«Όταν οι Έλληνες κομμουνιστές πήραν την εξουσία»

Με τον παραπάνω τίτλο περιλαμβάνεται κείμενό μου στο καλό περιοδικό Μαρξιστική Σκέψη, που κινείται στο χώρο της αντιδογματικής και ανοιχτόμυαλης Αριστεράς. Η ανακοίνωση του περιοδικού για την κυκλοφορία του τεύχους  είναι η παρακάτω:   

ms8cover600

Κυκλοφόρησε ο τόμος 8 της “Μαρξιστικής Σκέψης”. Ο τόμος συνεχίζει το αφιέρωμα στην Οκτωβριανή Επανάσταση που ξεκίνησε με τον προηγούμενο τόμο 7, περιλαμβάνοντας όμως αυτή τη φορά κυρίως πρωτότυπες συνεισφορές, καθώς και πλούσιο και σπάνιο φωτογραφικό υλικό.

Το αφιέρωμα χωρίζεται σε 3 μέρη.

Το πρώτο μέρος περιέχει κείμενα επιφανών μαρξιστών, όπως οι Ρ. Λούξεμπουργκ, Λ. Τρότσκι, Ε. Χ. Καρ, Γκ. Λούκατς και Τζ. Νόβακ. Πραγματεύονται σημαντικά θέματα της συγκρότησης των επαναστατικών κινημάτων, του πλαισίου ανάπτυξης των ιμπεριαλιστικών αντιθέσεων, της αντίθεσης σχεδίου-αγοράς στο σοσιαλισμό, της μεταβατικής περιόδου και της εμπειρίας από τα προβλήματά της στην ΕΣΣΔ.

σάρωση0001Στο δεύτερο μέρος παρουσιάζονται μετέπειτα και τωρινές αναλύσεις μαρξιστών και άλλων ερευνητών κυρίως ιστορικού χαρακτήρα, για διάφορες πτυχές της επανάστασης, από το ρόλο των Σοβιέτ ως την προσωπικότητα και τη συνεισφορά του Λένιν. Ο αναγνώστης θα βρει κείμενα των Π. Βογιατζή, Ε. Αστερίου, Τ. Μαστρογιαννόπουλου (με θέμα τον ρόλο της μαζικής αυτενέργειας, των σοβιέτ και του κόμματος στην περίοδο της εξέγερσης), Δ. Καρέλλα και Ου. Τσάμπερλιν (ρωσικές επαναστάσεις του 1905 και του Φλεβάρη 1917), Α. Κλόκε (Οκτωβριανή Επανάσταση και εθνικό ζήτημα), Βλ. Αγτζίδη (η άγνωστη εμπειρία των ελληνικών πληθυσμών και των Ελλήνων κομμουνιστών στον Καύκασο), Κ. Παλούκη (η εικόνα του Τρότσκι στον ελληνικό αστικό και κομμουνιστικό Τύπο του Μεσοπολέμου), Ζ. Μασόν και Γ. Μανιάτη (Οκτωβριανή Επανάσταση και τέχνη) και Η. Κουρκουνάκη (το σκάκι στη Σοβιετική Ένωση). Τέλος, τρία κείμενα των Β. Μποντς Μπρούεβιτς, Α. Βορόνσκι και Ντ. Ρέντον παρουσιάζουν πτυχές της καθημερινής πρακτικής του Λένιν και αναλύουν τη συμβολή του στο επαναστατικό κίνημα.

Στο τρίτο μέρος υπάρχουν αποτιμήσεις της εμπειρίας της ΕΣΣΔ από Ρώσους μαρξιστές διανοούμενους και προσωπικές μαρτυρίες της Γκ. Σοκολνίκοβα και του Μ. Μπίνετς. Ακόμη ο αναγνώστης θα βρει άρθρα και αναλύσεις των Α. Τόλιου(η ΕΣΣΔ από τη νίκη του Οκτώβρη ως το θάνατο του Στάλιν), Χρ. Κεφαλή (θεωρίες για τη φύση της ΕΣΣΔ), Ντ. Κοτζ (οι συνέπειες της διάλυσης της ΕΣΣΔ στο διεθνές σοσιαλιστικό κίνημα) και Α. Χρύση (η παιδαγωγική σημασία της Οκτωβριανής Επανάστασης). Και ο τόμος ολοκληρώνεται με τα αποτελέσματα μιας εμπειρικής έρευνας που διεξήγαγε η “Μαρξιστική Σκέψη” σχετικά με τις απόψεις του κοινού για την Οκτωβριανή Επανάσταση και τη σύνολη εμπειρία της ΕΣΣΔ.

Για περισσότερες πληροφορίες, Εκδόσεις Τόπος, τηλ.: 210 8222835. Βιβλιοπωλείο, τηλ. 210 3221580, Επικοινωνία:bookstore@motibo.com.

Kάποιες χαρακτηριστικές σελίδες με  σχετικές φωτογραφίες από το κείμενό μου είναι οι παρακάτω:

 σάρωση0002

σάρωση0003

Το κείμενο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Μαρξιστική Σκέψη», όπως αναρτήθηκε στο διαδίκτυο είναι το εξής:

Όταν οι Έλληνες Κομμουνιστές πήραν την εξουσία

 του Βλάση Αγτζίδη*

Βλάσης Αγτζίδης

Από τη στιγμή που τα σύγχρονα σύνορα χαράχτηκαν όταν οι πολυεθνικές Αυτοκρατορίες παραχώρησαν μέσα από βασανιστικές διεργασίες τη θέση τους στα εθνικά κράτη, συνηθίσαμε να θεωρούμε ότι το άπαν βρίσκεται εντός των συνόρων. Τα ελλαδικά όρια όπως τελικά διαμορφώθηκαν με την τραγωδία του ’22 επεκτάθηκαν και στον τρόπο αντίληψης της σύγχρονης ιστορίας. Ο τρόπος αυτός επεκτάθηκε και στη θεώρηση της ιστορίας της ελληνικής Αριστεράς. Μιας Αριστεράς τόσο πολύμορφης και πολυδιάστατης, όσο και ο παλιός οικουμενικός κόσμος πριν αυτός περιοριστεί από τα σύνορα και τις νόρμες του εθνικού κράτους. Μόνο μια από τις πολλές εκδοχές έγινε κυρίαρχη γιατί επιβίωσε του αδυσώπητου ιστορικού χρόνου. Η Αριστερά των Ελλήνων στη Σμύρνη, την Τραπεζούντα, την Κωνσταντινούπολη, την Οδησσό και το Σοχούμι εξαφανίστηκε εντελώς από το πεδίο, ακόμα και αυτό των ιστορικών. Και όμως! Κάποιες απ’ αυτές τις εκδοχές, ίσως και να ήταν σπουδαιότερες στο χρόνο τους από αυτήν που τελικά επέζησε.

 

Ένα από τα πιο άγνωστα θέματα του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος υπήρξε η δράση των ελληνικών κομμουνιστικών οργανώσεων στη Σοβιετική Ένωση μέχρι το ’37. Στην ΕΣΣΔ είχαν παραμείνει δεκάδες χιλιάδες Έλληνες και είχε ήδη διαμορφωθεί μια νέα ελληνική μπολσεβίκικη ηγεσία, η οποία προσπάθησε με κάθε τρόπο να αναπτύξει πολιτισμικά και πολιτικά τις ελληνικές κοινότητες. Διαμορφώθηκε έτσι ένας σημαντικός και πολυάνθρωπος σοβιετικός ελληνισμός, πλήρως αυτονομημένος από την Ελλάδα και σε σύγκρουση με το ιδεολόγημα της “μητέρας-πατρίδας”. Ο ελληνισμός αυτός συγκροτήθηκε σ’ ένα ιδιαίτερο ελληνικό κέντρο, απέκτησε εσωτερική ζωή και ενδιαφέρουσες δομές, υπήρξε το καταφύγιο και το αποκούμπι των κυνηγημένων αριστερών από την “αστική Ελλάδα”, συνομίλησε ισότιμα με το σοβιετικό περιβάλλον, υλοποίησε τις πλέον προχωρημένες ιδέες του ελληνικού δημοτικισμού (που σήμερα μας παραξενεύουν αρκετά). Τη σοβιετική κυριαρχία επί των πολυάνθρωπων ελληνικών κοινοτήτων εξασφάλιζαν οι ελληνικές κομματικές οργανώσεις, οι οποίες ασκούσαν έτσι την εξουσία και υλοποιούσαν και τις πιο τολμηρές πολιτιστικές μεταρρυθμίσεις (όπως η καθιέρωση της δημοτικής και του 20γράμματου αλφάβητου). Τα θέματα αυτά παρέμει- ναν άγνωστη σελίδα της νεοελληνικής Ιστορίας, αφενός γιατί οι πρωταγωνιστές –παρότι πιστοί στο Κόμμα και στις νέες αξίες που κυριάρχησαν– έπεσαν θύματα της αντιμειονοτικής-ρατσιστικής πολιτικής του σταλινισμού και αφετέρου γιατί η ελλαδική ιστοριογραφία υπήρξε βαθύτατα εσωστρεφής.

Στη Σοβιετική Ένωση του Μεσοπολέμου οι Έλληνες κομμουνιστές πήραν και άσκησαν την εξουσία για μια ολόκληρη 20ετία. Η εθνική πολιτική που ακολουθήθηκε στη Σοβιετική Ένωση ευνοούσε την πολιτική εκπροσώπηση των διαφόρων εθνών που συναπάρτιζαν το σοβιετικό κοινωνικό οικοδόμημα. Έτσι, την εξουσία επί των πολυάνθρωπων ελληνικών κοινοτήτων της ΕΣΣΔ ασκούσαν οι Ελληνικές Κομματικές Οργανώσεις, που ήταν βεβαίως ενταγμένες στο αντίστοιχο Κόμμα. Με μια έννοια, οι Έλληνες κομμουνιστές πήραν και άσκησαν όντως πραγματικά εξουσία, διαμόρφωσαν τις κοινωνικές δομές, επηρέασαν τις πολιτιστικές κατευθύνσεις, διαμόρφωσαν μια παράδοξη σοβιετική Ελλάδα στα μαυροθαλασσίτικα παράλια, με ξεκάθαρη πολιτισμική ταυτότητα, σε απόλυτη σύγκρουση με την αστική Ελλάδα των Βαλκανίων.

 

Ο ελληνο-σοβιετικός πληθυσμός

Οι Έλληνες που παρέμειναν στη Σοβιετική Ένωση αποτελούσαν μια από τις 160 περίπου εθνικές ομάδες που συγκροτούσαν το πολυεθνικό μόρφωμα. Μπορούν να υπολογιστούν σε 300.000 – 440.000 άτομα περίπου, από τους οποίους το 80% ήταν αγρότες. Απ’ αυτούς το ένα τρίτο περίπου είχε την ελληνική υπηκοότητα. Η ελληνική εθνότητα χαρακτηριζόταν από τη μεγάλη διασπορά στο χώρο της ΕΣΣΔ και από τη μη επαρκή γνώση της ρωσικής γλώσσας. Το 1925 οι σοβιετικοί θα ισχυριστούν ότι μόνο οι Έλληνες υπήκοοι που διάβηκαν στα εδάφη της Σοβιετικής Ένωσης ανέρχονταν σε 300.000 άτομα. Σε μια αναφορά του σοβιετικού πρέσβη στην Αθήνα υπάρχει η εκτίμηση περί 200.000 Ελλήνων υπηκόων.

Υπήρχε επίσης και η εκτίμηση των 250.000 Ελλήνων σ’ όλη την ΕΣΣΔ –από τους οποίους οι 160.000 ήταν ποντιόφωνοι– που βασιζόταν στη σοβιετική απογραφή της 17ης Δεκεμβρίου 1926. Η εκτίμηση αυτή περί 250.000 ατόμων, την οποία βρίσκουμε και στην ελληνική εφημερίδα του Καυκάσου Κόκκινος Καπνάς (Κόκινος Καπνας), είναι μάλλον ανακριβής, γιατί όσους μιλούσαν τη μαριουπολιτική διάλεκτο, τους τουρκόφωνους και ταταρόφωνους Έλληνες, τους υπολογίζει μόλις σε 90-100.000, ενώ η ίδια εφημερίδα θεωρεί ότι οι Μαριουπολίτες είναι περί τους 150.000. Τουλάχιστον για την περιοχή της Υπερκαυκασίας που έχει μελετηθεί καλύτερα, η απογραφή του 1926 φαίνεται ότι έδινε αριθμό Ελλήνων, που μπορεί να αντιστοιχούσε στο ένα τρίτο μόνο του πραγματικού αριθμού.

Σύμφωνα με την επικρατούσα άποψη, οι Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης διακρίνονταν σε Πόντιους ή Ρωμιούς του Πόντου, Μαριουπολίτες και Ανατολίτες. Η διάκριση συνεχιζόταν και σε περισσότερα υποσύνολα. Για παράδειγμα, στην ποντιακή ομάδα του πληθυσμού υπήρχε διάκριση μεταξύ των Καρσιωτών (των προερχόμενων από το Καρς του Καυκάσου) και των Τραπεζούντιων (των προερχόμενων από το μικρασιατικό Πόντο). H διάκριση και η σύγκρουση των δύο αυτών τμημάτων της ποντιακής ομάδας του ελληνικού πληθυσμού οφειλόταν στη διαφορετική οικονομική και ιδεολογική τους θέση.

Σημαντικά κέντρα των Ελλήνων βρίσκονταν στην περιοχή του Κουμπάν, γύρω από την κωμόπολη Κρίμσκαγια και στην περιοχή της Μαριούπολης. 20.000 Έλληνες κατοικούσαν και στην Κριμαία, στις πόλεις Γιάλτα, Σεβαστούπολη, Ευπατόρια, Συμφερούπολη και Κερτς, καθώς και στις περιφέρειες των πόλεων αυτών. Στον Καύκασο τα σημαντικά κέντρα των Ελλήνων βρίσκονταν στην κεντρική Γεωργία, στην Αμπχαζία και στην περιοχή του Βατούμι. Σε 90 χωριά και πόλεις της περιοχής της Γεωργίας και της Αμπχαζίας υπήρχαν Έλληνες, ενώ λίγο νοτιότερα, στην Ατζαρία, οι Έλληνες συναντιόνταν σε 11 χωριά και πόλεις. Η εφημερίδα Κόκκινος Καπνάς παρουσίαζε συστηματικά τις ελληνικές κοινότητες και τις μεταβολές που σημειώθηκαν στις συνθήκες ζωής, ως αποτέλεσμα της σοβιετοποίησης. Επίσης περιέγραφε το πώς τα ελληνικά χωριά της Αμπχαζίας γιόρταζαν με μεγαλοπρέπεια τις μεγάλες σοβιετικές επετείους, όπως την Ημέρα της Επανάστασης, την Πρωτομαγιά κ.λπ. και τις διάφορες σοβιετικές γιορτές, όπως η Ημέρα της Γυναίκας, η Ημέρα του Σοβιετικού Στρατού κ.λπ. Κατά τη διάρκεια των επίσημων τελετών οι Έλληνες της περιοχής παρέλαυναν ως εθνική ομάδα με τις δικές τους σημαίες. Γενικά στα ελληνικά χωριά γιορταζόταν με ιδιαίτερη μεγαλοπρέπεια η Πρωτομαγιά.

Στις περιοχές των Ελλήνων τα κολχόζ που δημιουργούνται μετά την αναγκαστική κολεχτιβοποίηση (1928) παίρνουν ελληνικά ονόματα, δανεισμένα από την ιστορία του ελληνικού και διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος. Τέτοια ονόματα είναι “Νίκη”, “Εμπρός”, “Ριζοσπάστης”, “Κομμουνιστικό Κόμμα Ελλάδας”, “Νίκος Ζαχαριάδης”, “Ένωση”, “Παράδειγμα”, “8ο κομματικό συνέδριο”, “Εμπρός στο σοσιαλισμό”, “Μπολσεβίκος”, “Κόκκινος Στρατός”, “Καρλ Λίμπκνεχτ”, “Έλληνας”, “Κόκκινη Σημαία”, “Κόκκινο Παρχάρι”, “Άστρο”, “Λένιν”, “Στάλιν”, “12 χρόνια του κόκκινου στρατού” κ.λπ. Δημιουργούνται επίσης αμιγείς ελληνικές συνεταιριστικές επιχειρήσεις αρτοποιών, τσαγκάρηδων, επιπλοποιών καθώς και ενώσεις καταναλωτών.

 

Ντόπιοι και πρόσφυγες

Υπήρχαν οι ντόπιοι και οι πρόσφυγες Έλληνες με σαφή διάκριση μεταξύ τους. Ντόπιοι θεωρούνταν όσοι είχαν μετακινηθεί από το μικρασιατικό Πόντο κατά τον 19ο αιώνα και μέχρι τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ενώ πρόσφυγες όσοι είχαν εγκαταλείψει την πατρίδα τους, τον Πόντο αλλά και την υπόλοιπη Μικρά Ασία, την αμέσως επόμενη περίοδο, κατά τη διάρκεια του ρωσοτουρκικού και του ελληνοτουρκικού πολέμου. Οι ντόπιοι ήταν πιο ευπροσάρμοστοι στο σοβιετικό σύστημα, είχαν μεγαλύτερα ποσοστά πολιτικά ενεργοποιημένου πληθυσμού και κολεκτιβοποιημένων αγροτών. Αντίθετα οι πρόσφυγες ζούσαν με την ελπίδα να φύγουν για την Ελλάδα, την οποία θεωρούσαν μητέρα-πατρίδα. Οι κομμουνιστικές εφημερίδες της Σοβιετικής Ένωσης παρουσίαζαν ότι διακατέχονταν από συντηρητική κοινωνική συμπεριφορά, πατριωτισμό και θρησκευτική πίστη. Οι πρόσφυγες ήταν σε μεγάλο βαθμό Έλληνες υπήκοοι. Για όσους ήθελαν να αποκτήσουν σοβιετική υπηκοότητα, οι αρχές απαιτούσαν εκτός από την αίτηση και δημόσια δήλωση νομιμοφροσύνης του τύπου «Υποσχόμαστε να ’μαστε τίμιοι πολίτες της Ένωσης ΣΣΔ και να τηρήσουμε τους νόμους της».

Σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύτηκαν σε επίσημες αναφορές και σε έντυπα εκείνης της περιόδου, μπορούμε να υποθέσουμε ότι η μέση αγροτική ελληνική οικογένεια ήταν πενταμελής. Οι όροι που χρησιμοποιούσαν τα διάφορα ελληνικά έντυπα, για να προσδιορίσουν τον ελληνικό πληθυσμό, ήταν: «Έλληνες», «Ρωμιοί» και «Γραικοί». Οι όροι αυτοί είχαν την ίδια ακριβώς σημασία.

Οι διαφορές των Ελλήνων της ΕΣΣΔ από τους Έλληνες της Ελλάδας αντιμετωπίζονταν ως φυσική εξέλιξη που συνέβη με το πέρασμα των αιώνων. Η θέση όμως όλων ήταν ότι οι Έλληνες της Ελλάδας ήταν φυσικοί αδελφοί, ήταν «η ρίζα-μας». Το αίσθημα αυτό διατυπωνόταν με ακόμα μεγαλύτερη άνεση, όταν οι «εξωσοβιετικοί» Έλληνες

ήταν κομμουνιστές ή έκαναν κινήσεις εναρμονισμένες με τις σοβιετικές επιλογές, όπως για παράδειγμα η συμμετοχή τους στον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο στο πλευρό των δημοκρατικών. Η διάκριση των εντός από τους εκτός των ορίων της Σοβιετικής Ένωσης Ελλήνων γινόταν με τη χρήση των όρων «Έλληνες της ΕΣΣΔ» ή «Έλληνες του εσωτερικού» για όσους κατοικούσαν εντός των σοβιετικών συνόρων ή «ελληνική εθνικότητα της Σοβ. Ένωσης» και «Έλληνες του εξωτερικού». Σε χρήση βρίσκονταν και οι εκφράσεις «ρωμαίικη εθνικότητα» και «ρωμαίικες μάζες της ΕΣΣΔ».

 

Στο επαναστατικό κίνημα

Η σχέση των ρωσικών επαναστατικών κινημάτων με την κίνηση ιδεών στον ελληνικό κόσμο ήταν ιδιαίτερα σημαντική από τον 18o αιώνα. Δεν είναι τυχαίο ότι η έδρα τηςΦιλικής Εταιρείας, που εμπνεύστηκε την αντιαπολυταρχική εξέγερση κατά της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ήταν στην Οδησσό της Νέας Ρωσίας (έτσι ονομάζονταν τότε τα νεοαποκτηθέντα εδάφη από τη Ρωσική Αυτοκρατορία). Θεωρείται ότι οι πρωτεργάτες της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, Αλέξανδρος και Δημήτριος Υψηλάντης –ποντιακής καταγωγής– είχαν μεγάλες σχέσεις με το κίνημα των Ρώσων Δεκεμβριστών.

Η σχέση αυτή συνεχίστηκε και καθ’ όλο τον 19o αιώνα, όταν χιλιάδες Ελλήνων από τον οθωμανικό Πόντο μετακινούνται προς τις ρωσικές περιοχές. Έτσι, η ελληνική ομάδα που θα έρθει σε επαφή με τις ιδεολογικές και πολιτικές εξελίξεις του ρωσικού κόσμου θα είναι οι Έλληνες της Ρωσίας, οι οποίοι θα αναπτύξουν μια αξιοσημείωτη διανόηση και θα εμφανίσουν μια πολύ πρώιμη Αριστερά. Η ελληνική διανόηση της Ρωσίας, ήταν δέκτης δύο διαφορετικών ρευμάτων: αφενός των επαναστατικών απόψεων που εμφανίστηκαν στο ρωσικό χώρο και αφετέρου των ιδεών που ήδη διαμορφώνονταν στον ελλαδικό χώρο.

Ως αποτέλεσμα των προβληματισμών που εμφανίστηκαν εκείνη την εποχή, δημιουργήθηκε έντονο δημοτικιστικό κίνημα στο Βατούμι και στο Σοχούμι του Καυκάσου μεταξύ του 1900-1917. Θα παρατηρηθεί παράλληλα και εξάπλωση των επαναστατικών σοσιαλιστικών ιδεών στους Έλληνες σπουδαστές που φοιτούν στα ρωσικά πανεπιστήμια. Η επιρροή αυτή θα εκφραστεί με τη συμμετοχή τους στην αυθόρμητη εξέγερση του 1905. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις Ελλήνων που συμμετείχαν στα γεγονότα ήταν ο Γιάννης Πασαλίδης, ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης (ο οποίος αργότερα πήρε το ψευδώνυμο Σκληρός), ο Γεώργιος Φωτιάδης, ο Νικόλαος Αναστασιάδης κ.ά.

Κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση θα παρατηρηθεί η δράση ελληνικών επαναστατικών οργανώσεων και φιλο-μπολσεβικικών πυρήνων σ’ όλες τις περιοχές που κατοικούσε η ελληνική κοινότητα. Βέβαια, στο χώρο της Υπερκαυκασίας –κυρίως στη Γεωργία– η πλειονότητα των Ελλήνων επαναστατών θα εκφραστεί μέσα από το σοσιαλεπαναστατικό ή το μενσεβικικό κίνημα. Θεωρείται ότι ειδικά στο χώρο του Καρς η πλειονότητα των Ελλήνων δασκάλων ήταν ενταγμένοι στους σοσιαλεπαναστάτες. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση του φτωχού ελληνικού αγροτικού πληθυσμού κατά την περίοδο μεταξύ της Φεβρουαριανής και της Οκτωβριανής Επανάστασης. Ο ελληνικός αγροτικός πληθυσμός της Νότιας Ρωσίας και του ρωσικού Καυκάσου –καταπιεσμένος έως τότε από την οικονομική πολιτική του φεουδαλικού τσαρισμού– θα επιλέξει σε μεγάλο ποσοστό το κόμμα των μπολσεβίκων επηρεασμένος από τις φιλαγροτικές του εξαγγελίες και τα συνθήματα όπως: «Οι γη στους αγρότες». Οι προτάσεις για δήμευση προς όφελος των φτωχών αγροτών της γης των γαιοκτημόνων, της Εκκλησίας και του κράτους θα οδηγήσουν τους Έλληνες αγρότες στην υπερψήφιση του κόμματος των μπολσεβίκων στις εκλογές για τη Συντακτική Συνέλευση. Τότε θα διαμορφωθούν οι δημοκρατικές πολιτικές τάσεις στον πληθυσμό που θα εκφραστούν πολύ συγκεκριμένα λίγο αργότερα στην Ελλάδα, όταν θα έρθουν ως πρόσφυγες πλέον αντιμέτωποι με την αντιπροσφυγική συμπεριφορά, την αντιδραστική πολιτική του ελληνικού κράτους και την ύπαρξη μεγάλων τσιφλικιών στη Μακεδονία.

Στην περιοχή της Υπερκαυκασίας, όπου κυριαρχούσαν οι μενσεβίκοι, οι νέες δυνάμεις εκφράστηκαν μέσα από τα φιλελεύθερα αστικά κινήματα. Στο πλαίσιο αυτών των κινημάτων οι Έλληνες της περιοχής δημιούργησαν την Ελληνική Μεραρχία του Καυκάσου, διεκδίκησαν την Αυτονομία των περιοχών τους και υποστήριξαν το κύριο αίτημα του ελληνισμού του Εύξεινου Πόντου: τη δημιουργία της Δημοκρατίας του Πόντου, ενός ελληνικού κράτους στα νότια παράλια της Μαύρης Θάλασσας με πρωτεύουσα την Τραπεζούντα. Το στοιχείο της εθνοτικής αντιπαράθεσης που ενυπήρχε έντονα στην Υπερκαυκασία θα επηρεάσει και τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς των Ελλήνων σε κάποιες περιοχές. Χαρακτηριστική τέτοια περίπτωση αποτελεί η στάση των Ελλήνων της Αρμενίας, όπου η έντονη εθνικιστική στάση του κυρίαρχου σοσιαλδημοκρατικού κόμματος του Ντασνάκ, θα οδηγήσει αρκετούς Έλληνες στην πλευρά των μπολσεβίκων.

Οι επαναστατικές διαδικασίες θα έχουν άμεσο αντίκτυπο και στο χώρο του μικρασιατικού Πόντου. Σχεδόν ο μισός Πόντος, έως την Τρίπολη, βρέθηκε υπό ρωσική κυριαρχία από τον Απρίλιο του 1916, όταν κατά τις ρωσο-τουρκικές συγκρούσεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου οι Ρώσοι θα καταλάβουν εδάφη που βρίσκονταν έως τότε υπό τουρκική κατοχή. Στον απόηχο της Οκτωβριανής Επανάστασης θα δημιουργηθούν σοβιέτ στην περιοχή του Πόντου, στα οποία θα συμμετάσχουν και πολλοί Έλληνες. Οι Έλληνες του Καυκάσου –οι γνωστοί ως Ποντοκαυκάσιοι– που υπηρετούσαν στο ρωσικό στρατό θα έχουν κύριο ρόλο στη συγκρότηση αυτών των σοβιέτ. Λίγα στοιχεία έχουμε γι’ αυτή τη σύντομη άνοιξη δημοκρατίας στον Πόντο. Στην εφημερίδα της Τραπεζούντας Εποχή που εξέδιδε ο δημοσιογράφος Νίκος Καπετανίδης –που θα εκτελεστεί από τους Κεμαλικούς λίγο αργότερα– αναφέρεται ότι στο Φροντιστήριο Τραπεζούντας γράφτηκαν από τους Έλληνες πρόσφυγες που επέτρεψαν από τη Ρωσία συνθήματα όπως: «Εις την Ρωσία ότι έγινε και εδώ θα γίνει. Είναι η καλύτερη λύση για πολλούς δικούς μας που γυρνούν στα ξένα».

Ο Δ. Καθενιώτης γράφει: «Εσημειώθησαν μερικαί φιλελεύθεραι τάσεις οι οποίες σφόδρα ετάραξαν το διέπον θεοκρατικό καθεστώς. Ούτω συνεστήθησαν εν Τραπεζούντι, υπό των επανελθόντων προσφύγων από την φιλελεύθερον πλέον Ρωσίαν, Σύλλογοι φιλοπρόοδοι, με σκοπόν αντικαταστάσεως του συστήματος των Δημογεροντειών δι ετέρου. Ταραξίαι δε τινες επετέθησαν εναντίον αυτής της Μητροπόλεως…. Εφονεύθη εις».

Οι Έλληνες του Πόντου θα προσπαθήσουν να παρέμβουν στις εξελίξεις μετά την επικράτηση της Επανάστασης, διεκδικώντας την υποστήριξη των αιτημάτων τους από τη νέα κυβέρνηση. Έτσι, τον Φεβρουάριο του 1918 ο Κ. Κωνσταντινίδης, πρόεδρος του Παμποντίου Συνεδρίου που είχε συγκληθεί στη Μασσαλία, θα αποστείλει ένα πολύ ενδιαφέρον τηλεγράφημα προς τον κομισάριο εξωτερικών υποθέσεων Λέοντα Τρότσκι, στο οποίο κατάθετε το αίτημα των ποντιακών οργανώσεων: «Η επιθυμία μας είναι να διαμορφώσουμε μια δημοκρατία ανεξάρτητη από τα ρωσικά σύνορα μέχρι πέρα από τη Σινώπη και την ενδοχώρα». Ζητούσε από τους μπολσεβίκους να στηρίξουν το αίτημα για την αυτοδιάθεση του Πόντου, ώστε «να μην ξαναπέσει κάτω από την τουρκική κυριαρχία». Μ’ έναν παράδοξο τρόπο τα αιτήματα του αντιαπολυταρχικού ποντιακού κινήματος συνέπιπταν με τις επιδιώξεις της αριστερής τάσης των μπολσεβίκων και του Τρότσκι. Όμως τελικά θα επικρατήσει μια άλλη πολιτική προσέγγιση.

Η πολιτική ειρήνευσης με τις Κεντρικές Δυνάμεις που επέβαλε ο Λένιν στην Επανάσταση και εκφράστηκε με την επονείδιστη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ (Μάρτιος ’18), επέφερε δεινά στους λαούς της Ουκρανίας και της Κριμαίας που παραδόθηκαν στους Γερμανούς και στους λαούς της Υπερκαυκασίας, του Καρς και του Ανατολικού Πόντου που παραδόθηκαν στους Νεότουρκους. Ο χώρος του Πόντου θα επανακαταληφθεί από τα νεοτουρκικά εθνικιστικά στρατεύματα. Χιλιάδες Έλληνες και Αρμένιοι θα καταφύγουν ως πρόσφυγες στη Ρωσία. Οι εναπομείναντες πληθυσμοί θα υποστούν την πολιτική της Γενοκτονίας που είχε ήδη αρχίσει στον Δυτικό Πόντο από το 1916.

Η κατάσταση που προέκυψε από τη Συνθήκη του Μπρεστ Λιτόφσκ θα οδηγήσει στη δημιουργία νέων επαναστατικών κινημάτων διαφόρων αποχρώσεων, εντός των οποίων θα εκφραστούν και αρκετοί Έλληνες. Έτσι, στις περιοχές της νοτιοανατολικής Ουκρανίας θα αναπτυχθεί το αγροτικό αναρχικό κίνημα του Νέστορα Μάχνο. Στη περιοχή της δράσης του μαχνοβίτικου κινήματος συμπεριλαμβάνεται η Μαριούπολη με τα 25 ελληνικά της χωριά. Οι Έλληνες αποτελούσαν περίπου το 20% των δυνάμεων του Μάχνο (Makhnovschina). Ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες Μαχνοβίτες, που η μνήμη του έχει διασωθεί, ήταν ο Παπαδόπουλος, υπαρχηγός του «Μπάτκο Μάχνο», και αρκετές δεκαετίες μετά τραγουδιόταν το μαχνοβίτικο τραγούδι που ήταν αφιερωμένο σ’ αυτόν.

Έχει επίσης διασωθεί η δράση της Ελληνικής Κομμουνιστικής Ομάδας Οδησσού με καθοδηγητή τον Παναγιώτη Τομπουλίδη, Πόντιο μαθηματικό από τον Καύκασο. ΗΟμάδα αυτή θα προσπαθήσει να επηρεάσει με προκηρύξεις τα ελληνικά στρατεύματα που είχαν αποσταλεί στο πλαίσιο της Αντάντ για την καταστολή της σοβιετικής επανάστασης. Μπορεί να μην γνωρίζουμε ακριβώς το βαθμό επιρροής της Ομάδας στο στρατό, πάντως η σοβιετική εφημερίδα Μπεντνοτά έγραφε στις 6 Απριλίου 1919: «Η φυλακή της Οδησσού είναι γεμάτη από Έλληνες φαντάρους που αρνήθηκαν να πολεμήσουν εναντίον των σοβιετικών στρατευμάτων». Ο ιστορικός Κώστας Αυγητίδης αναφέρει ότι «Οι παράνομες σοβιετικές οργανώσεις σχεδίασαν και εκτέλεσαν διάφορες ενέργειες σαμποτάζ κατά εχθρικών ευαίσθητων συγκοινωνιακών αρτηριών. Μια τέτοια σαμποταριστική ενέργεια εκτέλεσαν οι Έλληνες Νικόλαος Σκαρλάτος και Κοτσούλης ανατινάζοντας αμαξοστοιχία τραίνου στα προάστια της Οδησσού».

Με την ήττα των δυνάμεων της Αντάντ, οι ένοπλοι της Ελληνικής Κομμουνιστικής Ομάδας μπαίνουν από τους πρώτους στην πόλη. Τα ελληνικά καθιδρύματα της πόλης που ελέγχονταν έως τότε από την παραδοσιακή ηγεσία της κοινότητας παραδίδονται στους Έλληνες εκπροσώπους της νέας σοβιετικής εξουσίας.

 

Χαρακτηριστικά πρόσωπα Ποντίων επαναστατών

Γεώργιος Σκληρός

Ο Γεώργιος Σκληρός-Κωνσταντινίδης γεννήθηκε στην Τραπεζούντα του μικρασιατικού Πόντου. Στην εξέγερση του 1905 πήρε μέρος ως φοιτητής ιατρικής του πανεπιστημίου της Μόσχας. Είναι ανεψιός του Κ. Κωνσταντινίδη που ζούσε στη Μασσαλία, ήταν πρωτεργάτης στο Ποντιακό Κίνημα Ανεξαρτησίας και ως πρόεδρος του Παμποντίου Συνεδρίου απέστειλε στον Τρότσκι τηλεγράφημα με το οποίο ζητούσε από τους μπολσεβίκους να αποδεχτούν τα ποντιακά αιτήματα.

Εξαιτίας της ανάμειξής του στα επαναστατικά γεγονότα, ο Γεώργιος Σκληρός αναγκάζεται να καταφύγει στην Εσθονία. Το ψευδώνυμο Σκληρός, είναι μάλλον ελληνική μετάφραση του ρωσικού ψευδωνύμου που είχε την περίοδο της επαναστατικής του δράσης.

Ο Γ. Σκληρός είναι ο μεγάλος Έλληνας διανοητής που εισάγει τον διαλεκτικό υλισμό στην ερμηνεία της ελληνικής κοινωνίας. Το έργο του Το Κοινωνικόν μας Ζήτημα του 1907, θεωρείται βασικό. Ο Γ. Σκληρός επηρεάζεται από τις απόψεις του Πλεχάνοφ στα ζητήματα των σταδιακών αλλαγών, της αναγκαίας ωρίμανσης της εργατικής τάξης, των κινδύνων που εγκυμονεί μια πρόωρη επανάσταση, του χαρακτήρα της φιλελεύθερης αστικής τάξης και των συμμαχιών μαζί της.

 

Ο Γιώργος Φωτιάδης και το πρώτο ελληνικό αντικαπιταλιστικό θεατρικό έργο (1905)

Ο σημαντικότερος διανοούμενος του ποντιακού ελληνισμού θεωρείται ότι είναι ο Γιώργος Φωτιάδης, δάσκαλος και θεατρικός συγγραφέας. Ο μεγάλος αυτός διανοητής, επηρεασμένος από την επανάσταση του 1905 και τον αγώνα των εθνών για απελευθέρωση από τη ρωσική απολυταρχία, πήρε το μέρος των μενσεβίκων της Γεωργίας και εντάχθηκε στη μενσεβίκικη ελληνική ομάδα. Πέντε μήνες μετά την αποτυχία της εξέγερσης έγραψε το θεατρικό έργο Τα Σκοτάδια ή Ο Λαζάρ Αγάς, όπως έγινε αργότερα γνωστό. Το έργο αυτό είναι γραμμένο στην ποντιακή και θεωρείται το πρώτο ελληνικό αντιπλουτοκρατικό θεατρικό έργο. Τελειώνει με τα εξής λόγια: «Σκοτάδια στα μυαλά της κυβέρνησης, σκοτάδια στα μυαλά του Λαζάραγα, σκοτάδια στα μυαλά των χωρικών.»

Λίγο καιρό αργότερα, ο Φωτιάδης έγραψε τα Μισόφωτα, στη δημοτική με φωνητική ορθογραφία. Η υπόθεσή τους αναφέρεται στο 1905 και στη σύγκρουση του επαναστατικού καθήκοντος με τους παραδοσιακούς οικογενειακούς δεσμούς. Ο γιος ανήκει σε επαναστατική οργάνωση, ενώ ο πατέρας του είναι πλούσιος εκδότης εφημερίδας και άνθρωπος του καθεστώτος. Ο γιος παίρνει εντολή από την οργάνωση να δολοφονήσει τον πατέρα του και βρίσκεται έτσι μπρος σε μια συνειδησιακή σύγκρουση.

Μετά από τα Μισόφωτα ακολούθησε το θεατρικό έργο το Φως, με το οποίο ο Γ. Φωτιάδης εκφράζει την αισιοδοξία του για την τελική επίλυση του κοινωνικού προβλήματος. Ενδιαμέσως έγραψε την Τρουμπέτα της Πρωτοχρονιάς. Το Φως είναι γραμμένο στη δημοτική. Το περίεργο είναι ότι εδώ χρησιμοποιεί την ιστορική ορθογραφία. Τα τρία αυτά έργα αποτελούν τριλογία.

Το 1907 ξανάγραψε με άλλη οπτική το πρώτο του έργο Τα Σκοτάδια. Είχε πια προσχωρήσει στην μπολσεβίκικη ιδεολογία και εντάχθηκε στο κομμουνιστικό κίνημα. Σε μια πορεία εργατών και αγροτών στην Τιφλίδα, διαδήλωσε πρώτος κρατώντας το λάβαρο, αν και φυματικός. Ο Γ. Φωτιάδης προσέγγισε την ελληνοτουρκική σύγκρουση από διεθνιστική και ειρηνιστική σκοπιά. Σε ένα γράμμα προς τον ξάδελφό του Κ. Κανονίδη, που αργότερα θα γίνει γνωστός με το όνομα Κώστας Τοπχαράς, γράφει: «Και οι Τούρκοι είναι ένας λαός γελασμένος, αδέλφια μας είναι, πρέπει να τους δείξουμε το λάθος τους.»

Η θεατρική παραγωγή του Γ. Φωτιάδη τελείωσε με την Προξενία. Είναι έργο σε δύο πράξεις, γραμμένο το 1908 στο ποντιακό ιδίωμα της Κρώμνης και στη φωνητική γραφή. Το έργο και η προσωπικότητα του Γ. Φωτιάδη σφράγισαν τη θεατρική ζωή του ελληνισμού τη σοβιετική περίοδο. Οι ελληνικοί εργατικοί όμιλοι, που δημιουργήθηκαν αμέσως μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων στη νότια Ρωσία, ανέβαζαν συνεχώς τα έργα του: «Προ ημερών παίχτηκε για δευτέρα φορά στο Ναρότνι Τομ [Νοβοροσίσκ] ΟΛαζάρ Αγάς του Γεωργίου Φωτιάδη εις το θέατρον από τον ελληνικό εργατικό όμιλο. Η επιτυχία του είναι άφθαστος, αποδόθηκε φυσικότατα.» Την ίδια ακριβώς περίοδο ο Μορφωτικός Σύνδεσμος Τουαψέ έδινε παραστάσεις με το έργο του Φωτιάδη Ο ΛαζάρΑγάς «προς όφελος των πεινώντων.»

 

Ωρίων Αλεξάκης

Ο Ωρίων Αλεξάκης, έδρασε στην περιοχή του Νοβοροσίσκ, αλλά και στο Χάρκοβο, τη Σεβαστούπολη και σε άλλες πόλεις της Κριμαίας. Το 1908, μόλις 17 ετών, οργάνωσε στη Σεβαστούπολη τη Σοσιαλιστική Ένωση Νεολαίας. Το Νοέμβριο του 1917 πήρε μέρος στα επαναστατικά γεγονότα και τραυματίστηκε σε μάχη. Τον Ιανουάριο του 1918 έγινε μέλος του Κ.Κ.Ρ. (μπ.) και Γραμματέας της Επαναστατικής Επιτροπής Σεβαστούπολης. Υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη της Οργάνωσης Νεολαίας της Κομιντέρν και υψηλόβαθμο στέλεχος των μπολσεβίκων. Το 1919 ανέλαβε Πολιτικός Επίτροπος της Α΄ Μεραρχίας του Κόκκινου Στρατού, η οποία ανακατέλαβε τη Σεβαστούπολη από τα στρατεύματα της Αντάντ. Στο 2ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς γνώρισε τον Δημοσθένη Λιγδόπουλο.

Συμμετείχε στο 4ο συνέδριο των Σοβιέτ ως αντιπρόσωπος. Η ΚΕ του Κ.Κ.Ρ. (μπ.) του ανέθεσε το καθήκον του αντιπροσώπου της Κομμουνιστικής Διεθνής για τις βαλκανικές υποθέσεις. Οι ελλαδικοί κομμουνιστές είχαν έρθει ήδη από το Μάρτιο του 1919 σε επαφή με Πόντιους κομμουνιστές κατά τη σύνδεσή τους με την Κομμουνιστική Διεθνή. Ο Ωρίων Αλεξάκης ανέλαβε από την πλευρά της Διεθνούς τις σχέσεις της με τους ελλαδικούς του ΣΕΚΕ. Οι σχέσεις των σοβιετικών Ελλήνων κομμουνιστών με το ελλαδικό Κ.Κ. αποτελούν ένα από τα πλέον άγνωστα σημεία της ιστορίας του ελλαδικού κομμουνιστικού κινήματος. Είναι γνωστό όμως ότι μέσω των Ποντίων θα αποσταλούν εκπαιδευμένα στελέχη από την Κομιντέρν προς το ΚΚΕ για να βοηθήσουν ή να ελέγξουν το ελλαδικό τμήμα της. Μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή και την πλήρη προσφυγοποίηση, θα υπάρξουν κάποια κοινά στελέχη μεταξύ του Κομμουνιστικού Κόμματος και των προσφύγων, τα οποία θα διευκολύνουν αργότερα την ένταξη των πλέον πολιτικοποιημένων προσφύγων σ’ αυτό. Το 1927 ο Ανδρόνικος Χαϊτάς, Πόντιος κομμουνιστής από το Σοχούμι, αναλαμβάνει γενικός γραμματέας στο ΚΚΕ.

Ο Ωρίων Αλεξάκης δολοφονήθηκε μαζί με τον Δημ. Λιγδόπουλο από Τούρκους πειρατές τον Οκτώβριο του 1920, όταν πήγαινε στην Ελλάδα για παράνομη πολιτική δουλειά.

 

Γιάγκος Κανονίδης

Ο ποιητής Γιάγκος Κανονίδης, επηρεάζεται ιδεολογικά από τον Γιώργο Φωτιάδη. Σε αφιέρωμα προς τιμήν του, που έκανε η εφημερίδα του Καυκάσου Κόκινος Καπναςαναφέρεται:

«Ο σ. Κανονίδης γεννήθηκε στο χωριό Κρώμνη της Τραπεζούντας από πατέρα εργάτη-ανθρακωρύχο. Ακόμη νέος, φοιτητής του γυμνασίου, έγραφε σατιρικούς στίχους ενάντια στους παππάδες και στην κοινωνία των τζορμπατζήδων. Πολλά από τα ποιήματά του διαδόθηκαν ανάμεσα στη μάζα και γι’ αυτό άρχισαν να τον κατατρέχουν οι Έλληνες έμποροι της Τραπεζούντας…

Θεός, νόμος, πατρίδα, θρησκεία,

Α’τά ψέματα είναι α’τά,

Α’τά είν’ τη τρανού η κοιλία,

Τα’ αργαστέρια τα’ αγά, τη ποππά.

… Γρήγορα αυτός έγραψε ένα βροντερό άρθρο “Οι Χουλιγκάνοι του χλωμού άστεως”, ενάντια στον ιεραποστολέα της Τραπεζούντας στην ελληνική εφημερίδα Αργοναύτης… Τότες οι Ελληνικές εφημερίδες της Τραπεζούντας ανοίξανε έφοδο ενάντια σ’ αυτόν και απαιτούσαν απ’ την ελληνική “ιερά κοινότητα” να διώξουν το σύντροφο Κανονίδη απ’ τα ελληνικά σχολεία.»

Στη συνέχεια ο Γιάγκος Κανονίδης θα μεταναστεύσει στη Ρωσία και θα ασκήσει το επάγγελμα του δασκάλου στα ελληνικά χωριά, έχοντας υιοθετήσει πολύ νωρίς την απλοποιημένη φωνητική γραφή. Μετά την επικράτηση των μπολσεβίκων θα έχει σημαντικό ρόλο στην κίνηση των Ελλήνων εκπαιδευτικών που θα οδηγήσει στην αποπομπή της καθαρεύουσας και του 24γράμματου αλφάβητου από τα ελληνικά σχολεία.

Ο Κανονίδης θα συλληφθεί κατά την περίοδο των σταλινικών διώξεων και θα εκτελεστεί από τις σταλινικές αρχές ως «εχθρός του λαού».

 

Βλαδίμηρος Τριανταφύλλοφ

Γεννήθηκε στο Καρς του Καυκάσου. Υπήρξε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του ποντιακού ελληνισμού στην μπολσεβίκικη ιεραρχία. Το έργο του θεωρήθηκε ως το σημαντικότερο που υπήρξε έως τότε στη θεωρία του πολέμου. Η στρατιωτική του καριέρα άρχισε με τις σπουδές του σε ρωσική στρατιωτική ακαδημία, απ’ όπου αποφοίτησε το 1915. Έλαβε μέρος στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο με τον βαθμό του λοχαγού. Το 1918 κατατάχθηκε στον Κόκκινο Στρατό και το 1919 έγινε μέλος του ΚΚΡ (μπ.). Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου αγωνίστηκε σε διάφορα μέτωπα και έφτασε στο βαθμό του διοικητή και κομισάριου ταξιαρχίας. Το 1923, ανέλαβε επικεφαλής των επιχειρήσεων του Κόκκινου Στρατού παίρνοντας τον τίτλο του στρατηγού και αναλαμβάνοντας το αξίωμα του υπαρχηγού του Γενικού Επιτελείου.

Θεωρείται κορυφαίος θεωρητικός του πολέμου, σχετικά με την επιχειρησιακή στρατηγική. Χαρακτηρίστηκε ως «ο πατέρας της σοβιετικής στρατιωτικής τεχνικής»,αναπτύσσοντας τη λεγόμενη «θεωρία των λειτουργιών και βαθιά μάχης».

Το πιο διάσημο έργο του έχει τίτλο Η Κλίμακα των Δραστηριοτήτων των ΣύγχρονωνΣτρατών (1926). Άλλο έργο του είναι το Η Φύση των Πράξεων των Σύγχρονων Στρατών(1929). Η στρατιωτική αντίληψη του Τριανταφύλλοφ επικεντρωνόταν στους τρόπους αποτροπής της καταστροφής του αμυντικού συστήματος μετά από μια ολοκληρωτική εχθρική επίθεση και στη συνέχεια στις τεχνικές δολιοφθορών στα μετόπισθεν του εχθρού και της καταστροφής της ικανότητας για ανασύσταση των αμυντικών τουδυνατοτήτων. Θεωρήθηκε ότι στο έργο του Τριανταφύλλοφ βασίστηκε η στρατηγικήπου ανάπτυξε κατά τη διάρκεια του B΄ Παγκοσμίου Πολέμου ο στρατάρχης Ζούκοφ. Οίδιος ο Ζούκοφ, ελληνικής καταγωγής σύμφωνα με έγκυρες πηγές**, δήλωσε ότι η επιτυχία του οφείλεται στην εφαρμογή του θεωρητικού έργου του Τριανταφύλλοφ. Ο Βλαδίμηρος Τριανταφύλλοφ έχασε τη ζωή του σε ηλικία 37 ετών σε αεροπορικό δυστύχημα. Θάφτηκε στην Κόκκινη Πλατεία, στη Νεκρόπολη τοίχων του Κρεμλίνου.

Σε υψηλότατη κομματική θέση έφτασε και ο ξάδελφός του Στυλιανός Τριανταφύλλοφ, ο οποίος διετέλεσε διευθυντής της NKVD. Κατά την περίοδο της σταλινικής τρομοκρατίας ο Στυλιανός εξορίστηκε στη Σιβηρία, όπου και εκτελέστηκε.

 

Θόδωρος Κανονίδης: ο “Απόλλων”

Ο Θ. Κανονίδης είχε γεννηθεί στην Αργυρούπολη του μικρασιατικού Πόντου και είχε τελειώσει το γυμνάσιο της Τραπεζούντας. Στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο στρατεύτηκε στον τουρκικό στρατό και στάλθηκε στα τάγματα εργασίας, τα γνωστά “αμελέ ταμπουρού.” Επέζησε και στα τέλη του 1917 πέρασε τα ρωσοτουρκικά σύνορα. Εκεί ενστερνίστηκε τις νέες ιδέες και οργανώθηκε στις ελληνικές κομμουνιστικές οργανώσεις. Το 1919 δραστηριοποιείται στον Ελληνικό Δραματικό Όμιλο που οργάνωσε στο Νοβοροσίσκ το Πολιτιστικό Τμήμα της Επαναστατικής Επιτροπής. Σύντομα έγινε ένας από τους εξέχοντες ηθοποιούς και σκηνοθέτες του θεάτρου. Το ιδιαίτερο ταλέντο του επισημαίνεται από τις στήλες της εφημερίδας Σπάρτακος το 1921. Το καλοκαίρι του 1924 περιόδευσε με το θέατρο στις πόλεις και τα χωριά του βορείου Καυκάσου και της Υπερκαυκασίας.

Στο Σοχούμι εγκαταστάθηκε στα τέλη του 1924. Ασχολήθηκε με τη διδασκαλία της ελληνικής γλώσσας, στην αρχή στο σχολείο και αργότερα στο Τέχνικουμ, δηλαδή την Ελληνική Παιδαγωγική Σχολή, ενώ παράλληλα σπούδαζε στο Τμήμα Σκηνοθετών της Σχολής Καλών Τεχνών της Μόσχας. Το 1927, η Λαϊκή Επιτροπή Παιδείας της Αμπχαζίας του ανέθεσε την οργάνωση Ελληνικού Δραματικού Τμήματος στο Κρατικό Θέατρο της Αμπχαζίας, στο οποίο πήρε τη θέση του διευθυντή και του σκηνοθέτη. Ανέλαβε επίσης την προεδρία στο Τμήμα Δραματουργών, ήταν μέλος της διοίκησης της Ένωσης Σοβιετικών Συγγραφέων της Γεωργίας, μέλος της εκδοτικής επιτροπής της εφημερίδαςΣοβιετικοί Συγγραφείς της Αμπχαζίας και στάλθηκε ως αντιπρόσωπος στο Α΄ Πανενωσιακό Συνέδριο Σοβιετικών Συγγραφέων.

Ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά στρατευμένα έργα του είναι το Οι Πρόσφυγες στηνΕλλάδα. Το θεατρικό αυτό έργο γράφτηκε για να σατιρίσει την τάση της μετανάστευσης και να αποδείξει ότι οι Πόντιοι μετανάστες στην Ελλάδα στο τέλος μετανιώνουν και θέλουν «Να κλώσκουνταν οπίς», να γυρίσουν πίσω στη Σοβιετική Ένωση.

 

Γιάννης Πασαλίδης

O Γιάννης Πασαλίδης κατάγεται από τη Σαντά του μικρασιατικού Πόντου. Την περίοδο της εξέγερσης σπουδάζει στην Ιατρική Σχολή της Οδησσού. Είναι στέλεχος της οργάνωσης Οδησσού του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος και θερμός οπαδός του Πλεχάνοφ. Κατά τη διάρκεια των επαναστατικών διαδικασιών του 1917-1921 τάσσεται με τους μενσεβίκους. Εκπροσωπεί τις ελληνικές κοινότητες της Γεωργίας στις διαδικασίες δημιουργίας του αστικού γεωργιανικού κράτους και υπογράφει στην Ιδρυτική του Διακήρυξη.

Με την επικράτηση των μπολσεβίκων καταφεύγει στην Ελλάδα όπου προσπαθεί να συντονίσει την πολιτική και κοινωνική δράση των Ποντιοκαυκασίων προσφύγων. Συνεργάζεται με το Αγροτικό Κόμμα. Στην περίοδο της γερμανικής κατοχής εντάσσεται στο ΕΑΜ και το 1951 ιδρύει την ΕΔΑ, της οποίας παρέμεινε πρόεδρος μέχρι το θάνατό του.

 

Η νέα ελίτ

Η ελληνική κοινωνία της Σοβιετικής Ένωσης, μετά την αναχώρηση την περίοδο 1919-1922 για την Ελλάδα ενός σημαντικού μέρους του πληθυσμού της, βρέθηκε απογυμνωμένη από την παραδοσιακή πνευματική και πολιτική ηγεσία της. Η νέα ελίτ των διανοουμένων, που δημιουργήθηκε στις μετεπαναστατικές συνθήκες, προσπάθησε να συνδυάσει την αναγκαιότητα για «μόρφωση του λαού» με την ιδεολογία που κυριαρχούσε τότε. Η διανόηση αυτή, που ως αφετηρία της είχε τους Γεώργιο Σκληρό, Γιάννη Πασαλίδη, Γιώργο Φωτιάδη κ.ά., προσπάθησε να διατυπώσει μια μπολσεβίκικη ερμηνεία των ελληνικών πολιτιστικών και πολιτικών πραγμάτων. Τα μεγάλα προβλήματα που είχε να αντιμετωπίσει οφείλονταν στη μικρή γνώση της ρωσικής γλώσσας, την εθνιστική ιδεολογία και τη μεγάλη επίδραση της θρησκείας στον ελληνικό πληθυσμό. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίστηκε από την προσπάθεια των Ελλήνων διανοουμένων για τη συγκρότηση μιας ελληνικής σοβιετικής εκπαίδευσης και ενός, ανεξάρτητου από την Ελλάδα, ελληνικού σοβιετικού πολιτισμού. Τα προβλήματα συζητιούνταν σε συνέδρια Ελλήνων διανοουμένων. Αρχικά το επίκεντρο της όλης προσπάθειας βρισκόταν στη νότια Ρωσία, στην κοιλάδα του Κουμπάν, περιοχή της πόλης Κρασνοντάρ. Η προσπάθεια αναπτύχθηκε στα πλαίσια της εθνικής πολιτικής του νέου συστήματος και της οργάνωσης των Ελλήνων σε ιδιαίτερα τμήματα μέσα στο Κόμμα.

 

Οι Αυτόνομες Σοβιετικές Ελληνικές Περιοχές

Στα τέλη της δεκαετίας του ’20 άρχισε να διαμορφώνεται το αίτημα της διοικητικής-εδαφικής αυτονομίας, στα πλαίσια της νέας εθνικής πολιτικής που εγκαινιάστηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και προβλήθηκε συστηματικά στις ελληνικές εκδόσεις.

Σε μερικές περιοχές με συμπαγή ελληνικό πληθυσμό σημειώθηκε η ανακήρυξη της ελληνικής γλώσσας σε κύρια γλώσσα, μαζί με τη ρωσική και τη γλώσσα της Δημοκρατίας. Αυτό συνέβη στην Αμπχαζία με μια ιστορική απόφαση του Προεδρείου της Εκτελεστικής Επιτροπής της Περιφέρειας και της πόλης Σοχούμι για την καθιέρωση τριών γλωσσών. Στην απόφαση τονίστηκε ότι η καθιέρωση της κύριας γλώσσας κάθε περιοχής καθορίστηκε από την εθνική πλειοψηφία στα αγροτικά σοβιέτ. Με βάση την απόφαση, σε έξι περιοχές θεσπίστηκε η ελληνική γλώσσα, σε πέντε η ρωσική, σε τέσσερις η γεωρ- γιανή και σε μία η αρμενική.

Όμως η σημαντικότερη εξέλιξη για τους Έλληνες της Σοβιετικής Ένωσης ήταν η δημιουργία αναγνωρισμένων Εθνικών Περιοχών, εκεί όπου η ελληνική εθνότητα αποτελούσε την πλειονότητα. 

Ως το 1938 είχαν δημιουργηθεί τέσσερις αυτόνομες ελληνικές περιοχές στη Σοβιετική Ένωση,
με τάση επέκτασης σε όλες τις περιοχές που κατοικούσε συμπαγής ελληνικός πληθυσμός. 

To σύστημα διοικητικής διαίρεσης της Σοβιετικής Ένωσης ευνοούσε την ανάδειξη αυτόνομων ελληνικών περιοχών. Το σύστημα αυτό ήταν διαρθρωμένο πυραμιδωτά ως εξής: Σοβιετική Ένωση, Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες, Αυτόνομες Σοσιαλιστικές Δημοκρατίες, Αυτόνομες Περιφέρειες, Αυτόνομες Περιοχές.

Αρχικά δημιουργήθηκαν τρεις αυτόνομες ελληνικές περιοχές στη νότια Ουκρανία, στο Ντονιέτσκ και στη Μαριούπολη. Αυτό έγινε το πρώτο εξάμηνο του 1928 με απόφαση της Κεντρικής Εκτελεστικής Επιτροπής της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Ουκρανίας. Η μεγαλύτερη απ’ αυτές ήταν η Μαγκουσοβίτικη Περιοχή, με πρωτεύουσα την κωμόπολη Μάγκους.

Μία από τις περιοχές της Σοβιετικής Ένωσης που είχε μεγάλο ελληνικό πληθυσμό είναι αυτή που βρίσκεται στην αριστερή όχθη του ποταμού Κουμπάν, στη νότια Ρωσία. Η κοιλάδα του Κουμπάν χωριζόταν στις Περιφέρειες Μαύρης Θάλασσας (Τserno Morie Okrug) και Κουμπάν. Η εγκατάσταση των Ελλήνων σε πέντε χωριά της περιοχής του Κουμπάν χρονολογείται από το 1864. Την ίδια ακριβώς περίοδο άρχισαν να εμφανίζονται και οι παραθαλάσσιοι ελληνικοί οικισμοί στην Περιφέρεια Μαύρης Θάλασσας. Η μεγαλύτερη ελληνική κοινότητα της περιοχής ήταν αυτή της πόλης Αικατερινοντάρ (αργότερα Κρασνοντάρ), όπου υπήρχε και μια από τις πιο δυναμικές αυτονομιστικές ποντιακές οργανώσεις την περίοδο της εξέλιξης του Ποντιακού Ζητήματος. Οι πληθυσμοί των χωριών σημείωσαν μεγάλη αύξηση, όταν κατέφθασαν οι πρόσφυγες από τον Πόντο και τον Καύκασο.

Στις 27 Φεβρουαρίου 1930, με διαταγή της Εκτελεστικής Επιτροπής Περιοχής του Κόμματος (Κrai Is Polkom), δημιουργήθηκε εντός των διοικητικών ορίων της Περιφέρειας Μαύρης Θάλασσας, Ελληνική Περιοχή (Gretseski Rayion) με κέντρο την κωμόπολη Κριμσκ. Είχε προηγηθεί ένταση μεταξύ των Ελλήνων και των Κοζάκων για το σχετικό αίτημα των Ελλήνων. Το θέμα λύθηκε υπέρ των ελληνικών θέσεων από τα κομματικά όργανα και αυτή ήταν η αφορμή που «…σηκώθηκαν ξανά και έκαναν φασαρίες (οι Κοζάκοι)». Οι άνθρωποι που έζησαν στο καθεστώς της Ελληνικής Περιοχής μαρτυρούν ότι η ίδρυσή της ξεκίνησε με πρωτοβουλία Ελλήνων κομμουνιστών και ότι το βασικό κίνητρο για την αποδοχή του αιτήματος από τις σοβιετικές αρχές, ήταν να εμπνεύσουν τον ελληνικό πληθυσμό ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα υπηρετεί όλα τα έθνη, δίχως διακρίσεις. Ως βασικός εμπνευστής της ίδρυσης της Ελληνικής Περιοχής, θεωρείται ένας Έλληνας, υψηλόβαθμο κομματικό στέλεχος της περιοχής, ο Κουντούρης. Υποστηρίζεται επίσης ότι ο Κουντούρης κατάφερε να πάρει την έγκριση για την υλοποίηση της ιδέας.

Η Ελληνική Περιοχή δημιουργήθηκε παίρνοντας ένα μέρος από την Περιοχή του Αμπίνσκ (Αbinski Rayion) της Περιφέρειας Κουμπάν και ένα μέρος της Περιοχής του Κριμσκ (Κrimski Rayion). Στην Ελληνική Περιοχή ανήκαν 32 οικισμοί. Η πλειονότητα του πληθυσμού ήταν Έλληνες, οι οποίοι υπολογίζονταν σε 60.000. Οι αρχές της περιοχής, δηλαδή η Περιφερειακή Επιτροπή του κόμματος και η εισαγγελία, απαρτίζονταν από Έλληνες. Πρώτος Γενικός Γραμματέας του κόμματος της περιοχής ήταν ο Διαμαντίδης, τον οποίο αντικατέστησε το 1935 ο Κουντούρης. Η ίδρυση της Ελληνικής Περιοχής –στην οποία επικρατούσε η ελληνική γλώσσα ενώ οι επιγραφές των δρόμων, των δημοσίων καταστημάτων, των σχολείων, των αστυνομικών τμημάτων ήταν στα ελληνικά– λειτούργησε ως μαγνήτης για τους Έλληνες οι οποίοι συνέρρεαν σε αυτήν.

Τον πρώτο χρόνο της ύπαρξης της Ελληνικής Περιοχής εντάχθηκε στα κολχόζ το 17,9% των νοικοκυριών. Το δεύτερο χρόνο το ποσοστό έφτασε το 63%. Η κύρια παραγωγή της Περιοχής ήταν ο καπνός, ο οποίος κάλυπτε το 79,8% της καλλιεργούμενης έκτασης. Το δεύτερο χρόνο αποφασίστηκε σε κομματικό συνέδριο της περιοχής η μετατροπή της σε εξειδικευμένη μονοκαλλιεργούμενη περιοχή καπνού. Όσοι αντέδρασαν στη μετατροπή των δήμων τους σε καπνοπαραγωγικούς, κατηγορήθηκαν ως οπορτουνιστές. Ο αρχικός στόχος ήταν να παραδώσει η Ελληνική Περιοχή 2.500 τόνους καπνού στο κράτος. Kατά τη διάρκεια της ανοιξιάτικης σποράς του 1932 η Ελληνική Περιοχή εκπλήρωσε μόνο το 53% του πλάνου της.

Ο απολογισμός για τη δεύτερη επέτειο της Ελληνικής Περιοχής, που δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα, τελειώνει με το συμπέρασμα ότι οι πρόοδοι της κομματικής οργάνωσης στο χτίσιμο της Περιοχής ήταν αποτέλεσμα της σωστής κομματικής γραμμής που κρατήθηκε και του διμέτωπου αγώνα κατά του οπορτουνισμού, από τη μια με τη δεξιά παρέκκλιση ως πιο επικίνδυνη και από την άλλη με τον αριστερό αντεπαναστατικό τροτσκισμό, το μεγαλοκρατικό σοβινισμό και τον ελληνικό ντόπιο εθνικισμό.

Η Ελληνική Περιοχή αντιπροσωπεύτηκε από την Άννα Τσιμιάνοβα στο 15ο Πανρωσικό και στο 6ο Πανενωσιακό Συνέδριο των Σοβιέτ. Ο πλήρης τίτλος της αντιπροσώπου στα συνέδρια ήταν «Αντιπρόσωπος της Ελληνικής Περιοχής της Βορειοκαυκασιανής Περιφέρειας». Η Άννα Τσιμιάνοβα ήταν το 1930 πρόεδρος της κοινότητας Μερτσάν και από το 1921 μέλος του κόμματος. Κάτω από τη διοίκησή της έγινε η κολεκτιβοποίηση το 1930 και δημιουργήθηκε το κολχόζ “Κράσνογιε Ζνάμια.

Στα πλαίσια της συγκέντρωσης των ελληνικών δραστηριοτήτων της νότιας Ρωσίας στην Ελληνική Περιοχή, μεταφέρθηκε το 1936 στην κωμόπολη Κριμσκ, στην πρωτεύουσα δηλαδή της Περιοχής, από το Ροστόβ επί του Ντον, όπου βρισκόταν εγκατεστημένος, ο μεγαλύτερος ελληνικός εκδοτικός οίκος της Σοβιετικής Ένωσης, ο “Κομμουνιστής”, ο οποίος εξέδιδε και την ομώνυμη εφημερίδα. Γύρω από τον εκδοτικό οίκο είχε συγκροτηθεί ήδη μια δυναμική ελληνική ομάδα.

Το μοντέλο δημιουργίας ενός δικτύου αντίστοιχων αυτόνομων ελληνικών περιοχών, εκεί όπου κατοικούσε συμπαγής ελληνισμός, ήταν μέσα στη λογική της ομάδας του “Κομμουνιστή”. Η εφημερίδα Κόκκινος Καπνάς, που εκδιδόταν λίγο νοτιότερα, στο Σοχούμι, όπου επίσης υπήρχε ισχυρή ελληνική κοινότητα με σημαντική ελληνική ενδοχώρα, μας πληροφορεί τον Οκτώβριο του 1933 ότι η εφημερίδα Κομμουνιστήςαγωνίστηκε για τη δημιουργία Ελληνικής Περιφέρειας στην Αμπχαζία. Στην περιοχή αυτή υπήρχε σημαντική εκπροσώπηση των Ελλήνων στα διάφορα όργανα. Στην Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή της Αμπχαζίας, το 1936 ο ελληνικός πληθυσμός διέθετε έξι εκπροσώπους και από έναν στην Κεντρική Εκτελεστική Επιτροπή της Γεωργίας και την Εκτελεστική Επιτροπή της Υπερκαυκασιανής Σοβιετικής Ομοσπονδιακής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας.

Το σύνολο της κομματικής ηγεσίας της Ελληνικής Περιοχής θα συλληφθεί με τις σταλινικές διώξεις του 1937-38 και τα περισσότερα στελέχη θα καταδικαστούν με συνοπτικές διαδικασίες και θα εκτελεστούν.

 

Η προσαρμογή της ελληνικής παιδείας στο σοβιετικό περιβάλλον

Η ελληνική παιδεία στο ρωσικό χώρο πριν από την Οκτωβριανή Επανάσταση βασιζόταν σ’ ένα δίκτυο κοινοτικών σχολείων με δασκάλους εκπαιδευμένους είτε στην Τραπεζούντα είτε στην Κωνσταντινούπολη είτε στην Αθήνα. Παρόλες τις αντιξοότητες που δημιουργήθηκαν από τη μεγάλη διασπορά του ελληνικού πληθυσμού και την πανσλαβιστική στάση των ρωσικών αρχών, η ελληνική εκπαίδευση στη Ρωσία είχε να επιδείξει μεγάλες επιτυχίες. Τα ελληνικά σχολεία αποτελούσαν αναγκαιότητα, γιατί μεγάλο μέρος των Ελλήνων της Ρωσίας αγνοούσε τη ρωσική γλώσσα. Επίσημη γλώσσα της ελληνικής εκπαίδευσης ήταν η καθαρεύουσα. Η παράδοση αυτή, που εκπορευόταν από τα εκπαιδευτικά κέντρα του ελληνισμού, είχε αποτελέσει επιλογή των ίδιων και είχε θεσμοθετηθεί με απόφαση που πάρθηκε το 1917, στο “Πρώτο των εν Ρωσσία Ελλήνων Συνεδρίου εν Ταϊγανίω.” Σύμφωνα με την απόφαση αυτή η διδασκαλία στα ελληνικά σχολεία θα γινόταν «εις την γενικώς παραδεδεγμένην καθαρεύουσαν εθνικήν γλώσσαν.»

Από τις πρώτες μέρες της κατάληψης της εξουσίας από τους μπολσεβίκους δημιουργήθηκε το Λαϊκό Επιτροπάτο για την Εκπαίδευση (δηλαδή το υπουργείο Παιδείας). Τα πρώτα διατάγματα της νέας σοβιετικής εξουσίας συντάχθηκαν με πρωτοβουλία του Β. Ι. Λένιν. Στις 5 Ιουνίου 1918 το Συμβούλιο των Λαϊκών Επιτρόπων ενέκρινε διάταγμα για τη μεταφορά των εκπαιδευτικών και μορφωτικών ιδρυμάτων όλων των τμημάτων κάτω από τη δικαιοδοσία του Λαϊκού Επιτρόπου για την Εκπαίδευση, βάζοντας έτσι τις βάσεις για τη δημιουργία του κρατικού συστήματος σοβιετικής εκπαίδευσης.

Το 1ο Ελληνικό Εργατοχωρικό Συνέδριο, που συνήλθε στις 10 Μαΐου του 1921 στο Κρασνοντάρ, ασχολήθηκε με την εκπαιδευτική πολιτική που θα έπρεπε να ακολουθηθεί. Αφού τόνιζε ότι οι Έλληνες εργαζόμενοι απελευθερώθηκαν από την οικονομική σκλαβιά και έχουν πλήρη ελευθερία για να αρχίσουν τη ζωή τους πάνω σε νέες αρχές, καλούσε σε κινητοποίηση όλους τους εκπαιδευτικούς, τους οποίους ονόμαζε «εργάτες εκπαιδεύσεως και μορφώσεως» ώστε: να διεξαχθεί αμείλικτος αγώνας κατά των αντεπαναστατικών στοιχείων, να δημιουργηθούν οι «ερυθροί δάσκαλοι», να καταδιωχθούν όσοι παραβαίνουν τους σοβιετικούς κανόνες και να μορφωθεί ο ελληνικός λαός. Οι εκκλήσεις προς «τους ελληνοεργατοχωρικούς και λοιπούς πολίτας της Ρωσίας… περί της κατεπειγούσης διοργανώσεως και διευθετήσεως των σχολείων» συνδυάστηκαν ιδεολογικά με τη νέα εθνική πολιτική, « καθότι παρέχεται υπό της Σοβ. κυβερνήσεως απόλυτος ελευθερία ενεργείας και αυτοδιοικήσεως των πραγμάτων εις κάθε εθνότητα.» Τονίστηκε η διαφορά με το προηγούμενο καθεστώς, εφόσον η σημερινή «αρχή δεν προσπαθείνα μας αλλάξει την εθνικότητα όπως το έκανε ο τσαρισμός» και επιπλέον το τσαρικό καθεστώς «έβαζε χίλια δυο εμπόδια» στην εκπαίδευση των μειονοτήτων. Οι κατευθυντήριες γραμμές της κυβερνητικής πολιτικής για την έκφραση του εθνικού ζητήματος στην εκπαίδευση ήταν η δημιουργία εθνικών σχολείων, όπως και η ανάπτυξη του ιδιαίτερου πολιτισμού με την έκδοση βιβλίων, εφημερίδων κ.λπ. στη μητρική γλώσσα της κάθε εθνότητας.

Τα υπάρχοντα κοινοτικά ελληνικά σχολεία ένιωσαν άμεσα την αλλαγή με την κρατικοποίησή τους. Αποκαθηλώθηκαν οι μορφές των ηρώων του ’21 και οι άλλες μορφές από την ιστορία της Ελλάδας. Στους τοίχους αναγράφτηκαν συνθήματα που εξυμνούσαν το νέο καθεστώς. Οι θρησκευτικές εικόνες αντικαταστάθηκαν από συνθήματα του τύπου: «Η θρησκεία είναι το αφιόνι του λαού.» Οι εφημερίδες πρόβαλαν κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις σχολείων, όπως το Ελληνικό Σχολείο του Σοχούμι το οποίο αναπτύχθηκε πολύ μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση. Είχε ιδρυθεί το 1905 και αναγνωρίστηκε το 1907. Συνέκριναν την αφομοιωτική πολιτική της προσοβιετικής περιόδου με τη σοβιετική. Έτσι λοιπόν τόνιζαν ότι τα περισσότερα μαθήματα στην πρώτη περίοδο, σε αντίθεση με τη δεύτερη, ήταν στη ρωσική γλώσσα, γιατί ο τσαρισμός προωθούσε τον εκρωσισμό και η ελληνική αστική τάξη δεν νοιαζόταν γι’ αυτό.

Στη σοβιετική περίοδο, όταν το σχολείο έγινε κρατικό, από τετρατάξιο μετατράπηκε σε δεκατάξιο και οι μαθητές του αυξάνονταν συνεχώς. Στο τέλος του 1922 λειτουργούσαν ελληνικά σχολεία στο Ροστόβ, στο Κρασνοντάρ, στο Νοβοροσίσκ, στο Γκρόζνι, στη Σεβαστούπολη κ.ά. Σε πολλά όμως μέρη που κατοικούσαν Έλληνες τα σχολεία παρέμειναν κλειστά.

Η γραμμή του κόμματος ήταν: «… και στο μικρότερο ακόμα χωριό πρέπει να διοργανωθούν εφοροεπιτροπαί και να αναλάβουν τη διοργάνωση του οικονομικού μέρους των σχολείων.» Η προσπάθεια για τη δημιουργία σχολείων υπαγορεύτηκε από την πίστη ότι η μόρφωση των ελληνοπαίδων και γενικά το ανέβασμα του μορφωτικού επιπέδου θα οδηγούσαν αναπόφευκτα στην υιοθέτηση της νέας ιδεολογίας και στην απόρριψη των παλιών δοξασιών. Κυριαρχούσε η πίστη ότι, μέσω της εκπαίδευσης, θα προσχωρούσε ο ελληνικός πληθυσμός στις σοσιαλιστικές απόψεις και επιπλέον θα δημιουργούταν νέα διανόηση, αφοσιωμένη στις επιταγές και τους στόχους του νέου καθεστώτος.

Οι πρώτοι δάσκαλοι ήταν αυτοί της προηγούμενης περιόδου. Ο μικρός όμως αριθμός τους δεν επαρκούσε για τις ταχύτατα αυξανόμενες ανάγκες. Επιπλέον οι νέες αρχές έβλεπαν με δυσπιστία τους παλαιούς δασκάλους, θεωρώντας ότι είναι επηρεασμένοι από την εθνικιστική ιδεολογία. Ειδικά την πρώτη περίοδο, μετά την κατάληψη της νότιας Ρωσίας από τους μπολσεβίκους, η επίθεση κατά των Ελλήνων εκπαιδευτικών ήταν εξαιρετικά έντονη. Εξαιρούσαν φυσικά όσους είχαν λάβει μέρος στις επαναστατικές διεργασίες και εμφορούνταν από σοσιαλιστικές ιδέες. Χαρακτηριστικό ήταν ένα άρθρο του διευθυντή του Σπάρτακου με τίτλο «Ζαντάρμες» (δηλαδή χωροφύλακες) και υπότιτλο «Δεν έγινα δάσκαλος και γλύτωσα από τη μεγαλύτερη μαύρη κηλίδα στη ζωή μου». Ο Σακαρέλλος κατηγορούσε την πλειοψηφία των διανοουμένων ότι διακατέχονταν από αισχρές προλήψεις, ότι ήταν χωροφύλακες των συμφερόντων των εκμεταλλευτών, ότι προωθούσαν συνειδητά την ιδεολογία της καταπίεσης και ότι συναναστρέφονταν τη «μαύρη στρατιά των παπάδων.» Στο τέλος του άρθρου απευθύνθηκε στους διανοούμενους και προπαντός στους δασκάλους με τα εξής συνθήματα: «Κάτω οι ζαντάρμες του καπιταλισμού» και «Κάτω το φαρμακερό φίδι, ο συνεργάτης της παπαδοκρατίας.»

Εκτός από τα μαθήματα, στο σχολείο άρχισαν να οργανώνονται ελληνικά παιδαγωγικά μαθήματα από τις κομμουνιστικές οργανώσεις, με τη βοήθεια διαφόρων πολιτιστικών φορέων. Για παράδειγμα, η Ελληνική Εργατική Λέσχη Νοβοροσίσκ βοηθούσε οικονομικά τα μαθήματα, οργανώνοντας παραστάσεις προς όφελος των σπουδαστών. Για την εξάλειψη του αναλφαβητισμού ιδρύθηκαν ειδικά σχολεία για αγράμματους και άλλα για ολιγογράμματους. Για την εκπαίδευση των γυναικών ιδρύθηκαν επίσης σχολεία κοπτικής-ραπτικής.

Στα ελληνικά σχολεία άρχισε να διδάσκεται η δημοτική καθώς και η κομμουνιστική κοσμοθεωρία. Δημιουργήθηκε έτσι μια ιδιότυπη ιδεολογική σύγκρουση εντός της ελληνικής κοινότητας, με άμεσο αποτέλεσμα την εμφάνιση πλήθους ανεπίσημων σχολείων, τα οποία ο καθεστωτικός Τύπος αποκαλούσε «κρυφά σχολεία» που «σαν μανιτάρια ύστερα από βροχή φάνηκαν στα τελευταία χρόνια σχεδόν σε κάθε γωνιά.» Ερμηνεύοντας ταξικά το φαινόμενο, υποστήριζε ότι τα σχολεία αυτά λειτουργούσαν για τα παιδιά των αστών. Υποστήριζε επίσης ότι η απομάκρυνση των παιδιών αυτών από τα κρατικά σχολεία γινόταν «για να μη μολυνθούν από το μικρόβιον του κομμουνισμού» και για να μην συγχρωτίζονται με τα προσφυγόπουλα από τον μικρασιατικό Πόντο, που είχαν καταφύγει στις ρωσικές περιοχές για να γλυτώσουν τη Γενοκτονία που ήδη από το 1916 άρχισε να πραγματοποιεί συστηματικά ο τουρκικός εθνικισμός στα μαυροθαλασσίτικα παράλια.

Οι κατευθυντήριες γραμμές της κυβερνητικής πολιτικής για την έκφραση του εθνικού ζητήματος στην εκπαίδευση ήταν η δημιουργία εθνικών σχολείων, όπως και η ανάπτυξη του ιδιαίτερου πολιτισμού με την έκδοση βιβλίων, εφημερίδων κ.λπ. στη μητρική γλώσσα της κάθε εθνότητας. Ο στόχος της εκπαίδευσης και του πολιτισμού έπρεπε να είναι:

«Σοσιαλιστικός στο περιεχόμενο και εθνικός στη μορφή, για να αναθρέφει τις μάζες με πνεύμα διεθνιστικό και να δυναμώνει τη δικτατορία του προλεταριάτου

Το παραπάνω απόσπασμα από άρθρο του Κώστα Τοπχαρά, στην αυθεντική του μορφή –ποντιακή με φωνητική γραφή– έχει ως εξής:

«Σοςιαλιστικον ςο περιεχομενον αθε κε εθνικον ςιν φορμαν κυλτυραν, ντο ες ςκοπον να αναθρεβ τα μαζας με πνεμαν ιντερνατςιοναλιςμυ κε να διναμον τιν διχτατοριαν τυ προλεταριατυ

 

Το γλωσσικό ζήτημα και η μεγάλη μεταρρύθμιση

Η αξιοποίηση του λενινιστικού μοντέλου για τις εθνότητες ευνόησε την ανάπτυξη, καθ’ όλη τη διάρκεια του μεσοπολέμου, μιας ιδιαίτερα σημαντικής ελληνικής πολιτιστικής παραγωγής. Επιπλέον, επέτρεψε λόγω του ευνοϊκού πολιτικού πλαισίου, την επικράτηση των ακραίων αντιλήψεων των Ελλήνων δημοτικιστών, οι οποίες υλοποιήθηκαν με την κατάργηση της καθαρεύουσας και του 24γράμματου αλφαβήτου και την υιοθέτηση της δημοτικής και του 20γράμματου. Παράλληλα εμφανίστηκε για πρώτη, και ίσως τελευταία φορά μέσα στον ιστορικό χρόνο, η αριστερή κριτική στο δημοτικισμό με την απαίτηση των ελληνικών διαλέκτων (ποντιακή και μαριουπολίτικη) να καταλάβουν τη θέση της επίσημης ελληνικής γλώσσας, αμφισβητώντας την καθολικότητα της δημοτικής.

Στις 10 Μαΐου 1926 σε Πανενωσιακή Σύσκεψη των Ελλήνων διανοουμένων στη Μόσχα, «Πανσυνδεσμιακή Σύσκεψη» όπως ονομάστηκε, αποφασίστηκε η καθιέρωση της δημοτικής γλώσσας στη θέση της καθαρεύουσας και η αντικατάσταση του 24γράμματου αλφαβήτου με το 20γράμματο. Με την απόφαση αυτή: καταργήθηκαν οι δίφθογγοι, διατηρήθηκαν μόνο το «ι» και το «ο», στη θέση του «ου» καθιερώθηκε το «υ», στη μικρογράμματη γραφή παρέμεινε μόνο το «ς» ενώ καταργήθηκε το «σ», τα διπλά σύμφωνα γράφονταν αναλυτικά (δηλαδή το «ξ» ως «κς» και το «ψ» ως«πς») και καθιερωνόταν το ενωτικό στις κτητικές αντωνυμίες. Το «ν» στο τέλος των λέξεων έμπαινε όταν η λέξη που ακολουθούσε άρχιζε με «μ», «π», «τ» ή φωνήεν. Καταργήθηκαν τα πνεύματα και η περισπωμένη. Ο τόνος καταργήθηκε στις μονοσύλλαβες λέξεις και στη λήγουσα.

Η τελική απόφαση του Επιστημονικού Συμβουλίου της ΠΚΕΝΑ ανακοινώθηκε στις 21 Απριλίου του 1934 στη Μόσχα, όπου λάμβανε χώρα η 1η Πανενωσιακή Ελληνική Σύσκεψη, απ’ όλες τις περιοχές της ΕΣΣΔ. Η απόφαση ανακήρυσσε τη δημοτική ως την επίσημη φιλολογική γλώσσα των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης και επέβαλε την αποκλειστική χρήση της στα σχολεία. Επέτρεπε όμως την επικουρική χρήση των τοπικών ελληνικών διαλέκτων, κυρίως στις κατώτερες τάξεις, ώστε να αντιμετωπιστούν οι δυσκολίες που πιθανόν θα προέκυπταν από τη μη γνώση της δημοτικής.

 

Εκδοτικοί Οίκοι και έντυπες εκδόσεις

Η πολιτιστική ανάπτυξη των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης ήταν από τις προτεραιότητες του νέου συστήματος. Η ιεράρχηση της πολιτιστικής ανάπτυξης στις πρώτες θέσεις καθορίστηκε από την πίστη των νέων κυρίαρχων ότι με την «πνευματική άνοδο των μαζών» θα ηττηθεί ο «συντηρητισμός» και «οι αντιδραστικές δυνάμεις.» Για την υλοποίηση των στόχων θεωρήθηκε πρωταρχική η οργάνωση ενός ελληνικού εκδοτικού οίκου, o oποίος θα ανταποκρινόταν στις μεγάλες ανάγκες που είχαν προκύψει και θα βοηθούσε τα Ελληνικά Κομμουνιστικά Τμήματα.

Το πρώτο μέλημα του Ελληνικού Τυπογραφείου θα ήταν η έκδοση μιας καθημερινής ελληνικής εφημερίδας, η οποία θα ήταν όργανο των κομμουνιστικών τμημάτων και θα επηρέαζε τις πολιτικές και ιδεολογικές επιλογές του ελληνικού πληθυσμού. Για την ίδρυση του τυπογραφείου, το Ελληνικό Κομμουνιστικό Τμήμα του Νοβοροσίσκ του Ρωσικού Κομμουνιστικού Κόμματος καλούσε όλα τα αντίστοιχα Ελληνικά Τμήματα να κάνουν γνωστές τις προτάσεις τους για το πού θα έπρεπε να εγκατασταθεί το Κεντρικό Τυπογραφείο, για να μπορεί εύκολα να ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλου του ελληνισμού. Καλούσε τις άλλες τοπικές εφημερίδες να διαθέσουν τα επιπλέον τυπογραφικά στοιχεία που τους περίσσευαν. Εκτός από την έκδοση ημερήσιας ελληνικής εφημερίδας, το Κεντρικό Τυπογραφείο είχε ως στόχο να συγκεντρώσει τις καλύτερες δυνάμεις απ’ τον ελληνισμό της Ρωσίας, ώστε να εκδίδει στην ελληνική γλώσσα την πλούσια ρωσική επαναστατική φιλολογία και να βοηθά τις σχολικές εργασίες με την έκδοση ή ανατύπωση νέων σχολικών βιβλίων, συμβατών με το νέο σοβιετικό σύστημα.

Στην κατεύθυνση των προτάσεων αυτών συγκροτήθηκαν τα δύο μεγάλα ελληνικά εκδοτικά. Ο εκδοτικός οίκος “Κομμουνιστή .” (“Κομυνιςτις”), με έδρα το Ροστόβ επί του Ντον για τους Έλληνες της νότιας Ρωσίας και της Υπερκαυκασίας, και ο εκδοτικός οίκος “Κολεχτιβιστής” (“Κολεχτιβιςτις”), με έδρα τη Μαριούπολη για τον ελληνισμό της Ουκρανίας. Συνολικά δημιουργήθηκαν τέσσερις ελληνικοί εκδοτικοί οίκοι: στο Ροστόβ, στην Κρίμσκαγια, στη Μαριούπολη και στο Σοχούμι. Ο εκδοτικός οίκος “Κομμουνιστής” άρχισε τη δραστηριότητά του πιθανόν πριν από το 1928, ενώ ο εκδοτικός οίκος “Κολεχτιβιστής” άρχισε τη δράση του το 1930.

Πριν από τη λειτουργία των δύο ελληνικών αυτών εκδοτικών οίκων, στα πλαίσια του “Κεντρικού Εκδοτικού των Εθνοτήτων της ΕΣΣΔ”, λειτουργούσε στη Μόσχα, έως το 1929, ελληνικός εκδοτικός οίκος.

Το πρώτο βιβλίο που τύπωσαν οι μοσχοβίτικες εκδόσεις ήταν ένα αναγνωστικό για ενήλικες του Δ. Ν. Σαβώφ με τίτλο Κόκκινες Αχτίδες. Αλφαβητάριο για τους ηλικιωμένους αγράμματους. Από τον εκδοτικό αυτό οίκο κυκλοφόρησαν άλλες δύο τουλάχιστον εκδόσεις. Τα επόμενα βιβλία προέρχονταν από το Ροστόβ επί του Ντον το 1928. Ήταν εκδόσεις του “Κραινατσιστάτ του Βόρειου Καυκάσου”. Απ’ αυτές τις εκδόσεις τυπώθηκε και η Γραμματική της ΝεοελληνικήςΓλώσσας του Κ. Τοπχαρά.

Επίσης, πριν από τη δημιουργία στο Δονμπάς του ελληνικού εκδοτικού οίκου “Κολεχτιβιστής”, εκδόθηκαν δύο βιβλία για τα ελληνικά πράγματα της Ουκρανίας. Το πρώτο εκδόθηκε το 1932 στα ουκρανικά από τη λαογράφο Κασάνδρα Κοστάν με το ψευδώνυμο της Αλεξάνδρας Κωνσταντίνωφ και αναφέρεται σε έργα Ελλήνων λαϊκών ποιητών και συγγραφέων σε ουκρανική μετάφραση. Το δεύτερο, επίσης στα ουκρανικά, εκδόθηκε από τον Γιάλη το 1931 στο Χάρκοβο. Αναφερόταν στην πολιτική οργάνωση των ελληνικών χωριών της Ουκρανίας, στην οικονομική τους κατάσταση, στην εκπαίδευση και στις πολιτιστικές τους δραστηριότητες.

Με τη δημιουργία των εκδόσεων “Κομμουνιστής” και “Κολεχτιβιστής” άρχισε η περίοδος της ύπαρξης ολοκληρωτικά ελληνικών εκδοτικών οίκων. Ο σημαντικότερος από τους δύο αυτούς εκδοτικούς οίκους ήταν αυτός του “Κομμουνιστή”, ο οποίος εξέδιδε και την ομώνυμη εφημερίδα. Η εφημερίδα Κομμουνιστής αποτελούσε τη συνέχεια της εφημερίδας Σπάρτακος και είχε τη μεγαλύτερη κυκλοφορία απ’ όλες τις ελληνικές εφημερίδες της Σοβιετικής Ένωσης. Η εκδοτική ομάδα του “Κομμουνιστή” ανέλαβε την έκδοση όλων των ελληνικών σχολικών βιβλίων. Το ίδιο έκανε και ο εκδοτικός οίκος του “Κολεχτιβιστή” με έδρα το Δονμπάς της νότιας Ουκρανίας, ο οποίος λειτουργούσε στα πλαίσια του ουκρανικού κρατικού εκδοτικού οίκου των εθνικών μειονοτήτων. Εξέδιδε ελληνικά βιβλία στη δημοτική και στα μαριουπολίτικα.

Η προσπάθεια αυτή ολοκληρώθηκε με τη μετεξέλιξη σε Κόκκινο Καπνά (Κόκκινος Καπνεργάτης) της εφημερίδας Κομμουνιστής που εκδιδόταν στο Σοχούμι της Αμπχαζίας (Γεωργία-Καύκασος) και κάλυπτε το χώρο των Ελλήνων της Υπερκαυκασίας, με τάσεις πανσοβιετικής εξάπλωσης.

 

Το τέλος του πειράματος: Τα “τιμωρημένα έθνη”

Η υιοθέτηση από τη σοβιετική ηγεσία άλλων προσανατολισμών στο εθνικό ζήτημα, κατά την περίοδο της πλήρους κυριαρχίας της σταλινικής της εκδοχής, οδήγησε το 1937 στην ακύρωση όλης της προηγούμενης δημιουργικής περιόδου, με την εξόντωση της ελληνικής ηγεσίας, την απαγόρευση της ελληνικής παιδείας, την κατάργηση των αυτόνομων ελληνικών περιοχών και τέλος, με τη μαζική, βίαιη μετακίνηση μεγάλου μέρους του ελληνικού πληθυσμού στην Κεντρική Ασία και στη Σιβηρία. Οι διώξεις αυτές, κατά περιοχές συνδυάστηκαν με την εθνική ομογενοποίηση που προωθούσαν οι τοπικές σταλινικές ηγεσίες. Οι Έλληνες, μεγάλο μέρος των οποίων ήταν πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής, αντιμετωπίστηκαν σκληρά. Θεωρήθηκαν συλλήβδην “εχθροί του λαού” και δυνάμει “πράκτορες της καπιταλιστικής Ελλάδας”. Τα ελληνικά σχολεία έκλεισαν, τα τυπογραφεία καταστράφηκαν, οι Αυτόνομες Ελληνικές Περιοχές καταργήθηκαν. Η φυσική ηγεσία των Ελλήνων εξοντώθηκε στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Oι μεγαλύτερης έκτασης συλλήψεις Ελλήνων έγιναν στην κοιλάδα του Κουμπάν, στη Νότια Ρωσία. Η μυστική αστυνομία συνέλαβε μαζικά τους Έλληνες άνδρες από 16 ετών και άνω. Στην περιοχή αυτή δεν υπήρχε ελληνική οικογένεια που να μην είχε θύματα. Οι επιζώντες θυμούνται έντονα τις σκηνές των συλλήψεων και των πορειών των συλληφθέντων με τη συνοδεία έφιππων αστυνομικών. Οι αρχές γύριζαν από σπίτι σε σπίτι στις ελληνικές κοινότητες και κατείσχαν τα πάντα, ελληνικά διαβατήρια, φωτογραφίες και γράμματα από την Ελλάδα. Οι Έλληνες κάτοικοι της περιφέρειας του Κρασνοντάρ, όπου έγιναν οι μεγαλύτερες συλλήψεις, εγκατέλειπαν τα σπίτια τους τρομοκρατημένοι και κατέφευγαν σε σπίτια ντόπιων για να σωθούν. Η κύρια κατηγορία που απαγγέλθηκε στην Ελληνική Περιοχή ήταν ότι οι κάτοικοί της ανήκαν σε παράνομες ελληνικές εθνικιστικές οργανώσεις, που στόχευαν στη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης και στη δημιουργία ελληνικής δημοκρατίας στη νότια Ρωσία. Μαζί με τους ντόπιους Έλληνες (Μαριουπολίτες και Πόντιους) εξοντώθηκε και το σύνολο σχεδόν των μελών και των φίλων του ΚΚΕ που είχαν διαφύγει από την Ελλάδα και είχαν εγκατασταθεί στην ΕΣΣΔ.

Στη δεκαετία του ’40, οι διώξεις ολοκληρώνονται με τη βίαιη μεταφορά μεγάλου μέρους του ελληνικού πληθυσμού στην Κεντρική Ασία. Η τελευταία εκτόπιση έλαβε χώρα στις 13 Ιουνίου 1949. Τα σταλινικά στρατεύματα περικύκλωσαν τα ελληνικά χωριά του Καυκάσου και υποχρέωσαν τους κατοίκους τους να τα εκκενώσουν μέσα σε λίγες ώρες. Η υποχρεωτική αυτή εκτόπιση, υπήρξε η τελευταία πράξη μιας σειράς βίαιων ενεργειών των σοβιετικών αρχών κατά της ελληνικής μειονότητας. Οι διώξεις αυτές, που αποτελούν μια από τις πλέον άγνωστες σελίδες της νεότερης ελληνικής ιστορίας, ξεκινούν το 1937 και τερματίζονται το 1949.

Οι σταλινικές διώξεις αποτελούν επίσης και ένα από τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά του ελλαδικού κομμουνιστικού κινήματος. Στο τελευταίο γράμμα-διαθήκη του Νίκου Ζαχαριάδη –ιστορικού ηγέτη του ΚΚΕ, αλλά εξόριστου στο Σουργκούτ της Σιβηρίας μετά την αποσταλινοποίηση– εμπεριέχεται η σαφής εντολή προς τους επιγόνους του στο Κόμμα: «Κάποτε θα πρέπει να ζητήσετε –ακόμα και με απόφαση συνεδρίου– όλα τα χαρτιά της Κομμουνιστικής Διεθνούς, της Κ.Ε. του ΚΚΣΕ, της Κα-Γκε-Μπε, που αφορούν το ΚΚΕ και το κίνημα, τους αγωνιστές μας που χάθηκαν εδώ στη Σιβηρία (σαν τον Κλειδωνάρη, Φλαράκο, Χαϊτά και άλλους πολλούς). Αυτή είναι ιερή υποχρέωσή μας. Το 1947 εγώ ζωντανούς βρήκα μονάχα δύο».

——

* Ο Βλάσης Αγτζίδης είναι διδάκτωρ σύγχρονης ιστορίας του ΑΠΘ, μαθηματικός. Μελέτησε τις ελληνικές σοβιετικές κοινότητες κατά την περίοδο του Μεσοπολέμου. Αντικείμενο της διδακτορικής του μελέτης υπήρξε η εφημερίδα Κόκκινος Καπνάς, που εκδιδόταν στο Σοχούμι της Υπερκαυκασίας. Το παραπάνω άρθρο βασίζεται σε τρεις μονογραφίες του: α) Ποντιακός ελληνισμός. Από τη γενοκτονία και το σταλινισμό στηνπερεστρόικα, Θεσσαλονίκη, 1990, β) Παρευξείνιος Διασπορά, Θεσσαλονίκη, 1997 και  γ) Ηεφημερίδα Κόκινος Καπνας και ο ελληνισμός του Καυκάσου, Αθήνα, 2010.

**Η ελληνική καταγωγή του στρατάρχη Ζούκοφ αναφέρθηκε από την κόρη του και δημοσιεύτηκε στα τέλη της δεκαετίας του ’80 στο μοσχοβίτικο περιοδικό Ogoniek. Η πληροφορία αυτή περιλαμβάνεται και σε άρθρο του Γαβριήλ Ποπόφ: Gavriil Popov, “Marshal pobedy” (Ο στρατάρχης της νίκης), εφημ. Afinski Kourier, 1-8 Μαρτίου 2012, σελ. 26.

6 comments so far

  1. Βλάσης Αγτζίδης on

    …. για τον Κώστα Καραγιώργη, το δημοκρατικό συγκεντωτισμό και την «άτυχη» Αριστερά

    Ένα ντοκιμαντέρ με τη Μαρία Καραγιώργη:

  2. […] ένα φαινόμενο που το αντίστοιχό του είναι η δράση των ελληνικών κομμουνιστικών οργανώσεων στην …, πριν από τη σκληρή ρατσιστική σταλινική καταστολή) […]

  3. Βλαδίμηρος Τριανταφίλλοφ (Τριανταφυλλίδης): Η μεγάλη στρατιωτική ιδιοφυϊα που «έφυγε» πρόωρα

    Ο Βλαδίμηρος Τριανταφίλλοφ γεννήθηκε στο χωριό Μαγαρατζίκ του Καρς. Το Μαγαρατζίκ ήταν ένα κεφαλοχώρι με 1779 κατοίκους, προερχόμενους από την Τσάλκα της Γεωργίας και την Αργυρούπολη του Πόντου. Ιδρύθηκε το 1882, είχε εκκλησία, τετραθέσιο δημοτικό σχολείο και απέχει περίπου 7 χλμ από την πόλη του Καρς. Οι κάτοικοι του Μαγαρατζίκ μετά τον ερχομό τους στην Ελλάδα εγκαταστάθηκαν στην Καλαμαριά, τη Ραχώνα Γιαννιτσών, τη Νέα Μεσημβρία, το Μαυροδένδρι Κοζάνης, Αλεξάνδρεια Ημαθίας, Νέα Ζωή, Μακρύγιαλο Πιερίας, Νέο Ελευθεροχώρι Κατερίνης, Άγιο Βαρθολομαίο, Σκλήθρο, Λιμνοχώρι, Φανό Φλώρινας κ. α. Ελάχιστοι παρέμειναν στη Ρωσία, μεταξύ τους και ο Αξιωματικός του ρώσικου στρατού, Βλαδίμηρος Τριανταφυλλίδης, που έφθασε στο βαθμό στρατηγού». (Πηγή: «Γεννηθείς εις Καύκασον Ρωσίας»).

    Στο βιβλίο του, «Ονομαστοί Έλληνες στις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης τον 20ο αιώνα», ο καθηγητής Πανεπιστημίου Θεοχάρης Χ. Κεσσίδης, αναφέρει: «Ο Βλαδίμηρος Τριανταφίλλοφ το 1914 στάλθηκε στη 2η Σχολή Ανθυπολοχαγών της Μόσχας, την οποία τελείωσε τον Νοέμβρη του 1915. Ύστερα από δύο χρόνια με το βαθμό του λοχαγού διοικεί τάγμα στο Νοτιοδυτικό Μέτωπο. Τραυματίστηκε τρεις φορές και για την ανδρεία του έλαβε 5 παράσημα πολέμου. Μετά την επανάσταση του Φεβρουαρίου του 1917 γράφεται στο κόμμα των εσέρων (επαναστατών σοσιαλιστών), μεγάλο πολιτικό κόμμα της Ρωσίας (1901-1921), στο οποίο ανήκαν εκπρόσωποι της διανόησης, των αγροτών και των εργατών. Κατά την περίοδο κατάληψης της εξουσίας από του μπολσεβίκους, τον Οκτώβριο του 1917, η στρατιωτική επιτροπή του συντάγματος αναδιοργανώθηκε σε στρατιωτική επαναστατική επιτροπή (ΣΣΕ). Το τάγμα όπου δρούσαν από κοινού ριζοσπάστες εσέροι και μπολσεβίκοι, εξέλεξε τον αριστερό εσέρο Τριανταφίλλοφ διοικητή του συντάγματος και κατόπιν διοικητή της 7ης στρατιάς.

    Το Καλοκαίρι του 1918 καλείται στον Κόκκινο Στρατό όπου διοικεί λόχο και κατόπιν τάγμα μαθητών της στρατιωτικής σχολής πεζικού στο Ασάτοβο. Μετά την εξέγερση των αριστερών εσέρων κατά της σοβιετικής εξουσίας, ο Τριανταφίλλοφ διέκοψε με αυτό το κόμμα και το 1919 γράφτηκε στο κομμουνιστικό κόμμα. Τον Σεπτέμβριο του 1919 γράφτηκε σπουδαστής στην Ακαδημία του Γενικού Επιτελείου. Όπως κι άλλοι σπουδαστές συνδύαζε τις σπουδές με τη συμμετοχή στις μάχες. Διοικώντας σύνταγμα, ταξιαρχία και εργαζόμενος στα επιτελεία πολέμησε στο Ανατολικό Νότιο και Νοτιοδυτικό Μέτωπο και για τον ηρωισμό του, του απονεμήθηκε το παράσημο της κόκκινης στρατιάς.

    Μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου και τη λαμπρή ολοκλήρωση των σπουδών στην Ακαδημία του Γενικού Επιτελείου (1923) ο Τριανταφίλλοφ στάλθηκε στο επιτελείο του ΕΑΚΣ, όπου σημείωσε σημαντικές επιτυχίες στην υπηρεσία: Τον Απρίλιο του 1924 διορίζεται τμηματάρχης της διεύθυνσης επιχειρήσεων του Επιτελείου, ενώ τον Σεπτέμβριο του 1925 αναλαμβάνει τη θέση του διευθυντή της διεύθυνσης επιχειρήσεων.
    Η καριέρα του εξελίχθηκε όχι μόνον χάρη στις προσωπικές αρετές του, αλλά και λόγω σειράς περιστάσεων, μεταξύ τους και οι ανάγκες της στρατιωτικής μεταρρύθμισης με το πέρασμα στην ειρηνική εργασία. Θα προσθέσουμε ότι στη δεκαετία του -20 και στις αρχές της δεκαετίας του -30 η υπαγωγή του στο λεγόμενο μη γηγενές έθνος δεν αποτελούσε εμπόδιο για την προαγωγή του στην υπηρεσία, όπως συνέβη αργότερα, όταν στο κατώφλι της στρατιωτικής καριέρας για ορισμένους εκπροσώπους εθνικών μειονοτήτων, ειδικότερα των Ελλήνων, μπορούσε να είναι ο βαθμός του συνταγματάρχη.

    Κατά την περίοδο πραγματοποίησης των στρατιωτικών μεταρρυθμίσεων ο Τριανταφίλλοφ βρισκόταν δίπλα στους Μ. Φρούντζε και Μ. Τουχατσέφσκι στη διεύθυνση της στρατιωτικής οικοδόμησης. Τον Οκτώβριο του 1928 διορίζεται αναπληρωτής επιτελάρχης του ΕΑΚΣ.
    Το ταλαντούχο επιτελικό στέλεχος συνδύαζε με επιτυχία την πρακτική δραστηριότητα με την επιστημονική – ερευνητική εργασία. Το 1929, ζωηρή ζήτηση προκάλεσε το βιβλίο του Τριανταφίλλοφ, «Ο χαραχτήρας των επιχειρήσεων των σύγχρονων στρατιών». Σύμφωνα με τον στρατάρχη Γκ. Κ. Ζούκωφ, αυτό έγινε πολύ δημοφιλές. Στο βιβλίο διατυπώνονται τολμηρές και βαθυστόχαστες απόψεις για την κατάσταση και τις πρακτικές ανάπτυξης του στρατού εκείνης της εποχής, διαγράφονται οι βασικοί οδοί του τεχνικού εξοπλισμού και της συγκρότησής του: Ειδικότερα, ο συγγραφέας προέβλεπε ότι τα άρματα μάχης αποτελούν ένα από τα ισχυρότερα επιθετικά μέσα για τον μελλοντικό πόλεμο. Το κεφαλαιώδες επιστημονικό έργο του Τριανταφυλλίδη έπαιξε σημαντικό ρόλο στην επιχειρησιακή προετοιμασία των διοικητικών στελεχών του Κόκκινου Στρατού, ιδίως των ανωτάτων στελεχών.

    Ο Τριανταφίλλοφ ήταν αντίπαλος της πολιτικοποίησης της στρατιωτικής θεωρίας. Χαρακτηριστικό για την πολεμική του σκέψη ήταν ο πραγματισμός, η ευελιξία και η αντικειμενικότητα. Στον τομέα των κανόνων των στρατιωτικών- τακτικών μεθόδων, υπήρξε ρηξικέλευθος.
    Ο Τριανταφίλλοφ ήταν φίλος με τον Τουχατσέφσκι. Τους ένωνε η αναζήτηση του νέου και η ικανότητα να ενθαρρύνουν τις πολεμικές καινοτομίες. Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο Τριανταφίλλοφ κάλεσε στη Μόσχα τον Α.Μ. Βασιλιέφσκι, όπου και άρχισε η σταδιοδρομία του.
    Η ζωή του Τριανταφίλλοφ κόπηκε απότομα. Σκοτώθηκε κατά την άσκηση υπηρεσιακών καθηκόντων στις 12 Ιουλίου το 1931. Σε νεκρολογία του αναφερόταν ότι η ιστορία του Κόκκινου Στρατού θα είναι γεμάτη με εκατοντάδες σελίδες για το Βλαδίμηρο Κυριάκοβιτς (Τριανταφίλλοφ), οι σύντροφοι του οποίου θα γράψουν πολλά διδακτικά πράγματα για τις εργασίες και τις ιδέες του. Αυτό, όμως, δεν συνέβη. Η στενή του σχέση με τον Τουχατσέφσκι, που εκτελέστηκε το 1937, αποτέλεσε την αιτία να λησμονηθεί για πολλά χρόνια το όνειρο του Τριανταφίλλοφ, του ανθρώπου, στον οποίο το χάρισμα του θεωρητικού συνδυαζόταν με το ταλέντο του οργανωτή και πρακτικού. Μόλις στη δεκαετία του -60 άρχισαν να τον αναφέρουν στα απομνημονεύματά τους οι Γκ. Κ. Ζούκωφ, Α.Μ. Βασιλιέφσκι Μ.Β. Ζαχάρωφ κ.ά.

    Τα δέοντα στον Τριανταφίλλοφ απέδωσε ο πολεμικός ιστορικός Α.Β. Γολούμπιεφ στο άρθρο του «Ένας διάσημος σοβιετικός θεωρητικός», που δημοσιεύτηκε στο Βοεννο-ιστορίτσεσκι Ζουρνάλ ( 1968, Νο. 3). Στο άρθρο αναφερόταν ότι ο Τριανταφίλλοφ υπήρξε ένας από τους πρώτους μορφωμένους σοβιετικούς πολεμικούς συγγραφείς, ο οποίος επεξεργάσθηκε τις αφετηριακές θέσεις του χαρακτήρα της προπαρασκευής και διεξαγωγής ενός μελλοντικού πολέμου, αποκάλυψε τις πιθανές ιδιαιτερότητες της αρχικής του περιόδου και κατέδειξε τις νέες δυνατότητες της στρατηγικής και επιχειρησιακής καθοδήγησης σε συνάρτηση με την ανάπτυξη της πολεμικής τέχνης.

    Σήμερα όλοι αναγνωρίζουν τη μεγάλη υπηρεσία του Τριανταφίλλοφ στην επεξεργασία της πρωτοπόρας πολεμικής θεωρίας, η οποία άντεξε στη δοκιμασία του χρόνου και εμπλουτίσθηκε στη φωτιά του Μεγάλου Πατριωτικού Πολέμου 1941-45. Η τεφροδόχος του είναι θαμμένη στο τοίχος του Κρεμλίνου.

    http://maxitis.gr/bladimiros-triantafillof-megali-stratiotiki-idiofiia-efige-proora/

  4. φίλος on

    Soviet Orthography of Greek
    I’m working on a post on the Greek language politics of the USSR, which glancingly mentioned the spelling reform that took place there in 1925. Because it’s a topic that deserves to be presented separately, I’ll put it in a separate blog post.

    The material isn’t mine, it’s from the blogger Πόντος και Αριστερά (Pontus and the Left), who in turn draws on the work of the historian Vlasis Agtzidis (who has his own blog, and who has worked extensively on the period: great to see his PhD on the Greek press of Sukhumi has just been published.) But information on the Soviet spelling reform isn’t widely available in English, so I’m translating their material here.

    Pontus and the Left has posted a series of posts on the Soviet Interbellum, dealing with the flowering of Greek culture in the Soviet Union during the Springtime of the Nationalities, the decade when the Soviet state encouraged nation-building for ethnic groups, including elevating their languages to literary status. Pontus and the Left’s particular interest is because the majority of ethnic Greeks in the USSR were Pontians, who had migrated to Christian Russia in the 18th and 19th century. A minority were the Mariupolitans, who originally lived in the Crimea; they are linguistically intriguing, and I’ll post about them one of these days.

    For a summary of the spelling reform, which was used uniformly in the Soviet Union for the decade of nation building, I cite Pontus and the Left citing Agtzidis:

    [Vlasis Agtzidis [Βλάσης Αγτζίδης]. 2005. «Το γλωσσικό ζήτημα στις ελληνικές κοινότητες της Σοβιετικής Ένωσης» [The language question in the Greek communities of the Soviet Union], Τα ιστορικά 43 (December): 421-448.]

    The initiative for officially establishing Demotic and historical orthography began from Batumi. It was discussed and decided in teachers conventions at Kuban, Sukhumi, and later Crimea. On May 10 1926 in a Union-Wide Meeting of Greek intellectuals in Moscow, it was decided to establish Demotic instead of Puristic, and to replace the 24-letter alphabet with a 20-letter alphabet. This decision abolished [orthographic] diphthongs, preserved only ι and ο, replaced ου with υ, preserved only ς in lower case and abolished σ, wrote double consonants analytically (i.e. ξ as κς and ψ as πς) and required a hyphen for possessive pronouns.

    Essentially the meeting accepted the proposal of the Central Committee for a New Alphabet to make Demotic official and replace historical orthography with phonetic. As for accentuation, stress was abolished on monosyllables and words stressed on the last syllable. These moves were completely in line with the new attitudes to language which had predominated in the Soviet sphere. The origin of these attitudes can be located in Marxist thought, where there is an effort to analyse superstructure phenomena in class terms.

    The decisions of the meeting included a proposal to deal with illiteracy by publishing books in local dialects. The meeting selected Psichari’s Demotic:
    «A demotic pure and guileless, freed of every dead and false element, so we are not forced to revise it every so often.»
    “Δημοτική αγνή και άδολη, λυτρωμένη από κάθε στοιχείο νεκρό και ψεύτικο για να μην αναγκαστούμε κάθε λίγο και λιγάκι να κάνουμε αναθεώρηση”,
    or, as it was written:
    “Διμοτικι αγνι κε άδολι, λιτρομένι απο κάθε ςτιχίο νεκρο κε πςέφτικο για να μιν ανανκαςτύμε κάθε λίγο κε λιγάκι να κάνυμε αναθεόριςι.”

    To spell out the rules:
    Historical Soviet
    αι ε
    ει ι
    οι ι
    η ι
    υ ι
    ω ο
    ου υ
    ξ κς
    ψ πς
    σ ς
    γκ νκ
    γγ νκ
    αυ αφ, αβ
    ευ εφ, εβ

    The hyphen for enclitic possessives disambiguates them from the identical stressed pronouns: ο άντρας-μυ ίπε «my man [= husband] said», ο άντρας μυ ίπε «the man told me». The hyphen was also being proposed for the monotonic in Greece in the 1970s—it’s in the first few volumes of Kriaras’ dictionary; but it was abandoned in the official spelling, in favour of the harebrained rule that accenting the stressed pronouns is optional (ο άντρας μου είπε, ο άντρας μού είπε). Harebrained, because leaving it optional means noone will do it, and noone does.

    The excerpt is in the Demotic of Greece, which was initially the language used officially by the Greeks of the Soviet Union. The alphabet was also used for Pontic and Mariupolitan, and its digraphs have been taken up in the spelling used on the Pontic Wikipedia: ςς for /ʃ/, ζζ for /ʒ/, τζ for /tʃ/, ντζ for /dʒ/, γκ for /ɡ/, νκ for /ŋɡ/. Topkharas in his grammar codifying Pontic writes [æ ø] < /ia io/ phonologically as ια, ιο, without clearly explaining how they are different from Demotic ια ιο [ja jo]—though he does point out how hard it was for Pontian schoolchildren to learn Demotic ια, ιο. He also used no accents at all.

    [Τοπχαράς, Κ. 1998 [1928, 1932]. Η γραμματική της ποντιακής: Ι γραμματικι τι ρομεικυ τι ποντεικυ τι γλοςας. Thessalonica: Κυριακίδης]

    (The Wikipedia orthography, which otherwise uses historical orthography, adopts Topkharas' ςς ζζ, and makes its own diphthongs εα εο for [æ ø]. I alluded to it briefly this time last year.)

    I thought I should put up a more extensive sampler. This is from the collection Φλογομινίτρες Σπίθες, "Sparks foretelling a Flame".

    [Leo, L., Marmarinos, A. & Kostoprav, G. (eds) 1933. Φλογομινίτρες Σπίθες; Φιλολογικι σιλογι απτα καλίτερα έργα τον ελίνον καλιτεχνον τις Σοβιετικίς Υκρανίας. Mariupol: Εκδοτικο τον εθνικον μιονοτίτον—ελινικο τμίμα.]

    The collection includes works both in Mariupolitan and in Demotic. This is from L. Lefteri: Πέρα απτα ςίνορα… γιορτάζυμε, αγονιζόμαςτε, "Beyond the borders, we celebrate, we struggle." (pp. 15-16). The rule on not accenting the last syllable has not been applied. You'll have to pardon me for not translating this particular specimen of agitprop…

    Κίνο το βράδι ι προκίρικςες πέςανε ςα βροχί. Παντύ—ςτο δρόμο, ςτι φάμπρικα, ςτο εργοςτάςιο, κάτο απτον πάνκο τις δυλιάς, κάτο απτο ςφιρί, το εργαλίο, ςτο ςκολιό, ςτο γραφίο—πλιμίρα ι προκίρικςες.
    Ι αςτινομία λίςακςε απτο κακό-τις. Βάλτικε όλι ςε κίνιςι. Έπρεπε με κάθε θιςία να μαζεφτύνε αφτά τα «καταραμένα χαρτιά τις Μόςχας», έπρεπε να καθαριςτί ο τόπος, να βρεθύνε ι ένοχι!
    Μα ι προλετάριι πίρανε μιρυδιά. Κςέραμε απτα τέτια. Ι προκίρικςι πὔπεφτε ςτα χέρια ενός διαβαζότανε από δέκα. Τι διαβάζαμε κε τι μεταβιβάζαμε από χέρι ςε χέρι. Τι διαβάζαμε με λαχτάρα, μ' ενθυςιαζμό. Μέςα ςτις λίγες φλογερές γραμές-τις βλέπαμε ζοντανί, ολοκόκινι να κςεπιδάι τιν επανάςταςι. Βλέπαμε το ρόςο προλετάριο να κςεςικόνετε ενάντια ςτο λιςτί–καπιταλιςτί, ενάντια ςτον τςάρο· το μυζίκο τις απέραντις Ροςίας να κςεςικόνετε πάνο ςτον τςιφλικά, ν' αρπάζι τι γι ςτα χέρια-τυ. Βλέπαμε μάχες, έματα, παραζάλες, νίκες, θρίαμβο… Ι μάζα νικάι. Τςακίζυντε ι οχτρί.
    Βλέπαμε τι λίςα τις πανκόζμιας μπυρζυαζίας. Ι μπυρζυάδες όλον τον χορόν τρίζυνε τα δόντια-τυς, γιατί ςιντελίτε το ιροικό, νικοφόρο, μεγαλόπρεπο ςοςιαλιςτικό χτίςιμο. Βλέπαμε το λέφτερο πια μυζίκο να καλιεργί το κολεχτιβικό χοράφι με τράκτορ, μ' αγροτικές μιχανές. Στο εργοςτάςιο ι ζοί βράζι. Ι ςτρατιές τον υντάρνικον εχτελύνε τα βςτρέτςνι. Πςιλά τα τέμπα τις ςοςιαλιςτικίς ανικοδόμιςις. Αλάζι το πρόςοπο τις απέραντις χορας το Σοβιέτ. Νέα ζοί προβάλι. Ο οχτρός πιότερο τρίζι τα δόντια-τα. Λιςάι. Ετιμάζι επίθεςι.
    Κε μιλύςε ακόμα το χαρτί, μιλύςε, καλύςε ςε προςοχί: «Προλετάριι όλυ τυ κόζμυ ιπεραςπίςτε τι μαχιτικί μπριγάδα τις πανκόζμιας επανάςταςις!»

    Θ' άκςιζε αςφαλός να κατεβύμε τι μέρα ετύτι ςτυς δρόμυς, να γιορτάςυμε με το λέφτερο ρόςο εργάτι κι' αγρότι, να δίκςυμε τιν αγάπι-μας, να δόςυμε τον όρκο-μας, πος θα ςταθύμε πάντα πιςτί ιπεραςπιςτές τις προλετάρικίς-μας πατρίδας, να ςιςφίκςυμε πιότερο τις γραμές-μας, να παλέπςυμε διαδιλόνοντας, πος κ' εμίς θα τραβίκςυμε ςτον ίδιο δρόμο.

    Κςιμέροςε ι μέρα τις επανάςταςις—ι μέρα τυ γιορταζμύ, μα κε τυ αγόνα.
    Ι πόλι ίνε γιομάτι από ένοπλες δίναμες. Το φάζμα τυ κομυνιζμύ τρομάζι τι μπυρζυαζία—Ι ΕΣΣΔ φοτίζι το δρόμο—Κινιτοπιί λιπόν τις δίναμές-τις.
    Μα ι προλετάριι δεν κλονίζυντε. Ίνε αποφαςιζμένι να γιορτάςυνε, ν' αγονιςτύνε, να κατεβύνε ςτυς δρόμυς. Δεν κερδίζετε ι λεφτεριά δίχος πάλι, δίχος έμα.
    Τραβάμε κατά ομάδες ςτον τόπο τις ςινκέντροςις. Τα όργανα τις αςτινομίας μας διαλίυνε, μας χτιπάνε, μα εμίς πάλι μαζεβύμαςτε, τραβάμε ένας-ένας ίτε διο-διο κι πυ μας έλεγε το «καταραμένο χαρτί», εκί πυ μας καλύςε ι κοματικί οργάνοςι.

    Ι μάζα τριγιρίζι ένα πρόχιρο βίμα. Στα πρόςοπα ολονόν-μας λάμπι ι χαρά, ο ενθυςιαζμός… Ένας λεβέντις εργάτις ανεβένι ςτο βίμα. Σικόνι πςιλά τι γροθιά-τυ. Τα λόγια-τυ απλά, μα… γιομάτα φοτιά. Ι ςπίθες, πυ βγένυνε απτο ςτόμα-τυ, ανάβυνε ολόγιρα μια πιρκαγιά. Κάθε τυ λόγο ι μάζα τον κάνι δικό-τις.
    Μιλάι… για τι ροςικί επανάςταςι, για τι ςτράτα τυ Λένιν. Καλί ς' αγόνα. Το… «Εμπρός τις γις ι κολαζμένι» ςκεπάζι τα τελεφτέα λόγια-τυ.
    Ένα λιςαςμένο ςκιλολόι κςεφιτρόνι απτιν άκρι τυ δρόμυ. Πλακόςανε τα ένοπλα ςκιλιά. Ορμάνε. Βαράνε. Ιποκόπανι, πιςτολιές, φοτιά, βόλια…
    Ι μάζα άοπλι αμίνετε, επιτίθετε, χτιπάι με πέτρες, με κςίλα, μ' ότι βρίκι μπροςτά-τις.

    Το ντυφέκι, ι ένοπλι δίναμι, ο ματοβαμένος φαςιζμός «θριάμβεπςε», «νίκιςε»!… Κάμποςι πλιγομένι… ένας νεκρός… γιομάτι έμα ι δρόμι.
    Το τίμιο έμα τις εργατιάς χίθικε πάλι. Μα πάνο ςε τύτο το έμα δόςαμε τον όρκο-μας. «Νίκιςε» ακόμα μια φορά ο οχτρός μια «δοκςαζμένι νίκι»…
    Μα ο προλετάριος—ετύτος ο γίγαντας, ο αγονιςτίς τυ δρόμυ ςφίνκι πιότερο τι γροθιά-τυ, πικνόνι πιότερο τις γραμές-τυ ίςτερα από κάθε τέτια «νίκι» τυ οχτρύ.
    Δεν ίνε μακριά ι τελιοτικί νίκι, ι δικιά-μας νίκι, ι προλετάρικι νίκι. Ι ςτράτα πὔδικςε ο Λένιν, μέςα απτιν οπία διαβένυνε νικιφόρα τα εκατομίρια τον προλετάριον τις χόρας το Σοβιέτ ίνε ολόφτι.
    Ι δίναμες τις επανάςταςις ςιςφίνκυντε. Το προλεταριάτο πικνόνι τις γραμές-τυ. Σιμένι ι αποφαςιςτικί μάχι!

    http://hellenisteukontos.blogspot.com.au/2010/03/soviet-orthography-of-greek.html

  5. ΕΝΑ ΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΑΡΗ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΓΙΑ ΤΗ ΦΩΝΗΤΙΚΗ ΓΡΑΦΗ
    ———————————————————————————-

    Περί ορθογραφίας

    Φίλοι,
    Είναι κάμποσοι μήνες τώρα που διάβασα ένα άρθρο στην Πρωΐα του κ. Κ. Μαρίνη για την κατάργηση της ορθογραφίας. Και με κατέπληξε. Γιατί μέσα κει βρήκα γραμμένο ό,τι ακριβώς είχα σκεφτεί τόσες φορές, ό,τι συζήτησα μ’ άλλους και σ’ ό,τι τους βρήκα όλους σύμφωνους και που όμως κανένας μας δε σκέφτηκε ή δεν τόλμησε να εκφράσει δημόσια. Ότι δηλαδή πρέπει να καταργηθεί η ορθογραφία. Ότι πρέπει να κάνουμε ένα αλφάβητο από 23 διαφορετικά γράμματα (α β γ δ ε ζ ι θ κ λ μ ν ξ ο π ρ σ τ φ χ ψ υ=ου ντ) μια ορθογραφία δηλαδή φωνητική. Κ’ ένα τέτοιο άρθρο έμεινε αναπάντητο και το χειρότερο απ’ όλα έμεινε το μόνο σαν να επρόκειτο για καμιά ιστορική μελέτη που δε χρειαζόταν συνέχεια. Και έμεινε αναπάντητο πολύ φυσικά. Ποιος αλήθεια θα μπορούσε να το επικρίνει; Γιατί είμαι βέβαιος πως αν ρωτήσετε αυτούς που υποστηρίζουν την κουταμάρα της ορθογραφίας ( αν υπάρχουν τίποτα τέτοιοι ) αν τους ρωτήσετε και τους πείτε:
    «Τι μας χρησιμεύει η ορθογραφία;» δεν βλέπω πώς αλλιώς μπορούν ν’ απαντήσουν παρά έτσι:
    «Μα αυτό είναι άνω ποταμών! Να επιθυμείτε την κατάργησιν της ορθογραφίας, ήτις διεφυλάχθη μέχρις ημών απ’ αυτών τούτων των ευκλεών ημών προγόνων, οίτινες…» κτλ., κτλ.
    Θα μεταχειριστούν δηλαδή ένα δόγμα γι’ απάντηση, που θα ’χει αρνητικό γι’ αυτούς αποτέλεσμα, αφού θα φανερώνει την αδυναμία τους ν’ απαντήσουν πειστικά. Γιατί είναι φως φανερό πως είν’ άχρηστη. Ή μήπως μας χρειάζεται για να διακρίνουμε ευκολότερα εκείνους που είχαν καιρό για χάσιμο μαθαίνοντάς την από κείνους που δεν είχαν; Ή μήπως για ν’ αυξήσει το ποσοστό της αγραμματοσύνης στην Ελλάδα, αφού αγράμματος θεωρείται όποιος γράφει το πείνα με υ; Είμαι βέβαιος πως συμφωνείτε πλέρια μαζί μου. Κι ακόμα πιο βέβαιος πως θα θελήσετε και θα μπορέσετε να αναλάβετε τον αγώνα κατά της ορθογραφίας. Σας προτείνω μάλιστα έναν τρόπο: Κάντε μια ερώτηση σ’ όλον τον κόσμο των γραμμάτων: «Είναι σωστό να χάνουμε τον καιρό μας για να μαθαίνουμε μια ορθογραφία που είταν ίσως χρήσιμη για τους αρχαίους Έλληνες, αλλά που για μας είν’ άχρηστη;» Και να ’στε βέβαιοι για το αποτέλεσμα: Οι περισσότεροι θα πουν όχι, άλλοι θα προτιμήσουν να σωπάσουν παρά να μολογήσουν και οι «λάτραι του αρχαίου» θ’ απαντήσουν δογματικά. Και τότε με το δίκιο σας θα μπορέσετε να ρωτήσετε τους αρμόδιους: «Αφού κανένας Έλληνας δε μπορεί να μας φέρει ένα λογικό επιχείρημα για τη διατήρηση της ορθογραφίας, γιατί την κρατάμε; Δεν θα είταν καλύτερο να την πετάξουμε στο καλάθι για τα άχρηστα σαν την καθαρεύουσα;».

    Πρωτοδημοσιεύτηκε με το ψευδώνυμο Άρης Ουρανός στα «Νεοελληνικά Γράμματα, περίοδος Β’, τεύχος 74, 15 Μαΐου 1937

  6. Ηρακλής Μεταξάς: Ενας εκτελεσμένος κομμουνιστής πριν από την ίδρυση του ΚΚΕ

    Στην 95χρονη ιστορική πορεία του, το ελληνικό κομμουνιστικό κίνημα έχει πράγματι αναδείξει χιλιάδες περιπτώσεις ατομικού και συλλογικού ηρωισμού, ακούραστης και ανιδιοτελούς δράσης στον αγώνα για την κατάργηση της εκμετάλλευσης του ανθρώπου από άνθρωπο, για το σοσιαλισμό. Λιγότερο ίσως γνωστές, είναι οι περιπτώσεις των Ελλήνων κομμουνιστών που ανέπτυξαν δράση εκτός ελληνικών συνόρων: Των Ελλήνων μεταναστών που συγκρότησαν την ελληνική ομοσπονδία του Εργατικού Κόμματος των ΗΠΑ στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, των Ελλήνων μαχητών των Διεθνών Ταξιαρχιών που πολέμησαν στον Ισπανικό Εμφύλιο (λόχος «Νίκος Ζαχαριάδης»), των Ελλήνων ναυτεργατών που έδρασαν στη Μ. Βρετανία και σχεδόν κάθε μεγάλο λιμάνι της υφηλίου στη διάρκεια του πολέμου και κατόπιν, κ.ο.κ. Και βεβαίως, των χιλιάδων Ελλήνων εργατών και αγροτών της Ρωσίας, που πήραν τα όπλα και έλαβαν μέρος στη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση του 1917, πλάι στους αλλοεθνείς -αλλά ομοίους ταξικά- συναγωνιστές τους.
    Τα παραδείγματα είναι πολλά: Στις μάχες του μετώπου της Μαριούπολης π.χ. το Μάρτη του 1919 πολέμησε στο πλευρό των επαναστατικών δυνάμεων στρατιωτικό τμήμα, αποτελούμενο αποκλειστικά από Ελληνες της περιοχής. Στην πολυεθνική μονάδα της Κόκκινης Εθνοφρουράς της Γιάλτας εντάχθηκαν επίσης πολλοί Ελληνες, ενώ σημαντική ήταν και η παρουσία τους στις τακτικές και αντάρτικες μονάδες του Κόκκινου Στρατού που έδρασαν εντός και εκτός της πόλης της Οδησσού. Ξακουστοί στην Επανάσταση έμειναν οι Ελληνες ψαράδες της Ευπατόριας, οι οποίοι αμέσως πήραν τα όπλα και συγκρότησαν Επαναστατική Επιτροπή, μετατρέποντας τα ψαράδικά τους σε κανονικό «κόκκινο στόλο».
    Ισαακ Μπροντσκι: Η εκτέλεση των 26 κομισσάριων στο Μπακού
    Ισαακ Μπροντσκι: Η εκτέλεση των 26 κομισσάριων στο Μπακού
    Μεταξύ των Ελλήνων επαναστατών – κομμουνιστών, που έδωσαν τη ζωή τους στην πάλη για τη συντριβή του παλιού σάπιου κόσμου και την οικοδόμηση του νέου, ήταν και ο Ηρακλής Μεταξάς.
    Ο Η. Μεταξάς γεννήθηκε το 1889 στην πόλη Βατούμ της Αζαρίας, ενώ εντάχθηκε στο επαναστατικό – σοσιαλιστικό κίνημα από τα γυμνασιακά του κιόλας χρόνια, με το όνομά του να εμφανίζεται στους καταλόγους της αστυνομίας από πολύ νωρίς. Μετά τις κινητοποιήσεις την Ανοιξη του 1906 (στον απόηχο της Ρωσικής επανάστασης του 1905), κατά τις οποίες οι μαθητές του Γυμνασίου του συγκρότησαν συλλαλητήριο και γκρέμισαν ένα πορτρέτο του αυτοκράτορα Νικολάου του Β’, οι διώξεις εντάθηκαν. Ο Η. Μεταξάς τότε, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την οικογένειά του, διαφεύγοντας στην Οδησσό. Εκεί ήρθε γρήγορα σε επαφή με τους σοσιαλδημοκρατικούς μαρξιστικούς κύκλους, ενέτεινε την επαναστατική του δράση και το 1908 έγινε μέλος του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος. Τα επόμενα χρόνια (1908 – 1912) θα αναλάβει και θα φέρει εις πέρας μια σειρά κομματικές αποστολές, οργώνοντας κυριολεκτικά την αχανή χώρα για την υπόθεση του σοσιαλισμού, από τη Γεωργία, το Αζερμπαϊτζάν έως τα Ουράλια (Τιφλίδα, Γιαντζέ, Νοβοροσίσκ, Αντλερ, Τουαψέ, Πιατιγόρσκ, Εσεντουκί, Ούφα, κ.α.).
    Στις αρχές του 1913, ο Η. Μεταξάς μετέβη στο Μπακού και εντάχθηκε στην τοπική οργάνωση του Κόμματος των Μπολσεβίκων, αναπτύσσοντας δράση σε όλη την περιοχή του Καυκάσου. Η οργάνωση και καθοδήγηση της πάλης των εργατοαγροτικών μαζών στον Καύκασο ήταν μια ιδιαίτερα δύσκολη και σύνθετη υπόθεση, μιας και οι ταξικοί αγώνες υποδαυλίζονταν διαχρονικά από τις διαχωριστικές γραμμές και τις αντιπαλότητες που καλλιεργούσε σκόπιμα και συστηματικά ανάμεσα στους λαούς της περιοχής ο αστικός εθνικισμός. Με εξαίρεση τα λιγοστά βιομηχανικά κέντρα, το προλεταριάτο ήταν ολιγάριθμο και οι δυνάμεις των Μπολσεβίκων αδύναμες. Το Μπακού, που αποτελούσε και το κύριο βιομηχανικό – προλεταριακό κέντρο ολόκληρης της Υπερκαυκασίας, υπήρξε η βασική «εξαίρεση στον κανόνα», διαθέτοντας ισχυρή μπολσεβίκικη οργάνωση και πλούσια εμπειρία στην οργάνωση της πάλης των εργαζομένων.
    Ακολούθως, δεν είναι τυχαίο, πως το Μπακού υπήρξε και το επίκεντρο της επαναστατικής δραστηριότητας κατά τη Μεγάλη Οχτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση. Η σοβιετική εξουσία εγκαθιδρύθηκε στην πόλη μόλις έξι μέρες μετά την έκρηξη της επανάστασης, στις 13 Νοέμβρη 1917, ενώ σύντομα επεκτάθηκε σε ολόκληρο σχεδόν το Αζερμπαϊτζάν. Την περίοδο της «Κομμούνας του Μπακού», ο Η. Μεταξάς, ως ένας από τους «26 Επιτρόπους», θα έχει ενεργό – πρωταγωνιστικό ρόλο στη διαδικασία κοινωνικοποίησης και εργατικού ελέγχου των τραπεζών, της εμπορικής ναυτιλίας, κ.λπ. Οι Επίτροποι αποτελούσαν όργανο της επαναστατικής εξουσίας, του οποίου τα μέλη προέρχονταν από 7 διαφορετικές εθνότητες.
    Από την πρώτη στιγμή, ωστόσο, η νεαρή σοβιετική εξουσία του Μπακού βρέθηκε αντιμέτωπη με τις ποικιλώνυμες και σαφώς υπέρτερες αριθμητικά δυνάμεις του εχθρού: τις δυνάμεις της αντεπανάστασης (τους αστούς εθνικιστές του Αζερμπαϊτζάν και της Αρμενίας -«Ντασνάκους»-, τους Γεωργιανούς μενσεβίκους, κ.ά.), που συνεπικουρούνταν από τον βρετανικό ιμπεριαλισμό, αλλά και τα στρατεύματα της οθωμανικής αυτοκρατορίας (που βρίσκονταν στο αντίπαλο ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο, των Κεντρικών Δυνάμεων, αλλά επιβουλεύονταν εξίσου την Επανάσταση). Ο Η. Μεταξάς έλαβε μέρος στις πολεμικές επιχειρήσεις του Κόκκινου Στρατού του Μπακού, που, παρότι δεν αριθμούσε παρά λίγες χιλιάδες, κατάφερε να αποκρούσει με επιτυχία τις επιθέσεις πολλαπλάσιων δυνάμεων του οθωμανικού στρατού τον Ιούνη του 1918.
    Ωστόσο, η «Κομμούνα του Μπακού» δεν μπόρεσε να αντέξει. Καταλύθηκε τελικά στα τέλη Ιούλη, από τη σύμπραξη των «Ντασνάκων», των μενσεβίκων και των εσέρων με τους Βρετανούς ιμπεριαλιστές, οι οποίοι στις 4 Αυγούστου κατέλαβαν την πόλη με στρατεύματα που μετέφεραν από την Περσία (Ιράν). Το αντεπαναστατικό καθεστώς της «Δικτατορίας της Κεντρικής Κασπίας», όπως ονομαζόταν, επικράτησε προσωρινά. Οι 26 Επίτροποι (μεταξύ αυτών και ο Η. Μεταξάς), καθώς και πολλά άλλα μέλη και στελέχη της σοβιετικής εξουσίας, συνελήφθησαν και φυλακίστηκαν. Οι Ελληνες ομοεθνείς του Η. Μεταξά κινητοποιήθηκαν, καταβάλλοντας πολλές προσπάθειες για την απελευθέρωσή του. Εκείνος, όμως, αρνήθηκε να αποδεχθεί κάποια «ειδική μεταχείριση», διαχωριζόμενος από τις τύχες των συντρόφων του. «Δεν είμαι Ελληνας», τόνισε, «είμαι διεθνιστής. Μαζί με τους φίλους πρέπει να συνεχίσω τον αγώνα μου. Κανείς και ποτέ δεν μπορεί να με χωρίσει από τον αγώνα της νίκης της σοσιαλιστικής επανάστασης»!
    Οι φυλακισμένοι επαναστάτες θα απελευθερωθούν έπειτα από καταδρομική επιχείρηση ομάδας μπολσεβίκων υπό τον Αναστάς Μικογιάν (τον μετέπειτα Πρόεδρο της ΕΣΣΔ). Στο λιμάνι του Κρασνοβόντσκ, όμως, θα συλληφθούν και πάλι από τις δυνάμεις της αντεπανάστασης (τη λεγόμενη «Επιτροπή του Ασκχαμπαντ», που αποτελούνταν από τους εσέρους και τους μενσεβίκους). Η «Επιτροπή του Ασκχαμπαντ», φοβούμενη αναζωπύρωση των επαναστατικών ζυμώσεων στην περιοχή, με αφορμή την παρουσία εκεί των Επιτρόπων του Μπακού, αποφάσισε -παρουσία του Βρετανού στρατιωτικού συνδέσμου λοχαγού Ρέτζιναλντ Τιγκ Τζόουνς- την άμεση εκτέλεσή τους. Ετσι, στις 19 – 20 Σεπτέμβρη, 3 μόλις ημέρες μετά τη σύλληψή τους, ο Η. Μεταξάς και οι 25 άλλοι Επίτροποι οδηγήθηκαν βράδυ σε μια ερημική τοποθεσία μεταξύ των σταθμών του Περεβάλ και του Ακσα-Κούιμα του τρανσκαυκασιανού σιδηρόδρομου. Η θανατική ποινή ανακοινώθηκε στους Επιτρόπους λίγο πριν το τρένο σταματήσει στη μέση της ερήμου. Αποβιβάστηκαν όλοι λίγοι-λίγοι, ανά ομάδες των 8-9 ατόμων και εκτελέστηκαν σε 3 φάσεις. Σύμφωνα με την περιγραφή του εσέρου δημοσιογράφου V. Chaikin, ένας από τους εκτελεσθέντες, φώναξε λίγο πριν το απόσπασμα ανοίξει πυρ: «Δε φοβάμαι. Πεθαίνω για την ελευθερία»!
    Η «Παγκόσμια Ιστορία» της Ακαδημίας Επιστημών της ΕΣΣΔ αναφέρεται στην εκτέλεση των 26 Επιτρόπων του Μπακού, τονίζοντας: «Με αιώνιο αίσχος στιγματίστηκαν οι Αγγλοι εισβολείς στην Υπερκαυκασία. Υστερα από την κατάρρευση της Σοβιετικής εξουσίας στο Μπακού, 26 ξεχωριστά στελέχη της σοσιαλιστικής επανάστασης (οι «26 επίτροποι του Μπακού»), γενναία παιδιά του σοβιετικού λαού…μεταφέρθηκαν από τους Αγγλους στην αγγλοκρατούμενη περιοχή της Υπερκασπίας. Εδώ στην άγρια έρημο, 207 βέρστια [σ.σ. περίπου 221 χλμ.] μακριά από το Κρασνοβόντσκ, τη νύχτα προς τις 20 Σεπτέμβρη του 1918, οι δήμιοι με το πρόσταγμα του Αγγλου λοχαγού Τιγκ Τζόουνς σκότωσαν με θηριώδη τρόπο τους ηρωικούς αγωνιστές του κομμουνισμού». Ωστόσο, η θυσία τους δεν πήγε χαμένη. Δύο χρόνια αργότερα η σοβιετική εξουσία θα νικούσε ολοκληρωτικά στην Υπερκαυκασία και οι σύντροφοί τους θα ξεκινούσαν το τιτάνιο έργο της οικοδόμησης του πρώτου εργατικού κράτους στην Ιστορία της ανθρωπότητας.
    Ο Ηρακλής Μεταξάς, λοιπόν, υπήρξε ένας από τους πρώτους Ελληνες κομμουνιστές στο μακρύ κατάλογο των επώνυμων και ανώνυμων ηρώων, που έδωσαν τη ζωή τους για την υπόθεση του σοσιαλισμού. Επεσε από τα πυρά του εκτελεστικού αποσπάσματος σε ηλικία 31 ετών, ένα σχεδόν μήνα πριν την ίδρυση του Σοσιαλιστικού Εργατικού Κόμματος Ελλάδας (ΣΕΚΕ-μετέπειτα ΚΚΕ).
    Για την Ιστορία, να σημειώσουμε, τέλος, πως τον Ιανουάριο του 2009 ο χώρος ταφής και μνήμης των 26 Επιτρόπων στο Μπακού, που για δεκαετίες αποτέλεσε σύμβολο της Σοβιετικής Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας του Αζερμπαϊτζάν, της φιλίας και κοινής πάλης των λαών της περιοχής, κατεδαφίστηκε κατ’ εντολή της αστικής πλέον κυβέρνησης της χώρας, ενώ σε μια επαίσχυντη πράξη βανδαλισμού, οι ενταφιασμένοι εκταφιάστηκαν και μεταφέρθηκαν σε άλλα, χωριστά (χριστιανικά, μουσουλμανικά, εβραϊκά) νεκροταφεία.
    Βασικές πηγές:
    Αγγελίδης Σ. «Οι Ελληνες του Αζερμπαϊτζάν», Θεσσαλονίκη, 2006.
    Ακαδημία Επιστημών της ΕΣΣΔ, Παγκόσμια Ιστορία, τόμος Η1-Η2, εκδ. «Μέλισσα», Αθήνα, 1961.
    Γκίκας Α. «Οι Ελληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ», εκδ. «Σύγχρονη Εποχή», Αθήνα, 2007.

    http://www.rizospastis.gr/story.do?id=7725067

    +++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++++

    Britain’s Azerbaijan Policy (November 1917 – September 1918)

    http://www.visions.az/history,151/

    Commissars leave Baku

    The situation of the Bolsheviks was gradually getting worse. On 12 August Shaumyan and the other leaders of the Baku Soviet issued an appeal on the danger of «the occupation of Baku by invaders» and stated that the political and military leaders of Soviet Russia could no longer stay in Baku and had to leave the city. They were expecting the worst. The commissars left Baku but were never to return to Soviet Russia. They were shot dead on the order of the Centro-Caspian Dictatorship in the deserts of Turkmenistan.
    —————————————————

    ΟΛΟ ΤΟ ΚΕΙΜΕΝΟ

    Britain’s Azerbaijan Policy (November 1917 – September 1918)

    Maj.Gen. Lionel Dunsterville (inset) British Dunsterforce troops on route to Enzeli through the mountains of then-Persia in July 1918. (Photos courtesy Imperial War Museum, Angus Hay)Maj.Gen. Lionel Dunsterville (inset) British Dunsterforce troops on route to Enzeli through the mountains of then-Persia in July 1918. (Photos courtesy Imperial War Museum, Angus Hay) Pages 38-43

    by Prof. Musa Qasimly

    Britain’s policy towards the Caucasus and Azerbaijan during World War I makes an interesting page in the history of international relations. Soviet historiography branded as imperialist aggression and occupation the expedition to Azerbaijan of British and Allied forces led by Gen Dunsterville towards the end of the war and the later expedition led by Gen Thomson. The inappropriate use of ideology has often left the real context of historical events in the background. But now artificial obstacles to researching true history have been removed and there is a real opportunity to learn history as it is.
    Russian Revolution
    What were the aims and objectives of Britain’s policy towards Azerbaijan from September 1917 to September 1918? It’s a complicated question, so this article will consider just some aspects of the policy, based on British, Azerbaijani and Turkish archive material.

    In 1917 the Great Powers, including Great Britain, embarked on a new stage in their policy towards Azerbaijan. First of all, let us review the factors underlining British policy in Azerbaijan.

    The February Revolution in Russia had caused the collapse of the Russian Empire, changing the socio-political situation in the country. The Provisional Government became the only legitimate authority. The Soviets (Bolsheviks) were also functioning, but lacked power and influence. In the remote regions, including in Azerbaijan, the authority of the newly established National Councils was increasing. The majority of Azerbaijani Turks in Azerbaijan recognised the bodies of the legitimate government and were firmly united around the National Council*.

    After the coup in St Petersburg during the night of 24 to 25 October Bolshevik Russia turned into an enemy for the former allies of the Tsar’s government. The Bolsheviks said they had started a «world communist revolution» and showed the world’s starving, war-weary people an example of how to get rid of war. Although Bolshevik ideas did not have much impact on the South Caucasus, they began spreading rapidly in Europe. Slogans such as equality, brotherhood and freedom were of course having a revolutionary effect on British colonies. Winston Churchill, the great British statesman, noted that the monkey Bolsheviks would soon turn Russia into a wilderness. Bolshevism should be strangled in its cradle.

    The main risk was in the East. British interests had to be protected in Iran and in the Indian Ocean. Gen Lionel Dunsterville, head of the first British mission in Baku, later admitted that if the British had not occupied Baku and Iran, then Bolshevism would have covered Southern Azerbaijan. The rest of Iran would have joined the people of Turkistan and the whole of Central Asia and Afghanistan would have been involved in this turmoil.
    Oil
    From 1916 the oil and fuel factor began to play a key role in military operations. And it was found that whoever possesses more energy resources and the ability to use of them is closer to victory. After the collapse of the Russian Empire, the Great Powers were striving to access the important energy resource of Baku, Azerbaijan, which had enormous economic potential. At that time Baku was producing 83 per cent of the oil extracted in Russia.

    Soldiers of the Caucasus Army of Islam
    Soldiers of the Caucasus Army of Islam
    British oil magnates were particularly interested in the oil industry of Baku and saw it as a magnificent prize. The British journal Near East noted in 1918, «Baku has no equal in terms of oil in the world. Baku is the biggest oil centre the world over. If oil is a kingdom, then Baku is its crown.» Lord Curzon (1859-1925), Foreign Secretary, was one of the supporters of the capture of Baku.
    Location
    The British were not only interested in the mineral resources of Azerbaijan. Azerbaijan’s geo-strategic importance was at the Entente’s centre of attention too. In 1917 the Trans-Caucasus, 190,000 square kilometers in area, bordered on Iran, the Ottoman Empire and Russia. All the harbours in this territory, such as Baku, Batumi, Sukhumi and Poti, were of great political and strategic importance. But Southern and Northern Azerbaijan together made up 200,500 square kilometers, more than the whole Trans-Caucasus. To capture Azerbaijan meant to own the bridge between Europe and the East. The trade routes of Baku-Novorossiysk and Baku-Batumi, as well as Tabriz-Bursa-Istanbul, were not only of economic but also of military-political importance. This is why control over Baku and the Caspian Sea was one of the priorities of British foreign policy. In June 1918 Alfred Milner, British Minister of War, noted in a report to the British command in Mesopotamia that His Majesty’s government paid special attention to permanent control over the Caspian Sea. Gen Dunsterville also noted that control over the Caspian Sea could be achieved only by the capture of Baku. For this reason the city had to be defended from enemies.

    On 29 September The Times commented that the Caspian Sea fell within British interests. That is why Gen Dunsterville and Gen Malleson were given an order to occupy the harbours of Enzeli, Baku and Krasnovodsk. The armies in the Caucasus and Turkmenistan had to maintain contact with Gen Denikin’s anti-Bolshevik White army in the Northern Caucasus, and in the Urals with Admiral Kolchak in order to separate the southern territories from Russia.

    Bolsheviks dominate Baku
    In autumn 1917 the situation in the South Caucasus worsened and confrontations on class as well as ethnic grounds began gradually to increase. The activity of the Trans-Caucasus Special Committee**, which had been established after the February Revolution, had ended. In terms of administration and politics the South Caucasus’s links with Russia had visibly weakened. Under this circumstance the establishment of a new government in the South Caucasus was becoming unavoidable. The Bolsheviks occupied Baku on 2 November and chose this moment to form the Baku Soviet, a new government led by Stepan Shaumyan. After that the whole South Caucasus was at risk of falling under the influence of the Bolsheviks. Since the activity of the Bolsheviks contradicted the interests of the Entente states, they also began to move. In fact, the establishment of the Baku Soviet directly contradicted the interests of the Azerbaijani people. Though the Musavat Party won 40 percent of votes in elections to the Soviet, it refused to join the Soviet as it was hostile to national interests. The Musavat Party and the British shared a common attitude towards the Baku Soviet.
    South Caucasus peoples set up commissariat, Russia withdraws from WWI
    Meanwhile, in November in Tbilisi, British, French and US representatives gave their blessing to Menshevik Yevgeniy Gegechkori as he established the Trans-Caucasus Commissariat.*** The Commissariat included those who had been advised by the representatives of the diplomatic missions of Great Britain, France and the USA. It also included four Azerbaijani representatives. Soon, on 2 December 1917, Soviet Russia concluded the Brest-Litovsk Treaty with the Central Powers and then signed the Erzinjan agreement on 15 December and left the war. As a result, the frontline from Hamadan to the Baltic Sea fell quiet.
    Britain seeks to push back Ottoman, Bolshevik influence
    The promotion of German and Ottoman influence in the South Caucasus and the ongoing events made the Allied states, particularly Britain, anxious. On 3 December on the initiative of the USA the Entente states held a special conference. Under the resolution adopted at the conference Great Britain had to occupy A British soldier who came to Azerbaijan in August 1918
    A British soldier who came to Azerbaijan in August 1918
    Central Asia and the Caucasus. Great Britain was also entitled to stop the Bolshevik epidemic and Turkish advance. With these rights the British were thinking of implementing their plans after repulsing the Bolsheviks in the north and the Turks in the south of the Caucasus and the Caspian Sea, thus stopping the potential danger coming from the north of Iran. For this purpose they wanted to prevent both Turkish expeditions and the spread of Bolshevik influence to Central Asia and further to the Indian subcontinent.

    Lord Curzon thought that there was a need to help the Caucasian people fight Bolshevism, to unite them around the goal of pushing the Bolsheviks back. He thought that in the future these people would think well of England. A 1922 Foreign Office report on events from 1917 to 1921 in the South Caucasus noted that since the second half of 1917 the British government had directly supported the South Caucasus national movement. The document noted that a delegation that included the representatives of the Caucasian nationalists had even met the British ambassador in Tehran. The delegation asked for support from the UK. Financial aid was promised and special bank accounts were opened in Hamadan and Tbilisi.

    At the end of December 1917 and in early January 1918 British officials began to make statements on building relations with the Caucasus government and helping patriotic forces in Russia. British Prime Minister Lloyd George made statements about this on 14 and 20 December and on 5 January 1918.

    On 22 December Lord Cecil, deputy British foreign secretary, and Lord Milner, minister of war, headed for Paris to take part in a meeting of the Entente’s Supreme Military Council. France was represented at the meeting by Prime Minister Georges Clemenceau and Stephen Pichon who was the newly appointed foreign minister. At the conference the issue of the Caucasus was discussed again and a memorandum prepared by the British representatives was signed. The memorandum said: «We consider it important and necessary to maintain relations…with the Caucasus.»

    The day after the memorandum was signed, on 23 December in the morning, Lord Milner together with French Prime Minister Clemenceau signed a special agreement on the fulfillment of the programme. According to this agreement, the European part of Russia was divided into British and French zones of influence. Under the first provision of the agreement Britain had to strengthen its efforts in the South-East against the Turks. But the third provision said that Central Asia, the Caucasus, Azerbaijan and Georgia were included in the British zone, whereas Bessarabia, Ukraine and the Crimea were in the French zone. At the same time support for the expanding national movement in the Caucasus was also intended.
    Dunsterville braves setbacks in Baku expedition
    The British failed to carry out a Baku expedition in the first half of 1918, as Britain’s main forces were involved in campaigns in other regions. The operations in Baku required the support of additional forces. Moreover, the British were not well acquainted with the geographical features of the regions between Mesopotamia and Baku. The attitude of the Persians and the Kurds, as well as Mirze Kuchuk Khan, ruler of Gilan, who managed to get in touch with the Turks and Germans, also prevented the British from moving.

    Taking into account all these difficulties, the British command had in late 1917 forwarded a special mission of 200 officers and the same number of soldiers to Tbilisi. The mission restored the abandoned Russian, Georgian and Armenian military bases and had to stand against the Turks. But it was difficult to recruit local people to build armed forces against the German-Ottoman alliance. The Muslims sympathised with the Ottomans, while the Georgians placed their hopes in the Germans.

    Unfavourable conditions and prevailing difficulties did not deter the British. On 24 December 1917 Gen Dunsterville and what became known as his Dunsterforce were given an order to move along the Baghdad – Baku – Bukhara route. Not only British officials but also the British people were urging the government to make a special effort. The British press was giving priority to taking the Caucasus. On 1 January 1918 the British newspaper The Westminster Gazette considered it necessary to make special statements on the key and priority issues for the country. Gen Dunsterville intended to come to Baku from Baghdad across Mesopotamia and via Enzeli. On 11 February he arrived in Hamadan, on 16 February in Qazvin and at last in Enzeli on the Caspian coast on 18 February. Since Russian soldiers were deployed in Enzeli, on 25 February he had to return to Hamadan together with his men. Moreover, an attack by the Turkish army delayed Dunsterville’s expedition. In Hamadan Dunsterville planned to attack Baku from several directions. Intelligence activity was organised. The general noted: «We could choose good agents, though a few, among the Iranians. These agents were working for money. They were ultimately at our disposal.»

    By the spring of 1918 the British had occupied some regions of Iran as well as of Southern Azerbaijan (Zanjan and Miyana regions) and strengthened their positions on the southern coast of the Caspian Sea. Britain already saw Southern Azerbaijan as a base for attacking Northern Azerbaijan.
    Dunsterville clinches deal with Cossack leader
    When the Russian army moved north, after Russia’s withdrawal from World War I, Gen Baratov and Lt-Col Lazar Bicherakov, head of a Cossack division, chose to stay on in Hamadan. Bicherakov’s contingent consisted of 800-900 Terek and Kuban Cossacks. Dunsterville approached Bicherakov and Baratov in mid-March and signed an agreement with them. Bicherakov took from Dunsterville the modern-day equivalent of 40 million dollars and joined his army to Dunsterville’s unit. According to Dunsterville’s plan, Bicherakov’s armed group rapidly moved north and occupied Qazvin.

    Under the new circumstances the British government was also taking diplomatic and political measures. In March 1918 on the insistence of Lord Milner, British Minister of War, an Eastern Committee was set up attached to the war cabinet. The Committee’s main task was to co-ordinate Britain’s policy in the Near and Middle East as well as in the Caucasus. The Committee included Foreign Secretary Lord Curzon, Prime Minister Balfour and others, with Lord Curzon as its head.
    South Caucasus states declare independence
    In May 1918 the Tran-Caucasian Seim (Diet),**** the legislative body of the Trans-Caucasus, collapsed as a result of Turkish attacks and, supported by the Turks, the South Dunsterforce troops advance on the Mud Volcano (northeast of Baku) in August 1918
    Dunsterforce troops advance on the Mud Volcano (northeast of Baku) in August 1918
    Caucasus states declared their independence. The British did not trust independent Azerbaijan and Georgia, which were under the protection of the Ottoman Empire and Germany respectively. They began to seek alliance with other forces. However, in summer 1918 in the complex political-military and diplomatic situation in the South Caucasus neither force was able to stand against the Ottoman army. The Baku Soviet forces were not able to deal with the Turkish and Azerbaijani forces and, in order to overcome them, they also needed the support of foreign forces. Hence the Bolsheviks decided to come to an agreement with Lazar Bicherakov.
    Army of Islam repels Bolshevik attack on Ganja
    At this moment Bicherakov, having forgotten about the class difference, was thinking of protecting post-Russian territory. His letter to the Bolshevik Committee in this regard was published in the Baku newspapers. Bicherakov stated that he supported the policy of the Baku Soviet. The British also had their own plans with Bicherakov. They were intending with the help of the ataman (or leader) of the Cossacks to attack the Bolsheviks in the rear. At this time the armed divisions of the Baku Soviet and Armenian Revolutionary Federation, known as Dashnaks, were attacking Ganja, the seat of the Azerbaijani National Government.

    The Caucasus Army of Islam, consisting of 12,000 well-trained soldiers under Ottoman command, was standing against them. Dunsterville thought that half of the army consisted of regular Turkish troops and the remainder local Muslim people. However, the poor condition of the railways and the fuel shortage was badly affecting the army’s manoeuvres. The Ottomans had earlier strengthened their position in the region with the invasion of Tabriz. They were attempting to capture the northern corner of Southern Azerbaijan and Ardebil as well as the harbour of Astara on the Caspian coast.

    Though the Bolsheviks were getting additional aid they were unable to overcome the Turks. Discord was deepening in the Baku Soviet which was in a difficult situation. On 16 July 1918 during a meeting of the Baku Soviet the Social Revolutionaries (SRs) and Mensheviks proposed a resolution to invite the British to Baku. But the Bolsheviks rejected this initiative.

    The Caucasus Army of Islam had further strengthened their attack and on 20 July liberated Shamakhy and other regions. Bicherakov was very disappointed in the Red Army and on 20 July refused the command and transferred it to Avetisov. After that he only relied on his own groups. The Caucasus Army of Islam forced the Bolsheviks, Dashnaks and Bicherakov towards Baku. Under these circumstances the Bolshevik leaders tried to put the responsibility on Bicherakov. They stated that Bicherakov had approached Bolshevism just because he wanted to come to the Caucasus. In response Bicherakov left the Bolsheviks and positioned himself in the favourable territory between the Caspian Sea and Bilajari.
    Soviet invites British to Baku against Bolshevik wishes
    Shaumyan approached Stalin in order to find out the official attitude of the government towards inviting the British to Baku. On 21 July he got a negative response to this question. The proletarian leadership approved the decision not to invite the British to Baku.

    Against the will of the Bolsheviks, the SRs, Dashnaks and Mensheviks sounded opinion in the Baku Soviet and on 25 July took the decision to invite the British to Baku. The following day, 26 July, Bicherakov left the battle theatre and withdrew to Derbent. The Bolsheviks accused him of betrayal.

    In a telegram to Lenin dated 27 July Shaumyan said that the situation on the front was getting worse by the day. In the Shamakhy area the troops had been forced back to Baku. He reported that he had opposed inviting the British to Baku in the debate on 25 July initiated by the right-wing parties. The resolution was passed with the SRs, Dashnaks and Mensheviks having 259 votes against the Bolsheviks’ 226. The telegram said that the Dashnaks had betrayed the Bolsheviks during the vote by siding with the Mensheviks and SRs. Russia should liberate Baku by all means.
    Soviet collapses as Army of Islam marches on Baku
    As a result of the military success of the Turkish Caucasus Army of Islam, on 31 July 1918 the Baku Soviet collapsed utterly. On 1 August 1918 the SRs, Dashnaks and Mensheviks, in the presence of the British consul, formed a coalition government called the Centro-Caspian Dictatorship. As well as the SRs, Dashnaks and Mensheviks from the Baku Soviet, representatives of the Central Steering Committee of the Caspian Fleet were also part of the government.

    The Centro-Caspian government asked for help from Gen Dunsterville to fight against the Caucasus Army of Islam. However, Dunsterville was still short of sufficient forces to go to Baku. That is why he sent an advance group of 300 officers and soldiers, led by Col Stokes, to Baku. The group left Enzeli via sea and on 4 August reached Baku.
    Dunsterville arrives in Baku
    The same day Gen Dunsterville moved his headquarters from Qazvin to Enzeli. He obtained the ship President Kruger in order to sail to Baku. The Kruger was the fastest ship in the Caspian Sea and had a capacity of more than 1,000 tonnes. It could accommodate the headquarters and up to 800 soldiers if needed. A radio station was installed on the ship in order to keep in touch with Baku. On 10 August the British army moved its headquarters to the ship. On 16 August the Kruger with Gen Dunsterville and his soldiers on board set sail from Enzeli harbour for Baku, arriving on 17 August.

    Five representatives of the Centro-Caspian Dictatorship welcomed the Dunsterforce in Baku harbour. The headquarters was based in the Europe hotel while the other service personnel were billeted in the Metropole hotel. Dunsterville’s division consisted of 800-900 servicemen. However, the Czech historian N. Lishin said that Dunsterville’s overall army included 3,000 servicemen. Azeri historian and public figure Rashid bay Ismayilov said that the British did not have more than 900 soldiers.
    The British army’s arrival in Baku encouraged the Centro-Caspian Dictatorship. The non-Muslim population of the city was glad too. After the British came to Baku the journal Neftyanoye delo (Oil business) said in its issue 13-16, dated 27 August 1918: «Although it is impossible to predict the future, one thing is certain: the most difficult days are behind us and now a force as powerful as British statehood is operating A memorial erected in memory of the British soldiers who died in Baku
    A memorial erected in memory of the British soldiers who died in Baku
    in Baku. Only the representatives of the British government are capable of solving the problems of Baku and its regions. It is the duty of the local forces to help our British friends as much as they can.»

    A well-known figure in the Azerbaijani Democratic Republic, M. Mehdizadeh, linked the British expedition to Baku with the struggle for oil and said that the Dunsterforce had come quickly to Baku to occupy the oil wells. Baku didn’t want the German eagle to land on the oil deposits. Prime Minister Lloyd George wrote that the British had created an anti-German front, not an anti-Bolshevik campaign. If the Germans invaded Baku and acquired inexhaustible oil resources the war would probably last for ever. Lloyd George noted that one of the objectives of the mission was to supply the fighting army with fuel and he wrote that during their 41-day stay in Baku the British command had sent oil and oil products to the fighting fronts.
    British encounter ethnic, financial problems
    However, the British met some difficulties in Baku. This was because they had been relying on political forces which had weak social support. The Centro-Caspian Dictatorship, like the Bolshevik government, was unfriendly towards the local Muslim people. The military group of the Bolsheviks and Dashnaks back in March had carried out a massive slaughter of the Azerbaijani Turks. The slaughter in Baku and other regions had the aim of weakening the position of the Azeri people and preventing them from building a national state. The Azeri people were pinning their hopes on the Ottomans. Gen Dunsterville also admitted that the Muslim population of the city sympathised with the Turks.

    Another problem that the British encountered in Baku was a shortage of finance. At that time there were three currency units in Baku: Tsarist currency, money issued after the February Revolution and a local Baku currency. The British had difficulty dealing with the turmoil in the city. There was a shortage of forces. German and Austrian prisoners hungrily roamed the streets of Baku.
    Commissars leave Baku
    The situation of the Bolsheviks was gradually getting worse. On 12 August Shaumyan and the other leaders of the Baku Soviet issued an appeal on the danger of «the occupation of Baku by invaders» and stated that the political and military leaders of Soviet Russia could no longer stay in Baku and had to leave the city. They were expecting the worst. The commissars left Baku but were never to return to Soviet Russia. They were shot dead on the order of the Centro-Caspian Dictatorship in the deserts of Turkmenistan.
    Dunsterville disappointed with local troops
    Nevertheless, the difficulties were not overcome by the Bolsheviks’ imprisonment. The shipping of ammunition from Iran to Baku was gradually getting difficult for the British. The battle spirit of the army of the Centro-Caspian Dictatorship was not satisfactory for them either. Gen Dunsterville was trying to strengthen the city’s fortifications. He met Gen Dokuchayev, previously the head of the Russian Army and a commander during the Trabzon battle, and Avetisov, chief of staff, and held a reception in their honour on the deck of the President Kruger. Dunsterville asked for six ships from them. The Centro-Caspian Dictatorship was wary of the dominance of the British in the Caspian Sea and tried to avoid meeting this demand. However, in the end British got their way. As to the combat spirit of the soldiers, Gen Dunsterville accused the Baku Armenians, whom the Centro-Caspian Dictatorship trusted, of cowardice. According to his notes, the Baku soldier did not behave like a soldier. He was a manual labourer who had been given a rifle to fight against the Turks. The soldier had neither uniform nor food and had not been trained.

    On 20 August in the evening Dunsterville headed for Derbent to meet Bicherakov. The general was trying to get help from him. However, the local Bolsheviks prevented the meeting and on 23 August Dunsterville had to return to Baku.

    On 24 August the Caucasus Army of Islam stepped up their efforts to capture the city and began to fire on Baku. Gen Dunsterville noted that with the help of a large scale map of the city the Turks could hit precisely any corner of Baku. He was astonished, though, at the accuracy of the Turkish cannon. The defence of the city was already impossible.
    Dunsterville decides defence of Baku hopeless
    On 1 September Dunsterville discussed the defence of Baku with Gen Lewin who had come from Baghdad to Baku for a day. They concluded that that there was no point in defending Baku. At 4 o’clock in the evening in the Europe hotel all the representatives of the dictatorship and committees met Dunsterville. He said in a speech that he would order his forces to withdraw and leave the city. The general also advised the representatives to start peace negotiations with the Turks to find out Turkish terms for an agreement. After the meeting he went to meet Gen Bagratuni, the Centro-Caspian Dictatorship’s war minister. Bagratuni was not against the British leaving but he advised them not to hurry.

    On 3 September Dunsterville wrote a letter to Gen Dokuchayev with a copy to the dictatorship. In his letter he emphasized the incompetence of those in the Centro-Caspian Dictatorship and the impossibility of standing against the Turkish and Azerbaijani forces as well as the obedience of the British forces only to him. On 5 September Gen Dunsterville restated the pointlessness of defence. He said that only a miracle could rescue Baku from the Turkish advance.

    On the eve of the advance of the Caucasus Army of Islam the British prepared the ships for departure. The sick and wounded had to be accommodated on the Kursk and Abo whereas weapons, ammunition and some of the personnel were on the President Kruger. There were 1,300 people who had to leave Baku. Dunsterville sent his written decision to leave the city via his Adjutant Bray to the Centro-Caspian Dictatorship. They cried in response: «Do what you want!» Gen Dunsterville was satisfied at the response. Therefore, on 14 September the Kursk and the Abo left Baku harbour, heading for Enzeli. The remainder of the mission left Baku in other ships. But not all the British soldiers could leave Baku in safety. They had suffered battlefield losses. Twenty per cent of the British servicemen in Baku or 180 people either perished, were wounded or went missing.
    Army of Islam enters Baku
    On the night of 14 to 15 September a delegation led by Kh. Yevangulev went to Nuru Pasha’s headquarters and surrendered Baku. The Centro-Caspian Dictatorship collapsed. The united Turkish-Azerbaijani forces liberated Baku. The Azerbaijani National Government moved from Ganja to Baku. There were several reasons for the British failure in Baku. First of all, the status quo and balance of powers were not in their favour. Moreover, the Ottoman state trusted the people in the Caucasus, the majority of whom were Turks and Muslims, but the British placed their hopes on the population that had been brought to Baku by Tsarist Russia as part of its policy of russification.
    British troops return, led by Gen Thomson
    But after the defeat of the Turkish-German alliance in World War I, the Turks had to leave Azerbaijan. Under the Mudros armistice between the Ottoman Empire and Great Britain, representing the Allied powers, British troops were to return to Baku. The South Caucasus was declared a sphere of influence of the UK. But the second mission, led by Gen Thomson, preferred to co-operate with the Azerbaijani government. And at that time the British did much to ensure the territorial integrity of Azerbaijan. On the issue of Garabagh and Zangezur Gen Thompson directly supported Azerbaijan. The menace of Denikin, that threatened the independence of Azerbaijan, had been stopped at the insistence of the British commander. At the Paris conference in 1919 the Entente’s Supreme Council recognized the independence of Azerbaijan due to the insistence of the UK.

    After the occupation of Azerbaijan by Bolshevik Russia the British supported the Musavat Party and other national forces that had been fighting for the independence of Azerbaijan. The Soviet regime annihilated hundreds of people who had links with the British.
    Britain one of first countries to recognise Azerbaijan’s independence
    After the restoration of independence in 1991 Great Britain was one of the first states to recognise Azerbaijan. Condemning the aggression of Armenia, Great Britain played a key role in the adoption of the UN Security Council’s resolutions. This is indicative of the friendly nature of British-Azeri relations. Today there are very few issues not shared by Azerbaijan and Britain and many that they do share. Yusif Vezir Chemenzeminli, a great Azerbaijani writer and diplomat, said: «The establishment of these states [the South Caucasus states founded in 1918] was connected with the help of Great Britain. It is favourable for us too … but if Great Britain is to support us, because of its benefits this country can do us no damage. As the British benefit from us, we also will benefit from them… Otherwise we will make an effort for the welfare of our country. All our aims and goals are Azerbaijan. Whoever supports us in this will receive our sympathy. I am sure that British friendship will open a free way for us, since the benefit of the two nations requires it.»

    During the mid 1920s, on the pretext of «restoring» the graveyard where the British who died in 1918 had been buried, Soviet special services tried to found the location of the graves. But the intelligence report noted that there was no separate British graveyard and the dead had been buried in the German cemetery. Therefore, they could not be identified. The British cemetery was destroyed in Soviet times like some Muslim cemeteries. Graves also disappeared as a result of land erosion. There is no sign left of those who carried out their military orders. From this point of view, the commemoration of those who have been sleeping in the Baku earth would suit the humanitarian traditions of the Azerbaijani people. Such a humanitarian action would meet our country’s strategic interests.
    NOTES
    *The National Council. After the February 1917 Revolution, which ended the reign of the tsars, national councils were created in the remote territories of Russia and in Azerbaijan. The Azerbaijani National Council was supported by the local people. On 28 May 1918 the Council, headed by Mammed Emin Rasulzadeh, declared state independence.

    **The Special Trans-Caucasus Committee. After the February revolution the Special Trans-Caucasus Committee was formed, as the regional representative of the Russian Provisional Government. It was called the OZAKOM in Russian.

    ***The Trans-Caucasus Commissariat. This was created on 15 November 1917 in Tbilisi with the help of British Gen Shore, French Col Chardigny and US Consul Smith. It would have stayed in power were it not for the convention of the All Russia Constituent Assembly.

    ****The Trans-Caucasus Seim. The law-making body of the Trans-Caucasus Commissariat was set up on 23 February 1918. It included the deputies elected to the All Russia Constituent Assembly. The Seim additionally included the representatives of the various opposition parties according to the number of votes they received. The Seim included 44 deputies from parties such as Musavat, Ittihad, Hummet and the Muslim Socialists.

    REFERENCES…


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: