνία επιδεινώθηκαν κατά τη δεύτερη πενηνταετία του 13ου αιώνα, οι Ακρίτες προσέφεραν τις υπηρεσίες του στους Τούρκους. Επίσης φαίνεται, πως σύνηθες φαινό-μενο ήταν, η στρατολόγηση Ελλήνων χριστιανών, υπηκόων του σουλτάνου, είναι δε αρκετά πιθανόν οι στρατιώτες αυτοί, με τον καιρό να εξισλαμίζονταν. Επειδή η Βυζαντινή Ανατολή ήταν σχετικά ανεπτυγμένη, με ανθηρό εμπόριο, βιο-τεχνία και γεωργία, δεν μας παραξενεύουν οι σκόρπιες, αλλά σημαντικές αναφορές σε Έλληνες, Σύρους και Αρμένιους, σε σχέση με την οικονομική ζωή της Ανατολής. Καθώς το κράτος των Σελτζούκων αναπτυσσόταν και εξελισσόταν, κατά τα τέλη του 12ου και τον 13ο αιώνα, οι χριστιανοί αγρότες, έμποροι και τεχνίτες που είχαν παρα-μείνει στην Ανατολή, έπαιζαν όλο και πιο δυναμικό ρόλο στην αναπτυσσόμενη οικο-νομική ζωή των μουσουλμάνων της χερσονήσου. Αυτή την πραγματικότητα απεικονίζουν οι αναφορές του Μάρκο Πόλο τον 13ο αιώνα: “Τις άλλες δύο τάξεις αποτελούν οι Αρμένιοι και οι Έλληνες, που ζούνε ανάμικτοι με τους άλλους (δηλαδή του Τουρκομάνους) σε πόλεις και χωριά, και που ασχολούνται με το εμπόριο και τη βιοτεχνία. “ Παρόλο που δεν υπάρχουν ειδικές πηγές, σχετικά με την οικονομική ζωή των χρι-στιανών στη μουσουλμανική Ανατολή, εν τούτοις, κάποιες σκόρπιες αναφορές, φανερώνουν ότι οι χριστιανοί, είχαν ενεργά αφομοιωθεί με την οικονομική ζωή της σελτζουκικής Ανατολής στα τέλη του 12ου και κατά τον 13ο και τον 14ο αιώνα, ενώ οι Έλληνες έμποροι του Ικονίου, διέσχιζαν τις περιοχές από την πρωτεύουσα των Σελτζούκων ως την Κωνσταντινούπολη συνεχώς. Οι Έλληνες έμποροι της λίμνης Πουσγούση, διατηρούσαν στενούς οικονομικούς δεσμούς με το Ικόνιο και πιθανόν να συμμετείχαν στο εμπόριο μεταξύ Ικονίου και Χώνων, κατά τη μεγάλη εμποροπανήγυρη του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Όπως αναφέρει και ο Σ. Βρυώνης, καραβάνια χριστιανών ταξίδευαν από το Ικόνιο στην Κιλικία μέχρι και το 1276. Επικουρικά πρέπει να σημειωθεί, πως υπάρχουν μαρτυρίες, ότι μαζί με τους μου-σουλμάνους αρχιτέκτονες, εργάζονταν και χριστιανοί αρχιτέκτονες, καθώς και εξισλαμισμένοι. Ο γνωστότερος ίσως χριστιανός αρχιτέκτονας, ήταν ένας Έλληνας από το Ικόνιο, ο Καλογιάν αλ-Κουνεβί, που εργάστηκε στο Ιλγκίν Χαν το 1267-1268 και που τρία χρόνια αργότερα, έχτισε το Γκιούκ Μεντρεσέ στη Σεβάστεια (Σίβας), το 1271. Το 1222, ο Έλληνας αρχιτέκτονας Θυριανός, έκτισε το τζαμί στο χωριό Νιντίρ Κιόι, κοντά στο Ακσεχίρ (Φιλομήλιο). Κάποιος Σεβαστός επίσης, πήρε μέρος στην ανοικοδόμηση των τειχών της Σινώπης το 1215, μετά την κατάκτησή της από τους Έλληνες. Ο δε Μεβλανά Τζαλάλ αλ-Ντιν Ρουμί, προσέλαβε Έλληνα αρχιτέκτονα για να χτίσει ένα τζάκι στο σπίτι του. Μάλιστα, μία από τις ιστορίες του μυθικού έργου, του Χατζή Μπεκτάς, Βιλαγετναμέ, έχει για κεντρικό ήρωα έναν Έλληνα αρχιτέκτονα, τον Νικομηδιανό, που ήταν φαίνεται φημισμένος στην Αυλή του οθωμανού σουλτάνου Ορχάν Α’. Στις επιγραφές σε πολλά τζαμιά, χάνια, τούρβες και άλλα παρόμοια κτίρια, τα ονόματα φανερώνουν ότι ορισμένοι αρχιτέκτονες ήταν εξισλαμισμένοι. Τέτοιος ήταν ο διάσημος Κελούκ ιμπν Αμπντουλλάχ (πιθανόν αρμενικής καταγωγής), που έχτισε τον Ιντζέ Μιναρέ, το Ναλίντζι Τουρβέ, και το τζαμί κοντά στην πύλη των Λαράνδων στο Ικόνιο. Έλληνες χτίστες επίσης, εμφανίζονται στα ανέκδοτα που καταγράφει ο Εφλακί για τον Μεβλανά Τζαλάλ αλ-Ντιν Ρουμί. Έλληνες εργάτες μάλιστα έφτιαξαν το πλακόστρωτο της αυλής του, και σ’ ένα άλλο επεισόδιο, ο Ρουμί εξηγεί γιατί είναι προτιμότερο να έχει κανείς Έλληνες αντί για Τούρκους χτίστες. Υπήρχαν ακόμα Έλληνες ζωγράφοι, όπως φανερώνουν τα παραδείγματα του διάσημου Καλογιάννη και του Αιν αλ-Ντάουλα Ρουμί, που ήταν στενά συνδεδεμένοι με τον κύκλο του Μεβλανά Τζαλάλ αλ-Ντιν Ρουμί και την σουλτανική Αυλή. Ο Εφλακί περιγράφει τον Αιν αλ-Ντάουλα (που προσηλυτίστηκε στο Ισλάμ από τον Ρουμί) ως δεύτερο Μάνη. Η γυναίκα του σουλτάνου, η Γκουρντζί Χατούν, του ζήτησε να ζωγραφίσει πολλά πορτραίτα του Μεβλανά Τζαλάλ αλ-Ντιν Ρουμί, ώστε να έχει την εικόνα του μαζί της ακόμα και όταν εκείνη ταξίδευε μακριά από το Ικόνιο. Η παράδοση της εικονογρα-φίας επιβίωσε μεταξύ των Ελλήνων Χριστιανών της Μικράς Ασίας μέχρι τις σχετικά πρόσφατες μέρες, ενώ πάμπολλοι ήταν οι εξισλαμισμένοι που ασχολήθηκαν με την τεχνοτροπία της ισλαμικής μινιατούρας (ζωγραφιάς), όπου σε πολλές απεικονίσεις, παρουσιάζονται οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, ως μουσουλμάνοι, ενώ δεν λείπουν και μουσικές απεικονίσεις, που δείχνουν μουσικά όργανα, ορχήστρες και χορούς. Μάλιστα οι απεικονίσεις αυτές, της τεχνοτροπίας της μινιατούρας, αποτελούν και πηγές για την μελέτη της κλασσικής οθωμανικής μουσικής. Αναφερθήκαμε ήδη στην παρουσία Ελλήνων μουσικών στην Αυλή του Ικονίου τον 13ο αιώνα. Υπήρχαν επίσης Έλληνες γιατροί των σουλτάνων και της αριστοκρατίας, παρόλο που φαίνεται ότι οι Σύριοι της Έδεσσας και της Μελιτηνής διέπρεψαν περισσότερο στον τομέα αυτό. Εξάλλου, Έλληνες, Αρμένιοι και Σύριοι εξακολούθησαν να παίζουν σημαντικό ρόλο στον τομέα της υφαντικής, όπως και στους βυζαντινούς χρόνους. Μάλιστα, ο Μάρκο Πόλο γράφει ότι, οι Έλληνες και οι Αρμένιοι υφαίνουν τα πιο ωραία χαλιά στον κόσμο, καθώς και πάρα πολλά λεπτά και πλούσια μεταξωτά σε κρεμεζί (κόκκινο) και άλλα χρώματα, καθώς και πολλά άλλα υφαντά. Ο Βαρεβραίος αναφέρει στα κείμενά του, τους χριστιανούς υφαντουργούς στη Μελιτηνή τον 13ο αιώνα. Η βυζαντινή Ανατολή εξακολούθησε να αποτελεί σημαντικό κέντρο μεταξουργίας και υφαντουργίας τον 13ο και τις αρχές του 14ου αιώνα μέχρι την τουρκική κατάκτηση, και οι τεχνίτες της ίσως έπαιξαν ρόλο στην ανάπτυξη της οθωμανικής υφαντουργίας που σημειώθηκε εκεί.

    ………………………
    ……………………..

  14. Βλάσης Αγτζίδης on

    …………………………..
    …………………………..
    Φαίνεται ότι οι Αρμένιοι και οι Έλληνες συνέχισαν την παραδοσιακή εξόρυξη με-τάλλων και τη μεταλλουργία, εφόσον η Ανατολή ήταν σημαντική πηγή μετάλλων κατά την αρχαία και τη βυζαντινή εποχή, όπως επίσης και κατά την περίοδο των Σελτζούκων και των Οθωμανών αργότερα. Οι Αρμένιοι της Κελτζινής (Ερζιντζιάν), ασχολούνταν με την εξόρυξη χαλκού και με την κατασκευή χάλκινων σκευών. Οι Ελληνικές κοινότητες μεταλλωρύχων της Ανατολής, ήταν αρκετά ακμαίες κατά την εποχή των Οθωμανών και σύμφωνα με μία παράδοση ένας Έλληνας χρυσοχόος από την Τραπεζούντα, δίδαξε την τέχνη της κοσμηματοποιίας στον σουλτάνο Σελίμ Α’. Πρέπει επίσης να σημειωθεί πως, επί πάρα πολλά χρόνια, οι Τούρκοι διδάσκονταν τη ναυτική τέχνη από τους Έλληνες. Υπάρχει μάλιστα πλήθος αναφορών στη μακρό-χρονη αυτή επίδραση των Ελλήνων, στον πρώτο τουρκικό στόλο που κατασκευάστηκε από Σμυρνιούς τον 11ο αιώνα, έως την εγκαθίδρυση του πρώτου οθωμανικού ναυτικού οπλοστασίου στην Ευρώπη τον 14ο αιώνα. Το 1873, ανακαλύφθηκε από τον Έλληνα λόγιο Ιωαννίδη, στην Παναγία Σουμελά, στην Τραπεζούντα του Πόντου, το πρώτο χειρόγραφο του ποιήματος του Διγενή, ενώ συγχρόνως διαπιστώθηκε πως οι Έλληνες της Καππαδοκίας, τραγουδούσαν Ελληνικά τραγούδια του ακριτικού κύκλου, ακόμα και κατά τον 19ο, αλλά και τις αρχές του 20ού αιώνα. Εύλογα λοιπόν γεννήθηκε το ερώτημα, του κατά πόσο, αυτή η επική παράδοση, ενσωματώθηκε στη λαϊκή παράδοση των οθωμανών κατακτητών. Ο Ιωαννίδης παρατήρησε πως, μία καραμανλήδικη διασκευή του τουρκικού έπους του Κιόρογλου περιείχε τα ίδια στοιχεία του έρωτα, του αγώνα και της περιπέτειας που βρίσκονταν στην ιστορία του Διγενή. Οι μελέτες του Στύλπωνα Κυριακίδη τείνουν στο συμπέρασμα πως, μέρη του τουρκικού έπους πιθανόν να φανερώνουν επίδραση του βυζαντινού έπους. Το δεύτερο μέρος της μικρασιατικής διασκευής του έπους του Κιόρογλου, περιλαμβάνει την ιστορία της αρπαγής της αγαπημένης και τον αγώνα του ήρωα κατά της ισχυρής οικογένειας της κόρης. Οι λεπτομέρειες είναι παρόμοιες με το κομμάτι στον Διγενή Ακρίτα, όπου ο Βυζαντινός ήρωας κλέβει την αγαπημένη του και κατόπιν αποκρούει στην μανιασμένη επίθεση των συγγενών της. Ο Στ. Κυριακίδης επισήμανε ότι το επεισόδιο αυτό στο δεύτερο μέρος του έπους του Κιόρογλου, εμφανίζεται στη μικρασιατική διασκευή του ποιήματος αλλά όχι στις διασκευές του Ατζερμπαϊτζάν. Στα δύο αυτά στοιχεία στήριξε το επιχείρημά του πως, το τουρκικό έπος επηρεάστηκε από το βυζαντινό. Εάν κάποιες λεπτομερέστερες έρευνες αποδείξουν την ορθότητα της άποψης αυ-τής, τότε θα μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα ότι η συμβίωση των Τούρκων με τους Έλληνες μετά την οθωμανική κατάκτηση της Ανατολής οδήγησε στην αλληλεπίδραση των λαϊκών επών των δύο πληθυσμών. Τέλος αναφερόμενοι σε επαφές Οθωμανών με τις τελετουργίες τις Βυζαντινής αυλής, θα μνημονεύσουμε μια περιγραφή του Ιωάννη Καντακουζηνού, σύμφωνα με την οποία, Οθωμανοί αξιωματούχοι παραβρέθηκαν σε βυζαντινή αυλική γαμήλια τελετή -την πρόκυψη- στο γάμο της κόρης του Βυζαντινού αυτοκράτορα με τον Ορχάν στη Σηλυβρία: “Διέταξε να χτιστεί ξύλινη πρόκυψη (εξέδρα) στην πεδιάδα έξω από την πόλη της Σηλυβρίας, έτσι ώστε η κόρη του αυτοκράτορα που επρόκειτο να παντρευτεί να σταθεί εκεί πάνω για να μπορούν να τη βλέπουν όλοι εύκολα. Διότι αυτό συνηθίζουν να κάνουν οι αυτοκράτορες όταν δίνουν τις θυγατέρες τους σε γάμο. Την επόμενη μέρα, η αυτοκράτειρα παρέμεινε στη σκηνή με τις άλλες δύο της κόρες, ενώ η Θεοδώρα, που θα παντρευόταν, ανέβηκε στην πρόκυψη. Ο αυτοκράτορας μόνο ήταν καβάλα στο άλογο, και όλοι οι άλλοι ήταν πεζοί. Όταν σηκώθηκαν τα παραπετάσματα (η πρόκυψη ήταν καλυμμένη από όλες τις πλευρές με μεταξωτά και χρυσοκέντητα υφάσματα) φάνηκε η νύφη, τριγυρισμένη από ευνούχους που κρατούσαν αναμμένες δάδες γονατισμένοι, έτσι ώστε να μην είναι ορατοί. Σάλπιγγες, αυλοί, πίπιζες και όλα τα μουσικά όργανα που εφευρέθηκαν για να δίνουν ευχαρίστηση στους ανθρώπους έπαιζαν δυνατά. Όταν έπαυαν τα όργανα, η χορωδία έψαλλε εγκώμια που είχαν συνθέσει για τη νύφη διάφοροι σοφοί. Όταν όλες οι τελευτές αυτές, που επιβάλλονται στους αυτοκράτορες όταν παντρεύουν τις θυγατέρες τους, τελείωσαν, ο αυτοκράτορας ψυχαγώγησε επί πολλές μέρες τον στρατό και όλους του έλληνες και βάρβαρους αξιωματούχους…”. ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ ΤΗΣ ΟΘΩΜΑΝΙΚΗΣ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑΣ Στις αρχές του δεκάτου τετάρτου αιώνα, οι μεγάλες αυτοκρατορίες ανάμεσα στον Ώξο και στον Δούναβη -η αυτοκρατορία των Ιλχαμιδών στο Ιράν, η Χρυσή Ορδή στην Ανατολική Ευρώπη και η Βυζαντινή Αυτοκρατορία στα Βαλκάνια και τη Δυτική Μικρά Ασία- συγκλονίζονταν από βίαιες εσωτερικές αναστατώσεις. Κατά τα τέλη του αιώνα οι απόγονοι του Οσμάν, ενός παραμεθόριου γαζή και αρ- χηγέτη της δυναστείας των Οθωμανών, είχαν δημιουργήσει μια καινούργια αυτοκρα-τορία, που απλωνόταν από τον Δούναβη ώς τον Ευφράτη. Κυρίαρχος της ήταν ο Μπαγιαζήτ Α’ (1389-1402), γνωστός με το όνομα Γιλντιρίμ, “ο Κεραυνός”. Το 1396 είχε συντρίψει στη Νικόπολη μια σταυροφορία των πιο περήφανων ιππο-τών της Ευρώπης είχε αψηφήσει το σουλτανάτο των Μαμελούκων, το ισχυρότερο ισλαμικό κράτος της εποχής του, και είχε κυριέψει τις πόλεις του στις όχθες του Ευ-φράτη, τέλος, τόλμησε να τα βάλει και με τον παντοδύναμο Ταμερλάνο, τον νέο ηγέτη της κεντρικής Ασίας και του Ιράν. Το κύριο πρόβλημα μελέτης της πρώτης αυτής περιόδου της Οθωμανικής ιστορίας, είναι το πως αυτή η μικρή, συνοριακή ηγεμονία του Οσμάν γαζή, ξεκινώντας αρχικά από τον ιερό πόλεμο ενάντια στο χριστιανικό Βυζάντιο, τελικά κατέληξε να γίνει μια ισχυρή και εκτεταμένη. Σύμφωνα με μια θεωρία, ο ελληνικός πληθυσμός της λεκάνης του Μαρμαρά, προσχωρώντας στο Ισλάμ και συμμαχώντας με τους Μουσουλμάνους, κατόρθωσε να ξαναχτίσει τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία ως κράτος ισλαμικό. Αντιθέτως ο καθηγ. Χ. Ιναλτζίκ, πιστεύει πως, όσοι μελετητές γνωρίζουν καλά τις ιστορικές πηγές της Ανατολής, έχουν πειστεί πλέον ότι, μια τέτοια άποψη είναι απλή φαντασιολογία. Οι ιστορικοί αυτοί, κατά τον καθηγ. Ιναλτζίκ, υπογραμμίζουν πως οι απαρχές της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας πρέπει να αναζητηθούν στις πολιτικές, πνευματικές και δημογραφικές εξελίξεις του δεκάτου τρίτου και δεκάτου τετάρτου αιώνα στη Μικρασία. Το πρώτο στάδιο αυτών των εξελίξεων σημαδεύτηκε από τις επιδρομές των Μογγόλων κατά των ισλαμικών χωρών της Μέσης Ανατολής. Ύστερα από τη μογγολική νίκη στο Κιοσεντάγ, το 1243, το σελτζουκικό σουλτανάτο της Μικρασίας μετατράπηκε σε υποτελή των Ιλχανιδών του Ιράν. Άμεσο επακόλουθο των μογγολικών εισβολών ήταν να μεταναστεύσουν προς τα δυτικά τα ισχυρά νομαδικά φύλα των Τουρκομάνων. Τα τουρκικά αυτά φύλα που είχαν πρωτοέρθει στο Ιράν και στην Ανατολική Μικρασία από την Κεντρική Ασία, άρχισαν και πάλι να κινούνται προς τα δυτικά, ώσπου συγκεντρώθηκαν κοντά στα σύνορα του Βυζαντίου με το σελτζουκικό σουλτανάτο, στην ορεινή περιοχή της δυτικής Μικρασίας. Το 1277 η Μικρασία ξεσηκώθηκε ενάντια στους Μογγόλους ειδωλολάτρες. Τα ισλαμικά στρατεύματα των Μαμελούκων μπήκαν στη χώρα για να ενισχύσουν τους επαναστάστες, αλλά οι Μογγόλοι κατέστειλαν ανελέητα την εξέγερση. Ωστόσο, μέσα στην επόμενη πεντηκονταετία παρατηρούνται συχνές εξεγέρσεις και συχνά μογγολικά αντίποινα. Οι παραμεθόριες περιοχές θ’ αποτελέσουν το καταφύγιο των στρατευμάτων και των ηγετών που διώκονταν από το καθεστώς των Μογγόλων, και ταυτόχρονα τον τόπο όπου πολλοί εξαθλιωμένοι χωρικοί και αστοί αναζητούσαν ένα καινούργιο μέλλον. Ο πληθυσμός των συνοριακών διαμερισμάτων αυξήθηκε. Ζητώ-ντας αφορμή να εγκατασταθούν στους γόνιμους κάμπους της γειτονικής βυζαντινής επικράτειας, οι ανήσυχοι συνοριακοί νομάδες έσπρωχναν τον πληθυσμό στον δρόμο του Γαζά, του ιερού πολέμου δηλαδή ενάντια στους Βυζαντινούς. Διάφοροι αρχηγοί γαζήδων, με ποικίλη προέλευση, άρχισαν να συγκεντρώνουν γύρω τους πολεμιστές και οι επιδρομές τους κατά των βυζαντινών εδαφών, γίνονταν ολοένα και συχνότερες. Ανάμεσα στο 1260 και 1320 οι γαζήδες αυτοί αρχηγοί και οργανωτές των φιλοπόλεμων Τουρκομάνων ίδρυσαν στη δυτική Μικρασία ανεξάρτητες ηγεμονίες, αποσπώντας τα εδάφη τους από το Βυζάντιο. Ο Βυζαντινός ιστορικός της εποχής Γεώργιος Παχυμέρης μαρτυρεί ότι, οι Παλαιολόγοι, ύστερα από την ανάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1261, έστρεψαν το ενδιαφέρον τους στα πράγματα των Βαλκανίων και παραμέλησαν το ασιατικό σύνορο, διευκολύνοντας έτσι τις επιθέσεις των Τουρκομάνων. Κατά την τελευταία δεκαετία του δεκάτου τρίτου αιώνα τα γιουρούσια των Τουρ-κομάνων γαζήδων στη Δυτική Μικρασία πήραν σχεδόν τον χαρακτήρα γενικής εισβολής. Από όλους αυτούς τους μπέηδες, ο Οσμάν γαζής κατείχε την πιο βορεινή επικράτεια, πλησιέστερα στο Βυζάντιο και τα Βαλκάνια. Σύμφωνα με τον Παχυμέρη, γύρω στο 1302 ο Οσμάν πολιόρκησε τη Νίκαια, την πρώην βυζαντινή πρωτεύουσα. Ο αυτοκράτορας έστειλε εναντίον τους δύο χιλιάδες μισθοφόρους, που έπεσαν σε ενέδρα και νικήθηκαν από τον Οσμάν στον Βαφέα το καλοκαίρι του 1302. Η νίκη του Οσμάν σε βάρος των αυτοκρατορικών στρατευμάτων πολλαπλασίασε τη φήμη του. Οι οθωμανικές και βυζαντινές πηγές της εποχής περιγράφουν τη συρροή γαζήδων απ’ ολόκληρη τη Μικρασία στο στρατόπεδο του. Όπως και στις άλλες παραμεθόριες ηγεμονίες, όλοι οι παραπάνω πολεμιστές γα-ζήδες, έπαιρναν το όνομα του αρχηγού τους, ονομάζονταν δηλαδή Οσμανλήδες. Η προοπτική μιας εύκολης κατάκτησης και εγκατάστασης προσέλκυσε κύματα εποίκων από διάφορα μέρη της Μικρασίας, ύστερα δε και από τη νίκη του 1302, μπορούμε να πούμε ότι το Οθωμανικό πριγκιπάτο παγιώθηκε οριστικά6. Στην ίδρυση και τη διαμόρφωση του οθωμανικού κράτους, η ιδέα του ιερού πολέμου, δηλαδή του Γαζά, έπαιξε σημαντικό ρόλο. Η κοινωνία των παραμεθόριων ηγεμονιών ανταποκρινόταν σ’ ένα συγκεκριμένο πολιτισμικό κλίμα, όπου δέσποζε το ιδανικό του αδιάκοπου ιερού πολέμου και της αδιάκοπης επέκτασης του ντάρου-λ-ισλάμ, της ισλαμικής επικράτειας, ως τη στιγμή που θα κάλυπτε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Γαζά αποτελούσε θρησκευτικό καθήκον, και στο όνομα του αναλαμβάνονταν κάθε είδους εγχειρήσεις και θυσίες. Στη συνοριακή κοινωνία κάθε αναγνωρισμένη αρετή απηχούσε το ιδανικό του Γάζα. Ο προηγμένος πολιτισμός της ενδοχώρας, με τη θρησκευτική του ορθοδοξία, την ακαδημαϊκή του Θεολογία, την παλατιανή λογοτεχνία και την κατασκευασμένη λογοτεχνική της γλώσσα, και με το δίκαιο του σεριάτ, έδινε στα παραμεθόρια εδάφη τη θέση του σ’ έναν κόσμο λαϊκότερο, όπου κυριαρχούσαν τα αιρετικά θρησκευτικά τάγματα, ο μυστικισμός, η επική λογοτεχνία και το εθιμικό δίκαιο. Στις μικρασιαστικές μάλιστα ηγεμονίες, τα τουρκικά έγιναν για πρώτη φορά η γλώσσα της διοίκησης και της λογοτεχνίας. Η μεθοριακή κοινωνία ήταν ταυτόχρονα ανεκτική και πολύπλοκη. Το κοινό περιβάλλον, έφερνε αναγκαστικά τους ακρίτες των συνοριακών βυζαντι-νών στρατευμάτων, σε στενή επαφή με τους Μουσουλμάνους γαζήδες. Ο Μιχάλ γαζής, ο Ρωμηός συνοριακός τοπάρχης που προσχώρησε στο Ισλάμ και συνεργάστηκε με τους πολεμιστές του Οσμάν, αποτελεί κλασσικό παράδειγμα της αφομοιωτικής αυτής διαδικασίας. Ο ιερός πόλεμος δεν απέβλεπε στην καταστροφή, αλλά στην υποταγή του ντάρου- λ-χαρπ, του κόσμου των απίστων. Οι Οθωμανοί έχτισαν την αυτοκρατορία τους, έχοντας κάτω απ’ το σκήπτρο τους, τη μουσουλμανική Μικρασία με τα χριστιανικά Βαλκάνια και παρόλο που ο αδιάκοπος ιερός πόλεμος αποτελούσε θεμελιώδη αρχή του κράτους, η αυτοκρατορία εμφανίστηκε ταυτόχρονα ως προστάτης της Ορθόδοξης Εκκλησίας και εκατομμυρίων Ορθόδοξων Χριστιανών. Το Ισλάμ εγγυόταν τη ζωή και την περιουσία Χριστιανών και Εβραίων, με τον όρο να μένουν υπάκουοι στο κράτος και να πληρώνουν έναν κεφαλικό φόρο. Τους επέτρεπε να ασκούν ελεύθερα τη θρησκεία τους και να ζουν σύμφωνα με το ιδιαίτερο θρησκευτικό τους δίκαιο. Επιπλέον, η προστασία του χωρικού, με σκοπό την εξασφάλιση των φορολογικών εισοδημάτων του, που αποτελούσε και την παραδοσιακή τακτική του μεσανατολικού κράτους, ενθάρρυνε μια ανεκτικότερη συμπεριφορά προς τους υπόδουλους λαούς. Τα έσοδα του χαρατσιού αντιπροσώπευαν μεγάλο τμήμα των κρατικών οθωμανικών προσόδων, όπως δηλαδή συνέβαινε και στο πρώιμο ισλαμικό χαλιφάτο. Με τον τρόπο αυτό η Οθωμανική Αυτοκρατορία αναδείχτηκε σε μια “μεθοριακή αυτοκρατορία”, σ’ έναν κοσμοπολίτικο οργανισμό που αντιμετώπιζε κάθε θρήσκευμα και φυλή ξεχωριστά, αλλά και μαζί, ενώνοντας έτσι τα Ορθόδοξα χριστιανικά Βαλκά-νια και τη μουσουλμανική Ανατολή σε μια κοινή κρατική υπόσταση. Βέβαια στο σημείο αυτό, πρέπει να ειπωθεί, πως ο καθηγ. Ν. Σαρρής, πιστεύει πως στην οθωμανική αυτοκρατορία υπήρχε η λογική της “Πολυκατοικίας”, δηλαδή της κοινής μεν συμβίωσης των λαών υπό την εξουσία της, αλλά συγχρόνως και της παντελούς ελλείψεως αλληλεγγύης, μεταξύ των λαών αυτών, οι οποίοι μάλιστα και δεν γνωρίζονταν ιδιαιτέρως μεταξύ τους, παρά μόνον στα μεγάλα αστικά κέντρα όπως η Κων/πολη, ή όταν οι οθωμανοί εφαρμόζοντας το διήρε και βασίλευε, τους έβαζαν να αλληλοσφαχτούν και επομένως τα πράγματα δεν ήταν τόσο ρόδινα όπως τα παρουσιάζουν οι Τούρκοι ιστορικοί, ειδικά όταν υπήρχε και η δουλική φοβία. Οι ηγεμονίες των γαζήδων της δυτικής Μικρασίας γρήγορα υιοθέτησαν τους θε-σμούς και τις παραδόσεις του σελτζουκικού σουλτανάτου. Η Κασταμονή, το Καρά- Χισάρ,το Ντενιζλί, πόλεις δηλαδή ιδρυμένες στις παλιές μεθοριακές επαρχίες των Σελτζούκων, μετατράπηκαν σε κέντρα του σελτζουκικού πολιτισμού. Ξεκινώντας από τα κέντρα αυτά και από τις πόλεις της κεντρικής Μικρασίας, αξιωματούχοι και λόγιοι μετέφεραν τα πρότυπα της ισλαμικής πολιτικής και πνευματικής ζωής στα Μύλασα, το Πυργί, τα Παλάτια, τη Σμύρνη, τη Μαγνησία και την Προύσα στις πρωτεύουσες δηλαδή των συνοριακών κρατιδίων που είχαν ιδρυθεί στα εδάφη της άλλοτε βυζαντινής επικράτειας. Κάθε ηγεμονία σχημάτισε και ένα μικρό σουλτανάτο .Έτσι ο γιος του Οσμάν, Οχράν, έκοψε το 1327 τα πρώτα του ασημένια νομίσματα στην Προύσα, και το 1331 ίδρυσε στη Νίκαια έναν μεντρεσέ. Το 1340 δημιούργησε στην Προύσα ένα κέντρο συναλλαγών, χτίζοντας ένα παζάρι κι ένα μπεζεστένι (σκεπαστή αγορά), για την πώληση των πιο ακριβών εμπορευμάτων. Όταν ο Άραβας ταξιδευτής Ιμπν-Μπαττούτα επισκέφτηκε την Προύσα, γύρω στο 1333, τη χαρακτήρισε “μεγάλη με σπουδαία παζάρια και φαρδιούς δρόμους”. Τέτοιος ήταν ο γενικότερος κοινωνικός και πολιτισμικός περίγυρος κατά την ίδρυση της οθωμανικής ηγεμονίας και των άλλων συνοριακών κρατιδίων. Ο ιερός πόλεμος και ο εποικισμός αποτελούσαν τους δυναμικούς παράγοντες των Οθωμανικών κατακτήσεων. Τα διοικητικά και πολιτισμικά πρότυπα που υιοθετήθηκαν στις κατακτημένες περιοχές, προέρχονταν κυρίως από τη δημόσια ζωή και τον πολιτισμό της Μέσης Ανατολής, ενώ ο λαϊκός πολιτισμός, συνέχισε να είναι ο Μικρασιατικός-Βυζαντινός. Μέσα σ’ αυτά τα πλαίσια λοιπόν και ειδικά μετά την κατάκτηση μεγάλων πόλεων, όπως η Προύσα, η Ανδριανούπολη και βεβαίως η Κων/πολη, άρχισαν να δημιουργού-νται τα πρώτα οθωμανικά αστικά κέντρα. Ο Fatih Sultan Mehmet ( Μεχμέτ/ Μωάμεθ, ο Πορθητής σουλτάνος ) Είναι κοινό μυστικό πως ανάμεσα στους πολιορκητές της Κωνσταντινούπολης ( Απρίλιος – Μάιος 1453 ) βρισκόντουσαν περισσότεροι χριστιανοί ( καθώς και εξισλαμισμένοι και γενίτσαροι ) απ΄ όσους υπερασπιστές βρισκόντουσαν μέσα στα τείχη ! Ας δούμε όμως λίγα στοιχεία για τον Πορθητή της Πόλης και εμπνευστή χιλιάδων ανθρώπων ( Οθωμανών, εξισλαμισμένων, αλλά κυρίως χριστιανών ), που επέλεξαν να είναι με το μέρος του, παρά με τους αμυνόμενους . Ως μητέρα του Μεχμέτ/ Μωάμεθ του Πορθητή, φέρεται η Β’ σύζυγος του Murad II, Huma Hatun, μάλλον γαλλίδα με το όνομα Στέλλα ή Εστέρ Nache de la Bazory, ενώ κατ’ άλλους η Δ’ σύζυγός του Mara – Despina, κόρη του Σέρβου ηγεμόνα Γ. Μπράνκοβιτς και προγονή της Ειρ. Κατακουζηνού, δισέγγονης του αυτοκράτορα Ιωαν. Καντακουζηνού, η οποία σε κάθε περίπτωση τον μεγάλωσε ως μητριά, τον έμαθε ελληνικά και το «πάτερ ημών» !! Ένας Ιταλός στρατιώτης, πρώην αιχμάλωτος των Οθωμανών από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης, έδωσε την περιγραφή του Πορθητή ως εξής: “Ήταν μέσου αναστήματος, παχύς και σωματώδης· είχε φαρδύ μέτωπο, μεγάλα μάτια με παχιές βλεφαρίδες και μια στρογγυλή, πλούσια κοκκινωπή γενειάδα.”, ενώ ο χρονικογράφος Γ. Σφραντζής αναφέρει ότι ασχολούταν με ιδιαίτερο ζήλο με τις επιστήμες, κυρίως την αστρολογία, ενώ διάβαζε παραμύθια και μιλούσε εκτός από τουρκικά και άλλες πέντε γλώσσες μεταξύ των οποίων και ελληνικά. Οι μουσουλμανικές πηγές εξυμνούν την ευσέβειά του και την προστασία που παρείχε στους ομόθρησκούς του λογίους. Δάσκαλό του είχε τον Molla Gurani που τον δίδαξε το Iskendername του Ahmedi, δηλ. την ιστορία του Μ. Αλεξάνδρου !! Τέλος, στο αρχείο του Βατικανού υπάρχει επιστολή του Πάπα Πίου Β’ προς τον Πορθητή που τον καλεί ν’ ασπαστεί τον καθολικισμό, προκειμένου ν’ ανακηρυχθεί αυτοκράτορας όλης της Ανατολής και της Ρωμανίας ( βλ. ΕΙΕ, Δημ. Αποστολόπουλος, Καθημερινή 22.01.2006, με ισχυρισμό πως η επιστολή αυτή δεν επιδόθηκε ποτέ στον πορθητή ). Επίσης είναι γνωστό πως η σχέση του πορθητή ( Fatih Sultan Mehmet ) με τον ελληνισμό ήταν πολύ δυνατή και η Δ’ σύζυγός του Cicek Hatun , που γέννησε τον Cem, ίσως ήταν Ελληνίδα, ενώ η Ε’ σύζυγός του Ελένη, ήταν η κόρη του Δεσπότη του Μοριά Δημήτριου !!! Εκείνο όμως που δεν είναι ιδιαίτερα γνωστό είναι το άνοιγμα του τάφου του πορθητή επί σουλτάνου Abdü’l-Ḥamīd-i sânî, İkinci ( ΙΙ ) Abdülhamit, ( 1842 –1918), σύμφωνα με το περιοδικό Ακτουέλ ( 19.12.1991 ) με τίτλο, «μήπως ο Φατίχ ( πορθητής ) ήταν χριστιανός;» Στο δημοσίευμα σημειώνεται πως το τέμενος του Πορθητή χτίστηκε επάνω στο ναό των 12 Αποστόλων στα θεμέλια του οποίου ενταφιάζονταν οι βυζαντινοί αυτοκράτορες. Όταν ανοίχτηκε ο μαρμάρινος τάφος, βρέθηκε ταριχευμένο το σώμα του Μεχμέτ ( πέθανε από δηλητηρίαση , μάλλον από τον εβραίο γιατρό του Γιακούμπ Πασά ) τοποθετημένο ως βυζαντινός αυτοκράτορας ( ίσως και με σταυρό !!), ενώ σύμφωνα με το περιοδικό Τέμπο ( 21.04.1993 ), το αίτημα του Elif Naci το 1965 να ξανανοίξει ο τάφος απορρίφθηκε ( βλ. Λ. Μυστακίδου: οι γυναίκες στην αυλή των οθωμανών, σελ. 53-54 ). Τελικά η ιστορία είναι οι λεπτομέρειες που διαφεύγουν από την μεγάλη εικόνα ή είναι οι λεπτομέρειες που μπορούν ν’ αλλάξουν την μεγάλη εικόνα ; Κάτι τέτοιο φαίνεται να ισχύει και στην περίπτωση της Άλωσης της Κωνσταντινούπολης, πρωτεύουσας της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και των θρύλων που την ακολουθούν.

    ……………………………
    ……………………………

  15. Βλάσης Αγτζίδης on

    …………………….
    …………………….

    ΟΙ ΟΘΩΜΑΝΙΚΕΣ ΠΗΓΕΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ Όσο και αν φανεί περίεργο , οι οθωμανικές πηγές για την Άλωση είναι ελάχιστες και δυστυχώς δεν μας δίνουν καμία επιπλέον πληροφορία από τις ήδη γνωστές των Βυζαντινών, δυτικών και μερικών βαλκανικών και Ρωσικών , αντιθέτως αγνοούν , δηλ. δεν εστιάζουν σε σημαντικά γεγονότα αναλισκόμενες σε Αραβοπερσικού τύπου ποιητικές επικές περιγραφές και πολυχρονέματα στον Πορθητή, απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς για τον άπιστο Βασιλέα και τους υπερασπιστές της Πόλης , καταγγέλλουν τους ενδιάμεσους ειρηνοποιούς Οθωμανούς, που μετά βρήκαν ατιμωτικό θάνατο από τον Σουλτάνο, θεωρούν δίκαια την επί 3ήμερο λεηλασία , ενώ κατ’ αυτούς ο Κων/νος Παλαιολόγος ( άπιστος Βασιλιάς ) , αποκεφαλίστηκε από έναν μισοπεθαμένο οθωμανό στρατιώτη λίγο πριν ξεψυχήσει ηρωικά . Κάπου αναφέρεται και ο γιγαντόσωμος σ(ι)παχής Ulubatlı Hasan που κατόρθωσε ν’ανέβει σ΄έναν πύργο του τείχους και να σηκώσει οθωμανικό μπαϊράκι πριν ξεψυχήσει από τις πέτρες και τα βέλη των αμυνομένων. Ο μόνος εκ των νεοτέρων ελλήνων που ασχολήθηκαν σοβαρά με τις οθωμανικές πηγές, δεδομένου ότι γνώριζε την αραβική/ οθωμανική γραφή, ήταν ο Νικηφόρος Μοσχόπουλος , ο οποίος μας έχει αφήσει τόσο μεταφράσεις των οθωμανικών πηγών της εποχής της Αλωσης , όσο και της περιόδου του 1821 με βασική πηγή τον Ahmed Cevdet Pasha . Παρακάτω θα δούμε επιγραμματικά τους σύγχρονους της Αλώσεως Οθωμανούς χρονικογράφους: Πρώτος εκ των σημαντικών φέρεται ο Aşıkpaşazade , ή Ahmad Yahya Salman Ashik-Πασά (1400-1484). Ήταν απόγονος του «μυστικού» ποιητή δερβίση Ashiq Πασά (1272-1333) και γεννήθηκε στην περιοχή της Αμάσειας. Σπούδασε σε διάφορες πόλεις της Ανατολίας πριν μεταβεί στη Χατζ , ενώ έμεινε για λίγο και στην Αίγυπτο. Αργότερα πήρε μέρος σε διάφορες εκστρατείες όπως στη μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1448), στην Άλωση της Κωνσταντινούπολης και είδε τις γιορτές περιτομής ( σουνέτ ) του Μουσταφά και του Βαγιαζήτ II , υιών του Μωάμεθ του Πορθητή. Το κυριότερο έργο του είναι γνωστό με δύο ονόματα: Menâkıb-Al-i Osman και Tevārīḫ-i Al-i ʿ Οsman, που ασχολείται με την οθωμανική ιστορία , από την αρχή του οθωμανικού κράτους μέχρι την εποχή του Μωάμεθ Β ‘, μεταξύ των ετών 1298 και 1472. Το έργο είναι γραμμένο στην τουρκική γλώσσα και βασίζεται εν μέρει σε παλαιότερες οθωμανικές πηγές, αλλά και σε προσωπικές του εμπειρίες. Το έργο του χρησιμοποιήθηκε από τους μεταγενέστερους Οθωμανούς ιστορικούς και μάλιστα έγινε πρότυπο συγγραφής, όπως το “Cihan-numa” του Neşri. Σύμφωνα με τον σύγχρονο τούρκο ιστορικό Halil Inalcik, *( «Πώς να διαβάσετε την « Ιστορία του Ashik Πασά-Zade “, στο: Δοκίμια οθωμανικής ιστορίας (Κωνσταντινούπολη: Eren, 1998), σελ. 139 – 156) , στα έργα του Aşıkpaşazade υπάρχει σαφώς διαστρεβλωμένη ερμηνεία των πραγματικών γεγονότων για να ταιριάζουν τα γραφόμενά του με τις προκαταλήψεις του. Ήταν σύνηθες και χαρακτηριστικό γι ‘αυτόν η συγχώνευση δύο διαφορετικών ιστοριών για να «σφυρηλατήσει» μια νέα περιγραφή . Ο Enveri († 1512 ; ) Ήταν ιστορικός του 15ου αιώνα . Έγραψε το Dustur-name που αποτελείται από 3730 στίχους και βασίζεται σε τρία μέρη, το πρώτο είναι μια παγκόσμια ισλαμική ιστορία, το δεύτερο για τους Aydinids και το τρίτο (842 στίχοι) για τους Οθωμανούς. Δεν γνωρίζουμε πολλά πράγματα για την προσωπική ζωή του και ομοίως οι πληροφορίες για την Άλωση είναι πενιχρές. Ο Ibn Κemal , επίσης γνωστός ως Kemalpaşazâde, ( 1468-1536), υπήρξε Sheikh ul-Islam, λόγιος, ιστορικός και ποιητής, καταγόμενος από μεγάλη γενιά της Αδριανούπολης. Ως νέος υπηρέτησε στο στρατό και αργότερα σπούδασε σε διάφορα ισλαμικά ιεροδιδασκαλεία μέχρι που έγινε καδής/ δικαστής της Αδριανούπολης το 1515. Ο Βαγιαζίτ Β ‘, του ανέθεσε τη συγγραφή της οθωμανικής ιστορίας ( Tevarih- i Al-i Osman, «Τα Χρονικά του οίκου των Οσμάν ” ) στην οποία δεν έχει επιπλέον πληροφορίες για την Άλωση. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σελίμ Α, το 1516, διορίστηκε στρατιωτικός δικαστής της Ανατολίας και συνόδευσε τον οθωμανικό στρατό στην Αίγυπτο. Κατά τη διάρκεια της βασιλείας του Σουλεϊμάν Α διορίστηκε ως Sheikh ul-Islam, δηλαδή ανώτατος επικεφαλής των ουλεμάδων . Το έργο του Tevarih-i Al-i Osman αναφέρεται περισσότερο στην εποχή και στα βιώματά του , παρά στα προγενέστερα και της Άλωσης. Ήταν επίσης ταλαντούχος ποιητής. Έγραψε πολλά επιστημονικά σχόλια σχετικά με το Κοράνι, πραγματείες για τη θεολογία , συγκέντρωσε νομολογία , ενώ κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην Αίγυπτο μετέφρασε από τα αραβικά τα έργα του αιγύπτιου ιστορικού Αμπού αλ- Μαχασίν ιμπν Ταχριμπιρντί. Ο Neşri (- 1520) υπήρξε εξέχων εκπρόσωπος της πρώιμης οθωμανικής ιστοριογραφίας. Σύμφωνα με ορισμένες απόψεις, το όνομά του ήταν Neşri Huseyn ibn Eyne Beg , όπως αυτό καταχωρήθηκε στην Προύσα ( defter του 1479 ) , ενώ άλλοι ερευνητές πιστεύουν ότι το όνομά του ήταν Μεχμέτ Neşri ή Mehemmed Neşri . Έγραψε την παγκόσμια ιστορία “Cihan-Numa”, από την οποία σήμερα σώζεται μόνον το έκτο και τελευταίο τμήμα της . Κατά πάσα πιθανότητα την ολοκλήρωσε στο τέλος του 1480 ή στις αρχές του 1490, συγκεντρώνοντας πολλές διαφορετικές πηγές, γνωστών και άγνωστων συγγραφέων. Βίωσε το θάνατο του Μωάμεθ Β το 1481 και τις ταραχές των γενιτσάρων . Σε ορισμένα σημεία η ιστορία του , βασίζεται στο έργο του Ashik Pasha-Zade. Ειδικές πληροφορίες για την Άλωση δεν έχει. Ο Şükrullah (1388-1488) , υπήρξε ιστορικός του 15ου αιώνα και Οθωμανός διπλωμάτης. Γεννήθηκε το 1388 στην Αμάσεια και πέθανε στην Κωνσταντινούπολη θεωρούμενος ως ένας από τους πρώτους ιστορικούς των Οθωμανών. Έγραψε το διάσημο έργο για την παγκόσμια ιστορία ( το 1460 ) στην περσική γλώσσα , ονόματι Bahjat al-tawari’kh [ Η χαρά των Ιστοριών] που το παρουσίασε στον εξισλαμισμένο Μαχμούτ Πασά Angelovič. Το έργο αυτό χρησιμοποιήθηκε ιδιαιτέρως από τους μεταγενέστερους Οθωμανούς ιστορικούς Οθωμανών ,αλλά για την Άλωση δεν έχει ειδικές πληροφορίες. Ο Tursun Beg (πιθανότατα γεννήθηκε στα μέσα του 1420 στην Προύσα) . Ήταν Οθωμανός γραφειοκράτης και ιστορικός που έγραψε ένα χρονικό αφιερωμένο στον Βαγιαζίτ το Β ‘. Ζωή του είναι γνωστή μόνο από τις δικές του αναφορές στο χρονικό του. Συνόδευσε τον Μωάμεθ Β κατά την πολιορκία της Κωνσταντινούπολης το 1453 και στο έργο του tarih-i Ebülfeth (تاريخ ابو الفتح -”Η Ιστορία του Πορθητή” ( .Halil Inalcik και Rhoads Murphey trans. Μιννεάπολις: Bibliotheca Islamica, 1978 και Woodhead, Christine. “Tursun Beg.” Εγκυκλοπαίδεια του Ισλάμ. 2nd Edition ) , αναλώνεται σε σουλτανικά πολυχρονέματα ή σε πληροφορίες γνωστές και από άλλες πηγές αναφορικά με την Άλωση. Ο Hoca Sadeddin (ή Sa’düddin) Efendi (1536 ή 1537 – 1599 ). Αν και μεταγενέστερος της Αλώσεως , μας δίνει αρκετές πληροφορίες για την Άλωση, συχνά απαξιωτικές για τους απίστους, ενώ διασώζει τη φήμη του αποκεφαλισμού του Παλαιολόγου από έναν μισοπεθαμένο Οθωμανό στρατιώτη, γι’ αυτό και ο Νικ. Μοσχόπουλος του κάνει ιδιαίτερη αναφορά. Υπήρξε λόγιος και ιστορικός, δάσκαλος του Σουλτάνου Μουράτ Γ (όταν ο Μουράτ ήταν πρίγκιπας). Αν και κάποια στιγμή είχε περιπέσει σε δυσμένεια, αργότερα διορίστηκε Sheikh ul-Islam. Ο Οθωμανός σ(ι)παχής Ulubatlı Hasan (1428 – 29 Μαΐου 1453), μια ιστορικό-μυθική προσωπικότητα, θεωρείται ο πρώτος Οθωμανός μάρτυρας της Άλωσης και η ζωή και η θυσία του είναι καθαγιασμένες στην ιστορία των Τούρκων. Σύμφωνα με την παράδοση, γεννήθηκε σ’ ένα μικρό χωριό που ονομάζεται Ulubat στην επαρχία της Προύσας ( κοντά στο Karacabey ). Πρέπει να ήταν πολύς ψηλός , σχεδόν γίγαντας όπως αναφέρει ο σκωτσέζος Λόρδος Kinross. Στην ηλικία των 25, βρέθηκε ως ιππότης/ ιππέας/ σ(ι)παχής στην πολιορκία της Κωνσταντινούπολης (6, Απρ. 1453 – 29 Μαϊου, 1453). Το πρωί της Τρίτης 29 Μαΐου 1453, ο Ulubatlı Hasan, πεζός, με κάποιο τρόπο κατόρθωσε ν’ αναρριχηθεί σ’ έναν πύργο των τειχών της Κωνσταντινούπολης, ακολουθούμενος από τριάντα συμπαραστάτες του. Έφερε μόνο ένα γιαταγάνι, μια μικρή ασπίδα και τη σημαία/ μπαϊράκι των Οθωμανών. Όταν έγινε αντιληπτός , δέχθηκε καταιγισμό από πέτρες βέλη και λόγχες των αμυνομένων , εν τούτοις έφτασε στην κορυφή και έβαλε την οθωμανική σημαία, την οποία υπερασπίστηκε έως ότου κατέρρευσε νεκρός με πολλά βέλη στο σώμα του . Σύμφωνα με την παράδοση βλέποντας οι επιτιθέμενοι την οθωμανική σημαία στον πύργο , αναθάρρησαν και έτσι τελικά κατέκτησαν την Πόλη. Κατά τα λοιπά τα στρατεύματα των αμυνομένων ουσιαστικά ήταν Ιταλικά και γενικώς δυτικά, με λίγους Έλληνες, ενώ περισσότεροι χριστιανοί, ευρωπαίοι ή μη, εξισλαμισμένοι, γενίτσαροι , Μ.Ασιατικοί πληθυσμοί, Ρώσοι και ποικίλοι μισθοφόροι και τυχοδιώκτες ήταν με την πλευρά των επιτιθέμενων . Μάλιστα στα ευρωπαϊκά στρατεύματα των Οθωμανών, ηγείτο ο εξωμότης Καρατζά πασά. Ο Παλαιολόγος είχε αναθέσει στον Αλβίζο Ντιέντο τη διοίκηση των πλοίων που ήταν στον κόλπο, όπου απέναντί τους είχαν τον εκ γενιτσάρων Ζαγανός πασά μ’ ένα τμήμα του Οθωμανικού στρατού, το οποίο παρατάχθηκε στο σημείο όπου τα χερσαία τείχη ενώνονταν με τα τείχη του Κεράτιου, ενώ έτερος Βούλγαρος εξωμότης ο Μπαλτόγλου επιτέθηκε και κατέλαβε τα Πριγκιπόνησα. Σύμφωνα όμως με νεότερες συγκριτικές καταμετρήσεις, τα οθωμανικά τακτικά στρατεύματα πρέπει να έφταναν τους 80.000-100.000 στρατιώτες, οι οποίοι συγκεντρώθηκαν από τις ευρωπαϊκές και ασιατικές επαρχίες. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν 12.000 γενίτσαροι και αρκετοί χριστιανοί υποτελείς των Οθωμανών. Σε όλους αυτούς πρέπει να προστεθεί και ένας μεγάλος αριθμός επικουρικού προσωπικού, Τούρκοι Yaya (πεζικάριοι ) , που τους προσέλκυσε η προοπτική της λεηλασίας, πολυάριθμοι φανατικοί μουσουλμάνοι μοναχοί (δερβίσηδες) και ιερωμένοι που κυκλοφορούσαν ανάμεσα στους στρατιώτες , όπου με κηρύγματα τόνωναν την πολεμική ορμή τους. Ο Πορθητής, υπήρξε ο πρώτος στρατιωτικός ηγέτης που είχε στην διάθεσή του πραγματικά οργανωμένο πυροβολικό, με ηγέτη και εμπνευστή τον Ουρβανό, ουγγρικής ή σαξονικής καταγωγής. Το μεγαλύτερο πυροβόλο που έφτιαξε ο εν λόγω Ουρβανός είχε μήκος 8 μέτρα και εκτόξευε πέτρινα βλήματα βάρους περίπου 400 κιλών. Το οθωμανικό πυροβολικό είχε συνολικά 70 πυροβόλα από τα οποία τα 11 εκτόξευαν βλήματα 250 κιλών και πάνω από 50 χρησιμοποιούσαν βλήματα 100 κιλών. Με αυτά ο Μωάμεθ σχημάτισε 14 πυροβολαρχίες, 9 από τις οποίες περιλάμβαναν μικρότερου διαμετρήματος πυροβόλα και 5 που περιλάμβαναν τα μεγαλύτερα πυροβόλα. Μάλιστα ο Κριτόβουλος αναφέρει πώς, οι υπόνομοι και οι υπόγειοι διάδρομοι που άνοιγαν οι Τούρκοι κάτω από τα τείχη , τελικώς αποδείχθηκαν εντελώς περιττοί , μιάς και τα κανόνια έδωσαν την λύση στο θέμα. Καταφανώς λοιπόν η Άλωση της Πόλης ήταν μια προδιαγεγραμμένη ιστορία ήδη από το 1071, το 1204 και αποκορύφωμα το 1453 και αυτό διότι όπως αναφέρει ο Σπ. Βρυώνης αφενός ο μεσαιωνικός ελληνισμός της Μ.Ασίας είχε παρακμάσει, μεγάλο μέρος του πληθυσμού είχε εξισλαμισθεί, βυζαντινοί άρχοντες είχαν ενταχθεί και οργανώσει την Σελτζουκική και οθωμανική διοίκηση, αφετέρου με όλη την Μ.Ασία και τη Βαλκανική υπό την εξουσία των Οθωμανών, ήταν αδύνατον να παραμείνει μία πόλη ( έστω και η Πόλη των Πόλεων ) μόνη της ελεύθερη και ανεξάρτητη ως «καλαμιά στον κάμπο των οθωμανών » . Η δυτική κοινωνία της εποχής, είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει την Πόλη για δικούς της λόγους που παρέλκουν της παρούσας, οι λαοί της ανατολής ομοίως , έχοντας μάλιστα ενστερνιστεί ως αλλαγή και το νέο ( ισλαμικό οθωμανικό στοιχείο ) που είχε έρθει , συχνά δε και ως ελευθερωτής από τους φόρους των βυζαντινών φεουδαρχών, την εγκατάλειψη των μακρινών ενοριών από το Πατριαρχείο , υποκύπτοντας είτε στο ένστικτο της επιβίωσης, είτε στη βία των Γαζήδων που ασκούσαν την πολεμική του Γαζά ( ιερού πολέμου ) ,είτε στα αγαπητικά κελεύσματα του Μεβλανά Τζελαλεντίν Ρουμί και των Μεβλεβί Δερβίσηδων που τους καλούσαν με το παρακάτω κάλεσμα/ προσευχή να ενταχθούν ειρηνικά στο Ισλάμ: Gel, gel, ne olursan ol yine gel, İster kafir, ister mecusi, İster puta tapan ol yine gel, , Bizim dergahımız, ümitsizlik dergahı değildir, Yüz kere tövbeni bozmuş olsan da yine gel… Şu toprağa sevgiden başka bir tohum ekmeliyiz, Şu tertemiz tarlaya başka bir tohum ekmeliyiz biz… Beri gel, beri ! Daha da beri ! Niceye şu yol vuruculuk Madem ki sen bensin, ben de senim, niceye şu senlik benlik Ölümümüzden sonra mezarımızı yerde aramayınız! Bizim mezarımız âriflerin gönüllerindedir. Μεταφ.: Έλα, έλα, έλα, όποιος κι αν είσαι, άπιστος ( ενν. χριστιανός ) , μάγος , πυρολάτρης ειδωλολάτρης , έλα πάλι, Η Μονή μας, δεν είναι χώρος απελπισίας, Έστω και αν έχετε παραβεί τους όρκους της μετάνοιας σας εκατό φορές ελάτε και πάλι ( Ήρθαμε ) σε αυτό το έδαφος για να σπείρουμε το σπόρο της αγάπης στους άλλους, Σ’ αυτά τα παρθένα πεδία ( ήρθαμε ) για να σπείρουμε το σπόρο, στους άλλους Επειδή κατάγομαι από μακριά , έρχομαι με αυτό τον τρόπο Εφ ‘όσον είστε μαζί μου σας αγαπώ πάρα πολύ, ν’ανοίξουμε τις κλειστές ( ως τάφος ) καρδιές μας. Στη σημερινή Τουρκία , τα ακραία στοιχεία και ειδικά αυτά που γνωρίζουν την γενιτσαρική ή ντονμέδικη καταγωγή τους υπό το πρίσμα του Κεμαλισμού παλαιότερα, αλλά και σήμερα το πολιτικό Ισλάμ , όντας «βασιλικότεροι του βασιλέως» υπερτόνιζαν και υπερτονίζουν την τουρκική καθαρότητα και υπεροχή, καθώς και το σφρίγος , αν σκεφτεί κανείς ότι και ο Κεμάλ, αλλά και ο πατέρας του τουρκικού εθνικισμού Ziya Gökalp ( Mehmed Ziya ) από το κουρδικό Ντιγιάρμπακιρ δεν ήταν τούρκοι, ενώ επιμελώς σιγείται η εκ Ποταμιάς του Πόντου ή κατ’ άλλους Γεωργιανή καταγωγή της οικογένειας του Τ.Π , R.T.Erdoğan σε σημείο που τον ανάγκασε να πει δημοσίως : « Ben Müslümanım ve Türküm – είμαι μουσουλμάνος και τούρκος ». Φυσικά ο κάθε άνθρωπος μπορεί να αναπροσδιορίζεται να εντάσσει τον εαυτό του σε όποιον πολιτισμό επιθυμεί, ή εντάχθηκαν οι πρόγονοί του . Από την άλλη πάλι δημοσιεύματα σαν το προπέρσινο του δημοσιογράφου Engin Ardiç, στην εφημερίδα SABAH: « Τούρκοι συμπατριώτες, σταματήστε πια τις φανφάρες και τις γιορτές για την Άλωση, αρκετή βία έχουμε δώσει στην Ανατολή με τις πράξεις μας» δείχνει το στίγμα και μιάς άλλης πιο νηφάλιας και σύγχρονης αντιμετώπισης της ιστορικής μνήμης . ( http://www.sabah.com.tr/Yazarlar/ardic/2009/05/29/hatirlatmayin_sunu_kefereye) Κλείνοντας πρέπει να σημειώσουμε ότι πέραν της σύγχρονης κρατικής τουρκικής πεποίθησης , περί καθαρής και γνήσιας ορμής των Τούρκων ( Tu ki ye ) που ήρθαν από τα όρη Αλτάϊ της Μογγολίας , όπου εμπνεόμενοι από το Ισλάμ σε συνδυασμό με το σαμανιστικό παρελθόν τους σάρωσαν την παρηκμασμένη βυζαντινή αυτοκρατορία και ουσιαστικά αναγέννησαν τους λαούς της Μ.Ασίας και της βαλκανικής μέσω τους εκτουρκισμού, σήμερα υπάρχει μια άλλη θεωρία την οποία η ελληνική και ευρωπαϊκή διπλωματία μόλις ανακαλύπτει και απ’ ότι φαίνεται δεν είναι ακόμη έτοιμη να αντιμετωπίσει. Αυτή λέει ότι όντως οι σύγχρονοι τούρκοι είναι ντόπιοι εξισλαμισμένοι πληθυσμοί και επομένως έχουν νόμιμα εθιμικά, χρησικτησίας ιστορικά δικαιώματα στην περιοχή και ουδείς μπορεί πλέον να τους αποκαλεί επιδρομείς, αντιθέτως οι πρόγονοί τους συνεισέφεραν στον ελληνικό, βυζαντινό και ευρωπαϊκό πολιτισμό και όχι μόνον έχουν δικαίωμα συμμετοχής και αναγνώρισης, αλλά μπορούν και πρέπει να ηγηθούν της σύγχρονης Ευρώπης όπως δήλωσε στις 23 Μαΐου 2013 ο υπουργός Ε.Μπαγίς, κατά την εναρκτήρια ομιλία του σε συνάντηση ευρωπαϊκών και τουρκικών τοπικών κοινοτήτων για τη διεθνή συνεργασία, αναφέροντας ότι η Κωνσταντινούπολη έχει τη μοναδική ιδιότητα της «ειρηνικής συνύπαρξης όλων των θρησκειών και των πολιτισμών», γεγονός που καθιστά την Τουρκία «σημαντικό παίκτη» για τη διαδικασία ένταξης στην ΕΕ. Οι απόγονοι των Οθωμανών , των εξισλαμισμένων , των γενιτσάρων και λοιπών λαών της ανατολής, ήρθαν για να μείνουν . Οι παρηκμασμένοι απλώς τους παρακολουθούμε . Δημήτρης Σταθακόπουλος Δρ. κοινωνιολογίας της ιστορίας, Παντείου πανεπιστημίου Διπλωματούχου Βυζαντινής μουσικής – μουσικολόγου Μέλους του international society for ethnomusicology Bloomington Indiana Univ. Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω Μέλους του Δ.Σ του Δικηγορικού Συλλόγου Πειραιά Μέλους της Ελληνικής αντιπροσωπείας στην Ευρωπαϊκή Ένωση Δικηγόρων CCBE

    Περισσότερα: http://www.antibaro.gr/article/8534, Ἀντίβαρο

  16. Οι τελευταίοι μαχητές της Πόλης

    Υπάρχει στην Μονή Βατοπεδίου στο Αγίο Όρος ένα ολιγοσέλιδο χειρόγραφο του 1460, που συντάχθηκε με βάση τις διηγήσεις του Πέτρου Κάρχα ή Γραμματικού ενός εκ των διασωθέντων Κρητικών απο την Αλωση της Κωνσταντινουπόλεως.

    Σύμφωνα, λοιπόν, με το χειρόγραφο αυτό, το τελευταίο δεκαήμερο του Μάρτη του 1453 χίλιοι πεντακόσιοι Κρήτες εθελοντές ξεκίνησαν με πέντε καράβια και με σκοπό την ενίσχυση της άμυνας της Κωνσταντινούπολης. Αρχηγός τους ήταν ο Μανούσος Καλλικράτης από τα Σφακιά, ιδιοκτήτης των τριών καραβιών και καπετάνιος του ενός. Στα άλλα δύο καράβια του καπετάνιοι ήταν ο Γρηγόρης Βατσιανός Μανάκης από τ’ Ασκύφου Σφακίων και ο Πέτρος Κάρχας από την Κυδωνία, γνωστός και με το παρανόμι Γραμματικός. Το τέταρτο καράβι ανήκε στον Ανδρέα Μακρή από το Ρέθυμνο και είχε κυβερνήτη τον ίδιο και στο πέμπτο, ιδιοκτησίας του καπετάν Νικόλα του Στειακού, τη διοίκηση ανέλαβε ο Παυλής Καματερός από την Κίσσαμο. Όταν έφτασαν οι Κρήτες στην Βασιλεύουσα, επάνδρωσαν 3 πύργους , από τους 112 που υπήρχαν συνολικά στα προστατευτικά τείχη της.

    Οι Κρήτες αυτοί αντιστάθηκαν μέχρι τέλους στους τρεις πύργους που βρίσκονταν την είσοδο του Κερατίου και παρά τις αλλεπάλληλες προσπάθειές τους, οι Οθωμανοί δεν κατόρθωσαν να εκπορθήσουν τους πύργους ή να κάμψουν την αποφασισμένη αντίσταση των υπερασπιστών.

    Οι ανώτεροι αξιωματικοί του σουλτάνου, εντυπωσιασμένοι από την παλικαριά των τελευταίων ζωντανών υπερασπιστών της Πόλης, τους πρότειναν παράδοση υπό τους δικούς τους όρους. Εκείνοι δέχτηκαν να παραδοθούν υπό τον όρο να τους επιτραπεί να φύγουν χωρίς να πειραχτούν, με όλα τους τα υπάρχοντα και άρματα και με τιμή. Οι ηγέτες των Οθωμανών, που εκτίμησαν τη γενναιότητα και που, βεβαίως, δεν ήθελαν να υποστούν δυσανάλογα μεγάλες απώλειες για να ολοκληρώσουν την κατάκτηση της πόλης που ήταν ήδη δική τους, ενώ πιθανόν έκριναν ότι αν χρονοτριβούσαν ακόμη περισσότερο στο σημείο αυτό, δεν θα είχαν το ανάλογο μερίδιο από τη λεηλασία, δέχτηκαν.

    Οι επιζήσαντες αυτοί Κρήτες, μπήκαν σε δύο πλοία τους που ήταν αγκυροβολημένα κοντά στα κάστρα και αναχώρησαν για την πατρίδα τους . Στα ταξίδι της επιστροφής ένα απο καραβια ναυάγησε στο Αγιο όρος εξ ου και η υπαρξη του χειρόγραφου.
    (φαινεται ότι κάποιος πρόγονος του Μητσοτάκη θα επέβαινε διότι δεν έξηγείται να σωθείς απο την Αλωση της Πόλης και να τρακάρεις στο Αγιο Ορος)

    Η ιστορία επιβεβαιώνεται απο τον Γεώργιο Φραντζή στο «Χρονικό της Αλώσεως»

    «Όταν μπήκαν οι εχθροί στην Πόλη, έδιωξαν τους Χριστιανούς που είχαν απομείνει στα τείχη με τηλεβόλα, βέλη, ακόντια και πέτρες. Έτσι έγιναν κύριοι ολόκληρης της Κωνσταντινούπολης, εκτός των πύργων του Βασιλείου του Λέοντος και του Αλεξίου, τους οποίους κρατούσαν οι ναύτες από την Κρήτη που πολέμησαν από τις 6 μέχρι τις 8 το απόγευμα και σκότωσαν πολλούς Τούρκους. Βλέποντας το πλήθος των εχθρών που είχαν κυριεύσει την πόλη, δεν ήθελαν να παραδοθούν, αλλά έλεγαν ότι προτιμούσαν να πεθάνουν παρά να ζήσουν. Κάποιος Τούρκος ειδοποίησε τότε το Σουλτάνο για την ηρωική άμυνά τους κι εκείνος συμφώνησε να τους επιτρέψει να φύγουν με το πλοίο και όλα τα πράγματα που είχαν μαζί τους».,

    και απο την ύπαρξη ενός χωριού με το όνομα Καλλικράτης την επαρχία Σφακίων κτισμένο στα 750 μέτρα υψόμετρο και ο επισκέπτης στην είσοδο του χωριού συναντά μια πλάκα που τον πληροφορεί ότι το χωριό χρωστά το όνομα του στο Μανούσο Καλλικράτη αρχηγό του σώματος των Κρητών

    Τέλος σύμφωνα με την Κρητική λαϊκή παράδοση στους εορτασμούς της επιστροφής των χορεύτικε για πρώτη φορά ο «ο «συρτός χανιώτικος », ο «βασιλιάς» των κρητικών χορών.

    http://averoph.wordpress.com/2014/05/06/%CE%BF%CE%B9-%CF%84%CE%B5%CE%BB%CE%B5%CF%85%CF%84%CE%B1%CE%AF%CE%BF%CE%B9-%CE%BC%CE%B1%CF%87%CE%B7%CF%84%CE%AD%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%80%CF%8C%CE%BB%CE%B7%CF%82/

  17. Π... on
    —————————————————————————————————————– ΑΝΟΙΞΗ 1453 «ΑΠΟΔΕΙΞΕΙΣ ΙΣΤΟΡΙΩΝ», του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη «Στην αρχή της επόμενης άνοιξης, όταν ο καιρός καλυτέρεψε, ο Μωάμεθ, ο γιος του Μουράτ, ξεκίνησε εκστρατεία εναντίον της Κωνσταντινούπολης, σύμφωνα με την προηγούμενη πρόθεσή του, αφού είχε περατωθεί η τείχιση της Λαιμοκοπίης στην Προποντίδα. Κατά τη διάρκεια του χειμώνα είχε στείλει εντολές σε όλες τις παραλιακές περιοχές της Ασίας και της Ευρώπης να ναυπηγηθούν πλοία, πολεμικά και συνοδείας. Έφτιαξε ακόμη τα μεγαλύτερα, απ” όσο ξέρουμε, κανόνια που είχαν κατασκευαστεί μέχρι τότε. Όταν του φάνηκε πλέον κατάλληλος ο καιρός για να ξεκινήσει την εκστρατεία, έστειλε πρώτα τον στρατηγό της Ευρώπης, τον Καρατζά, να οδηγήσει από τις ευρωπαϊκές επαρχίες στην Κωνσταντινούπολη τα στρατεύματα, τα κανόνια, τις πολιορκητικές μηχανές και βέβαια το μεγάλο κανόνι. Αυτό το κανόνι το έσερναν εβδομήντα ζεύγη βοδιών και 2.000 άνδρες. Έφθασε λοιπόν αυτός, αφού προηγουμένως πολιόρκησε και κατέλαβε τα βυζαντινά φρούρια κοντά στην Κωνσταντινούπολη, στα οποία είχαν καταφύγει οι χωρικοί. Άλλα ανάγκασε σε παράδοση, λόγω πείνας, και άλλα κατέλαβε με έφοδο, σφάζοντας τους αιχμαλώτους και επανερχόμενος λεηλάτησε τα περίχωρα της Κωνσταντινούπολης. Λίγο αργότερα προήλασε και ο ίδιος ο σουλτάνος και παρέταξε το στρατό του από τη μία θάλασσα μέχρι την άλλη. Δεξιά από τον σουλτάνο και μέχρι τη Χρυσή Πύλη, στρατοπέδευσαν όλα τα στρατεύματα από την Ασία. Στην αριστερή πλευρά, προς την πύλη που αποκαλούσαν Ξύλινη, στρατοπέδευσαν οι μονάδες από την Ευρώπη. Στη μέση στρατοπέδευσε ο ίδιος ο σουλτάνος με τους γενίτσαρους και τις μονάδες της Πύλης, που συνηθίζεται να στήνουν τις σκηνές τους κοντά στη δική του. Ο Ζαγγανός, συγγενής του σουλτάνου, στρατοπέδευσε στην απέναντι πλευρά, πάνω από την πόλη του Γαλατά. Λέγεται ότι όλος ο στρατός ήταν περίπου 400.000, ενώ τα υποζύγια διπλάσια, γεγονός που όντως συνέβαινε στο στρατόπεδο του σουλτάνου. Οι Τούρκοι θεωρούν σωστό να έχουν στα στρατόπεδά τους υποζύγια πολύ περισσότερα από ανθρώπους, ώστε να μεταφέρουν επαρκή εφόδια, όχι μόνο για τα ίδια, αλλά και για τα άλογα και τους άνδρες. Λίγο μετά την άφιξη του σουλτάνου έφθασε και ο στόλος του. Ως τριάντα μεγάλα πολεμικά πλοία και περίπου διακόσια μικρότερα, συνοδείας». Λίγο πριν από την Άλωση ο λόγιος Μοναχός Ιωσήφ Βρυέννιος, προβλέποντας τις εξελίξεις, έγραφε: «Ταύτης της πόλεως ισταμένης, συνίσταταί πως αυτή και η Πίστις ακράδαντος· εδαφισθείσης δε και αλούσης, άπερ, Χριστέ μου, μη γένοιτο, ποία έσται ψυχή κατά πίστιν ακλόνητος»; – δηλαδή: «Όσο στέκεται όρθια αυτή η Πόλη, μένει μαζί της ακλόνητη και η Πίστη. Αν όμως, κατεδαφισθεί ή αλωθεί, που να μη γίνει, Χριστέ μου! ποιά ψυχή θα κρατήσει την πίστη της ασάλευτη;». Μετά την πτώση της Πόλης η δύναμη αντιστάσεως μειώθηκε σημαντικά, όπως δείχνουν οι αλλαξοπιστίες και η μοιρολατρική στάση πολλών απ το Λαό, αλλά και τον Κλήρο. Το Γένος χρειαζόταν κάποια δύναμη, που θα εμπόδιζε την αλλοτρίωσή του και θα εξασφάλιζε την ανάκαμψη και επιβίωσή του. Αυτή τη δυσκολότατη, αλλά και αναγκαιότατη αποστολή, ανέλαβε η Εκκλησία, ως Εθναρχία. Αλλά και για τους Οθωμανούς η Άλωση είχε τεράστια σημασία. Με αυτήν νομιμοποιήθηκε η νίκη τους πάνω στην Ελληνική Αυτοκρατορία, η οποία με το πάρσιμο της Πόλης έγινε και τυπικά Οθωμανική. Η κατάκτηση των υπολοίπων ρωμαίϊκων εδαφών (Τραπεζούντος και κυρίως Ελλάδος) δεν ήταν παρά η ολοκλήρωση της επικρατήσεως της Οθωμανικής κυριαρχίας. Το σπουδαίο όμως είναι, ότι το άλλοτε βάρβαρο, τουρκικό φύλο των Οθωμανών μέσα σε σύντομο χρόνο μπόρεσε να συγκροτηθεί σε μία πανίσχυρη αυτοκρατορία και να ενταχθεί στο σύστημα των ευρωπαϊκών κρατών. Μέσα στα όρια της Οθωμανικής αυτοκρατορίας θα αγωνιστεί στο εξής ο Ελληνισμός, μαζί με όλη τη Ρωμηοσύνη, να βρει τον δρόμο του στη νέα γι αυτόν πραγματικότητα. Πολλά έχουν -ερασιτεχνικά- γραφεί για την ερμηνεία της Αλώσεως. Πολλές επιθέσεις δέχεται ο Κλήρος, αλλά και ο Μοναχισμός από τις δυνάμεις εκείνες, που αναζητούν ευθύνες και ελεγχόμενες συμπεριφορές κατά τις υπαγορεύσεις της ιδελογίας τους. Η παραταξιακή συνείδηση οδηγεί και στην ιδεολογική χρήση των πηγών, με συνέπεια την αναίρεση της ιστορικής επιστήμης. Έτσι διαμορφώθηκαν ιδεολογήματα, που αναπαράγονται χωρίς υπευθυνότητα, διότι λείπει η πλήρης γνώση των πηγών και η συνδυαστική ερμηνεία τους. ———————————————————————————————————————– ΔΕΥΤΕΡΑ 28 ΜΑΪΟΥ 1453 «ΧΡΟΝΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ», του Νικολό Μπάρμπαρο «Στις 28 Μαΐου, ο Τούρκος αμηράς έβγαλε διαταγή με σάλπισμα σ” όλο το στρατόπεδό του, ότι όλοι οι πασάδες και όλοι οι άλλοι αξιωματούχοι των στρατευμάτων του έπρεπε να κατέβουν και να μείνουν όλη μέρα στις θέσεις τους, επειδή την επαύριο ο Τούρκος αυθέντης ήθελε να εξαπολύσει γενική επίθεση σ” αυτήν την αξιοθρήνητη πόλη, αλλιώς θα τιμωρούνταν με την ποινή του αποκεφαλισμού. Μόλις δόθηκε η διαταγή σ” όλο το στρατόπεδο, έτρεξαν όλοι και με μεγάλη μάλιστα σπουδή να καταλάβουν τις θέσεις τους. Αλλά, όλη την ημέρα, από την ώρα που ξημέρωσε μέχρι που έπεσε η νύχτα, οι Τούρκοι άλλο δεν έκαναν παρά να φέρνουν πανύψηλες κλίμακες κοντά στα τείχη για να αναρριχηθούν σ” αυτές την επομένη, που θα ήταν η κρίσιμη μέρα της μάχης. Αυτές οι σκάλες ήταν περίπου δύο χιλιάδες. Έπειτα έφεραν μεγάλες ποσότητες πλεγμάτων από φρύγανα και λυγαριές για να καλύψουν αυτούς που θα σκαρφάλωναν με τις σκάλες απάνω στα τείχη. Όταν το έκαναν κι αυτό οι Τούρκοι, άρχισαν να ηχούν σάλπιγγες σ” όλο το στρατόπεδο και ταμπούρλα και τύμπανα για να εμψυχώσουν τους στρατιώτες τους, κραυγάζοντας: «Γιοι του Μωάμεθ, ας ξεχειλίσει η καρδιά σας από χαρά γιατί αύριο θα έχουμε στα χέρια μας τόσους χριστιανούς, τους οποίους θα τους πουλήσουμε για δούλους ένα δουκάτο τους δύο και θα αποκτήσουμε τόσα πλούτη που όλοι θα γεμίσουμε χρυσάφι. Από τα γένια των Γραικών θα κάνουμε λουριά για να δένουμε τα σκυλιά μας και οι γυναίκες τους και οι θυγατέρες τους θα γίνουν σκλάβες μας. Ναι, γιοι του Μωάμεθ, ας ξεχειλίσει από χαρά η καρδιά σας κι ετοιμαστείτε με χαρά να πεθάνετε για την αγάπη του Μωάμεθ μας». Μ” αυτόν τον τρόπο οι ειδωλολάτρες εμψύχωναν τα στρατεύματά τους. Όταν έγινε κι αυτό, έβαλαν φωνή σ” όλο το στρατόπεδο ότι κάθε Τούρκος επί ποινή αποκεφαλισμού έπρεπε να σταθεί στη θέση του και να υπάγει πράξει ότι θα τον διέτασσαν οι αρχηγοί του. Το βράδυ, όλοι οι Τούρκοι σε στρατιωτική παράταξη κατέβηκαν στις θέσεις τους με όλα τους τα όπλα και πολύ μεγάλα φορτία από σαϊτες. Όταν νύχτωσε, όλοι έστεκαν στις θέσεις τους χαρούμενοι με την απόφαση να δώσουν τη μάχη και όλοι παρακαλούσαν το Μωάμεθ τους να τους δώσει νίκη και βοήθεια. Αυτή όμως την ημέρα οι Τούρκοι τόσο πολύ βομβάρδισαν τα αξιολύπητα τείχη, που ήταν κάτι από άλλο κόσμο, κι αυτό το έκαναν επειδή ήταν η ημέρα που έβαζαν τέλος στους κανονιοβολισμούς». Η συνήθης απάντηση στο ερώτημα που τίθεται από τους κύκλους αυτούς: «γιατί ετούρκεψε το Βυζάντιο», έριπτε την ευθύνη, στην μερίδα των ανθενωτικών, που θεωρούνται υπεύθυνοι για την πτώση της Αυτοκρατορίας. Και σ αυτό οδηγεί η απολυτοποίηση των φαινομένων, οφειλομένη στην άγνοια των πραγμάτων στο σύνολό τους. Αποτέλεσμα, η «αγιοποίηση» της αντιπάλου μερίδος των Ενωτικών, η διχαστική θεώρηση της ιστορίας και η αδυναμία αντικειμενικής ερμηνείας της. Και είναι γεγονός, ότι η διάσταση Ενωτικών-Ανθενωτικών ήταν πραγματική και μπορεί να θεωρηθεί ως ο πρώτος σοβαρός διχασμός στην νεώτερη ιστορία μας, αλλά και ρίζα όλων των κατοπινών εξελίξεων. Γι αυτό ακριβώς η κατά το δυνατόν πληρέστερη κατανόησή της (δηλ. της διαστάσεως) προσφέρει ένα ασφαλές κλειδί στην ερμηνεία και όλων των μεταγενεστέρων διχασμών στην πορεία του Γένους-Έθνους μας. 2. Η διάσταση Ενωτικών-Ανθενωτικών υποστασίωνε την διπλή στάση του Γένους μας έναντι της Δύσεως, κυοφορήθηκε δε στην «καθ ημάς Ανατολή» μετά το μεγάλο Σχίσμα του 1054. Είναι δε χαρακτηριστικό, ότι και όλοι οι μετέπειτα εθνικοί διχασμοί μας θα έχουν σημείο αναφοράς τη Δύση και τη στάση μας απέναντί της. Αποφασιστικά επηρέασε τη στάση της Ορθόδοξης Ανατολής έναντι της Δύσεως η Άλωση του 1204 και ο θεσμός της Ουνίας (μετά το 1215), ως πολιορκητική μηχανή της Φραγκίας στη Ρωμαίικη Ανατολή. Το φιλοδυτικό ρεύμα αποτελούσαν κυρίως διανοούμενοι και πολιτικοί, ουνίτες ή ουνιτίζοντες. Οι πρώτοι, διότι ταυτίζονταν στις θεωρητικές τους αναζητήσεις με τους δυτικούς σχολαστικούς, ενώ οι δεύτεροι και για λόγους σκοπιμότητας (προσδοκία στρατιωτικής βοήθειας στην αντιμετώπιση του τουρκικού κινδύνου). Οι Ανθενωτικοί, κυρίως ο κλήρος, οι μοναχοί και το ευρύ λαϊκό σώμα, διατηρούσαν μόνιμη μετά το 1204 δυσπιστία έναντι της Δύσεως. Ο «αντιδυτικισμός», βέβαια, δεν ήταν αθεμελίωτος, ούτε οφειλόταν σε απλή μισαλλοδοξία. Στηριζόταν σε πολύ καλή γνώση της φραγκοπαπικής Δύσεως και των μονίμων διαθέσεών της απέναντι στην Ανατολή. ———————————————————————————————————————————————- ΔΕΥΤΕΡΑ (βράδυ) 28 ΜΑΪΟΥ 1453 «ΧΡΟΝΙΚΟ», του Γεωργίου Φραντζή Επίσης, ο αυτοκράτορας συγκέντρωσε εκείνο το φοβερό βράδυ της Δευτέρας όλους τους άρχοντες, τους δημάρχους, τους εκατόνταρχους και τους άλλους βαθμοφόρους του στρατού, στους οποίους είπε τα παρακάτω λόγια: «Ευγενέστατοι άρχοντες, εκλαμπρότατοι δήμαρχοι και στρατηγοί, γενναιότατοι στρατιώτες, τιμημένοι και πιστοί πολίτες, ξέρετε όλοι πολύ καλά ότι έφτασε η ώρα που ο εχθρός της πίστης μας αποφάσισε να μας πιέσει ακόμα περισσότερο με όλα τα πολεμικά μέσα και τεχνάσματα που διαθέτει. Θέλει να αρχίσει γενική επίθεση και πόλεμο από την ξηρά κι από τη θάλασσα, έτοιμος να μας δαγκώσει σαν φαρμακερό φίδι και να μας καταβροχθίσει σαν ανήμερο λιοντάρι. Γι” αυτό το λόγο σας παρακαλώ να φερθείτε με γενναιότητα και θάρρος, όπως κάνατε μέχρι τώρα, απέναντι στους εχθρούς της πίστης μας. Αφήνω στα χέρια σας την τύχη της δοξασμένης και λαμπρής πατρίδας μας, της μεγαλοπρεπέστατης και ευγενούς βασιλεύουσας όλων των πόλεων. Ξέρετε πολύ καλά, αδέρφια μου, ότι για τέσσερις λόγους είμαστε υποχρεωμένοι να προτιμήσουμε το θάνατο παρά τη ζωή. Πρώτον, για την πίστη και τη θρησκεία μας, δεύτερον, για την πατρίδα, τρίτον, για το βασιλιά, τον αντιπρόσωπο του Κυρίου μας, και τέταρτον, για τους συγγενείς και τους φίλους μας. Αν λοιπόν, αδέρφια μου, πρέπει να αγωνιζόμαστε μέχρι θανάτου για έναν από τους παραπάνω λόγους, τότε έχουμε υποχρέωση να πολεμάμε ακόμα σκληρότερα αν πρόκειται και για τα τέσσερα μαζί, διαφορετικά θα χάσουμε τα πάντα. Αν ο Θεός, εξαιτίας των αμαρτιών μας, δώσει τη νίκη στους απίστους, διατρέχουμε τον κίνδυνο να χάσουμε την άγια πίστη που μας έδωσε ο Χριστός με το αίμα του και είναι το σημαντικότερο πράγμα απ” όλα. Τι όφελος μπορεί να έχει κανείς αν κερδίσει ολόκληρο τον κόσμο αλλά χάσει την ψυχή του; Δεύτερον, θα χάσουμε την ένδοξη πατρίδα και την ελευθερία μας. Τρίτον, το άλλοτε ένδοξο κράτος μας, που τώρα πια είναι εξασθενημένο και ταπεινωμένο, θα πέσει στα χέρια του άπιστου τυράννου. Τέλος, θα χάσουμε τα αγαπημένα μας παιδιά, τις γυναίκες και τους υπόλοιπους συγγενείς μας. Ο βάρβαρος σουλτάνος μας έχει αποκλείσει 57 μέρες τώρα με όλες τις δυνάμεις του και μας πολιορκεί μέρα νύχτα με κάθε μέσο που διαθέτει, αλλά καταφέραμε να τον αποκρούσουμε με τη βοήθεια του Κυρίου μας Χριστού που βλέπει τα πάντα. Μη δειλιάσετε λοιπόν τώρα, αδέρφια μου. Είδατε ότι, ακόμα και στα μέρη όπου έπεσε το τείχος από τα τηλεβόλα και τις πολιορκητικές μηχανές, καταφέραμε να το επισκευάσουμε με τον καλύτερο τρόπο. Έχουμε στηρίξει όλες τις ελπίδες μας στην ακαταμάχητη δόξα του Θεού. Οι εχθροί μας διαθέτουν όπλα, ιππικό, δύναμη και πλήθος, αλλά εμείς έχουμε εμπιστοσύνη στο όνομα του Κυρίου και Σωτήρα μας, στα χέρια μας και στη γενναιότητα που μας χάρισε ο Θεός. Ξέρω ότι η τεράστια αγέλη των απίστων θα επιτεθεί εναντίον μας, όπως συνηθίζει, με βάναυση ορμή, αλαζονεία και θράσος επειδή είμαστε λίγοι, ώστε να μας τρομάξουν, να μας κουράσουν και να μας κάνουν να χάσουμε το ηθικό μας με τις φωνές και τους αλαλαγμούς τους. Εσείς όμως γνωρίζετε καλά πόσο ανόητα είναι αυτά και δε χρειάζεται να σας τα θυμίσω. Σε λίγο θα επιτεθούν και θα ρίξουν εναντίον μας πέτρες και βέλη αμέτρητα σαν την άμμο της θάλασσας, αλλά ελπίζω ότι δεν θα πετύχουν τίποτα. Σας βλέπω και χαίρομαι επειδή, αν και λίγοι, όλοι σας είστε έμπειροι, γενναίοι, αποφασιστικοί, δυνατοί και καλά προετοιμασμένοι. Να καλύψετε καλά το κεφάλι σας με τις ασπίδες τη στιγμή της συμπλοκής και να χρησιμοποιείτε με επιτυχία το δεξί σας χέρι με το σπαθί. Οι περικεφαλαίες, οι θώρακες, οι πανοπλίες και ο υπόλοιπος οπλισμός σας είναι σε θέση να σας βοηθήσουν αποτελεσματικά σ” όλη τη διάρκεια της μάχης, επειδή οι εχθροί δεν διαθέτουν ανάλογο εξοπλισμό. Ήρθε λοιπόν αδέρφια μου ο σουλτάνος, μας πολιόρκησε και έχει ορθάνοιχτο το τεράστιο στόμα του για να καταβροχθίσει τόσο εμάς όσο και την πόλη που έχτισε ο αείμνηστος μεγάλος αυτοκράτορας, ο Κωνσταντίνος, ο οποίος την αφιέρωσε στην Παναγία Δέσποινα Θεοτόκο και αειπάρθενο Μαρία, εκφράζοντας την ευχή να την έχουμε πάντα βοηθό και προστάτη της πατρίδας μας, που αποτελεί καταφύγιο των χριστιανών, ελπίδα και χαρά των Ελλήνων, και καύχημα όλου του κόσμου? Αυτή λοιπόν την πόλη, τη βασίλισσα όλων των άλλων πόλεων, θέλει να υποδουλώσει και να την έχει υπό την εξουσία του. Θέλει να πάρει τις άγιες εκκλησίες μας, όπου προσκυνάμε την Αγία Τριάδα και δοξολογούμε το Άγιο Πνεύμα του Θεού, και όπου οι άγγελοι υμνούν το Θεό και την ενανθρώπισή Του, για να τις κάνει τόπο λατρείας της ψεύτικης θρησκείας του ανόητου ψευτοπροφήτη Μωάμεθ, και στάβλο για άλογα και καμήλες. Αδέρφια και συμπολεμιστές μου, θέλω να τα σκεφτείτε αυτά καλά, για να μείνει το όνομα, η δόξα και η ελευθερία σας στην αιωνιότητα». Ο αντιδυτικισμός της Ανατολής συνιστούσε περισσότερο αυτοάμυνα και αυτοπροστασία. Είχε ερείσματα πνευματικά και κοινωνικοπολιτικά· την επίγνωση της πνευματικής αλλοτριώσεως της χριστιανικής παράδοσης στη Δύση, του φραγκικού επεκτατισμού και της εκφράγκευσης του πατριαρχείου της Παλαιάς Ρώμης (1046), ως και της μεταβολής του σε παπικό κράτος, με όλες τις ευνόητες συνέπειες. Εξ άλλου, συνείδηση των Ανθενωτικών ήταν, ότι την ορθόδοξη ταυτότητα (που γι αυτούς ήταν συγχρόνως και εθνική) δεν την απειλούσαν τόσο οι Οθωμανοί, όσο οι Φραγκολατίνοι. Η συνείδηση αυτή των Ανθενωτικών θα κωδικοποιηθεί στο κήρυγμα του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού (18ος αι. ): «Και διατί δεν έφερεν ο Θεός άλλον βασιλέα, που ήταν τόσα ρηγάτα εδώ κοντά να τους το δώση, μόνο ήφερε τον Τούρκον μέσαθε από την Κόκκινην Μηλιά και του το εχάρισεν; Ήξερεν ο Θεός πως τα αλλά ρηγάτα μας βλάπτουν εις την πίστιν και (ενώ) ο Τουρκος δεν μας βλάπτει. Ασπρα δώσ του και καβαλλίκευσέ τον από το κεφάλι. Και δια να μη κολασθούμεν, το έδωσε του Τούρκου και τον έχει ο Θεός τον Τουρκον ωσάν σκύλον να μας φυλάη. . . ». Ο Πατροκοσμάς έδινε, έτσι, απάντηση στους φιλενωτικούς, χωρίς μάλιστα να μπορεί να κατηγορηθεί ως εχθρός του λαού ή εθελόδουλος. Οι φιλενωτικοί, αντίθετα, πιστεύοντας στις υποσχέσεις της χριστιανικής Ευρώπης και δεμένοι ιδεολογικά μαζί της ήσαν πρόθυμοι να μειοδοτήσουν στο θέμα της Πίστεως, με υποθετικά πολιτικά ή προσωπικά ανταλλάγματα. Γι αυτούς η Πίστη δεν ήταν πια υπόθεση εμπειρίας και στάση ζωής, αλλά ιδεολογία θρησκευτική, υποκείμενη στους οποιουσδήποτε «ιστορικούς συμβιβασμούς». Οι φιλενωτικοί μας εκληροδότησαν το «ευρωπαϊκό σύνδρομο» και τη θεώρηση της Δύσεως ως της «καθολικής μας μητρόπολης», κατά τον αείμνηστο Κωστή Μοσκώφ. Ο Στήβεν Ράνσιμαν δικαιώνει τους Ανθενωτικούς, ως ρεαλιστές και νηφάλιους εκτιμητές της καταστάσεως: «Οι Βυζαντινοί διανοούμενοι, που είχαν απορρίψει τη δυτική βοήθεια, η οποία υπό τις καλύτερες συνθήκες θα είχε διασώσει ένα μικρό τμήμα του ορθοδόξου εδάφους και η οποία περιελάμβανε την ένωση της Εκκλησίας με τη Ρώμη, κατά συνέπεια την επέκταση των διαιρέσεων εντός της Εκκλησίας, δικαιώθηκαν. Η ακεραιότητα της Εκκλησίας διατηρήθηκε και με αυτήν η ακεραιότητα του ελληνικού λαού»! Στο σημείο αυτό χρειάζεται μία διευκρίνηση, που προσφέρει το ερμηνευτικό κλειδί της πολιτικής του Γένους-Έθνους μας ως τον 19ον αιώνα. Η συνάντηση με την «Φραγκιά» (κορύφωση του 1204) καθόρισε και τη στάση έναντι της εξ ανατολών απειλής, δηλαδή των Τούρκων. Το Έθνος, συναισθανόμενο τον τουρκικό κίνδυνο, στρεφόταν προς τη Δύση (στάση ενωτικών), διαβλέποντας, όμως, τον φραγκικό κίνδυνο, χωρίς να αποδέχεται την οθωμανική εξουσία, αλλά και χωρίς να μπορεί να την αποτινάξει «άχρι καιρού», προτιμούσε κατά τον λόγο του Πατροκοσμά τον Τούρκο, που δεν απειλούσε την ιστορική ταυτότητά του, αλλά επέτρεπε την ιστορική συνέχειά του. Οι Ανθενωτικοί, απορρίπτοντας την δυτική «φιλία» και «συμμαχία», δεν μπορούν να χαρακτηρισθούν άνευ ετέρου «τουρκόφιλοι». Η δουλικότητα των διανοουμένων έναντι της «Φραγκιάς» ήταν γι αυτούς ουσιαστική απειλή. Η φιλενωτική πολιτική αυτοκρατόρων, όπως ο Μιχαήλ Ηʹ Παλαιολόγος (13ος αι. ) ή ο Ιωάννης Εʹ Παλαιολόγος (εφράγκευσε το 1369), συνιστούσαν προκλήσεις ανυπέρβλητες, αλλά και αποκαλυπτικές. Τούς φόβους αυτούς ενίσχυσε ακόμη περισσότερο η πολιτική και των λοιπών Παλαιολόγων. ——————————————————————————————————————————— ΔΕΥΤΕΡΑ 28 ΠΡΟΣ ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453 «ΞΥΓΓΡΑΦΗ ΙΣΤΟΡΙΩΝ», του Μιχαήλ Κριτόβουλου «Στη συνέχεια ο σουλτάνος με δυνατή φωνή κάλεσε κοντά του τους υπασπιστές του και τους οπλίτες του και όλο το υπόλοιπο υπ” αυτόν στρατιωτικό σώμα και είπε: «Ορμάτε, φίλοι μου και παιδιά μου, τώρα είναι που πρέπει να φανείτε παλικάρια». Κι αυτοί, με κραυγές και αλαλαγμούς που προκαλούσαν φρίκη, πέρασαν την τάφρο και έφτασαν στο εξωτερικό τείχος. Αυτό το τείχος είχε σχεδόν εξ ολοκλήρου γκρεμιστεί και, αντί γι” αυτό, υπήρχε μόνο ένας ξύλινος φράκτης από μεγάλα δοκάρια και δεμάτια από κληματσίδες, μαζί με κάτι ξύλα και πιθάρια από χώμα. Στο σημείο αυτό έγινε μάχη δυνατή, έτσι που πιάστηκαν στα χέρια και χρησιμοποίησαν αγχέμαχα όπλα. Οι υπασπιστές και η φρουρά του σουλτάνου αγωνίζονταν να απωθήσουν τους υπερασπιστές του τείχους και να υπερκεράσουν το φράκτη, ενώ οι Έλληνες και οι Ιταλοί πάλευαν να τους αποκρούσουν και να περισώσουν αυτό το φράκτη. Κι άλλοτε οι επιτιθέμενοι κατάφερναν, πολεμώντας με πάθος και ορμή αλόγιστη, ν” ανεβαίνουν στο τείχος και να περνούν το φράκτη, άλλοτε πάλι αποκρούονταν και απομακρύνονταν. Στο μεταξύ, βέβαια, κι ο ίδιος ο σουλτάνος, προσπαθώντας να τους ενθαρρύνει, ακολουθούσε από κοντά και πολεμούσε κι ο ίδιος με γενναιότητα. Τότε έδωσε και στους κανονιέρηδές του το σύνθημα να πυροδοτήσουν τα κανόνια. Κι αυτά, καθώς πήραν φωτιά, εξαπέλυσαν τα λιθάρια τους ενάντια στους υπερασπιστές του τείχους και σκότωσαν αρκετούς άντρες που βρέθηκαν εκεί, κι από τις δύο παρατάξεις. Έτσι λοιπόν, και ενώ και οι δύο πλευρές πολεμούσαν παλικαρίσια και με πάθος, πέρασε το μεγαλύτερο μέρος της νύχτας. Τελικά υπερίσχυσαν οι Έλληνες και ενίσχυσαν σημαντικά τη θέση τους, όπως βέβαια και ο Ιουστινιάνης και οι δικοί του, ώστε διατήρησαν και εξασφάλισαν την κατοχή του φράκτη, αποκρούοντας με γενναιότητα τους επιτιθέμενους. Έτσι εξελίχθηκαν εδώ τα πράγματα. Στο μεταξύ, οι υπόλοιποι στρατηγοί και διοικητές με τα στρατιωτικά τους σώματα, όπως βέβαια και ο αρχηγός του στόλου, επιτέθηκαν και αυτοί στο τείχος κι από τη στεριά και από τη θάλασσα και πολεμούσαν με δύναμη, άλλοι ρίχνοντας βέλη με τους τοξότες τους και λιθάρια με τα κανόνια τους, κι άλλοι κουβαλώντας σκάλες στο τείχος και γέφυρες και ξύλινους πυργίσκους και ποικίλες άλλες πολιορκητικές μηχανές. Κάποιοι μάλιστα από αυτούς, επιχείρησαν με ορμή να ανέβουν στο τείχος, ιδιαίτερα από την πλευρά που είχε παραταχθεί ο Ζάγανος και ο Καρατζίας. Ο ένας από αυτούς, ο Ζάγανος, αφού πέρασε χωρίς ζημιά τη γέφυρα και κουβάλησε σκάλες και άλλα αναρριχητικά μέσα, προσπάθησε να σπρώξει τους στρατιώτες του ν” ανέβουν στο τείχος με το ζόρι, ενώ ταυτόχρονα, έχοντας τους τοξότες και τους τυφεκιοφόρους που βρίσκονταν στα εντός του λιμανιού περιπλέοντα πολεμικά πλοία, χτύπησε από τα καταστρώματά τους τους υπερασπιστές των επάλξεων του τείχους από το δεξιό τους πλευρό. Ο Καρατζίας, από την άλλη, περνώντας την τάφρο και πολεμώντας με γενναιότητα, προσπάθησε να πηδήσει στην εσωτερική πλευρά του γκρεμισμένου τείχους. Όμως οι Έλληνες αντιστάθηκαν με επιτυχία και έδιωξαν και αυτούς τους επιτιθέμενους και γενικά πολέμησαν γενναία και αναδείχτηκαν άριστοι και υπέρτεροι μαχητές. Τίποτε δεν στάθηκε ικανό να τους αποσπάσει από το καθήκον τους, ούτε η πείνα ούτε η αγρύπνια ούτε ο ασταμάτητος πόλεμος ούτε οι τραυματισμοί ή οι σφαγές και οι θάνατοι των δικών τους, που έβλεπαν μπροστά τους, κανένα απ” όλα αυτά τα φοβερά κακά, ώστε να υποχωρήσουν κάπως και να μεταβάλουν την αρχική τους αποφασιστικότητα και ορμητικότητα. Αντίθετα διατήρησαν μέσα τους, σ” όλες τις περιστάσεις, την αρχική τους ορμητικότητα έως ότου τους πρόδωσε η πανούργα, η άδικη τύχη». Η κατάκτηση «βυζαντινών» εδαφών από τους Οθωμανούς δεν εθεωρείτο απώλεια για την Αυτοκρατορία, εφ όσον στα εδάφη αυτά συνεχιζόταν η ενότητα της Εκκλησίας, η οποία πνευματικά διάσωζε και τη συνέχεια της Ρωμανίας. Η φραγκοκρατία, όμως, απέδειξε ότι δεν συνέβαινε το ίδιο και στις φραγκοκρατούμενες περιοχές, που με τον διωγμό της ορθοδόξου Εκκλησίας, αν δεν διέκοπταν, τουλάχιστον καθιστούσαν τη συνέχεια αυτή ιδιαίτερα δύσκολη. Είναι κοινή, άλλωστε, η γνώμη των βυζαντινολόγων, ότι στην κατάσταση που βρισκόταν στα μέσα του 15ου αιώνα η Αυτοκρατορία και αν δεν έπεφτε στους Οθωμανούς, θα καταντούσε ένα απλό προτεκτοράτο των δυτικών Κρατών ή του Πάπα. Πρέπει, όμως, να παραδεχθούμε, ότι Ενωτικοί και Ανθενωτικοί, παρά την αντίθεσή τους, λειτουργούσαν ως σύνθεση. Οι δεύτεροι έσωσαν την ταυτότητα του Γένους, αλλά οι πρώτοι το κράτησαν σε αδιάκοπο επαναστατικό βρασμό, δυναμοποιώντας τις αντιστάσεις του. 3. Η ιδεολογική αυτή αντίθεση (Ενωτικών-Ανθενωτικών), προσδιοριζόμενη όπως είπαμε από τη στάση έναντι της Φραγκικής Ευρώπης, ενσαρκώθηκε σε ηγετικές μορφές, σε σχήματα δυαδικά, που διαμόρφωναν και την ευρύτερη λαϊκή ιδεολογία στην εποχή τους. Κωνσταντίνος Παλαιολόγος και Λουκάς Νοταράς, άγιος Μάρκος Ευγενικός και Καρδινάλιος Βησσαρίων, Γεννάδιος Σχολάριος και Γεώργιος Γεμιστός-Πλήθων. Οι στάσεις των προσώπων αυτών σφράγισαν την κατοπινή πορεία του Έθνους, συνεχιζόμενες με διάφορα ονόματα, με το ίδιο, όμως, περιεχόμενο. Έτσι, εμφανίσθηκαν η Ανατολική και Δυτική Παράταξη ήδη στη δουλεία, που φθάνουν μέχρι την εποχή μας. Τι άλλο εκπροσωπούσαν ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Κωνσταντίνος Οικονόμος τον 19ο αιώνα; Στο ίδιο ιδεολογικό δίπολο εντάσσεται και ο Διχασμός του 1916 (Βενιζελικοί-Βασιλικοί), η εμφυλιακή σύγκρουση από το 1944 (αστοί-κομμουνιστές), με κάποιες φυσικά μικρές αποχρώσεις ή διαφοροποιήσεις. Οι διαμορφούμενες, όμως, στο Έθνος παρατάξεις λειτουργούν μόνιμα με τις ίδιες προϋποθέσεις, τη στάση απέναντι στην Ορθόδοξη Παράδοση και τις δυτικές προκλήσεις. Η αντίθεση βέβαια Βενιζελικών-Βασιλικών το 1916 ήταν η συνέπεια της αποδοχής των ενδοδυτικών διαιρέσεων και η ελληνοποίησή τους, ενώ το 1944 το Έθνος φαινομενικά διαιρέθηκε -και πάλι- σε φιλοδυτικούς και ανατολικούς, διότι το μαρξιστικό σύστημα είναι και αυτό γέννημα της δυτικοευρωπαϊκής διαλεκτικής, που μεταφυτεύθηκε στην ορθόδοξη Ανατολή, όπως και ο αστισμός. Απλούστατα η Ανατολική Παράταξις, που παλαιότερα ταυτιζόταν με την ομόδοξη Ρωσία συνέχισε και μετά το 1917 να μένει φιλορωσική (φιλοσοβιετική), ταυτιζόμενη μόνο με ένα μικρό ποσοστό της με τη μαρξιστική ιδεολογία. Η ίδια αντίθεση Ενωτικών-Ανθενωτικών συνεχίζεται και στη διάσταση σήμερα ευρωπαϊστών αντιευρωπαϊστών, όταν βέβαια, το υπόβαθρο μένει πνευματικό, όπως τον 15ον αιώνα, οπότε μπορεί να γίνεται λόγος για διάσταση παραδοσιακών (ορθοδόξων)-αντιπαραδοσιακών, που έχει εισέλθει ήδη και στον πολιτικό χώρο, ως αντίθεση παραδοσιακών-εκσυγχρονιστών (όλων των κομμάτων). Σημασία έχει ότι σε όλα αυτά τα αντιθετικά σχήματα η «Δύση» και η στάση απέναντί της βρίσκεται στη βάση των πραγμάτων. ————————————————————————————————————————————- ΤΡΙΤΗ (ξημέρωμα) 29 ΜΑΪΟΥ 1453 «ΒΥΖΑΝΤΙΝΟΤΟΥΡΚΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ», του Μιχαήλ Δούκα «Απ” την άλλη μεριά οι Τούρκοι, λίγο-λίγο και καλυπτόμενοι από ασπίδες, πλησίασαν τα τείχη και τοποθέτησαν σκάλες. Ωστόσο, καθώς τους εμπόδιζαν οι λιθοβολητές απ” τα τείχη, τίποτε δεν είχαν επιτύχει ακόμα. Συνεπώς η επίθεσή τους είχε αποκρουστεί. Οι Έλληνες πάλι, μαζί με τον αυτοκράτορα, είχαν αντιπαραταχθεί και πολεμούσαν τους εχθρούς. Όλη τους η προσπάθεια και ο μοναδικός στόχος τους ήταν να μην επιτρέψουν στους Τούρκους να μπουν στην Πόλη απ” τα γκρεμισμένα τείχη. Έκαναν όμως λάθος, καθώς το θέλημα του Θεού ήταν να μπουν οι Τούρκοι στην Κωνσταντινούπολη, αλλά από άλλη ατραπό. Όταν δηλαδή οι Τούρκοι είδαν το παραπόρτι για το οποίο ήδη μιλήσαμε (η Κερκόπορτα), ανοιχτό και αφύλαχτο, περίπου πενήντα άνδρες, οι πιο φημισμένοι και οι πιο πιστοί δούλοι του Μωάμεθ, πήδησαν μέσα, ανέβηκαν στα τείχη ξεφυσώντας φωτιά, σκοτώνοντας όποιους συναντούσαν μπροστά τους και χτυπώντας τους ακροβολιστές. Αλήθεια, τι φρικτό θέαμα ήταν εκείνο! Από τους Έλληνες και τους Λατίνους που είχαν αναλάβει την αποστολή να απωθούν όσους έστηναν τις σκάλες, άλλοι σφαγιάστηκαν, ενώ άλλοι, κλείνοντας τα μάτια έπεφταν στο κενό, συντρίβοντας τα σώματά τους και δίνοντας έτσι οικτρό τέλος στη ζωή τους. Τώρα πια οι επιτιθέμενοι έστηναν τις σκάλες, χωρίς κανένα εμπόδιο και σαν αετοί σκαρφάλωναν στο τείχος. Οι Ρωμαίοι που πολεμούσαν μαζί με τον αυτοκράτορα δεν γνώριζαν τι είχε συμβεί, καθώς ήταν μακριά απ” αυτούς το σημείο από το οποίο οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη. Άλλωστε όλη την προσοχή τους την είχαν αποσπάσει οι απέναντι εχθροί, οι οποίοι ήσαν δυνατοί και τόσοι πολλοί, ώστε αντιστοιχούσε ένας Έλληνας προς είκοσι Τούρκους, ενώ κι αυτός ο ένας Έλληνας δεν γνώριζε την πολεμική τέχνη τόσο καλά όσο ένας τυχαίος Τούρκος. Σ” εκείνους λοιπόν είχαν συγκεντρώσει όλη τη μέριμνα και τη φροντίδα τους. Τότε ξαφνικά, βλέπουν βέλη να τους έρχονται απ” το πάνω μέρος των τειχών και να τους σκοτώνουν. Στρέφουν το βλέμμα προς τα εκεί και διαπιστώνουν ότι είναι Τούρκοι. Βλέποντάς τους, σπεύδουν να γλιτώσουν στο εσωτερικό του τείχους. Και καθώς το πλήθος που προσπαθούσε να εισέλθει από την πύλη, την επονομαζόμενη Χαρισού, ήταν μεγάλο, προκλήθηκε φοβερός συνωστισμός. Πάνω σ” αυτόν, οι σωματικά δυνατότεροι κατάφερναν να μπουν πατώντας κυριολεκτικά τους σωματικά αδύναμους. Όταν η παράταξη του τυράννου είδε την οπισθοχώρηση των Ρωμαίων, με μια φωνή όρμησαν καταπατώντας και κατασφάζοντας τους αξιολύπητους αμύντορες της Πόλης. Φτάνοντας στην πύλη δεν μπόρεσαν να την περάσουν, καθώς αυτή είχε κλείσει απ” τα σώματα των σκοτωμένων, αλλά και των ετοιμοθάνατων. Έτσι οι περισσότεροι Τούρκοι έμπαιναν στην Κωνσταντινούπολη απ” το γκρεμισμένο τείχος και κατέσφαζαν όσους έβρισκαν μπροστά τους. Ο αυτοκράτορας δεν έκανε πίσω, στάθηκε για λίγο κρατώντας το σπαθί και την ασπίδα και είπε: «Δεν υπάρχει κάποιος χριστιανός να μου πάρει το κεφάλι»; Κι αυτό γιατί είχε μείνει ολομόναχος. Τότε ακριβώς ένας Τούρκος τον χτύπησε στο πρόσωπο, αλλά ο αυτοκράτορας ανταπόδωσε το χτύπημα. Ωστόσο, ένας άλλος Τούρκος, ερχόμενος από πίσω, του κατάφερε καίριο χτύπημα και ο Κωνσταντίνος σωριάστηκε στο έδαφος, Καθώς λοιπόν οι Τούρκοι αυτοί δεν γνώριζαν ότι ήταν ο αυτοκράτορας, αφού τον σκότωσαν σαν να ήταν ένας κοινός στρατιώτης, τον άφησαν να κείτεται στο χώμα. 4. Ακριβώς στο σημείο αυτό φαίνεται η επικαιρότητα της 29ης Μαΐου για τη σημερινή πραγματικότητα και τις σύγχρονες σχέσεις. Διότι οι συμπεριφορές των προσώπων αποκαλύπτουν και τον τρόπο, κατά τον οποίο λειτουργεί κάθε φορά ο εθνικός διχασμός, αλλά και τις συνέπειές του για το Γένος-Έθνος. Είναι γεγονός, ότι παρά την αντίθεση, ο διχασμός μπορεί να αποβεί ευεργετικός προς το Εθνος, όταν οι αντιτιθέμενοι ταυτίζονται με αυτό και εργάζωνται γι αυτό, μη ταυτιζόμενοι με τα ξένα συμφέροντα. Τις δύο παρατάξεις συνδέει τότε η κοινή αγάπη προς το Έθνος, η δε επιλογή διαφορετικών οδών πορείας και στρατηγικής αποβλέπει μόνο στην σωτηρία του Γένους-Έθνους (Salus Patriae). Κλασικά παραδείγματα οι δυάδες Κωνσταντίνου Παλαιολόγου – Λουκά Νοταρά και Γενναδίου – Πλήθωνος. Λυδία λίθος δε στη διακρίβωση αυτή είναι η συνεργασία τους στην απόκρουση των εναντίων. Αλλ” ας δούμε χωριστά τις συμπεριφορές αυτών των προσώπων. Ο αυτοκράτορας της οδύνης Κωνσταντίνος ΙΑʹ Παλαιολόγος (1403-1453) αναδείχθηκε νέος Λεωνίδας του Έθνους. Το δικό του «Μολών λαβέ» εκφράσθηκε με τα λόγια: «Το την πόλιν σοι δούναι ουκ εμόν έστιν [. . . ] Κοινή γαρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως αποθανούμεν και ου φεισόμεθα της ζωής ημών». Κανείς, λοιπόν, δεν μπορεί να αμφισβητήσει τον πατριωτισμό του, μολονότι, έλαβε μέρος στην ουνιτική λειτουργία της 12ης Δεκεμβρίου 1452, στην οποία αναγνώσθηκε το ουνιτικό διάταγμα της Φλωρεντίας. Ο λαός πάγωσε! Ο ίδιος ο αυτοκράτορας το άκουσε μουδιασμένος. Και όλα αυτά ακριβώς έξι μήνες πριν από την Άλωση. . . Αντίθετα, ο Μέγας Δούξ Λουκάς Νοταράς από την ανεύθυνη και παραταξιακή ιστοριογραφία χαρακτηρίζεται φιλότουρκος. Είναι βέβαια, γεγονός, ότι στην «ένωση» με το φραγκολατινικό στοιχείο, στην οποία φάνηκε συγκαταβατικός και υποχωρητικός για πολιτικές σκοπιμότητες ο Κωνσταντίνος, έβλεπε την εξαφάνιση του Γένους, όπως ήδη ελέχθη. Γι αυτόν ο οθωμανικός και ισλαμικός κίνδυνος δεν έπαυε να είναι κίνδυνος, αλλά όχι τόσο δυνατός, ώστε να επηρεάσει το Γένος αποφασιστικά. Επειδή, όμως, εξ ίσου αγαπούσε και αυτός το Γένος-Έθνος, αναδείχθηκε, παρά την ιδεολογική αντίθεσή του, μεγάλος πατριώτης. Ο Λουκάς Νοταράς υπήρξε μια υπέροχη στην τραγικότητά της Μορφή. Ρεαλιστικότερος μάλιστα του αυτοκράτορα, δεν έτρεφε ψευδαισθήσεις, όπως οι ρομαντικοί φιλενωτικοί. Γνώριζε καλά την μετακαρλομάγνεια Ευρώπη και τους αντιρωμαίϊκους και ανθελληνικούς, στόχους της. Πάλαιψε, όμως, και αυτός ηρωικά για την απόκρουση του οθωμανικού κινδύνου, απορρίπτοντας στην πράξη κάθε κατηγορία για εθελοδουλία. Αλλά και άλλοι ανθενωτικοί, όπως ο μοναχικός κόσμος, βοηθούσε τους αμυνόμενους και αυτές ακόμη οι μοναχές. ———————————————————————————————————————————– ΤΡΙΤΗ 29 ΜΑΪΟΥ 1453 «ΧΡΟΝΙΚΟ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ», του Νέστορος Ισκεντέρη «Εκεί έπεσε ο ευσεβής καίσαρ Κωνσταντίνος υπέρ των ιερών ναών και της ορθοδοξίας, μήνας Μάιος, την 29η μέρα, αφού εσκότωσε με το χέρι του, όπως έλεγαν όσοι έμειναν ζωντανοί, πάνω από 600 Τούρκους. Κι έτσι αλήθεψε ο χρησμός: «Με Κωνσταντίνο έγινε και πάλι με Κωνσταντίνο θ” αποθάνει». Γιατί οι αμαρτίες έρχεται η ώρα και κρίνονται από το Θεό και, καθώς λέγεται, οι κακουργίες και οι ανομίες καταλύουν τους θρόνους των ισχυρών. Μεγάλη η δύναμη του πονηρού κι άπειρα τα κακουργήματά του. Αλίμονο σε σένα, Εφτάλοφη, τώρα που έπεσες στα χέρια των άπιστων, τόση ήταν η δόξα που σου εδώρισε η χάρη του Κυρίου, άλλοτε λαμπρύνοντάς σε και μεγαλύνοντάς σε όσο καμιάν άλλη χώρα, άλλοτε τιμωρώντας σε με μύριες όσες τιμωρίες και νουθετώντας σε με τη δοκιμασία και με περίφημα θαύματα κι άλλοτε πάλι χαρίζοντάς σου ένδοξες νίκες κατά των εχθρών ούτε μια στιγμή δεν έπαψε να σε νουθετεί και να σε καλεί στο δρόμο της σωτηρίας σου και σου εχάρισε κι όλα τα καλά του επίγειου βίου και τα πιο λαμπρά στολίδια. Τα ίδια κι η υπεραγία Θεοτόκος, μητέρα του Χριστού και Θεού μας, με άπειρες ευεργεσίες κι αναρίθμητες δωρεές σ” ελέησε και σε υπεράσπισε σ” όλους τους καιρούς. Όμως η αφροσύνη σου αποστράφηκε τα ελέη και τα δώρα του Θεού κι ενέδωσες στις πονηρίες και ανομίες και τώρα να, σ” έπληξε η οργή του Θεού και σε παραδίνει στα χέρια των εχθρών σου και ποιος να μην κλάψει γι” αυτά, ποιος να μην θρηνήσει Εκεί ένας Σέρβος εβγήκε μπροστά του (στον Μωάμεθ) και του έφερε το κεφάλι του καίσαρα. Αυτός καταχάρηκε κι εφώναξε αμέσως τους άρχοντες και στρατηγούς κι ερώτησε να μάθει αν αλήθεια είναι του καίσαρα το κεφάλι. Εκείνοι κατατρομαγμένοι αποκρίθηκαν: «Είναι το αληθινό κεφάλι του καίσαρα». Τότε αυτός το ασπάστηκε και είπε: «Μα την αλήθεια, ο ίδιος ο Θεός σ” έφερε στον κόσμο και σ” έκανε και καίσαρα. Γιατί λοιπόν να πας έτσι άδικα χαμένος»; Κι έστειλε την κεφαλή στον Πατριάρχη να την χρυσώσει και να την ασημώσει και να την φυλάξει καταπώς αυτός γνωρίζει. Ο Πατριάρχης επήρε την κάρα και την εκλείδωσε σε αργυρό και χρυσωμένο σκεύος και την έκρυψε στη μεγάλη εκκλησία κάτω από την αγία τράπεζα. Από άλλους όμως ακούσαμε ότι κάποιοι που εσώθηκαν, από αυτούς που ήταν μαζί με τον καίσαρα στη Χρυσή Πύλη, επήραν κρυφά το σώμα, εκείνη την ίδια νύχτα, και το επήγαν στον Γαλατά και εκεί τον έχουν θαμμένον». Κατά τον αληθινό επιστήμονα Στήβεν Ράνσιμαν (Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως, σ. 151): «Με τις εφεδρείες του στάλθηκε να βοηθήσει στην άμυνα, που ήταν καλά οργανωμένη στις ακτές». Εξ άλλου, δύο γιοί του Νοταρά έπεσαν μαχόμενοι στις επάλξεις μαζί με τον αυτοκράτορα. Η πραγματικότητα, όμως επεφύλασσε στον δυστυχή πατέρα ακόμη μεγαλύτερη τραγωδία. Πάλι κατά τον Ράνσιμαν, αντικειμενικόν εκτιμητή των πηγών: «Η καλοσύνη, που είχε δείξει ο Μεχμέτ στους υπουργούς του αυτοκράτορα, δεν κράτησε πολύ. Είχε πει ότι θα έκανε τον Λουκά Νοταρά κυβερνήτη της Κωνσταντινουπόλεως. Αν ποτέ αυτό υπήρξε η πραγματική του πρόθεση, σε λίγο άλλαξε γνώμη. Η γενναιοφροσύνη του κολοβωνόταν πάντοτε από την υποψία και διάφοροι σύμβουλοι του συνέστησαν να μην έχει εμπιστοσύνη στον Μέγα Δούκα. Έβαλε την αφοσίωσή του (=του Νοταρά) σε δοκιμασία. Πέντε μέρες μετά την πτώση της Πόλης έκανε ένα συμπόσιο. Κατά τη διάρκεια του συμποσίου και ενώ είχε βαρύνει από το κρασί, κάποιος ψιθύρισε ότι ο δεκατετράχρονος γιός του Νοταρά ήταν εξαιρετικά ωραίος. Ο Σουλτάνος έστειλε αμέσως έναν ευνούχο στο σπίτι του μεγάλου δούκα ν απαιτήσει να σταλεί το παιδί στο σουλτάνο. Ο Νοταράς, του οποίου οι δύο μεγαλύτεροι γιοί σκοτώθηκαν πολεμώντας, αρνήθηκε, να θυσιάσει το παιδί του σε τέτοια τύχη. Αμέσως κατέφθασε η αστυνομία και έφερε το Νοταρά με τον γιό του και τον νεαρό γαμβρό του, γιό του μεγάλου δομέστιχου Ανδρόνικου Καντακουζηνού, μπροστά στο σουλτάνο. Όταν και πάλι ο Νοταράς αρνήθηκε να συμμορφωθεί προς την επιθυμία του σουλτάνου, ο τελευταίος έδωσε διαταγή ν αποκεφαλισθούν και οι τρεις επί τόπου. Ο Νοταράς ζήτησε μόνο ν αποκεφαλισθούν οι νέοι πριν απ αυτόν, μήπως η θέα του θανάτου του τους έκανε να δειλιάσουν. Όταν σφάχθηκαν και οι δύο, γύμνωσε το λαιμό του στο σπαθί του δημίου». Οι παραταξιακοί ιστοριογραφείς γράφοντας λιβελλογράφημα και όχι ιστορία, για να δικαιώσουν τη στάση τους, στηρίζονται στα περί Νοταρά στη διήγηση του μεγάλου αντιπάλου, εχθρού στην ουσία, του μεγάλου δούκα Γεωργίου (Σ)Φραντζή. Ο λιβελλογραφικός χαρακτήρας της «ιστορίας» τους βεβαιώνεται από την παραθεώρηση και αποσιώπηση όλων των άλλων πηγών, που αξιοποιεί στο έπακρο ο αυθεντικός ιστορικός Στ. Ράνσιμαν στο έργο του «Η Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως», το οποίο δι” ευνόητους λόγους ελάχιστα ή καθόλου λαμβάνουν υπόψη οι δικοί μας λιβελλογράφοι. Την ιστορική, όμως, απαξία του έργου του Φραντζή κατέδειξε με τρόπο καθαρά επιστημονικό ο αείμνηστος διδάσκαλός μου Νικόλαος Τωμαδάκης στο κλασικό έργο του «Οι ιστορικοί της Αλώσεως». Εξ άλλου, κατά τον Ράνσιμαν, «η αποδιδόμενη σ” αυτόν (τον Λ. Ν. ) από τους εχθρούς του φράση: Καλύτερα το σαρίκι του Σουλτάνου από την καλύπτρα την παπική, δεν είναι σήμερα τόσο σκανδαλώδης, όσο φαίνεται εκ πρώτης όψεως». Όπως, όμως, είπε ο αρχαίος ρήτοράς μας Ισοκράτης, «κοινή η τύχη και το μέλλον αόρατον». Η τύχη των λοιπών μελών της οικογενείας του Νοταρά ταυτίσθηκε με την τύχη των μελών της οικογενείας του Φραντζή. Η σύζυγος και η θυγατέρα του Νοταρά αιχμαλωτίσθηκαν και «αποτέλεσαν μέρος της μεγάλης φάλαγγας των αιχμαλώτων, που συνόδεψαν την Αυλή κατά την επιστροφή της στην Αδριανούπολη. Η σύζυγος του Νοταρά πέθανε στο δρόμο στο χωριό Μεσσήνη. Ήταν από αυτοκρατορική καταγωγή και η μεγαλύτερη κυρία στο Βυζάντιο μετά το θάνατο της αυτοκράτειρας-μητέρας και απολάμβανε βαθύτατο σεβασμό, ακόμα και από τους αντιπάλους του Νοταρά, για την αξιοπρέπεια και την φιλανθρωπία της». ————————————————————————————————————
  18. June 1 2014, Your time is 12:32:23 AM

    BURAK BEKDİL
    burak.bekdil@hurriyet.com.tr

    The ‘conquest-over-occupation’ season opens

    Print Page Send to friend »
    Share on Facebook It’s May. It’s the month when Islamist Turks observe the tradition that explains why “conquest” is good but “occupation” is bad.

    For instance, Foreign Minister Ahmet Davutoğlu thinks that “those who do not understand the importance of Jerusalem and Palestinian rights are attacking the conscience of humanity.” I hope this columnist fell into Mr. Davutoğlu’s “brave” category when he wrote that “Turkey is not North Korea,” (this column, “Turkey is not North Korea – nor Syria, nor Egypt,” May 14), but today he will be attacking the conscience of humanity.

    Mr. Davutoğlu thinks Jerusalem and the al-Aqsa Mosque (where he has said he wants to pray after Jerusalem has become the capital of the Palestinian state) have been under occupation since 1948 – when the state of Israel was founded, which is wrong. Last week, he said that “under the term[s] of international law, Jerusalem is under [Israeli] occupation.” Then he asked: “If U.N. decisions [resolutions] are not being implemented then why are they taken in the first place?”

    If Mr. Davutoğlu was attending chess classes at the age of 11 he would probably be kindly requested to quit immediately. How can a foreign minister cite U.N. resolutions about “Jerusalem’s occupation” when several other U.N. resolutions have described his own country as the occupier of Cyprus over the last four decades?

    Ironically, Mr. Davutoğlu’s speech on the occupation of Jerusalem came around the same day as the European Court of Human Rights (ECHR) ordered Turkey to pay 90 million euros to Greek Cyprus for the 1974 occupation and the island’s subsequent division. Really, could you explain, honorable minister, “if the U.N. [and the Council of Europe’s] rulings are not being implemented, then why are they taken in the first place?”

    But in response to the ECHR’s verdict, Mr. Davutoğlu said that he viewed the ruling as “neither binding nor of any value.” That would be a breach of the Constitution, since Article 90 of the Turkish Constitution states that “international agreements duly put into effect have the force of law. No appeal to the Constitutional Court shall be made with regard to these agreements, on the grounds that they are unconstitutional.”

    Of course, we could always ask Mr. Davutoğlu if he would be willing to explain why Israel should be obliged to implement all U.N. resolutions, but in Turkey’s case both U.N. resolutions and ECHR rulings should be “neither binding nor of any value.” I am sure he won’t explain. But I think I know the answer.

    In about a week from today, millions of Turks will take to the streets, with colorful fanfare and fireworks, to celebrate the 561th anniversary of the conquest of Constantinople from Byzantium – the same Turks who are angry that Jerusalem is under occupation. When the same cheerful Turks celebrate the conquest, do they not know that conquest means taking another nation’s/tribe’s land by force? They certainly do. And they are proud of it. Celebrating “the Conquest” is acknowledgement of an undisputed historical fact, that Istanbul belonged to another nation before “the conquest.” Right? Right.

    Then why do Mr. Davutoğlu and the conquest-fetish Turks mourn over “the occupation of Jerusalem?” Let’s recall. In 2012, Turkey’s top Muslim cleric, Professor Mehmet Görmez said: “After [the powerful Muslim caliph] Omar conquered al-Quds [Jerusalem] he was invited to pray at a church [since there were no mosques in Jerusalem]. But he politely refused because he was worried that the [conquering] Muslims could turn the church into a mosque after he prayed there.”

    Conquering Jerusalem? Did the top cleric not acknowledge the fact that Jerusalem was not a Muslim city before its “conquest?” He did. So, how can the occupation of a non-Muslim city, Constantinople, be a “conquest” but the occupation of a non-Muslim city, which was once occupied by Muslims, be “occupation”?

    The answer is very simple. In the Islamist’s dictionary, a “conquest” is something fabulous because “we take non-Muslim lands by the force of the sword”; “occupation” is something we mourn because it means the “loss of land we once had occupied.”

    Reading history should be a more serious thing than being football hooligans.

    May/23/2014

    http://www.hurriyetdailynews.com/the-conquest-over-occupation-season-opens.aspx?pageID=449&nID=66829&NewsCatID=398

  19. Λασκαρις on

    Ενας αυτοκράτορας βλέπει μια αρχαία ελληνική πόλη
    09

    Ποιά είναι τα συναισθήματα ενός βυζαντινού αυτοκράτορα όταν αντικρύζει τα ερείπια μιας αρχαίας ελληνική πόλης;

    Ο Θεόδωρος Β΄ Λάσκαρις, αυτοκράτορας της Νίκαιας, βασίλεψε μόνο τέσσερα χρόνια (1254-1258), και πέθανε σε ηλικία μόλις 36 ετών. Είχε μεγάλη κλασική παιδεία και μολονότι έζησε λίγο, ωστόσο άφησε σημαντικό συγγραφικό έργο και επίσης πολυάριθμες επιστολές. Ο Θεόδωρος Β΄ είναι από τους Βυζαντινούς που μιλούν ξεκάθαρα για τους αρχαίους Έλληνες ως προγόνους των Βυζαντινών, με άλλα λόγια αντιλαμβάνεται τους Βυζαντινούς ως Έλληνες μέσα στη διαδρομή της ιστορίας. Είναι χαρακτηριστικό ότι αναφέρεται στους ‘Ελληνες της εποχής του, τους οποίους ξεχωρίζει από τους άλλους γειτονικούς τους λαούς. Γράφει σε μία τους επιστολή: «Κινεῖται γὰρ ἡ ἔχθρα τῷ πλήθει καὶ τὰ ἔθνη μάχεται καθ’ ἡμῶν. Καὶ τίς ὁ βοηθήσων ἡμῖν; Πέρσης [=Τοῦρκος] πῶς βοηθήσει τῷ Ἕλληνι; Ἰταλὸς καὶ μάλιστα μαίνεται , Βούλγαρος προφανέστατα, Σέρβος τῇ βίᾳ βιαζόμενος συστέλλεται˙ μόνον δὲ τὸ Ἑλληνικὸν αὐτὸ βοηθεῖ ἑαυτῷ οἴκοθεν λαμβάνον τὰς ἀφορμάς».

    Εικόνα

    ‘Αποψη του αρχαίου θεάτρου της Περγάμου

    Κάποτε ταξιδεύοντας στη Μικρά Ασία έφτασε μπροστά στα ερείπια της Περγάμου. Τα συναισθήματα που του δημιούργησε η θέα των επιβλητικών αρχαίων ερειπίων τα κατέγραψε σε μια άλλη επιστολή που απηύθυνε προς τον λόγιο και σημαντικό ιστορικό της εποχής του Γεώργιο Ακροπολίτη. Εκεί λοιπόν αναφέρει τα εξής:

    «Η Πέργαμος μας υποδέχθηκε όντας δυσθεώρητη, αν και όχι λιγότερο δυσπρόσιτη. Είναι σαν εναέρια πόλις, όχι κατοικία πνευμάτων αλλά τόπος που φυλάττουν άνθρωποι που έχουν μετατραπεί σε δαίμονες. Είναι γεμάτη θέατρα, αλλά μοιάζουν με γερασμένα και μαραμένα από τον χρόνο, και είναι σαν να βλέπεις μέσα από θαμπό γυαλί την λαμπρότητα που θα είχαν κάποτε και την μεγαλοπρέπεια αυτών που τα ανήγειραν. Γιατί είναι γεμάτα από Ελληνική μεγαλοφροσύνη, και εικόνες της σοφίας της. Η πόλις μάς τα επιδεικνύει σαν να θέλει να μας κάνει να αισθανθούμε ντροπή, ως απογόνους, για το μεγαλείο της δόξας των πατέρων μας. Γιατί σε σύγκριση με τις σύγχρονες οικοδομές αυτά είναι εκπληκτικά. Υψώνονται επιπλέον και τείχη με ωραία οικοδομή και χάλκινες οροφές. Στη μέση ρέει ποταμός που γεφυρώνεται από μακρότατες αψίδες, που θά ΄λεγε κανείς ότι δεν είναι κτισμένες, αλλά σαν να πρόκειται για αυτοφυείς και μονόλιθες, έτσι που αν τις έβλεπε και ο άλλος γλύπτης ο Φειδίας, θα θαύμαζε κι αυτός το ισοστάθμισμα και την ευθύτητά τους. (…) Και από τις δύο πλευρές των περιτειχισμάτων του μεγάλου θεάτρου στέκονται κυλινδρικοί πύργοι, σαν να έχουν εξίσου ζηλότυπους λίθους, και περιβάλλονται από ζώνες. Το έργο αυτό δεν είναι έργο των χεριών ούτε σύλληψη του μυαλού των σημερινών ανθρώπων. Και πραγματικά σε εκπλήττει και μόνο να το βλέπεις».

    Εικόνα Εικόνα

    Ερείπια της Περγάμου και η μεγάλη Βιβλιοθήκη

    [Πέργαμος πόλις οἷον ἐναερία οὐ πνευμἀτων κατοικητήριον, ἀλλ’άνθρώπων είς δαίμονας φυλακτήριον (…), ἡμᾶς ὑπεδέξατο δυσθεώρητος οὖσα, οὐχ ἧττον δυσανἀβατος. Θεάτρων οὖσα μεστή, καὶ τούτων οἵων γεγηρακότων καὶ μαρανθέντων τῷ χρόνῳ καὶ ὥσπερ ἐν ὑέλῳ τινὶ τήν ποτε δεικνυμένων λαμπρότητα καὶ τὸ μεγαλοπρεπὲς τῶν δειμἀντων αὐτά. Ἑλληνικῆς γὰρ μεγαλονοίας ὑπάρχει ταῦτα μεστά, καὶ σοφίας ταύτης ἰνδάλματα˙ δεικνύει δὲ ταῦτα πρὸς ἡμᾶς ἡ πόλις κατονειδίζουσα, ὥσπερ ἀπογόνους τινάς, τοῦ πατρῴου κλέους τῷ μεγαλείῳ. Σμερδαλέα γάα εἰσι ταῦτα πρὸς τὰς νῦν οἰκοδομάς (…). Ἀνεγείρονται δὲ καὶ τείχη χαλκῶν οὐρανῶν ποικίλην οἰκοδομὴν ἔχοντα. Ποταμὸς δὲ μἐσον διἐρχεται ἀψίδεσι προμηκεστέροις καταγεφυρούμενος. Οὐ .. συνθέτους εἴποι τις εἶναι ταύτας, ἀλλ’ οἷον αὐτοφυεῖς τε καὶ μονολίθους˙ ἅσπερ, εἴπερ ἴδῃ καὶ Φειδίας ἄλλος λιθοκόπος, ἐθαύμασε τὸ κατὰ στάθμην ἴσον τούτων καὶ ἀκλινές. (…) Ἐφ’ ἑκατέροις μέρεσι δὲ τῶν τοῦ μεγάλου θεάτρου περιτειχισμάτων κυλινδρώδεις ἵστανται πύργοι, οἷον ἐξ ἴσου τοὺς λίθους ἔχειν ζηλοτυποῦντες ζώνας τέ τινας περιζωννύμενοι. Οὔτε χειρὸς ἔργον, οὔτε νοὸς νόημα τῶν νῦν. Ἐκπλήττει γὰρ καὶ βλεπόμενον».

    Εικόνα

    Παράσταση στη ζωφόρο του μεγάλου βωμού του Διός στην Πέργαμο (σήμερα στο Βερολίνο)

    Από τα λίγα αυτά λόγια μπορεί να καταλάβει κανείς το δέος του αυτοκράτορα μπροστά στα εκπληκτικά έργα των προγόνων του. Και πραγματικά θεωρούσε προγόνους του τους Ἐλληνες της αρχαιότητας, μπροστά στους οποίους οι σύγχρονοί του άνθρωποι φαντάζουν μικροί και παρακμιακοί.

    http://byzantiumtoday.wordpress.com/2014/06/09/%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CF%82-%CE%B1%CF%85%CF%84%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B1%CF%82-%CE%B2%CE%BB%CE%AD%CF%80%CE%B5%CE%B9-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%B1%CF%81%CF%87%CE%B1%CE%AF%CE%B1/

  20. 1430: «Διήγηση της τελευταίας άλωσης της Θεσσαλονίκης…»

    «Οι εχθροί μετέφεραν σκάλες σε πολλά μέρη του τείχους, αλλού όμως δεν έβρισκαν σε ποιο σημείο να τις στηρίξουν, καθώς τους απωθούσαμε από πάνω μέχρι που μας παρέλυσε ο φόβος, αλλού τις τοποθέτησαν και ανέβηκαν κάποια σκαλιά. Δεν κατόρθωσαν ωστόσο να φέρουν σε πέρας την αποστολή τους, επειδή κάποιοι δικοί μας που βρίσκονταν εκεί έδειξαν μεγαλύτερο θάρρος από τους υπόλοιπους και με κατάλληλες για χρήση με το χέρι πέτρες τους γκρέμισαν μαζί με τις σκάλες… Κατέστρωσαν, λοιπόν, ένα πιο προσεκτικό σχέδιο και τοποθέτησαν μια σκάλα κοντά στο Τριγώνιο, στο σημείο όπου ο πύργος έκανε γωνία και δεν υπήρχε κανείς να εμποδίσει όποιον σκαρφάλωνε εκεί. Εξάλλου το σημείο εκείνο ήταν έρημο από υπερασπιστές. Κάποιος στρατιώτης του εχθρικού πεζικού λοιπόν, δείχνοντας μεγαλύτερο ψυχικό θάρρος από τους υπόλοιπους, έθεσε το ξίφος του ανάμεσα στα δόντια του… ανέβηκε στο τείχος με πολύ μεγάλο θάρρος χωρίς κανείς από τους υπερασπιστές να το πάρει είδηση…. Ο Τούρκος βρήκε στις πολεμίστρες έναν τραυματισμένο Λατίνο που έπνεε τα λοίσθια, του έκοψε το κεφάλι και το έριξε προς τη μεριά των εχθρών. Ήθελε να δείξει με αυτό τον τρόπο ότι είχε καταλάβει εκείνο το σημείο και ότι οι υπερασπιστές έφυγαν ανεπιστρεπτί εγκαταλείποντας τα τείχη. Ήταν η εικοστή ενάτη Μαρτίου του έτους 6938».

    Καθώς το βυζαντινό, όπως άλλωστε και το εβραϊκό, ημερολόγιο μετρά τα χρόνια από «κτίσεως κόσμου» (η οποία τοποθετείται στο 5508 π.Χ.) η χρονολογία αντιστοιχεί στο 1430 και το απόσπασμα αποτελεί μετάφραση από το κείμενο του Ιωάννη Αναγνώστη «Διήγηση της τελευταίας άλωσης της Θεσσαλονίκης που συντάχθηκε ύστερα από επίμονη αίτηση κάποιου αξιόλογου προσώπου, σε επιτομή».

    Είναι η τρίτη φορά που τουρκικός στρατός καταλαμβάνει τη Θεσσαλονίκη. Την πρώτη φορά (1349) ήταν οι Σελτζούκοι σύμμαχοι του αυτοκράτορα Ιωάννη Στ΄ Καντακουζηνού που κατέπνιξαν την επανάσταση των Ζηλωτών. Τη δεύτερη (1387) ήταν πλέον οι Οθωμανοί, αν και προσωρινά, καθώς η πόλη αποτέλεσε και πάλι κομμάτι της Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας το 1403 ως αποτέλεσμα της ήττας των Βαγιαζήτ Α΄ από τον Ταμερλάνο το 1402. Είκοσι χρόνια αργότερα ο Μανουήλ Β΄ Παλαιολόγος την παραχώρησε, έναντι τιμήματος, στους Βενετούς. Οι σχέσεις όμως των νέων κυρίαρχων με τους κατοίκους της πόλης χαρακτηρίζονταν τουλάχιστον από αμοιβαία καχυποψία που ξεκινούσε από τη δογματική διαφορά και έφτανε μέχρι το γεγονός ότι τόσο «οι Λατίνοι… πολλές φορές έστειλαν πρέσβεις» στους Τούρκους επιδιώκοντας κάποια συμφωνία, ενώ και μεταξύ των Ρωμαίων υπήρχαν αυτοί που ήθελαν να παραδώσουν την πόλη στον σουλτάνο για να γλιτώσει την καταστροφή. Έτσι «όταν ανεβήκαμε στο τείχος», συνεχίζει ο Αναγνώστης, «μας ξεχώρισαν οι άρχοντες της πόλης σε Λατίνους και Ρωμαίους και ανάμεσά μας, επειδή δεν μας είχαν εμπιστοσύνη, τοποθέτησαν κάποιους ανθρώπους, επαγγελματίες κλέφτες, τους Τζεταρίους… και απειλούσαν με θάνατο όσους θα σχεδίαζαν να προδώσουν». Παρ’ όλα αυτά, λέγεται ότι οι καλόγεροι της Μονής Βλατάδων ενημέρωσαν τον Μουράτ για τον αγωγό που έφερνε νερό από τον Χορτιάτη στην πόλη (μια δεξαμενή βρίσκεται ακόμη κάτω από το μοναστήρι), γεγονός που οδήγησε στην παραχώρηση πολλών προνομίων στο επονομαζόμενο, κατόπιν, Τσαούς Μοναστίρ (δηλ. Μοναστήρι του Λοχία).
    Υπ’ αυτές τις συνθήκες, λοιπόν, «μπήκαν στην πόλη οι οχτροί». «Όταν η Θεσσαλονίκη γέμισε και παντού υπήρχαν Τούρκοι, στους ιερούς ναούς, στα μοναστήρια, στους δρόμους και τις οικίες, εξελίχτηκε ένα δράμα που προκαλούσε δάκρυα και θρήνους. Αφού πλημμύρισαν την πόλη… και έπεσαν πάνω μας σαν άγριοι λύκοι, άρχισαν βιαστικά να αρπάζουν ό,τι έβρισκαν… Έσερναν λοιπόν μαζί άνδρες, γυναίκες, παιδιά, ανθρώπους κάθε ηλικίας δεμένους σαν άψυχα ζώα και τους οδηγούσαν στο στρατόπεδό τους, έξω από τα τείχη της πόλης».

    Η πόλη σχεδόν ερήμωσε γι’ αυτό κι ο σουλτάνος επέτρεψε σ’ όσους χριστιανούς ξέφυγαν ή εξαγοράστηκαν από τη σκλαβιά να ξαναεγκατασταθούν, αλλά έφερε και μουσουλμάνους κατοίκους από τα Γιαννιτσά. «Τότε ο Μουράτ χάρισε στους οικείους και τους αξιωματούχους του τα μεγαλύτερα και τα πιο όμορφα μοναστήρια, καθώς και τα ωραιότερα και πιο μεγάλα οικήματα. Σ’ εμάς άφησε μόνο τέσσερις εκκλησίες».

    Τέλος, «κάποια από τα ιερά καθιδρύματα μετατράπηκαν σε κοινά καταγώγια… Κάποια άλλα διατηρούν απομεινάρια μόνο της παλιάς τους ομορφιάς και του τόπου όπου βρίσκονταν. Τα περισσότερα κατέρρευσαν τελείως… Τα οικοδομικά τους υλικά εκλάπησαν και ξαναχρησιμοποιήθηκαν σε καινούργιες οικοδομές και κυρίως στο λουτρό που φαίνεται σήμερα στο κέντρο της πόλης». Πρόκειται, βέβαια, για το Μπέη χαμάμ ή λουτρά «Ο Παράδεισος» που μπροστά του περνάει τώρα πλέον η Εγνατία.

    Πηγή: Ιωάννης Αναγνώστης «Διήγηση της τελευταίας άλωσης της Θεσσαλονίκης που συντάχθηκε ύστερα από επίμονη αίτηση κάποιου αξιόλογου προσώπου, σε επιτομή», στο Χρονικά των αλώσεων της Θεσσαλονίκης, μτφρ. Χ. Μέσσης, εισ.-σχόλια P. Odorico, Άγρα, Αθήνα 2009, σ. 309-352.

  21. 29 Μάη 1453, η άλωση της Κωνσταντινούπολης έγινε, με το σπαθί ή με συνθηκολόγηση?- Η Κερκόπορτα- Ο ρόλος των ανθενωτικών Νοταρά και Γεννάδιου Σχολάριου…

    Ο Γιάννης Κορδάτος ανατρέχοντας σ’ όλες τις ιστορικές πηγές γράφει στην ιστορία του (εδώ περιληπτικά):

    Λίγο πριν το πάρσιμο της Πόλης από το σουλτάνο Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή στο Βυζάντιο υπήρχε μεγάλο μίσος ανάμεσα στους ενωτικούς και τους ανθενωτικούς. Οι μεν ενωτικοί με το βασιλιά Κωνσταντίνο Παλαιολόγο κυρίως από ανάγκη, καθώς έβλεπαν το μεγάλο κίνδυνο από τους Τούρκους, ήθελαν την ένωση με τη Δυτική εκκλησία (με τον πάπα) ή δε ανθενωτικοί, με πολιτικό αρχηγό το Δούκα Νοταρά και θρησκευτικό τον Γενάδιο Σχολάριο (αμέσως μετά την άλωση ο σουλτάνος τον έκανε πατριάρχη) δεν ήθελαν καν ν’ ακούσουν για ένωση των εκκλησιών. Το μίσος ήταν μεγάλο σε βαθμό που οι ανθενωτικοί, που τους ακολουθούσε η πλειοψηφία του λαού ένεκα του μίσους που έτρεφε κατά των δυτικών λόγω και των σταυροφοριών, έλεγαν: «Κρειττότερον βασιλεύσαι εν μέση Πόλει φακιόλιον Τούρκων παρά καλύπτρα λατινικήν»!

    Ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος βλέποντας το μεγάλο κίνδυνο για να κολακευτεί ο Πάπας που είχε στείλει μια μικρή βοήθεια με 200 πολεμιστές διέταξε να γίνει στην Αγιά Σοφιά στις 12 Δεκέμβρη του 1452 η ενωτική λειτουργία στην οποία μνημονεύτηκε ο Πάπας.

    Μικρή βοήθεια επίσης από τους δυτικούς είχαν στείλει και οι Βενετσιάνοι (5 γαλέρες= πολεμικά πλοία), όπως και οι Γενοβέζοι που από τη Χίο έστειλαν 700 στρατιώτες με επικεφαλής τον ικανό αξιωματικό Ιουσινιάνη.

    Η επίσημη αυτή πράξη του Παλαιολόγου όσο κι αν επιβαλλόταν από πολιτική ανάγκη έριξε λάδι στη φωτιά κι ο αγώνας μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών άρχισε τώρα με μεγαλύτερη λύσσα! Οι καλόγεροι μάλιστα με επικεφαλής το Γεννάδιο ήθελαν ν’ ανοίξουν οι πόρτες των κάστρων για να αληθέψουν οι προφητείες μιαν…ώρα αρχύτερα. Γι αυτό φώναζαν: «Ανοίξατε τις πόρτες του Κάστρου, αντί να περιμένετε να τις καταστρέψει ο άπιστος (= Τούρκος), αφήστε αυτόν να μπει μέσα και να περάσει στη μέση της Πόλης. Τότες άγγελος εξολοθρευτής θα σας σώσει…»!

    Η πολιορκία της Πόλης όλο και γινόταν και πιο στενή, κάθε μέρα που περνούσε ήταν για τον Παλαιολόγο αληθινή τραγωδία. Η βοήθεια του Πάπα, στην οποία πίστευε, δεν ερχόταν. Τα τρόφιμα σώνονταν και οι ανθενωτικοί ξεσηκώνονταν και έκαναν ταραχές.

    Παραμονές της μεγάλης επίθεσης….

    Ο Κορδάτος διασταυρώνοντας όλες τις ιστορικές πηγές γράφει:

    Παραμονές της μεγάλης επίθεσης έγιναν διαπραγματεύσεις ανάμεσα στο Σουλτάνο και τον Παλαιολόγο για συνθηκολόγηση και παράδοση της Πόλης. Οι ιστορικοί της εποχής είτε ανοιχτά είτε συγκαλυμμένα μιλούν γι αυτό. Φαίνεται ότι, σημειώνει ο Κορδάτος, στις παραμονές της μεγάλης επίθεσης έγιναν τέτοιες προτάσεις όχι από το Σουλτάνο αλλά από τον Παλαιολόγο. Οι ανθενωτικοί τις ημέρες εκείνες όχο μόνο έφευγαν και παραδίνονταν στους Τούρκους, μα και μέσα στην Πόλη στενοχωρούσαν τον αυτοκράτορα ή να παραδοθεί ή να φύγει. Ενδεικτικό της έντασης μεταξύ ενωτικών και ανθενωτικών είναι το παρακάτω γεγονός: Ο Ιουστινιάνης (είχε οριστεί φρούραρχος της Πόλης) βλέποντας ότι από την πύλη του Ρωμανού είχε χαλάσει το κάστρο ζήτησε από το Νοταρά να του στείλει κανόνια για να ενισχύσει την άμυνα. Ο Νοταράς όμως αρνήθηκε με πείσμα. Τότε κατά τους χρονικογράφους ο Ιουστινιάνης δε βάσταξε και είπε στο Νοταρά: «ε, προδότη, δεν ξέρω τι με κρατεί να σε σφάξω μ’ αυτό το μαχαίρι»!

    Ο φρούραρχος της Πόλης, ο γενοβέζος Ιουστινιάνης, που, η παλικαριά του ήταν ακουστή και που ίσαμε τότες έδειξε αφοσίωση στον αυτοκράτορα, το πρωί της τελευταίας τούρκικης επίθεσης έφυγε. Είναι αλήθεια, πως οι περισσότεροι χρονογράφοι, λένε πως πληγώθηκε…Δύο πράγματα μπορούμε να υποθέσουμε. Ή ο Ιουστινιάνης βρήκε αφορμή την πληγή κι έφυγε, ξέροντας πως κάθε αντίσταση ήταν μάταιη, ή, οι ίδιοι οι ανθενωτικοί (με τη στάση τους) τον ανάγκασαν να φύγει.

    Η Κερκόπορτα…

    Ας έρθουμε τώρα σ’ ένα άλλο γεγονός. Ο χρονογράφος Δούκας λέει πως το πρωί στις 29 του Μάη, άμα άρχισε η μάχη και καιγόταν ο τόπος από τις κανονιές, μια πύλη του κάστρου που την έλεγαν Κερκόπορτα κι ήταν στο βορεινό μέρος, βρέθηκε ανοιχτή.

    Από την πόρτα αυτή μπήκαν στην αρχή καμιά πενηνταριά Τούρκοι κι ύστερα και άλλοι κι άρχισαν να χτυπούν τους υπερασπιστές από μέσα και αναγκάζονταν ολοένα να υποχωρούν…

    Όταν μαθεύτηκε η είδηση της συνθηκολόγησης ήταν φυσικό να δημιουργηθεί μεγάλη σύγχυση. Οι ενωτικοί μαζεύτηκαν προς το μέρος της Αγιά Σοφιάς και της πύλης του Ρωμανού για να φύγουν. Οι ανθενωτικοί όμως έμειναν στα σπίτια τους και έβαλαν τα συμφωνημένα σημάδια στις πόρτες και έπεσαν να κοιμηθούν ήσυχοι, όπως μας πληροφορεί ο Δούκας!

    Όταν όμως το πρωί στις 29 του Μάη διαδόθηκε πως ο Παλαιολόγος αρνήθηκε να δεχτεί τους νέους επαχθείς όρους του Μωάμεθ, αυτοί (οι ανθενωτικοί) πήγαν και άνοιξαν την Κερκόπορτα, ή, κατά τον Κριτόβουλο, την πυλίδα Ιουστίνου, για να μπουν οι Τούρκοι. […]

    Η τύχη των αρχηγών των ανθενωτικών Νοταρά και Γεννάδιου Σχολάριου μετά την άλωση της Πόλης…

    Ο μεγάλος δούκας ο Νοταράς, ο αρχηγός των ανθενωτικών, βρέθηκε «σώος και αβλαβής». Το ίδιο και ο Γεννάδιος Σχολάριος βρέθηκε στην Ανδριανούπολη χωρίς να πάθει τίποτα. Κι ακόμα στο σπίτι του Νοταρά ούτε μισός Τούρκος στρατιώτης δεν μπήκε γιατί είχε βάλει ο Μωάμεθ τιμητική φρουρά να το φυλάνε!

    Είναι όμως αλήθεια ότι ο Νοταράς δεν πρόφτασε να χαρεί τις τιμές και τις δόξες που του ετοίμαζε ο Μωάμεθ. Σε λίγο, επειδή ο μεγάλος βεζύρης Χαλίλ τον συκοφάντησε, και τον διέβαλε, ο Σουλτάνος τον σκότωσε, μαζί με τα παιδιά του.

    Ο άλλος αρχηγός των ανθενωτικών ο Γεννάδιος Σχολάριος, στάθηκε πιο τυχερός. Μόλις μπήκαν οι Τούρκοι μέσα στην πόλη, κάποιος φίλος του Τούρκος πήγε και τον βρήκε και τον πήρε μαζί του στην Ανδριανούπολη.

    Ο Μωάμεθ, από τις πρώτες μέρες, «ευθύς μετά την άλωση», γράφει ο Κριτόβουλος, ζήτησε το Γεννάδιο, αλλά δεν τον έβρισκε. Όταν όμως ο Μωάμεθ έμαθε που βρισκόταν ο Γεννάδιος τον κάλεσε κοντά του και επειδή ο πατριαρχικός θρόνος χήρευε και οι κληρικοί παραπονιόνταν, αλλά και για δικούς του πολιτικούς λόγους, τον έκανε Πατριάρχη!!!!

    Όπως λένε οι Βυζαντινοί ιστορικοί, ο Μωάμεθ δέχτηκε το Γεννάδιο με μεγάλες τιμές. Ο Φραντζής γράφει πως όχι μόνο τον υποδέχτηκε σαν ηγεμόνα, αλλά του έδωκε «δεκανίκιον»- δείγμα της εξουσίας του- και όταν έφυγε από το παλάτι, τον συνόδεψε ως την πόρτα, «ανεβίβασεν αυτόν εις ίππον ευπρεπισμένον» καο πρόσταξε να τον ακολουθήσει τιμητική φρουρά ως την εκκλησία Αγίων Αποστόλων που ήταν το Πατριαρχείο.

    Ο Φραντζής προσθέτει ακόμα πως ο Μωάμεθ, με διατάγματα αναγνώρισε την εκκλησιαστική και δικαστική εξουσία το Πατριάρχη.

    Πηγή: Γ. Κορδάτου, Μεγάλη ιστορία της Ελλάδας, Βυζάντιο Β’, εκδ. 20ος αιώνας)

    https://itzikas.wordpress.com/2011/05/29/%CE%B1%CF%80%CF%8C-%CF%84%CE%B7%CE%BD-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%B3-%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%B4%CE%AC%CF%84%CE%BF%CF%85-29-%CE%BC%CE%AC%CE%B7-1453-%CE%B7-%CE%AC/

  22. Κ5. on

    Από τον επίλογο της «Ιστορίας της Βυζαντινής αυτοκρατορίας» του Γ. Κορδάτου:

    «…Η πολιτική λοιπόν των ενωτικών που βρήκε μεγάλη αντίδραση, όχι μόνο από τον ορθόδοξο κλήρο, αλλά κι από τα πλατιά λαϊκά στρώματα, δεν είχε καμιά ιστορική δικαιολογία.

    1)Δε θέλει ρώτημα, πως και η πολιτική των ανθενωτικών δεν ήταν εκείνη που εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της μεγάλης μάζας του Βυζαντίου. Οι κληρικοί και καλόγεροι, που πρόβαλαν το δογματικό ζήτημα και φανάτισαν τις μάζες, δεν ενδιαφέρονταν πραγματικά για την ορθοδοξία, αλλά για τα εκκλησιαστικά χτήματα και τα μοναστηριακά φέουδά τους. Τα υλικά τους συμφέροντα και μόνο αυτά, όπλισαν τον αντιπαπικό φανατισμό τους…
    Ο πολύς λαός που τάχτηκε με τους ανθενωτικούς, όπως είδαμε, μισούσε τους Βυζαντινούς φεουδάρχες, καθώς και τους Λατίνους. Από χρόνια πριν πέσει η Πόλη, με το να μην υπάρχει ένα τρίτο κόμμα, που να υψώσει τη σημαία των κοινωνικών μεταρρυθμίσεων και της συνεργασίας όλων των χριστιανικών λαών της Βαλκανικής, οι μάζες παρασύρθηκαν από τους ανώτερους κληρικούς, τους θεολόγους και καλόγερους και έγιναν το λαϊκό στήριγμα των ανθενωτικών. Είναι βεβαιωμένο, πως οι πλατιές μάζες….βλέποντας το αδιέξοδο, ζητούσαν νέο κατακτητή. Στο κατάντημα αυτό έπαιξαν ενεργητικό ρόλο και οι ανώτεροι κληρικοί και οι καλόγεροι, με το να αφιονίζουν τις μάζες με ένα σωρό «προφητείες» και «χρησμούς». Προπαγανδίζανε φανερά πως ήταν «θέλημα Θεού η Πόλη να τουρκέψει…».

    2. Οι Σταυροφορίες είχαν κατακτητικό χαρακτήρα και λατίνοι σταυροφόροι προξένησαν φοβερές καταστροφές, γι αυτό και μισήθηκαν από το βυζαντινό λαό- κι όχι τόσο από τις θεολογικές διαφορές, όπως π.χ. το filioque και τα άζυμα. Πίσω απ’ αυτές τις δογματικές αντιθέσεις, κρύβονταν οικονομικά συμφέροντα και πολιτικά ελατήρια.

    3. Υπάρχει ένα σοβαρό ηθικό ζήτημα στη στάση των ανθενωτικών («καλύτερα τούρκικο σαρίκι παρά τιάρα παπική»): πώς την ώρα που ο νόμιμος αυτοκράτορας με τους υπόλοιπους υπερασπιστές της Πόλης δίνει «τον υπέρ πάντων αγώνα», αυτοί (οι ανθενωτικοί) δρουν παρασκηνιακά υπέρ του Μωαμέθ! Τέτοιο απύθμενο και άσβεστο μίσος μεταξύ «ομοεθνών»!!!

    4. Δέχτηκαν οι ανθενωτικοί (Γενάδιος, Νοταράς κλπ. ηγέτες τους) να παραδώσουν την Πόλη και το Βυζάντιο σ’ ένα «βάρβαρο» λαό, για να περισώσουν τα δικά τους οφίτσια που τους τα διασφάλιζε η συμφωνία που έκαναν με το Μωάμεθ, κι όχι τόσο για τα περί ανεξιθρησκείας που διασφάλιζε ο Σουλτάνος. Συνέπεια αυτής της στάσης των ήταν η μαύρη σκλαβιά 400 χρόνων για το λαό, σ’ αντίθεση με τα προνόμια που διασφαλίζονταν για τον πατριάρχη, τους άλλους δεσποτάδες και τους λεγόμενους Φαναριώτες! Γι αυτό κι ο σκλάβος λαός μισούσε θανάσιμα όχι μόνο τον Τούρκο κατακτητή αλλά και τους δεσποτάδες και τους κοτζαμπάσηδες.

  23. Η Άλωση, οι «μύθοι» και η Ελένη Αρβελέρ (μέρος πρώτο):
    Γεννάδιος και Ανθενωτικοί, απαντήσεις και διευκρινήσεις

    Τού Papyrus 52

    Περιεχόμενα

    1. Απαραίτητα εισαγωγικά σχόλια
    2. Οι «αποδομητές», ο Δούκας και η νεώτερη βιβλιογραφία
    3. Μύθος 1ος υπό εξέταση: Ο ιστορικός της Άλωσης, [Μιχαήλ] Δούκας, ήταν άραγε αντικειμενικός με τον Σχολάριο και τους Ανθενωτικούς; Αληθεύει ότι «μέχρι την τελευταία στιγμή» ο λαός διχαζόταν εξαιτίας του Σχολαρίου, ο οποίος μάλιστα, σύμφωνα με την Ελένη Αρβελέρ, «τοιχοκόλλησε» και «ανάθεμα» κατά του Κων/νου Παλαιολόγου την ώρα που ο Αυτοκράτορας με τους Γενουάτες αμύνονταν κατά των Τούρκων;
    Τεκμήριο Α΄: Απόσπασμα της ιστορίας του Δούκα όπου φαίνεται η απέχθεια του για τους Ανθενωτικούς και τον Σχολάριο

    Τεκμήριο Β΄: Ο Δούκας συκοφαντεί τον Σχολάριο, αποδίδοντας του ανύπαρκτες προφητείες για την Άλωση

    Τεκμήριο Γ΄: Ο Δούκας αποκρύπτει ότι ο Σχολάριος, αρκετούς μήνες πριν την Άλωση και πριν από την Ενωτική Λειτουργία όχι μόνο δεν διχάζει, αλλά με μια δημόσια εξομολόγηση, αφήνει το πεδίο ανοιχτό στις πρωτοβουλίες και την επιρροή των Ενωτικών

    Τεκμήριο Δ΄: Η απομόνωση του Σχολαρίου μήνες πριν από την Άλωση επιβεβαιώνεται. Ο Κριτόβουλος πιστοποιεί πως η πόλη προετοιμάζεται για άμυνα χωρίς διχασμούς

    Τεκμήριο Ε΄: Οι κατηγορίες που απευθύνει ο Δούκας είναι είτε αβάσιμες, είτε μονομερείς και αδικούν τον Σχολάριο και τους Ανθενωτικούς

    4. Μύθος 2ος υπό εξέταση: Ήταν άραγε οι Ανθενωτικοί κάποιοι «φιλότουρκοι», που κάθονταν άπραγοι, περιμένοντας απλά την επιβεβαίωση «προφητειών» για το τέλος της Πόλης;
    Τεκμήριο Α΄: Ο Ιωσήφ Βρυέννιος, αντιπαπικός και πνευματικός διδάσκαλος του Μάρκου Ευγενικού και του Σχολαρίου, βλέπει έγκαιρα τον κίνδυνο της τουρκικής εξάπλωσης και προσπαθεί να μεταγγίσει τα αισθήματα φιλοπατρίας στην ηγεσία της Πόλης

    Τεκμήριο Β΄: Ο Σχολάριος πιστεύει ότι από μόνες τους οι καλλίφωνες ψαλμωδίες δεν πρόκειται να σώσουν την Πόλη από τον κίνδυνο, αλλά η ελπίδα διατηρείται μόνο αν υπάρχει γνήσια ευσέβεια και ταυτόχρονα οι άνθρωποι πράξουν «πάντα τα δυνατά»

    Τεκμήριο Γ΄: Σύμφωνα με τον Σχολάριο, υποχρέωση όλων είναι να μην κοιτούν μόνο τον εαυτό τους και την περιουσία τους, διότι όσοι αδιαφορούν για την προστασία της πατρίδας αμαρτάνουν απέναντι στους νόμους της πολιτείας, αλλά και απέναντι στον Θεό

    Τεκμήριο Δ΄: Ο Σχολάριος βλέπει ότι οι δυτικοί δεν θα βοηθήσουν. Όμως, οι Ενωτικοί αποκοιμίζουν τον λαό με ψεύτικες υποσχέσεις και μύθους ότι χωρίς κόπο και θυσίες αρκούν τα λεφτά του Πάπα για να τους σώσουν από τους Τούρκους

    Τεκμήριο Ε΄: Οι Ενωτικοί παραδέχονται ότι ζούσαν με τα ψέματα περί της δήθεν δυτικής βοήθειας, και ταυτόχρονα ομολογούν την φιλοπατρία και γενναιότητα των Ανθενωτικών, οι οποίοι θέλουν ν’ αντιμετωπίσουν τους Τούρκους με τις δικές τους δυνάμεις, διότι καμία παπική βοήθεια δεν θα έρθει

    Τεκμήριο ΣΤ΄: Συνολική εκτίμηση της στάσης του Σχολαρίου ο οποίος αποδεικνύεται από τις πηγές ένας ρεαλιστής πατριώτης και ουδόλως ηττοπαθής ή «φιλότουρκος»

    5. Μύθος 3ος υπό εξέταση: Ήταν ποτέ δυνατόν, ο ήρωας Λουκάς Νοταράς (ανθενωτικός), να πει τη φράση που μας μετέφερε ο ιστορικός Δούκας (αλλά σφόδρα ενωτικός), «Κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων, ή καλύπτραν λατινικήν»;
    Τεκμήριο Α΄: Σε μία από τις μεγαλύτερες συκοφαντίες της ιστορίας, ο Ανθενωτικός ήρωας Λουκάς Νοταράς, μετατρέπεται σε «φιλότουρκο» από τον Ενωτικό Δούκα, χωρίς όμως να γίνεται εύκολα αποδεκτό κάτι τέτοιο

    6. Μύθος 4ος υπό εξέταση: Είχαν άραγε δίκιο οι Ανθενωτικοί που υποστήριζαν ότι οι ελπίδες που μοίραζαν οι Λατίνοι ήταν ψεύτικες; Ήταν ειλικρινής ο Πάπας στις υποσχέσεις του, και προσπάθησε πράγματι να βοηθήσει;
    Τεκμήριο Α΄: Περιγραφή των παπικών υποσχέσεων για βοήθεια, μετά την υπογραφή του Ενωτικού Όρου στη Φλωρεντία το 1439

    Τεκμήριο Β΄: Η συντριβή των δυτικών δυνάμεων στη Νικόπολη της Βουλγαρίας το 1396 που συμπαρέσυρε στην καταστροφή και το Βυζάντιο, έβαζε ήδη σε αμφιβολία του Ανθενωτικούς

    Τεκμήριο Γ΄: Η συντριβή των σταυροφόρων στη Βάρνα το 1444. Εννέα χρόνια πριν την Άλωση, φαίνεται πλέον ξεκάθαρα ότι οι δυτικοί ούτε μπορούν, ούτε θέλουν να βοηθήσουν

    Τεκμήριο Δ΄: Οι συκοφαντίες κατά του Σχολαρίου, δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσπάθεια των δυτικών να μεταθέσουν σε άλλους τις ευθύνες τους. Διότι, ο Πάπας με τους Ενωτικούς έμειναν οριστικά εκτεθειμένοι μετά την Ενωτική λειτουργία της 12ης Δεκεμβρίου 1452 οπότε αποκαλύφθηκε ότι οι υποσχέσεις και οι ελπίδες ήταν ψεύτικες

    Τεκμήριο Ε΄: Η Ελένη Αρβελέρ δικαιολογεί τον Πάπα και αναφέρεται στην αδυναμία αποστολής βοήθειας εκ μέρους του, όμως ο Σχολάριος αποκαλύπτει ότι ο Πάπας στην πραγματικότητα δεν ήθελε να βοηθήσει την Ανατολή

    7. Μύθος 5ος υπό εξέταση: Ήταν άραγε οι Ανθενωτικοί απλώς κάποιοι φανατικοί και συντηρητικοί «της Εκκλησίας», που κινούνταν ενάντια στα «προοδευτικά» ρεύματα της διανόησης;
    Τεκμήριο Α΄: Πρώτο ρεύμα μη εκκλησιαστικής διανόησης, ο παγανιστής φιλόσοφος Πλήθων Γεμιστός, κι όμως σφόδρα Ανθενωτικός. Δεν αποδέχτηκε ούτε καν να παραβρεθεί στην υπογραφή του Ενωτικού Όρου αποχωρώντας από την Φλωρεντία μαζί με τον Σχολάριο

    Τεκμήριο Β΄: Δεύτερο ρεύμα μη εκκλησιαστικής διανόησης, ο διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής, ευγνωμονεί τους Ανθενωτικούς για το πείσμα τους (το οποίο λέει πως οι δυτικοί το υβρίζουν ως «δεισιδαιμονία») και τους αναγνωρίζει ως σωτήρες του ελληνισμού

    Τεκμήριο Γ΄: Τρίτο ρεύμα διανόησης, αντιδυτικής και περισσότερο αντικληρικής από τον Κοραή, ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι δικαιώνει πολύ περισσότερο το πνεύμα των Ανθενωτικών από οποιοδήποτε άλλο

    8. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ – Μύθος 6ος υπό εξέταση: Από πού πηγάζουν οι ανυπόστατες φήμες στο διαδίκτυο ότι η Κων/πολη δεν αλώθηκε αλλά δήθεν «παραδόθηκε»;
    Τεκμήριο Α΄: Οι σύγχρονοι της Άλωσης ιστορικοί, Δούκας και Κριτόβουλος, κλείνουν κάθε συζήτηση περί «παράδοσης» της Πόλης είτε ολικής, είτε μερικής. Η πόλη δεν παραδόθηκε, και γι’ αυτό ολόκληρη παραδόθηκε στη φωτιά, τον όλεθρο και την αιχμαλωσία

    Τεκμήριο Β΄: Ουδεμία αναφορά σε συνθηκολόγηση υπάρχει είτε σε ελληνικές, είτε σε δυτικές, είτε σε τουρκικές πηγές σύγχρονες της Άλωσης παρά μόνο σε διηγήσεις που γεννήθηκαν αιώνες μετά την Άλωση

    Τεκμήριο Γ΄: Ο μύθος της μερικής συνθηκολόγησης γεννήθηκε με το επιχείρημα της διάσωσης άθικτων εκκλησιών σε ορισμένες περιοχές, όμως τα στοιχεία καταρρίπτουν την δικαιολογία αυτή

    9. Επίλογος

    1. Απαραίτητα εισαγωγικά σχόλια

    Η καθηγήτρια Ελένη Γλύκατζη – Αρβελέρ είναι μία από τους γνωστότερους σύγχρονους Έλληνες βυζαντινολόγους, συγγραφέας του ιδιαίτερα βιβλιογραφημένου έργου, «Η πολιτική ιδεολογία της Βυζαντινής αυτοκρατορίας». Είναι επίσης μια επιστήμων που αγαπά το Βυζάντιο και στα βιβλία της αυτό φαίνεται.

    Στην φετινή λοιπόν επέτειο, όπου μετράμε 560 χρόνια από την Άλωση της Κωνσταντινουπόλεως (29 Μαΐου 1453), αναδημοσιεύτηκε σε πολλά blogs μια συνέντευξη που είχε δώσει η γνωστή καθηγήτρια πριν τρία χρόνια (29-5-2010) στην εφημερίδα «ΤΑ ΝΕΑ», με τίτλο «Κερκόπορτα; Αστεία πράγματα – Η Ελένη Αρβελέρ διαλύει τους μύθους για την Άλωση» (βλ. το πλήρες κείμενο ΕΔΩ).

    Είναι αλήθεια ότι κάποια από αυτά που γράφτηκαν στη συνέντευξη ηχούν περίεργα, όμως δεν μπορούμε να δεχτούμε ότι μια πανεπιστημιακή βυζαντινολόγος δεν γνωρίζει τα ιστορικά γεγονότα. Επίσης, στα βιβλία της αντιμετωπίζει τα πράγματα πάντα με επιστημονική νηφαλιότητα και ουδέποτε διατυπώνει θεωρίες των άκρων. Άρα, τι συνέβη στη συνέντευξη αυτή;

    Εμείς, καταλήξαμε στο εξής συμπέρασμα: επειδή την ακούσαμε και σε κάποιες συμμετοχές της σε πρωινές τηλεοπτικές εκπομπές μη επιστημονικού περιεχομένου, πιθανόν, σε τέτοιες περιπτώσεις, όπου πρέπει ν’ αναλύσει με συντομία ένα πλήθος θεμάτων σε μη εξειδικευμένο ακροατήριο, προτιμά ο προφορικός της λόγος να εντυπωσιάζει, να ερεθίζει και να ξαφνιάζει, ακόμα κι αν θυσιάζει κάτι από την ιστορική ακρίβεια.

    Δυστυχώς όμως, η Ελένη Αρβελέρ δεν γνωρίζει το βάθος της ιδεοληψίας κάποιων ιθαγενών φανατικών που επειδή έφτιαξαν ένα blog στο διαδίκτυο, παριστάνουν τις αυθεντίες της ιστοριογραφίας. Αυτοί λοιπόν, εξέλαβαν κατά γράμμα πολλά από αυτά που είπε στη συνέντευξη η Ελένη Αρβελέρ και τα αναπαράγουν σαν φωτοτυπικό αλλά με αρνητική χροιά. Φαίνεται πως ολόκληρη η ιστορική τους «γνώση» περιορίζεται σε μια συνέντευξη εφημερίδας, και ούτε πηγές διαβάζουν, ούτε τις ιστορικές πληροφορίες διασταυρώνουν.

    Εμείς βεβαίως δεν μπορούμε να κάνουμε υποδείξεις στην Ελένη Αρβελέρ, οφείλουμε όμως να παρουσιάσουμε τα στοιχεία και τα γεγονότα με ακρίβεια.

    2. Οι «αποδομητές», ο Δούκας και η νεώτερη βιβλιογραφία

    Πριν ξεκινήσουμε τις τοποθετήσεις μας, είναι απαραίτητο να δείξουμε την παραδοξολογία που εμπεριέχει η «ερμηνεία» των ιστορικών γεγονότων από τους γνωστούς κύκλους των «αποδομητών» ή «εθνομηδενιστών». Οι άνθρωποι αυτοί ανήκουν σε μια κατηγορία σκέψης που αγγίζει το μεταφυσικό, καθώς επιθυμούν «την πίττα τους ολόκληρη» αλλά ταυτόχρονα, και «τον σκύλο τους χορτάτο».

    Παράδειγμα 1ο: Ο άνθρωπος που δεν πολεμά για θρησκευτικούς λόγους.

    Για τους εθνομηδενιστές, σχεδόν κάθε άνθρωπος δικαιούται να μην πολεμά για θρησκευτικούς λόγους. Έτσι, ένας Μάρτυρας του Ιεχωβά ή ένας παλιός Ρώσσος Δουχοβόρος, αν δεν πολεμά, χαρακτηρίζεται «γνήσιος χριστιανός» και «ειρηνοποιός» που «εφαρμόζει με ακρίβεια τον λόγο του Θεού» και αν τυχόν σχολιαστεί αρνητικά, οι αποδομητές θα υπερασπιστούν τη μνήμη ή τα δικαιώματά του. Λέμε όμως «σχεδόν», διότι αυτά δεν ισχύουν αν πρόκειται για Ορθόδοξο μοναχό! Ο Ορθόδοξος μοναχός αν δεν πολεμήσει για θρησκευτικούς λόγους όχι μόνο δεν τον υπερασπίζεται κανείς, αλλά αντιθέτως, τον βαφτίζουν προδότη, δωσίλογο, παράσιτο, συμφεροντολόγο και πολλά άλλα που δεν μας επιτρέπεται να παραθέσουμε. Με αυτόν τον τρόπο, ο εθνομηδενιστής αναδεικνύεται σε υποκείμενο της ψυχιατρικής έρευνας, αφού για το ίδιο ζήτημα, μπορεί να έχει δύο εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις ταυτόχρονα…

    Παράδειγμα 2ο: Ο άνθρωπος που φυγομαχεί.

    Είναι γνωστό πως οι εθνομηδενιστές δεν «σηκώνουν μύγα στο σπαθί τους» και αν δουν στην ιστορία ορθόδοξο χριστιανό να φυγομαχεί… φρίττουν! Παρ’ όλ’ αυτά, ενώ οι αγιορείτες μοναχοί στην επανάσταση της Χαλκιδικής του 1821 πήραν τα όπλα, επιτέθηκαν στους Τούρκους, αλλά έπαθαν πανωλεθρία, υποχώρησαν και συνθηκολόγησαν (όπως και οι περισσότεροι επαναστάτες στη Χαλκιδική), εντούτοις και πάλι τους χαρακτηρίζουν «προδότες», επειδή φαίνεται δεν κάθισαν να τους σφάξουν μέχρι τον τελευταίο…

    Ταυτόχρονα όμως οι τόσο «ηρωικοί» στα λόγια εθνομηδενιστές, έχουν ως εξέχοντα πρότυπα τον Αδαμάντιο Κοραή, που ως τον θάνατο του δεν ήρθε ούτε για βόλτα απ’ το Παρίσι στην ταλαίπωρη Ελλάδα[1], αλλά και τον Ανώνυμο της Ελληνικής Νομαρχίας, για τον οποίο ακόμη και ο Πασχάλης Κιτρομηλίδης δεν κρατιέται και γράφει: «Αποτελεί ειρωνεία το γεγονός ότι και ο ίδιος ο Ανώνυμος πατριώτης θα μπορούσε να κατηγορηθεί για την ίδια ηθική αποτυχία, αφού ζούσε στην Ιταλία και εξαπέλυε τους μύδρους του κατά της τυραννίας και της διαφθοράς απ’ έξω»[2].

    Εδώ λοιπόν έρχεται ο κατάλληλος χώρος για μια εισαγωγή στα όσα θα παραθέσουμε σχετικά με την Άλωση, καθώς ο ιστορικός της Άλωσης Δούκας, «ουδ’ ηθέλησε να επιστρέψη εξ Εφέσου εις Κωνσταντινούπολη, προβλέπων ότι αργά ή γρήγορα οι Τούρκοι θα εξηπλούντο και θα κατέλυον την βυζαντινήν επικράτειαν»[3], παρέμεινε έτσι ασφαλής στην υπηρεσία των Γενοβέζων[4], και σαν τον Ανώνυμο της Ελληνικής Νομαρχίας προτίμησε ν’ ασκεί κριτική εκ του ασφαλούς και ν’ αφήσει τους άλλους να πεθαίνουν…

    Κι όμως, όλοι αποδέχτηκαν χωρίς επιφυλάξεις το υβρεολόγιο του Ενωτικού Δούκα κατά του Ανθενωτικού Σχολαρίου, και κανείς δεν αναγνώρισε τον ηρωισμό του μελλοντικού Πατριάρχη που έμεινε μέχρι τέλους μέσα στην περικυκλωμένη από χιλιάδες μανιασμένους Οθωμανούς Κων/πολη, με αποτέλεσμα να αιχμαλωτιστεί, να φυλακιστεί και να πουληθεί ως σκλάβος στην Αδριανούπολη[5], τη στιγμή που με τις γνωριμίες που είχε ως υψηλόβαθμος αξιωματούχος θα μπορούσε να είχε φύγει προ πολλού από εκεί, όπως και οι 700 περίπου που φυγαδεύτηκαν τον Δεκέμβρη του 1452 διά θαλάσσης[6].

    Ταυτόχρονα, όλοι αποδέχτηκαν χωρίς κριτική την περίφημη ρήση για το τουρκικόν φακιόλιον και την λατινικήν καλύπτραν που ο Δούκας την απέδωσε στον επίσης Ανθενωτικό Λουκά Νοταρά, φράση όμως αταίριαστη για τον μεγαλύτερο ήρωα της Άλωσης μαζί με τον Κων/νο Παλαιολόγο, στην αυτοθυσία και την προσφορά του οποίου θ’ αναφερθούμε στη συνέχεια.

    Βεβαίως, οφείλουμε να κάνουμε μια παρένθεση και να πούμε ότι για την ιστορική ταλαιπωρία του Σχολαρίου, μεγάλη ευθύνη φέρει και ο παλαιότερος καθηγητής Πατρολογίας Κων/νος Μπόνης, ο οποίος στα 1953 έγραψε μελέτη για τον πρώτο μετά την Άλωση Πατριάρχη. Εκεί λοιπόν, όπως μας λέει ο ακούραστος μελετητής του Γενναδίου, π. Θεόδωρος Ζήσης (καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης), ο Μπόνης, αποδεχόμενος «τας θέσεις των δυτικών […] προσάπτει εις τον μέχρι τώρα εξυμνούμενον πατριάρχην τόσους προσβλητικούς και εξευτελιστικούς χαρακτηρισμούς όσους ούτε οι παπικοί θεολόγοι ετόλμησαν να διατυπώσουν»[7]! Και το χειρότερο όλων, τα συμπεράσματα του Μπόνη, πολλά από τα οποία στηρίχθηκαν σε νόθα έργα του Σχολαρίου και προέκυψαν από «ανεπαρκή μελέτην των κειμένων»[8], αναδημοσιεύτηκαν αυτούσια στο ομώνυμο λήμμα της Θρησκευτικής και Ηθικής Εγκυκλοπαίδειας, με αποτέλεσμα να παρασυρθεί πλήθος κόσμου.

    Πάντως, ήδη από το 1950, ο Διονύσιος Ζακυθηνός χαρακτηρίζει ως πλανεμένες τις ακραίες κατά των Ανθενωτικών θέσεις[9], στα1954 ο καθ. Νικόλαος Τωμαδάκης κρίνει αρνητικά τα συμπεράσματα του Μπόνη και αποκαθιστά ως ένα βαθμό τον Γεννάδιο[10] και βεβαίως, από το 1980, κάθε επιστημονική βιβλιογραφία για τον Σχολάριο περιλαμβάνει απαραίτητα και την εμπεριστατωμένη μελέτη του π. Θεοδώρου Ζήση, «Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος. Βίος-συγγράμματα-διδασκαλία» όπου στις πλέον των 550 σελίδων αναλύονται όλες οι πτυχές του βίου και του έργου του Γενναδίου με βάση τις πηγές. Έκτοτε, σταδιακά, αρκετά λήμματα λεξικών και εγκυκλοπαιδειών παρουσιάζουν μία περισσότερο ισορροπημένη βιογραφία του Σχολαρίου.

    Στα πλαίσια αυτά, το γεγονός ότι ο Δούκας είναι Ενωτικός και απεχθάνεται τους Ανθενωτικούς παίζει σημαντικό ρόλο στην αξιολόγηση κάποιων ζητημάτων. Δεν είναι λοιπόν δυνατόν, από το 1936 να έχουμε στα χέρια μας οχτώ τόμους με πολύτιμες πηγές από τα έργα του Σχολαρίου, και να υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που επιμένουν να ερμηνεύουν μέσα από τα εχθρικά μάτια του Δούκα τον Σχολάριο, χωρίς να δουν τις σημαντικές μαρτυρίες που μας παρέχουν κυρίως οι επίσημες επιστολές του ιδίου.

    3. Μύθος 1ος υπό εξέταση: Ο ιστορικός της Άλωσης, [Μιχαήλ] Δούκας, ήταν άραγε αντικειμενικός με τον Σχολάριο και τους Ανθενωτικούς; Αληθεύει ότι «μέχρι την τελευταία στιγμή» ο λαός διχαζόταν εξαιτίας του Σχολαρίου, ο οποίος μάλιστα, σύμφωνα με την Ελένη Αρβελέρ, «τοιχοκόλλησε» και «ανάθεμα» κατά του Κων/νου Παλαιολόγου την ώρα που ο Αυτοκράτορας με τους Γενουάτες αμύνονταν κατά των Τούρκων;

    Τεκμήριο Α΄ – Απόσπασμα της ιστορίας του Δούκα όπου φαίνεται η απέχθεια του για τους Ανθενωτικούς και τον Σχολάριο:

    (Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως (1453)», ανατύπωση 2ης έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1993 (c1953), σελ. 48-49)

    ……………………….
    ……………………….

  24. …………………………
    …………………………
    Σχόλια και διευκρινήσεις:

    Πιστεύουμε πως το παραπάνω απόσπασμα δικαιολογεί απόλυτα τις επιφυλάξεις της βιβλιογραφίας που θα δούμε στη συνέχεια, σχετικά με τη μονομέρεια του Δούκα και τη συκοφαντική του διάθεση κατά του Σχολαρίου.

    Για τον Δούκα, οι Ανθενωτικοί είναι το «σχισματικόν μέρος» ενώ «Χριστιανούς» ονομάζει μόνο τους Ενωτικούς, οι οποίοι ως «καλοί άνθρωποι» προσεύχονται στον Θεό μέσα στην Εκκλησία μαζί με τον παπικό Καρδινάλιο, υιοθετώντας «τον της Ενώσεως όρον», στα πλαίσια μιας «θείας και ιεράς μυσταγωγίας».

    Αντιθέτως, οι περιγραφές του Δούκα για τους Ανθενωτικούς συγκρούονται με την κοινή λογική:

    Οι Ανθενωτικοί, οι οποίοι συναναστρέφονται με τον Γεννάδιο (μοναχός πλέον από το 1450[11]), είναι «ο χυδαίος ουν και αγοραίος λαός» που αμέσως μόλις φεύγουν «εκ της αυλής του μοναστηρίου», κρατώντας μπουκάλια με «άκρατο οίνο» στα χέρια(!) πηγαίνουν στα καπηλειά(!) όπου πίνουν κρασί προσευχόμενοι στην Παναγία να τους βοηθήσει!

    Για να κατανοήσουν καλύτερα οι αναγνώστες το υβρεολόγιο αυτό, να πούμε ότι όχι μόνο στην αρχαιότητα, αλλά και στις βυζαντινές πηγές, ο άκρατος οίνος συνδέεται με το μεθύσι: «… επότισεν αυτούς ποτήριον οίνου ακράτου, εις μέθην ήγαγε τον απ’ έσχατου της γης τον παίοντα ισχυρώς»[12]. Ακόμα χειρότερα όμως, ο Δούκας ισχυρίζεται πως οι Ανθενωτικοί μεθούσαν στα καπηλειά, χώροι μονίμως φορτισμένοι αρνητικά, που στις βυζαντινές πηγές θεωρούνταν στέκια των «πορνευομένων γυναικών» και γενικά των «ασέμνως βιούντων ανδρών τε και γυναικών»[13].

    Άρα λοιπόν, κατά το «δείξε μου τον φίλο σου να σου πω ποιος είσαι», το υβρεολόγιο του Δούκα είναι επίτηδες διαμορφωμένο ώστε να συμπαρασύρει και τον Σχολάριο, ο οποίος μετατρέπεται σε ηγέτη και καθοδηγητή κάποιων ανήθικων και βλάσφημων μπεκρήδων, που αντί να προσεύχονται στους ναούς, ζητούν τη μεσολάβηση της Παναγίας την ώρα που μεθοκοπούν στα καπηλειά…

    Δηλαδή, τι άλλη απόδειξη χρειάζονται κάποιοι ιστορικοί για να δουν με επιφύλαξη τις καταγγελίες του Δούκα κατά του Σχολαρίου και των Ανθενωτικών;

    Τεκμήριο Β΄ – Ο Δούκας συκοφαντεί τον Σχολάριο, αποδίδοντάς του ανύπαρκτες προφητείες για την Άλωση:

    (Αντιπαραβολή της περιγραφής του Δούκα (Τωμαδάκης, «Περί Αλώσεως …», ό.π., σελ. 48) με το πραγματικό θυροκολλημένο κείμενο του Σχολαρίου (Λάμπρος Σπυρίδων, «Παλαιολόγεια και Πελοποννησιακά», τόμ. Β΄, τεύχ. Α΄, εν Αθήναις-Λειψία 1912, σελ. 120-121))

    Σχόλια και διευκρινήσεις:

    Όπως βλέπουμε, στον Δούκα δεν αρκεί το έμμεσο υβρεολόγιο, αλλά επιστρατεύει και τη συκοφαντία, και έτσι, με τρόπο απαράδεκτο βάζει στο στόμα του Σχολαρίου δύο προφητείες που δεν υπάρχουν στο πρωτότυπο οι οποίες σκοπό έχουν να δείξουν ότι για τον Γεννάδιο, ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση της Ένωσης (η Ενωτική λειτουργία έγινε 40 ημέρες μετά), η Άλωση ήταν δήθεν αναπόφευκτη: η Πόλη «μέλλει φθαρήναι», και η αιχμαλωσία «μέλλει γενέσθαι εις υμάς»!

    Αυτή τη συκοφαντία όφειλαν να την δουν οι ιστορικοί διότι το θυροκολλημένο κείμενο του Σχολαρίου σώζεται και μπορεί οποιοσδήποτε να το μελετήσει. Ασφαλώς, βλέπουμε ένα κείμενο εξαιρετικά φορτισμένο που έγραψε ο Σχολάριος αμέσως μετά την άφιξη του παπικού εκπροσώπου, όμως όσο κι αν παρουσιάζει την κατάσταση δύσκολη, κάθε απώλεια που αναφέρει δεν τη θεωρεί αναπόφευκτη (γράφει π.χ. «μη αφής τους ανθρώπους τούτους το πτώμα τούτο πεσείν [=μην τους αφήσεις να πέσουν σε αυτό το παράπτωμα/αμάρτημα]», «δικαίωσον μάλλον αυτήν χωρίς του απολέσθαι ημάς») και τη συσχετίζει διαρκώς με την εγκατάλειψη της πίστης στον Θεό για την οποία οι άνθρωποι έχουν χρόνο να το ξανασκεφτούν και να μην την πραγματοποιήσουν («δος αυτοίς ακοάς, ίνα ακούσωσιν»).

    Οι παραχαράξεις του Δούκα παίζουν μεγάλο ρόλο, διότι ο Σχολάριος, ουσιαστικά γράφει: «Μην εγκαταλείψουμε την πίστη μας, ώστε να διατηρήσουμε τις ελπίδες μας απέναντι στον κίνδυνο που μας απειλεί».

    Ενώ ο Δούκας το διαστρέφει: «Η Άλωση θα γίνει έτσι κι αλλιώς, οπότε, ας μην χάσουμε και την πίστη μας μαζί με την Πόλη».

    Το ύφος λοιπόν του κειμένου απέχει από τις μοιρολατρικές προφητείες που εφευρίσκει ο Δούκας.

    Εδώ να θυμίσουμε ότι η Ελένη Αρβελέρ δεν ακριβολογεί λέγοντας πως, «όταν ο Παλαιολόγος πολεμάει τους Τούρκους […] ο Γεώργιος Σχολάριος, πρώτος Πατριάρχης μετά την Άλωση τοιχοκολλούσε ανάθεμα εναντίον του Παλαιολόγου»!

    Πρώτον, είναι φανερό ότι το κείμενο του Σχολαρίου δεν περιέχει κανένα απολύτως «ανάθεμα» κατά του αυτοκράτορα, ούτε μεταφορικά, αλλά ούτε και κυριολεκτικά, καθώς ο Γεννάδιος ήταν τότε ένας απλός μοναχός, άρα και να ήθελε, δεν μπορούσε να αφορίσει/αναθεματίσει κανέναν…

    Επίσης, τίποτα δεν «τοιχοκόλλησε» ο Σχολάριος την ώρα που ο Παλαιολόγος πολεμούσε, διότι το θυροκολλημένο κείμενο έχει ημερομηνία 1η Νοεμβρίου 1452 και μεσολαβούν μήνες μέχρι την τουρκική επίθεση. Κι ας μην επικαλεστεί κάποιος τη δικαιολογία ότι το διάστημα ήταν μικρό. Σίγουρα δεν ήταν μεγάλο, όμως η Κων/πολη παλαιότερα, σε ένα παρόμοιο χρονικό διάστημα είχε καταφέρει να προετοιμαστεί και ν’ αποκρούσει επιτυχώς πολιορκία και επίθεση των Αράβων, και επίσης δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι βυζαντινοί πραγματοποίησαν την Ενωτική Λειτουργία στις 12 Δεκεμβρίου, ακριβώς επειδή πίστευαν ότι προλάβαιναν να σωθούν. Απλά, οι «τεράστιες» παπικές δυνάμεις δεν έφτασαν ποτέ, και έτσι, αντί οι ιστορικοί μας να κατηγορήσουν ως μοναδικό υπεύθυνο τον παραμυθά Πάπα, προτίμησαν να συκοφαντήσουν τον Γεννάδιο όπως ακριβώς έκανε και ο Δούκας. Όμως, ο Δούκας έχει και μια δικαιολογία, αφού ήταν υπάλληλος σε παπικούς όταν έγραφε την ιστορία του. Οι σημερινοί ιστορικοί όμως, ποια δικαιολογία έχουν;

    Επιπλέον, στο θυροκολλημένο κείμενο βλέπουμε και αυτό που επιβεβαιώνεται από άλλες μαρτυρίες· με τον τρόπο που γράφει ο Σχολάριος φαίνεται να είναι πλέον απομονωμένος:

    «Βλασφημείτε κατ’ εμού και απειλείτε … φονεύσητέ με … μηδέν με πειράζετε πλέον, άνθρωποι».

    Άρα, στο κείμενο αυτό πουθενά δεν υπονοούνται τα πλήθη των… «ανήθικων μεθυσμένων» που φαντάζεται ο Δούκας, γεγονός για το οποίο διαθέτουμε άλλες δύο ατράνταχτες αποδείξεις που θα παρουσιάσουμε παρακάτω.

    Ακόμα και αυτές όμως οι παραχαράξεις, δεν είναι τίποτα μπροστά στην μέγιστη απάτη που διαπράττει ο Δούκας, ο οποίος αποκρύπτει το ηπιότατο και νηφάλιο κείμενο του Σχολαρίου που θα δούμε στη συνέχεια, το οποίο μοιράζεται σε ολόκληρη την πόλη μόλις 25 ημέρες μετά (27 Νοεμβρίου), όπου ο μελλοντικός Πατριάρχης δηλώνει ότι θα ακούσει αυτούς που λένε ότι συμφέρον για όλους είναι να σιωπήσει!

    Κι όμως, οι ιστορικοί μας αποφεύγουν μονίμως ν’ αναφέρουν ότι ο Σχολάριος έξι μήνες πριν την Άλωση έχει σταματήσει οριστικά τις δημόσιες τοποθετήσεις, αφήνει το πεδίο ελεύθερο, ανεμπόδιστα πλέον οι συμπολίτες του μπορούν να ελπίζουν στην παπική βοήθεια και έτσι, πραγματοποιούν την Ενωτική Λειτουργία στις 12 Δεκεμβρίου.

    Διαβάστε το παρακάτω τεκμήριο, και βεβαιωθείτε ότι τελικά, κάποιοι γράφουν ιστορία όχι από τις πηγές, αλλά από το μυαλό τους…

    Τεκμήριο Γ΄ – Ο Δούκας αποκρύπτει ότι ο Σχολάριος, αρκετούς μήνες πριν την Άλωση και πριν από την Ενωτική Λειτουργία όχι μόνο δεν διχάζει, αλλά με μια δημόσια εξομολόγηση, αφήνει το πεδίο ανοιχτό στις πρωτοβουλίες και την επιρροή των Ενωτικών:

    (Petit L. – Siderides Χ. – Jugie Μ., «Γεωργίου του Σχολαρίου Άπαντα τα ευρισκόμενα» (Oeuvres Completes de Georges Scholarios), τόμ. 3, Paris 1930, σελ. 171-174)

    Σχόλια και διευκρινήσεις:

    Το παραπάνω τεκμήριο είναι αποκαλυπτικό για τη στάση του Δούκα. Πώς είναι δυνατόν, να γνωρίζει ο Δούκας το θυροκολλημένο κείμενο της 1ης Νοεμβρίου και να μην γνωρίζει το κείμενο της 27ης Νοεμβρίου που έγινε… φέιγ βολάν σε ολόκληρη την πόλη;! Αν όμως το γνωρίζει και το αποκρύπτει, τότε εγκληματεί κατά της ιστορίας, διότι θυσιάζει τον Σχολάριο ως «αποδιοπομπαίο τράγο» παρουσιάζοντας τον σαν παράγοντα διχασμού δήθεν έως την «τελευταία στιγμή», για να αποκρύψει ότι οι Ενωτικοί είχαν πλέον την πρωτοβουλία, αλλά τελικά τους διέψευσε και τους εξέθεσε ο Πάπας…

    Και η Ελένη Αρβελέρ; Πώς ξέχασε αυτό το σπουδαίο κείμενο που μεταβάλλει 180 μοίρες τις εντυπώσεις μας για τον Σχολάριο;

    Όσο για τους «αφορισμούς» κατά του αυτοκράτορα που αναφέρει η γνωστή βυζαντινολόγος, βλέπουμε κι εδώ ότι αποδεικνύονται ανύπαρκτοι. Αντίθετα, ο Σχολάριος εξομολογείται δημόσια την αγάπη του για την Πατρίδα και τον Αυτοκράτορα, και μάλιστα ενόρκως, με αντάλλαγμα τον κολασμό του («μη συγχωρήσαι μοι τας αμαρτίας ο Κύριος»)!

    Είναι επίσης φανερό ότι ο φόβος έχει κυριεύσει τις τάξεις των πολιτών. Πλέον, «οι πολλοί» είναι αυτοί που του ζητούν να σιωπήσει διότι αυτό, λένε, είναι για το συμφέρον όλων. Και ο Σχολάριος, υπακούει! Εξακολουθεί να διαφωνεί με μια πλασματική Ένωση, επιθυμεί μόνο την πραγματική, δογματική Ένωση, όμως παραδέχεται, «ουκ έπεισα». Από εδώ και πέρα λοιπόν παραδίδει τη σκυτάλη στους Ενωτικούς: «από ταύτης της ημέρας εγώ σιωπώ, υμείς ποιείτε ως βούλεσθε, η πίστις ελευθέρα εστί».

    Και τα τεκμήρια αυτά δεν είναι τα μόνα που διαψεύδουν την πλαστή εικόνα του Σχολαρίου που «διχάζει» έως το τέλος… Παραθέτουμε και τα επόμενα.

    Τεκμήριο Δ΄ – Η απομόνωση του Σχολαρίου μήνες πριν από την Άλωση επιβεβαιώνεται. Ο Κριτόβουλος πιστοποιεί πως η πόλη προετοιμάζεται για άμυνα χωρίς διχασμούς:

    (Petit L. – Siderides Χ. – Jugie Μ., «Γεωργίου του Σχολαρίου Άπαντα … », τόμ. 3, ό.π., σελ. 174.178)

    Εδώ λοιπόν βλέπουμε επίσημη επιστολή που μας βεβαιώνει για μία ακόμη φορά ότι ο Σχολάριος όχι μόνο δεν «διχάζει», αλλά βρίσκεται απομονωμένος τηρώντας την υπόσχεση που έδωσε στις 27 Νοεμβρίου. Αφήνουμε τα σχόλια για τον καθ. Θεόδωρο Ζήση:

    (Ζήσης Θεόδωρος, «Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος. Βίος-συγγράμματα-διδασκαλία», Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 196)

    Αυτή λοιπόν είναι η αλήθεια για τον Σχολάριο[14]…

    Και πώς να ήταν διαφορετικά; Οι δύσκολες αποφάσεις είναι πάντα για τους λίγους. Οι περισσότεροι είχαν ήδη επηρεαστεί από την αναμονή της σφοδρής επίθεσης και σκέφτονταν πλέον τις ζωές τις δικές τους και των παιδιών τους. Και ο Αυτοκράτορας Ανθενωτικός ήταν, όμως αν υπήρχε μία ελπίδα σωτηρίας του λαού του, έστω και ψεύτικη, δεν μπορούσε να μην την αναζητήσει. Σε τόσο οριακές καταστάσεις λοιπόν, κανείς διχασμός δεν χωρά. Και αυτό μαρτυρά ο ιστορικός της Άλωσης, Κριτόβουλος. Οι Κωνσταντινουπολίτες, «εκδεχόμενοι την άφιξιν του τυράννου εν έαρι»[15], πριν ακόμα φτάσουν οι λιγοστοί Γενουάτες μισθοφόροι (Γενάρης 1453), προσπαθούν πυρετωδώς να καλύψουν συγκεκριμένες πρακτικές ανάγκες και κενά στην άμυνα ενώ στέλνουν διαρκώς αιτήματα για βοήθεια προς κάθε κατεύθυνση:

    (Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως …», ό.π., σελ. 102)

    Όπως βλέπουμε, κανείς δεν διχάζει τον λαό. Οι πάντες προετοιμάζονται για το κακό που θα ξεσπάσει, και πλέον τα μάτια όλων είναι στραμμένα στον Πάπα και τη βοήθεια που υποσχέθηκε στις 6 Ιουλίου 1439 με την υπογραφή του Ενωτικού Όρου και επαναβεβαίωσε ο Πάπας Νικόλαος Ε΄ στην (εκβιαστική) επιστολή που έστειλε στον Κων/νο Παλαιολόγο ενάμιση περίπου χρόνο πριν την Άλωση.

    Η μελέτη των πηγών λοιπόν, δεν αφήνει αμφιβολία: τα περί «ηττοπαθών» και «φανατικών» που «διχάζουν» έως την τελευταία στιγμή αποτελούν ανιστόρητα παραμύθια χωρίς καμία βάση. Μάλιστα, από τα επόμενα βιβλιογραφικά τεκμήρια γίνεται φανερό ότι η μονομέρεια του Δούκα είναι γνωστή και η αδικία που προκύπτει για τους Ανθενωτικούς έχει να κάνει και με την άγνοια που υπάρχει για τις μαρτυρίες από το έργο του Σχολαρίου.

    Τεκμήριο Ε΄ – Οι κατηγορίες που απευθύνει ο Δούκας είναι είτε αβάσιμες, είτε μονομερείς και αδικούν τον Σχολάριο και τους Ανθενωτικούς:

    (Χ. Γ. Πατρινέλης, «Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος», Παγκόσμιο Βιογραφικό Λεξικό, τόμ. 2, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1990, σελ. 407βγ)

    («Γεννάδιος ο Β΄, Γεώργιος Κούρτεσης Σχολάριος, 1454-1456», Μεγάλη Ορθόδοξη Χριστιανική Εγκυκλοπαίδεια, τόμ. Ε΄ (2012), σελ. 67αβ)

    (Ζακυθηνός Διονύσιος, «Ιδεολογικαί συγκρούσεις εις την πολιορκουμένην Κωνσταντινούπολιν», «Νέα Εστία», Τομος ΜΖ΄, τεύχ. 551 (ΙΟΥΝΙΟΣ 1950), σελ. 797-798)

    Κλείνοντας την πρώτη αυτή ενότητα, αποδείξαμε ότι περιθώρια για δικαιολογίες και για συκοφαντίες κατά του Σχολαρίου δεν υπάρχουν. Τα τεκμήρια, και μάλιστα εικονογραφημένα, είναι εκεί αδιάψευστα…

    4. Μύθος 2ος υπό εξέταση: Ήταν άραγε οι Ανθενωτικοί κάποιοι «φιλότουρκοι», που κάθονταν άπραγοι, περιμένοντας απλά την επιβεβαίωση «προφητειών» για το τέλος της Πόλης;

    Τεκμήριο Α΄ – Ο Ιωσήφ Βρυέννιος, αντιπαπικός και πνευματικός διδάσκαλος του Μάρκου Ευγενικού και του Σχολαρίου, βλέπει έγκαιρα τον κίνδυνο της τουρκικής εξάπλωσης και προσπαθεί να μεταγγίσει αισθήματα φιλοπατρίας στην ηγεσία της Πόλης:

    (Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως …», ό.π, σελ. 246-250)

    Σχόλια και διευκρινήσεις:

    Επειδή η ομιλία είναι εκτενής, προτιμήσαμε να παρουσιάσουμε τα ουσιώδη μέσα από τις σύντομες περιλήψεις που έχει παρεμβάλει ο Νικόλαος Τωμαδάκης. Κρατήσαμε βέβαια στο πρωτότυπο την αναφορά στους Αρχαίους Έλληνες ήρωες για να κατανοήσουν κάποιοι τι σημαίνει ελληνική εθνική ταυτότητα για την εποχή εκείνη: η ελληνική παιδεία έχει αποδώσει το φορτίο της. Το παράδειγμα των αρχαίων ελλήνων ηρώων ηλεκτρίζει και φορτίζει συναισθηματικά μια ομιλία που σκοπό έχει να διαχωρίσει το «εμείς» από τους βάρβαρους επιτιθέμενους…

    Επιπλέον, είναι φανερό πως η αγάπη για την πατρίδα, τους πολίτες και την πίστη, είναι υπεράνω όλων. Όλα πρέπει να προστατευθούν. Και δεν θα γλυτώσουν περιμένοντας απλά τη βοήθεια του Θεού και της Παναγίας, αλλά πρώτα οι άνθρωποι οφείλουν να πράξουν αυτό που τους αναλογεί.

    Όπως βλέπουμε, ο Ιωσήφ Βρυέννιος εκφωνεί λόγο θερμά πατριωτικό. Δυστυχώς, οι αποδομητές λόγω της ιδεοληψίας τους, περιγράφουν διαρκώς τους ανθενωτικούς σαν μονοδιάστατες και εκτός πραγματικότητας καρικατούρες, σαν ανθρωπάκια που κάθονται άπρακτα περιμένοντας τα πάντα από τον Θεό, πνιγμένοι μονίμως σε μια ηττοπάθεια, δουλικότητα και προφητολογία. Πώς όμως είναι δυνατόν οι ακραίες αυτές περιγραφές, να χαρακτηρίζουν εκείνους που απέναντι σε ένα ανεπανάληπτο πλήθος εχθρών, κράτησαν ζωντανή μια αυτοκρατορία επί 1.130 χρόνια, την μακροβιότερη στον γεωγραφικό αυτό χώρο;…

    Τεκμήριο Β΄ – Ο Σχολάριος πιστεύει ότι από μόνες τους οι καλλίφωνες ψαλμωδίες δεν πρόκειται να σώσουν την Πόλη από τον κίνδυνο, αλλά η ελπίδα διατηρείται μόνο αν υπάρχει γνήσια ευσέβεια και ταυτόχρονα οι άνθρωποι πράξουν «πάντα τα δυνατά»:

    (Petit L. – Siderides Χ. – Jugie Μ., «Γεωργίου του Σχολαρίου Άπαντα …», τόμ. 3, ό.π., σελ. 149-150.161)

    Σχόλια και διευκρινήσεις:

    Παρατηρούμε την πλήρη συμφωνία του Σχολαρίου με τον πνευματικό του πατέρα, Ιωσήφ Βρυέννιο: οι ψαλμωδίες δεν αρκούν και οι άνθρωποι δεν μπορούν να ελπίζουν στη βοήθεια του Θεού, αν δεν είναι βέβαιοι ότι προετοιμάστηκαν καλά για την αντιμετώπιση των κινδύνων, «πάντα τα δυνατά πράττοντας».

    Ταυτόχρονα, μαζί με τις πράξεις χρειάζεται και η γνήσια ευσέβεια. Φυσικά θα κάνουμε ό,τι είναι δυνατό για να σώσουμε την πόλη, όμως, σε κάθε περίπτωση μαζί με τον Θεό. Διότι όπως γνωρίζουμε, σε κάθε εποχή, ο άνθρωπος έχει ανάγκη να διεξάγει δίκαιους αγώνες. Από την Αρχαία Ελλάδα έως και το Βυζάντιο και από την Τουρκοκρατία μέχρι τον πόλεμο του ‘40, το ιδανικό ξεκίνημα ενός αγώνα μέχρις εσχάτων δεν θα μπορούσε ποτέ να συνοδεύεται από μια -συνειδητή τουλάχιστον- βλασφημία προς τον Θεό:

    «χρη πειράσθαι [πειρώ = προσπαθώ] μετά Θεού σώζειν την πόλιν».

    Άλλωστε, και οι Ενωτικοί αντίστοιχα, δεν θεωρούσαν ότι με τις πράξεις τους βλασφημούσαν τον Θεό αλλά είχαν ως δικαιολογία προς τον εαυτό τους την επανένωση της Εκκλησίας του Χριστού.

    Τεκμήριο Γ΄ – Σύμφωνα με τον Σχολάριο, υποχρέωση όλων είναι να μην κοιτούν μόνο τον εαυτό τους και την περιουσία τους, διότι όσοι αδιαφορούν για την προστασία της πατρίδας αμαρτάνουν απέναντι στους νόμους της πολιτείας, αλλά και απέναντι στον Θεό:

    (Petit L. – Siderides Χ. – Jugie Μ., «Γεωργίου του Σχολαρίου Άπαντα …» τόμ. 3, ό.π., σελ. 152.157)

    Σχόλια και διευκρινήσεις:

    Είναι πια φανερό ότι οι κατηγόριες περί «φιλοτουρκισμού» αποτελούν μια φτηνή πολεμική κατά των Ανθενωτικών. Για τον Σχολάριο, κάθε άνθρωπος που δεν κάνει τα πάντα για να υπερασπίσει την πατρίδα του και τον λαό της, προδίδει τον ίδιο τον Θεό και γίνεται άξιος της Κολάσεως. Αυτή άλλωστε είναι η γνήσια Πατερική στάση όλων των αιώνων.

    Βλέπουμε επίσης πως ο Σχολάριος επιμένει να μιλά για τους πλουσίους, οι οποίοι όπως φαίνεται περίμεναν τους Λατίνους να σώσουν αυτούς και τις περιουσίες τους, ώστε να μην δαπανήσουν τίποτα για την άμυνα της πόλης. Μάλιστα, στο επόμενο τεκμήριο βλέπουμε ότι και ο Ιωσήφ Βρυέννιος επισημαίνει το ίδιο μόνιμο πρόβλημα: οι πλούσιοι, όσο περισσότερα χρήματα είχαν, τόσο λιγότερα ήθελαν να ξοδέψουν για το κοινό καλό.

    (Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως …», ό.π., σελ. 248-249)

    Τεκμήριο Δ΄ – Ο Σχολάριος βλέπει ότι οι δυτικοί δεν θα βοηθήσουν. Όμως, οι Ενωτικοί αποκοιμίζουν τον λαό με ψεύτικες υποσχέσεις και μύθους ότι χωρίς κόπο και θυσίες αρκούν τα λεφτά του Πάπα για να τους σώσουν από τους Τούρκους:

    (Petit L. – Siderides Χ. – Jugie Μ., «Γεωργίου του Σχολαρίου Άπαντα … », τόμ. 4, ό.π., σελ. 499)

    Τεκμήριο Ε΄ – Οι Ενωτικοί παραδέχονται ότι ζούσαν με τα ψέματα περί της δήθεν δυτικής βοήθειας, και ταυτόχρονα ομολογούν την φιλοπατρία και γενναιότητα των Ανθενωτικών, οι οποίοι θέλουν ν’ αντιμετωπίσουν τους Τούρκους με τις δικές τους δυνάμεις, διότι καμία παπική βοήθεια δεν θα έρθει:

    (Λάμπρος Σπυρίδων, «Αργυροπούλεια», τύπ. Π.Δ. Σακελλαρίου, εν Αθήναις 1910, σελ. 47. Απόδοση αποσπάσματος στα Ν. Ελληνικά από το: Ρεράκης Ηρακλής, «Ο Διάλογος Ανατολής & Δύσεως για την ένωση των εκκλησιών το ιε’ αιώνα κατά τον Ιωάννη Ευγενικό» (διδακτ. διατριβή), Θεσσαλονίκη 1985, σελ. 75)

    Σχόλια και διευκρινήσεις:

    Εδώ βρίσκεται μία από τις μεγαλύτερες διαψεύσεις όσων ιστορικών επιτίθενται στους Ανθενωτικούς. Η ομολογία ενός Ενωτικού για την φιλοπατρία και το αγωνιστικό πνεύμα των Ανθενωτικών βάζει οριστικά τέλος στα παραμύθια που έχουμε πια κουραστεί ν’ ακούμε. Και βεβαίως, οι Ανθενωτικοί ήταν αυτοί που έβλεπαν τα πράγματα ρεαλιστικά και αποδείχτηκαν ορθοί στις προβλέψεις τους: οι δυτικοί δεν θα βοηθήσουν! Έτσι κι έγινε. Και θα δούμε παρακάτω τις ιστορικές αποδείξεις ότι οι Ανθενωτικοί δεν ήταν… μελλοντολόγοι, απλά οι Ενωτικοί δεν ήθελαν να δουν αυτό που φαινόταν πεντακάθαρα από τις δύο μεγάλες ήττες της Δύσης απέναντι στους Τούρκους, στα 1396 και στα 1444.

    Γι’ αυτό λοιπόν, είναι σημαντικότατη η ομολογία του Ενωτικού Ιωάννη Αργυρόπουλου ότι δική τους ήταν η ευθύνη για την απραξία και την διασπορά ψεύτικων ελπίδων σχετικά με την υποτιθέμενη «περιουσία της των Εσπερίων δυνάμεως»!

    Επίσης, από τις ομιλίες του Ιωσήφ Βρυεννίου, αλλά και απ’ όσα γράφει ο Σχολάριος, προκύπτει αβίαστα ότι οι ενέργειες των ηγετικών τάξεων θα έπρεπε να επικεντρωθούν σε μια εκστρατεία πειθούς ώστε οι πλούσιοι άρχοντες και οι έμποροι να δαπανήσουν μέρος της περιουσίας τους για την άμυνα της πόλης και φυσικά για την πρόσληψη μισθοφόρων. Ο Ιωσήφ Βρυέννιος στη δημόσια ομιλία του είδαμε να λέει ότι οι χορηγίες 10 μόνο πλουσίων, θα επαρκούσαν για την αναστήλωση των τειχών! Ποιοι λοιπόν είχαν συμφέρον να περιμένουν άπρακτοι την ανέξοδη βοήθεια των δυτικών; Η περιγραφή του καθ. Θεοδώρου Ζήση είναι ρεαλιστική και αποκαλυπτική:

    (Ζήσης Θεόδωρος, «Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος …», ό.π., σελ. 187)

    Τεκμήριο ΣΤ΄ – Συνολική εκτίμηση της στάσης του Σχολαρίου μέσα από τις πηγές, ο οποίος αποδεικνύεται ένας ρεαλιστής πατριώτης και ουδόλως ηττοπαθής ή «φιλότουρκος»:

    (Ζήσης Θεόδωρος, «Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος …», ό.π., σελ. 191-192)

    Τι έφταιξε λοιπόν και έχουμε σήμερα την διάδοση μιας ιστορίας ακριβώς αντίστροφης από την πραγματική; Ασφαλώς έφταιξε ο γνωστός συνδυασμός ιδεολογικών προκαταλήψεων και άρνησης μελέτης των πηγών: Η ξένη ιστοριογραφία φυσικά ακολουθεί τη θέαση της ιστορίας από την πλευρά της Δύσης, ενώ η δική μας ιστοριογραφία με έναν συνδυασμό στείρας μίμησης και εθνομηδενιστικού αντικληρικαλισμού, με τον τρόπο που κατάφερε να διασπείρει φήμες για την ανυπαρξία του «Κρυφού Σχολειού», έτσι κατάφερε να θάψει κάτω από βουνά λάσπης τον Σχολάριο και τους Ανθενωτικούς και να δικαιώσει τους μοναδικούς υπεύθυνους που ήταν οι πλανεμένοι από τον καιροσκόπο Πάπα, Ενωτικοί.

    5. Μύθος 3ος υπό εξέταση: Ήταν ποτέ δυνατόν, ο ήρωας Λουκάς Νοταράς (ανθενωτικός), να πει τη φράση που μας μετέφερε ο ιστορικός Δούκας (αλλά σφόδρα ενωτικός), «Κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων, ή καλύπτραν λατινικήν»;

    Τεκμήριο Α΄ – Σε μία από τις μεγαλύτερες συκοφαντίες της ιστορίας, ο Ανθενωτικός ήρωας Λουκάς Νοταράς, μετατρέπεται σε «φιλότουρκο» από τον Ενωτικό Δούκα, χωρίς όμως να γίνεται εύκολα αποδεκτό κάτι τέτοιο:

    (Τεκμήριο α) Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως …», ό.π., σελ. 53,58,61

    (Τεκμήριο β) Άμαντος Κωνσταντίνος, «Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως», Πρακτικά Ακαδημίας Αθηνών, τόμ. 28 (1953), σελ. 229-230

    (Τεκμήριο γ) Μουστάκας Κωνσταντίνος, «Μαμάϊμι. Η χρησμολογική παράδοση την εποχή της Άλωσης», στην «Αριάδνη» (ΕΕΦΣ Παν. Κρήτης), τόμ. 14 (2008), σελ. 146)

    Σχόλια και διευκρινήσεις:

    Οφείλουμε καταρχάς να ξεκινήσουμε μ’ ένα σχόλιο για τον λεγόμενο ψευδο-Σφραντζή και το έργο του με τίτλο Chronicon majus.

    Όπως γράφει ο Νικ. Τωμαδάκης, «η ιστορική χρησιμότης του Majus εμειώθη τα μέγιστα, αφ’ ης ήρχισεν η έρευνα της γνησιότητός του» και καθώς «είναι δυνατόν να προσέθηκαν οι επεξεργασθέντες το χρονικόν, από πηγάς ξένας […] η χρήσις του χρονικού πρέπει να γίνεται μετά περισκέψεως»[16]. Με τις άλλες πηγές που είναι σύγχρονες της Άλωσης, ο Ψευδο-Σφραντζής παρουσιάζει σημαντικές αντιφάσεις[17]: για παράδειγμα, αντιμετωπίζει με κυνικότητα το φριχτό μαρτύριο της οικογένειας του Νοταρά ενώ μετατρέπει τον ίδιο σε φοβισμένο και φιλάργυρο[18], και ταυτόχρονα γελοιοποιεί και τον ηρωικό Ιουστινιάνη για τον οποίο αναφέρει πως μόλις είδε λίγο αίμα στο δεξί του πόδι παράτησε την μάχη για να σωθεί και έγινε αιτία της αμυντικής κατάρρευσης[19]!

    Για τους λόγους αυτούς, από τους ιστορικούς αποφεύγεται «για την καταγραφή των γεγονότων ο Ψευδο-Σφραντζής, το λεγόμενο Chronicon majus, που η σύνταξή του αποδίδεται στο Μακάριο Μελισσηνό και τοποθετείται στα 1573-1575»[20].

    Κατά συνέπεια, όπως προτείνουν οι ειδικοί, θα περιοριστούμε και εμείς στις άλλες ιστορικές διηγήσεις.

    Βρισκόμαστε λοιπόν στο σημείο λίγο πριν αρχίσει η μεγάλη μάχη με τους Τούρκους. Οι πολίτες, όπως είδαμε από τον Κριτόβουλο, ήταν πλέον αφοσιωμένοι στα αμυντικά έργα και ο ηγέτης των Ανθενωτικών Σχολάριος έχει σιωπήσει εδώ και μήνες. Το γεγονός ότι ο Δούκας τιμά έστω και με δυο-τρεις φράσεις τον Ανθενωτικό Λουκά Νοταρά, δείχνει από μέρους του μια προσπάθεια να είναι αντικειμενικός με όσους τουλάχιστον δεν είχαν εμπλοκή στα θεολογικά, και όπως βλέπουμε στο εικονογραφημένο τεκμήριο, ο Κων/νος Παλαιολόγος, ο Ιουστινιάνης και ο Νοταράς (ο «μέγας Δούκας»), είναι οι ψυχές της άμυνας στην Κων/πολη. Και πώς να ήταν διαφορετικά, όταν ο Λουκάς Νοταράς όχι μόνο παρέμεινε με την οικογένεια του στην πολιορκημένη Πόλη, αλλά την υπερασπίστηκε στην πρώτη γραμμή με «πεντακοσίους» άνδρες στις διαταγές του[21], δαπάνησε μεγάλο μέρος της περιουσίας του για την ενίσχυση της άμυνας[22], και τελικά πέθανε μαρτυρικά, αφού όμως πρώτα είδε τον αιμοβόρο Μωάμεθ να διατάζει τον αποκεφαλισμό των παιδιών του[23]. Κι όμως, στον άνθρωπο αυτόν, ο Δούκας αποδίδει μία από τις γνωστότερες και ιδεολογικά φορτισμένες φράσεις της ιστορίας: «Κρειττότερόν εστιν ειδέναι εν μέση τη πόλει φακιόλιον βασιλεύον Τούρκων, ή καλύπτραν λατινικήν» δηλ. είναι προτιμότερο να δω το μουσουλμανικό τουρμπάνι στο μέσο της Πόλης να βασιλεύει, παρά την παπική μίτρα.

    Επειδή όμως από τα παραπάνω φαίνεται ότι εδώ κάτι δεν πάει καλά, γι’ αυτό χρωστάμε… ευγνωμοσύνη στον ιστορικό Δούκα, που με τις περιγραφές που αφορούν τον Λουκά Νοταρά πέφτει σε μια τρομερή αντίφαση, η οποία διαψεύδει κάθε πιθανότητα να είπε πράγματι ο Νοταράς τη φράση αυτή. Ο επόμενος στίχος που φαίνεται καθαρά και στο εικονογραφημένο τεκμήριο είναι χαρακτηριστικός:

    «Ο δε μέγας δούκας […] εν τη πόλη περιεπόλευεν, θαρρύνων απανταχού τους στρατιώτας»!

    Το ζήτημα λοιπόν που προκύπτει είναι σημαντικό: πώς θα δεχτούμε ότι ένας χαρισματικός ηγέτης, η ίδια η ψυχή της άμυνας, που γυρνά αδιάκοπα στις σκοπιές και τις πολεμίστρες για ν’ ανυψώσει το αγωνιστικό φρόνημα των ανδρών του κατά των Τούρκων, μετατρέπεται ξαφνικά σε έναν περιορισμένης νοημοσύνης ανόητο, που κάθεται και λέει δεξιά κι αριστερά πριν από τη μάχη, ότι τελικά, από τους Λατίνους, προτιμά να κατακτήσουν την πόλη οι Τούρκοι;!

    Οφείλουμε λοιπόν να γνωρίζουμε ότι «οι ιστορικές πηγές […] ‘’ομιλούν’’»[24], αρκεί κάποιος να «θέτει ερωτήματα στις πηγές του»[25] και τότε, «κάθε πηγή […] αρχίζει να μιλά, να απαντά και να διδάσκει»[26]. Όταν λοιπόν τα ερωτήματα αυτά προέρχονται από δόκιμους ιστορικούς όπως ο Κων/νος Άμαντος, τότε οι απαντήσεις γίνονται προφανείς: Θα ήταν αδύνατον να ειπωθεί μια τέτοια φράση από τον Λουκά Νοταρά, καθώς είναι εντελώς ασύνδετη με την ηρωική στάση του κατά την Άλωση, αλλά και με τα όσα έπαθε από τους Τούρκους.

    Και βεβαίως, ο Κων/νος Μουστάκας δίνει μια εξαιρετικά πιθανή λύση στο πρόβλημα· ο Δούκας έγραψε την ιστορία του ευρισκόμενος σε κτήσεις λατινικές με υπηκόους ορθοδόξους. Ήταν λοιπόν απαραίτητο, η διήγηση του Δούκα να περιέχει εκείνα τα στοιχεία που θα ενίσχυαν τη συσπείρωση των ορθόδοξων γύρω από τους δυτικούς ηγεμόνες, μπροστά στον τουρκικό κίνδυνο.

    6. Μύθος 4ος υπό εξέταση: Είχαν άραγε δίκιο οι Ανθενωτικοί που υποστήριζαν ότι οι ελπίδες που μοίραζαν οι Λατίνοι ήταν ψεύτικες; Ήταν ειλικρινής ο Πάπας στις υποσχέσεις του, και προσπάθησε πράγματι να βοηθήσει;

    Τεκμήριο Α΄ – Περιγραφή των παπικών υποσχέσεων για βοήθεια, μετά την υπογραφή του Ενωτικού Όρου στη Φλωρεντία το 1439:

    (Φούγιας Γ. Μεθόδιος, «Έλληνες και Λατίνοι», 2η έκδ., Αποστολική Διακονία, Αθήνα 1994, σελ. 357-358)

    Από τα παραπάνω, δεν χρειάζεται να ειπωθεί ότι η τελευταία υπόσχεση ήταν η πιο αόριστη απ’ όλες αλλά και αυτή διατηρούσε ζωντανές τις μάταιες ελπίδες των Ενωτικών.

    Τεκμήριο Β΄ – Η συντριβή των δυτικών δυνάμεων στη Νικόπολη της Βουλγαρίας το 1396 που συμπαρέσυρε στην καταστροφή και το Βυζάντιο, έβαζε ήδη σε αμφιβολία του Ανθενωτικούς:

    (Πανεπιστήμιο του Καίμπριτζ, «Η Ιστορία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας», τόμ. Α΄, Μέλισσα, Αθήνα 1979 (c1966), σελ. 287α)

    Τεκμήριο Γ΄ – Η συντριβή των σταυροφόρων στη Βάρνα το 1444. Εννέα χρόνια πριν την Άλωση, φαίνεται πλέον ξεκάθαρα ότι οι δυτικοί ούτε μπορούν, ούτε θέλουν να βοηθήσουν:

    (Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, τόμ. Θ’, «Μεσοβυζαντινοί (1071-1204) & Υστεροβυζαντινοί χρόνοι (1204-1453)», Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα 1980, σελ. 203-204)

    Σχόλια και διευκρινήσεις:

    Στην περίπτωση του 1444, δεν θα πρέπει να μας διαφύγει ότι τη σταυροφορία αυτή δεν την ξεκίνησε ο Πάπας! Ο Μουράτ ήταν αυτός που προκάλεσε τις πρώτες εχθροπραξίες με Σέρβους και Ούγγρους λόγω της κατάληψης των πλούσιων μεταλλείων αργύρου, και τον επόμενο χρόνο προσπάθησε ο Πάπας να εμπλακεί και ονόμασε την εκστρατεία αυτή «σταυροφορία». Και όπως βλέπουμε, «η δυτική Ευρώπη φαίνεται πως αδιαφόρησε στο κάλεσμα» του Πάπα…

    Το αποτέλεσμα ήταν μια πανωλεθρία, που απέδειξε περίτρανα ότι οι Ενωτικοί ζούσαν σε μια εικονική πραγματικότητα περιμένοντας ότι μετά από εννέα μόλις χρόνια θα μπορούσε να διεξαχθεί άλλη μία σταυροφορία και μάλιστα πολύ ισχυρότερη. Οι αποδομητές οφείλουν να παραδεχθούν ότι η μόνη ρεαλιστική οπτική ήταν αυτή των Ανθενωτικών που γνώριζαν ότι τελικά θα αντιμετωπίσουν μόνοι Τούρκους.

    Τεκμήριο Δ΄ – Οι συκοφαντίες κατά του Σχολαρίου, δεν είναι τίποτε άλλο παρά προσπάθεια των δυτικών να μεταθέσουν σε άλλους τις ευθύνες τους. Διότι, ο Πάπας με τους Ενωτικούς έμειναν οριστικά εκτεθειμένοι μετά την Ενωτική λειτουργία της 12ης Δεκεμβρίου 1452 οπότε αποκαλύφθηκε ότι οι υποσχέσεις και οι ελπίδες ήταν ψεύτικες:

    (Ζήσης Θεόδωρος, «Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος …», ό.π., σελ. 18-19,197)

    Τεκμήριο Ε΄ – Η Ελένη Αρβελέρ δικαιολογεί τον Πάπα και αναφέρεται στην αδυναμία αποστολής βοήθειας εκ μέρους του, όμως ο Σχολάριος αποκαλύπτει ότι ο Πάπας στην πραγματικότητα δεν ήθελε να βοηθήσει την Ανατολή:

    (Τεκμήριο α) Ζήσης Θεόδωρος, «Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος …», ό.π., σελ. 187

    Τεκμήριο β) Petit L. – Siderides Χ. – Jugie Μ., «Γεωργίου του Σχολαρίου Άπαντα … », τόμ. 3, ό.π., σελ. 97)

    Σχόλια και διευκρινήσεις:

    Όπως γνωρίζουμε, στη συνέντευξη της η Ελένη Αρβελέρ διατύπωσε την άποψη ότι «ο Πάπας προσπάθησε να βοηθήσει. Διέθεσε τις ιντουλγκέντσιες, τα επί πληρωμή συγχωροχάρτια».

    Η πραγματικότητα όμως είναι αμείλικτη και μας την θυμίζει ο Σχολάριος:

    Ελπίδα όλων των Ανατολικών ήταν πως μετά τις υποχωρήσεις που έγιναν, ο Πάπας θα έκανε τις σχετικές ενέργειες για ν’ αποσύρει τους Λατίνους επισκόπους από τις ορθόδοξες ελληνικές περιοχές οι οποίες θα επέστρεφαν ξανά στη δικαιοδοσία της Ανατολής. Κι αν ακόμα δεν μπορούσε ο Πάπας να πείσει τους Λατίνους ηγεμόνες να τις εγκαταλείψουν, θα μπορούσε τουλάχιστον να δώσει εντολή ώστε τα εκκλησιαστικά έσοδα των περιοχών αυτών να πηγαίνουν στην Ανατολή, μια που ισχυριζόταν πως ήθελε να βοηθήσει το Βυζάντιο. Όμως ούτε καν αυτό δεν θέλησε να κάνει, και έτσι, καμία δικαιολογία δεν μπορεί να υπάρξει για τις παπικές μηχανορραφίες.

    7. Μύθος 5ος υπό εξέταση: Ήταν άραγε οι Ανθενωτικοί απλώς κάποιοι φανατικοί και συντηρητικοί «της Εκκλησίας», που κινούνταν ενάντια στα «προοδευτικά» ρεύματα της διανόησης;

    Τεκμήριο Α΄ – Πρώτο ρεύμα μη εκκλησιαστικής διανόησης, ο παγανιστής φιλόσοφος Πλήθων Γεμιστός, κι όμως σφόδρα Ανθενωτικός. Δεν αποδέχτηκε ούτε καν να παραβρεθεί στην υπογραφή του Ενωτικού Όρου αποχωρώντας από τη Φλωρεντία μαζί με τον Σχολάριο:

    (Sgouropoulos [βλ. Συρόπουλος] Silvestros, «Vera historia unionis non verae inter graicos et latinos», Hague 1660, σελ. 268)

    Τεκμήριο Β΄ – Δεύτερο ρεύμα μη εκκλησιαστικής διανόησης, ο διαφωτιστής Αδαμάντιος Κοραής, ευγνωμονεί τους Ανθενωτικούς για το πείσμα τους (το οποίο λέει πως οι δυτικοί το υβρίζουν ως «δεισιδαιμονία») και τους αναγνωρίζει ως σωτήρες του ελληνισμού:

    (Αδ. Κοραής, «Άτακτα», τόμ. Α΄, εν Παρισίοις 1828, σελ. κδ΄-κε΄ [Προλεγόμενα])

    Τεκμήριο Γ΄ – Τρίτο ρεύμα διανόησης, αντιδυτικής και περισσότερο αντικληρικής από του Κοραή, ο Ανώνυμος της Ελληνικής Νομαρχίας δεν αφήνει καμιά αμφιβολία ότι δικαιώνει πολύ περισσότερο το πνεύμα των Ανθενωτικών από οποιοδήποτε άλλο:

    («Ελληνική Νομαρχία, Ητοι Λόγος Περί Ελευθερίας», εν Ιταλία 1806, σελ. 219-220)

    Σχόλια και διευκρινήσεις:

    Όπως βλέπουμε, οι αναφορές της Ελένης Αρβελέρ κατά των Ανθενωτικών, με το επιχείρημα ότι «η διανόηση ήθελε να είναι αναγεννησιακή, η Εκκλησία παρέμενε προσηλωμένη στα πάτρια κατά τρόπο φανατικό, αν όχι τίποτα παραπάνω» ηχούν ακατανόητες: Ποιο ήταν αυτό το ρεύμα «διανόησης» που δεν συμφωνούσε με τους Ανθενωτικούς; Ο μέγας διανοητής της εποχής του Σχολαρίου, τον οποίο ο Κ. Γεωργούλης ονομάζει «φιλόσοφο της Ελληνικής εσπεριακής αναγεννήσεως»[27], ήταν φυσικά ο Πλήθων Γεμιστός, και αυτός σε πλήρη ομοφωνία με τον Σχολάριο ήταν Ανθενωτικός (βλ. και ΕΔΩ)!

    Το άλλο μεγάλο ρεύμα διανόησης, ήταν φυσικά ο Διαφωτισμός, και όμως ο ηγέτης των Ελλήνων Διαφωτιστών, ο Αδαμάντιος Κοραής εκφράζει ευγνωμοσύνη για τη στάση των Ανθενωτικών η οποία οδήγησε στη σωτηρία του ελληνισμού! Ακόμα και από τον υβριστή της Εκκλησίας, τον Ανώνυμο της Ελληνικής Νομαρχίας, κάποιο «πνεύμα» που θα μπορούσε να δικαιώσει τους Ενωτικούς δεν είναι δυνατόν να προκύψει.

    Άρα, κατά την Ελένη Αρβελέρ, ποιο ρεύμα ελληνικής «διανόησης» είναι αυτό που υπολείπεται και δικαιώνει τους Ενωτικούς; Μήπως αυτό των πλουσίων που ήθελαν την Ένωση για να γλυτώσουν τα λεφτά τους;…

    8. ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ – Μύθος 6ος υπό εξέταση: Από πού πηγάζουν οι ανυπόστατες φήμες ότι η Κων/πολη δεν αλώθηκε αλλά δήθεν «παραδόθηκε»;

    Κλείνοντας το άρθρο μας, θεωρήσαμε καλό να κάνουμε και μια σύντομη αναφορά σε ένα ακόμη αλλοπρόσαλλο ζήτημα που ανακινούν διάφοροι κύκλοι κάθε τόσο, ιδιαίτερα στο διαδίκτυο και σε παραεπιστημονικά περιοδικά και βιβλιαρίδια. Οι κύκλοι αυτοί, ανήκουν στην ίδια ομάδα που αναφέραμε και στην αρχή, που μπορούν ανάλογα με την διάθεση της στιγμής να υποστηρίζουν εκ διαμέτρου αντίθετες απόψεις ταυτόχρονα. Έτσι, μπορούν να κατηγορούν τον Σχολάριο και τους Ανθενωτικούς και να τους χαρακτηρίζουν «προδότες» διότι με τη στάση τους οδήγησαν στην Άλωση της Πόλης, και την ίδια στιγμή μπορούν να λένε ότι η Πόλη δεν αλώθηκε, αλλά «η Εκκλησία» την παρέδωσε στους Τούρκους!

    Φυσικά, αυτά αποτελούν αστειότητες, όμως όλοι έχουμε δει ότι η κοινωνία μας περνά κρίση, και πράγματα που παλιά θα ήταν αδιανόητα να συζητηθούν, όπως για παράδειγμα το ερώτημα αν μας… «ψεκάζουν», φτάνουμε στο σημείο να μας απασχολούν σοβαρά.

    Βεβαίως, αυτό που έχουμε να πούμε είναι ότι, αν υπάρχει περίπτωση να «ψεκάζουν» κάποιους, σίγουρα τη μεγαλύτερη δόση την έχουν εισπνεύσει αυτοί που ισχυρίζονται ότι η Κων/πολη παραδόθηκε, καθώς αυτές οι απόψεις ισοδυναμούν με βιασμό όλων των σύγχρονων της Άλωσης πηγών. Είχαμε ξαναπεί, στο άρθρο μας όπου διαψεύσαμε την υποτιθέμενη προδοσία της Μονής Βλατάδων κατά την Άλωση της Θεσ/νίκης στα 1430, ότι οι πηγές ακολουθούν μια ιεράρχηση ως προς την αξιολόγηση τους. Το γεγονός ότι ο απολύτως αναξιόπιστος Ιέρακας, αναφέρει στο χρονικό του ένα πλήθος από μυθικές αρλούμπες που γεννήθηκαν έναν αιώνα μετά από την Άλωση της Θεσσαλονίκης, δεν σημαίνει ότι θα παραβλέψουμε αυτά που έζησαν οι αυτόπτες!

    Κατά τον ίδιο τρόπο λοιπόν, θα δούμε τις πηγές και μια σύντομη ανάλυση στα παραμύθια περί «παράδοσης» της Κων/πολης το 1453.

    Τεκμήριο Α΄ – Οι σύγχρονοι της Άλωσης ιστορικοί, Δούκας και Κριτόβουλος, κλείνουν κάθε συζήτηση περί «παράδοσης» της Πόλης είτε ολικής, είτε μερικής. Η πόλη δεν παραδόθηκε, και γι’ αυτό ολόκληρη παραδόθηκε στη φωτιά, τον όλεθρο και την αιχμαλωσία:

    (Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως …», ό.π., σελ. 68 και 127)

    Τεκμήριο Β΄ – Ουδεμία αναφορά σε συνθηκολόγηση υπάρχει είτε σε ελληνικές, είτε σε δυτικές, είτε σε τουρκικές πηγές σύγχρονες της Άλωσης παρά μόνο σε διηγήσεις που γεννήθηκαν αιώνες μετά την Άλωση:

    (Χαιρέτη Μαρία (βιβλιοκρισία στο Runciman, ‘The fall of Constantinople 1453’), στη «Μνημοσύνη», τόμ. 1 (1967), σελ. 334-335)

    Τεκμήριο Γ΄ – Ο μύθος της μερικής συνθηκολόγησης γεννήθηκε με το επιχείρημα της διάσωσης άθικτων εκκλησιών σε ορισμένες περιοχές, όμως τα στοιχεία καταρρίπτουν την δικαιολογία αυτή:

    (Χαιρέτη Μαρία (βιβλιοκρισία στο Runciman, ‘The fall of Constantinople 1453’), στη «Μνημοσύνη», τόμ. 1 (1967), σελ. 336)

    9. Επίλογος

    Ελπίζουμε το άρθρο αυτό να εκπληρώσει το στόχο του, που είναι να προσφέρει έναν τεκμηριωμένο αντίλογο στους κάθε λογής αποδομητές της ιστορίας. Ελπίζουμε οι άνθρωποι αυτοί να πάρουν τελικά απόφαση ότι το υβρεολόγιο τους στηρίζεται σε κατασκευασμένους μύθους που εξυπηρετούν όχι ιστορικές αλλά ιδεολογικές θέσεις.

    Τα δεδομένα άλλωστε είναι συγκεκριμένα:

    – Ποιοι δικαιώθηκαν τελικά στην ιστορία αυτή;

    – Ποιοι ήταν οι ρεαλιστές, και ποιοι οι «υπνοβάτες»;

    – Ποιοι είχαν υπολογίσει σωστά την αδυναμία των δυτικών να αντιμετωπίσουν τους Τούρκους;

    – Ποιοι είχαν εξάγει τα ορθότερα συμπεράσματα για τη στάση που επρόκειτο να κρατήσει ο Πάπας;

    …………………….
    ……………………..

  25. ………………….
    ………………….

    Η Κων/πολη στα μέσα του 15ου αιώνα ήταν μια σκιά του παλιού εαυτού της. Για τους Τούρκους ήταν περισσότερο ένα σύμβολο παρά μια πόλη ικανή να τους δοξάσει λόγω της ισχυρής της αντίστασης. Από τις 50.000 του πληθυσμού, στην ιδανική περίπτωση θα μπορούσαν να προκύψουν 10.000 ένοπλοι όλοι κι όλοι απέναντι σε ένα στράτευμα περίπου 350.000 ανδρών (ένοπλοι και βοηθητικοί)[28]. Αν όμως οι Ανθενωτικοί είχαν πείσει, και οι πλούσιοι είχαν δαπανήσει εγκαίρως μεγάλα ποσά σε ισχυρά αμυντικά έργα έχοντας προετοιμάσει ταυτόχρονα συμφωνίες με μισθοφόρους για στρατό και πλοία, θα υπήρχαν κάποιες ελπίδες σωτηρίας. Ο Ιωσήφ Βρυέννιος και ο Σχολάριος που μιλούν για τα βαλάντια των πλουσίων, αποτελούν πηγές που μαρτυρούν ότι υπήρξε πλούτος που όμως ελάχιστοι θέλησαν να δαπανήσουν για τη σωτηρία της Πόλης, όπως ο Λουκάς Νοταράς.

    Επίσης, η ηρωική άμυνα των πολιορκημένων έδειξε αδυναμίες στην πλευρά των Τούρκων και αν είχαν προετοιμαστεί σωστά οι βυζαντινοί θα μπορούσε ίσως η στρατηγική της κατά μέτωπο επίθεσης των Οθωμανών να είχε μετατραπεί σε μακροχρόνια πολιορκία με άγνωστη κατάληξη. Σε κάθε περίπτωση, όμως, όταν κάθονταν όλοι με σταυρωμένα τα χέρια περιμένοντας ότι θα τους σώσουν οι δυτικοί, όπως ομολογεί ο Ιωάννης Αργυρόπουλος, τότε ο χρόνος κυλά εις όφελος των Τούρκων. Οι αμυνόμενοι ήταν τελικά ελάχιστοι και οι εχθροί πάρα πολλοί. Οι Ενωτικοί αντί να συκοφαντούν τους Ανθενωτικούς, όφειλαν να δουν ρεαλιστικά την κατάσταση που δημιουργήθηκε μετά τη συντριβή στη Βάρνα το 1444, και από τότε οι βυζαντινοί θα έπρεπε να έχουν στραφεί ενωμένοι σε άλλες λύσεις και να μην ελπίζουν μάταια σε μια επόμενη σταυροφορία των δυτικών.

    Η Άλωση, οι «μύθοι» και η Ελένη Αρβελέρ (μέρος δεύτερο)

    Σημειώσεις
    [1] Κ. Θ. Δημαράς, «Νεοελληνικός διαφωτισμός», 7η έκδ., Ερμής, Αθήνα 1998, σελ. 333.

    [2] Κιτρομηλίδης Πασχάλης, «Νεοελληνικός διαφωτισμός», 3η έκδ., ΜΙΕΤ, Αθήνα 2000, σελ. 360.

    [3] Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως (1453)», ανατύπωση 2ης έκδ., Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1993 (c1953), σελ. 19.

    [4] Λήμμα «Δούκας», στο Συλλογικό έργο, «Εγκυκλοπαιδικό Προσωπογραφικό Λεξικό Βυζαντινής Ιστορίας και Πολιτισμού» (ΕΠΛΒΙΠ) (επιμ. Σαββίδης Αλέξης), τόμ. 6, εκδ. Ιωλκός-Μέτρον, Αθήνα 2006, σελ. 228.

    [5] Ζήσης Θεόδωρος, «Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος. Βίος-συγγράμματα-διδασκαλία» (σειρά «Ανάλεκτα Βλατάδων» #30), Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1980, σελ. 26.

    [6] Για τους «700», βλ. Κουταβά-Δεληβοριά Βαρβάρα, «Χρονογραφική και Χαρτογραφική αποτύπωση της Αλώσεως», Ίδρυμα Γουλανδρή-Χορν, Αθήνα 2003, σελ. 26.

    [7] Ζήσης Θεόδωρος, «Γεννάδιος …», ό.π., σελ. 54.

    [8] Ζήσης Θεόδωρος, «Γεννάδιος …», ό.π., σελ. 54-55.

    [9] Ζακυθηνός Διονύσιος, «Ιδεολογικαί συγκρούσεις εις την πολιορκουμένην Κωνσταντινούπολιν», «Νέα Εστία», Τομος ΜΖ΄, τεύχ. 551 (ΙΟΥΝΙΟΣ 1950), σελ. 798.

    [10] Βλ. Ζήσης Θεόδωρος, «Γεννάδιος …», ό.π., σελ. 58-59.

    [11] Ζήσης Θεόδωρος, «Γεννάδιος …», ό.π., σελ. 182.

    [12] Petit L. – Siderides Χ. – Jugie Μ., «Γεωργίου του Σχολαρίου Άπαντα τα ευρισκόμενα» (Oeuvres Completes de Georges Scholarios), τόμ. 4, Paris 1935, σελ. 217.

    [13] Κουκουλές Φαίδων, «Βυζαντινών Βίος και Πολιτισμός», τόμ. Β2, εκδ. Παπαζήση, Αθήνα 1948-1955, σελ. 130-131.

    [14] Στο παραπάνω απόσπασμα, ο Θεόδωρος Ζήσης γράφει ότι ο Σχολάριος «παρέμεινεν εις το κελλίον του» «μετά την ενωτικήν λειτουργίαν της 12ης Δεκεμβρίου 1452», και η ασάφεια της διατύπωσης μάς έβαλε σε σκέψεις, μήπως ο Σχολάριος από τις 27 Νοεμβρίου μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου έκανε και κάποια άλλη δημόσια παρέμβαση. Εμείς πάντως, απ’ όσα αναφέρονται, κατανοούμε ότι ο Σχολάριος σταμάτησε να παρεμβαίνει δημόσια στις 27 Νοεμβρίου. Υπάρχει βεβαίως μια επιστολή του Γενναδίου στις 15 Νοεμβρίου (Άπαντα, τόμ. 3, σελ. 166-170), στην οποία αναφέρει ότι αν κληθεί από τις αρχές της πόλης, είναι διατεθειμένος να συζητήσει τα θεολογικά προβλήματα με τον Καρδινάλιο. Όμως το γεγονός ότι στις 27 Νοεμβρίου μοίρασε σε ολόκληρη την πόλη γραπτώς τις θέσεις του, σημαίνει ότι δεν είχε άλλο τρόπο να παρέμβει στις διαδικασίες και έτσι ομολογεί εκεί ότι τερματίζει τις προσπάθειες του. Δυστυχώς δεν βλέπουμε να μας παρέχει κάποια πληροφορία ο καθ. Ζήσης που να δείχνει ότι στις δεκαπέντε αυτές ημέρες ο Σχολάριος έκανε κάποια άλλη παρέμβαση, αλλά θα ήταν και παράλογο, να έχει δεσμευθεί δημοσίως από τις 27 Νοεμβρίου ότι θα σιωπήσει, και αυτός να συνεχίζει τις ανοιχτές παρεμβάσεις! Εκτός αν ο καθ. Ζήσης αναφέρει την 12η Δεκεμβρίου σαν ορόσημο, για να δείξει ότι ακόμα και τότε ο Σχολάριος δεν παρέβη την υπόσχεση του, ή αν όντως ο Σχολάριος κάποια στιγμή από τις 27 Νοεμβρίου έως τις 12 Δεκεμβρίου κλήθηκε για να συζητήσει με τον Καρδινάλιο, οπότε βγήκε από το μοναστήρι για να πάει στο παλάτι, και πάλι όμως δεν μιλάμε για ανοιχτή δημόσια παρέμβαση.

    [15] Δούκας, στο Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως …», ό.π., σελ. 50.

    [16] Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως …», ό.π., σελ. 163.

    [17] Βλ. Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως …», ό.π., σελ. 149 και εξής.

    [18] Βλ. Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως …», ό.π., σελ. 160-162.

    [19] Βλ. Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως …», ό.π., σελ. 158-160 και 192-193.

    [20] Κουταβά-Δεληβοριά Βαρβάρα, «Χρονογραφική …», ό.π., σελ. 19.

    [21] Βλ. Τωμαδάκης Νικόλαος, «Περί Αλώσεως …», ό.π., σελ. 61. Βλ. και Michaelis Ducae nepotis (Δούκας Μιχαήλ), «Historia byzantina», CSHB, Bonnae 1834, σελ. 283,19-20.

    [22] Ο Σχολάριος σημειώνει: «Εν δε ταις των χρημάτων στενότησιν αντί κοινού πρυτανείου τη πόλει τους οίκοι θησαυρούς ανιέντα», στο: Petit L. – Siderides Χ. – Jugie Μ., «Γεωργίου του Σχολαρίου Άπαντα …», τόμ. 4, ό.π., σελ. 493.

    [23] Βλ. Σάθας N. Κωνσταντίνος, «Nεοελληνική φιλολογία. Bιογραφίαι των εν γράμμασι διαλαμψάντων Eλλήνων (1453-1821)», εν Αθήναις 1868, σελ. 23-24.

    [24] Πλουμίδης Γεώργιος, «Ιστορική Μάθηση – Προτάσεις για τις Πηγές και τη Μεθοδολογία στην Ιστορία», Βιβλιοπ. Διονυσίου Νότη Καραβία, Αθήνα 2010, σελ. 66.

    [25] Καραγιαννόπουλος Ιωάννης, «Εισαγωγή στην Τεχνική της Επιστημονικής Ιστορικής Εργασίας», 3η ανατύπωση, Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1993, σελ. 79.

    [26] Μεταλληνός Δ. Γεώργιος, «Εγκόλπιο Επιστημονικής Έρευνας», 3η έκδ., Αρμός, Αθήνα 1998, σελ. 27.

    [27] Βλ. «Νέα Εστία», έτος ΚΖ΄, τόμ. 53 (1953), τεύχ. 622 (1 ΙΟΥΝΙΟΥ), σελ. 744-754.

    [28] Εξάγουμε έναν μέσο όρο από τους αριθμούς που διασώζουν οι πηγές όπως αναφέρονται στο: Κουταβά-Δεληβοριά Βαρβάρα, «Χρονογραφική και Χαρτογραφική αποτύπωση …», ό.π., σελ. 29.

    http://oodegr.co/oode/istoria/o8wmanoi/arbeler_allwsi_1.htm#4.

  26. Petros Theodoridis:

    «Η επιταχυνση του Χρονου που επιχειρησαν οι Παλαιολογοι δεν ειχε πολές πιθανότητες επιτυχιας: Γιατί δεν συγχρονιζοταν με τον Εξωτερικό χρόνο..
    Πολύ απλά η υπολοιπη βυζαντινη κοινωνια αλλά και οι Εχθροι τους οι Οθωμανοι κινουνταν ακομα στους Προ-νεωτερικους ρυθμους …και ετσι την καταρρευση της προνεωτερικής Βυζαντινής Αυτοκρατορίας την διαδεχτηκε μια ισχυρή προνεωτερική επισης Οθωμανική …
    Ετσι η προσπαθεια τους (των Παλαιολόγων)εμεινε Αλμα εν Κενώ…
    Αντιθετα η της Ελληνικής επαναστασης ‘επιταχυνση του χρονου” Πετυχε εν τελει (εθνος-κρατος)
    Διοτι και Εξωτερικά Συγχρονιζοταν με την Νεωτερική επιταχυνση του Χρονου που προκληθηκε ως καραμπόλα και απο την Γαλλική επανασταση και απο την Βιομηχανική επανασταση …
    Και οι Ελληνες του 21 μπορεσαν να φτιαξουν ενα εθνος -κρατος και με την Βοηθεια της Δυσης ..ενστασσομενοι στο Διεθθνες συστημα Εθνο-κρατών που ακριβώς εκεινη την περιοδο αρχισε να αναδυεται στην ευρωπη και να διευρυνεται συνεχώς …..
    Και να ενα αλλο στοιχειο για την ερμηνεια του εθνους κρατους (και εθνικισμου)
    το διεθνες συστημα εθνο κρατών οπου (σταδιακά βεβαια) δεν γινονταν συμβατες οι προ-εθνικές αυτοκρατορίες αλλά τα Εθνο-κρατη …
    15/11/2007

    από μια εντυπωσιακή συζήτηση: https://pontosandaristera.wordpress.com/2007/11/13/5-11-2007/

  27. Η άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Οθωμανούς Τούρκους
    29 Μαΐου 1453 μ.Χ.

    Τα γεγονότα σύμφωνα με το «ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΠΟΛΙΟΡΚΙΑΣ ΤΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥΠΟΛΗΣ» του Νικολό Μπαρμπάρο
    Η μετάφραση που ακολουθεί έχει αντληθεί από το βιβλίο «Η ΠΟΛΙΣ ΕΑΛΩ» του εκδοτικού οίκου ΛΙΒΑΝΗ, σε μετάφραση ΒΑΝΕΣΣΑ Α. ΛΑΠΠΑ

    Τα τελευταία οχυρωματικά έργα
    Ο Φλαντανελάς
    Η διέλευση των πλοίων από το Γαλατά
    Τα λαγούμια και η γέφυρα
    Η τελευταία επίθεση και η άλωση
    Τα μετά την άλωση
    Καθώς η τύχη θέλησε να βρεθώ σ’ ετούτη τη δύσμοιρη πόλη, πήρα την απόφαση να κρατήσω γραπτή αναφορά όλων των γεγονότων που ακολούθησαν, στη μάχη που έδωσε ο Τούρκος μπέης Μωάμεθ γιος του Μουράτ στην προσπάθειά του να εκπορθήσει την Κωνσταντινούπολη. Θέλοντας δε να εξηγήσω με κάθε λεπτομέρεια με ποιο τρόπο την κυρίεψε, θα σας διηγηθώ πρώτα από πού ξεκίνησε ο πόλεμος των Τούρκων εναντίον των Ελλήνων και, στη συνέχεια, με τη σειρά, θα παρακολουθήσετε όλες τις μάχες που διεξήχθησαν μέρα τη μέρα, από την αρχή μέχρι το τέλος της βάναυσης και μαρτυρικής κατάλυσης της Πόλης.
    Το Μάρτιο του 1452, ο Τούρκος μπέης Μωάμεθ έδωσε διαταγή να κατασκευαστεί ένα πολύ όμορφο φρούριο 1 έξι μίλια μακριά από την Κωνσταντινούπολη, απέναντι από το στόμιο της Μαύρης Θάλασσας, το οποίο διέθετε δεκατέσσερις πύργους, από τους οποίους οι πέντε κύριοι καλύπτονταν με μολύβι και ήταν πανύψηλοι και ογκώδεις. Για να κατασκευάσει αυτό το κάστρο, ο Τούρκος ξεκίνησε από την Καλλίπολη με έξι πολεμικές γαλέρες, 18 φούστες και 16 παρανταρίες και κατέπλευσε στα ύδατα της Κωνσταντινουπόλεως. Ο τόπος που διάλεξε ήταν έξι μίλια μακριά από την Πόλη, από τη μεριά της Ελλάδας, απέναντι από το παλιό Κάστρο. Η ανέγερση αυτού του φρουρίου ολοκληρώθηκε στα τέλη του Αυγούστου του 1452, και ο μόνος λόγος που κατασκευάστηκε ήταν για να κυριευτεί η Κωνσταντινούπολη.
    Ο αυτοκράτορας, ο οποίος φοβόταν τον Τούρκο εχθρό του, κάθε μέρα έστελνε δώρα στον Τούρκο που κατασκεύαζε το κάστρο και κάθε μέρα έστελνε πρεσβείες, κι όλα αυτά τα έκανε από φόβο. Όταν οι εργασίες αποπερατώθηκαν, μέσα στον Αύγουστο του 1452, εκείνος παρακρατεί μέσα στο κάστρο τους δύο πρέσβεις του αυτοκράτορα και διατάζει να τους αποκεφαλίσουν. Αυτό το φέρσιμό του έγινε αιτία να ξεσπάσει ο πόλεμος του Τούρκου κατά των Ελλήνων. Μετά απ’ αυτό, ο Τούρκος με 50.000 άντρες περίπου έρχεται και στρατοπεδεύει έξω από την Κωνσταντινούπολη και μένει στο στρατόπεδο μόνο τρεις μέρες, ο δε στόλος του επιστρέφει για να παροπλιστεί στην Καλλίπολη και φτάνει εκεί στις 6 Σεπτεμβρίου. Το ίδιο έκαναν και εκείνοι που είχαν πάει διά ξηράς. Αυτό το κάστρο που ανέφερα ήταν πολύ καλά οχυρωμένο από την πλευρά της θάλασσας και με κανένα τρόπο δεν κινδύνευε να κυριευτεί, γιατί διέθετε πάρα πολλές βομβάρδες στην ακτή και πάνω στα τείχη. Κι από τη στεριά όμως ήταν ισχυρό, αλλά όχι τόσο όσο από τη θάλασσα. Το πρώτο βλήμα που ξαπόστειλε η μεγάλη βομβάρδα του κάστρου βύθισε το πλοίο του Αντωνίου Ρίζου που ερχόταν από τη Μαύρη Θάλασσα και ο καπετάνιος του δεν ήθελε να καλάρει και ήταν φορτωμένο με κριθάρι το οποίο προοριζόταν για επικουρία της Κωνσταντινούπολης. Αυτό συνέβη στις 26 Νοεμβρίου του 1452. 0 κύριος του πλοίου πιάστηκε στη θάλασσα και τον έστειλαν στην Αδριανούπολη αυθέντη Τούρκο— κι εκείνος τον φυλάκισε και μετά πάροδο 14 ημερών διέταξε να τον θανατώσουν δι’ ανασκολοπισμού. Έναν άλλον, που ήταν γιος του κυρ Δομήνικου ντι Μαΐστρι και ήταν βοηθός του γραμματικού του πλοίου, τον έκλεισε στο σεράι του. Μερικούς ναύτες τούς άφησε ελεύθερους γιατί έπρεπε να έρθουν στην Κωνσταντινούπολη. Άλλους διέταξε να τους διχοτομήσουν. Πριν ακόμα θανατωθεί ο Αντώνιος Ρίζος, ο Βάιλος της Κωνσταντινούπολης έστειλε τον κυρ Φαμπτρούτσι Κόρνερ, πρέσβη στον Τούρκο, για να τον παραλάβει. Δεν μπόρεσε όμως να πετύχει τίποτα, γιατί ο αυθέντης Χαν είχε αποφασίσει να τον σκοτώσει δι’ ανασκολοπισμού.
    Ο κυρ Φαμπρούτσι Κόρνερ, ο οποίος διετέλεσε πρέσβης της Αδριανούπολης, γύρισε πίσω στην Πόλη με τη γαλέρα του άρχοντα Γαβριήλ Τριβιζάνου. Το γεγονός αυτό έγινε αιτία εκείνος που είχε ανοίξει πόλεμο κατά των Ελλήνων, να ανοίξει τώρα πόλεμο και εναντίον ημών, των Βενετζιάνων. Μέσα στον Ιανουάριο του 1453, ο Τούρκος αρχίζει τις προετοιμασίες για να έρθει να κυριεύσει την Κωνσταντινούπολη και συγκεντρώνει μεγάλο στρατό για να πολιορκήσει αυτή τη βασανισμένη και καταταλαιπωρημένη πόλη, τόσο από τη στεριά όσο και από τη θάλασσα. Το Φεβρουάριο του 1453, άρχισε να στέλνει τις βομβάρδες του έξω από την Κωνσταντινούπολη με τη συνοδεία 10.000 Τούρκων. Τον ίδιο μήνα, οι Έλληνες έκαναν περιπολίες με 3 φούστες, με φορεσιές και σημαία τουρκική, και προξενούσαν μεγάλες ζημιές στη χώρα του Τούρκου. Ανάμεσα στ’ άλλα, αιχμαλώτιζαν αρκετούς Τούρκους και τους οδηγούσαν στην Κωνσταντινούπολη. Οι Τούρκοι, εξοργισμένοι με τους Έλληνες, βλαστημούσαν κι ορκίζονταν να τους αφανίσουν. Αυτές τις μέρες, φτάνει εδώ ο άρχοντας Γαβριήλ Τριβιζάνος, υποπλοίαρχος δύο γρήγορων γαλερών, καπετάνιος στη μία από τις οποίες ήταν ο κυρ Ζαχαρίας Γκριόνι, ο ιππότης. Αυτές τις δύο γαλέρες είχε στείλει η Σύγκλητος της Βενετίας, για να συνοδεύσουν από τη Βενετία τις τρεις εμπορικές γα λέρες που έρχονταν από την Τάνα, φέρνοντας εφόδια στην Κωνσταντινούπολη. Μετά από πάροδο λίγων ημερών, προστίθεται σ’ αυτές ένα εμπορικό πλοίο που ερχόταν από τη Γένουα, με Γενουάτες, το οποίο μετέφερε τριάντα έξι χιλιάδες λαμπάδες και τον καρδινάλιο της Ρωσίας που έστελνε ο πάπας με σκοπό να γίνει η Ένωση. Ο πάπας του είχε δώσει συνοδεία 200 άντρες, τοξότες και πετροβολιστές, για να υποστηρίξουν την Κωνσταντινούπολη. Τον ίδιο μήνα έρχονται από την Κάντια οχτώ πλοία φορτωμένα με μολόχα για να βοηθήσουν την πόλη. Τέλος, τη 10η Νοεμβρίου έρχονται δύο μεγάλες γαλέρες από την Κάφα και όταν φθάνουν μπροστά στο Κάστρο του Τούρκου, πλησίστιες, σι Τούρκοι αρχίζουν να φωνάζουν: Κάλα, καπετάνιο, για το καλό σου. Και όσο σι γαλέρες συνέχιζαν πλησίστιες τόσο οι Τούρκοι φώναζαν: Κάλα τα πανιά, καπετάνιο! Αυτή τη φορά, ο καπετάνιος αρχίζει να καλάρει, αλλά σταματάει. Κι όλοι οι Τούρκοι του φώναζαν: Κάλα, καπετάνιο, μέχρι κάτω! Όταν είδαν ότι εκείνος δεν υπάκουε, άρχισαν να βάλλουν εναντίον του με τις βομβάρδες τους και πολλούς σκοπευτές και αμέτρητα τόξα, έτσι ώστε νόμιζε κανείς ότι διέθεταν αρκετούς άντρες. Κι όταν ο καπετάνιος είδε πως είχαν τόσους άντρες, άρχισε να υποστέλλει τα ιστία ως κάτω, κι έτσι σώθηκε. Βλέποντάς τον, οι Τούρκοι σταμάτησαν να βομβαρδίζουν και οι δυο γαλέρες συνέχισαν προς την Κωνσταντινούπολη.
    Όταν οι γαλέρες Πέρασαν από το κάστρο και οι Τούρκοι δεν τις έφταναν πια με τις βομβάρδες τους, ο καπετάνιος σήκωσε αμέσως τα πανιά κι έτσι σώθηκαν. Καπετάνιος ήταν ο κυρ Ιερώνυμος Μορεζίνης του κυρ Βερνάρδου. Ο καπετάνιος έφτασε σώος στην Κωνσταντινούπολη και όλοι δοκιμάσαμε μεγάλη ανακούφιση αντικρίζοντας αυτές τις δύο γαλέρες. Αυτό συνέβη στις 10 Νοεμβρίου.

    Στις 2 Δεκεμβρίου, η γαλέρα από την Τραπεζούντα κατέπλευσε στο στόμιο της Μαύρης Θάλασσας και, μόλις πρόβαλε στο στενό, αγκυροβόλησε μπροστά στο κάστρο που ανήκε στους Τούρκους. Καθώς ήταν αγκυροβολημένη, λοιπόν, έρχονται 12 τούρκικες φούστες, οι οποίες είχαν αναχωρήσει από το κάστρο εκείνο το καινούριο που είχε χτιστεί, και συγκεντρώνονται γύρω της σαν φίλοι. Εκείνοι που βρίσκονταν πάνω στη γαλέρα τις υποδέχονται σαν φίλους, και ακόμα προσφέρουν στον καπετάνιο τους ένα όμορφο δώρο. Μόλις όμως εκείνος το πήρε στα χέρια του, αμέσως το πέταξε στη θάλασσα με μανία, γιατί νόμιζε πως του άξιζε καλύτερο δώρο. Μετά απ’ αυτό, μαζί με τις φούστες του τραβά στο καινούριο κάστρο και ζητά από το φρούραρχο να συλλάβει τη γα λέρα. Βλέποντας πόσο εξοργισμένος ήταν ο Τούρκος καπετάνιος, οι άντρες της γαλέρας, που ήταν μυαλωμένοι, αποφάσισαν να ακολουθήσουν αργά τις τούρκικες φούστες. Κι όταν εκείνες έφτασαν στο Κάστρο, ο καπετάνιος τους κατέβηκε στη στεριά για να πάει στο φρούραρχο να ζητήσει, όπως σας είπα πριν, να συλλάβει τη γαλέρα. Τότε, όμως, οι άντρες της γαλέρας δε σταμάτησαν, αλλά, κωπηλατώντας γρήγορα, συνέχισαν προς την Κωνσταντινούπολη. Κι όταν φτάσαμε μπροστά στο κάστρο, αρχίσαμε να τους χαιρετούμε σαν φίλοι, σηκώνοντας ψηλά τα κουπιά, ηχώντας τις σάλπιγγες και πανηγυρίζοντας. Στον τρίτο χαιρετισμό, είχαμε ήδη προσπεράσει το κάστρο και, ήδη, το ίδιο το ρεύμα μας οδηγούσε μέσα στο λιμάνι της Πόλης. Από τη χαρά και την αγαλλίαση που πλημμύριζε τις καρδιές όλων μας, έχοντας περάσει το στενό εκείνου του κάστρου που ήταν άκρως επικίνδυνο, σι ναύτες μας συνέχιζαν να κωπηλατούν με όλη τους τη δύναμη. Πάντως, ολόκληρη η γα λέρα ήταν καλά εξοπλισμένη και πανέτοιμη να δώσει και μάχη, αν χρειαζόταν. Αυτό συνέβη στις 4 Δεκεμβρίου, όταν εκείνη έφτασε στην Κωνσταντινούπολη. Πλοίαρχος της γαλέρας ήταν ο κυρ Ιάκωβος Κόκος, ο μεγάλος.

    Στις 13 Δεκεμβρίου έγινε η Ένωση στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, με πολύ μεγάλη επισημότητα του κλήρου, όπου παρίστατο ο αιδεσιμότατος καρδινάλιος της Ρωσίας, ο οποίος ήταν ο λεγάτος του πάπα. Επιπλέον, παρίστατο ο γαληνότατος αυτοκράτορας με όλη την ακολουθία των αυλικών του και όλος ο λαός της Κωνσταντινούπολης. Εκείνη την ημέρα χύθηκαν πολλά δάκρυα σ’ αυτήν την πόλη. Η Ένωση όριζε ότι (όλοι οι χριστιανοί) θα είμαστε ενωμένοι —όπως εμείς σι Φράγκοι— και δε θα υπήρχε πλέον σχίσμα στην Εκκλησία. Κοινός θα ήταν ο κανόνας και κοινή η πίστη και θα λειτουργούμαστε εμείς στις εκκλησίες εκείνων κι εκείνοι, δηλαδή οι Γραικοί, στις δικές μας, τις λατινικές.
    Στις 13 Δεκεμβρίου αποφασίστηκε να παραμείνουν οι μεγάλες γαλέρες του λεγάτου για να υποστηρίξουν την Κωνσταντινούπολη. Αυτή η απόφαση πάρθηκε στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας, όπου παρευρίσκονταν ο αυτοκράτορας, ο καρδινάλιος της Ρωσίας, ο επίσκοπος Λέσβου όλοι ο αυλικοί του αυτοκράτορα, όλοι οι ευγενείς από τα άλλα έθνη και το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού αυτής της πόλης. Όλοι δε έλεγαν με μία φωνή: «Αν αυτές οι γαλέρες των Ενετών αποπλεύσουν από τη χώρα μας, καθώς κι αυτά τα πλοία που τυχαίνει να βρίσκονται μέσα στο λιμένα, την επόμενη ώρα θα μας κυριεύσουν οι Τούρκοι». Και μετά από αυτό το επιχείρημα, ο αυτοκράτορας πήγε να συσκεφθεί με τους συγκλητικούς του και το ίδιο έκαναν όλοι οι άλλοι. Αυτή την ημέρα δεν ελήφθη άλλη απόφαση, παρά μόνο έγιναν συζητήσεις. […]

    Στις 22 Απριλίου, ο Τούρκος αυθέντης αφού είδε ότι δεν μπορούσε να κάνει κακό από την πλευρά της στεριάς, έχοντας δοκιμάσει με όλες τις δυνάμεις του, ο … λυσσαλέος ειδωλολάτρης κάθεται και σκέφτεται και βρίσκει μέθοδο να περάσει ένα μέρος της αρμάδας του που ήταν αγκυροβολημένη στις Κολόνες, μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, για να μπορέσει έτσι πιο γρήγορα να πετύχει τον καταραμένο σκοπό του. Για να μάθετε δε με ποιο τρόπο το κατόρθωσε αυτό ο σκύλος, θα σας εξηγήσω στη συνέχεια ποια ήταν η μέθοδός του. Αποφασισμένος να κατακυριεύσει την Κωνσταντινούπολη, σκαρφίστηκε να περάσει το στόλο του μέσα στο λιμάνι της πόλης. Έχοντάς τον λοιπόν αγκυροβολημένο στις Κολόνες που ήταν δυο μίλια μακριά, κατεβάζει όλα τα πληρώματα στην ξηρά και δίνει διαταγή να ισοπεδώσουν όλο το βουνό που είναι πάνω από την πόλη του Πέραν, αρχίζοντας από την ακτή, δηλαδή από την άλλη πλευρά, στις Κολόνες όπου ήταν ο στόλος, μέχρι μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, που είναι τρία μίλια. Όταν λοιπόν ισοπέδωσαν το βουνό, οι Τούρκοι έβαλαν πολλά κυρτά φαλάγγια εκεί όπου είχαν ισοπεδώσει, τα οποία είχαν αλείψει πολύ καλά με χοιρινό λίπος. Τότε εκείνος έδωσε εντολή να μεταφέρουν μέρος της αρμάδας του μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης. Αρχίζουν λοιπόν με μερικές μικρές φούστες και τοποθετούν την πρώτη πάνω στα φαλάγγια κι ένα μεγάλο μέρος Τούρκων αρχίζει να την τραβά και σε λίγο χρόνο την πέρασαν μέχρι μέσα στο Μανδράκι του Γαλατά. Όταν οι Τούρκοι είδαν ότι αυτή η μέθοδος ήταν αποτελεσματική, συνέχισαν να νεωλκούν κι άλλες από τις μικρότερες φούστες, που είχαν κωπηλατικούς πάγκους δεκαπέντε με είκοσι και είκοσι δύο. Ήταν λοιπόν θέαμα ανείπωτο, όλο εκείνο το σκυλολόι να τραβά τα γολετόβρικα πάνω από το βουνό και να περνάει μ’ αυτόν τον τρόπο μέσα στο λιμάνι της Κωνσταντινούπολης, εβδομήντα δύο γολετόβρικα και να τα κατεβάζει μέχρι το ναύσταθμο του Πέραν, κι αυτό γιατί οι Τούρκοι είχαν κλείσει ειρήνη με τους Γενουάτες. Όταν και τα εβδομήντα δύο γολετόβρικα ήταν στο Μανδράκι, εκεί τα εξόπλισε, να είναι καλά αρματωμένα και έτοιμα για κάθε ενδεχόμενο.
    Όταν οι άνδρες του στόλου μας αντίκρισαν εκείνα τα πλεούμενα, να μην αμφιβάλλετε ότι φοβήθηκαν πάρα πολύ, ότι μια νύχτα θα έρχονταν να επιτεθούν στην αρμάδα μας ταυτόχρονα με τον τουρκικό στόλο που ήταν στις Κολόνες. Διότι ο δικός μας στόλος ήταν μέσα από την άλυσο, ενώ ο τουρκικός ήταν και μέσα και έξω από την άλυσο. Από την περιγραφή που έκανα μπορείτε να καταλάβετε πόσο μεγάλο κίνδυνο διέτρεχε ο στόλος μας. Επιπλέον, φοβόμασταν τη φωτιά, ότι δηλαδή θα έρχονταν να πυρπολήσουν τα πλοία που ήταν αγκυροβολημένα κατά μήκος της αλύσου. Αναγκαστικά λοιπόν, ολημερίς και ολονυχτίς, όλοι εμείς οι χριστιανοί μέναμε αρματωμένοι κι έχοντας συνεχώς στις ψυχές μας το φόβο των Τούρκων. […]

    Στις 7 Μαΐου στις τέσσερις η ώρα της νύχτας, έρχονται κάτω από τα χερσαία τείχη τριάντα περίπου χιλιάδες Τούρκοι σε πλήρη στρατιωτική τάξη με μερικές γαλές, 5 έχοντας σαν στόχο να εισέλθουν εξ εφόδου στην πόλη, επειδή εμείς που ήμασταν μέσα στην πόλη δεν πιστεύαμε ότι θα έκανα ακόμα γενική επίθεση. Ο αιώνιος όμως Θεός έδωσε βοήθεια και δύναμη στους δικούς μας οι οποίοι κρατερώς απέκρουσαν τους Τούρκους προς μεγάλο όνειδος των δευτέρων και μεγάλη τους ζημιά, από τους οποίους αρκετοί εφονεύθησαν, σας λέγω ένας μεγάλος αριθμός. […]

    Τη 12η του μηνός Μαΐου την ώρα του μεσονυχτίου, ήρθαν στα τείχη του παλατιού πενήντα χιλιάδες Τούρκοι σε στρατιωτική παράταξη. Αυτά τα σκυλιά, οι Τούρκοι, κατά το έθιμό τους, περικύκλωσαν το παλάτι με εκκωφαντικούς αλαλαγμούς και τύμπανα και ταμπούρλα. Την ίδια νύχτα έκαναν μεγάλη επίθεση στα τείχη του παλατιού, τόσο μεγάλη μάλιστα που η πλειοψηφία εκείνων που βρίσκονταν στη στεριά πίστεψαν ότι αυτή τη νύχτα η πόλη θα χανόταν. Ο ελεήμων όμως Ιησούς Χριστός δεν ήθελε να χαθεί τόσο άνανδρα αυτή τη νύχτα η Πόλη και ακόμα ο Θεός ήθελε να εκπληρωθούν οι προφητείες. Και την προφητεία την είχε κάνει ο Άγιος Κωνσταντίνος, που ήταν ο πρώτος αυτοκράτορας στην Κωνσταντινούπολη. Αυτός είχε προφητεύσει ότι η Κωνσταντινούπολη δε θα χανόταν ποτέ μέχρις ότου η σελήνη να μην ανέτελλε σκοτεινή, όντας δηλαδή στο πιάτο της να φαινόταν μόνο η μισή. Με κανένα τρόπο λοιπόν δεν είχε έρθει η ώρα να χαθεί η Πόλη, αλλά ήταν αλήθεια ότι πλησίαζε η άλωσή της καθώς και η δύση της ένδοξης αυτοκρατορίας. […]
    Στις 14 Μαΐου, την τρίτη ώρα, ο Τούρκος αυθέντης έδωσε διαταγή να αποσύρουν τα κανόνια που ήταν πάνω στο λόφο του Γαλατά, ενώ ακόμα βομβάρδιζαν το στόλο μας. Οι λίθοι που έριχναν εκείνα τα κανόνια στο στόλο μας μετρήθηκαν και ήταν διακόσιοι δώδεκα τον αριθμό, όλοι δε βάρους διακοσίων λιβρών ή και περισσότερο ο καθένας. Όταν έβγαλαν τα κανόνια από το βουνό του Πέραν, τα εγκατέστησε σε μια τοποθεσία με σκοπό να βομβαρδίσουν μια πύλη που ονομάζεται Κυνήγιον, μια τοποθεσία κοντά στο παλάτι του γαληνότατου αυτοκράτορα. Στο σημείο εκείνο οι Τούρκοι άρχισαν να ρίχνουν μέγα πλήθος λίθων, χωρίς όμως να κατορθώνουν να προξενήσουν κάποια σοβαρή ζημιά. Έπειτα, τα πήραν από εκεί και τα έστησαν στα χερσαία τείχη κοντά στα άλλα, για να βομβαρδίζουν την Πύλη στον Άγιο Ρωμανό, το πιο ασθενές σημείο της στεριάς. Μέρα και νύχτα δε σταματούσαν εκείνα τα κανόνια να βάλλουν εναντίον των άμοιρων τειχών και επιπλέον είχαν γκρεμίσει αρκετό μέρος τους. Εμείς από τη στεριά μέρα και νύχτα επισκευάζαμε καλά τα ρήγματα με ξύλα, φρύγανα, χώμα και άλλα υλικά απαραίτητα γι’ αυτήν τη δουλειά, έτσι ώστε τα τείχη να είναι ισχυρά σαν και πρώτα και να μην κινδυνεύουμε από τους Τούρκους. Όμως, σ’ εκείνη την πύλη που ήταν πιο βασανισμένη απ’ όλες τις άλλες, είχαμε τοποθετήσει για προστασία τριακόσιους άντρες έτοιμους για μάχη και με καλό στρατιωτικό εξοπλισμό, οι οποίοι ήταν όλοι αλλοδαποί και κανένας Έλληνας, γιατί οι Έλληνες της Πόλης ήταν λιγόψυχοι. Αυτοί οι τριακόσιοι άντρες είχαν μαζί τους καλά κανόνια και καλούς σκοπευτές και αρκετές βαλλίστρες και άλλα πολλά γι’ αυτό το σκοπό. […]

    Την ίδια μέρα (16 Μαΐου) σημειώθηκε στην ξηρά το ακόλουθο περιστατικό. Οι Τούρκοι είχαν ανοίξει ένα λαγούμι για να μπουν στην Πόλη κάτω από τα τείχη και σήμερα ανακαλύψαμε αυτό το λαγούμι. Οι Τούρκοι είχαν αρχίσει να το σκάβουν κοντά μισό μίλι μακριά από τα τείχη και ετοιμάζονταν να μπουν υπογείων κάτω από τα θεμέλια της Πόλης. Οι δικοί μας, όμως, στη στεριά άκουσαν τη νύχτα τον κρότο που έκαναν σκάβοντας το λαγούμι, γιατί είχαν ήδη περάσει τα θεμέλια των τειχών. Μόλις λοιπόν άκουσαν το θόρυβο, αμέσως ο Μέγας Δούκας (ο Λουκάς Νοταράς) ανέφερε το γεγονός στο γαληνότατο αυτοκράτορα και του εξήγησε πώς ήταν εκείνη η υπόγεια στοά. Εξεπλάγη τα μέγιστα ο αυτοκράτορας μ’ αυτό το πράγμα. Αλλά, ο γαληνότατος αμέσως έλαβε μέτρα για το λαγούμι. Την ίδια μέρα έστειλε να βρουν σ’ όλη τη στεριά όλους τους αρχιτεχνίτες που άνοιγαν υπόγειες σήραγγες. Όταν λοιπόν οι μάστορες βρέθηκαν, εστάλησαν όλοι να παρουσιαστούν στο Μέγα Δούκα κα εκείνος τους έβαλε να σκάψουν ένα λαγούμι μέσα στη γη το οποίο θα συναντούσε εκείνο των Τούρκων, και να συναντιόταν λαγούμι με λαγούμι με τρόπο που το δικό μας να έμπαινε στο δικό τους. Οι μάστορές μας έκαναν γρήγορα κι αμέσως έβαλαν φωτιά στο λαγούμι των Τούρκων. Πήρε λοιπόν φωτιά όλη η ξυλεία και κάηκαν οι ξύλινες αντιστηρίξεις και η γη υποχώρησε. Όλοι οι Τούρκοι που βρίσκονταν μέσα έπαθαν ασφυξία ή κάηκαν. Το λαγούμι αυτό βρέθηκε σε μια τοποθεσία που ονομάζεται Καλιγαρία και εκεί έσκαψαν οι Τούρκοι διότι δεν υπήρχαν σταυρώματα. […]
    Στις 18 Μαΐου τη νύχτα, οι Τούρκοι κατασκεύασαν έναν πανέμορφο προμαχώνα, τον τρόπο δε που τον κατασκεύασαν θα πληροφορηθείτε στη συνέχεια. Αυτοί οι Τούρκοι ολονυχτίς βάλθηκαν να δουλεύουν με μεγάλο αριθμό ανδρών και μέσα στην ίδια νύχτα κατασκεύασαν έναν πύργο στο χείλος της τάφρου. Ο πύργος του αυτός υψωνόταν πάνω από το εξωτερικό προτείχισμα των τειχών και βρισκόταν μπροστά σε μια τοποθεσία που ονομαζόταν Χαρισία. Ήταν δε με τέτοια δεξιοτεχνία κατασκευασμένος, ώστε δεν υπήρχε άνθρωπος σ’ όλον τον κόσμο που να μπορεί να φανταστεί με ποιο τρόπο ήταν φτιαγμένος. Ποτέ ειδωλολάτρης δεν είχε κατασκευάσει τέτοια και τόση θαυμαστή επινόηση. […] Αμέσως ο αυτοκράτορας σηκώνεται με όλη την ακολουθία του και πηγαίνει να δει το πολύ περίεργο εκείνο πράγμα και όταν το είδε, όλοι πάγωσαν κι άρχισαν να τρέμουν από φόβο. […]
    Στις 19 Μαΐου, οι ίδιοι πανούργοι και μανιασμένοι Τούρκοι μηχανεύτηκαν και κατασκεύασαν μια γέφυρα που διέσχιζε το λιμάνι, από το Γαλατά μέχρι την πλευρά της Κωνσταντινούπολης, πάνω από το πασσαλόπηγμα. Αυτή η γέφυρα κατασκευάστηκε από πολύ μεγάλα οινοβάρελα σταθερά συνδεδεμένα μεταξύ τους κι από πάνω τους ήταν μακριές ξύλινες τραβέρσες καλά ενωμένες μεταξύ τους, ώστε να δημιουργούν μια πολύ όμορφη και γερή γέφυρα. Τη γέφυρα αυτή ο Τούρκος την κράτησε έτσι έτοιμη, για να μπορέσει να την απλώσει κατά μήκος του λιμανιού την ημέρα της γενικής επίθεσης. Το έκανε δηλαδή για την περίπτωση που θα ήθελε να διασκορπίσει περισσότερους άντρες στη στεριά, όπου τα τείχη είχαν γκρεμιστεί από τα κανόνια του, και να πετύχει γρήγορα το σκοπό του. Αν την τοποθετούσε κατά μήκος του λιμανιού πριν από την τελική μέρα της μάχης, μία και μόνο κανονιά θα την είχε καταστρέψει και θα την είχε διαλύσει, αλλά, όπως είπα, ο Τούρκος δεν την έκανε για άλλο λόγο, παρά μόνο για να διασκορπίσει στρατιώτες στα τείχη. Τελικά, την έστησε μπροστά στην Πύλη του Κυνηγίου, αλλά ποτέ δεν την άπλωσε, επειδή δε χρειάστηκε να το κάνει. […]
    Στη στεριά, όμως, το μεσημέρι της ίδιας μέρας, (21 Μαΐου) οι δικοί μας ανακάλυψαν μια υπόγεια στοά στην Καλιγαρία, την οποία είχαν ανοίξει οι Τούρκοι κάτω από τα θεμέλια των χερσαίων τειχών για να μπορέσουν κάποια νύχτα να «αναδυθούν» απρόοπτα μέσα στην Πόλη. Η σήραγγα όμως εκείνη δεν ήταν πολύ επίφοβη. Όταν οι δικοί μας την ανακάλυψαν πήγαν να βάλουν μέσα φωτιά. Οι Τούρκοι που ήταν απέξω άκουσαν ότι οι δικοί μας ήθελαν να βάλουν φωτιά κι έτρεξαν κι έβαλαν κι εκείνοι. Έτσι, μεμιάς η σήραγγα πήρε φωτιά κι από τα δυο άκρα. Ήταν όμως δική μας η νίκη και η δόξα και δεν είχαμε να φοβούμαστε άλλο απ’ αυτή τη σήραγγα. […]
    Την 22η μέρα του Μαΐου, την ώρα του αποδείπνου, οι δικοί μας ανακάλυψαν μια υπόγεια σήραγγα στην Καλιγαρία… Την ίδια επίσης μέρα ανακαλύψαμε άλλη μια σήραγγα στο ίδιο σημείο της Καλιγαρίας, όπου δεν υπήρχαν σταυρώματα. Αυτή η σήραγγα ήταν λίγο επίφοβη, αλλά, με του Θεού το θέλημα, το έδαφος υποχώρησε από μόνο του και πλάκωσε όλους του Τούρκους που βρίσκονταν από κάτω, με αποτέλεσμα να σκοτωθούν όλοι… Την ίδια επίσης ημέρα, την πρώτη ώρα της νύχτας, εμφανίζεται ένα παράξενο σημάδι στον ουρανό κι εκείνο ήταν που έδωσε στον Κωνσταντίνο, τον τιμημένο αυτοκράτορα της Κωνσταντινούπολης, να καταλάβει ότι η ένδοξη αυτοκρατορία του πλησίαζε στη δύση της, όπως πραγματικά συνέβη. Για να καταλάβετε, θα περιγράψω στη συνέχεια πως ήταν αυτό το σημάδι: Αυτή τη νύχτα, την πρώτη ώρα ανέτειλε η σελήνη. Απόψε ήταν πανσέληνος και η σελήνη έπρεπε να σηκωθεί στον ουρανό ολοστρόγγυλη, αλλά εκείνη ανέτειλε όπως ήταν πριν από τρεις ημέρες, που φαινόταν λίγο. Ήταν δε η ατμόσφαιρα τόσο γαλήνια και μουντή, σαν θαμπό κρύσταλλο. Τέσσερις ώρες έμεινε έτσι το φεγγάρι κι έπειτα σιγά σιγά άρχισε να γεμίζει. Όταν λοιπόν όλοι εμείς οι χριστιανοί μα και οι ειδωλολάτρες είδαμε αυτό το θαυμαστό σημάδι, ο αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης πολύ φοβήθηκε, το ίδιο και οι αυλικοί του. Γιατί, οι Γραικοί είχαν μια προφητεία που έλεγε ότι η Κωνσταντινούπολη ποτέ δε θα χανόταν μέχρι την ημέρα που η σελήνη δε θα φαινόταν στον ουρανό μέσα στο πιάτο της. Οι Τούρκοι όμως χάρηκαν πολύ μ’ εκείνο το σημάδι κι έστησαν μεγάλο γλέντι στο στρατόπεδό τους, επειδή για εκείνους σήμαινε ότι η νίκη ήταν δική τους, όπως τελικά αποδείχτηκε. […]

    ……………………………

  28. ………………….

    Στις 26 Μαΐου, την πρώτη ώρα της νύχτας, οι Τούρκοι δημιούργησαν σ’ όλο το στρατόπεδό τους μεγάλη φωτοχυσία από φωτιές, που άναβαν δύο μαζί μπροστά σε κάθε σκηνή που ήταν στημένη μέσα στο στρατόπεδο. Οι φωτιές εκείνες ήταν πολύ μεγάλες κι από τη μεγάλη αναλαμπή τους νόμιζε κανείς πως ήταν μέρα… Σ’ όλη την πόλη πλανιόταν μεγάλος φόβος κι όλοι με θρήνους ικέτευαν το Θεό και την Παναγία να μας ελεήσουν να γλιτώσουμε από τη μανία των ειδωλολατρών. […]
    Στις 27 Μαΐου , πάλι αυτοί οι λυσσασμένοι ειδωλολάτρες άναψαν όλη τη νύχτα τόσο μεγάλες φωτιές όσο και την προηγούμενη και τις κράτησαν αναμμένες μέχρι τα μεσάνυχτα. […]
    Στις 28 Μαΐου, ο Τούρκος αμηράς έβγαλε διαταγή με σάλπισμα σ’ όλο το στρατόπεδό του, ότι όλοι οι πασάδες και όλοι οι άλλοι αξιωματούχοι των στρατευμάτων του έπρεπε να κατέβουν και να μείνουν όλη μέρα στις θέσεις του, επειδή την επαύριο ο Τούρκος αυθέντης ήθελε να εξαπολύσει γενική επίθεση σ’ αυτήν την αξιοθρήνητη πόλη, αλλιώς θα τιμωρούνταν με την ποινή του αποκεφαλισμού.

    Η 29η Μαΐου είναι η τελευταία μέρα της πολιορκίας, κατά την οποία ο Κύριος και Θεός ημών έδωσε την καταδικαστική απόφαση εναντίον των Γραικών, και με θέλημά του σήμερα η Πόλη έπεσε στα χέρια του Μωάμεθ, διάδοχου του Τούρκου Μουράτ, όπως θα πληροφορηθείτε στη συνέχεια. Κι ακόμα, ο αιώνιος Θεός ήθελε να δοθεί αυτή η σκληρή απόφαση για να επαληθευτούν όλες οι παλιές προφητείες και κυρίως η πρώτη, εκείνη που έκανε ο Άγιος Κωνσταντίνος, που στέκει στο άλογό του πάνω σε μια στήλη κοντά στην εκκλησία της Αγίας Σοφίας και προφητεύει με το χέρι και λέει: Από εδώ θα έρθει εκείνος που θα με αφανίσει, δείχνοντας την Ανατολία, δηλαδή την Τουρκία. Η άλλη προφητεία λέει πως όταν σ’ αυτήν την αυτοκρατορία βρεθεί ένας αυτοκράτορας που θα έχει το όνομα Κωνσταντίνος γιος της Ελένης, η Κωνσταντινούπολη θα χαθεί. Και η άλλη λέει πως όταν η σελήνη δώσει σημείο στον ουρανό, μέσα σε λίγες μέρες οι Τούρκοι θα πάρουν την Κωνσταντινούπολη. Και οι τρεις αυτές λοιπόν προφητείες έχουν εκπληρωθεί, δηλαδή οι Τούρκοι πέρασαν στην Ελλάδα, βρέθηκε ο αυτοκράτορας που ακούει στο όνομα Κωνσταντίνος και είναι γιος της Ελένης και το φεγγάρι έδωσε σημάδι στον ουρανό. Όλες λοιπόν οι προφητείες επαληθεύτηκαν και ο Θεός αποφάσισε να δώσει τη μοιραία απόφαση κατά των χριστιανών και της αυτοκρατορίας του Κωνσταντίνου, όπως θα δείτε στη συνέχεια.
    Σήμερα, την 29η Μαΐου του έτους 1453, την τρίτη ώρα πριν την ημέρα, ο Μωάμεθ, γιος και διάδοχος του Τούρκου Μουράτ, έρχεται αυτοπροσώπως στα τείχη, για να κάνει γενική επίθεση, με την οποία καθαίρεσε την Πόλη. Ο Τούρκος αυθέντης είχε οργανώσει τους άντρες του σε τρία ασκέρια, και κάθε ασκέρι διέθετε πενήντα χιλιάδες άντρες. Το ένα ασκέρι απαρτιζόταν από χριστιανούς, εκείνοι που κρατούνταν με τη βία στο στρατόπεδο. Το δεύτερο ασκέρι αποτελούνταν από ανθρώπους των κατώτερων στρωμάτων, απολίτιστους αγρότες και όλα τα κατακάθια, και το τρίτο ασκέρι ήταν όλοι γενίτσαροι που φορούσαν τα λευκά φέσια. Οι γενίτσαροι ήταν όλοι στρατιώτες του αυθέντη, που τους πλήρωνε μέρα με την ημέρα, όλοι δε άντρες διαλεγμένοι κα ανδρείοι στη μάχη. Πίσω από αυτούς ήταν όλοι οι αξιωματούχοι και πίσω από τους αξιωματούχους ήταν ο Τούρκος αυθέντης. Το πρώτο ασκέρι, οι χριστιανοί, ήταν εκείνοι που μετέφεραν τις σκάλες, κι αυτές τις σκάλες ήθελαν να σηκώσουν και να τις στήσουν πάνω στα τείχη. Οι δικοί μας όμως τις γκρέμιζαν αμέσως μαζί με όλους αυτούς που προσπαθούσαν να αναρριχηθούν στα τείχη κι εκείνοι αμέσως τσακίζονταν. Κι ακόμα, οι δικοί μου που βρίσκονταν ψηλά στις επάλξεις έριχναν κατά πάνω τους μεγάλες πέτρες, και λίγοι κατόρθωναν να σώσουν τη ζωή τους. Όλοι όσοι έφταναν κάτω από τα τείχη, φονεύονταν. Όταν αυτοί που ανέβαιναν πάνω στις σκάλες έβλεπαν στη γη τόσους νεκρούς, ήθελαν να γυρίσουν πίσω στο στρατόπεδο, για να μη σκοτωθούν κι εκείνοι από τις πέτρες. Αλλά καθώς οι άλλοι Τούρκοι που ήταν από πίσω τους έβλεπαν να τρέπονται σε φυγή, αμέσως με τους ακινάκες (γιαταγάνι) τους έκοβαν κομμάτια κι έτσι ήταν αναγκασμένοι να γυρίσουν στα τείχη, αφού έτσι ή αλλιώς θα πέθαιναν. Κι όταν απ’ αυτό το πρώτο ασκέρι οι περισσότεροι σκοτώθηκαν και τσακίστηκαν, άρχισε με μεγάλη ορμή να έρχεται το δεύτερο ασκέρι. Αλλά το πρώτο είχε σταλεί για δύο λόγους: ο πρώτος ήταν επειδή οι Τούρκοι προτιμούσαν να πεθάνουν πρώτοι αυτοί που ήταν χριστιανοί παρά οι ίδιοι, και ο άλλος λόγος που τους είχαν στείλει εκεί ήταν για να καταπονήσουν εμάς που ήμασταν στην Πόλη. Όταν, όπως σας είπα, φονεύτηκαν και τσακίστηκαν οι στρατιώτες της πρώτης γραμμής, ρίχνονται οι δεύτεροι σαν μανιασμένα λιοντάρια προς τα τείχη, από την πλευρά του Αγίου Ρωμανού. Εμείς, μόλις είδαμε το φοβερό εκείνο θέαμα, αρχίσαμε αμέσως να χτυπούμε δυνατά τις καμπάνες σ’ όλη την Πόλη και σ’ όλες τις θέσεις των τειχών. Κι όλοι ζητούσαμε να μας δώσει ο αιώνιος Κύριός μας έλεος και βοήθεια εναντίον του Τούρκου σκύλου. Όλοι οι άντρες έτρεξαν στις θέσεις τους και πολεμούσαν με τους ειδωλολάτρες, οι οποίοι είχαν αρχίσει πάλι να εμφανίζονται έξω από τα σταυρώματα. Σ’ αυτήν τη δεύτερη στρατιωτική γραμμή βρίσκονταν όλοι οι εμπειροπόλεμοι άντρες, οι οποίοι, όπως σας είπα, ήρθαν στα τείχη και καταπόνησαν πολύ εκείνους που υπερασπίζονταν την Πόλη, με τη σφοδρότητά τους. Κι αυτό το δεύτερο ασκέρι δοκίμασε με κάθε προσπάθεια να σκαρφαλώσει με τις σκάλες στα τείχη, αλλά εκείνοι που ήταν πάνω στα τείχη κρατερά κατέστρεφαν τις κλίμακες γκρεμίζοντάς τες στη γη και πολλοί Τούρκοι έβρισκαν το θάνατο. Ταυτόχρονα οι βομβάρδες και οι βαλλίστρες μας έβαλαν εναντίον τους και σκότωναν τόσους Τούρκους, που ήταν ένα θέαμα απίστευτο. Μόλις έφτασε το δεύτερο ασκέρι κι έκανε τη δική του προσπάθεια να εισέλθει στην Πόλη, χωρίς επιτυχία, μπαίνει το τρίτο, που ήταν οι γενίτσαροι, οι μισθοφόροι του αυθέντη. Μαζί του ήταν οι αξιωματούχοι και οι άλλοι μεγάλοι αρχηγοί, όλοι άντρες γενναίοι και πίσω απ’ όλους αυτούς ο Τούρκος αμηράς. Το τρίτο ασκέρι ξεχύθηκε στα τείχη της δύσμοιρης πόλης όχι σαν Τούρκοι αλλά σαν λέοντες, με τόσο αλλόφρονες αλαλαγμούς και τυμπανοκρουσίες, που νόμιζε κανείς ότι βρισκόταν στον άλλο κόσμο. Οι φωνές τους ακούγονταν μέχρι την Ανατολία, που είναι δώδεκα μίλια μακριά από το στρατόπεδο. Οι πιο γενναίοι λοιπόν άντρες του Τούρκου βρίσκουν τους δικούς μας πάνω στα τείχη πολύ καταπονημένους, από τη μάχη με τον πρώτο και το δεύτερο ασκέρι. Αλλά, αυτοί οι ειδωλολάτρες ήταν θαρραλέοι και ξεκούραστοι στη μάχη, και οι δυνατές ιαχές των Τούρκων σ’ όλο το στρατόπεδο τρομοκρατούσαν το λαό της Πόλης, ενώ οι τυμπανοκρουσίες τους μας έπαιρναν την ψυχή. Οι άμοιροι κάτοικοι της Πόλης, βλέποντας πως ήταν πλέον χαμένοι, άρχισαν να χτυπούν δυνατά τις καμπάνες και τα σήμαντρα σ’ όλη την Πόλη και σ’ όλες τις θέσεις των τειχών κι όλοι φώναζαν δυνατά: «Έλεος, έλεος, Κύριε από τους ουρανούς, στείλε βοήθεια σ’ αυτήν την αυτοκρατορία του Κωνσταντίνου, για να μην την κυβερνήσουν οι ειδωλολάτρες». Σ’ όλη την Πόλη οι γυναίκες αλλά και οι άντρες γονατιστοί θρηνούσαν πικρά και ικέτευαν ευλαβικά τον Παντοδύναμο Θεό και τη μητέρα Του Παναγία Μαρία, και όλους του αγίους κα τις αγίες της Ουράνιας Αυλής να νικήσουμε τους ειδωλολάτρες Τούρκους, λυσσασμένους εχθρούς της χριστιανικής πίστης. Κι ενώ εκείνοι παρακαλούσαν το Θεό, οι Τούρκοι συνέχιζαν να πολεμούν άγρια από την πλευρά της ξηράς, γύρω από τον Άγιο Ρωμανό, όπου βρισκόταν και η σκηνή του γαληνότατου αυτοκράτορα με όλους τους ευγενείς και τους καλύτερους ιππότες του κι όλους τους αξιωματούχους του που του συμπαραστέκονταν πολεμώντας γενναία. Αποφασισμένοι να μπουν στην Πόλη οι Τούρκοι, όπως είπα, πολεμούσαν έξω από την πύλη του Αγίου Ρωμανού, από την πλευρά της ξηράς δηλαδή, κι έριχναν οι ειδωλολάτρες πολλούς λίθους με τα κανόνια τους, αμέτρητες τουφεκιές και μυριάδες σαΐτες. Οι ιαχές τους ήταν τόσο τρομακτικές που νόμιζε κανείς ότι θα σκίζονταν οι ουρανοί. Μ’ εκείνη τη μεγάλη βομβάρδα, που η πέτρα της ζύγιζε χίλιες διακόσιες λίβρες, και με τόξα σε όλο το μήκος των τειχών που ήταν έξι μίλια, χτυπούσαν μέσα από τα σταυρώματα, και θα μπορούσαν να φορτωθούν τουλάχιστον ογδόντα καμήλες με τις σαΐτες που έριχναν μέσα, ενώ από εκείνες που έπεφταν μέσα στην τάφρο τουλάχιστον άλλες είκοσι. Αυτή η τόσο σκληρή μάχη κράτησε μέχρι την αυγή της μέρας.
    Οι δικοί μας έκαναν θαύματα για την άμυνα, και όταν λέμε δικοί μας εννοούμε εμάς του Ενετούς. Στο σημείο που ήταν ο τούρκικος πύργος, εκεί οι Τούρκοι πολεμούσαν άγρια. Η άμυνά μας όμως δεν είχε κανένα νόημα, γιατί ο αιώνιος Θεός είχε ήδη πάρει την απόφασή του ότι αυτή η πόλη θα έπεφτε στα χέρια των Τούρκων κι επειδή ήταν θέλημά Του, τίποτα πια δεν μπορούσαμε να κάνουμε. Όλοι εμείς οι χριστιανοί που εκείνες τις στιγμές βρισκόμασταν σ’ αυτήν την περιθρηνούμενη πόλη, παρακαλούσαμε τον ελεήμονα Ιησού Χριστό μας και τη μητέρα Του Παρθένο Μαρία να ευσπλαχνιστούν τις ψυχές μας, γιατί σήμερα, σ’ αυτήν τη σκληρή μάχη θα πεθαίναμε. Και για να μάθετε, μία ώρα πριν ξημερώσει ο Τούρκος αυθέντης έδωσε διαταγή να πυροδοτήσουν τη μεγάλη βομβάρδα του, κι αυτός ο λίθος πέφτει μέσα στα οχυρώματα που είχαμε κατασκευάσει, τα οποία ρήμαξε. Από το μεγάλο καπνό που σήκωσε αυτή η βομβάρδα άρχισαν να διαβαίνουν διαμέσου του καπνού και ήταν σχεδόν τριακόσιοι εκείνοι που πέρασαν μέσα από τα τείχη. Γραικοί κι Ενετοί τους πετάξαμε έξω από το σταύρωμα και μεγάλο μέρος αυτών βρήκαν το θάνατο. Όλοι σχεδόν σκοτώθηκαν πριν μπορέσουν να περάσουν το σταύρωμα. Εκείνη τη στιγμή, οι Γραικοί, έχοντας πετύχει αυτό το κατόρθωμα, πίστεψαν πραγματικά ότι νικούσαν τους ειδωλολάτρες κι όλοι εμείς οι χριστιανοί πήραμε μεγάλη ανακούφιση. Όταν τους διώξαμε από το σταύρωμα, αμέσως οι Τούρκοι πυροδότησαν για άλλη μια φορά τη μεγάλη βομβάρδα και πάλι αυτοί οι ειδωλολάτρες αρχίζουν σαν σκυλιά να έρχονται μέσα από τον καπνό της βομβάρδας γρήγορα, σπρώχνοντας και πατώντας ο ένας τον άλλο σαν άγρια θηρία. Μέσα σ’ ένα τέταρτο της ώρας είχαν περάσει πάνω από τριάντα χιλιάδες Τούρκοι μέσα από το σταύρωμα με τόσους αλαλαγμούς, που νόμιζε κανείς πως βρισκόταν στην ίδια την Κόλαση, οι δε αλαλαγμοί του αντιλαλούσαν μέχρι την Ανατολία. Μόλις ήρθαν μέσα, αμέσως κατέλαβαν την πρώτη μπάρα του σταυρώματος. Πριν όμως την καταλάβουν, αρκετοί απ’ αυτούς φονεύτηκαν από εκείνους που υπερασπίζονταν τα τείχη με τις πέτρες. Και ήταν τόσοι πολλοί οι Τούρκοι, που ο καθένας φόνευε όσους ήθελε. Έχοντας καταλάβει τώρα την πρώτη μπάρα, οι Τούρκοι μαζί με τους γενίτσαρους οχυρώθηκαν πίσω απ’ αυτή. Μετά απ’ αυτό πέρασαν μέσα από το σταύρωμα σχεδόν εβδομήντα χιλιάδες, μέσα σε τέτοια αλλοφροσύνη, που νόμιζε κανείς πως βρισκόταν στην Κόλαση. Αμέσως τα σταυρώματα γέμισαν με Τούρκους από τη μια μέχρι την άλλη άκρη, που ήταν έξι μίλια. Αλλά, όπως σας είπα, εκείνοι που βρίσκονταν πάνω στα τείχη σκότωναν πολλούς απ’ αυτούς με πέτρες, αφήνοντάς του να έρθουν από κάτω και πετώντας τις ασταμάτητα πάνω τους. Τόσοι ήταν οι νεκροί που τουλάχιστον σαράντα άμαξες δε θα μπορούσαν να μεταφέρουν τα πτώματα των Τούρκων αυτών, που σκοτώθηκαν πριν μπουν στην Πόλη. Τώρα, οι δικοί μας, οι χριστιανοί, φοβούνταν τα μέγιστα και ο γαληνότατος αυτοκράτορας έδωσε διαταγή να χτυπήσουν τις καμπάνες σ’ όλη την Πόλη και το ίδιο να κάνουν από όλες τις θέσεις των τειχών. Έτσι όλοι άρχισαν να φωνάζουν: «Κύριε ελέησον». Έτσι φώναζαν άντρες και γυναίκες και περισσότερο οι μοναχές και οι κοπέλες. Τόσος ήταν ο θρήνος, που θα αισθανόταν οίκτο κάθε σκληρός Ιουδαίος. Βλέποντας αυτό, ο Ιωάννης Ιουστινιάνης, Γενουάτης από τη Γένουα, αποφασίζει να εγκαταλείψει τη θέση του κα τρέχει στο πλοίο του που ήταν αραγμένο κοντά στην άλυσο. Αυτόν τον Ιουστινιάνη ο αυτοκράτορας τον είχε ορίσει γενικό διοικητή ξηράς. Και τρεπόμενος σε φυγή ο στρατηγός, περνώντας μέσα από την Πόλη, φώναζε: «Οι Τούρκοι μπήκαν στην Πόλη». Και ψευδόταν ασύστολα, γιατί ακόμα δεν είχαν μπει. Ακούγοντας ο λαός τα λόγια αυτά από εκείνον ειδικά το στρατηγό, ότι δηλαδή οι Τούρκοι είχαν μπει στην Πόλη, όλοι άρχισαν να τρέπονται σε φυγή κι αμέσως όλοι εγκαταλείψαν τις θέσεις τους και όρμησαν τρέχοντας προς την ακτή για να μπορέσουν να διαφύγουν με τα πλοία και τις γαλέρες. Μέσα στο χρόνο που ήθελε ο ήλιος ν’ ανατείλει, ο παντοδύναμος Θεός είχε δώσει την καταδικαστική του απόφαση κι ήταν θέλημά Του να επαληθευτούν οι προφητείες. Με το πρώτο φως της αυγής, οι Τούρκοι μπήκαν μέσα στην Κωνσταντινούπολη από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού, εκεί όπου είχαν γκρεμιστεί τα τείχη από τις βομβάρδες τους. Πριν όμως μπουν μέσα στην Πόλη, τσακίστηκαν πολλοί Τούρκοι κα χριστιανοί που έτρεξαν να τους εμποδίσουν. Τόσοι πολλοί σκοτώθηκαν, που θα φορτώνονταν το λιγότερο είκοσι άμαξες με τα πτώματά τους. Τότε, το δεύτερο ασκέρι άρχισε να έρχεται ξοπίσω από τους πρώτους, που σκορπίζονταν μέσα στην Πόλη. Όσους έβρισκαν στους δρόμους τους περνούσαν από τη λεπίδα της χαντζάρας τους, γυναίκες και άντρες και γέρους και παιδιά, αδιακρίτως. Αυτή η σφαγή κράτησε από την ανατολή του ήλιου μέχρι την ώρα της μεσημβρίας, κι όσοι βρέθηκαν μπροστά τους πήγαν από χατζάρα. Όσοι από τους δικούς μας εμπόρους διέφυγαν, κρύφτηκαν μέσα στις υπόγειες σπηλιές. Όταν πέρασε η μανία τους, οι Τούρκοι τους βρήκαν, κι όλοι πιάστηκαν και πουλήθηκαν σκλάβοι. Όταν έφτασαν οι λυσσασμένοι Τούρκοι στην πλατεία που είναι πέντε μίλια μακριά από το σημείο που έκαναν την έφοδο, δηλαδή τον Άγιο Ρωμανό, ανέβηκαν σ’ έναν πύργο, όπου ήταν υψωμένη η σημαία του Αγίου Μάρκου και του γαληνότατου αυτοκράτορα. Τότε οι ειδωλολάτρες έσκισαν αμέσως τη σημαία του Αγίου Μάρκου και έπειτα έσκισαν τη σημαία του γαληνότατου αυτοκράτορα και πάνω σ’ εκείνο τον ίδιο πύργο ύψωσαν τη σημαία του Τούρκου αυθέντη. Όταν αφαιρέθηκαν εκείνες οι δυο σημαίες, δηλαδή του Αγίου Μάρκου και του αυτοκράτορα και υψώθηκε η σημαία του Τούρκου σκύλου, εκείνη τη στιγμή όλοι εμείς οι χριστιανοί που βρισκόμασταν στην Πόλη χύσαμε πικρά δάκρυα. Βλέποντας τη σημαία του να ανεμίζει πάνω στον πύργο καταλάβαμε ότι η Πόλη είχε πέσει στα χέρια του Τούρκου και δεν υπήρχε ελπίδα να την επανακτήσουμε. […]

    … Όλοι άρχισαν να τρέχουν σαν λυσσασμένα σκυλιά στη στεριά ψάχνοντας για χρυσάφι, κοσμήματα κι άλλα πλούτη, κι ακόμα να αιχμαλωτίσουν τους εμπόρους. Περισσότερο έψαχναν μέσα στα μοναστήρια κι όλες οι μοναχές στάλθηκαν στο στόλο τους κι ατιμάστηκαν και ταπεινώθηκαν από τους Τούρκους. Έπειτα πουλήθηκαν όλες σκλάβες στα παζάρια της Τουρκίας. Αλλά και όλες οι κοπέλες ατιμάστηκαν κι έπειτα πουλήθηκαν και μάλιστα ακριβά, αν και μερικές από εκείνες προτίμησαν να ριχτούν στα πηγάδια και να πνιγούν παρά να πέσουν στα χέρια των Τούρκων. Το ίδιο έκαναν και πολλές παντρεμένες. Οι Τούρκοι φόρτωσαν τα καράβια τους με αιχμαλώτους και αμύθητα πλούτη. […] Το αίμα έτρεχε στη γη όπως όταν βρέχει και το νερό πλημμύριζε τα ρείθρα των δρόμων, τόσο πολύ αίμα χύθηκε. Τα κορμιά των σκοτωμένων, τόσο των χριστιανών όσο και των Τούρκων, πετάχτηκαν στα Δαρδανέλια και παρασύρονταν από το ρέμα όπως τα πεπόνια στα κανάλια. Για τον αυτοκράτορα κανένας δεν μπόρεσε να μάθει ποτέ είδηση για τις πράξεις του. Ούτε ζωντανός βρέθηκε κι ούτε νεκρός, αλλά μερικοί λένε ότι τον είδαν ανάμεσα στα πτώματα των σκοτωμένων, που σημαίνει ότι έπαθε ασφυξία κατά την έφοδο που έκαναν οι Τούρκοι στην πύλη του Αγίου Ρωμανού. Οι αιχμάλωτοι ήταν 60.000 και οι Τούρκοι βρήκαν πλούτη αμέτρητα. Η ζημιά των χριστιανών υπολογίζεται σε 200.000 δουκάτα και των άλλων υπηκόων σε 100.000 δουκάτα.

    Σημειώσεις
    1. Αυτό είναι το δεύτερο φρούριο που χτίζεται, γνωστό με την ονομασία Ρούμελη Χισάρ. Το πρώτο είχε χτιστεί από τον Βαγιαζήτ Α’ κατά το διάστημα 1330-1393 στην ασιατική πλευρά του Βοσπόρου, γνωστό ως Ανατολού Χισάρ. 2. Το μεσοτείχιο αποτελούσε τμήμα του εσωτερικού τείχους από την Πύλη του Αγίου Ρωμανού μέχρι την πύλη του Χαρισίου που διακοπτόταν εκεί για να μην πέσει πάνω στο παλάτι, το οποίο προϋπήρχε.
    3. Ολκάς, εμπορικό πλοίο
    4. Σύμφωνα με τη διήγηση του Φραντζή αρχηγός του Βυζαντινού στόλου ήταν ο Μπαλτόγλου ή Παλτόγλης, ενώ του βυζαντινού αυτού σκάφους ο Φλαντανελάς.
    5. Γαλή, είδος μεσαιωνικής πολιορκητικής μηχανής, περίπου ίδιας με τον κριό, το άκρο της οποίας έμοιαζε με κεφάλι γάτας (γαλή).

    http://www.e-istoria.com/62.html

  29. Ομιλία του Κωνσταντίνου ΙΑ’ Παλαιολόγου λίγο πριν από την Άλωση της Κωνσταντινούπολης

    Ὑμεῖς μέν, εὐγενέστατοι ἄρχοντες καὶ ἐκλαμπρότατοι δήμαρχοι καὶ στρατηγοὶ καὶ γενναιότατοι στρατιῶται καὶ πᾶς ὁ πιστὸς καὶ τίμιος λαός, καλῶς οἴδατε ὅτι ἔφθασεν ἡ ὥρα καὶ ὁ ἐχθρὸς τῆς πίστεως ἡμῶν βούλεται ἵνα μετὰ πάσης τέχνης καὶ μηχανῆς ἰσχυροτέρως στενοχωρήσῃ ἡμᾶς καὶ πόλεμον σφοδρὸν μετὰ συμπλοκῆς μεγάλης καὶ συρρήξεως ἐκ τῆς χέρσου καὶ θαλάσσης δώσῃ ἡμῖν μετὰ πάσης δυνάμεως, ἵνα, εἰ δυνατόν, ὡς ὄφις τὸν ἱὸν ἐκχύσῃ καὶ ὡς λέων ἀνήμερος καταπίῃ ἡμᾶς. Διὰ τοῦτο λέγω καὶ παρακαλῶ ὑμᾶς ἵνα στῆτε ἀνδρείως καὶ μετὰ γενναίας ψυχῆς, ὡς πάντοτε ἕως τοῦ νῦν ἐποιήσατε, κατὰ τῶν ἐχθρῶν τῆς πίστεως ἡμῶν. Παραδίδωμι δὲ ὑμῖν τὴν ἐκλαμπροτάτην καὶ περίφημον ταύτην πόλιν καὶ πατρίδα ἡμῶν καὶ βασιλεύουσαν τῶν πόλεων. Καλῶς οὖν οἴδατε, ἀδελφοί, ὅτι διὰ τέσσερα τινὰ ὀφείλεται κοινῶς ἐσμεν πάντες ἵνα προτιμήσωμεν ἀποθανεῖν μᾶλλον ἢ ζῆν, πρῶτον μὲν ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν καὶ εὐσεβείας, δεύτερον δὲ ὑπὲρ πατρίδος, τρίτον ὑπὲρ τοῦ βασιλέως ὡς Χριστοῦ Κυρίου, καὶ τέταρτον ὑπὲρ συγγενῶν καὶ φίλων. Λοιπόν, ἀδελφοί, ἐὰν χρεῶσται ἐσμεν ὑπὲρ ἑνὸς ἐκ τῶν τεσσάρων ἀγωνίζεσθαι ἕως θανάτου πολλῷ μᾶλλον ὑπὲρ πάντων ἡμεῖς, ὡς βλέπετε προφανῶς, καὶ ἐκ πάντων μέλλομεν ζημιωθῆναι.

    Ἐὰν διὰ τὰ ἐμὰ πλημμελήματα παραχωρήσῃ ὁ Θεὸς τὴν νίκην τοῖς ἀσεβέσιν, ὑπὲρ τῆς πίστεως ἡμῶν τῆς ἁγίας, ἣν Χριστὸς ἐν τῷ οἰκείῳ αἵματι ἡμῖν ἐδωρήσατο, κινδυνεύομεν, ὃ ἐστι κεφάλαιον πάντων. Καὶ ἐὰν τὸν κόσμον ὄλον κερδίσῃ τις καὶ τὴν ψυχὴν ζημιωθῇ, τί τὸ ὄφελος; Δεύτερον πατρίδα περίφημον τοιούτως ὑστερούμεθα καὶ τὴν ἐλευθερίαν ἡμῶν. Τρίτον βασιλείαν τήν ποτε μὲν περιφανῆ, νῦν δὲ τεταπεινωμένην καὶ ἐξουθενωμένην ἀπωλέσαμεν, καὶ ὑπὸ τοῦ τυράννου καὶ ἀσεβοῦς ἄρχεται. Τέταρτον δὲ καὶ φιλτάτων τέκνων καὶ συμβίων καὶ συγγενῶν ὑστερούμεθα. Αὐτὸς δὲ ὁ ἀλιτήριος ὁ ἀμηρᾶς πεντήκοντα καὶ ἑπτὰ ἡμέρας ἄγει σήμερον ἀφ᾿ οὗ ἡμᾶς ἐλθὼν ἀπέκλεισεν καὶ μετὰ πάσης μηχανῆς καὶ ἰσχύος καθ᾿ ἡμέραν τὲ καὶ νύκτα οὐκ ἐπαύσατο πολιορκὼν ἡμᾶς καὶ χάριτι τοῦ παντεπόπτου Χριστοῦ Κυρίου ἡμῶν ἐκ τῶν τειχῶν μετὰ αἰσχύνης ἄχρι τοῦ νῦν πολλάκις κακῶς ἀπεπέμφθη. Τὰ νῦν δὲ πάλιν, ἀδελφοί, μὴ δειλιάσητε, ἐὰν καὶ τοῖχος μακρόθεν ὀλίγον ἐκ τῶν κρότων καὶ τῶν πτωμάτων τῶν ἑλεπόλεων ἔπεσε, διότι, ὡς ὑμεῖς θεωρεῖτε, κατὰ τὸ δυνατὸν ἐδιορθώσαμεν πάλιν αὐτό. Ἡμεῖς πάσαν τὴν ἐλπίδα εἰς τὴν ἄμαχον δόξαν τοῦ Θεοῦ ἀνεθέμεθα, οὗτοι ἐν ἅρμασι καὶ οὗτοι ἐν ἵπποις καὶ δυνάμει καὶ πλήθει, ἡμεῖς δὲ ἐν ὀνόματι Κυρίου τοῦ Θεοῦ καὶ Σωτῆρος ἡμῶν πεποίθαμεν, δεύτερον δὲ καὶ ἐν ταῖς ἡμετέραις χερσὶ καὶ ῥωμαλαιότητι, ἣν ἐδωρήσατο ἡμῖν ἡ θεία δύναμις. Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, καθῶς ἡ αὐτῶν συνήθεια, ἐλεύσονται καθ᾿ ἡμῶν μετὰ βαναύσου καὶ ἐπηρμένης ὀφρύος καὶ θάρσους πολλοῦ καὶ βίας, ἵνα διὰ τὴν ὀλιγότητα ἡμῶν θλίψωσι καὶ ἐκ τοῦ κόπου στενοχωρήσωσι, καὶ μετὰ φωνῶν μεγάλων καὶ ἀλαλαγμῶν ἀναριθμήτων, ἵνα ἡμᾶς φοβήσωσι. Τὰς τοιαύτας αὐτῶν φλυαρίας καλῶς οἴδατε, καὶ οὐ χρὴ λέγειν περὶ τούτων. Καὶ ὥρα ὀλίγοι τοιαῦτα ποιήσωσι, καὶ ἀναριθμήτους πέτρας καὶ ἕτερα βέλη καὶ ἐλεβολίσκους, ὡσεὶ ἄμμον θαλασσῶν ἄνωθεν ἡμῶν πτήσουσι, δι᾿ ὧν, ἐλπίζω γάρ, οὐ βλάψωσι, διότι ὑμᾶς θεωρῶ καὶ λίαν ἀγάλλομαι καὶ τοιαύταις ἐλπίσι τὸν λογισμὸν τρέφομαι, ὅτι εἰ καὶ ὀλίγοι πάνυ ἐσμέν, ἀλλὰ πάντες ἐπιδέξιοι καὶ ἐπιτήδειοι ῥωμαλέοι τὲ καὶ ἰσχυροὶ καὶ μεγαλήτορες καὶ καλῶς προπαρασκευασμένοι ὑπάρχετε. Ταῖς ἀσπίσιν ὑμῶν καλῶς τὴν κεφαλὴν σκέπεσθε ἐπὶ τῇ συμπλοκῇ καὶ συρρήξει. Ἡ δεξιὰ ὑμῶν ἣ τὴν ρομφαίαν ἔχουσα μακρὰν ἔστω πάντοτε. Αἱ περικεφαλαῖαι ὑμῶν καὶ οἱ θώρακες καὶ οἱ σιδηροὶ ἱματισμοὶ λίαν εἰσὶν ἱκανοὶ ἅμα καὶ τοῖς λοιποῖς ὅπλοις, καὶ ἐν τῇ συμπλοκῇ ἔσονται πάνυ ὠφέλιμα, ἃ οἱ ἐναντίοι οὐ χρῶνται, ἀλλ᾿ οὔτε κέκτηνται.

    Καὶ ὑμεῖς ἔσωθεν τῶν τειχῶν ὑπάρχετε σκεπόμενοι, οἱ δὲ ἀσκεπεῖς μετὰ κόπου ἔρχονται. Διό, ὢ συστρατιῶται γίγνεσθε ἕτοιμοι καὶ στερεοὶ καὶ μεγαλόψυχοι διὰ τοὺς οἰκτιρμοὺς τοῦ Θεοῦ. Μιμηθῆτε τούς ποτε τῶν Καρχηδονίων ὀλίγους ἐλέφαντας, πῶς τοσούτον πλῆθος ἵππων Ῥωμαίων τῇ φωνῇ καὶ θέα ἐδίωξαν, καὶ ἐὰν ζῷον ἄλογον ἐδίωξε πόσον μᾶλλον ἡμεῖς ἡ τῶν ζῴων καὶ ἀλόγων ὑπάρχοντες κύριοι, καὶ οἱ καθ᾿ ἡμῶν ἐρχόμενοι ἵνα παράταξιν μεθ᾿ ἡμῶν ποιήσωσιν ὡς ζῶα ἄλογα καὶ χείρονές εἰσιν. Οἱ πέλται ὑμῶν καὶ ῥομφαῖοι καὶ τὰ τόξα καὶ ἀκόντια πρὸς αὐτοὺς πεμπέτωσαν παρ᾿ ἡμῶν. Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθεντῶν αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων. Οἴδατε καλῶς ὅτι ὁ δυσσεβὴς αὐτὸς ὁ ἀμηρᾶς καὶ ἐχθρὸς τῆς ἁγίας ἠμῶν πίστεως χωρὶς εὔλογον αἰτίας τινὸς τὴν ἀγάπην ἣν εἴχομεν ἔλυσεν, καὶ τοὺς ὅρκους αὐτοῦ τοὺς πολλοὺς ἠθέτησεν ἀντ᾿ οὐδενὸς λογιζόμενος καὶ ἐλθῶν αἰφνιδίως φρούριον ἐποίησεν ἐπὶ τὸ στενὸν τοῦ Ἀσωμάτου, ἵνα καθ᾿ ἑκάστην ἡμέραν δύνηται βλάπτειν ἡμᾶς. Τοὺς ἀγροὺς ἡμῶν καὶ κήπους καὶ παραδείσους καὶ οἴκους πυριαλώτους ἐποίησε, τοὺς ἀδελφοὺς ἡμῶν τοὺς Χριστιανοὺς ὅσους εὗρεν, ἐθανάτωσε καὶ ἠχμαλώτευσε, τὴν φιλίαν ἡμῶν ἔλυσεν. Τοὺς δὲ τοῦ Γαλατά, ἐφιλίωσε, καὶ αὐτοὶ χαίρονται, μὴ εἰδότες καὶ αὐτοὶ οἱ ταλαίπωροι τὸν τοῦ γεωργοῦ παιδὸς μύθον, τοῦ ἐψήνοντος τοὺς κοχλίας καὶ εἰπόντος. Ὢ ἀνόητα ζῶα, καὶ τὰ ἑξῆς.

    Ἐλθὼν οὖν ἀδελφοί, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὓρη καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, ἣν ἀνήγειρεν ὁ τρισμακάριστος ἐκεῖνος καὶ τῇ πανάγνῳ δεσποίνῃ ἡμῶν θεοτόκῳ καὶ ἀειπαρθένω Μαρία ἀφιέρωσεν καὶ ἐχαρίσατο τοῦ κυρίαν εἶναι καὶ βοηθὸν καὶ σκέπην τῇ ἡμετέρᾳ πατρίδι καὶ καταφύγιον τῶν Χριστιανῶν, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων τὸ καύχημα πάσι τοῖς ὦσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν. Καὶ οὗτος ὁ ἀσεβέστατος τήν ποτε περιφανῆ καὶ ὀμφακλίζουσαν ὡς ῥόδον τοῦ ἀγροῦ βούλεται ποιῆσαι ὑπ᾿ αὐτόν. Ἣ ἐδούλωσε σχεδόν, δύναμαι εἰπεῖν, πάσαν τὴν ὑφ᾿ ἥλιον καὶ ὑπέταξεν ὑπὸ τοὺς πόδας αὐτῆς Πόντον καὶ Ἀρμενίαν, Περσίαν καὶ Παμφλαγονίαν, Ἀμαζόνας καὶ Καππαδοκίαν, Γαλατίαν καὶ Μηδίαν Κολχοὺς καὶ Ἴβηρας, Βοσποριανοὺς καὶ Ἀλβάνους Συρίαν καὶ Κιλικίαν καὶ Μεσοποταμίαν, Φοινίκην, Βακτριανοὺς καὶ Σκύθας, Μακεδονίαν καὶ Θετταλίαν, Ἑλλάδα, Βοιωτία, Λοκροὺς καὶ Αἰτωλούς, Ἀκαρνανίαν, Ἀχαΐαν καὶ Πελοπόννησον, Ἤπειρον καὶ τὸ Ἰλλυρικὸν Λύχνιτας κατὰ τὸ Ἀνδριατικόν, Ἰταλίαν, Τουσκίνους, Κέλτους καὶ Κελτογαλάτας, Ἰβηρίαν τὲ καὶ ἕως τῶν Γαδείρων, Λιβύαν καὶ Μαυρητανίαν καὶ Μαυρουσίαν, Αἰθιοπίαν, Βελέδας, Σκούδην, Νουμιδίαν καὶ Ἀφρικὴν καὶ Αἴγυπτον αὐτὸς τὰ νῦν βούλεται δουλῶσαι καὶ τὴν κυριεύουσαν τῶν πόλεων, ζυγῶ ὑποβαλεῖν καὶ δουλεία καὶ τὰς ἁγίας ἐκκλησίας ἡμῶν, ἔνθα ἐπροσκυνεῖτο ἡ Ἁγία Τριὰς καὶ ἐδοξολογεῖτο τὸ πανάγιον, καὶ ὅπου οἱ ἄγγελοι ἠκούοντο ὑμνεῖν τὸ θεῖον καὶ τὴν ἔνσαρκον τοῦ Θεοῦ Λόγου οἰκονομίαν, βούλεται ποιῆσαι προσκύνημα τῆς αὐτοῦ βλασφημίας καὶ τοῦ φληναφοῦ ψευδοπροφήτου Μωάμεθ, καὶ κατοικητήριον ἀλόγων καὶ καμήλων. Λοιπὸν ἀδελφοὶ καὶ συστρατιῶται, κατὰ νοῦν ἐνθυμηθῆτε ἵνα τὸ μνημόσυνον ὑμῶν καὶ ἡ μνήμη καὶ ἡ φήμη καὶ ἡ ἐλευθερία αἰωνίως γενήσηται.

    http://el.wikisource.org/

  30. «Κερκόπορτα; Αστεία πράγματα»: η Ελένη Αρβελέρ διαλύει τους μύθους για την Αλωση ΜΕΛΕΤΕΣ – ΑΝΑΛΥΣΕΙΣΙΣΤΟΡΙΚΑ ΑΡΘΡΑΜάι 29, 2016 Η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ θυμάται παλαιότερα τους- ξένους φοιτητές της στη Σορβόννη να της στέλνουν… συλλυπητήριο τηλεγράφημα κάθε 29η Μαΐου, την ίδια ώρα που τα περισσότερα Ελληνόπουλα αν τα ρωτούσες τι έγινε τη μέρα εκείνη δεν ήξεραν ακριβώς. Τα τελευταία χρόνια η κατάσταση αντιστράφηκε. Στην Ελλάδα έγινε, λίγο έως πολύ, μόδα να θυμόμαστε κάθε χρόνο τέτοια μέρα την Αλωση της Πόλης- μερικοί από κεκτημένη ταχύτητα ή άγνοια μιλούν για «εορτασμό», αντί για επέτειο, και να μην αρκούμαστε στον εορτασμό της έναρξης της Επανάστασης, κάθε 25 του Μαρτίου. Μεγάλη η σημασία της Πόλης, θα πει κανείς, για τους Ελληνες. Σωστό. Οπότε και η συμβολική σημασία της Αλωσης είναι εξίσου μεγάλη. Εστω και αν η πολιορκία της από τους Οθωμανούς ήταν απλώς μία από τις πολλές, έστω και αν το κλίμα της εποχής ήταν τέτοιο, η κατάσταση της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας ήταν τέτοια, που έκπληξη θα ήταν το να μην αλωθεί η Πόλη. «Βρισκόμαστε στα μέσα του 15ου αιώνα, γύρω στο 1450. Η Πόλη είναι μια μικρή πόλη πια- έχει δεν έχει 70.000 κατοίκους, όταν άλλοτε είχε περάσει το μισό εκατομμύριο» αφηγείται στα «ΝΕΑ» η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ, επιχειρώντας να βάλει για λογαριασμό μας τα πράγματα στη θέση τους, να καταγράψει αλήθειες και μύθους της Αλωσης έτσι όπως μόνο μία βυζαντινολόγος με τη δική της διαδρομή μπορεί να κάνει. «Η Πόλη έχει αποδεκατιστεί από την πανώλη και τις αλλεπάλληλες πολιορκίες των Τούρκων. Αλλά και από τις διαμάχες των Δυτικών, αφού οι προστριβές Γενοβέζων και Βενετσιάνων γίνονταν στο λιμάνι της μέσα. Υπήρχε και μια τάση ανεξαρτητοποίησης των λίγων χωρών που παρέμεναν ελεύθερες- όχι μόνο του Μυστρά που παρεμπιπτόντως έπεσε το 1460, επίσης στις 29 Μαΐου! Η κατάσταση ήταν μιας ανασφάλειας γενικής». Ο διχασμός. Και σαν να μην έφθαναν αυτά, «υπήρχε μια μεγάλη ενωτική και ανθενωτική διαμάχη, υπέρ και εναντίον της Ενωσης των Εκκλησιών. Οι αντίθετοι στην Ενωση συμμαχούσαν και με τους Τούρκους, ήταν οι λεγόμενες παρά φύσιν συμμαχίες. Οι υπέρμαχοι της Ενωσης διακήρυσσαν: “Οταν οι δύο Ρώμες ήταν ενωμένες διαφεντεύαμε τον κόσμο. Οταν διχάστηκαν, χάσαμε τα πρωτεία”. Με αυτή την έννοια η πραγματική πτώση της Πόλης χρονολογείται από το 1204 και μετά. Η ανθενωτική διαμάχη πήρε μάλιστα τεράστιες διαστάσεις μετά το 1438 και τη Σύνοδο της Φερράρας. Εκεί ο Αυτοκράτορας Ιωάννης Η΄ ξεσήκωσε την Εκκλησία σε μια τελευταία προσπάθεια Ενωσης, αλλά ενώ η διανόηση ήθελε να είναι αναγεννησιακή, η Εκκλησία παρέμενε προσηλωμένη στα πάτρια κατά τρόπο φανατικό, αν όχι τίποτα παραπάνω», λέει χωρίς να μασάει τα λόγια της η ελληνίδα βυζαντινολόγος, η πρώτη γυναίκα πρύτανης της Σορβόννης στα 700 χρόνια ιστορίας του μεγάλου γαλλικού πανεπιστημίου. Και συνεχίζει: «Υπήρχε όμως ακόμη ένας παράγοντας παρακμής. Ηταν η γενική δεισιδαιμονία που τρεφόταν από τις προφητείες. Ηδη από τον 6ο αιώνα υπήρχαν προφητείες, τότε ήταν όμως αισιόδοξες. Τώρα προφήτευαν το τέλος της Πόλης και μαζί το τέλος του κόσμου και της Ιστορίας. Αυτό ήταν, λοιπόν, το κλίμα στην Κωνσταντινούπολη της εποχής. Δεισιδαιμονία, διχόνοια, φτώχεια, κακομοιριά. Οι Βυζαντινοί ζούσαν σε μια πόλη ερημωμένη. Και στα ανάκτορα του Πορφυρογέννητου πολύ λίγα δωμάτια χρησιμοποιούνταν. Οπως λέει και ο Παλαμάς στον “Δωδεκάλογο του Γύφτου”: “Και ήταν οι καιροί που η Πόλη/ πόρνη σε μετάνοιες ξενυχτούσε/ και τα χέρια της δεμένα τα κρατούσε/ και καρτέραγ΄ ένα μακελάρη (…) Και καρτέραγε τον Τούρκο να την πάρει”». «Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει πολύ νωρίτερα» Η Πόλη θα μπορούσε να είχε πέσει στα χέρια των Τούρκων πολύ νωρίτερα. «Ο λόγος που δεν έγινε αυτό και ανάσανε για πενήντα χρόνια ήταν ότι ο Βαγιαζίτ έπεσε στα χέρια των Μογγόλων» λέει η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν μπορούσε να σταθεί μόνη της όρθια. Ο Μανουήλ έτρεχε να δει τους Καρόλους, ο Ιωάννης πήγε στη Φερράρα. Είναι η εποχή των επαιτών αυτοκρατόρων. Πήγαιναν επαίτες στη Δύση, έστω και αν τους δέχονταν εκεί με τιμές και δόξες. Κάτι που συνήθως οι Ελληνες δεν δέχονται είναι ότι ο Πάπας προσπάθησε να βοηθήσει. Διέθεσε τις ιντουλγκέντσιες- τα επί πληρωμή συγχωροχάρτια- του 1450, που ως ιντουλγκέντσιες Ιωβηλαίου ήταν πιο προσοδοφόρες, στον πόλεμο κατά των Τούρκων. Αλλο αν αυτό δεν ήταν αποτελεσματικό, αφού έδωσε τα χρήματα στους Αραγωνέζους που τα χρησιμοποίησαν για δικούς τους σκοπούς. Πολλοί λένε ότι η Δύση δεν βοήθησε. Οταν όμως μιλάμε για Δύση τι εννοούμε; Οι Βυζαντινοί ήταν όλη η Ανατολή. Η Δύση ήταν πολυδιασπασμένη και ο Πάπας είχε ένα σχίσμα στην πλάτη του και την Ανατολική Εκκλησία εναντίον του. Είναι χαρακτηριστικό ότι όταν ο Παλαιολόγος πολεμάει τους Τούρκους μαζί με τον απεσταλμένο του Πάπα, Ισίδωρο του Κιέβου, και τους Γενοβέζους, ο Γεννάδιος- ο Γεώργιος Σχολάριος, πρώτος Πατριάρχης μετά την Αλωση τοιχοκολλούσε ανάθεμα εναντίον του Παλαιολόγου. Και επίσης: μετά την πτώση της Πόλης, οι Δυτικοί έτρεμαν. Οταν ανέλαβε Πάπας ο Ενιο Σίβλιο Πικολομίνι, δηλαδή ο Πίος Β΄, έγραψε μια πραγματεία για την Αλωση στην οποία μιλούσε για καταστροφή της Χριστιανοσύνης. Αντίθετα οι Ρώσοι, που είναι μάλιστα φανατικοί ανθενωτικοί, δεν γράφουν σχεδόν τίποτα για την πτώση της Πόλης. Πέρασαν χρόνια για να αρχίσουν οι σλαβικοί θρήνοι. Εκείνοι που θρήνησαν από την αρχή για την Πόλη είναι στην Τραπεζούντα. “Πάρθεν η Πόλη, πάρθεν η Ρωμανία”, έλεγαν». Η συμφωνία του σουλτάνου με τον Πατριάρχη Το Ρούμελι Χισάρ, το κάστρο που έχτισε ο Μωάμεθ το 1452 για να ελέγχει το πέρασμα ανάμεσα στη Μαύρη Θάλασσα και τη Θάλασσα του Μαρμαρά, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο στην έκβαση της πολιορκίας, λέει η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Διούλκησε και τον στόλο περνώντας τα πλοία του στον Κεράτιο. Από την άλλη πλευρά, μόνο 3-4 πλοία γενοβέζικα πέρασαν και αυτά για να φέρουν τροφή στους πολιορκημένους». Βέβαια, δεν ήταν μόνο αυτή η αιτία της ήττας των Βυζαντινών. «Ο Μωάμεθ είχε μαζέψει Σέρβους, Αλβανούς, Τούρκους. Απέναντι στους τουλάχιστον 100.000 άντρες του- μερικοί μιλούν για 120.000, άλλοι τους ανεβάζουν σε 200.000- αντιπαρατάσσονταν περίπου 4.500 άνθρωποι το πολύ, μαζί με τους ξένους. Και πολλοί ήταν παιδιά και γυναίκες που πολεμούσαν με αγκωνάρια. Μεγάλη ήταν η βοήθεια των Γενοβέζων, αλλά όταν σκοτώθηκε ο Τζουστινιάνι έχασαν το ηθικό τους και υποχώρησαν. Οσοι πολέμησαν, πάντως, πολέμησαν ηρωικά. Οταν ο Μωάμεθ έστειλε αποκρισάριο στον Παλαιολόγο ζητώντας του να παραδώσει την Πόλη, πήρε την απάντηση ότι η Πόλη δεν είναι δικό του πράγμα και πως “με τη δική μας θέληση αποφασίσαμε να πεθάνουμε”. Ακόμη και ο περίφημος Νοταράς που είχε τρεις υπηκοότητες και όλη του την περιουσία στο εξωτερικό, και που είπε ότι είναι καλύτερο το τουρκικό καφτάνι από τη λατινική τιάρα, πολέμησε και εν τέλει εκτελέστηκε από τους Τούρκους. Χαρακτηριστικό του ηρωισμού είναι ότι όταν στην Πύλη του Ρωμανού οι Τούρκοι άρχισαν να ανεβαίνουν πάνω και πέρασαν μέσα, έψαχναν τους αντίπαλους πολεμιστές και δεν πίστευαν ότι ήταν τόσοι λίγοι. Και πρέπει να πούμε και για τον Μωάμεθ, που συνηθίζουμε να τον ταυτίζουμε με τη βαρβαρότητα, ότι δεν ήταν βάρβαρος ή δεν ήταν μόνο βάρβαρος. Ηταν από τους μεγαλύτερους μεταρρυθμιστές της Τουρκίας. Ηξερε τι ήθελε και πώς να το κάνει». Οσο για την Κερκόπορτα… «Ανοιγμένη ή ξεχασμένη. Αστεία πράγματα. Ηταν χιλιάδες έξω, τα καράβια τους στον Κεράτιο, οι Γενοβέζοι έφευγαν. Τι να πεις για την Κερκόπορτα; Σε συμβολικό επίπεδο μόνο μπορείς κάτι να πεις. Αλλά είναι σαν να λέμε ότι αντί να σκοτώνονταν τρεις Τούρκοι κατά την είσοδό τους στην Πόλη, θα σκοτώνονταν δέκα αν η πόρτα ήταν κλειστή. Και λοιπόν; Αφού είχαν ανεβάσει σκάλες και έμπαιναν από όπου ήθελαν». «Ο Μωάμεθ έδωσε το πατριαρχικό αξίωμα στον Γεννάδιο Σχολάριο, ορίζοντάς τον αμέσως αρχηγό του Μιλιέτ, δηλαδή όλων των ορθοδόξων. Κάπως έτσι ξέρουμε γιατί η Εκκλησία κράτησε όλα τα κτήματά της και η αυτοκρατορία τα έχασε», λέει δηκτικά η Ελένη Γλύκατζη- Αρβελέρ. «Κάπως έτσι φτάσαμε και στα σημερινά βατοπεδινά βακούφια. Και δεν πρέπει να ξεχνάμε, σε αντίθεση με άλλες συμπεριφορές της πολιτείας, ότι όταν ο Μανουήλ Παλαιολόγος είναι στη Θεσσαλονίκη και υπάρχει κίνδυνος καταστροφής, δημεύει όλα τα κτήματα του Αθω. Και ότι ο Κομνηνός δημεύει όλη την εκκλησιαστική περιουσία για να αντιμετωπίσει τους Σελτζούκους». Την εποχή της Αλωσης, εξάλλου, υπήρχε έξαρση του μοναχισμού. «Σε όλη τη διαμάχη των ανθενωτικών οι καλόγεροι στα μοναστήρια της Πόλης και του Αθω ήταν πρώτοι. Είναι πολλοί και δεν πολεμούν. Αντίθετα με τους δυτικούς μοναχούς που μπορούν να φέρουν όπλα, οι ορθόδοξοι δεν μπορούν», σημειώνει η ελληνίδα βυζαντινολόγος. Πηγη:http://antikleidi.com

    Διαβάστε περισσότερα: http://www.kar.org.gr/2016/05/29/kerkoporta-astia-pragmata-i-eleni-arveler-dialyi-tous-mythous-gia-tin-alosi/

  31. WorldViews
    In 1453, this Ottoman sultan ended Christian rule in Constantinople. But was he a good Muslim?
    By Nick Danforth May 28

    A drawing of Sultan Mehmet II, or «The Conquerer,» appears behind an Ottoman-style military band in Istanbul. (Murad Sezer/Reuters)
    On May 29, 1453, the Ottoman army under Sultan Mehmet II broke through the walls of Constantinople, conquering the capital and last major holdout of the Byzantine Empire. In much of the world, 1453 has since been filed alongside 1066 in the pantheon of red-letter dates in history whose significance no one is quite sure of.
    But in Turkey, not surprisingly, the Ottoman conquest of the country’s largest city still resonates, so much so that ideological arguments continue to rage over how — and exactly what — to celebrate on May 29. Just as Americans of different political persuasions argue about whether this or that Founding Father was a devout Christian or an atheist, Turks have projected conflicting identities onto the heroic figure of Mehmet.
    Anyone following Turkish politics lately is familiar with the Islamicized version of Ottoman history promoted by the country’s ruling Justice and Development Party (AKP), which celebrates Sultan Mehmet II as an embodiment of Muslim piety. A recent movie titled “Conquest 1453” exemplifies this view. It opens with a famous quote from the prophet Muhammad — “One day Constantinople will be conquered. Great is the commander who will conquer it. Great are his soldiers.” — then goes on to show Mehmet and his soldiers praying together before their assault on the city while Byzantine priests within cry out for Muslim blood.
    But things were very different six decades ago, in 1953, when Turks celebrated the quincentenary of Constantinople’s conquest. At that time, Mehmet was honored as a thoroughly secular ruler. Turkish intellectuals and politicians praised his pro-Western outlook, supposedly revealed by his interest in Renaissance art, his knowledge of Greek and Latin, and the cutting-edge military technology he utilized. Even his decision to convert the church of Hagia Sophia into a mosque rather than destroying it was touted as proof of his enlightenment, prefiguring Mustafa Kemal Ataturk’s decision to turn the building into a museum.
    WorldViews newsletter
    Important stories from around the world.
    Sign up
    The 10-day celebration the government organized to mark 500 years of Turkish Istanbul was equally secular and Western. In addition to balls, garden parties and soirees, there was opera, a fashion show and special government-issued cigarettes featuring the sultan. In New York, Turkish expats created a cocktail dubbed the Istanbul Magic.
    Yet looking back, a striking continuity is also apparent in Mehmet’s evolving image. In some ways, Turkey’s 1953 celebrations looked a lot like the neo-Ottoman military pageants put on by the Turkish government today, complete with tacky costumes, fake mustaches and an abundance of national flags. Mehmet’s Turkishness and military prowess, it seems, appeal to his secular and Islamist admirers alike.
    Just how nationalist the AKP’s Islamist take on Ottoman history remains became clear last spring when the Islamic State launched a Turkish-language propaganda magazine timed to coincide with the May 29 anniversary. Called Konstantiniyye, after the original Arabic version of “Constantinople,” it challenged the Turkish government by claiming that Muhammad’s prophecy would be fulfilled only when the Islamic State captured Istanbul with “the new army of the caliphate.”
    While it was odd to see the Islamist extremist group invoking a Christian saint in its magazine title, what was truly shocking was the suggestion that Mehmet’s conquest of Constantinople didn’t count. Turks of all persuasions might battle over Mehmet’s image as they seek to claim his mantle. But none dispute that his conquest of Istanbul was the one that mattered — for Turks, for Muslims and for the world.

  32. «Η αποκαθήλωση μιας εικόνας» Η Άλωση της Κωνσταντινούπολης

    28 Μάιος 2016

    Φίλλιπος Sherrard

    Έτσι είχαν τα πράγματα όταν, την Παρασκευή 23 Μαρτίου 1453, ο νέος σουλτάνος ​​Μωάμεθ Β’ ξεκίνησε από την Αδριανούπολη για την Κωνσταντινούπολη με 12.000 Γενίτσαρους, αυτά τα «νέα στρατεύματα» που σχηματίστηκαν το 1326, για να αποτελέσουν μια ελίτ θρησκευτικό-στρατιωτική αδελφότητα υπείκοντας σε ένα μισογαμικό ασκητικό κανόνα που προέρχεται από εκείνον του δερβίση αγίου Χατζή Μπεκτάς, και της οποίας τα μέλη είχαν στρατολογηθεί, με μια εφευρετικότητα που θα πρέπει να λογίζεται αξιοθαύμαστη κάνοντάς τη να φαίνεται λιγότερο σατανική, όχι από Τούρκους, αλλά από τα ευρωστότερα αρσενικά παιδιά των Χριστιανών υπηκόων του Σουλτάνου. Οι διπλωματικές διαπραγματεύσεις μεταξύ του Αυτοκράτορα και του Σουλτάνου είχαν φτάσει σε αδιέξοδο. «Όπως είναι σαφές», έγραψε ο αυτοκράτορας, Κωνσταντίνος ΙΑ’ Δραγάσης, στον Μωάμεθ, «επιθυμείς τον πόλεμο περισσότερο από την ειρήνη, και καθώς δε μπορώ να σε ικανοποιήσω, ούτε με τις διαβεβαιώσεις μου για ειλικρίνεια, ούτε με την ετοιμότητά μου να ορκιστώ πίστη, ας γίνει σύμφωνα με την επιθυμία σου. Στρέφομαι τώρα και κοιτάζω προς το Θεό μόνο. Κι αν είναι το θέλημά του η πόλη να γίνει δική σου, ποιος είναι εκείνος που μπορεί να του αντιταχθεί; Αν πρόκειται να σου εμφυσήσει την επιθυμία για ειρήνη, αυτό μόνο θα με κάνει πολύ χαρούμενο. Ωστόσο, σε απελευθερώνω από όλους τους όρκους και τις συνθήκες σου μαζί μου, και, κλείνοντας τις πύλες της πρωτεύουσας μου, θα υπερασπιστώ τον λαό μου μέχρι την τελευταία σταγόνα του αίματός μου. Βασίλευε εν ευτυχία έως ότου ο Δικαιοκρίτης, ο Υπέρτατος Θεός, μας καλέσει και τους δυο ενώπιόν της καθέδρας της κρίσεώς του»[2]. Προετοιμασίες για πολιορκία ήταν σε εξέλιξη από το τέλος του προηγούμενου έτους· ήδη το θηριώδες κανόνι του Μωάμεθ είχε τοποθετηθεί στη θέση του, και το υπόλοιπο του στρατού του –εκτιμάται κάπου μεταξύ εβδομήντα και εκατόν σαράντα χιλιάδων πολεμιστών– είχε παραταχθεί έξω από τα τείχη της πόλης. Στις 6 Απριλίου έφτασε ο Σουλτάνος ​​και η σκηνή του, και στις 11 Απριλίου ξεκίνησε ο τουρκικός κανονιοβολισμός.
    Η πολιορκία συνεχίστηκε για τις επόμενες έξι εβδομάδες, αντιστεκόμενων μέεσα στην πόλη, υπό τον αυτοκράτορα επί κεφαλής, περίπου επτά χιλιάδων πολεμιστών. Μεταξύ αυτών ήταν περίπου δύο χιλιάδες ξένα στρατεύματα συμπεριλαμβανομένου ενός αποσπάσματος από πεντακόσιους Γενουάτες υπό την αρχηγία, per benefitio de la Christianitade et per honor de lo mundo, του Ιωάννη Ιουστινιάνη ντι Λόνγκο. Αυτό το απόσπασμα κρατούσε την κρίσιμη Πύλη του Αγίου Ρωμανού απέναντι από την οποία οι Τούρκοι είχαν τοποθετήσει το βαρύτερο κανόνι τους και τους καλύτερους στρατιώτες και πίσω τους, επίσης, είχε πάρει τη θέση του ο Σουλτάνος, που περιβάλλονταν από τους Γενιτσάρους του με τα λευκά καπέλα. Στις αρχές Μαΐου ο Αυτοκράτορας παροτρύνθηκε από τους Συγκλητικούς και τον Πατριάρχη να φύγει, και ο Ιουστινιάνης, υπέρ του σχεδίου ο ίδιος, έθεσε τα πλοία του στην διάθεσή του. Ο Αυτοκράτορας τα άκουσε όλα αυτά με υπομονή σιωπηλός. Εν τέλει, αφού έμεινε για αρκετή ώρα σε βαθιά σκέψη, άρχισε να μιλάει: «Σας ευχαριστώ όλους για τις συμβουλές που μου δώσατε. Ξέρω ότι η φυγή μου από την πόλη θα μπορούσε να έχει κάποια ωφέλη για μένα, δεδομένου ότι όλα αυτά που προβλέπετε μπορεί να συμβούν πραγματικά. Αλλά είναι αδύνατο για μένα να φύγω: πώς θα μπορούσα να αφήσω τις εκκλησίες του Κυρίου μας, και τους διακόνους Του τους κληρικούς, και το θρόνο, και το λαό μου σε μια τέτοια δύσκολη θέση; Τι θα πει ο κόσμος για μένα; Εσάς, τους φίλους μου, παρακαλώ, στο μέλλον να μη μου λέτε τίποτα άλλο, παρά, «Όχι, Μεγαλειότατε, μη μας αφήνετε.» Ποτέ, ποτέ δεν θα σας αφήσω. Είμαι αποφασισμένος να πεθάνω εδώ μαζί σας.» Και λέγοντας αυτά, ο Αυτοκράτορας γύρισε το κεφάλι του από την άλλη, γιατί δάκρυα γέμισαν τα μάτια του· και μαζί του έκλαψαν ο Πατριάρχης και όλοι όσοι ήταν εκεί.[3]
    Στις 23 Μαΐου, η τελική προσφορά της τουρκικής αντιπροσωπείας στον Αυτοκράτορα, για ένα βασίλειο στην Πελοπόννησο και ελεύθερη διαφυγή για όλους τους πολίτες, απορρίφθηκε, αν και μέχρι στιγμής η απελπισία της κατάστασης –έλλειψη ανδρών να συνεχίσουν την υπεράσπιση των δεκατεσσάρων μιλίων των τειχών, αποτυχία για οποιουδήποτε βοήθεια προερχόμενη από τη Δύση, απουσία υπερφυσικής παρέμβασης– θα μπορούσε να δώσει ένα καλό λόγο για παράδοση. Αλλά ακόμα οι Τούρκοι ήταν διστακτικοί: έπρεπε μήπως να λύσουν την πολιορκία; Αποφάσισαν να δοκιμάσουν μια τελική επίθεση και αν αυτή αποτύγχανε να εγκαταλείψουν την πόλη. Το βράδυ της 28ης Μαΐου ο Μωάμεθ περιήλθε όλο το στράτευμά του· τους μίλησε για την πόλη που επρόκειτο να πάρουν, για τους θησαυρούς στα παλάτια της και τις ιδιωτικές κατοικίες, τις εκκλησίες της με ασήμι και χρυσό και πολύτιμους λίθους, για κορίτσια νέα και όμορφα, αγόρια πολλά, σπίτια και όμορφους κήπους. Όσοι πέσουν μαχόμενοι για την πίστη θα μπουν κατ’ ευθείαν στον Παράδεισο. Όσοι ζήσουν τους δίνεται η υπόσχεση να λεηλατήσουν την πόλη για τρεις ημέρες: «όλος ο πλούτος της, το ασήμι της, ο χρυσός της, το μετάξι, τα υφάσματα και οι γυναίκες της, θα γίνουν δικά σας· μόνο τα κτίρια και τα τείχη θα κρατηθούν για το Σουλτάνο.» Και καθώς τελείωσε, από τις παρατάξεις των στρατιωτών του ξεσηκώθηκε επαναλαμβανόμενη η κραυγή, «La ilaha ill-Allah, Mohammed ressoul-Allah» (Δεν υπάρχει Θεός άλλος από το Θεό και ο Μωάμεθ είναι ο προφήτης του).
    Εν τω μεταξύ, οι πολιορκημένοι μέσα στην πόλη είχαν μάθει για την απόφασή του Σουλτάνου και την επικείμενη επίθεση. Εκείνη τη Δευτέρα το απόγευμα μια ιερή λιτανεία κινήθηκε στους δρόμους και τις πλατείες της Κωνσταντινούπολης. Όλοι, Ορθόδοξοι και Λατίνοι, επίσκοποι και ιερείς, μοναχοί και μοναχές, λαϊκοί και γυναίκες, τα παιδιά της πόλης, συμμετείχαν, σηκώνοντας τις θαυματουργές εικόνες, τα λείψανα των αγίων, χρυσούς και τα πολύτιμους σταυρούς. Σε κάθε ιερό, σε κάθε αδύναμο σημείο των τειχών, η πομπή σταματούσε, οι ιερείς διάβαζαν τις ευχές, οι επίσκοποι σήκωναν τις πατερίτσες τους και ευλογούσαν τους στρατιώτες, ραντίζοντάς τους με αγιασμό από αγιαστούρες με ξερό βασιλικό. Προς τη δύση του ηλίου, πριν τον Εσπερινό, ο Αυτοκράτορας συγκέντρωσε τους διοικητές των στρατευμάτων και τους επικεφαλής των πολιτών, Ελλήνων και ξένων. Τους μίλησε και είπε: «Αδελφοί και συμπολίτες, να είστε έτοιμοι για την αυγή. Αν ο Θεός μας δώσει τη χάρη και την ανδρεία, και η Αγία Τριάδα μας βοηθήσει, στην οποία και μόνο έχουμε πίστη, θα κάνουμε τέτοιες πράξεις που ο εχθρός θα φύγει πίσω με ντροπή κάτω από τα χέρια μας». Γύρισε προς τους Γενουάτες, τους Ενετούς, να τους απευθυνθεί ξεχωριστά: «Προσεύχομαι τώρα να μας δείξετε σε αυτή τη δύσκολη ώρα ότι είστε πράγματι σύντροφοί μας, πιστοί μας σύμμαχοι και αδελφοί μας.»… Στη συνέχεια, οι άθλιοι Ρωμαίοι αντρείωσαν τις καρδιές τους σαν λιοντάρια, ζήτησαν και έδωσαν συγγνώμη, και με δάκρυα αγκάλιασε ο ένας τον άλλον έχοντας στο νου όχι πια γυναίκα ή παιδιά ή επίγεια αγαθά, αλλά μόνο το θάνατο … τον οποίο με χαρά υποδέχονταν.» Και πήγαν στη μεγάλη εκκλησία της Αγίας Σοφίας, «να ενισχύσουν τον εαυτό τους με την προσευχή και τη λήψη των Ιερών Μυστηρίων, να επιβεβαιώσουν τους όρκους τους να πολεμήσουν, και, εάν χρειάζεται, να παραβλέψουν όλα τα εγκόσμια, για να πεθάνουν για την τιμή του Θεού και της Χριστιανοσύνης».[4]
    Ο Αυτοκράτορας εισήλθε στην ήδη γεμάτη εκκλησία. Για άλλη μια φορά, και μόνο για μια ακόμη φορά, οι μαρμάρινοι τοίχοι, οι ψηφιδωτοί θόλοι, ο άμβωνας και το εικονοστάσι, οι κρεμαστοί πολυέλαιοι, τα ιερά σκεύη, τα καντήλια, τα άμφια υπηρέτησαν μια χριστιανική λειτουργία. Πατριάρχης και Καρδινάλιος, με ένα πλήθος εκκλησιαστικών και Ορθοδόξων και Λατίνων· ο Αυτοκράτορας και ευγενείς, όλοι αυτοί όσοι είχαν απομείνει από την κάποτε περήφανη και λαμπρή βυζαντινή αριστοκρατία· στρατιώτες και πολίτες, Κωνσταντινουπολίτες, Βενετοί, Γενουάτες: όλοι ήταν παρόντες, όλοι με την επίγνωση ότι επεκρέματο πλέον η «έσχατη ώρα». Ο αυτοκράτορας προσευχήθηκε με μεγάλη θέρμη. Αφήνοντας τον αυτοκρατορικό θρόνο και πλησιάζοντας το τέμπλο, έκανε μετάνοιες μπροστά στις εικόνες του Χριστού και της Παναγίας, ζήτησε συγνώμη από κάθε αξιωματούχο για κάθε αμάρτημα που τυχόν είχε βλάψει τον καθένα, τους αγκάλιασε όλους, και στη συνέχεια πήγε στο ιερό να μεταλάβει τα «αμόλυντα και θεία μυστήρια». Στα μάτια των ιερέων του, των στρατιωτών του, του λαού του, ετοιμάστηκε, σε αυτήν την λειτουργία των νεκρών, να εμφανιστεί ενώπιον του Θεού. Καθώς ο τελευταίος χριστιανός Αυτοκράτορας της Κωνσταντινούπολης στράφηκε και έφυγε από το ναό, όπου για τόσους πολλούς αιώνες οι προκάτοχοί του και λαός του είχαν λειτουργηθεί, το μεγάλο εκκλησίασμα έκλαιγε δυνατά.
    Πίσω στο παλάτι του, ο Αυτοκράτορας, με τον τρόπο των βασιλέων, ζήτησε συγγνώμη από τους υπηκόους του για οποιαδήποτε σκληρότητα ή αδικία τυχόν τους είχε δείξει. «Ακόμα και άνθρωπος φτιαγμένος από ξύλο ή από πέτρα θα πρέπει να έχει κλάψει», έγραψε ο χρονογράφος αργότερα. Στη συνέχεια, όλοι επέστρεψαν στις θέσεις τους, και μένοντας μεταξύ του εξωτερικού και του εσωτερικού τείχους, κλείδωσαν τις πόρτες πίσω από τον τελευταίο, ώστε κάθε υποχώρηση να είναι αδύνατη. Αργά το βράδυ ο ίδιος ο Κωνσταντίνος έφυγε από το παλάτι, ιππεύοντας το αραβικό άλογό του, και με την συνοδεία του κάλπασε προς τα τείχη για τον τελική περιοδεία ελέγχου. Η νύχτα ήταν σκοτεινή και αποπνικτική· χοντρές σταγόνες βροχης έπεσαν, κι ύστερα σταμάτησαν· ο υπόκωφος ήχος των Τούρκων που ετοίμαζαν τις σκάλες δίπλα στην τάφρο έφτανε στο σκοτάδι. Πριν λαλήσει ο πετεινός, ο Αυτοκράτορας είχε καταλάβει τη θέση του κοντά στην Πύλη του Αγίου Ρωμανού. Έτσι, «η κάθε πλευρά προσευχήθηκε στο Θεό της, εμείς στο δικό μας εκείνοι στο δικό τους, ο Κύριος των δυνάμεων με τη Μητέρα του στον ουρανό αποφάσισαν ότι πρέπει να πάρουν εκδίκηση στην αυριανή μάχη για όλες τις αμαρτίες που διαπράχθηκαν».[6]
    Με το πρώτο χάραμα της αυγής, στις 29 Μαΐου, η επίθεση ξεκίνησε. Ξανά και ξανά οι Τούρκοι επιτέθηκαν, με τον ήχο κυμβάλων και φλάουτων, τους μεταλλικούς ήχους των όπλων, την έκρηξη του κανονιού, το τρέμουλο συνταρακτικών πυροβολισμών· ξανά και ξανά απωθήθηκαν, μόνο και μόνο για να σπρωχτούν προς τα εμπρός και πάλι από τα αντίθετα κύματα των στρατευμάτων πίσω τους. Στη συνέχεια, σε μια κρίσιμη στιγμή, μια βαθιά πληγή ανάγκασε τον Ιουστινιάνη να αποσυρθεί από τη θέση του κλειδί στην άμυνα. Παρατηρώντας τη σύγχυση σε αυτό το ζωτικό σημείο, ο Μωάμεθ διέταξε τους Γενίτσαρους να επιτεθούν. Ένας από αυτούς, ένας γίγαντας, ο Χασάν Ουλουμπαλντί, κρατώντας την ασπίδα του στο αριστερό του χέρι, πάλεψε ανάμεσα στη βροχή από πέτρες και βέλη τοποθετώντας τη σκάλα του πάνω στην κορυφή του τείχους, ακολουθούμενος από περίπου τριάντα άλλους. Εξουδετερώθηκε και σκοτώθηκε, αλλά οι σύντροφοί του διέσπασαν τον κλοιό, ανέβηκαν στην κορυφή του τείχους, και βρέθηκαν μέσα στην πόλη. «Η πόλις εάλω», ξεχύθηκε η κραυγή, καθώς και άλλα τουρκικά στρατεύματα εισέβαλαν πατώντας τις σωρούς των νεκρών και των λαβωμένων στους δρόμους της Κωνσταντινούπολης και οι τουρκικές σημαίες άρχισαν να εμφανίζονται στην κορυφή μερικών από τους πύργους. «Η πόλη έπεσε και είμαι ακόμα ζωντανός» –τέτοια είναι τα τελευταία καταγραμμένα λόγια του αυτοκράτορα Κωνσταντίνου Παλαιολόγου Δραγάση τη στιγμή, που κατεβαίνοντας από το άλογό του, κυρώνοντας την παραίτησή του από την Αρχή, όρμηξε και χάθηκε για πάντα μέσα στην τελική έφοδο των Γενιτσάρων.
    Ως τις οκτώ το πρωί η πόλη ήταν στα χέρια των Τούρκων και το ταμένο τριήμερο κούρσος είχε αρχίσει. Δε χρειάζεται να μιλήσεις για τη σφαγή και τη λεηλασία, παρά μόνο για να πεις ότι, τρομακτική όπως ήταν, ήταν λιγότερο τρομακτική από ό, τι εκείνη των χριστιανών σταυροφόρων του 1204. Προς το μεσημέρι (ή, σύμφωνα με ορισμένους, την επόμενη μέρα) ο Πορθητής, συνοδευόμενος από τους Βεζίρηδες, τους Πασάδες και τους Ουλεμάδες του, και περιστοιχιζόμενος από τους Γενίτσαρους σωματοφύλακές του, μπήκε στην πόλη. Ίππευσε κατ’ ευθείαν προς το ναό της Αγίας Σοφίας. Αφιππεύοντας, έσκυψε κάτω στο κατώφλι, μάζεψε μια χούφτα χώμα, και το άφησε να πέσει στο τουρμπάνι του σαν μια πράξη ταπείνωσης μπροστά στον Θεό που του είχε δώσει τη νίκη. Τότε εισήλθε στην εκκλησία και διέταξε έναν από τους Ουλεμάδες της Αυλής του να ανέβει τον άμβωνα και να εκφωνήσει μια προσευχή, ενώ ο ίδιος στάθηκε όπου ήταν το ιερό και εκεί έκανε την πρώτη του Rika’at (γονυκλισία)[7] στη νέα του πρωτεύουσα. Έτσι, μετέτρεψε τη μεγάλη εκκλησία την αφιερωμένη στην Αθάνατη Σοφία του Χριστού, την καρδιά της χριστιανικής πόλης της Κωνσταντινούπολης και το σύμβολο της βαθύτερής της ελπίδας και (εσχατολογικής) υπόσχεσης[8], στο τζαμί Αγια-Σόφια της Μουσουλμανικής Σταμπούλ· και, όπως ο πιο διάσημος από τους Οθωμανούς ιστορικούς, Sa’d-ud-din επρόκειτο να γράψει έναν αιώνα περίπου αργότερα, ο ευρύς αυτός τόπος, αυτή η ισχυρή και ευγενής πόλη, από γη της εχθρότητας (dar-ul-harb), έγινε η πόλη όπου τα νομίσματα κόβονται (dar-uz-zarb) και από φωλιά της κουκουβάγιας των σφαλμάτων, μετατράπηκε σε πρωτεύουσα της δόξας και της τιμής. Μέσα από τις ευγενείς προσπάθειες του Μωαμεθανού Σουλτάνου, όταν τη σατανική κλαγή από τις καμπάνες των ξεδιάντροπων απίστων αντικατέστησε το μουσουλμανικό κάλεσμα για προσευχή, το γλυκό πεντάκις επαναλαμβανόμενο άσμα της παρακλητικής πίστης της ένδοξης τελετής· και τα αυτιά των ανθρώπων της Τζιχάντ γέμισαν με τη μελωδία του εζάν. Οι εκκλησίες που ήταν μέσα στην πόλη άδειασαν από τα άθλια είδωλά τους, και καθαρίστηκαν από τις βρώμικες και ειδωλολατρικές ακαθαρσίες τους· και με την αλλοίωση της όψης τους, και την ανέγερση του ισλαμικού μιχράμπ και του άμβωνα, πολλά μοναστήρια και παρεκκλήσια έγιναν ζηλευτά στους Κήπους του Παραδείσου[9]. Οι ναοί των απίστων μετατράπηκαν σε τζαμιά των ευσεβών, και οι ακτίνες του φωτός του Ισλάμ έδιωξαν τους οικοδεσπότες του σκότους από τόπο που κατοικούνταν επί μακρόν από τους κατάπτυστους απίστους, και τα σκιρτήματα της αυγής της πίστεως διέλυσαν το μακάβριο σκοτάδι της καταπίεσης, χάριν του ονόματος, ακαταμάχητου σαν πεπρωμένο, του καλότυχου σουλτάνου που έγινε ύπατος στη διακυβέρνηση της νέας κυριαρχίας… Την πρώτη Παρασκευή (μετά την άλωση)[10] προσευχές απαγγέλλονταν στην Αγια-Σόφια, και το ένδοξο όνομα του σουλτάνου απαγγέλθηκε στην Khutba των Μωαμεθανών (στην προσευχή –khutba– της Παρασκευής αναφέρεται το όνομα του κυριάρχη). Έτσι, αυτό το αρχαίο οικοδόμημα φωτίστηκε με τις ακτίνες της Ορθοδόξου Πίστεως[11], και αρωματισμένο με την αναπνοή του αρώματος του Ιερού Νόμου· και οι καρδιές των Μουβαχιντίν (αυτών που μαρτυρούν την Ενότητα του Θεού) γέμισαν με χαρά στην ανύψωση των εμβλημάτων της Πίστης, κι έτσι αυτό το πιο επιθυμητό από τα ιερά, αυτό το υψηλό τζαμί, αυτός ο της καρδιάς τερπνός ναός, γέμισε από το λαό του Ισλάμ· και το χάρμα αντανακλάσεων εσωτερικό του, γυαλισμένο με τη Διακήρυξη της Ενότητας, έγινε λαμπερό σα γυαλισμένος καθρέφτης [12].

    Μετάφραση: Κωσταντίνος Μπλάθρας

    Σημειώσεις
    [1] The Destruction of an Image. Είναι ο τίτλος του τελευταίου κεφαλαίου του έργου του Φίλλιπου Σέρραρντ, Κωνσταντινούπολη, η εξεικόνιση μιας ιερής πόλης (1965), από όπου δημοσιεύουμε το σχετικό με την Άλωση απόσπασμα. Destruction είναι η καταστροφή, το γκρέμισμα της εικόνας και των εικόνων συνολικά, όπως φαίνεται από το απόσπασμα του Οθωμανού χρονικογράφου στο τέλος του κειμένου. Θυμίζω ότι άρνηση της Αγίας Τριάδος και η εικονοκλαστική άρνηση της Ενανθρώπησης είναι βασική πίστη του Ισλάμ. (Σ.τ.Μ.)
    [2] Στο M. Chedomil Mijatovich, Constantine the Last Emperor of the Greeks (London, 1892), σσ. 173-4, από το Σλαβονικό Χρονικό, The Reports of the Capture of Constantinople by the Godless Turkish Sultan.
    [3] Γεώργιος Φραντζής, Chronicon minus. O Σέρραρντ αναπλάθει την αφήγηση του Φραντζή, στ. 719-867 «μετά των αγίων και σεπτών εικόνων […] οι δυστυχείς Ρωμαίοι καρδίαν ως λέοντες εποίησαν, και αλλήλοις συγχωρηθέντες ήτουν εις τω ετέρω καταλλαγήναι, και μετά κλαυθμού ενηγκαλίζοντο, μήτε φιλτάτων τέκνων μνημονεύοντες ούτε γυναικών ή πλούτου φροντίζοντες, ει μη μόνον του αποθανείν ίνα την πατρίδα φυλάξωσι…». Περί Αλώσεως…, ό.π., σσ. 187-190 (Σ.τ.Μ.)
    [4] Γεώργιος Φραντζής, Chronicon minus. O Σέρραρντ αναπλάθει την αφήγηση του Φραντζή, στ. 719-867 «μετά των αγίων και σεπτών εικόνων […] οι δυστυχείς Ρωμαίοι καρδίαν ως λέοντες εποίησαν, και αλλήλοις συγχωρηθέντες ήτουν εις τω ετέρω καταλλαγήναι, και μετά κλαυθμού ενηγκαλίζοντο, μήτε φιλτάτων τέκνων μνημονεύοντες ούτε γυναικών ή πλούτου φροντίζοντες, ει μη μόνον του αποθανείν ίνα την πατρίδα φυλάξωσι…». Περί Αλώσεως…, ό.π., σσ. 187-190 (Σ.τ.Μ.)
    [5] Φραντζής: «είτα ελθών εις τα ανάκτορα […] εν τήδε τη ώρα τις διηγήσεται τους τότε κλαυθμούς και θρήνους τους εν τω παλατίω; ει και από ξύλου άνθρωπος ή εκ πέτρας ην, ουκ εδύνατο μη θρηνήσαι.». Η συνέχεια του κειμένου, στ. 867-874, αυτόθι, σ. 190 (Σ.τ.Μ.)
    [6] Νικολό Μπάρμπαρο, Χρονικό της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης. Στην ελληνική μετάφραση της Βανέσσας Α. Λάππα ως εξής: «Έχοντας παρακαλέσει η μια πλευρά και η άλλη το Θεό της να δώσει νίκη –εκείνοι το δικό τους κι εμείς τον εδικό μας– ο Κύριος και Θεός ημών όρισε στον ουρανό μαζί με τη μητέτα Του ποιοιθα έβγαιναν νικητές από τη σκληρή μάχη, της οποίας αύριο θα δούμε την κατάληξη.». Δες Γεώργιος Φραντζής, Νικολό Μπάρμπαρο, Η Πόλις εάλω, εκδ. Λιβάνη 1993, σ. 186 (Σ.τ.Μ.)
    [7] Rika’at ή Rakat ονομάζεται η σε τέσσερεις φάσεις γονυκλισία των Μωαμεθανών κατά την προσευχή τους, προφέροντας φράσεις του Κορανίου –η παρένθεση του μεταφραστή. (Σ.τ.Μ)
    [8] Όπως συνάγεται από το όλο κεφάλαιο του Σέρραρντ, μέρος του οποίου παρουσιάζουμε εδώ. –η παρένθεση του μεταφραστή. (Σ.τ.Μ)
    [9] Οι Οθωμανοί ονόμαζαν Dersaadet, Πύλη της Ευδαιμονίας, Παράδεισο την Κωνσταντινούπολη, η οποία ωστόσο διατήρησε το όνομα του ιδρυτή της, Kostantiniyye, έως το 1923. Αυτή την εσχατολογική εικόνα της Πόλης άλλωστε αναλύει ο Σέρραρντ στο βιβλίο του, από την ίδρυσή της, ως Νέα Ρώμη, τη θέση της για τους Βυζαντινούς, λόγω των ιερών θησαυρών και της εσχατολογικής της μοίρας, ως Νέας Ιερουσαλήμ και τη μετάλλαξή της (καταστροφή της) από του Οθωμανούς, οι οποίοι ωστόσο συνέχισαν να αποδίδουν εσχατολογική μοίρα στην πόλη, όπως φαίνεται και από το απόσπασμα του Sa’d-ud-din, που κατακλείει το βιβλίο. (Σ.τ.Μ.)
    [10] Την 1η Ιουνίου 1453, οπότε και έληξε η τριήμερη λεηλασία. (Σ.τ.Μ.)
    [11] Των Μωαμεθανών εννοείται (Σ.τ.Μ)
    [12] Khoja Sa’d-ud-din, The Capture of Constantinople from the Taj-ut-Tevarikh, trans. E. J. W. Gibb, Glasgow, 1879.

    http://www.antifono.gr/portal/%CE%BA%CE%B1%CF%84%CE%B7%CE%B3%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B5%CF%82/%CE%B8%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1-%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%AF%CE%B1/%CE%B3%CF%81%CE%B1%CF%80%CF%84%CF%8C%CF%82-%CE%BB%CF%8C%CE%B3%CE%BF%CF%82/5361-%C2%AB%CE%B7-%CE%B1%CF%80%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%AE%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7-%CE%BC%CE%B9%CE%B1%CF%82-%CE%B5%CE%B9%CE%BA%CF%8C%CE%BD%CE%B1%CF%82%C2%BB-%CE%B7-%CE%AC%CE%BB%CF%89%CF%83%CE%B7-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%BA%CF%89%CE%BD%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%BF%CF%8D%CF%80%CE%BF%CE%BB%CE%B7%CF%82.html

  33. ΠΑΝΟΣ ΕΥΑΓΓΕΛΟΠΟΥΛΟΣ*
    Για την Πτώση της Πόλης…
    ΠΟΛΙΤΙΚΗ 31.05.2016
    Δεν θα μπορούσε να ξεκινήσει κανείς καλύτερα ένα κείμενο για την Πτώση της Πόλης παρά μόνον με τα λόγια του Κωνσταντίνου ΙΑ΄ Παλαιολόγου. Ιδού λοιπόν τι έλεγε ο τελευταίος Αυτοκράτωρ Ελλήνων και Ρωμαίων, όπως το διέσωσε και το εξέδωσε στην Κέρκυρα το 1477 ο Μεγάλος Λογοθέτης Γεώργιος Φραντζής:

    «Γνωρίζω δὲ ὅτι αὕτη ἡ μυριαρίθμητος ἀγέλη τῶν ἀσεβῶν, …, ἡμᾶς ἀπέκλεισε, καὶ καθ᾿ ἑκάστην τὸ ἀχανὲς αὐτοῦ στόμα χάσκων, πῶς εὕρῃ καιρὸν ἐπιτήδειον ἵνα καταπίῃ ἡμᾶς καὶ τὴν πόλιν ταύτην, …, ἐλπίδα καὶ χαρὰν πάντων τῶν Ἑλλήνων τὸ καύχημα πᾶσι τοῖς οὖσιν ὑπὸ τὴν τοῦ ἡλίου ἀνατολήν.

    Καὶ οὕτως λογίσθητε ὡς ἐπὶ ἀγρίων χοίρων καὶ πληθὺν κυνήγιον, ἵνα γνώσωσιν οἱ ἀσεβεῖς ὅτι οὐ μετὰ ἀλόγων ζῴων ὡς αὐτοί, παράταξιν ἔχουσιν, ἀλλὰ μετὰ κυρίων καὶ αὐθεντῶν αὐτῶν καὶ ἀπογόνων Ἑλλήνων καὶ Ῥωμαίων.»

    Το Βυζάντιο, η πάλαι ποτέ Μεγάλη Αυτοκρατορία των Ελλήνων, είναι η μεγάλη μήτρα του Νέου Ελληνισμού, του Σύγχρονου Ελληνισμού που ζούμε και βιώνουμε ακόμη και σήμερα. Γλώσσα, Θρησκεία, Ονόματα, μικρά και μεγάλα, γιορτές, πανηγύρια, ήθη και έθιμα και άλλες μυριάδες λεπτομέρειες. Ολα ίδια απλώνονται στη σύγχρονη Ελλάδα αλλά και απανταχού στην οικουμένη όπου διαβιούν και ανθούν οι ελληνικές παροικίες. Πολύ δικαίως ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έγραψε ότι χάρη μας κάνουν οι Δυτικοί που μετονόμασαν τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία σε Βυζαντινή, διότι ευθέως παραπέμπει στην αδιαμφισβήτητη ελληνικότητά της, αφού εκεί ήτο η Αρχαιοτάτη Ελληνική Αποικία, το Βυζάντιο που ίδρυσε ο Βύζας ο Μεγαρεύς.

    Ο Μεγάλος Κωνσταντίνος απευθυνόμενος στην Πρώτη Οικουμενική Σύνοδο τούς μιλάει στα Ελληνικά. Οταν αργότερα ο Ιουλιανός ο Παραβάτης απαγορεύει στους χριστιανούς να χρησιμοποιούν την Ελληνική, ο Γρηγόριος ο Ναζιανζηνός τού απαντά με το χειμαρρώδες κείμενο του «Τίνος το Ελληνίζειν». Ο Μέγας Βασίλειος υπαγορεύει στους νέους χριστιανούς να μελετούν τα αρχαία ελληνικά έργα. Η ελληνικότητα της Αυτοκρατορίας σφραγίζεται από την αναγνώριση της Ελληνικής ως της επίσημης γλώσσας της Αυτοκρατορίας από τον Ηράκλειο, αλλά αυτό μόνον συμβολική σημασία έχει, αφού η Νέα Αυτοκρατορία από αιώνες πριν είναι ελληνική και μάλιστα από τη γέννησή της, αφού μόνον από τη μεταφορά της έδρας της από τη Ρώμη στην Κωνσταντινούπολη, σηματοδοτείται η υπεροχή της Ελληνικής Ανατολής έναντι της παρηκμασμένης και διαλυμένης Λατινικής Δύσης.

    Ολο το πλήθος της πνευματικής παραγωγής του Βυζαντίου είναι στην Ελληνική και παρά τα εξόχως επικριτικά εναντίον του Βυζαντίου από σπουδαίους λόγιους της Δύσης όπως ο Βολταίρος και ο Γίββων, το Βυζάντιο αποδεδειγμένα πλέον δεν ήταν ο σκοτεινός μεσαίωνας της Δύσης αλλά η φωτεινή των Ελλήνων Ανατολή που οι Δυτικοί σέβονταν αλλά και φοβόνταν τουλάχιστον μέχρι το ζενίθ της Αυτοκρατορίας κατά τη Μακεδονική Δυναστεία υπό του Βασιλείου του Βουλγαροκτόνου στα τέλη του δεκάτου αιώνα. Αλλά ακόμη και μετά που έρχεται η βαθιά πολιτική και στρατιωτική παρακμή, το Βυζάντιο συνεχίζει να ανθεί πνευματικά, καταλήγοντας με την Παλαιολόγεια Αναγέννηση, τελευταία και έσχατη πνευματική ικμάδα του Βυζαντίου προ της κατάλυσής του. Τοιαύτη πνευματική καρποφορία προ του τέλους μόνον μεγάλοι πολιτισμοί το επιτυγχάνουν στην Ιστορία!

    Ενα σπαρακτικό παράδειγμα της πνευματικότητας του Βυζαντίου κατά την περίοδο της ραγδαίας παρακμής του είναι η περίπτωση του Μιχαήλ Χωνιάτη, αδελφού του άλλου μεγάλου Βυζαντινού λόγιου Νικήτα. Ο Μιχαήλ Χωνιάτης όταν έγινε Μητροπολίτης Αθηνών σε μία ρημαγμένη καθ’ όλα χώρα, το πρώτο που έκανε ήταν να βελτιώσει την ελληνική παιδεία του ποιμνίου του. Επιλέγοντας Ομηρο και Πίνδαρο για την ποίηση, Δημοσθένη για την πολιτική και Θουκυδίδη για την ιστορία. Το ίδιο έκανε ο Σοφός Ευστάθιος, Μητροπολίτης Θεσσαλονίκης, την ίδια εποχή. Αυτά συνέβαιναν τέλη δωδεκάτου αιώνα και μαρτυρούν το πάθος για την ελληνική παιδεία στο Βυζάντιο ακόμη και στο μαρτυρικό τέλος του. Ενα μνημόσυνο για κάτι μεγάλο που έσβησε οριστικά είναι πικρό και το διαβάζεις πάντα με λύπη, αλλά για εμάς τους Ελληνες είναι κιβωτός που πρέπει να κρατήσουμε στη μνήμη αλλά και στη σύγχρονη παιδεία μας.

    * Επίκουρος καθηγητής Τμήμα Οικονομικών Επιστημών, Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου

    http://www.kathimerini.gr/861853/opinion/epikairothta/politikh/gia-thn-ptwsh-ths-polhs


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: