Οταν ο τρόμος πήρε την εξουσία

80  ΧΡΟΝΙΑ  ΑΠΟ  ΤΗΝ  ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ  ΤΟΥ  ΝΑΖΙΣΜΟΥ  ΣΤΗ  ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Mε αφορμή τη συμπλήρωση 80 χρόνων από την άνοδο του Αδόλφου Χίτλερ στην εξουσία κάναμε το παρακάτω αφιέρωμα με τη συμβολή της Έλλης Λεμονίδου.  Στο αφιέρωμα αυτό επιχειρώ να περιγράψω τις υπόγειες σχέσεις που συνδέουν τα ακροδεξιά αναθεωρητικά (προς τις ρυθμίσεις μετά τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο) κινήματα, δηλαδή το ναζιστικό στη Δύση και το κεμαλικό στην Ανατολή:

http://www.enet.gr/?i=issue.el.home&date=2013-02-17&s=istorika

Ιστορικά

80 ΧΡΟΝΙΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΠΙΚΡΑΤΗΣΗ ΤΟΥ ΝΑΖΙΣΜΟΥ ΣΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

  • ΤΟΥ ΒΛΑΣΗ ΑΓΤΖΙΔΗ (*)

    Οταν ο τρόμος πήρε την εξουσία

    Δέκα χρόνια μετά το πρώτο συνέδριο του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος στο Μόναχο, ο Αδόλφος Χίτλερ διορίζεται στις 30 Ιανουαρίου του 1933 καγκελάριος (πρωθυπουργός) από τον πρόεδρο του γερμανικού κράτους.

    Ένας επισκέπτης περνάει μπροστά από δύο πορτρέτα του ανθρώπου που αιματοκύλησε την Ευρώπη, όπως αυτά είχαν εκτεθεί πριν από τρία χρόνια στο Ιστορικό Μουσείο του Βερολίνου, στο πλαίσιο της έκθεσης "Χίτλερ και γερμανικό έθνος: το έγκλημα"Ένας επισκέπτης περνάει μπροστά από δύο πορτρέτα του ανθρώπου που αιματοκύλησε την Ευρώπη, όπως αυτά είχαν εκτεθεί πριν από τρία χρόνια στο Ιστορικό Μουσείο του Βερολίνου, στο πλαίσιο της έκθεσης «Χίτλερ και γερμανικό έθνος: το έγκλημα»

  • Ο δρόμος για την πλήρη επικράτηση του ναζισμού στη Γερμανία ήταν πλέον ανοιχτός. Η εντύπωση ότι εξαρχής είχαν την απόλυτη υποστήριξη του γερμανικού λαού είναι λανθασμένη. Στις εκλογές που έγιναν τον Μάρτιο του 1933 απέσπασαν μόλις το 43,9% των ψήφων. Και αυτό συνέβη, παρ’ ότι είχε περάσει μια δεκαετία συστηματικής προσπάθειας να προσεταιριστούν εθνικιστές και σοσιαλιστές και να ανατρέψουν τους όρους που θέσπισαν εις βάρος της Γερμανίας στις Βερσαλίες οι νικητές του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου.

    Η καταστρεπτική φύση του ναζιστικού καθεστώτος ήταν εμφανής σε κάθε επίπεδο. Για να μετατραπεί σε πλειοψηφικό ρεύμα στη γερμανική κοινωνία έπρεπε να κατασκευαστεί ένα επίφοβο αντίπαλον δέος. Και αυτό άρχισε με τη συστηματική δαιμονοποίηση των κομμουνιστών, με αφορμή την πυρπόληση του γερμανικού κοινοβουλίου, του Ράιχσταγκ. Το πρώτο στρατόπεδο συγκέντρωσης στο Νταχάου θα ιδρυθεί άμεσα, τον Μάρτιο του ’33, για να υποδεχτεί τους πολιτικούς αντιπάλους. Η εξαπάτηση του γερμανικού λαού, η άσκηση βίαιης πολιτικής κατά των διαφωνούντων με την πολιτική τους, η δράση ακραίων παραστρατιωτικών οργανώσεων, οδήγησαν σε μια γρήγορη αποδοχή των ναζιστικών οραμάτων από το γερμανικό λαό.

    Η μαζική ψυχολογία του φασισμού

    Ενδιαφέρουσα ανάλυση για την κατανόηση των υπόγειων ψυχολογικών διεργασιών που συνέβαλαν στην εμπέδωση της ναζιστικής ιδεολογίας στο γερμανικό λαό υπάρχει στο κλασικό έργο του Βίλχελμ Ράιχ με τίτλο «Η μαζική ψυχολογία του φασισμού» που εκδόθηκε παράλληλα με την άνοδο των ναζί στην εξουσία. Ο Ράιχ, ως έμπειρος κλινικός ψυχολόγος, διέκρινε την άδηλη σχέση της αυταρχικής καταπίεσης των ορμών, που ήταν χαρακτηριστικό της συντηρητικής γερμανικής κοινωνίας, με την ολοκληρωτική αυταρχική ιδεολογία. Μελέτησε τη φρασεολογία και τα ηθικά σχήματα του ναζισμού και ανακάλυψε τον τρόπο με τον οποίο χρησιμοποιήθηκε ο μυστικισμός για να διαμορφωθεί ένας μηχανισμός μόνιμης ψυχολογικής εξάρτησης ως υποκατάστατο μιας μη επιθυμητής ελευθερίας.

    Ο ναζισμός δεν εμφανίστηκε την επαύριο της στρατιωτικής ήττας και της οικονομικής κατάρρευσης της Γερμανίας καινοτομώντας σε ιδεολογικό κενό. Οι ρίζες του βρίσκονται στο ρομαντικό ιδεαλιστικό πνεύμα της Γερμανίας, που αναπτύχθηκε κατά το 19ο αιώνα σαν αντίδραση στο πνεύμα του γαλλικού Διαφωτισμού. Στο γεωπολιτικό πεδίο επέλεξε την επέκταση προς τη νοτιοανατολική Ευρώπη και τη Μικρά Ασία, την Ost-politik, η οποία αποδείχτηκε μοιραία για την Εγγύς Ανατολή.

    Ο θαυμασμός του Νίτσε

    Βασικό ρόλο στην τελική διαμόρφωση της ναζιστικής ιδεολογίας -όπως και της νεοτουρκικής βεβαίως σε πολύ απλοϊκότερη εκδοχή- έχουν οι απόψεις του Νίτσε, οι οποίες εκχυδαΐστηκαν και χρησιμοποιήθηκαν εργαλειακά. Στη ναζιστική ρητορική εντάσσεται ο θαυμασμός του Νίτσε για τη σκληρότητα, τη δύναμη, τον υπεράνθρωπο, όπως και η λατρεία του για τον ανώτερο άνθρωπο που συμβαδίζει με την επιθυμία εξαφάνισης των ξεπεσμένων φύλων. Πρωτόλεια εκδοχή της ναζιστικής κοσμοθεωρίας εντοπίζεται στο έργο του Ziya Gokalp, ιδεολογικού πατέρα του τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος περιέγραφε στο περιοδικό «Yeni Hayat» το 1911 το νέο άνθρωπο της νεοτουρκικής Νέας Τάξης: «Οι Τούρκοι ήταν οι «υπεράνθρωποι» που είχε φανταστεί ο Γερμανός φιλόσοφος Nietzsche… Από την τουρκότητα θα γεννηθεί η νέα ζωή…». Ακριβώς έναν τέτοιο «υπεράνθρωπο», Γερμανό αυτή τη φορά, θα ονειρευτεί ο Αδόλφος Χίτλερ 15 χρόνια αργότερα.

    Η πολιτική της γερμανικής Δεξιάς εντάσσεται σε μια προαστική προσπάθεια κυριαρχίας των τοπικών φεουδαρχών και γαιοκτημόνων και στο σημείο αυτό συναντά και συμπορεύεται με το τουρκικό εθνικιστικό κίνημα, το οποίο επίσης είχε προαστικά, αντιεκσυγχρονιστικά και φεουδαρχικά χαρακτηριστικά και βάσιζε την πολιτική του σε έναν ακραίο ρατσιστικό λόγο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων της Ανατολής, επιδιώκοντας την καταστροφή των αστικών στρωμάτων και την ιδιοποίηση του πλούτου που αυτά είχαν παράξει.

    Αυτή ήταν η ιστορική βάση που με καταλύτη τις μεταπολεμικές εξελίξεις οδήγησε στην εμφάνιση του ναζισμού. Ο φυλετισμός, που βρήκε το αποκορύφωμά του στη ναζιστική ρητορική, ενυπήρχε στην κουλτούρα της γερμανικής Δεξιάς. Ακόμα και ο αγκυλωτός σταυρός, ήταν ένα από τα σύμβολα της γερμανικής Δεξιάς και προϋπήρχε της εμφάνισης των ναζί.

    (*) Διδάκτωρ Σύγχρονης Ιστορίας και μαθηματικός

  •  

    Από την «αποίκηση της Μικράς Ασίας» στην «κατάκτηση της Ρωσίας»

    Η προσπάθεια της ναζιστικής Γερμανίας για επέκταση προς την Ανατολή με την ενσωμάτωση της Κεντρικής Ευρώπης και της Ρωσίας είχε τις ρίζες της σε βαθύτατη ριζωμένη αντίληψη, που ταύτιζε την επιβίωση της Γερμανίας με την κατάκτηση νέων περιοχών.Η αντίληψη αυτή είχε οδηγήσει, λίγα χρόνια πριν, στον καταστρεπτικό Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

    Ενας από τους πρώτους στόχους ήταν ο χώρος της Μικράς Ασίας. Φαίνεται ότι οι Γερμανοί στη διαδικασία της κρατικής τους συγκρότησης λειτούργησαν καταλυτικά, πυροδότησαν τον ακραίο τουρκικό εθνικισμό και καλλιέργησαν το ρατσισμό κατά των Ελλήνων, των Αρμενίων και των υπόλοιπων χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

    Οι γερμανικές ιμπεριαλιστικές φιλοδοξίες για τη Μικρά Ασία είχαν διαμορφωθεί από τις απαρχές της συγκρότησης της γερμανικής εθνικής ιδεολογίας. Χαρακτηριστικό είναι το βιβλίο του δρος Κέρκερ (Dr. Kerker), το οποίο εκδόθηκε στο Βερολίνο το 1867 και έφερε τον αποκαλυπτικότατο τίτλο «Μικρά Ασία, περιοχή αποίκησης των Γερμανών» («Klein Asien. Siedlungsgebiet Deutschen»).

    Ομως μόνο προς τα τέλη του 19ου αιώνα η προοπτική αυτή μπόρεσε να μετατραπεί σε πολιτική της Γερμανίας του Κάιζερ, οδηγώντας σε μια θανάσιμη συμμαχία με τους Οθωμανούς στην αρχή και τους Νεότουρκους στη συνέχεια.

    Ετσι αναδιοργάνωσαν τον οθωμανικό στρατό και εκπαίδευσαν Οθωμανούς αξιωματικούς στους οποίους εμφύσησαν το μιλιταριστικό και ρατσιστικό πνεύμα, με αποτέλεσμα τη συγκρότηση των Νεότουρκων. Η Τουρκία έγινε το πιο σημαντικό πεδίο δράσης του γερμανικού ιμπεριαλισμού. Κινητήρια δύναμη ήταν οι γερμανικές τράπεζες, οι οποίες είχαν κολοσσιαίες επιχειρήσεις στην Ασία. Η γερμανική πολιτική κορυφώθηκε μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους, όταν οι Γερμανοί προσπάθησαν να φανατίσουν τις τουρκικές μάζες και να τις στρέψουν εναντίον των χριστιανών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Μια από τις καλύτερες αναλύσεις για το ζήτημα αυτό υπάρχει σε μια μπροσούρα της Ρόζας Λούξεμπουργκ υπό τον τίτλο «Η δραστηριότητα των Γερμανών Ιμπεριαλιστών στην Τουρκία».

    Η μεγάλη ήττα

    Η ήττα των Γερμανο-Αυστριακών, των Νεότουρκων κ.ά. στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο θα επιφέρει τη ρύθμιση των μεταπολεμικών γεωπολιτικών και οικονομικών ισορροπιών και σχέσεων με δύο σημαντικές συνθήκες: των Βερσαλιών και των Σεβρών. Στις ηττημένες χώρες θα εμφανιστούν, σχεδόν αμέσως, ακροδεξιά κινήματα αναθεώρησης. Στη Γερμανία, οι ναζιστές θα εκφράσουν τελικά το κίνημα δυσαρέσκειας που επεδίωκε την ανατροπή των όρων της Συνθήκης των Βερσαλιών. Στην υπό διάλυση Οθωμανική Αυτοκρατορία, το αντίστοιχο κίνημα θα εκφραστεί από τους εθνικιστές του Μουσταφά Κεμάλ πασά. Στο πλαίσιο των προσπαθειών αναθεώρησης θα εμφανιστούν ακραίες ρατσιστικές ιδεολογίες: οι Τούρκοι εθνικιστές θα εξοντώσουν ολοκληρωτικά τις χριστιανικές κοινότητες, ενώ οι ναζί τους Εβραίους και τις άλλες «ανεπιθύμητες» εθνικές ή φυλετικές ομάδες.

    Μια ενδιαφέρουσα αλλαγή, που επέφερε ο ναζισμός στην παραδοσιακή γερμανική πολιτική, είναι η μετάθεση του επεκτατικού στόχου. Ο στόχος της «αποίκησης της Μικράς Ασίας» θα αντικατασταθεί με την «κατάκτηση της Ρωσίας». Ο Χίτλερ επαναλαμβάνει στο «Mein Kampf» (Ο Αγών μου) την παλιά πεποίθηση της γερμανικής Δεξιάς, ότι δηλαδή ήταν ανάγκη για την επιβίωση της Γερμανίας η επέκταση έξω από τα τρέχοντα σύνορά της, ώστε να εξασφαλίσει την αυτάρκεια «τόσο ως προς τα τρόφιμα όσο και ως προς την οικονομία». Μόνο που συνειδητά εγκαταλείπει τους παλιούς γεωγραφικούς στόχους: «Θέτουμε τέλος στη μακραίωνη προέλασή μας προς τη Νότια και Δυτική Ευρώπη, και στρέφουμε το βλέμμα μας προς την Ανατολή (σ.τ.σ. Ρωσία)».

    ΒΛ. ΑΓ.
  • ———————————————————————————

    Γερμανοί  και  «Τελική  Λύση»

  • ΤΗΣ ΕΛΛΗΣ ΛΕΜΟΝΙΔΟΥ*

    Από τη λήξη του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, αλλά και στις δεκαετίες που ακολούθησαν, η ιστορική προσέγγιση σε σχέση με τη στάση του γερμανικού λαού εν γένει ως προς το ναζιστικό καθεστώς και ειδικότερα ως προς το εβραϊκό ζήτημα και την «Τελική Λύση» χαρακτηρίστηκε από μια σειρά γενικεύσεων.

    Από τη μια μεριά, υποστηρίχθηκε πως ο γερμανικός πληθυσμός είχε ασπαστεί σύσσωμος τη ναζιστική ιδεολογία, συνιστώντας μια ομοιόμορφη, μαζική και ενθουσιώδη κοινή γνώμη που στήριξε τον Χίτλερ στην πολιτική του – και σε σχέση με το εβραϊκό ζήτημα. Από την άλλη, από τους Γερμανούς κυρίως, επινοήθηκε και υιοθετήθηκε μια απολογητική αυτοεικόνα, που έδωσε έμφαση κυρίως στην καταπίεση και την τρομοκρατία του καθεστώτος, η οποία είχε αναγκάσει τους πολίτες να αποδεχτούν τη ναζιστική πολιτική. Αποκλειστικός υπεύθυνος για το Ολοκαύτωμα, σύμφωνα με αυτή την εκδοχή, υπήρξε ο Χίτλερ και οι στενοί συνεργάτες του, που ενήργησαν αντίθετα με τη βούληση της πλειοψηφίας του γερμανικού λαού.

    Απόλυτη «φίμωση»

    Ωστόσο, η έρευνα και η σχετική βιβλιογραφία των τελευταίων ετών έχει απορρίψει τις παραπάνω γενικευτικές και απλουστευτικές ερμηνείες. Εχει αποδειχτεί πως σε καμία περίπτωση η γερμανική κοινωνία δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως μια ομοιόμορφη μάζα, τα μέλη της οποίας, διαποτισμένα από τη ναζιστική ιδεολογία και προπαγάνδα, αναγκάστηκαν να αποδεχτούν αδιαμαρτύρητα τις ναζιστικές πολιτικές. Η συνεχής και συστηματική εναντίωση της πλειοψηφίας του γερμανικού λαού έως και τα τέλη της δεκαετίας του 1930 απέναντι σε μέτρα που επιδείνωναν τις συνθήκες διαβίωσής του, ή οι αντιρρήσεις, ακόμη και εν καιρώ πολέμου, σε σχέση με επίσημες αποφάσεις (π.χ. οι έντονες αντιδράσεις, τον Αύγουστο του 1941, επιφανών ιερωμένων ενάντια στο «πρόγραμμα ευθανασίας») αποδεικνύουν το αβάσιμο της άποψης πως η πολιτική καταστολής του συστήματος αποθάρρυνε ή φίμωνε κάθε είδους αντίδραση.

    Με τον ίδιο τρόπο και σε ό,τι αφορά το εβραϊκό ζήτημα, η στάση των Γερμανών δεν ήταν ενιαία. Υπήρχε μια ισχυρή μειοψηφία που τασσόταν σταθερά κατά των Εβραίων, ενώ κάποιες άλλες, λιγοστές, φωνές είχαν εκφράσει τη συμπαράσταση και την αλληλεγγύη τους στο διωκόμενο εβραϊκό πληθυσμό. Ωστόσο, η πιο διαδεδομένη στάση, αυτή δηλαδή που υιοθετήθηκε από τη συντριπτική πλειονότητα των Γερμανών, υπήρξε η αδιαφορία και η απάθεια για τη μεταχείριση και την τύχη των Εβραίων, μια στάση που ήταν βεβαίως συμβατή με τον προϋπάρχοντα λανθάνοντα αντισημιτισμό της γερμανικής κοινωνίας.

    «Ενεργό» μίσος

    Στην πραγματικότητα, πέρα από ελάχιστες περιπτώσεις στις οποίες το εβραϊκό ζήτημα απασχόλησε έντονα την κοινή γνώμη, από το 1933 και μετά το θέμα αυτό άγγιζε ολοένα και λιγότερο την καθημερινή ζωή των Γερμανών. Με τα επίσημα μέτρα καταστολής, τα οποία κορυφώθηκαν με τις απελάσεις, οι Εβραίοι σταδιακά αποκλείστηκαν από κάθε είδους επαφή με τους συμπατριώτες τους – ουσιαστικά εξαφανίστηκαν από το δημόσιο χώρο, από το οπτικό πεδίο και εν τέλει από τη σκέψη των Γερμανών. Ακόμη και στα χρόνια του πολέμου, κατά τη διάρκεια των οποίων οι Γερμανοί πολίτες γνώριζαν για τις ωμότητες και τις μαζικές εκτελέσεις Εβραίων στις περιοχές της Ανατολικής Ευρώπης -έστω και αν ήταν σίγουρα δύσκολο να φανταστούν όλη τη φριχτή αλήθεια για την «Τελική Λύση»-, το εβραϊκό ζήτημα απασχολούσε ελάχιστα τους απλούς πολίτες, οι οποίοι, απορροφημένοι από τα δικά τους προβλήματα, εναπόθεταν στο κράτος την ευθύνη των σχετικών αποφάσεων.

    Με αυτό τον τρόπο, όμως, επέτρεψαν να αναπτυχθεί το «ενεργό» μίσος της μειοψηφίας των φανατικών, και, συνεπώς, να υλοποιηθεί χωρίς κανένα εμπόδιο το Ολοκαύτωμα. «Ο δρόμος για το Αουσβιτς μπορεί να φτιάχτηκε από μίσος, αλλά στρώθηκε με αδιαφορία», ισχυρίζεται σχετικά ο Βρετανός ιστορικός Ian Kershaw, ο οποίος υπενθυμίζει και τις παρατηρήσεις του Willy Brandt από την εισαγωγή του σε ένα βιβλίο για τις γερμανο-εβραϊκές σχέσεις: «Αν έχουμε κάτι να διδαχτούμε από την εξόντωση εκατομμυρίων Εβραίων, είναι ότι οι έντιμοι άνθρωποι -άντρες και γυναίκες- μαθαίνουν να κάνουν επιλογές με γνώμονα το καλό, και να τις κάνουν προτού εγκαθιδρυθεί η όποια εγκληματική εξουσία. Είναι το μοναδικό μάθημα που πρέπει να μας διδάσκει η Ιστορία, ώστε να μην επαναλαμβάνεται».

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

    ΙΑΝ KERSHAW, ΤΗΕ ΝΑΖΙ DICTATORSHIP. PROBLEMS AND PERSPECTIVES OF INTERPRETATION, EDWARD ARNOLD, LONDON, 1985. PETER LONGERICH, «NOUS ΝΕ SAVIONS PAS». LES ALLEMANDS ΕΤ LA SOLUTION FINALE, 1933-1945, EDITIONS HELOISE D’ ORMESSON, PARIS, 2008. ΙΑΝ KERSHAW, Ο ΧΙΤΛΕΡ, ΟΙ ΓΕΡΜΑΝΟΙ ΚΑΙ Η «ΤΕΛΙΚΗ ΛΥΣΗ», ΠΑΤΑΚΗΣ, ΑΘΗΝΑ, 2009.

    (*)ΛΕΚΤΟΡΑΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΣΤΟ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ

6 comments so far

  1. Did the Armenian Genocide Inspire Hitler?
    Turkey, Past and Future

    by Hannibal Travis
    Middle East Quarterly
    Winter 2013, pp. 27-35 (view PDF)
    Print Send RSS
    Share Share

    It is well known by genocide scholars that in 1939 Adolf Hitler urged his generals to exterminate members of the Polish race.[1] «Who speaks today of the extermination of the Armenians?» Hitler asked, just a week before the September 1, 1939 invasion of Poland.[2] However, while it is generally agreed that Hitler was well aware of the Armenian genocide,[3] some genocide scholars and historians of the Ottoman Empire have questioned whether he actually made the above statement or even intended to exterminate portions of the «Polish race.»[4]

    Still, there is evidence that the massacre of the Ottoman Armenians helped persuade the Nazis that national minorities posed a threat to empires dominated by an ethnic group such as the Germans or the Turks. Furthermore, these minorities could be exterminated to the benefit of the perpetrator with little risk. Indeed, it was German officials who had smuggled out of the Ottoman Empire the leaders of the Young Turk regime, culpable for the deaths of over a million Armenians and a million or more other Christian minorities such as the Assyrians and Greeks.[5] Diverse historical evidence suggests that Hitler viewed the Armenians and Poles as analogous; in several ways, his statement about the Armenians was consistent with his other beliefs and writings.

    A number of clues point to the possibility that Hitler’s «final solution» was inspired by the Turkish massacre of its Armenian population in 1915. His infamous 1939 question, «Who speaks today of the extermination of the Armenians?» although hotly debated concerning its authenticity, is only one indication leading to that conclusion.
    The Assassin’s Leak

    The historical context of Hitler’s statement and the manner in which it came to Western attention has long been problematic. On November 24, 1945, The Times of London published an article stating that Hitler referred to the extermination of the Armenians during an address to his commanders-in-chief on August 22, 1939, a statement that was read at a hearing of the Nuremberg trial. Hitler’s speech asserted that the

    aim of the war is not to attain certain lines, but consists in the physical destruction of the opponent. Thus, for the time being, I have sent to the East only my «Death’s Head units» with the order to kill without pity or mercy all men, women, and children of Polish race or language. Only in such a way, will we win the vital living space that we need. Who still talks nowadays of the extermination of the Armenians?[6]

    The anti-Nazi writer Louis Lochner, a former bureau chief of the Associated Press in Berlin, quoted Hitler’s statement from an original Nazi document before the Nuremberg trials had even convened.[7] Lochner had a variety of sources within the Nazi government and had been interned from December 1941 to May 1942 before being exchanged for German diplomats interned in the United States. After his release, he published What about Germany? containing the quote mentioning the Armenians.[8] The quote was used in the November 1945 The Times article, which cited the ongoing proceedings of the Nuremberg trials.

    Two additional copies of the memorandum describing Hitler’s speech were found immediately after the war in the files of the Oberkommando der Wehrmacht (German High Command, OKW), but neither contained the Armenian quote. Nor was either military document signed as would be expected for an official record of a meeting. These incongruities led Nuremberg prosecutors to conclude that there had been two Hitler speeches on August 22 and that the Lochner version containing the quote was a merger of notes from both. As a result of the disparities, objections were made by lawyers for two Nuremberg defendants, Hermann Göring and Erich Raeder, to the authenticity of the OKW versions and to the inclusion of the Lochner document in evidence. The key issue for the defense was not the Armenian quote per se but rather the term «brutal measures,» which they claimed was never used by Hitler although they conceded that he had used «severe» expressions.[9]

    Since the prosecution had other records of the meetings, as well as one introduced by defendant Raeder, the Lochner document was included in the trial record but was not introduced as evidence. In the context of the Nuremberg trials, the overriding issue was not the Armenian quote but Hitler’s call for a brutal war of aggression against Poland. But defenders of the Ottoman Empire regard the court’s decision as key: The military versions of Hitler’s speech without the quote are viewed as more reliable, and the Lochner version as suspect or tainted.[10]

    The question of Lochner’s source for the document, and hence the quote, has therefore been the crux of intense historical interest. Lochner himself indicated only that he had obtained it from «Mr. Maass» without saying who the original source was at the August 22, 1939 meeting. But subsequent research had shown that the Lochner and The Times versions have a clear chain of transmission.[11] The original source of Hitler’s speech on the Poles and the Armenians and of its transmission to The Times was Wilhelm Canaris,[12] head of the Abwehr, a German military intelligence organization, and a leading figure in the military opposition to Hitler. Canaris became involved with several conspiracies against the dictator, including a July 20, 1944 assassination plot. Another member of the German resistance, Hans Bernd Gisevius, confirmed that Canaris took notes of the speech even though it was «forbidden to do so.»[13]

    Canaris’s notes were passed to three men, all of whom were executed before the Nuremberg trials convened and thus could not be questioned: Hans Oster, Ludwig Beck, and Hermann Maass. Historian Kevork Bardakjian concluded that Canaris likely passed the notes to his deputy, Oster, who then transmitted them to Beck, a conservative general and former chief of the General Staff, who had long opposed Nazi influence on the German military and foreign policy. Beck probably instructed Maass, formerly general manager of the Reich Committee of German Youth Associations, to give the document to Lochner due to Beck’s role as a «leader of the German resistance.» Like Canaris, Beck was involved in a number of conspiracies and was executed after the failure of the July 20, 1944 plot to assassinate Hitler, in which he had a leading role.[14] Finally, historian Winfried Baumgart has argued that Canaris’s notes also appear to have been the source of the two unsigned documents in the German high command files.[15]

    Gisevius and Oster believed that the invasion of Poland gave them a unique chance to get rid of Hitler and ensure peace with Poland.[16] Canaris’s opposition to Hitler was wide-ranging. An official with British intelligence boasted of having «buil[t] … up» Canaris as a potential assassin of Hitler.[17] In 1944, the Gestapo found documents revealing Canaris to be conspiring with Catholics and the West against Hitler. The admiral was executed in a concentration camp on April 9, 1945, for plotting a coup against Hitler, along with Oster.[18]

    Turkish Historians on the «Armenian Quote»

    Hitler’s citation of the Armenians in his August 22, 1939 meeting has been an important concern for Turkish historians and pro-Ottoman analysts. Türkkaya Ataöv of Ankara University, with the apparent endorsement of the Turkish government, has contended that the Armenian quote does not appear in Nuremberg documents and is a forgery. He goes further to assert that no Armenian genocide took place, that Armenians had collaborated with the Nazis, and that Turks had welcomed Jews.[19]

    Similarly, Princeton University professor Heath Lowry suggested in 1985 that the lack of clear evidence that Hitler’s alleged statement about the Armenians was «authentic» should have put an end to attempts to recognize the Armenian genocide in exhibits of the U.S. Holocaust Memorial Museum, resolutions of the U.S. Congress, or in the curricula on the Holocaust established by state boards of education. The logical outcome, Lowry argued, was that the Armenian genocide was simply a type of «propaganda» and «vilification against the Republic of Turkey.»[20] Finally, Guenter Lewy, professor emeritus of the University of Massachusetts at Amherst, has contended that any attempt to link the anti-Armenian massacres and the Holocaust rests «on a shaky factual foundation.» But Lewy has conceded that the document containing Hitler’s statement about the Armenians might «represent an embellishment of points made in the speech» by Hitler to his generals in August 1939.[21]

    In contrast, in a notable 1995 article in Holocaust and Genocide Studies, Roger W. Smith, Eric Markusen, and Robert Lifton argued that Lowry was being professionally irresponsible in claiming that the Armenian genocide was simply a «ludicrous» Armenian claim. In their view, it was the more recent claim that Hitler did not refer to the Armenian genocide that lacked an evidentiary basis.[22] Moreover, they demonstrate that Lowry, like historian Justin McCarthy, had engaged in a pattern of protesting academic characterizations of the Armenian genocide that was welcomed by the Turkish government.[23] According to Inside Higher Education, McCarthy once called the Armenian genocide a «meaningless» idea and served on the board of a grant-making organization in Washington, D.C., the Institute for Turkish Studies, which has ties to the Turkish government. McCarthy argues that the Armenian case is dissimilar to the Holocaust and resembles the U.S. Civil War.[24]

    One of Lewy’s preferred sources for Hitler’s speech were the copies from the OKW, used by Nuremberg prosecutors to demonstrate command responsibility for numerous crimes in Poland. Lewy has argued that Hitler’s statement about the Armenians was not «accepted as evidence by the Nuremberg Tribunal,» citing Lowry to this effect.[25] Ankara University’s Ataöv similarly asserted: «Hundreds of thousands of captured Nazi documents were assembled as evidence in the trial of the major Nazi war criminals. One cannot find the oft-repeated Hitler ‘statement’ among these documents.»[26] The idea that the Hitler quote is a forgery and that it does not appear in the Nuremberg trial documents is frequently repeated on websites dedicated to denial of the Armenian genocide.

    While the Lochner document was not used at Nuremberg, even Lowry admits that volume VII of the compilation of evidence against the Nazis, entitled Nazi Conspiracy and Aggression, reproduced the statement.[27] That compilation contained in its introduction a description of the document series as the tribunal’s «documentary evidence demonstrating the criminality of the former leaders of the German Reich.»[28] This means that the document was introduced as evidence before the International Military Tribunal at Nuremberg even if it was not used on a specific day of the trials. The Lochner document with the Armenia quote was also included in the 1961 publication of foreign policy documents by the German Foreign Office.[29]

    The Armenian Genocide as Nazi Precedent

    As part of a larger effort to deny or downplay the Armenian genocide, some historians have claimed that Hitler did not cite the Armenians as an example of the impunity of perpetrators. They have also denied that the Armenian genocide provided the inspiration or any form of precedent for the design and conduct of Nazi aggression and genocide.

    One method has been to suggest that the Nazi program of extermination was a late creation. Thus, for example, Lewy suggested that Hitler did not order exterminations in Poland—or mention the extermination of the Armenians—because «by August 1939, Hitler had not yet decided upon the destruction of the Jews.»[30]

    This argument is unpersuasive for several reasons. First, as has been shown, there are compelling reasons to believe that Hitler’s statements about extermination in 1939 indeed cited the Armenians and were aimed at the Poles. Hitler’s intentions toward the Jews had been spelled out across many statements, including in the notorious January 1939 speech in which Hitler «prophesied» that another world war would result in the «annihilation of the Jewish race in Europe.» Second, Hitler had repeatedly engaged in virulent anti-Polish and anti-Slavic rhetoric prior to August 1939.[31] Third, Hitler’s decision to destroy Poland as a nation, while allowing some Poles to survive, was entirely consistent with his political philosophy that nations played out a chaotic struggle for life in an unforgiving world, as shown by history. Finally, there was the tacit acquiescence of the major powers in the Turkish model of ethnic cleansing and genocide. These may have provided Hitler with reasons to adopt it for Poland and the East.

    To what extent was the Armenian genocide understood as a model by Hitler? In a 1931 interview, he told a German newspaper editor that when deciding Germany’s future, one should «[t]hink of the biblical deportations and the massacres of the Middle Ages (Rosenberg refers to them) and remember the extermination of the Armenians.»[32] Hitler and other contemporary European leaders admired Mustafa Kemal Atatürk as a national leader who won for the Turkish people the living space it needed from the Slavs and the British. Speaking in 1925, Hitler «dwelt at length on patriotism and national pride and quoted approvingly the role of Kemal Atatürk of Turkey and the example of Mussolini, who had marched on Rome» a few weeks prior.[33]

    The parallels between Hitler and Atatürk were also noted at the time. The influential Foreign Affairs journal published an article in the 1930s stating, «Just as in Italy since 1922, and as in Germany since early in the present year, the conduct of political affairs in Turkey rests today on the personality of a leader. … By means of a clever scheme … the President, while constitutionally without undue influence, becomes the real autocrat.'» It argued that with the end of foreign «influence,» Turkey «had become an almost homogeneous state» in «national and religious» terms, so that its «Christian minorities hardly existed any longer.»[34] In early 1939, the German socialists had also pointed out the similarity between the Nazis and past leaders of Turkey.[35] Three days after the speech reported by Canaris, Hitler wrote to Mussolini that he hoped that the Turks could be persuaded to join Italy, Japan, and Russia in an anti-British coalition.[36] He planned to hand over parts of the southern Soviet Union to Turkey in due time.[37]

    The fate of the Armenians was also understood within Nazi ideology. A key influence on Hitler was the Prussian-educated British writer Houston Stewart Chamberlain. His work Foundations of the Nineteenth Century sold 250,000 copies by 1938 and secured his fame in Germany.[38] Volume 1 of this work offered a model for Germany, arguing that Turkey was «the last little corner of Europe in which a whole people lives in undisturbed prosperity and happiness,» and blaming non-German world powers (Britain and France) for encouraging an Armenian rebellion, in response to which «the otherwise humane Moslem rises and destroys the disturber of the peace.»[39]

    In 1927, leading Nazi theorist Alfred Rosenberg had published a booklet calling Chamberlain the «apostle and founder of a German future.»[40] In 1938, Rosenberg published a collection of speeches in which he commented that in 1921, after the Turkish minister Talat Pasha was murdered in Berlin by an Armenian, a campaign was waged in the «international press» to release the killer due to the history of struggle between Armenians and Turks.[41] Rosenberg endorsed the Turks’ resistance to Armenian claims for autonomy («den armenischen Staat im Staat»), comparing the Armenians to the Jews, because he claimed the Armenians engaged in espionage against Turkey as the Jews did against Germany.[42] He «praised Talat Pasha … [and] minimized the [Ottoman Christian] genocide.»[43]

    Rosenberg also introduced Max Erwin von Scheubner-Richter to Hitler. Scheubner-Richter had been the German vice-consul in Erzerum and documented the planning and implementation of the murder of Armenians by the Young Turks in the name of Islam and pan-Turkic ideology. Scheubner-Richter’s relationship to Hitler was so close that he was killed standing next to Hitler and Rosenberg during the failed Munich «Beer Hall» putsch of 1923. Hitler then dedicated the first part of Mein Kampf to his «irreplaceable» fallen comrade.[44] Armenian-American historian Vahkan Dadrian has argued that Scheubner-Richter had a «direct» influence on Hitler that may have included introducing him to the example of how the Ottoman Armenians (then called the «Jews of the Orient») were deported from their villages, worked to death, starved, and frozen to death during exposure to harsh winter conditions.[45] Mike Joseph has called Scheubner-Richter the «personal link from [the Armenian] genocide to Hitler.»[46] Scheubner-Richter’s reports regarding the genocidal solution to the Armenian question foreshadow and may have inspired Hitler’s later ideas and rhetoric regarding the Jews as did his descriptions of Turkish methods, including provocations and allegations of terrorism and revolution. Prior to his death, Scheubner-Richter urged that Germany be «cleansed» of alien peoples by «ruthless» measures.[47]

    Other high-ranking Nazis were also well-placed to learn how the Armenian genocide occurred and to inform Hitler. Franz von Papen became Hitler’s vice chancellor after serving as chief of staff of the Fourth Turkish Army during World War I and was responsible for managing German-Austrian and German-Turkish relations under the Nazis. Rudolf Hess, deputy inspector of concentration camps under Himmler, had served in the Ottoman-German forces fighting the Russians during World War I. Hans von Seeckt was chief of the Ottoman General Staff in 1917 and 1918 and «laid the groundwork for the later emergence of the Third Reich’s Wehrmacht» and «embraced Hitler and his ideology.»[48]

    The similarity of the genocidal methods employed by the Nazis and the Ottomans is also inescapable. Parallels between Ottoman and Nazi theory and practice include the central place of race in the self-conception of the fascist elites and the notion of relocating ethnic minorities to reservations. Hitler often expressed his belief that race was the dominant independent variable in history and that it had to be dealt with directly by any ethnonationalist leader who wanted to be successful.[49] «When the race is in danger of being oppressed,» he wrote, «the question of legality plays only a secondary role.»[50]

    Both the Ottomans and the Nazis also used the concept of ethnic «cleaning» or «cleansing.» While the Young Turks implemented a «clean sweep of internal enemies—the indigenous Christians,» according to the then-German ambassador in Constantinople,[51] the Nazis implemented a «housecleaning of Jews, intelligentsia, clergy, and the nobility.»[52] The official who announced the ethnic cleansing plan for Poland may have been aware of similar policies of the internal security officials of the Ottoman Empire, which resulted in «hundreds of thousands of the Ottoman Empire’s Muslims, Christian Armenians, and Orthodox Greeks [being] expelled or murdered.»[53] Hitler himself used «cleaning» or «cleansing» as a euphemism for extermination[54] and described his rule as being characterized by an «unheard of cleansing process.»[55] On December 12, 1941, Joseph Goebbels wrote in his diary that «with respect of the Jewish question, the Führer has decided to make a clean sweep.»[56] Finally, the impunity with which the Armenians had been slaughtered—the essence of Hitler’s August 22, 1939 remark—was reinforced by the international community’s failure to prevent the massacre of other peoples, including later massacres by the Italians using poison-gas and machine-guns in Ethiopia.[57]

    Conclusion

    Numerous ideological and political influences led from the Armenian genocide to the rape of Poland and the Holocaust. Chamberlain, Hess, Rosenberg, Seeckt, Scheubner-Richter, and von Papen all likely played a role in prompting Hitler to use Turkey’s example as a model for Poland. Hitler compared the two cases in his 1939 speech, which, like most evidence that the Holocaust took place, was not relied upon in the tribunal’s judgment.[58] Subsequent efforts to discredit the speech by defenders of the Ottoman Empire should not, however, blind us to the manifold connections between the Armenian genocide and that perpetrated by the Nazis.

    Hannibal Travis is the author of Genocide in the Middle East: The Ottoman Empire, Iraq and Sudan (Carolina Academic Press, 2010) and «The Assyrian Genocide: A Tale of Oblivion and Denial,» in Rene Lemarchand, ed., Forgotten Genocides: Denial, Oblivion, and Memory (University of Pennsylvania Press, 2011).

    [1] Adam Jones, Genocide: A Comprehensive Introduction, 2nd ed. (London: Routledge, 2010), p. 149.
    [2] Akten zur deutschen auswärtigen Politik 1918-1945, Federal Republic of Germany, Federal Foreign Office, ser. D, vol. 7, 1961, p. 193, fn. 1; Louis P. Lochner, What about Germany? (London: Hodder and Stoughton, 1943), p. 12.
    [3] Jones, Genocide, p. 173.
    [4] Heath W. Lowry, «The U.S. Congress and Adolf Hitler on the Armenians,» Political Communication and Persuasion, 3, 1985, pp. 111-39.
    [5] Vahakn Dadrian, «The Armenian Genocide in German and Austrian Sources,» in Israel Charny, ed., The Widening Circle of Genocide, vol. 3 (New Brunswick: Transaction, 1994), pp. 122-4.
    [6] Nazi Conspiracy and Aggression, vol. 7, U.S. Chief Counsel for the Prosecution of Axis Criminality (Washington, D.C.: Govt. Printing Office, 1946), p. 753.
    [7] Lowry, «The U.S. Congress and Adolf Hitler on the Armenians,» pp. 113-4, 121.
    [8] Lochner, What About Germany? pp. 11-2.
    [9] Kevork B. Bardakjian, Hitler and the Armenian Genocide (Toronto: Zoryan Institute, 1985), pp. 14-5, 18.
    [10] Lowry, «The U.S. Congress and Adolf Hitler on the Armenians,» p. 116.
    [11] Bardakjian, Hitler and the Armenian Genocide, pp. 20-3; idem, «Hitler’s ‘Armenian Extermination’ Remark, True or False?» The New York Times, July 6, 1985.
    [12] Vahakn Dadrian, «The Historical and Legal Interconnections between the Armenian Genocide and the Jewish Holocaust: From Impunity to Retributive Justice,» The Yale Journal of International Law, 23 (1998): 539-40; Allan Bullock, Walter Schellenberg, The Labyrinth: Memoirs of Walter Schellenberg, Hitler’s Chief of Counterintelligence (New York: Harper and Bros., 2000), pp. x-xi, 353, 359-60; Joachim Fest, Plotting Hitler’s Death: The Story of German Resistance, Bruce Little, trans. (New York: Metropolitan Books, Henry Holt, 1997), p. 5.
    [13] Bardakjian, Hitler and the Armenian Genocide, pp. 20-1.
    [14] Ibid., pp. 20-3; Bardakjian, «Hitler’s ‘Armenian Extermination’ Remark, True or False?»; Helen Fein, «Political Functions of Genocide Comparisons,» in Yehuda Bauer, Alice Eckardt, and Franklin H. Littell, eds., Remembering for the Future: Working Papers and Addenda, vol. 3 (Oxford: Pergamon Press, 1989), p. 2432.
    [15] Winfried Baumgart, «Zur Ansprache Hitler’s vor den Führern der Wehrmacht am 22. August 1939. Eine quellenkritische Untersuchung,» Vierteljahrshefte für Zeitgeschichte, Apr. 1968, pp. 120-49.
    [16] Fest, Plotting Hitler’s Death, p. 110.
    [17] John H. Waller, The Unseen War in Europe: Espionage and Conspiracy in the Second World War (London: I.B. Tauris, 1996), pp. 237, 357.
    [18] Bardakjian, Hitler and the Armenian Genocide, p. 22; Michael Mueller and Geoffrey Brooks, Canaris: The Life and Death of Hitler’s Spymaster (Annapolis: Naval Institute Press, 2007), pp. 208, 245-57.
    [19] Türkkaya Ataöv, «The ‘Armenian Question’: Conflict, Trauma and Objectivity,» Ministry of Foreign Affairs, Center for Strategic Research, Republic of Turkey, SAM Papers, no. 3 / 97 (1999), accessed Jan. 5, 2012.
    [20] Lowry, «The U.S. Congress and Adolf Hitler on the Armenians,» pp. 123-4.
    [21] Guenter Lewy, The Armenian Massacres in Ottoman Turkey: A Disputed Genocide (Salt Lake City: University of Utah Press, 2005), p. 265.
    [22] Roger W. Smith, Eric Markusen, and Robert Jay Lifton, «Professional Ethics and the Denial of Armenian Genocide,» Holocaust and Genocide Studies, Spring 1995, pp. 9, 12.
    [23] Ibid., pp. 9-10.
    [24] Scott Jaschik, «Genocide Deniers,» Inside Higher Education, Oct. 16, 2007.
    [25] Lewy, The Armenian Massacres in Ottoman Turkey, p. 265; Lowry, «The U.S. Congress and Adolf Hitler on the Armenians,» p. 120.
    [26] Ataöv, «The ‘Armenian Question,'» accessed Jan. 5, 2012.
    [27] Lowry, «The U.S. Congress and Adolf Hitler on the Armenians,» Appendix II.
    [28] Roger W. Barrett and William E. Jackson, «Preface,» in Nazi Conspiracy and Aggression, vol. 1, Nuremberg Commission, Jan. 20, 1946.
    [29] Akten zur deutschen auswärtigen Politik, p. 193, fn. 1.
    [30] Lewy, The Armenian Massacres in Ottoman Turkey, p. 265.
    [31] Richard Veatch, «Minorities and the League of Nations,» in United Nations Library, ed., The League of Nations in Retrospect (Boston-New York: Walter de Gruyter, 1983), p. 380; Otto Tolischus, «German Army Attacks Poland,» in Douglas Brinkley, ed., The New York Times Living History: World War II, 1939-1942: The Axis Assault (New York: Macmillan, 2003), p. 82; Henrik Eberle and Matthias Uhl, eds., The Hitler Book: The Secret Dossier Prepared for Stalin from the Interrogations of Hitler’s Personal Aides (Jackson, Tenn.: Public Affairs, 2006), pp. 47-8; William Shirer, The Rise and Fall of the Third Reich (New York: Simon and Schuster, 1960), pp. 872, 875.
    [32] Richard Breiting, Secret Conversations with Hitler: The Two Newly-discovered 1931 Interviews, Édouard Calic, ed. (New York: John Day, 1971), p. 81; Édouard Calic, Unmasked: Two Confidential Interviews with Hitler in 1931, Richard Barry, trans. (London: John Day, 1971), p. 81; Dadrian, «The Historical and Legal Interconnections between the Armenian Genocide and the Jewish Holocaust,» p. 540.
    [33] Martyn Housden, Hitler: Study of a Revolutionary‎ (New York: Psychology Press, 2000), p. 47.
    [34] Hans Kohn, «Ten Years of the Turkish Republic,» Foreign Affairs, Oct. 1933, pp. 143, 145.
    [35] Robert Gellately, Backing Hitler: Consent and Coercion in Nazi Germany (New York: Oxford University Press, 2002), p. 129.
    [36] Hitler to Mussolini, Aug. 25, 1939, in Max Domarus, ed., Hitler: Speeches and Proclamations 1932-1945: The Chronicle of a Dictatorship, vol. 3 (London: I.B. Tauris, 1996), p. 1689.
    [37] Robert Gellately, Lenin, Stalin, and Hitler: The Age of Social Catastrophe (New York: Random House, 2009), p. 422.
    [38] Shirer, The Rise and Fall of the Third Reich, pp. 152, 156.
    [39] Houston Stewart Chamberlain, The Foundations of the Nineteenth Century, vol. 1, John Lees, trans. (London: J. Lane, 1911), pp. 6-7.
    [40] Fritz Nova, Alfred Rosenberg: Nazi Theorist of the Holocaust (New York: Hippocrene Books, 1986), p. 12.
    [41] Alfred Rosenberg, Kampf um die Macht: Aufsätze von 1921-1932, Thilo von Trotha, ed. (Munich: F. Eher nachf., 1943), p. 435.
    [42] Ibid., p. 436.
    [43] Tessa Hofmann, «An Eye for an Eye: The Assassination of Talaat Pasha on the Hardenbergstrasse in Berlin,» in Huberta von Voss, ed., Portraits of Hope: Armenians in the Contemporary World, Alasdair Lean, trans. (New York: Berghahn Books, 2007), p. 295.
    [44] Jay W. Baird, To Die for Germany: Heroes in the Nazi Pantheon (Bloomington: Indiana University Press, 1992), p. 46.
    [45] Dadrian, «The Historical and Legal Interconnections between the Armenian Genocide and the Jewish Holocaust,» pp. 534-7.
    [46] Mike Joseph, «Max Erwin von Scheubner-Richter: The Personal Link from Genocide to Hitler,» in Hans-Lukas Kieser and Elmar Plozza, eds., Der Völkermord an Den Armeniern, Die Türkei und Europa (Zurich: Chronos, 2006), pp. 147, 198.
    [47] Dadrian, «The Historical and Legal Interconnections between the Armenian Genocide and the Jewish Holocaust,» pp. 535-6.
    [48] Dadrian, «Documentation of the Armenian Genocide,» p. 107; idem, «The Historical and Legal Interconnections between the Armenian Genocide and the Jewish Holocaust,» pp. 533-6.
    [49] Domarus, Hitler: Speeches and Proclamations 1932-1945, vol. 3, pp. 2618, 2748-9, 2593, 2717-8, 2764, 2774, 3130, 3260; Adolf Hitler, My Struggle (London: Hurst and Blackett, 1938), pp. 152-85.
    [50] Albert Camus, «State Terrorism and Irrational Terror,» in Roger Griffin and Matthew Feldman, eds., Fascism: Critical Concepts in Political Science (London: Routledge, 2004), p. 16.
    [51] German Ambassador in Constantinople, Wangenheim, to the German Imperial Chancellor, Bethmann Hollweg, DE/PA-AA/R14086, DuA Dok. 081 (gk.), June 16, 1915, in Wolfgang and Sigrid Gust, eds., A Documentation of the Armenian Genocide in World War I (n.p., 1995-2012); Richard Hovannisian, «Introduction: History, Politics, Ethics,» in Richard Hovannisian, ed., The Armenian Genocide: History, Politics, Ethics (New York: St. Martin’s Press, 1992), pp. xi-xii.
    [52] Shirer, The Rise and Fall of the Third Reich, p. 874.
    [53] Robert Gerwarth, Hitler’s Hangman: The Life of Heydrich (New Haven: Yale University Press, 2011), p. 151.
    [54] M. Cherif Bassiouni, «From Versailles to Rwanda in Seventy-Five Years: The Need to Establish a Permanent International Criminal Court,» Harvard Human Rights Journal, Spring 1997, p. 21.
    [55] Norman Hepburn Baynes, ed., The Speeches of Adolf Hitler, April 1922-August 1939, vol. 1 (New York: H. Fertig, 1969), pp. 1115-6.
    [56] Die Zeit (Hamburg), Jan. 9, 1998; Richard Weikart, Hitler’s Ethic: The Nazi Pursuit of Evolutionary Progress (New York: Palgrave Macmillan, 2009), p. 193.
    [57] George Baer, Test Case: Italy, Ethiopia, and the League of Nations (Stanford: Hoover Institution Press, 1976), pp. 66, 92-3, 170, 183, 199-214, 274, 281, 290-6; A.J. Barker, The Rape of Ethiopia, 2nd ed. (New York: Ballantine Books, 1971), pp. 106-29; Angelo Del Boca, The Ethiopian War, 1935-1941, P.D. Cummins, trans. (Chicago: University of Chicago Press, 1969), pp. 78-84, 109, 120; John W. Turner, «Mussolini’s Invasion and the Italian Occupation,» in A Country Study: Ethiopia (Washington, D.C.: Library of Congress, 1991), call no. DT373 .E83 1993.
    [58] Lewy, The Armenian Massacres in Ottoman Turkey, p. 265.

    http://www.meforum.org/3434/armenian-genocide-hitler

  2. Τέλμαν on

    Βερολίνο 1928: Χίτλερ, ένας «κλόουν» που τον αποθεώνουν τα
    πλήθη
    του Ντιέγκο Ριβέρα
    μετάφραση: Χρήστος Κεφαλής

    … αποσπάσματα από το κείμενο
    του μεγάλου μεξικανού ζωγράφου Ντιέγκο Ριβέρα (περιέχεται στο My Art, my Life: an
    autobiography, Dover 1991), που αναφέρεται στην επίσκεψή του στο Βερολίνο του 1928 και τη
    «γνωριμία» του με τον Χίτλερ.
    ***
    Μια επιδημία τρέλας είχε εξαπλωθεί στη
    χώρα. Την αισθάνθηκα σε δύο ξεχωριστές,
    φαινομενικά άσχετες περιπτώσεις.
    Μια νύχτα ο Μίντσενμπεργκ, μερικοί άλλοι
    φίλοι και εγώ μεταμφιεστήκαμε και, με
    πλαστά πιστοποιητικά, παρακολουθήσαμε
    την πιο εκπληκτική τελετή που έχω δει
    ποτέ. Πραγματοποιήθηκε στο δάσος του
    Γκρούνβαλντ, κοντά στο Βερολίνο.
    Πίσω από μια συστάδα δέντρων, στη μέση
    του δάσους, εμφανίστηκε μια παράξενη
    πομπή. Οι πορευόμενοι άνδρες και γυναίκες
    φορούσαν λευκούς χιτώνες και στεφάνια
    από ιξό, το τελετουργικό φυτό των
    δρυίδων. Στα χέρια τους κρατούσαν
    πράσινα κλαδιά. Ο ρυθμός τους ήταν αργός
    και τελετουργικός. Πίσω τους, τέσσερις
    άνδρες μετέφεραν έναν αρχαϊκό θρόνο στον
    οποίο καθόταν ένας άνθρωπος που
    αναπαριστούσε το θεό του πολέμου, τον
    Βόταν. Ο άνθρωπος αυτός δεν ήταν άλλος
    από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον
    Πάουλ φον Χίντεμπουργκ! Ντυμένος με
    αρχαία ενδυμασία, ο Χίντεμπουργκ ύψωσε
    μια λόγχη στην οποία ήταν χαραγμένα δήθεν μαγικά γράμματα του ρουνικού αλφάβητου. Το
    κοινό, εξήγησε ο Μίντσενμπεργκ, εκλάμβανε τον Χίντεμπουργκ ως μετενσάρκωση του Βόταν.
    Πίσω από τον Χίντεμπουργκ εμφανίστηκε ένας άλλος θρόνος, τον οποίο κατείχε ο Στρατάρχης
    Λούντεντορφ, ο οποίος εκπροσωπούσε τον θεό του κεραυνού, Τορ. Πίσω από τον «θεό»
    συνωστιζόταν ένας συρμός πιστών που αποτελούνταν από διακεκριμένους χημικούς,
    μαθηματικούς, βιολόγους, φυσικούς και φιλοσόφους. Όλα τα πεδία της γερμανικής «κουλτούρας»
    εκπροσωπήθηκε στο Γκρούνβαλντ εκείνο το βράδυ.
    Ντιέγκο Ριβέρα, Παναμερικάνικη ενότητα, 1940 (απόσπασμα). Ο
    Χίτλερ, ο Μουσολίνι και ο Στάλιν εικονίζονται μέσα σε ένα αεριώδες
    δέντρο. Από εκεί βγαίνει το οπλισμένο χέρι του φασισμού, το οποίο
    προσπαθεί να το συγκρατήσει η ανθρωπότητα. Ο Στάλιν κρατά ένα
    μαχαίρι και μια αξίνα, βαμμένη κόκκινη — αλληγορία για τη
    δολοφονία του Τρότσκι. Ο Χίτλερ δείχνει τον Στάλιν για να
    δικαιολογήσει την εξαπόλυση της ναζιστικής βαρβαρότητας, ενώ ο
    «πρακτικός» Μουσολίνι κρατά ένα μπαλτά. Κάτω από τον Στάλιν
    διασταυρώνονται οι λέξεις GPU και Gestapo. O Τσάρλι Τσάπλιν
    εμφανίζεται πάνω από έναν πεσμένο στρατιώτη — αναφορά στον
    «Μεγάλο Δικτάτορα». Αριστερά, κάτω από τη σβάστικα ο Χίμλερ,
    στον οποίο έχουν δοθεί όμως και γνωρίσματα αμερικανού
    ανθρώπου των μήντια.Η πομπή σταμάτησε, και άρχισε η τελετή. Για αρκετές ώρες, η ελίτ του Βερολίνου τραγουδούσε και
    κραύγαζε προσευχές και τελετές από το βαρβαρικό παρελθόν της Γερμανίας. Εδώ ήταν η απόδειξη,
    αν κάποιος τη χρειάζεται, της αποτυχίας δύο χιλιάδων ετών ρωμαϊκού, ελληνικού και ευρωπαϊκού
    πολιτισμού. Δυσκολευόμουν να πιστέψω ότι αυτά που έβλεπα συνέβαιναν μπροστά στα μάτια
    μου.Κανείς ανάμεσα στους γερμανούς αριστερούς φίλους μου δεν μπορούσε να μου δώσει κάποια
    ικανοποιητική εξήγηση για την παράξενη αυτή διαδικασία. Αντ’ αυτού, προσπάθησαν να
    ξεμπερδέψουν κοροϊδευτικά, αποκαλώντας τους συμμετέχοντες «τρελούς». Ως σήμερα,
    προβληματίζομαι με τη συλλογική τους έλλειψη αντίληψης. Ενθυμούμενος αυτό το όργιο στεγνής
    μέθης και ντελίριου, στάθηκε αδύνατο να φανταστώ και τον ελάχιστα ευαίσθητο θεατή να
    αντιπαρέρχεται ό,τι είχα δει μόνο ως μια ακίνδυνη μασκαράτα.
    Λίγες μέρες αργότερα, είδα τον Αδόλφο Χίτλερ να απευθύνεται σε μια μαζική συγκέντρωση στο
    Βερολίνο, δίπλα σε ένα κτίριο τόσο τεράστιο που καταλάμβανε το σύνολο του οικοδομικού
    τετραγώνου, τα κεντρικά γραφεία του Γερμανικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Ένα προσωρινό
    ενιαίο μέτωπο ήταν τότε σε ισχύ ανάμεσα στους ναζί και τους κομμουνιστές, ενάντια στους
    διεφθαρμένους ρεφορμιστές και τους σοσιαλδημοκράτες.
    Η πλατεία ήταν κυριολεκτικά πλημμυρισμένη με 25-30.000 κομμουνιστές εργάτες. Ο Χίτλερ ήρθε
    με συνοδεία περίπου χιλίων ανδρών. Διέσχισαν την πλατεία και σταμάτησαν κάτω από ένα
    παράθυρο, από το οποίο παρακολουθούσαν οι ηγέτες του Κομμουνιστικού Κόμματος. Ήμουν
    μεταξύ τους, έχοντας προσκληθεί από τον Μίντσενμπεργκ, που βρισκόταν στα δεξιά μου. Στα
    αριστερά μου στάθηκε ο Τέλμαν, γενικός γραμματέας του Κόμματος. Ο Μίντσενμπεργκ εξηγούσε
    τα σχόλιά μου στον Τέλμαν, και μετέφραζε την ομιλία του Χίτλερ σε μένα.
    Οι κομμουνιστές φίλοι μου έκαναν κοροϊδευτικές παρατηρήσεις για τον «αστείο ανθρωπάκο» που
    επρόκειτο να εκφωνήσει τον λόγο στη συγκέντρωση, και θεωρούσαν εκείνους που τον θεωρούσαν
    απειλή δειλούς ή ανόητους.
    Καθώς ετοιμαζόταν να μιλήσει, ο Χίτλερ ορθώθηκε άκαμπτα, σαν να περίμενε να διογκωθεί και να
    γεμίσει το μεγάλο αγγλικό στρατιωτικό αδιάβροχό του ώστε να μοιάζει με γίγαντα. Στη συνέχεια,
    έκανε ένα νεύμα για να επικρατήσει σιωπή. Μερικοί κομμουνιστές εργαζόμενοι τον αποδοκίμασαν,
    αλλά μετά από λίγα λεπτά όλο το πλήθος σώπασε απολύτως.
    Καθώς ζεστάθηκε, ο Χίτλερ άρχισε να ουρλιάζει και να κουνά τα χέρια του σαν επιληπτικός. Κάτι σ’
    αυτόν ανατάραξε, φαίνεται, το βάθος της ψυχής των ομοεθνών του, γιατί μετά από λίγο ένιωσα
    ένα περίεργο μαγνητικό ρεύμα μεταξύ αυτού και του πλήθους. Ήταν τόσο βαθύ που, όταν
    τελείωσε, έπειτα από δύο ώρες ομιλίας, επικράτησε μια στιγμή πλήρους σιγής. Ούτε καν οι ομάδες
    της κομμουνιστικής νεολαίας, που είχαν εντολή να τον γιουχάρουν, δεν το έκαναν. Και τότε, η
    σιωπή έδωσε τη θέση της σε ένα τεράστιο, εκκωφαντικό χειροκρότημα από όλη την πλατεία.
    Καθώς έφευγε, οι οπαδοί του Χίτλερ έκλεισαν τις γραμμές γύρω του με όλα τα σημάδια της
    αφοσιωμένης πίστης. Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γελούσαν σαν σχολιαρόπαιδα. Όσο για μένα,
    ήμουν τόσο χαμένος και προβληματισμένος, όπως όταν είχα δει το παρακμιακό τελετουργικό λίγες
    μέρες πριν στο Γκρούνβαλντ. Δεν μπορούσα να δω τίποτα για να γελάσω. Αισθάνθηκα πραγματικά
    βουτηγμένος στη θλίψη.
    Ο Μίντσενμπεργκ, ρίχνοντας μια ματιά σε μένα, ρώτησε: «Ντιέγκο, τι τρέχει με σένα;».
    «Αυτό που τρέχει», του είπα, «είναι ότι με κατακλύζει ένα προαίσθημα. Το προαίσθημα ότι, αν οι
    ένοπλοι κομμουνιστές άφηναν σήμερα στον Χίτλερ να φύγει ζωντανός, θα μπορούσε να ζήσει για
    να κόψει τα κεφάλια και των δυο συντρόφων μου σε λίγα χρόνια».Ο Τέλμαν και ο Μίντσενμπεργκ γέλασαν δυνατά. Ο Μίντσενμπεργκ με επαίνεσε για τη ζωηρή
    φαντασία που είχα ως καλλιτέχνης.
    «Θα πρέπει να αστειεύεσαι», είπε. «Δεν άκουσες τον Χίτλερ να μιλά; Δεν κατάλαβες, από όσα σου
    μετέφραζα, τι ανοησίες έλεγε;».
    Του απάντησα: «Μα αυτές οι ανοησίες γεμίζουν επίσης στα κεφάλια των ακροατών, αλαλιασμένων
    από την πείνα και το φόβο. Ο Χίτλερ τους υπόσχεται μια αλλαγή, οικονομική, πολιτική, πολιτιστική
    και επιστημονική. Λοιπόν, θέλουν αλλαγές, και μπορεί να είναι σε θέση να κάνουν ακριβώς ό,τι
    λέει, αφού έχει όλα το καπιταλιστικό χρήμα πίσω του. Μ’ αυτό μπορεί να δώσει τροφή στους
    πεινασμένους Γερμανούς εργάτες, να τους πείσει να πάνε με το μέρος του και να στραφούν
    ενάντια σε εμάς. Επιτρέψτε μου να τον πυροβολήσω εγώ τουλάχιστον. Θα αναλάβω την ευθύνη.
    Είναι ακόμα εντός εμβέλειας».
    Μα αυτά τα λόγια μου έκαναν τους γερμανούς συντρόφους να ξεσπάσουν σε ακόμα δυνατότερα
    γέλια. Αφού ξεράθηκε στο γέλιο, ο Τέλμαν είπε: «Φυσικά, είναι καλύτερα να έχεις κάποιον πάντα
    έτοιμο να βγάλει από τη μέση τον κλόουν. Μην ανησυχείτε, όμως. Σε λίγους μήνες θα έχει
    τελειώσει, και τότε θα είμαστε σε θέση να πάρουμε την εξουσία».
    Αυτό μου προκάλεσε μονάχα ακόμα μεγαλύτερη θλίψη, και εξέφρασα ξανά τους φόβους μου.
    Τώρα πια όμως ο Μίντσενμπεργκ δεν χαμογελούσε. Είχε παρακολουθήσει τον Χίτλερ, που
    βρισκόταν σχεδόν στην άλλη άκρη της πλατείας. Παρατήρησε ότι ο κόσμος τον χειροκροτούσε
    ακόμα. Πριν φύγει από την πλατεία, ο Χίτλερ έκανε το ναζιστικό χαιρετισμό. Αντί για
    αποδοκιμασίες, το χειροκρότημα γιγαντώθηκε. Ήταν σαφές ότι ο Χίτλερ είχε κερδίσει πολλούς
    οπαδούς ανάμεσα στους αριστερούς εργαζόμενους. Ο Μίντσενμπεργκ ξαφνικά έγινε χλωμός κι
    έπιασε το χέρι μου.
    Ο Τέλμαν κοίταξε έκπληκτος και τους δύο μας. Χαμογέλασε αδύναμα και χάιδεψε το κεφάλι μου.
    Στα ρώσικα, που ακούγονταν βαριά με τη γερμανική προφορά του, είπε, «Νιτσεβό, νιτσεβό» (Δεν
    είναι τίποτα, απολύτως τίποτα).
    Η τρελή φαντασία του καλλιτέχνη επιβεβαιώθηκε αργότερα πικρά. Τόσο ο Τέλμαν όσο και ο φίλος
    μου Μίντσενμπεργκ ήταν ανάμεσα στα εκατομμύρια των ανθρώπων που θανατώθηκαν από τον
    «κλόουν» που είχα παρακολουθήσει στην πλατεία εκείνη την ημέρα.

  3. https://goo.gl/BHrkyx

    Ποιος χρηματοδοτούσε τον Αδόλφο Χίτλερ;

    Απόδοση στα ελληνικά του 7ου κεφαλαίου του: Antony C. Sutton: Wall Street and the Rise of Hitler, 2000.
    Ολόκληρο το βιβλίο είναι διαθέσιμο σε δωρεάν ηλεκτρονική μορφή εδώ:http://reformed-theology.org/html/books/wall_street/index.html

    Η χρηματοδότηση του Χίτλερ και του NSDAP δεν έχει ακόμη ερευνηθεί εις βάθος. Παραδείγματος χάριν, η μόνη δημοσιευμένη έρευνα για τα προσωπικά οικονομικά του Χίτλερ είναι ένα άρθρο του Όρον Τζέιμς Χέιλ (Oron James Hale), «Adolph Hitler: Taxpayer»,1 όπου καταγράφονται οι προστριβές του Αδόλφου Χίτλερ με τις γερμανικές φορολογικές υπηρεσίες, προτού αυτός γίνει καγκελάριος.Στην δεκαετία του 1920 ο Χίτλερ παρουσιαζόταν στους γερμανούς εφοριακούς ως ένας απλός φτωχοποιημένος συγγραφέας που ζούσε με τραπεζικά δάνεια, με ένα αυτοκίνητο που αγόρασε με πίστωση. Δυστυχώς, τα πρωτότυπα έγγραφα που μελέτησε ο Χέιλ δεν έδωσαν τις πηγές εισοδήματος, τα δάνεια ή τις πιστώσεις του Χίτλερ, και ο γερμανικός νόμος «δεν απαιτούσε από αυτο-απασχολούμενους ή επαγγελματίες να αποκαλύπτουν λεπτομερώς τις πηγές των εισοδημάτων τους ή την φύση των υπηρεσιών που παρείχαν.»2 Προφανώς τα κεφάλαια για τα αυτοκίνητα, τον προσωπικό γραμματέα Ρούντολφ Ες, έναν ακόμη βοηθό, έναν οδηγό, και έξοδα για την πολική δραστηριότητα, από κάπου καλύπτονταν. Αλλά, όπως στην περίπτωση της διαμονής του Λεόν Τρότσκι το 1917 στην Νέα Υόρκη, είναι δύσκολο να ισοσκελίσουμε τα γνωστά έξοδα του Χίτλερ με την ακριβή πηγή των εσόδων του.

    Ορισμένοι πρώιμοι υποστηρικτές του Χίτλερ

    Γνωρίζουμε με βεβαιότητα ότι ευρωπαίοι και αμερικανοί βιομήχανοι χρηματοδοτούσαν με κάθε τρόπο ολοκληρωτικές πολιτικές ομάδες εκείνη την εποχή, περιλαμβανομένων των κομμουνιστών και ποικίλων ναζιστικών ομάδων. Στις ΗΠΑ η επιτροπή Κίλγκορ (Kilgore) αναφέρει ότι :

    Ως το 1919 ο Κρουπ (Krupp) έδινε ήδη χρηματική βοήθεια σε μια από τις αντιδραστικές πολιτικές ομάδες που έσπειραν τον σπόρο για την παρούσα ναζιστική ιδεολογία. Ο Ούγκο Στίνες (Hugo Stinnes) ήταν από τους πρώτους χρηματοδότες του ναζιστικού κόμματος (NSDAP, National Socialistische Deutsche Arbeiter Partei). Ως το 1924 άλλοι επιφανείς βιομήχανοι και τραπεζίτες, μεταξύ τους ο Φριτς Τίσεν (Fritz Thyssen), ο Άλμπερτ Φόγκλερ (Albert Voegler), ο Άντολφ [sic] Κίρντορφ (Adolph [sic] Kirdorf), και ο Κουρτ φον Σρόντερ (Kurt von Schroder), έδιναν μυστικά μεγάλα ποσά στους ναζί. Το 1931 μέλη της ένωσης ιδιοκτητών ανθρακωρυχείων, της οποίας επικεφαλής ήταν ο Κίρντορφ, δεσμεύτηκαν να προσφέρουν ένα πφένιχ για κάθε τόνο άνθρακα που θα πωλούσαν στην οργάνωση που ήδη δημιουργούσε ο Χίτλερ.)3

    Η δίκη του Χίτλερ στο Μόναχο το 1924 έφερε στην δημοσιότητα την πληροφορία ότι το ναζιστικό κόμμα είχε πάρει από βιομηχάνους της Νυρεμβέργης 20.000 δολάρια. Το πιο ενδιαφέρον όνομα αυτής της περιόδου είναι του Εμίλ Κίρντορφ, που είχε δράση προηγουμένως ως μεσαζόντων για την χρηματοδότηση της γερμανικής ανάμιξης στην Επανάσταση των Μπολσεβίκων.4 Ο ρόλος του Κίρντορφ στην χρηματοδότηση του Χίτλερ περιγράφεται με λόγια του ιδίου:

    Για πρώτη φορά ήρθα σε επαφή με το εθνικοσοσιαλιστικό κίνημα το 1923… πρωτάκουσα τον φύρερ στο εκθεσιακό μέγαρο της Έσσης. Η σαφής έκθεσή τους με έπεισε πλήρως και με συγκίνησε. Το 1927 συνάντησα προσωπικά τον φύρερ για πρώτη φορά. Ταξίδεψα στο Μόναχο και εκεί είχα μια συνομιλία με τον φύρερ στο σπίτι του Μπρούκμαν (Bruckmann). Για τεσσεράμισι ώρες ο Αδόλφος Χίτλερ μου εξήγησε το πρόγραμμά του με κάθε λεπτομέρεια. Τότε παρακάλεσα τον φύρερ να γράψει την διάλεξη που έδωσε σ’εμένα σε ένα φυλλάδιο. Στην συνέχεια μοίρασα αυτό το φυλλάδιο επ’ονόματί μου στους επιχειρηματικούς και κατασκευαστικούς κύκλους.

    Από τότε έθεσα τον εαυτό μου πλήρως στην διάθεση του κινήματός του. Λίγο μετά από την συζήτησή μας στο Μόναχο, και ως αποτέλεσμα του φυλλαδίου το οποίο συνέταξε ο φύρερ και μοίρασα εγώ, έλαβαν χώρα αρκετές συναντήσεις, μεταξύ του φύρερ και ηγετικών φυσιογνωμιών στον τομέα της βιομηχανίας. Οι ηγέτες της βιομηχανίας συναντήθηκαν με τον φύρερ, τον Ρούντολφ Ες, τον Χέρμαν Γκέρινγκ και άλλες ηγετικές φυσιογνωμίες του κόμματος για τελευταία φορά πριν από την ανάληψη της εξουσίας στην κατοικία μου.5

    Το 1925 η οικογένεια του Ούγκο Στίνες συνεισέφερε μέρος των κεφαλαίων για την μετατροπή της εβδομαδιαίας έκδοσης των ναζί Φόλκισερ Μπεομπάχτερ (Volkischer Beobachter) σε ημερήσια έκδοση. Ο Πούτζι Χανφστένγκλ (Putzi Hanfstaengl), ο φίλος και προστατευόμενος του Φρανκλίνο Ντ. Ρούζβελτ (Franklin D. Roosevelt), προσέφερε τα υπολειπόμενο κεφάλαιο.6 Στον πίνακα 7-1 παρουσιάζονται περιληπτικά οι γνωστές οικονομικές συνεισφορές και οι επιχειρηματικές διασυνδέσεις των συνεισφερόντων από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο Πούτζι δεν αναγράφεται στον Πίνακα 7-1, καθώς δεν ήταν ούτε βιομήχανος ούτε τραπεζίτης.

    Στην αρχή της δεκαετίας του 1930 η οικονομική βοήθεια προς τον Χίτλερ άρχισε να ρέει με μεγαλύτερη ευκολία. Στην Γερμανία έλαβαν χώρα ορισμένες συναντήσεις, που τεκμηριώνονται πέραν από κάθε αμφισβήτηση σε πολλές πηγές, ανάμεσα σε γερμανούς βιομηχάνους με τον ίδιο τον Χίτλερ, και συχνότερα με τους αντιπροσώπους του Γιάλμαρ Σέετ (Hjalmar Sehaeht) και Ρούντολφ Ες. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι οι γερμανοί βιομήχανοι διηύθυναν σε μεγάλο ποσοστό καρτέλ με αμερικανικούς δεσμού, ιδιοκτησία, συμμετοχή, ή κάποιου τύπου χρηματοδοτική σύνδεση. Οι υποστηρικτές του Χίτλερ δεν ήσαν – κάθε άλλο – επιχειρήσεις καθαρώς γερμανικές ή αντιπροσωπευτικές γερμανικών οικογενειακών επιχειρήσεων. Εκτός από τον Τίσεν (Thyssen) και τον Κίρντορφ, ήσαν ως επί το πλείστον γερμανικές πολυεθνικές εταιρείες — όπως, π.χ., η I.G. Farben, η A.E.G., η DAPAG, κλπ. Αυτές οι πολυεθνικές είχαν συγκροτηθεί με δάνεια από τις ΗΠΑ στην δεκαετία του 1920, και στην αρχή της δεκαετίας του 1930 είχαν αμερικανούς διευθυντές και σοβαρή αμερικανική κεφαλαιακή συμμετοχή.

    Μια ροή πολιτικού χρήματος που δεν εξετάζεται εδώ είναι εκείνη που αναφέρεται στην ευρωπαϊκή Ρόγιαλ Ντατς Σελ (Royal Dutch Shell), την σημαντικότερη ανταγωνίστρια της Στάνταρντ Όιλ (Standard Oil) στις δεκαετίες του 1920 και 1930, και πνευματικό τέκνο του αγγλο-ολλανδού επιχειρηματία σερ Χένρι Ντέτερντινγκ (Henri Deterding). Έχει επιβεβαιωθεί πέραν πάσης αμφιβολίας ότι ο Χένρι Ντέτερντινγκ χρηματοδοτούσε προσωπικά τον Χίτλερ. Αυτό υποστηρίχτηκε, λόγου χάριν, από τον βιογράφο του Γκλιν Ρόμπερτς (Glyn Roberts) στο Ο ισχυρότερος άνδρας του κόσμου (The Most Powerful Man in the World). Ο Ρόμπερτς σημειώνει ότι ο Ντέτερντινγκ κ εντυπωσιάστηκε από τον Χίτλερ ήδη από το 1921:

    …και ο ολλανδικός τύπος ανέφερε ότι, διά του πράκτορα Γκέοργκ Μπελ (Georg Bell), αυτός [ο Ντέτερντινγκ] έθεσε στην διάθεση του Χίτλερ, ενόσω το κόμμα ήταν ακόμη «στα σπάργανα», τουλάχιστον τέσσερα εκατομμύρια φιορίνια.7

    Ο Ρόμπερτς αναφέρει ακόμη ότι, το 1931) ο Γκέοργκ Μπελ, πράκτορας του Ντέτερντινγκ, συμμετείχε σε συγκεντρώσεις των Ουκρανών Πατριωτών στο Παρίσι «ως κοινός εντεταλμένος του Χίτλερ και του Ντέτερντινγκ)8 . Ο Ρόμπερτς, επίσης, αναφέρει ότι:

    Ο Ντέτερντινγκ κατηγορήθηκε, όπως μαρτυρεί ο Έντγκαρ Άνσελ Μάουρερ (Edgar Ansell Mowrer) στο έργο του Η Γερμανία γυρίζει πίσω το ρολόι (Germany Puts the Clock Back), ότι η παροχή ενός μεγάλου χρηματικού ποσού στους ναζί, επειδή κατανοούσε ότι η επιτυχία τους θα του έδινε μια πιο ευνοϊκή θέση στην πετρελαϊκή αγορά της Γερμανίας. Σε άλλες περιπτώσεις, οι αριθμοί ανεβαίνουν στα πενήντα πέντε εκατομμύρια στερλίνες.9

    Ο βιογράφος του Ντέτερντινγκ βρήκε τον ισχυρό αντι-μπολσεβικισμό του ειδεχθή, και μάλλον, αντί να παρουσιάζει αδιάσειστα στοιχεία για την χρηματοδότηση των ναζί, τείνει να συμπεραίνει και όχι να αποδεικνύει ότι ο Ντέτερντινγκ ήταν υπέρ του Χίτλερ. Αλλά, ο φιλο-χιτλερισμός δεν είναι απαραίτητη συνέπεια του αντι-μπολσεβικισμού· εν πάση περιπτώσει ο Ρόμπερτς δεν προσφέρει αποδείξεις για την χρηματοδότηση ούτε εντόπισε αδιάσειστα στοιχεία για την ανάμειξη του Ντέτερντινγκ.

    Το βιβλίο του Μάουρερ δεν περιέχει ούτε κατάλογο παραπομπών ούτε υποσημειώσεις με τις πηγές της πληροφόρησής του, και ο Ρόμπερτς δεν καταθέτει συγκεκριμένα τεκμήρια για τις κατηγορίες τους. Υπάρχουν μόνον ενδείξεις για το ότι ο Ντέτερντινγκ υπήρξε φιλοναζιστής. Αργότερα εγκαταστάθηκε στην χιτλερική Γερμανία, και αύξησε την συμμετοχή του στην πετρελαϊκή αγορά της χώρας. Συνεπώς, ενδέχεται να συνεισέφερε χρηματικά ποσά, αλλά τίποτε δεν έχει αποδειχτεί με αδιάσειστα στοιχεία.

    Κατά παρόμοιο τρόπο, στην Γαλλία (στις 11 Ιανουαρίου 1932), ο Πωλ Φορέ, μέλος της Βουλής των Αντιπροσώπων κατηγόρησε την γαλλική βιομηχανία του Σνάιντερ-Κρεζό (Schneider-Creuzot) ότι χρηματοδότησε τον Χίτλερ — και σ’αυτό το πλαίσιο κατηγόρησε την Γουολ Στριτ για σχετικούς χρηματοδοτικούς διαύλους.10

    Ο όμιλος Σνάιντερ ήταν μια σπουδαία επιχείρηση γάλλων κατασκευαστών οπλικών συστημάτων. Αφού θύμισε την επιρροή των Σνάιντερ στην εγκαθίδρυση του φασισμού στην Ουγγαρία και τις μεγάλες διεθνείς πωλήσεις όπλων, ο Πολ Φορέ (Paul Fauré) αναφέρθηκε στον Χίτλερ, και διάβασε στην γαλλική εφημερίδα Λε Ζουρνάλ (Le Journal), «ότι ο Χίτλερ εισέπραξε 300.000 ελβετικά χρυσά φράγκα» από συνδρομές που κατατέθηκαν στην Ολλανδία από συλλογή που έκανε ο καθηγητής πανεπιστημίου φον Μπίσινγκ (von Bissing). Το εργοστάσιο της Σκόντα (Skoda) στην Πίλσεν (Pilsen), είπε ο Πολ Φορέ (Paul Fauré), ήταν υπό τον έλεγχο της οικογένειας Σνάιντερ, και ήταν οι διευθυντές της Σκόντα φον Ντούσνιτζ (von Duschnitz) και φον Αρτχάμπερ (von Arthaber) που κατέβαλε τις συνδρομές στον Χίτλερ. Ο Φορέ κατέληξε:

    . . . Νιώθω ενοχλημένος που βλέπω του διευθυντές της Σκόντα, που ελέγχεται από τους Σνάιντερ, να επιχορηγούν την εκλογική εκστρατεία του κου Χίτλερ· νιώθω ενοχλημένος που βλέπω τις επιχειρήσεις σας, τους τραπεζίτες σας, τα βιομηχανικά καρτέλ να ενώνονται με τους πιο εθνικιστές απ’όλους τους Γερμανούς ….

    Και πάλι, δεν βλέπουμε αδιάσειστα στοιχεία για αυτή την καταγγελλόμενη ροή χρημάτων προς τον Χίτλερ.

    Ο Φριτς Τίσεν και η Εταιρεία W.A. Harriman της Νέας Υόρκης

    Άλλη μια αόριστη υπόθεση χρηματοδότησης του Χίτλερ είναι εκείνη του Φριτς Τίσεν, του μεγιστάνα γερμανού χαλυβουργού που συνδέθηκε με το ναζιστικό κίνημα στην αρχή της δεκαετίας του1920. Όταν ανακρίθηκε το 1945 στο πλαίσιο του Σχεδίου Ντάμπστιν (Project Dustbin),11 ο Τίσεν θυμήθηκε ότι το 1923 τον πλησίασε ο στρατηγός Λούντεντορφ (Ludendorf) την εποχή της γαλλικής εκκένωσης της Ρουρ. Λίγο μετά από αυτήν την συνάντηση ο Τίσεν συνάντησε τον Χίτλερ, και παρείχε χρήματα στους ναζί διά του στρατηγού Λούντεντορφ. Το 1930-1931 ο Εμίλ Κίρντορφ πλησίασε τον Τίσεν και στην συνέχεια του έστειλε τον Ρούντολφ Ες, για να διαπραγματευθεί την χρηματοδότηση του ναζιστικού κόμματος. Αυτή την περίοδο ο Τίσεν παρείχε πίστωση 250.000 μάρκα στην Τράπεζα Φόορ Χάντελ εν Σεεπφάαρτ (Voor Handel en Scheepvaart N.V.) στην οδό Ζαϊμπλάακ 18 (Zuidblaak) στο Ρότερνταμ της Ολλανδίας, που ιδρύθηκε το 1918 με τον Χ.Γ Καουβενχόβεν (H.J. Kouwenhoven) και τον Ντ.Σ. Σούτε (D.C. Schutte) ως συνεταίρους και διαχειριστές.12 Αυτή η τράπεζα ήταν θυγατρική της Άουγκουστ Τίσεν Τράπεζας της Γερμανίας (πρώην Τράπεζα φον ντερ Χέιντ (von der Heydt A.G.)). Ήταν μια προσωπική τραπεζική πράξη του Τίσεν, και συνδεδεμένη με τα οικονομικά συμφέροντα Γ.Α. Χάριμαν (W.A. Harriman) της Νέας Υόρκης. Ο Τίσεν ανέφερε στους ανακριτές-του του Σχεδίου Ντάμπστιν ότι:

    Επέλεξα μια ολλανδική τράπεζα, επειδή δεν ήθελα να ανακατευτώ με τις γερμανικές τράπεζες δεδομένης της θέσης μου, και επειδή θεώρησα ότι αν χρησιμοποιούσα μια ολλανδική τράπεζα αυτό ήταν καλύτερο, και θεώρησα ότι δεν θα είχα τους ναζί στα πόδια μου.13

    Το βιβλίο Πλήρωσα τον Χίτλερ, που τυπώθηκε το 1941, θεωρήθηκε ότι γράφτηκε από τον ίδιο τον Φριτς Τίσεν μολονότι ο ίδιος το αρνήθηκε. Στο βιβλίο διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι ποσά υπέρ του Χίτλερ — περί το ένα εκατομμύριο μάρκα — προήλθαν κυρίως από τον ίδιο τον Τίσεν. Στο Πλήρωσα τον Χίτλερ υπάρχουν και άλλες αδιασταύρωτες διαβεβαιώσεις, παραδείγματος χάριν ότι ο Χίτλερ ήταν στην πραγματικότητα απόγονος ενός νόθου παιδιού της οικογένειας Ροθτσάιλντ (Rothschild). Υποτίθεται ότι η γιαγιά του Χίτλερ, η κυρία Σικελγκρούμπερ (Schickelgruber), υπήρξε υπηρέτρια στο σπίτι των Ροθτσάιλντ, και εκεί έμεινε έγκυος:

    … έρευνα που παρήγγειλε κάποτε ο αυστριακός καγκελάριος Ένγκελμπερτ Ντόλφους (Engelbert Dollfuss), απέδωσε πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία, χάριν του γεγονότος ότι τα αρχεία της αστυνομίας του μονάρχη της Αυστρο-ουγγαρίας ήταν εξαιρετικά πλήρη.14

    Αυτή η διαβεβαίωση που αφορά την καταγωγή του Χίτλερ απορρίπτεται εντελώς από ένα πιο τεκμηριωμένο βιβλίο του Γιουτζίν Ντέιβιντσον (Eugene Davidson), στο οποίο εμπλέκεται η οικογένεια Φρανκενμπέργκερ (Frankenberger), και όχι η οικογένεια Ροθτσάιλντ (Rothschild). Όπως και να έχει το ζήτημα, την αποκαλυπτικότερη πληροφορία από την δική μας οπτική γωνία, για την τράπεζα του Άουγκουστ φον Τίσεν στην Ολλανδία, — δηλαδή, την Τράπεζα φόορ Χάντελ εν Σεεπβάαρτ — που ελεγχόταν από την Οργανισμός Τραπεζικής Ένωσης της Νέας Υόρκης. Οι Χάριμαν είχαν ένα χρηματιστικό ενδιαφέρον για, και ο Ε. Ρόλαντ Χάριμαν (αδελφός του Άβερελ) ήταν διευθυντής του Οργανισμού Τραπεζικής Ένωσης. Ο Οργανισμός Τραπεζικής Ένωσης της πόλης της Νέας Υόρκης ήταν μια κοινή επιχείρηση των Τίσεν-Χάριμαν με τους εξής διευθυντές:15

    E. Roland HARRIMAN

    Αντιπρόεδρος της W. A. Harriman & Co., Νέα Υόρκη

    H.J. KOUWENHOVEN

    Ναζιστής τραπεζίτης, διευθύνων συνεταίρος της August Thyssen Bank και της Bank voor Handel Scheepvaart N.V. (την τράπεζα όπου στέλονταν τα κεφάλαια του Τίσεν)

    J. G. GROENINGEN

    Vereinigte Stahlwerke (το χαλυβουργικό καρτέλ που επίσης χρηματοδότησε τον Χίτλερ)

    C. LIEVENSE

    Πρόεδρος, Union Banking Corp., Νέα Υόρκη

    E. S. JAMES

    Πρόεδρος Brown Brothers, και αργότερα Brown Brothers, Harriman & Co.

    ……………………….

  4. …………………..

    ΠΙΝΑΚΑΣ 7-1: ΧΡΗΜΑΤΙΚΕΣ ΣΧΕΣΕΙΣ ΜΕΤΑΞΥ ΒΙΟΜΗΧΑΝΩΝ ΤΩΝ ΗΠΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΔΟΛΦΟΥ ΧΙΤΛΕΡ

    Ο Τίσεν κανόνισε μια πίστωση 250.000 μάρκων για τον Χίτλερ, διά αυτής της ολλανδικής τράπεζας που συνδεόταν με τους Χάριμαν. Στο αργότερα αποκηρυγμένο βιβλίο του Τίσεν αναφέρεται ότι ένα εκατομμύρια μάρκα προήλθαν από τον Τίσεν.

    Οι συνεταίροι του Τίσεν, φυσικά, ήταν επιφανή μέλη του κατεστημένου της Γουόλ Στριτ. Ο Έντουαρντ Χένρι Χάριμαν, ο μεγιστάνας των σιδηροδρόμων του 19ου αι., είχε δύο γιους, τον Γ. Άβερελ Χάριμαν (γέννηση το 1891), και τον Ε. Ρόλαντ Χάριμαν (γέννηση το 1895). Το 1917 ο Γ. Άβερελ Χάριμαν ήταν διευθυντής της Guaranty Trust Company, και αναμείχθηκε στην Επανάσταση των Μπολσεβίκων.16 Σύμφωνα με τον βιογράφο του, ο Άβερελ άρχισε από το τελευταίο σκαλί την σταδιοδρομία του ως υπάλληλος και βοηθός τμήματος, αφού άφησε το Γέιλ το 1913, και τότε «αυτός κινήθηκε σταθερά κατευθείαν σε θέσεις αυξανόμενης ευθύνης στους τομείς των μεταφορών και της χρηματιστικής.17 Εκτός από την διευθυντική θέση του στην Guaranty Trust, π Χάριμαν συγκρότησε την Merchant Shipbuilding Corporation το 1917, η οποία σύντομα απέκτησε τον μεγαλύτερο εμπορικό στόλο υπό αμερικανική σημαία. Αυτός το στόλος ο στόλος αυτός εκποιήθηκε στο 1924, και ο Χάριμαν μπήκε στην επικερδή ρωσική αγορά.18

    Ρευστοποιώντας αυτές τις ρωσικές επενδύσεις το 1929, ο Άβερελ Χάριμαν κέρδισε απροσδόκητα 1 εκατομμύριο δολάρια από τους Σοβιετικούς που είχαν την φήμη του ξεροκέφαλου, και δεν χάριζαν τίποτε χωρίς κάποιο άμεσο ή μελλοντικό αντάλλαγμα. Παράλληλα με αυτές τις κινήσεις στην διεθνή χρηματαγορά, ο Άβερελ Χάριμαν εξακολούθησε να προσελκύεται από τις λεγόμενες δημόσιες υπηρεσίες. Το 1913 η «δημόσια» υπηρεσία του Χάριμαν άρχισε με μια συμφωνία με την επιτροπή Palisades Park. Το 1933 ο Χάριμαν διορίστηκε πρόεδρος της Επιτροπής Εργασίας της Πολιτείας της Νέας Υόρκης, και το 1934 έγινε Διοικητικός Αξιωματούχος της NRA του Ρούζβελτ — το πνευματικό τέκνο σε στιλ Μουσολίνι του Τζέραρντ Σουόπ (Gerard Swope) της Τζένεραλ Ελέκτρικ (General Electric).19 Ακολούθησε ένας ποταμός «δημοσίων» αξιωμάτων, πρώτα το πρόγραμμα Lend Lease, ύστερα η πρεσβεία των ΗΠΑ στην Σοβιετική Ένωση, τέλος στο Υπουργείο Εμπορίου.

    Σε αντίθεση, ο Ε. Ρόλαντ Χάριμαν (E. Roland Harriman) περιόρισε τις δραστηριότητές του σε ιδιωτικές επιχειρήσεις στις διεθνείς χρηματαγορές, χωρίς περιπέτειες σε «δημόσιες» υπηρεσίες, όπως ο αδελφός του Άβερελ. Το 1922 ο Ρόλαντ και ο Άβερελ συγκρότησαν την W. A. Harriman & Company. Αργότερα ακόμη ο Ρόλαντ έγινε πρόεδρος του Συμβουλίου της Union Pacific Railroad και διευθυντής του περιοδικού Newsweek, της Mutual Life Insurance Company της Νέας Υόρκης, μέλος του Συμβουλίου των Επιτρόπων του αμερικανικού Ερυθρού Στρατού, και μέλος του Αμερικανικού Μουσείου Φυσικής Ιστορίας.

    Ο ναζιστής χρηματιστής Χέντρικ Γιόζεφ Καουβενχόβεν (Hendrik Jozef Kouwenhoven), συνδιευθυντής με τον Ρόλαντ Χάριμαν στην Union Banking Corporation της Νέας Υόρκης, ήταν ο διαχειριστικός διευθυντής της Τράπεζαν voor Handel en Scheepvaart N.V. (BHS) του Ρότερνταμ. Το 1940 η BHS κατείχε περί τα 2,2 εκατομμύρια περιουσιακά στοιχεία στην Union Banking Corporation, που με τη σειρά της είχε ως κύριο συνεργάτη την BHS.20 Στην δεκαετία του 1930, ο Καουβενχόβεν ήταν επίσης διευθυντής της Vereinigte Stahlwerke A.G., το χαλυβουργικό καρτέλ που ιδρύθηκε με κεφάλαια της Γουόλ Στριτ στο μέσον της δεκαετίας του 1920. Όπως ο βαρόνος Σρόντερ (Schroder), υπήρξε επιφανής υποστηρικτής του Χίτλερ.

    Άλλος ένας διευθυντής της Union Banking Corporation της Νέας Υόρκης ήταν ο Γιόχαν Γκρένινγκερ, γερμανός υπήκοος με πολυάριθμες βιομηχανικές και χρηματιστηριακές σχέσεις με την Vereinigte Stahlwerke, τον όμιλο Άουγκουστ Τίσεν, και για μια περίοδο διευθυντής της August Thyssen Hutte A.G.21

    Οι σχέσεις και τα αμοιβαία επιχειρηματικά ενδιαφέροντα μεταξύ Χάριμαν και Τίσενδεν φανερώνει ότι οι Χάριμαν χρηματοδότησαν τον Χίτλερ. Από την άλλη πλευρά, δεν φανερώνει ότι οι Χάριμαν ήσαν στενά συνδεδεμένοι με τους επιφανείς ναζιστές Καουβενχόβεν και Γκρένινγκερ και μια ναζιστική τράπεζα, την τράπεζα voor Handel en Scheepvaart. Έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι οι Χάριμαν γνώριζαν για την υποστήριξη των ναζί από τον Τίσεν. Στην περίπτωση των Χάριμαν, είναι σημαντκό να κρατήσουμε τις μακροχρόνιες και στενές σχέσεις με την Σοβιετική Ένωση και την θέση του Χάριμαν στο κέντρο του Νιου Ντιλ του Ρούζβελτ και του Δημοκρατικού Κόμματος. Τα στοιχεία δείχνουν ότι κάποια μέλη της ελίτ της Γουόλ Στριτ συνδέονται με, και είχαν επιρροή σε όλες τις σημαντικές πολιτικές ομάδες του τότε σοσιαλιστικού φάσματος — τον σοβιετικό σοσιαλισμό, τον εθνικοσοσιαλισμό του Χίτλερ, και τον σοσιαλισμό του Νιου Ντιλ του Ρούζβελτ.

    Χρηματοδότηση του Χίτλερ στις γενικές εκλογές του Μαρτίου 1933

    Αφήνοντας στην άκρη τις περιπτώσεις των Γκέοργκ Μπελ-Ντετέρντινγ και Τίσεν-Χάριμαν, ας εξετάσουμε τον πυρήνα της υποστήριξης προς τον Χίτλερ. Τον Μάιο του 1932 έγινε η λεγόμενη «Συνάντηση στο Κάιζερχοφ (Kaiserhof)» ανάμεσα στον Σμιτζ της I.G. Farben, τον Μαξ Ίλγκνερ (Max Ilgner) της αμερικανικής I.G. Farben, τον Κιπ (Kiep) της Hamburg-America Line, και του Ντιμ (Diem) του German Potash Trust. Συγκεντρώθηκαν περισσότερα από 500.000 μάρκα σ’ αυτή την συνάντηση, και πιστώθηκαν στον ρούντολφ Ες στην Deutsche Bank. Αξίζει να σημειωθεί, υπό το φως του «μύθου του Warburg» περιέγραψε στο κεφάλαιο 13 ότι ο Μαξ Ίλγκνερ της αμερικανικής I.G. Farben συνεισέφερε 100.000 μάρκα, ή, το ένα πέμπτο του συνολικού ποσού. Στο βιβλίο Sidney Warburg διατυπώνεται ο ισχυρισμός ότι υπήρξε ανάμειξη Βάρμπουργκ στην χρηματοδότηση του Χίτλερ, και ο Πολ Βάρμπουργκ ήταν διευθυντής της αμερικανικής I.G. Farben22 ενόσω ο Μαξ Βάρμπουργκ ήταν διευθυντής της I.G. Farben.

    Υπάρχουν αδιάσειστα τεκμήρια για έναν περαιτέρω ρόλο των διεθνών τραπεζιτών και βιομηχάνων στην χρηματοδότηση του ναζιστικού κόμματος και του Volkspartie για τις γερμανικές εκλογές του Μαρτίου 1933. Από επιφανείς εταιρείες και επιχειρηματίες καταβλήθηκαν συνολικά 3 εκατομμύρια μάρκα, που πρώτα «ξεπλύθηκαν» κατάλληλα μέσω λογαριασμού στην τράπεζα Delbruck Schickler, και ύστερα πέρασαν στα χέρια του Ρούντολφ Ες, για να χρησιμοποιηθούν από τον Χίτλερ και το NSDAP. Αυτή την μεταφορά κεφαλαίων ακολούθησε η πυρκαγιά στο Ράιχσταγ (Reichstag), η κατάργηση των συνταγματικών δικαιωμάτων, και η εδραίωση της ναζιστικής εξουσίας. Οι εμπρηστές του Ράιχσταγ μπήκαν από στοά που άρχιζε από το σπίτι του Πούτζι Χανφστένγκελ· ο ίδιος ο εμπρησμός του Ράιχσταγ χρησιμοποιήθηκε από τον Χίτλερ ως πρόσχημα για την κατάργηση των συνταγματικών δικαιωμάτων. Εν συντομία, μέσα σε λίγες εβδομάδες από την σημαντική χρηματοδότηση του Χίτλερ, υπήρξε μια αλληλουχία σημαντικών γεγονότων: χρηματική συνεισφορά από επιφανείς τραπεζίτες και βιομηχάνους στην προεκλογική εκστρατεία του 1933, ο εμπρησμός του Ράιχσταγ, η κατάργηση των συνταγματικών δικαιωμάτων, και η συνακόλουθη αρπαγή της εξουσίας από το ναζιστικό κόμμα.

    Η πρώτη συνάντηση για την συλλογή δωρεών έγινε στις 20 Φεβρουαρίου 1933 στο σπίτι του Γκέρινγκ, που ήταν τότε πρόεδρος του Ράισταγ, Με τον Χγιάλμαρ Χόρας Γκρίλι Σλαχτ (Hjalmar Horace Greeley Schacht) ως οικοδεσπότη. Μεταξύ των παρόντων, σύμφωνα με τον φον Σνίτζλερ (von Schnitzler) της I.G. Farben, ήταν:

    ο Κρουπ φον Μπόλεν (Krupp von Bohlen), ο οποίος, στην αρχή του 1933 ήταν πρόεδρος της Εθνικής Ένωσης Γερμανικών Βιομηχανιών (Reichsverband der Deutschen Industrie)· ο δόκτρο Άλμπερτ Φέγκλερ, ηγετική μορφή των ΕνωμένωνΧαλυβουργείων (Vereinigte Stahlwerke)· ο φον Λέβενφελντ (Von Loewenfeld)· ο δόκτορ Στάιν, επικεφαλής της Gewerkschaft Auguste-Victoria, ορυχείο που ανήκει στην IG.23

    ο Χίτλερ ανέπτυξε τις πολιτικές απόψεις του στους συγκεντρωμένους επιχειρηματίες με έναν μακροσκελή λόγο μιάμιση ώρας, επισείοντας αποτελεσματικά την απειλή του κομμουνισμού και ενός κομουνιστικού ξεσηκωμού:

    Είναι περιττό να τονίσουμε ότι δεν θέλουμε κομμουνισμό στην οικονομία μας. Αν εξακολουθήσουμε την παλαιά πολιτική πορεία μας, τότε θα χαθούμε […] Είναι το ευγενέστερο έργο για έναν ηγέτη το να βρει ιδανικά που είναι ισχυρότερα από τους παράγοντες που ενώνουν τους ανθρώπους. Αναγνώρισα ήδη από όταν ήμουν στο νοσοκομείο ότι θα έπρεπε κάποιος να αναζητήσει νέα ιδανικά που να οδηγούν στην ανόρθωση. Τα βρήκα στον εθνικισμό, στην αξία της προσωπικότητα, και στην άρνηση συμφιλίωσης μεταξύ των εθνών […]

    Τώρα βρισκόμαστε εμπρός στην τελευταία εκλογή. Ανεξαρτήτως του αποτελέσματος, δεν θα υπάρξει υποχώρηση, ακόμη κι αν η επικείμενη εκλογή δεν οδηγήσει στην απόφαση, με τον έναν ή με τον άλλον τρόπο. Αν η εκλογή δεν είναι αποφασιστική, η απόφαση πρέπει να ληφθεί με άλλα μέσα. Έχω κάνει παρεμβάσεις, για να δώσω στους ανθρώπους άλλη μια ευκαιρία να αποφασίσουν οι ίδιοι για την τύχη τους […]

    Υπάρχουν μόνον δύο πιθανότητες, είτε να απωθήσουμε τον αντίπαλο με συνταγματικά μέσα, και γι’ αυτό άλλη μία εκλογή· ή, η μάχη θα διεξαχθεί με άλλα όπλα, που ενδέχεται να απαιτήσουν μεγαλύτερες θυσίες. Ελπίζω ότι ο γερμανικός λαός θα αναγνωρίσει το μεγαλείο της στιγμής.24

    Αφού μίλησε ο Χίτλερ, ο Κρουπ φον Μπόλεν (Krupp von Bohlen) εξέφρασε την υποστήριξη των συγκεντρωμένων βιομηχάνων και τραπεζιτών με την συγκεκριμένη χειρονομία πολιτικής επιδότησης με 3 εκατομμύρια μάρκα. Αυτά τα χρήματα αποδείχτηκαν υπεραρκετά για την κατάληψη της εξουσίας, καθώς 600.000 μάρκα περίσσεψαν μετά την διεξαγωγή των εκλογών.

    Ο Γιάλμαρ Σλαχτ οργάνωσε αυτή την ιστορική συνάντηση. Περιγράψαμε πρωτύτερα τους δεσμούς του Σλαχτ με τις ΗΠΑ: ο πατέρας του υπήρξε ταμίας στο κατάστημα Βεροίνου της Equitable Assurance, και ο Γιάλμαρ είχε στενές επαφές με την Γουόλ Στριτ σε μηνιαία βάση.

    Το μεγαλύτερο ποσό συνεισέφερε η I.G. Farben, που κάλυψε το 80% (δηλαδή, 500.000 μάρκα) συνολικά. Ο Διευθυντής Α. Στάινκε (A. Steinke), της BUBIAG (Braunkohlen-u. Brikett-Industrie A.G.), μια θυγατρική της I.G. Farben, συνεισέφερε άλλα 200.000 μάρκα. Εντέλει, 45% των κεφαλαίων για την εκλογική αναμέτρηση του 1933 προήλθε από την I.G. Farben. Αν εξετάσουμε τους διευθυντές της αμερικανικής I.G. Farben — την αμερικανική θυγατρική της I.G. Farben —, φθάνουμε στην ρίζα της σχέσης της Γουόλ Στριτ με τον Χίτλερ. Το Συμβούλιο της αμερικανικής I.G. Farben την περίοδο εκείνη περιλάμβανε ορισμένα από τα λαμπρότερα ονόματα των αμερικανών βιομηχάνων: ο Έντσελς Μπ. Φορντ (Edsel B. Ford) της Ford Motor Company, ο Σ. Ε. Μίτσελ (C.E. Mitchell) της Τράπεζας Federal Reserve της Νέας Υόρκης, και ο Γουόλτερ Τιγκλ (Walter Teagle), διευθυντής της Τράπεζας Federal Reserve της Νέας Υόρκης, της Εταιρείας Standard Oil του Νιου Τζέρσι, και του Ιδρύματος Georgia Warm Springs του προέδρου Φραγκλίνου Ντ. Ρούζβελτ, ο Πολ Μ. Βάρμπουργκ, πρώτος διευθυντής της Τράπεζας Federal Reserve της Νέας Υόρκης και πρόεδρος της Τράπεζας του Μανχάταν, ήταν εκ των διευθυντών της Farben και ο αδελφός του Μαξ Βάρμπουργκ (Max Warburg) ήταν επίσης διευθυντής της I.G, Farben. Ο Χ. Α. Μερτζ (H. A. Metz) της I.G. Farben ήταν επίσης διευθυντής της Τράπεζας του Βάρμπουργκ στο Μανχάταν. Τέλος, ο Καρλ Μπος (Carl Bosch) της αμερικανικής I.G. Farben ήταν επίσης διευθυντής της Ford Motor στην Γερμανία.

    Τρία μέλη του Συμβουλίου της αμερικανικής I.G. Farben κρίθηκαν ένοχα στις Δίκες Εγκλημάτων Πολέμου της Νυρεμβέργης: ο Μαξ Ίλγκνερ (Max Ilgner), ο Φ. Τερ Μέερ (F. Ter Meer), και ο Χέρμαν Σμιτζ (Hermann Schmitz). Όπως σημειώσαμε, τα μέλη του αμερικανικού Συμβουλίου — Έντσελ Φορντ (Edsel Ford), Σ. Ε. Μίτσελ (C. E. Mitchell), Γουόλτερ Τιγκλ (Walter Teagle), και Πολ Βάρμπουγκ (Paul Warburg) — δεν οδηγήθηκαν σε δίκη στην Νυρεμβέργη, και σε ότι αφορά τα αρχεία, φαίνεται ότι ούτε καν ανακρίθηκαν για την χρηματοδότηση του Χίτλερ το 1933.

    Οι πολιτικές συνεισφορές του 1933

    Ποιοι ήσαν οι βιομήχανοι και οι τραπεζίτες που χρηματοδότησαν την προεκλογική εκστρατεία του ναζιστικού κόμματος το 1933; Ο κατάλογος όσων συνεισέφεραν και το ποσό της συνεισφοράς τους έχει ως εξής:

    ΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΙΤΛΕΡ:
    23 Φεβ.-13 Μαρ. 1933:

    (ο λογαριασμός του Γιάλμαρ Σαχτ στην Τράπεζα Delbruck, Schickler)

    Πολιτικές εισφορές από εταιρείες (με επιλεγμένους διευθυντές)

    Ποσόν

    % στο συνολικό ποσό της εταιρείας

    Verein fuer die Bergbaulichen Interessen (Kitdorf)

    600.000 δολ.

    45,8

    I.G. Farbenindustrie (Edsel Ford, C.E. Mitchell, Walter Teagle, Paul Warburg)

    400.000 δολ.

    30,5

    Automobile Exhibition, Berlin (Reichsverbund der Automobilindustrie S.V.)

    100.000 δολ.

    7,6

    A.E.G., Γερμανική General Electric (Gerard Swope, Owen Young, C.H. Minor, Arthur Baldwin)

    60.000 δολ.

    4,6

    Demag

    50.000 δολ.

    3,8

    Osram G.m.b.H. (Owen Young)

    40.000 δολ.

    3,0

    Telefunken Gesellsehaft ruer
    drahtlose Telegraphic

    85,000

    2,7

    Accumulatoren-Fabrik A.G.
    (Quandt της A.E.G.)

    25,000

    1,9

    _____________

    _____________

    Σύνολο από βιομηχανίες

    1.310.000

    99,9

    Πολιτικές εισφορές από ιδιώτες επιχειρηματίες:

    Karl Hermann

    300.000

    Διευθυντής A. Steinke (BUBIAG-
    Braunkohlen—u. Brikett —
    Industrie A.G.)

    200.000

    Διευθυντής Karl Lange (Geschaftsfuhrendes
    Vostandsmitglied des Vereins Deutsches Maschinenbau—Anstalten)

    50.000

    Dr. F. Springorum (Chairman: Eisen-und Stahlwerke Hoesch A.G.)

    36.000

    Πηγή: Βλ. Παράρτημα για μετάφραση αυθεντικού εγγράφου.

    Πώς μπορούμε να αποδείξουμε ότι αυτές που πολτικές εισφορές όντως καταβλήθηκαν;

    Οι πληρωμές προς τον Χίτλερ σ’ αυτό το τελευταίο στάδιο πρτος την δικτατορία έγιναν διά της ιδιωτικής τράπεζας Delbruck Schickler. Η Delbruck Schickler ήταν θυγατρική της Metallgesellschaft A.G. (στο εξής “Metall«), έναν βιομηχανικό γίγαντα, την μεγαλύτερη μη σιδηρουργική μεταλλοβιομηχανία στην Γερμανί, και τον κύριο παίκτη στο διεθνές εμπόριο μη σιδηρούχων μετάλλων. Οι σημαντικότεροι μέτοχοι της «Metall» ήταν η I.G. Farben και η βρετανική British Metal Corporation. Ας σημειώσουμε εν παρόδω ότι οι βρετανοί διευθυντές της «Metall» Aufsichsrat ήταν ο Γουόλτερ Γκάρντνερ (Walter Gardner) (Amalgamated Metal Corporation) και ο λοχαγός Όλιβερ Λίτελτον (Oliver Lyttelton) (επίσης στο Συμβούλιο της Amalgamated Metal και παραδόξως αργότερα κατά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο Υπουργός Παραγωγής).

    Ανάμεσα στα έγγραφα της Δίκης της Νυρεμβέργης (βρίσκεται στην σελίδα 110) υπάρχει το αυθεντικό έγγραφο της εντολής από την θυγατρική τράπεζα της I.G. Farben και άλλες εταιρείες στο κατάστημα Βερολίνου της Τράπεζας Delbruck Schickler Bank, Πληροφορείται η Τράπεζα ότι μεταφορές κεφαλαίων από την Dresdner Bank, και άλλες τράπεζες, στον λογαριασμό τους με τον τίτλο Nationale Treuhand (Εθνικό Πληρεξούσιο). Σε αυτόν τον λογαριασμό χρέωνε ο Ρούντολφ Ες τις δαπάνες για την προεκλογική εκστρατεία του 1933. Η μετάφραση του δελτίου μεταφοράς από την I.G. Farben, που επιλέγεται ως παράδειγμα, έχει ως εξής:25

    Μετάφραση της επιστολής της I.G, Farben της 27ης Φεβρουαρίου 1933, με την εντολή μεταφοράς 400.000 μάρκων στον λογαριασμό της Nationale Treuhand:

    I.G. FARBENINDUSTRIE AKTIENGESELLSCHAFT
    Τραπεζικό Τμήμα

    Εταιρεία: Delbruck Schickler & Co.,
    BERLIN W.8
    Mauerstrasse 63/65, Frankfurt (Main) 20
    Αναφ.: (μνημονεύσατε στην απάντηση) 27 Φεβρουαρίου 1933
    B./Goe.

    Διά της παρούσης σας πληροφορούμε ότι εντελλόμεθα την Dresdner Bank στην Φραγκφούρτη του Μάιν, να σας καταβάλει αύριο το πρωί: 400.000 μάρκων, τα οποία θα χρησιμοποιήσετε υπέρ του λογαριασμού «NATIONALE TREUHAND».

    Με εκτίμηση,

    I.G. Farbenindustrie Aktiengesellschaft
    με εντολή:

    (υπογραφή) SELCK (υπογραφή) BANGERT

    Ειδική παράδοση.26

    Σε αυτό το σημείο θα πρέπει να σημειώσουμε τις προσπάθειες που καταβλήθηκαν για να αποσπαστεί η προσοχή μας από τους αμερικανούς χρηματιστές (και τους γερμανούς χρηματιστές που συνδέονταν με εταιρείες αμερικανικών συμφερόντων) που ήσαν αναμεμειγμένοι με την χρηματοδότηση του Χίτλερ. Συνήθως η κατηγορία για την χρηματοδότηση του Χίτλερ βαρύνει τον Φριτζ Τίσεν ή τον Εμίλ Κίρντορφ. Στην περίπτωση του Τίσεν η κατηγορία κυκλοφόρησε ευρέως χάρη σε βιβλίο που αποοδίδεται στον Τίσεν στο μέσον του Β΄ Παγκόσμιου πολέμου, και το οποίο ο ίδιος αρνήθηκε αργότερα.27 Εξακολουθεί να είναι ανεξήγητο για ποιον λόγο ο Τίσεν ήθελε να καταγράψει αυτή την ενέργειά του πριν από την ήττα του ναζισμού.

    Ο Εμίλ Κίρντορφ, που πέθανε το 1937, υπήρξε πάντοτε υπερήφανος για την σχέση του με την άνοδο του ναζισμού. Η προσπάθεια να περιοριστεί η χρηματοδότηση του Χίτλερ στον Τίσεν και τον Κίρντορφ υπήρξε σταθερή κατά την διάρκεια των Δικών της Νυρεμβέργης το 1946, και επισημάνθηκε αναλυτικά μόνον από τον σοβιετικό αντιπρόσωπο. Ακόμη και ο σοβιετικός αντιπρόσωπος δεν ήθελε να δώσει στην δημοσιότητα τεκμήρια για τις αμερικανικές διασυνδέσεις· κάτι τέτοιο δεν προκαλεί έκπληξη, επειδή η Σοβιετική Ένωση εξαρτάται από την καλή προαίρεση της ίδιας κατηγορίας χρηματιστών για την μεταφορά της τόσο αναγκαίας, πιο προχωρημένης δυτικής τεχνολογίας στην ΕΣΣΔ.

    Στην Νυρεμβέργη, έγιναν δηλώσεις και επιτράπηκε να γίνουν χωρίς κριτκή σε ανιθεση με τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν παραπάνω. Για παράδειγμα, ο Μπίχερ (Buecher), Γενικός Διευθυντής της γερμανικής General Electric, απαλλάχτηκε από τις κατηγορίες συμπαθούντος τον Χίτλερ:

    Ο Τίσεν ομολόγησε το σφάλμα του σαν άντρας και πλήρωσε με θάρρος μια βαριά ποινή γι’ αυτό το λάθος του. Από την άλλη πλευρά στέκονται άνδρες όπως ο Ρόις (Reusch) της Gutehoffnungshuette, ο Καρλ Μπος, τελευταίος πρόεδρος της I.G. Farben Aufsichtsrat, που πολύ πιθανώς θα είχε βρει ένα πολύ θλιβερό τέλος, αν δεν είχε πεθάνει εγκαίρως. Τα αισθήματά τους διακατείχαν και τον αναπληρωτή πρόεδρο της Aufsichtsrat της Kalle. Οι εταιρείες Siemens και AEG ήσαν, μετά από την I.G. Farben, οι ισχυρότερες γερμανικές εταιρείες, και ήσαν αποφασισμένοι αντίπαλοι του εθνικοσοσιαλισμού.

    Γνωρίζω ότι αυτή η μη φιλική στάση της εταιρείας Siemens έναντι των ναζιστών, είχε ως αποτέλεσμα την σκληρή μεταχείριση της εταιρείας από τους ναζί. Ο Γενικός Διευθυντής της AEG (Allgemeine Elektrizitats Gesellschaft), Γκεχάιμρατ Μπίχερ (Geheimrat Buecher), τον οποίο γνώριζα από την κοινή παραμονή μας στις αποικίες, ήταν οτιδήποτε άλλο εκτός από ναζί. Μπορώ να διαβεβαιώσω τον Στρατηγό Τέιλος (Taylor) ότι είναι ασφαλώς λανθασμένο το να υποστηρίζει ότι οι κορυφαίοι βιομήχανοι, με αυτή την ιδιότητά τους, έδειξαν εύνοια στον Χίτλερ πριν από την αναρρίχησή του στην εξουσία.28

    Ωστόσο, στην σελίδα 56 αυτού του βιβλίου αναπαράγουμε ένα έγγραφο που εκδόθηκε από την General Electric, με το οποίο μεταβιβάζονται κεφάλαια της General Electric σε λογαριασμό τηςNationale Treuhand που ήλεγχε ο Ρούντολφ Ες για λογαριασμό του Χίτλερ, και ο οποίος χρησιμοποιήθηκε για τις εκλογές του 1933.

    Κατά παρόμοιο τρόπο, ο φον Σνίτζλερ, που ήταν παρών στην συνάντηση του Φεβρουαρίου του 1933 εκπροσωπώντας την I.G. Farben, αρνήθηκε ότι η I.G. Farben συνεισέφερε το 1933 στην Nationale Treuhand:

    Δεν άκουσα ποτέ ξανά για το όλο θέμα [την χρηματοδότηση του Χίτλερ], αλλά πιστεύω ότι είτε το γραφείο του Γκέρινγκ (Goering) είτε ο Σαχτ είτε η Reichsverband der Deutschen Industrie ζήτησαν από το γραφείο του Μπος ή του Σμιτζ την πληρωμή του μεριδίου της I.G. Farben στο εκλογικό ταμείο. Καθώς δεν καταπιάστηκα άλλο με το θέμα, δεν γνώριζα καν εκείνη την εποχή το κατά πόσον ή ποιο ποσό πληρώθηκε από την I.G., θα εκτιμούσα ότι το μερίδιο της IG στο εκλογικό ταμείο θα ήταν κάτι σαν 10%, αλλά, όσο γνωρίζω, δεν υπάρχουν τεκμήρια ότι η I.G. Farben συμμετείσε σ’ αυτές τις πληρωμές.29

    Όπως είδαμε, η απόδειξη για το πολιτικό χρήμα προς τον Χίτλερ είναι αδιάσειστη κατά το κρίσιμο σημείο της ανόδου του στην εξουσία της Γερμανίας — και ο προγενέστερος λόγος του Χίτλερ στους βιομηχάνους σαφώς αποκαλύπτει ότι η βίαιη κατάληψη της εξουσίας ήταν προμελετημένη και επί σκοπώ.

    Γνωρίζουμε με ακρίβεια ποιος εισέφερε, πόσα, και μέσω ποιων. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι μεγαλύτεροι χρηματοδότες — I.G. Farben, γερμανική General Electric (και η συναφής εταιρεία Osram), και Thyssen — είχαν δεσμούς με τους χρηματιστές της Γουόλ Στριτ. Αυτοί οι χρηματιστές της Γουόλ Στριτ ήσαν στην καρδιά της χρηματιστικής ελίτ και επιφανείς στην αμερικανική πολιτική της εποχής. Ο Τζέραρντ Σουόπ της General Electric ήταν ο συντάκτης του New Deal του Ρούζβελτ, ο Τιγκλ ήταν ένας από τους κορυφαίους διοικητές της NRA, ο Πολ Βάρμπουργκ και οι συνεργάτες τους στην αμερικανική I.G. Farben ήσαν σύμβουλοι του Ρούζβελτ. Ίσως, δεν είναι χωρίς σημασία ότι το New Deal του Ρούζβελτ — που χαρακτηρίστηκε ως “φασιστικό μέτρο¨ από τον Χέρμπερτ Χούβερ (Herbert Hoover) — είχε τόσες ομοιότητες με το πρόγραμμα του Χίτλερ για την Γερμανία, και ότι ο Χίτλερ και ο Ρούζβελτ ανέλαβαν την εξουσία τον ίδιο μήνα του ίδιου χρόνου — τον Μάρτιο του 1933.

    Σημειώσεις:

    1The American Historical Review, τ. LC, NO. 4, Ιούλιος. 1955. σ, 830.

    2Στο ίδ., σημ. (2).

    3Elimination of German Resources, σ. 648. Ο Albert Voegler που μνημονεύται στον κατάλογο της Επιτροπής Kilgore Committee των παιλαιότερων υποστηρικτών του Χίτλερ ήταν ο γερμανός εκπρόσωπος στην Επιτροπή του Σχεδίου Dawes. Ο Owen Young της General Electric (βλ. Κεφάλαιο Τρίτο) ήταν ο αμερικανός αντιπρόσωπος στο Σχέδιο Dawes και έδωσε το όνομά του στο επόμενο σχέδιο, το Σχέδιο Young.

    4Antony C. Sutton, Wall Street and the Bolshevik Revolution, όπ. παραπ.

    5Preussiche Zettung, 3 Ιανουαρίου 1937.

    6Βλ. σ. 116.

    7Glyn Roberts, The Most Powerful Man in the World, (Νέα Υόρκη: Covicl, Friede, 1938), σ. 305.

    8Όπ. παραπ., σ. 313.

    9Όπ. παραπ., σ. 322.

    10Βλ. Chambre des Deputes — Debats, 11 Φεβρουαρίου 1932 Nationale Treuhand, σσ.. 496-500.

    11Η Ομάδα του Συμβουλίου Ελέγχου (Γερμανία. Γραφείο του Διευθυντή Πληροφοριών, Field Information Agency, Technical). Intelligence Report No. EF/ME/1,4 Σεπτέμβριος 1945. «Εξέταση του δρ. Φριτζ Τίσεν,» σ, 13, στο εξής: Εξέταση του δρ. Φριτζ Τίσεν.

    12Η Τράπεζα ήταν γνωστή στην Γερμανία ως Bank fur Handel und Schiff.

    13Εξέταση του δρ. Φριτζ Τίσεν.

    14Fritz Thyssen, I Paid Hitler, (Νέα Υόρκη Farrar & Rinehart, Inc., 1941). σ. 159.

    1Από το Bankers Directory, !932 εκδ., σ. 2557 και Poors, Directory of Directors. ΟJ.L. Guinter και ο Knight Woolley ήταν επίσης διευθυντές.

    16Βλ. Antony C. Sutton, Wall Street and the Bolshevik Revolution, όπ. παραπ.

    17National Cyclopaedia, τ. G, σ. 16.

    18Για μια περιγραφή αυτών των περιπετειών, βασισμένη στα αρχεία του Στέιτ Ντιπάρτμεντ, βλ., Antony C. Sutton, Western Technology and Soviet Economic Development, τ. 1, όπ. παραπ.

    19Βλ., Antony C. Sutton, Wall Street and FDR. Κεφάλαιο Εννέα, «Swope’s Plan,» όπ. παραπ.

    20Βλ., Elimination of German Resources, σσ. 728-30.

    21Για άλλες διασυνδέσεις της Union Banking Corp, και τις γερμανικές επιχειρήσεις, βλ., στο ίδ., σσ. 728-730.

    22Βλ. κεφάλαιο Δέκα.

    23NMT, τ. VII, σ. 555.

    24Josiah E. Dubois, Jr., Generals in Grey Suits όπ. παραπ., σ. 323.

    25Το πρωτότυπο στην σελίδα 64.

    26NMT, τ. VII, p. 565. βλ. σ. 64 για φωτογραφία του πρωτότυπου εγγράφου.

    27Fritz Thyssen, I Paid Hitler, (Νέα Υόρκη: Τορόντο: Farrat & Rinehart, Inc., 1941).

    28NMT, τ. VI, σσ. 1169-1170.

    29NMT, τ. VII, σ. 565.

    https://kokkonis.wordpress.com/%CF%80%CE%B7%CE%B3%CE%B5%CF%82-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%AF%CE%B1%CF%82/%CF%80%CE%BF%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CF%87%CF%81%CE%B7%CE%BC%CE%B1%CF%84%CE%BF%CE%B4%CE%BF%CF%84%CE%BF%CF%8D%CF%83%CE%B5-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CE%B4%CF%8C%CE%BB%CF%86%CE%BF-%CF%87%CE%AF%CF%84%CE%BB/

  5. Η άνοδος του Χίτλερ στην εξουσία

    Ηταν Δευτέρα 30 Ιανουαρίου του 1933, λίγο μετά το μεσημέρι, όταν τα μέλη μιας καινούριας κυβέρνησης στη Γερμανία μπήκαν στην αίθουσα του Προέδρου του Ράιχ στρατάρχη Π. Χίντεμπουργκ, για να δώσουν τον καθιερωμένο όρκο. Επικεφαλής τους, για τη θέση του νέου καγκελάριου, ήταν ένας άνθρωπος που έμελλε να σημαδέψει ανεξίτηλα την ανθρώπινη ιστορία: ο Αδόλφος Χίτλερ.

    Ο Πρόεδρος Χίντεμπουργκ είχε εξοργιστεί που τον είχαν αφήσει να περιμένει πάνω από μία ώρα, δεδομένου ότι η ορκωμοσία της κυβέρνησης είχε οριστεί για τις 11 το πρωί. Παρ’ όλα αυτά απηύθυνε ένα σύντομο και ζεστό καλωσόρισμα και προχώρησε στα περαιτέρω της ορκωμοσίας.

    «Ορκίζομαι – ακούστηκε να λέει η φωνή του Χίτλερ- ότι θα διαθέσω όλες μου τις δυνάμεις για να διαφυλάξω το σύνταγμα και τους νόμους του Ράιχ και ότι θα πράξω το καθήκον μου κατά τρόπον αμερόληπτο και δίκαιο απέναντι όλων»1. Στη συνέχεια ο νέος καγκελάριος έβγαλε ένα σύντομο λόγο υποσχόμενος να αναβαθμίσει το σύνταγμα, να σεβαστεί τα δικαιώματα του Προέδρου και την κοινοβουλευτική τάξη. «Και τώρα κύριοι -ήταν η απάντηση του Προέδρου Χίντεμπουργκ-, ας προχωρήσουμε με τη βοήθεια του θεού»2.

    Τούτη η μέρα ήταν ξεχωριστή κι ίσως να θεωρούνταν, λίγο καιρό πριν, ανέλπιστη για το ναζιστικό κόμμα. «Μοιάζει σαν όνειρο!», έγραφε στο ημερολόγιο του εκείνη τη μέρα ο Γιόζεφ Γκέμπελς. «Η Βιλχελμστράσε μας ανήκει! Ο Φύρερ εγκαταστάθηκε ήδη στην Καγκελαρία του Κράτους. Στεκόμαστε στο παράθυρο και βλέπαμε τις χιλιάδες του λαού που περνούσαν μπροστά από τον γηραιό Πρόεδρο της Δημοκρατίας και το νέο Καγκελάριο του Ράιχ κρατώντας αναμμένες δάδες, διαδηλώνοντας τη χαρά και τον ενθουσιασμό τους. Και νιώθαμε περήφανοι»3.

    Ποιοι ήταν όμως τα νέα αφεντικά της Βιλχελμστράσε που έπαιρναν στα χέρια τους τα ηνία της πολιτικής στη Γερμανία; Και προπαντός, ποιος ήταν ο νέος Καγκελάριος και αρχηγός τους;

    Ο Αδόλφος Χίτλερ γεννήθηκε το 1889 στο Μπράουναου αμ Ιν, ένα χωριό της Αυστρίας στα σύνορα με τη Γερμανία. Στα πρώτα νεανικά του χρόνια ο Χίτλερ έζησε στη Βιέννη και η ζωή του εκεί, σύμφωνα με ορισμένες πηγές4, ήταν μισοαλήτικη. Η ζωή του στη Βιέννη φαίνεται ότι σε μεγάλο βαθμό διαμόρφωσε την πολιτική του φυσιογνωμία. Ο ίδιος γράφει ότι η Βιέννη αποτέλεσε γι’ αυτόν το πιο σκληρό και το πιο διδακτικό σχολείο της ζωής του κι ότι εκεί διαμόρφωσε τις απόψεις του για τους Εβραίους, τους σοσιαλδημοκράτες, το μαρξισμό και το κοινωνικό ζήτημα5.

    Από τη Βιέννη ο Χίτλερ γράφει ότι έφυγε τελειωτικά την Ανοιξη του 1912 και πήγε στο Μόναχο6. Ομως, σύμφωνα με τον William Shirer7 «εν μητρώον της αστυνομίας τον φέρει καταχωρημένον ως κατοικούντα εις τη Βιέννην μέχρι του Μαΐου του 1913».

    Χίτλερ και ναζισμός

    Στο Μόναχο έζησε περίπου την ίδια ζωή που είχε ζήσει στη Βιέννη μέχρι που ξέσπασε ο Α’ Παγκόσμιος Πόλεμος, οπότε και κατατάχτηκε εθελοντής στο στρατό. Πολέμησε στο μέτωπο, τραυματίστηκε δύο φορές και άλλες δύο παρασημοφορήθηκε με τον πολεμικό σταυρό αλλά ποτέ δεν προήχθη πάνω από το βαθμό του δεκανέα. Με τη λήξη του πολέμου παρέμεινε στο στρατό μέχρι τον Απρίλη του 1920 οπότε και συνταξιοδοτήθηκε. Στο διάστημα αυτό, από το τέλος δηλαδή του πολέμου και έως τη συνταξιοδότησή του, η στρατιωτική υπηρεσία που ασκούσε ήταν αυτή του ειδικού πολιτικού παρατηρητή των νέων εθνικιστικών ομάδων που δημιουργούνταν και οι οποίες αποτέλεσαν τα φύτρα του γερμανικού φασισμού. Τις ομάδες αυτές τις παρακολουθούσε και συνέτασσε εκθέσεις για τη δράση και τις ιδέες τους. «Μ’ αυτή την ιδιότητα του- γράφει ο Στάνλεϊ Πέιν8- παραβρέθηκε σε κάποια συνάντηση ρουτίνας του DAP (σ.σ. Deutsche Aibeiter Partei = Γερμανικό Εργατικό Κόμμα) το Σεπτέμβριο του 1919, κι αμέσως συγκινήθηκε από τις ιδέες του, οι οποίες φαίνονταν να εξηγούν το πώς οι ριζοσπαστικές αντισημιτικές του αντιλήψεις θα μπορούσαν να συνδυαστούν με δημοφιλή κοινωνικοοικονομικά δόγματα, για να δημιουργήσουν ένα ευρύ εθνικιστικό κίνημα. Ο Χίτλερ έγινε αμέσως το πεντηκοστό πέμπτο μέλος του DAP».

    Τι ήταν όμως αυτό που έκανε δυνατή την εμφάνιση τέτοιων ομάδων σαν το DAP; Στην ιστοριογραφία συνήθως τονίζεται ότι οι ομάδες αυτές ήταν αποκλειστικά το δημιούργημα της ήττας που είχε υποστεί η Γερμανία στον πόλεμο. «Ο ναζισμός -γράφει ο Ζακ Ντελαρύ9- γεννήθηκε από το σύμπλεγμα της ήττας. Οταν η Γερμανία υποχρεώθηκε να ομολογήσει πως νικήθηκε το Νοέμβριο του 1918, οι στρατιωτικοί της αρνούνταν να παραδεχτούν την ήττα αυτή και νόμιζαν πως δεν τους άξιζε». Χωρίς αμφιβολία ο ισχυρισμός αυτός εμπεριέχει τη μισή αλήθεια. Ο γερμανικός φασισμός δε δημιουργήθηκε τόσο και μόνο από το σύμπλεγμα της ήττας αλλά κυρίως από την ανάγκη της γερμανικής αστικής τάξης να αντιμετωπίσει την επανάσταση που την απειλούσε. «Οι σπόροι του φασισμού -σημειώνει ο Ουίλ. Φόστερ10- φυτεύτηκαν όταν οι σοσιαλδημοκράτες πρόδωσαν την επανάσταση του 1918. Οι συμμορίες των αξιωματικών που είχε επιστρατεύσει τότε ο Νόσκε, για να πυροβολήσουν τους επαναστατημένους εργάτες αποτέλεσαν τον πυρήνα της μαζικής οργάνωσης του Χίτλερ».

    Ο Χίτλερ πήρε πολύ γρήγορα τον έλεγχο του DAP στα χέρια του και κατάφερε μάλιστα να το αναμορφώσει ουσιαστικά, φτιάχνοντας, τον Αύγουστο του 1921, με τη βοήθεια του λοχαγού Ρεμ το NSDAP (Nationalsozialistische Deutsche Aibeiter Partei= Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό κόμμα), στο οποίο συνενώνονταν τρεις φασιστικές ομάδες: το DAP, το Γερμανικό Εθνικοσοσιαλιστικό Κόμμα και το Σοσιαλιστικό Γερμανικό Κόμμα11. Το NSDAP λεγόταν εν συντομία «ναζιστικό κόμμα» και τα μέλη του «ναζί» από τα αρχικά NS της πρώτης λέξης της ονομασίας του.

    Ο δρόμος προς την εξουσία: Ναζισμός και μεγάλο κεφάλαιο

    Το ναζιστικό κόμμα, ως το 1930 ήταν ένα πολύ μικρό κόμμα, την εξέλιξη του οποίου δεν μπορούσε εύκολα κανείς να φανταστεί. Ηταν πιο εύκολο να υποτεθεί ότι τα πράγματα θα ακολουθούσαν την ακριβώς αντίθετη πορεία, απ’ αυτή που γνωρίζουμε, για τους Ναζί, ιδιαίτερα, μάλιστα, αν ληφθεί υπόψη ότι το Νοέμβρη του 1923 επιχείρησαν να ανατρέψουν την κυβέρνηση της Βαυαρίας με το διαβόητο «πραξικόπημα της Μπραρίας», τη διαδήλωση δηλαδή περίπου δύο χιλιάδων ακροδεξιών, τον έλεγχο των οποίων ο Χίτλερ κατάφερε να αποκτήσει σε μία από τις μεγαλύτερες μπιραρίες του Μονάχου. Το «πραξικόπημα» εκείνο στοίχισε στον Χίτλερ μια καταδίκη σε φυλάκιση 5 ετών με ανασταλτικό δικαίωμα για τα 4 απ’ αυτά.12
    Τη στροφή προς το Ναζισμό η γερμανική αστική τάξη την κάνει με την εμφάνιση της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης του 1929 -1933 που όξυνε στο έπακρο τις κοινωνικοπολιτικές αντιθέσεις όχι μόνο διεθνώς, αλλά και μέσα στη χώρα. Στο διάστημα της κρίση,ς η ανεργία αυξήθηκε κατακόρυφα και από 1,3 εκατομμύρια που ήταν οι άνεργοι στα τέλη του 1929 έφτασαν τα 3 εκατομμύρια ένα χρόνο αργότερα και τα 6 εκατομμύρια στα τέλη του 1932. Ταυτόχρονα, η βιομηχανική παραγωγή σε σύγκριση με το 1913, στα μέσα του 1932 υποχώρησε κατά 46,7%. Μια σειρά τράπεζες, όπως η «Ντανάτ Μπανκ», η τράπεζα της Δρέσδης κ.ά., χρεοκοπούν και το ίδιο συνέβηκε με 68 χιλιάδες επιχειρήσεις, ενώ δεκάδες χιλιάδες μικροεπιχειρήσεις και τράπεζες απορροφήθηκαν από τα μεγάλα μονοπωλιακά βιομηχανικά και τραπεζικά συγκροτήματα13. Πέραν, όμως, όλων αυτών η κρίση είχε ως αποτέλεσμα την ενίσχυση της θέσης των κομμουνιστών. «Οι άνεργοι εργάτες- γράφει ο Στ. Πέιν14- διεύρυναν όλο και περισσότερο τις τάξεις του Κομμουνιστικού Κόμματος», με αποτέλεσμα η αστική τάξη που είχε νωπές τις μνήμες από την επανάσταση των σπαρτακιστών να αναζητεί τρόπους, για να προλάβει το κακό που την περίμενε πριν να είναι αργά. Ετσι, ο Χίτλερ και το κόμμα του όλο και περισσότερο αναδεικνύονταν ως μοναδική διέξοδος του καθεστώτος. Οφείλουμε, πάντως, να σημειώσουμε, ότι η γερμανική αστική τάξη ή τουλάχιστον οι πιο ευφυείς εκπρόσωποί της είχαν δει πολύ έγκαιρα τη χρησιμότητα των ναζιστών, ακόμα από τον Απρίλη του 1927 όταν ο Χίτλερ συναντήθηκε στη βίλα του Κρουπ στην Εσση με 400 επιχειρηματίες του Ρουρ, οι οποίοι με την πράξη τους αυτή δήλωναν την υποστήριξη τους στο Ναζιστικό κόμμα και αρχίζουν να το χρηματοδοτούν. Αργότερα, βέβαια, οι σχέσεις των ναζιστών και του μονοπωλιακού κεφαλαίου της χώρας έγιναν περισσότερο ουσιαστικές και φυσικά πολύ θερμές.

    «Τον Οκτώβρη του 1931- γράφουν οι Σοβιετικοί ιστορικοί15- οι μεγιστάνες του γερμανικού κεφαλαίου Τίσεν, Κρουπ, Φλικ, Χούγκενμπερκ, ο πρώην πρόεδρος της αυτοκρατορικής τράπεζας Γ. Σαχτ, οι Γερμανοί πρίγκιπες, ο εκπρόσωπος της ράιχσβερ στρατηγός Χ. Σεκτ συγκρότησαν το λεγόμενο μέτωπο του Χάρτσμπούργκ που ήταν ένας συνασπισμός των φασιστών με τους μονοπωλητές, τους στρατηγούς και τους Γιούνκερς».

    Στα μέσα Δεκεμβρίου του 1931 η αριστοκρατία της Ανατολικής Πρωσίας ζήτησε από τον πρόεδρο της χώρας στρατάρχη Χίντεμπουργκ να διορίσει Καγκελάριο τον Χίτλερ. Παρόμοια πρόταση έκαναν τον Νοέμβρη του 1932, 17 μεγάλοι βιομήχανοι και τραπεζίτες της χώρας. Στην κίνησή τους αυτή φαίνεται ότι έπαιξαν αποφασιστικό ρόλο τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών της 6ης Νοεμβρίου 1932, όπου το Ναζιστικό κόμμα έχασε 2 εκατομμύρια ψήφους. «Το πιο επικίνδυνο σημείο όμως για τα αστικά κόμματα- γράφει ο Ν. Χάγερ16- ήταν πως το ποσοστό που είχε χάσει ο Χίτλερ, το είχε κερδίσει ο κομμουνισμός». Ετσι, άρχισαν οι διεργασίες για την εγκαθίδρυση του Χίτλερ στην εξουσία κάτι που δεν άργησε να γίνει.
    Η απόφαση για την παραχώρηση της εξουσίας στους Ναζί πάρθηκε στις 4 Γενάρη του 1933 σε σύσκεψη που έγινε στο σπίτι του τραπεζίτη Σρέντερ στην Κολωνία, όπου φιγουράριζαν τα ονόματα των μονοπωλητών Σρέντερ, Φέγκλερ, Κίρντορφ, Τίσεν και των πολιτικών εκπροσώπων του κεφαλαίου Πάπεν και Χούγκεμπεργκ17. Στις 30 του ίδιου μήνα ο Χίντεμπουργκ έχρισε, όπως αναφέραμε στην αρχή, τον Χίτλερ καγκελάριο με αντικαγκελάριο τον Πάπεν.

    Εκείνο το βράδυ της 30ής Ιανουαρίου του 1933 το Κομμουνιστικό Κόμμα της Γερμανίας κάλεσε σε γενική πολιτική απεργία κατά της κυβέρνησης του Χίτλερ, την οποία ονόμασε «ανοιχτή φασιστική δικτατορία» και «ωριμότερη, πιο απροκάλυπτη κήρυξη πολέμου κατά των εργαζομένων, κατά της γερμανικής εργατικής τάξης». Η ΚΕ του ΚΚ Γερμανίας απευθύνθηκε, επίσης, στην ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού κόμματος, για να πραγματοποιήσουν από κοινού τα δύο κόμματα τη γενική πολιτική απεργία. Ομως η θέση των σοσιαλδημοκρατών ήταν αρνητική με το επιχείρημα πως ο Χίτλερ ήρθε συνταγματικά στην εξουσία κι έπρεπε να αντιμετωπιστεί στο έδαφος του συντάγματος18. Την ίδια στιγμή, όπως πολύ σωστά σημειώνει ο Ν. Χάγερ19 «η μεγαλοαστική τάξις, που χρηματοδοτούσε αναφανδόν το κόμμα του Χίτλερ ύστερα από τη συμφωνία που είχε κλείσει μαζί του, προετοίμαζε σιγά- σιγά την ολοκληρωτική παράδοση της εξουσίας σ’ αυτόν».

    Ετσι είχαν τα πράγματα. Λίγους μήνες αργότερα ολόκληρη η Γερμανία και λίγα χρόνια μετά ολόκληρη η ανθρωπότητα γνώριζαν από πρώτο χέρι τι σήμαινε ο γερμανικός φασισμός. Οχι μόνο ως προς το γεγονός ότι ήταν ένα εγκληματικό καθεστώς για το λαό της Γερμανίας, αλλά και ως προς το Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και τα εγκλήματα που διέπραξε διεθνώς ο ναζισμός σε βάρος της ανθρωπότητας.

    1. Ν. Χάγερ: «Αδόλφος Χίτλερ», εκδόσεις ΠΕΛΛΑ, σελ. 215
    2. Ian Kershaw: «Χίτλερ 1889- 1936: Υβρις», εκδόσεις «Scripta», σελ. 472
    3. Γιόζεφ Γκέμπελς: «Ημερολόγιο», εκδόσεις ΠΛΕΙΑΣ, σελ. 285
    4. Θ. Θεοδώρου – Ντ. Σαουντίνο: «Μορφές Ολοκληρωτισμού – Ναζισμός στη Γερμανία – Φασισμός στην Ιταλία». Εκδόσεις «Προσανατολισμοί», σελ. 191
    5. Αδόλφος Χίτλερ: «Ο Αγών μου», εκδόσεις «Δαρεμά», τόμος Α’, σελ. 202
    6. Αδόλφος Χίτλερ: «Ο Αγών μου», εκδόσεις «Δαρεμά», τόμος Α’, σελ. 203
    7. William Shirer: «Η Ανοδος και η Πτώσις του Γ’ Ράιχ», εκδόσεις «Αρσενίδη», τόμος Α’, σελ. 57
    8. Στάνλεϊ Πέιν: «Ιστορία του φασισμού», εκδόσεις «ΦΙΛΙΣΤΩΡ», σελ. 225- 226
    9. Ζακ Ντελαρύ: «Η ιστορία της Γκεστάπο», εκδόσεις «Θεμέλιο», σελ. 16
    10. Ουίλ. Φόστερ: «Ιστορία του Παγκόσμιου Συνδικαλιστικού Κινήματος», εκδόσεις «Εταιρεία Ελληνικού Βιβλίου», τόμος β’, σελ. 97
    11. Ζακ Ντελαρύ, στο ίδιο, σελ. 19
    12. Στάνλεϊ Πέιν: «Ιστορία του φασισμού», εκδόσεις «ΦΙΛΙΣΤΩΡ», σελ. 228- 229
    13. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ: «Παγκόσμια ιστορία», εκδόσεις «Μέλισσα», τόμος Θ1- Θ2, σελ. 266- 267
    14. Στάνλεϊ Πέιν, στο ίδιο, σελ. 241
    15. «Δεύτερος Παγκόσμιος πόλεμος 1939- 1945», εκδόσεις «ΣΕ», τόμος 1ος, σελ. 15-16
    16. Ν. Χάγερ: «Αδόλφος Χίτλερ», εκδόσεις ΠΕΛΛΑ, σελ. 214
    17. Ακαδημία Επιστημών ΕΣΣΔ, στο ίδιο σελ. 274
    18 .Εριχ Χόνεκερ: «Από τη ζωή μου», εκδόσεις Ειρήνη, σελ. 77
    19. Ν. Χάγερ, στο ίδιο, σελ. 215

    Γιώργος ΠΕΤΡΟΠΟΥΛΟΣ

  6. Stefan Ihrig: O θαυμασμός της Γερμανίας στις τακτικές του Κεμάλ
    ΗΛΙΑΣ ΜΑΓΚΛΙΝΗΣ

    Οσοι έχουν μελετήσει στοιχειωδώς τη Γερμανία κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο θα έχουν παρατηρήσει τη στενή σχέση της με την Οθωμανική Αυτοκρατορία και τη μετέπειτα Νέα Τουρκία που ίδρυσε ο Κεμάλ Ατατούρκ. Και όμως, μέχρι σήμερα ελάχιστοι έχουν ασχοληθεί σε βάθος και με σύστημα με τη σχέση, τη συμμαχία αυτή, τις προεκτάσεις και τα παρεπόμενά της. Ο ιστορικός Stefan Ihrig πράττει ακριβώς αυτό, φέρνοντας στο φως πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία για τον ιδιαίτερο θαυμασμό των Γερμανών εθνικιστών και βέβαια των ναζί απέναντι στον ίδιο τον Κεμάλ, αλλά και στις γενοκτονικές πολιτικές των Νεότουρκων. Τα αποτελέσματα της έρευνάς του περιλαμβάνονται στο βιβλίο «Ατατούρκ και ναζί. Δάσκαλος και μαθητές στην εφαρμογή του ολοκληρωτισμού».

    – Πώς προέκυψε η συμμαχία Γερμανίας-Τουρκίας το 1914-18 και ποια η ιδιαίτερη σημασία της;

    – Ηδη από τη δεκαετία του 1890, η Γερμανία και η Οθωμανική Αυτοκρατορία ήσαν κοντά και συχνά σε ένα καθεστώς συμμαχίας. Γι’ αυτό και η συμμαχία κατά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν ήταν συμπτωματική. Την ίδια στιγμή, δεν ήταν όλοι οι Νεότουρκοι γερμανόφιλοι, ενώ πολλοί στη Γερμανία έβλεπαν τους Οθωμανούς περισσότερο σαν βάρος. Ωστόσο, ήσαν πολλοί εκείνοι που έβλεπαν τις περιοχές που κατείχαν οι Οθωμανοί ως πολύ σημαντικές για το μέλλον της Γερμανίας. Οπως επίσης και εκείνοι, μεταξύ αυτών και ο αυτοκράτορας, που σκέφτονταν ότι μια Τζιχάντ υποκινημένη από και με καθοδηγητές τους Οθωμανούς θα ήταν ένας κρυφός άσος στο μανίκι κατά τον Μεγάλο Πόλεμο του 1914.

    Επιπλέον, όταν έληξε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, πολλοί Γερμανοί είδαν σε όσα υπέστησαν οι Τούρκοι τη δική τους μοίρα. Και οι δύο πλευρές ηττήθηκαν στον πόλεμο, και οι δύο υποχρεώθηκαν σε ταπεινωτικές συνθήκες ειρήνης. Η Γερμανία βρισκόταν ακόμη σε κατάσταση σοκ εξαιτίας της ήττας, φοβισμένη από την τιμωρητική συνθήκη που της επέβαλε η Αντάντ. Μέσα σε μια ατμόσφαιρα εθνικιστικής απόγνωσης, κάποια γεγονότα στην Ανατολία εξερέθισαν τα πάθη και τα όνειρα των Γερμανών εθνικιστών. Υπό τον Ατατούρκ, οι Τούρκοι ξεκίνησαν μιαν αντίσταση στις δικές τους «Τουρκικές Βερσαλλίες», δηλαδή στη Συνθήκη των Σεβρών.

    Τα έβαλαν με ολόκληρη την Αντάντ, όπως επίσης με τον ελληνικό στρατό, ακόμη και με τη δική τους κυβέρνηση στην Κωνσταντινούπολη. Οι Γερμανοί εθνικιστές και ειδικά οι ναζί σκέφτηκαν πως η Γερμανία θα έπρεπε να αντιγράψει το παράδειγμα των κεμαλιστών. Κατά κάποιον τρόπο, οι ναζί, ως πολιτικό κίνημα, εξελίχθηκαν μαζί με τον Ατατούρκ. Ο τουρκικός Αγώνας της Ανεξαρτησίας (1919-1922) συμπίπτει με την ίδρυση του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος και τα πρώτα χρόνια του ναζισμού. Και ο πόλεμος του Ατατούρκ ήταν ένα μείζον γεγονός στα ΜΜΕ της πρώιμης Δημοκρατίας της Βαϊμάρης. Ηταν ένα από τα πιο σοβαρά θέματα συζήτησης και σίγουρα η σημαντικότερη ξένη είδηση στον γερμανικό Τύπο κατά τα χρόνια 1919-1923.

    Οι ναζί, όπως και άλλοι Γερμανοί εθνικιστές, βρήκαν στην «τουρκική λύση» την απάντηση στα δικά τους εθνικά προβλήματα – με επίκεντρο, κυρίως, την αναθεώρηση της Συνθήκης των Βερσαλλιών και την εγκαθίδρυση μιας διαφορετικής κυβέρνησης κάτω από έναν ισχυρό ηγέτη. Ηταν ιδίως στους μήνες που οδήγησαν στο Πουτς (πραξικόπημα) του Χίτλερ, στα τέλη του 1923, που το τουρκικό μοντέλο διαδραμάτισε κυρίαρχο ρόλο και επηρέασε βαθιά τους ναζί, δημιουργώντας μιαν ατμόσφαιρα μέσα από την οποία οι ναζί σκέφτηκαν πως είχε έρθει η ώρα να δράσουν. Αυτό φαίνεται και από τις συζητήσεις που έγιναν κατά τη δίκη μετά το Πουτς. Τότε ο Χίτλερ αναφέρθηκε στο ιδανικό του μοντέλο, τον Ατατούρκ, άμεσα μάλιστα, τοποθετώντας τον ψηλότερα απ’ ό,τι τον Μουσολίνι.

    – Ο Χίτλερ λοιπόν θαύμαζε τον Ατατούρκ. Το «αίσθημα» ήταν αμοιβαίο;

    – Ας μη γελιόμαστε: ήταν μια μονόπλευρη «ερωτική» σχέση. Στο μέτρο που γνωρίζω, ο Ατατούρκ δεν είχε ανταποκριθεί· έβλεπε τον Χίτλερ ως ένα επικίνδυνο άτομο. Αμέσως μετά τον θάνατο του Ατατούρκ, δημοσιεύθηκε ένα άρθρο σε γερμανική εφημερίδα. Πραγματευόταν τις ποιότητες που πρέπει να έχει ο αρχηγός ενός έθνους, τι θα του άξιζε να έχει προκειμένου να οδηγήσει ένα λαό. Το άρθρο υπογράμμιζε εμφατικά ότι ο ιδανικός ηγέτης θα έπρεπε να εργαστεί για την ειρήνη στο εξωτερικό προκειμένου να εξασφαλίσει τον λαό του. Η ειρήνη ήταν το κεντρικό μήνυμα. Και ο συγγραφέας του άρθρου ήταν, τουλάχιστον με βάση την εν λόγω εφημερίδα, ο ίδιος ο Ατατούρκ. Η δημοσίευση ενός τέτοιου άρθρου δεν συνιστούσε απλώς τομή στην κυρίαρχη εικόνα που είχε το Γ΄ Ράιχ για τον Ατατούρκ, συνιστούσε επίσης και πράξη αντίστασης στον Χίτλερ.

    – Πώς και η εμμονή των ναζί στην αρία φυλή δεν τους εμπόδισε από το να δουν τους Τούρκους σαν «υπανθρώπους»;

    – Σε αντίθεση με ό,τι νομίζουμε, οι απόψεις των ναζί σε ό,τι αφορά άλλες χώρες ποίκιλλαν και ήσαν αλλόκοτες. Το βασικό ήταν να απέχουν γεωγραφικά – και η Τουρκία ήταν μια τέτοια περίπτωση. Οπότε το φυλετικό έπαυε να είναι μείζον ζήτημα. Ωστόσο, μετά τους ρατσιστικούς νόμους της Νυρεμβέργης, μερικά κράτη, μεταξύ αυτών και η Τουρκία, ζήτησαν από τη γερμανική κυβέρνηση να δώσει εξηγήσεις. Η απάντηση που δόθηκε ήταν ότι εκτός των γερμανικών συνόρων, η σημαντική διάκριση ήταν Ευρωπαίος/Μη Ευρωπαίος, όχι Αριος/Μη Αριος, συνεπώς, από τη στιγμή που η Τουρκία ήθελε να γίνει ευρωπαϊκή, η Γερμανία θα την υποστήριζε.

    – Σε πόσο επίσημο επίπεδο εξέφραζαν οι ναζί τον θαυμασμό τους προς τους Τούρκους;

    – Μετά το αποτυχημένο Πουτς και έως το 1933, οι ναζί απέφευγαν κάθε αναφορά στο «τουρκικό θαύμα», διότι επιδίωκαν πλέον να πάρουν την εξουσία με νόμιμα μέσα. Από το 1933 κι έπειτα, όλα αυτά άλλαξαν. Μέσα στο 1933, ο Χίτλερ αποκαλεί τον Ατατούρκ «λαμπερό αστέρι μέσα στο σκοτάδι» – φράση που έμελλε να γίνει η επίσημη αναφορά της Τουρκίας από το Γ΄ Ράιχ. Μάλιστα, ο θαυμασμός των ναζί απέναντι στην Τουρκία έφτασε σε τέτοια ύψη που κάποιος θα μπορούσε να μιλήσει για «αδελφοποίηση» με το Γ΄ Ράιχ – η Νέα Τουρκία και η Νέα Γερμανία αποδίδονταν σαν «δίδυμα κράτη» και ο Κεμαλισμός και ο Εθνικοσοσιαλισμός ως δίδυμα κινήματα. Στην αρχή, ωστόσο, πολλοί πολιτικοί και θεωρητικοί ισχυρίζονταν πως η Νέα Τουρκία είχε αφήσει πολύ πίσω της τη Νέα Γερμανία σε ό,τι αφορά την εθνική αναδόμηση της χώρας. Οι ναζί υποσχέθηκαν πως θα έκαναν το καλύτερο δυνατό το συντομότερο δυνατόν.

    – Υποθέτω πως αυτό είναι σαφής νύξη ως προς τις γενοκτονικές πολιτικές των Νεότουρκων κυρίως.

    – Η Τουρκία είχε «ξεφορτωθεί» τις περισσότερες από τις μειονότητές της, πρώτα τους Αρμένιους και δευτερευόντως τους Ελληνες. Για τους ναζί, αυτό που συνέβαινε στην Τουρκία τις δεκαετίες του 1920 και του 1930 ήταν μια επιτυχημένη αναδόμηση και ανακατασκευή της χώρας με βάση έναν εθνικιστικό/φυλετικό άξονα. Γι’ αυτούς, ήταν το απόλυτο παράδειγμα του τι μπορεί να πετύχει ένα καθαρά εθνικό κράτος κάτω από έναν δυναμικό ηγέτη. Κατά την άποψη των ναζί, η Νέα Τουρκία δεν θα είχε καταστεί πραγματικότητα εάν η Τουρκία δεν είχε «ξεφορτωθεί» τις μειονότητές της. Υπό αυτή την έννοια, οι ναζί και οι λοιποί Γερμανοί εθνικιστές ήσαν σε θέση να αποτυπώσουν τη Νέα Τουρκία του Ατατούρκ ως ένα είδος πειράματος για μια εθνοτική-φυλετική αναδόμηση μεγάλης κλίμακας· ένα πείραμα που γι’ αυτούς σηματοδότησε την ισχύ ενός νέου εθνικού κράτους, καθαρού από τυχόν μειονότητες· ένα πείραμα που όχι μόνον επιβεβαίωσε τα πιστεύω τους σχετικά με τις φυλετικά καθαρά κράτη, αλλά τους έδειξε και διάφορους τρόπους σχετικά με το πώς επιτυγχάνεται αυτό.

    – Αληθεύει ότι ο Χίτλερ δήλωσε δημοσίως πως κανένας δεν θυμόταν πια τους Αρμένιους, προκειμένου να διαλύσει τον όποιο δισταγμό απέναντι στο «εβραϊκό πρόβλημα»;

    – Η δήλωση αυτή έχει αμφισβητηθεί. Αλλο είναι το σημαντικό ερώτημα: σε ποιο βαθμό γνώριζαν οι Γερμανοί περί της αρμενικής γενοκτονίας και τι έκαναν με τις πληροφορίες που είχαν; Η συνεχιζόμενη διένεξη σχετικά με την αναγνώριση της αρμενικής γενοκτονίας έχει περιθωριοποιήσει το γεγονός, καθιστώντας το μια υποσημείωση στην ευρύτερη ευρωπαϊκή και παγκόσμια ιστορία. Και όμως, ήταν ένα εξαιρετικά σημαντικό γεγονός εκείνη την εποχή, ειδικά για τη Γερμανία. Οχι μόνον η Γερμανία ήταν στενά συνδεδεμένη με το γεγονός αυτό, ως σύμμαχο κράτος των Οθωμανών, αλλά και οι διπλωμάτες της, οι αξιωματικοί και οι στρατιώτες της. Υπήρξε μια τεράστια συζήτηση στη Γερμανία του 1920 ως προς το αν όντως οι Αρμένιοι εξοντώθηκαν βάσει σχεδίου.

    Στο τελευταίο βιβλίο μου, «Δικαιολογώντας τη Γενοκτονία», προσπαθώ να δείξω όχι ότι οι Γερμανοί βρήκαν στην αρμενική γενοκτονία μια πηγή έμπνευσης, όσο ότι ήξεραν πολύ καλά ότι είχε συμβεί. Κατ’ αρχάς, θα πρέπει να πούμε πως οι ναζί δεν χρειάζονταν να τους διδάξει κανένας πώς θα εξοντώσουν τους Εβραίους. Η ευθύνη για το Ολοκαύτωμα είναι όλη δική τους. Αυτό που δείχνω με τη μελέτη μου είναι πως η Γενοκτονία των Αρμενίων ήταν μια ιδέα πολύ ρεαλιστική στο μυαλό των ναζί ήδη προτού ο Χίτλερ πάρει την εξουσία. Θα πρέπει επίσης να θυμόμαστε ότι η χρονική απόσταση που χωρίζει την αρμενική γενοκτονία από το Ολοκαύτωμα δεν είναι τόσο μεγάλη όσο νομίζουμε – και είναι καιρός να συνειδητοποιήσουμε τι σημαίνει αυτό τόσο για τη γερμανική ιστορία όσο και για το ανθρώπινο γένος, την ικανότητά μας να εκλογικεύουμε τον φόνο αθώων ανθρώπων.

    Συμπτώσεις

    – Στο βιβλίο σας αναφέρετε πως ο Ατατούρκ πέθανε στις 10 Νοεμβρίου του 1938, δηλαδή ακριβώς την επόμενη ημέρα από τη Νύχτα των Κρυστάλλων στη Γερμανία. Συνδέονται τα δύο αυτά γεγονότα;

    – Τα γεγονότα αυτά καθ’ εαυτά δεν συνδέονται, αμφότερα όμως συναγωνίστηκαν ως προς την προσοχή που απέσπασαν από τον Τύπο της εποχής. Το εβραϊκό πογκρόμ δεν ήταν εύκολη υπόθεση για τους ναζί, οι οποίοι την ίδια στιγμή που το δικαιολογούσαν, το ίδιο εύκολα το υποβίβαζαν. Ο Ατατούρκ, ωστόσο, ήταν ένα αγαπημένο θέμα στη Γερμανία του Μεσοπολέμου. Οπότε ο θάνατός του έγινε μεγάλη είδηση στη Γερμανία του Γ΄ Ράιχ. Οι μεγάλες εφημερίδες αφιέρωσαν πολύ χώρο στη ζωή και στο έργο του. Σε άλλες μεγάλες εφημερίδες η πρώτη σελίδα είχε αφιερωθεί στην ανακοίνωση του θανάτου του καθώς και σε άρθρα γι’ αυτόν. Σχετική αλυσιδωτή αρθρογραφία ακολούθησε όλες τις υπόλοιπες ημέρες. Και όλο αυτό δεν ήταν ντιρεκτίβα του υπουργείου Προπαγάνδας αλλά κάτι πηγαίο: επί δύο δεκαετίες, σύσσωμος ο γερμανικός Τύπος δημοσίευε έναν τεράστιο όγκο ειδήσεων πάνω στον Ατατούρκ, οπότε, όταν πέθανε, ήταν σε θέση να παρουσιάσει τη δική του αφήγηση πάνω στο ποιος ήταν ο Ατατούρκ.

    Το βιβλίο «Ατατούρκ και ναζί» του Stefan Ihrig κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Παπαδόπουλος σε μετάφραση του Νίκου Ρούσσου. Πρόλογος στην ελληνική έκδοση: Βλάσης Αγτζίδης.

    http://www.kathimerini.gr/864766/article/proswpa/synentey3eis/stefan-ihrig-o-8aymasmos-ths-germanias-stis-taktikes-toy-kemal


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: