Τιμώντας την αντιφασιστική εξέγερση του Πολυτεχνείου

Ίσως η ανάμνηση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου του Νοεμβρίου του 1973 να είναι επίκαιρη όσο ποτέ. Και αυτό γιατί οι απολογητές εκείνης της απολυταρχικής πολιτικής παρεμβαίνουν στο πολιτικό προσκήνιο μέσω της νεοναζιστικής «Χρυσής Αυγής», επιδιώκωντας να πάρουν τη ρεβάνς. Η ακηδεμόνευτη δημοκρατική εκείνη εξέγερση του από του ελληνικού λαού δεν «συγχωρείται» από τους αμετανόητους υποστηρικτές του αυταρχισμού και των ολοκληρωτικών επιβολών επί της κοινωνίας.

Τα εγκλήματα της χούντας καθάρονται. Ο Παπαδόπουλος και ο Μεταξάς -οι δύο πλέον τουρκόφιλοι ηγέτες που πέρασαν από την Ελλάδα- προτείνονται ως πρότυπα. Η προδοσία της Κύπρου συγκαλύπτεται κάτω από έναν παρανοϊκό εθνολαϊκιστικό λόγο. Η απατεωνιά των μεταπολιτευτικών κομμάτων, παρουσιάζεται ως «σύμπτωμα της δημοκρατίας» και αποκρύπτεται ότι είναι συστατικό στοιχείο της «ελεύθερης Ελλάδας» από το 1830 και αποτέλεσμα της αδυναμίας εκσυγχρονισμού -που τελικά πνίγηκε στην προκυμαία της Σμύρνης το Σεπτέμβρη του ’22 με την απόλυτη ευθύνη των πολιτικών προγόνων των σημερινών νεοναζιστών.

Η ακροδεξιά αυτή επανεμφάνιση ευνοείται από το κλεπτοκρατικό πολιτικό σύστημα, τον αμοραλισμό κάποιων πρωταγωνιστών της εξέγερσης που αντάλλαξαν εκείνη την νύχτα με οφίκια και εξουσία και την αστικοποίηση της Αριστεράς, η οποία με τον ένα ή τον άλλο βαθμό συμμετείχε στη μεταπολιτευτική διαχείριση. Παράλληλα, η κοινωνική και οικονομική κατάρρευση ευνοεί τη σύγχυση και την προσπάθεια αναζήτησης ιδανικών προτύπων, αντίθετων με τα τρέχοντα ένοχα πρόσωπα του πολιτικού σκηνικού.  

Σημαντικό ρόλο, στη διαμόρφωση της στάσης αριθμού (ευκατοφρόνητου;) συμπολιτών μας απέναντι σε μεγάλα ζητήματα είτε της ιστορίας, είτε σύγχρονο κοινωνικά, είναι ότι δεν έχει απαντηθεί το ιδεολογικό και πολιτικό  ερώτημα: 

 «με τον ολοκληρωτισμό (τον πάσης φύσεως) ή εναντιά του;«
.
Πολύ φοβάμαι ότι η τρέχουσα κριτική στον ολοκληρωτισμό οφείλεται στο χρώμα που έχει και στις πολιτικές επιλογές του κρίνοντος και όχι στη δομή εξουσίας που εισάγει.   Και ειδικά σ’ αυτή τη δύσκολη εποχή που διάγει ο τόπος, σε αρκετούς ο ολοκληρωτισμός φαντάζει ως μια κάποια λύση!!!  Δεν μπορώ να δώσω άλλη εξήγηση στις προσπάθειες ηρωοποίησης του Ιωάννη Μεταξά ή αθώωσης της Χούντας ή -από την  άλλη πλευρά- αποκατάστασης και παλιννόρθωσης του Στάλιν και του Ν. Ζαχαριάδη.


Όλα αυτά,  μαζί με την υπαρκτή ανασφάλεια των πολιτών, ευνοούν τον ακραίο αναθεωρητικό ρόλο της νεοναζιστικής «Χρυσής Αυγής», της οποίας θύμα αποτελούν και οι πραγματικοί νεκροί της εξέγερσης του ’73.

Όσον αφορά τους νεκρούς κατά την εξέγερση του Πολυτεχνείου το Νοέμβρη του 1973, ο κατάλογος υπάρχει στο επίσημο «πόρισμα Τσεβά»

«………………………..
  ……………………….

α) Επισήμως ανακοινωθέντες νεκροί είναι οι ακόλουθοι:

1. Διομήδης Ιωάννου Κομνηνός, ετών 17, μαθητής. Εφονεύθη έξωθιτου Πολυτεχνείου περί ώρα 22.15′ της 16.11.73. Βασίμως πιθανολογείται ότι δράστης του φόνου τούτου είναι ο προεκτεθείς Συνταγματάρχης.

2. Βασίλειος Παναγιώτου Φαμέλλος, ετών 26. Εφονεύθη εγγύς του υπουργείου Δημοσίας Τάξεως περί ώρα 22.30′ της 16.11.73, βληθείς προφανώς υπό τίνος των εκ του υπουργείου πυροβολούντων.

3. Toril Engelend, σπουδάστρια, Νορβηγίς. Εφονεύθη εις την πλατείαν Αιγύπτου περί ώρα 23.30’της 16.11.1973 παρ’ αγνώστου δράστου.

4. Γεώργιος Ανδρέου Σαμούρης, σπουδαστής, ετών 22. Εφονεύθη υπ’ αγνώστου εις άγνωστον σημείον εξ επαφής περί το μεσονύκτιον της 16.11.1973 και το πτώμα του μετεφέρθη και απερρίφθη εις την διασταύρωσιν των οδών Καλλιδρομίου και Ζωσιμάδων (Κατάθεσις υπ’ αριθμ. 137).

5. Αλέξανδρος Ευστρατίου Σπαρτίδης, ετών 16, μαθητής. Εφονεύθη επί της οδού Κότσικα (παρόδου Πατησίων) την 10.20 ώραν της 17.11.1973, βληθείς υπό στρατιωτών εκ του κτιρίου του ΟΤΕ.

6. Μάρκος Δημητρίου Καραμάνης, ετών 23. Εφονεύθη ευρισκόμενος εις την επί της οδού Πατησίων και Αιγύπτου 1 πολυκατοικίαν την 10.30 ώραν της 17.11.1973, βληθείς ομοίως υπό στρατιωτών εκ του κτιρίου του ΟΤΕ.

7. Βασίλειος Καράκας, Τούρκος υπήκοος, ετών 43. Εφονεύθη εις την πλατείαν Αιγύπτου περί ώραν 13.00′ της 17.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος μάχης.

8. Δημήτριος Θεοφ. Θεοδώρας, ετών 6. Εφονεύθη επί της οδού Ορεινής Ταξιαρχίας Ζωγράφου περί ώραν 13.30 της 17.11.1973, βληθείς υπό στρατιώτου ευρισκομένου έμπροσθεν του Ναού του Αγίου Θεράποντος.

9. Βασιλική Φωτίου Μπεκιάρη, ετών 17. Εφονεύθη ευρισκομένη εις την ταράτσα της επί της οδού Μεταγένους 8 – Νέος Κόσμος οικίας της περί ώρα 12.30′ της 17.11.1973, δεχθείσα εις την κεφαλήν της βλήμα αδέσποτον άρματος.

10. Γεώργιος Αλεξάνδρου Γεριτσίδης, ετών 48, εφοριακός υπάλληλος. Εφονεύθη ευρισκόμενος εν Ν. Λιοσίοις προς εκτέλεσιν υπηρεσίας περί ώραν 12.15′ της 17.11.1973 δεχθείς ομοίως βλήμα αδέσποτον άρματος μάχης εις την κεφαλήν.

11. Νικόλαος Πέτρου Μαρκουλής, ετών 25. Εφονεύθη παρά την πλατείαν Βάθης περί ώραν 11.00’της 17.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος μάχης.

12. Στυλιανός Αγαμ. Καραγεώργης, ετών 19, εργάτης. Ετραυματίσθη θανασίμως επί της οδού Πατησίων, έμπροσθεν του κινηματογράφου ΕΛΛΗΝΙΣ, περί ώρα 10.00’της 17.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος και απεβίωσεν εις το ΚΑΤ την 30.11.1973.

13. Ανδρέας Στεργίου Κουμπος, ετών 63. Ετραυματίσθη σοβαρώς διερχόμενος την οδό Καποδιστρίου περί ώρα 14.00′ της 18.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου άρματος και απεβίωσε την 30.1.1974.

14. Μιχαήλ Δημήτριου Μυρογιάννης, ετών 20. Εφονεύθη εις την διασταύρωσιν των οδών Πατησίων και Στουρνάρα περί ώραν 13.30′ της 18.11.73, βληθείς δια περιστρόφου εις την κεφαλήν και

15. Κυριάκος Δημητρίου Παντελάκης, ετών 45, δικηγόρος. Ετραυματίσθη σοβαρώς επί της οδού Γλάδστωνος περί ώραν 12.40′ της 18.11.1973, βληθείς εκ διερχομένου επί της οδού Πατησίων άρματος και απεβίωσεν την 18.12.1973.
……………………..

……………………..»

Διαβάστε ένα παλιότερο κείμενό μου με τίτλο:  …στο Πολυτεχνείο, το ’73

Μια αντίστοιχη μαρτυρία ενός μαθητή εκείνης της εποχής υπάρχει στου Καναλιώτη με το τίτλο:  Πολυτεχνείο 1973. Μια μαρτυρία ενός μαθητή…

7 comments so far

  1. Βλάσης Αγτζίδης on

    η τεκμηριωμενη ερευνα του ΕΙΕ για τους νεκρους του πολυτεχνειου:
    http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/8782-

    ———————–

    Οι βεβαιωμένοι νεκροί, στην πλέον επικαιροποιημένη βερσιόν της έρευνας
    του ΕΙΕ και του Λεωνίδα Καλλιβρετάκη είναι πλέον 24.

    Η έρευνα αυτή άρχισε γύρω στο 2002 από το Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και
    τον Λεωνίδα Καλλιβρετάκη.

    Προδημοσίευση στις 2003-11-15 στο περιοδικό ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ, όπου και
    βρίσκουμε και τον χάρτη με τα σημεία των δολοφονιών.

    Μετά στο βιβλίο Γιώργος Γάτος – Πολυτεχνείο ’73 Ρεπορτάζ με την
    ιστορία Οι μαρτυρίες, οι φοιτητικές αντιδικτατορικές οργανώσεις, τα
    ντοκουμέντα Τόμος Β [Φιλιππότης 2004]
    Οι σελίδες του βιβλίου υπάρχουν στο ekt.gr
    http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/8782

    Μετά, η πλέον επικαιροποιημένη μορφή της έρευνας σε ιστορικό ένθετο
    του ΕΘΝΟΥΣ, Νοέμβριος 2009,
    μάλλον σε επιμέλεια της Μαρίας Ψαρά

    Εκεί και ξεχωριστά οι δυο περιπτώσεις Μυρογιάννη (ο νεαρός που
    εκτέλεσε εν ψυχρώ ο Ντερτιλής, λόγος για τον οποίο κρατείται ακόμα και
    δεν αποφυλακίζεται -και όχι η συμμετοχή στο πραξικόπημα) και του
    63χρονου Ανδρέα Κουμπού.
    Επίσης υπάρχει στο ekt.gr
    http://helios-eie.ekt.gr/EIE/handle/10442/8789

    Για γρήγορο διάβασμα, εδώ:
    http://news247.gr/eidiseis/ereyna_aytoi_einai_oi_24_nekroi_toy_polytexneioy.2009947.html

    Target Yg

    ΚΙ

  2. Τhis isn't Sparta on

    Ο Χρύσανθος Λαζαρίδης γράφει για την εξέγερση του Πολυτεχνείου

    “Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες. Και για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες…”

    Του Χρύσανθου Λαζαρίδη

    Ακούω διάφορους σήμερα να βρίζουν τη λεγόμενη «γενιά του Πολυτεχνείου».

    Ανήκω – θέλοντας και μη – σε εκείνη της γενιά.

    Μιλάω σπάνια για τα γεγονότα εκείνα, κι όταν το κάνω αμφισβητώ όλους τους μύθους που επικράτησαν έκτοτε. Κυρίως για το ρόλο που διαδραμάτισε η τότε Αριστερά…

    Αυτή η αμφισβήτηση εκ μέρους μου εκφράζεται δημόσια και γίνεται από τότε, όταν δεν ήταν εύκολο να ειπωθούν, να γραφούν ή να ακουστούν, πράγματα που τώρα τα λένε πολλοί. Και κάποιοι, μάλιστα, καθ’ υπεροβολήν…

    Και δεν εξαργύρωσα τη συμμετοχή μου στα «γεγονότα του Πολυτεχνείου». Συνειδητά, από την πρώτη στιγμή, κράτησα τις αποστάσεις μου και αποδοκίμασα όσους το έκαναν. Και μάλιστα σε εποχές που αυτό είχε και κόστος και ρίσκο:

    Το κόστος να απομονωθείς από παντού. Και το ρίσκο να φανείς «γραφικός».

    Ό,τι έκανα στη ζωή μου το έκανα όχι επικαλούμενος τη «συμμετοχή» μου σε εκείνη την εξέγερση, αλλά μάλλον… αποσιωπώντας την.

    Ό,τι έκανα έκτοτε το κατάφερα όχι επειδή «ήμουν κι εγώ εκεί», αλλά παρά το γεγονός ότι ήμουν κι εγώ εκεί…

    Και τέλος μίλησα από τους πρώτους για τη χρεοκοπία της μεταπολίτευσης του 1974 και για την ανάγκη μιας «νέας μεταπολίτευση». Σε καιρούς (πριν δέκα χρόνια περίπου) που κι αυτό δεν ήταν εύκολο να το πει κανείς…

    Νιώθω, λοιπόν, την ανάγκη να γράψω σήμερα αυτές τις γραμμές, όχι «απολογητικά» με την έννοια της «απολογίας», ούτε καν με την έννοια του «απολογισμού». Μάλλον «παρεμβατικά», με την έννοια να βάλουμε κάποια πράγματα στη θέση τους.

    Κάποτε ήταν «μόδα» να δηλώνεις «γενιά του Πολυτεχνείου» ακόμα κι αν δεν πέρασες ούτε απ’ έξω. Τώρα έγινε μόδα να βρίζεις τη «γενιά του Πολυτεχνείου». Ακόμα κι αν δεν ξέρεις πολλά για το τι ακριβώς έγινε τότε…

    Ποτέ δεν μου άρεσε να ακολουθώ τους «συρμούς». Δεν το έκανα τότε, όταν ήταν «πολιτικώς ορθόν» να γράφεις κατεβατά επικολυρικού θαυμασμού για ό,τι έγινε στο «Πολυτεχνείο». Δεν το κάνω ούτε και τώρα, όταν «γύρισαν» τα πράγματα και είναι «πολιτικώς ορθόν» να αναθεματίζουμε όλοι μαζί, ότι ως πριν λίγο προσκυνούσαμε.

    Η αλήθεια – και εν πάση περιπτώσει η δική μου, γιατί αυτήν μόνο μπορώ να καταθέσω – είναι αρκετά διαφορετική:

    * Την εξέγερση του Πολυτεχνείου δεν την ήθελε κανείς. Και δεν την «προετοίμασε» κανείς. Η ίδια η Αριστερά που βροντοφώναζε και υπερηφανευόταν για τη συμμετοχή της και για τον… «καθοδηγητικό της ρόλο», εκ των υστέρων, στη διάρκεια της εξέγερσης την είδε με επιφυλακτικότητα και καχυποψία. Κάποιοι μάλιστα ζήτησαν από τους φοιτητές να βγουν έξω και αμέσως μετά καταδίκασαν την εξέγερση ως έργο «300 προβοκατόρων»…

    Ξέρετε τι θα πει να είσαι 19 ετών στην πιο βαθιά παρανομία μετά την εξέγερση, και κάποια κόμματα της Αριστεράς να σε θεωρούν «προβοκάτορα» την ώρα που η χούντα σε κυνηγάει παντού;

    * Δεύτερον, τα γεγονότα του Πολυτεχνείου, όντως κάποιοι πήγαν να τα εκμεταλλευτούν. Τα εκμεταλλεύθηκε πρώτος ο δικτάτορας Ιωαννίδης για να ρίξει τον δικτάτορα Παπαδόπουλο. Μετά τα εκμεταλλεύθηκε η Αριστερά κυρίως (αλλά και το ΠΑΣΟΚ πλαγίως), για να εδραιώσουν την παρουσία τους μετά την κατάρρευση της χούντας. Αλλά στην εξέγερση δεν πρωτοστάτησε ούτε ο… Ιωαννίδης, ούτε το ΠΑΣΟΚ (που δεν υπήρχε τότε), ούτε η Αριστερά (μέρος της οποίας απέσυρε τις δυνάμεις της, ενώ κάποιο άλλο μέρος είχε ταυτιστεί με το «πείραμα Μαρκεζίνη» που το ακύρωσε η εξέγερση).

    * Τρίτον, το «Πολυτεχνείο» σίγουρα δεν έριξε τη χούντα. Αλλά την κλόνισε σοβαρά, και έπαιξε το ρόλο του «καταλύτη» για την εσωτερική της διάσπαση. Η «πολιτικοποίηση» της δικτατορίας (με τις εκλογές Μαρκεζίνη που ήταν προγραμματισμένες για τον Ιανουάριο του 1974) ματαιώθηκε μια βδομάδα μετά την εξέγερση. Ενώ η κατάρρευση της δικτατορίας προέκυψε μετά την τραγωδία της Κύπρου τον Ιούλιο του 1974.

    Για το Πολυτεχνείο το μόνο που μπορούμε να πούμε ήταν ότι κλόνισε το δικτατορικό καθεστώς, το διέσπασε, το αποδυνάμωσε και επέτεινε τις εσωτερικές του αντιφάσεις. Κι αυτό δεν ήταν λίγο. Αλλά ήταν πολύ διαφορετικό απ’ το μύθο που πλάστηκε όλα τα επόμενα χρόνια…

    * Τέταρτον, η «αντίσταση του λαού κατά της χούντας» δεν υπήρξε τόσο «παλλαϊκή», τόσο «μαζική» και τόσο «ομόθυμη» όσο παρουσιάστηκε μετά. Η αλήθεια είναι πως δεν ήταν λίγοι εκείνοι που ενέκριναν τη δικτατορία τα πρώτα χρόνια. Αρκετοί ακόμα την ανέχονταν αγόγγυστα. Ακόμα περισσότεροι ένιωθαν απλώς φόβο. Πολλοί λίγοι είχαν διάθεση για αντίσταση. Όπως λίγοι ήταν κι αυτοί που είχαν διάθεση να βοηθήσουν τους τότε αντιστασιακούς…

    Στις αρχές του 1973 αυτό άρχισε να αλλάζει. Και καταλύτης υπήρξε το φοιτητικό κίνημα, πράγματι. Με την κατάληψη (τις δύο καταλήψεις για την ακρίβεια) της Νομικής Σχολής, το Φεβρουάριο και το Μάρτιο του 1973. Και, βέβαια, με την κατάληψη του Πολυτεχνείου το Νοέμβριο της χρονιάς εκείνης. Αλλά απλώς άρχισε να αλλάζει το κλίμα…

    * Μετά τον Ιούλιο του 1974 γεμίσαμε με «αντιστασιακούς κατόπιν εορτής»! Από ανθρώπους που υπηρέτησαν το δικτατορικό καθεστώς και ύστερα διαφήμιζαν την αντιδικτατορική τους δράση, μέχρι ανθρώπους που απλώς δεν έκαναν τίποτε και ύστερα εμφανίζονταν ως περίπου… «οπλαρχηγοί» μιας «παλλαϊκής αντίστασης» που δεν υπήρξε ποτέ!

    Μετά από πολλά χρόνια γνώρισα κάποιο γνωστό άρθρογράφο – μακαρίτη εδώ και καιρό – που τόλμησε να γράψει: «εγώ παιδιά δεν ήμουν αντιστασιακός επί χούντας!» Ξαφνικά τον εκτίμησα πολύ. Όχι γιατί δεν έκανε αντίσταση. Αλλά γιατί δεν ήταν «δήθεν»….

    * Η Γιορτή του Πολυτεχνείου – και όλη η μυθολογία που πλάστηκε σχετικά – υπήρξε ένας καθεστωτικός μύθος. Ήταν η τελετουργία που νομιμοποιούσε την εγκαθίδρυση της Κοινοβουλευτικής δημοκρατίας. Αναδείκνυε «σύμβολα» και «ήρωες» – θεμέλια απαραίτητα για κάθε καθεστώς που διψά για νομιμοποίηση.

    Άλλα καθεστώτα θεμελιώθηκαν σε αληθινά μεγάλα γεγονότα. Εδώ βολεύτηκαν με ένα «συμβάν»! Το οποίο είχε και μια ακόμα λυτρωτική λειτουργία. Ξέπλυνε τις τύψεις ενός λαού, που δίψαγε για αντιστασιακούς μύθους στη διάρκεια μιας περιόδου που ελάχιστοι έκαναν πραγματική αντίσταση.

    * Το Πολυτεχνείο δεν συγκρίνεται – ούτε θα μπορούσε, άλλωστε – με κανένα από τα μεγάλα γεγονότα που σημάδεψαν τη νεοΕλληνική Ιστορία. Η 25η Μαρτίου και η 28η Οκτωβρίου δεν μπορούν να έχουν την παραμικρή σύγκριση με την 17η Νοεμβρίου. Είναι γελοίο και να το λέμε…

    Δεν συγκρίνεται ούτε με άλλα ιστορικά γεγονότα, όπως οι Βαλκανικοί Πόλεμοι και ο Κυπριακός αγώνας της δεκαετίας του ’50, ή με μεγάλες στιγμές όπως η παλλαϊκή αντίσταση του 1943 κατά της «πολιτικής επιστράτευσης» που προσπάθησαν να επιβάλουν τότε οι αρχές της Κατοχής. Η Ελλάδα είναι μια από τις ελάχιστες χώρες της κατεχόμενης Ευρώπης, όπου οι Ναζί δεν μπόρεσαν να κάνουν πολιτική επιστράτευση. Και η μόνη, ίσως, που αυτό ματαιώθηκε μετά από αληθινά παλλαϊκή και όντως πολυαίμακτη εξέγερση του λαού. Κι όμως, όλα αυτά αποσιωπώνται και γιορτάζουμε κάθε χρόνο το …Πολυτεχνείο! Αυτό δεν είναι γελοίο πια. Είναι τραγικό! Και καθόλου κολακευτικό για όλους μας.

    * Η γιορτή του Πολυτεχνείου, λοιπόν, δεν έχει καμία ιστορική αντιστοίχηση με τα πραγματικά γεγονότα. Υπήρξε καθαρά καθεστωτικό σύμβολο και για ένα λόγο ακόμα: Σηματοδοτεί μια περίοδο, όπου οι «ηττημένοι» του Εμφύλιου, κερδίζουν την ηγεμονία μέσα στη χώρα. Δεν άσκησαν ποτέ την διακυβέρνηση, αλλά επέβαλαν τη δική τους λογική στο καθεστώς και στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του: τα Πανεπιστήμια, τα σχολεία, τη διανόηση, τον Τύπο, τα ΜΜΕ. Είμαστε μια μοναδική περίπτωση που την πρόσφατη ιστορία την έγραψαν τελικά οι ηττημένοι, όχι οι νικητές. Και την έγραψαν εξ ίσου στρεβλά…

    Το Πολυτεχνείο λοιπόν, όχι ως γεγονός αλλά ως επέτειος, μύθος, σύμβολο, υπήρξε μια «κολυμβήθρα του Σιλωάμ», για να δώσει στην Αριστερά, μετά από 27 χρόνια παρανομίας, μια «ηθική νίκη».

    Ήταν μια «νίκη», μετά από μια εξέγερση που η ίδια η Αριστερά δεν την ήθελε, δεν τη στήριξε, κάποια στιγμή την κατήγγειλε κι όλα, και στη συνέχεια τν οικειοποιήθηκε πλήρως!

    Κρίμα, γιατί η Αριστερά είχε πραγματικούς αγώνες, σύμβολα και ήρωες, που τους παραμέρισε, για να τιμήσει ένα πολύ μικρότερης σημασίας γεγονός από το οποίο η ίδια επισήμως μάλλον απείχε.

    Ή μάλλον ακριβώς γι’ αυτό: Διότι όλα τα άλλα που είχε στο «ενεργητικό» της ήταν γραμμένα ταυτόχρονα και στο «παθητικό» της! Ήταν γεγονότα και σύμβολα που δίχαζαν τον ελληνικό λαό. Ενώ το Πολυτεχνείο, ή μάλλον ο μύθος που πλάστηκε γι’ αυτό, λειτουργούσε ενωτικά ως σύμβολο.

    Και γι’ αυτό ήταν πολύ βολικό. Αλλά ελάχιστα αληθινό…

    Αυτό δεν σημαίνει ότι υπήρξε ένα «ψέμα»! Ήταν μια εξέγερση της νεολαίας για Δημοκρατία και Ελευθερία. Τίποτε παραπάνω και τίποτε λιγότερο. Και δεν είναι μικρό πράγμα.

    Η «γενιά του Πολυτεχνείου», δηλαδή οι άνθρωποι που πρωταγωνίστησαν δεν είναι αυτές οι καρικατούρες που εμφανίζονται σήμερα, που άρχισε η αποδόμηση του μύθου. Ήταν παιδιά ανάμεσα στα 19 και τα 25 χρόνια τους τότε, που διψούσαν για Ελευθερία, οργανώθηκαν χωρίς βοήθεια, εξεγέρθηκαν και ρίσκαραν, όταν κάθε συμβατική λογική γύρω τους – αριστερή και δεξιά – τους έλεγε «να κάτσουν στα αυγά τους»! Γιατί αυτό τους έλεγαν.

    Κι από τότε παραμένουν, όπως θα ’λεγε ο Άρης Αλεξάνδρου:

    «Για τους Σπαρτιάτες, Είλωτες και για τους Είλωτες, Σπαρτιάτες»

    Το τι έκανε ο καθένας τους μετά δεν έχει και πολύ σημασία. Οι ήρωες είναι «τυχεροί» όταν πεθαίνουν. Γιατί μένει το «φωτοστέφανο». Όσοι αγωνίστηκαν για κάτι μεγάλο κι έχουν την… «ατυχία» να επιζήσουν, τότε ακολουθούν ο καθένας τον δρόμο του, άλλος καλύτερο άλλο χειρότερο, άλλος αξιοπρεπέστερο, άλλος όχι. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πράξη της νιότης τους απαξιώνεται. Κάποιοι από τους «πρωταγωνιστές» μπορεί να απαξιώθηκαν. Το ξέσπασμα Ελευθερίας, όχι…

    Όσους αληθινά πρωτοστάτησαν στα γεγονότα τότε, δεν τους ξέρετε. Γιατί προτίμησαν να μείνουν στην αφάνεια. Οι περισσότεροι αηδιασμένοι από τη μυθοπλασία, δηλαδή από το προπαγανδιστικό «περιτύλιγμα» με το οποίο περιβλήθηκε η δική του νεανική εξέγερση. Άλλοι, πάλι, διακρίθηκαν στη ζωή τους, χωρίς να διαφημίσουν την τότε συμμετοχή τους. Ελάχιστοι – αληθινά ελάχιστοι – έκαναν το Πολυτεχνείο καριέρα. Και σήμερα το έχουν μετανιώσει.

    Είναι, λοιπόν, κατάντημα, να φτύνουμε σήμερα εκεί που κάποτε όλοι προσκυνούσαν.

    Οι περισσότεροι που έπαιξαν κάποιο ρόλο τότε, δεν προσκύνησαν ποτέ το είδωλο – το φετίχ – που περιφέρεται κάθε χρόνο τέτοια μέρα στους δρόμους.

    Κι αυτοί που προσκύνησαν το «φετίχ», κατά κανόνα δεν είχαν καμία σχέση με το «έγκλημα». Γίνονταν φαντασιακοί μέτοχοι ενός μύθου, ακριβώς γιατί δεν μετείχαν στα πραγματικά γεγονότα…

    * Η χρεοκοπία της μεταπολίτευσης, είναι γεγονός. Η νέα μεταπολίτευση που έχει ανάγκη ο τόπος είναι ακόμα ζητούμενο. Σε αυτό το μεσοδιάστημα καταρρέουν οι παλαιοί μύθοι, χωρίς να εδραιώνονται οι νέες αλήθειες.

    Αυτό αναδεικνύει μια σύγχυση αναπόφευκτη. Αλλά για κάποιους είναι λυτρωτικό. Κυρίως για την ίδια «τη γενιά του Πολυτεχνείου»…

    Ναι, συμφωνώ προφανώς, με όσους υποστηρίζουν ότι πρέπει να τελειώνουμε με τέτοιες επετειακές εκδηλώσεις. Να βρούμε το κουράγιο να εξηγήσουμε ότι τιμούμε κάθε ξέσπασμα ελευθερίας της Ελληνικής νεολαίας, αλλά δεν διογκώνουμε τα γεγονότα, ούτε προσβάλλουμε τη μνήμη άλλων σημαντικότερων αγώνων που έχουν περιέλθει στη λήθη. Το έχω υποστηρίξει ενυπόγραφα, εδώ και πολλά χρόνια. Όταν ακόμα ήταν δύσκολο. Κι εγώ απελπιστικά μόνος τότε…

    Αλλά όχι να περνάμε από τη μυθοποίηση στο… ανάθεμα!

    Πρέπει άραγε, να ντρεπόμαστε που αγωνιστήκαμε κάποτε για Ελευθερία;

    Πρέπει να απολογούμαστε, γιατί κάποιοι, ελάχιστοι, οικειοποιήθηκαν τους αγώνες μας ή τους μετέτρεψαν σε εφαλτήριο καριέρας;

    Ως πότε σε αυτή τη χώρα όσοι αγωνίστηκαν για κάτι σημαντικό θα πρέπει συνεχώς να καλούνται σε απολογία;

    Φυσικά κάθε λαός έχει ανάγκη από σύμβολα.

    Αλλά εδώ δεν κατεδαφίζουμε φθαρμένα σύμβολα. Τρώμε τα παιδιά μας!

    Και τώρα τα τρώμε όταν έχουν πάψει προ πολλού να είναι «παιδιά».

    Η «γενιά του Πολυτεχνείου» μπήκε πράγματι, μαζικά, στα κόμματα της ευρύτερης Αριστεράς το 1974 και λίγο αργότερα.

    Όπως μπήκε-βγήκε! Οι περισσότεροι τουλάχιστον…

    Γιατί όσοι έχουν ζήσει από τα μέσα μια εξέγερση εκτός από απροσκύνητοι ήταν πλέον και ψυλλιασμένοι.

    Κι ανθρώπους που είναι απροσκύνητοι και ψυλλιασμένοι, δεν μπορούν να τους «φάνε» έτσι εύκολα. Ιδιαίτερα οι άκαπνοι…

    Και παραμένουμε από τότε «για τους Σπαρτιάτες Είλωτες, και για τους Είλωτες Σπαρτιάτες». Παλαιότερα μας πετροβολούσε η Αριστερά για την είχαμε ξεπεράσει ή εγκαταλείψει. Σήμερα μας πετροβολούν και πολλοί άλλοι, γιατί ήμασταν τα θύματα ενός μύθου, που κάποιοι άλλοι έπλασαν στην καμπούρα μας…

    Όσοι από μας δεν καταδέχθηκαν να γίνουν «παιδιά του κομματικού σωλήνα» και δεν ενέδωσαν στις σειρήνες του life style – δηλαδή οι συντριπτικά περισσότεροι – έχουν κρατήσει δύο πράγματα. Που το καθένα από μόνο τους είναι πολύτιμο, αλλά και τα δύο μαζί «δεν παίζονται»:

    –Έχουν εμπειρία ρήξης με ένα ανελεύθερο καθεστώς. Δηλαδή έχουν γευτεί αυτό που λέμε «Ελευθερία» και το ξέρει μόνο όποιος ρίσκαρε γι’ αυτό. Όχι όποιος έμαθε να το θεωρεί «δεδομένο»…

    –Κι έχουν κρατήσει κάτι άλλο, που το λένε Αξιοπρέπεια. Και που μπορεί να το καταλάβει μόνον όποιος το έχει.

    Ελευθερία και Αξιοπρέπεια δεν είναι μόνο δύο λέξεις. Το πρώτο είναι εμπειρία ζωής και το δεύτερο είναι τρόπος ζωής.

    Αυτά τα δύο κουβαλάμε. Κι αυτά τα δύο παραδίδουμε σε όποιους τα θέλουν. Και σε όποιους τα εκτιμούν.

    Οι υπόλοιποι μπορούν να μας πετροβολούν.

    Αντέξαμε απέναντι σε θηρία. Δεν μας φοβίζουν οι ψείρες…

    Είμαστε και Σπαρτιάτες και Είλωτες!

    «Σπαρτιάτες» γιατί μάθαμε να πολεμάμε.

    Και «Είλωτες» γιατί μάθαμε να υπομένουμε…

    Και δεν έχουμε πει ακόμα την τελευταία μας λέξη…

    http://www.antinews.gr/2012/11/17/190157/

  3. Το σαρακοστό «Πολυτεχνείο» μεταξύ Εθνικής Εορτής και Τελετουργικής Νομιμοποιητικής Αφήγησης
    Δημοσιεύτηκε: Κυριακή, 17 Νοεμβρίου 2013 08:30 | Εμφανίσεις: 164

    Σωτήρης Μητραλέξης

    Στὸν σαρακοστὸ ἑορτασμὸ τοῦ «Πολυτεχνείου» ἔχουν ἀλλάξει πάρα πολλὰ πράγματα: γιὰ τὴν ἀκρίβεια, σχεδὸν τὰ πάντα εἶναι ἀγνώριστα. Κι αὐτὸ ποὺ κάποτε λειτουργοῦσε ὡς ἡ ἱδρυτικὴ (καὶ νομιμοποιητικὴ) ἑορτὴ τοῦ καθεστῶτος, τὰ «τελετουργικά του βαφτίσια», ἡ ἀναγωγὴ στὴν πράξη ποὺ ἀναδεικνύει καὶ ἀγλαΐζει τὴν κατοπινὴ περίοδο τῆς «Μεταπολίτευσης», ἀντιμετωπίζεται πλέον μὲ ἕναν κόμπο, μὲ μιὰ δυσπιστία. Ὄχι βέβαια γι’ αὐτὸ καθ’ αὐτὸ τὸ ἑορταζόμενο γεγονός, ἀλλὰ γιὰ τὰ ὅσα ἔγιναν στὸ ὄνομά του, γιὰ τὰ ὅσα χτίστηκαν ὠς συνέχειά του. Ἂν «ἀπὸ τοὺς καρπούς τους τοὺς γνωρίζετε», τότε οἱ καρποὶ τῆς γενιᾶς τῆς «Μεταπολίτευσης» ἀποδεικνύονται κάπως πικροὶ – κι αὐτὸ ἀντανακλᾶ ἀναπόφευκτα στὴν ἱδρυτικὴ στιγμὴ τῶν ἀναμνήσεών της.

    Ἀλλὰ ἀκόμα καὶ ἡ νεώτερη γενιὰ τῶν πιστῶν τῆς ἀφήγησης τοῦ «Πολυτεχνείου» γιὰ τὴν μοίρα καὶ τὴν φύση τοῦ νέου ἑλληνικοῦ κράτους τὸ ἔχουν παρατήσει, τὸ ἔχουν ἀντικαταστήσει σχεδὸν ὁλοσχερῶς μὲ τὴν ἐπέτειο τοῦ φόνου τοῦ μαθητῆ Ἀλ. Γρηγορόπουλου: ἐκείνη εἶναι ἡ μέρα ποὺ τοὺς συγκινεῖ ὡς ἡ κατ’ ἐξοχὴν συνεκτικὴ ἀφήγηση («τὸ ἑκάστοτε κράτος εἶναι κακό, σκοτώνει, καὶ ἡ ἀποστολή μας εἶναι νὰ τὸ σκοτώσουμε»), ὄχι τόσο ἡ 17η Νοεμβρίου, ὅσο κι ἂν ἡ κρατικὴ σχολικὴ διαδικασία πασχίζει γιὰ τὸ ἀντίθετο.

    Πέρυσι τέτοια ἐποχὴ ἐμφανίστηκαν δύο σχετικὰ ἄρθρα: τὸ «Τριάντα εννιά «πολυτεχνεία» είναι αρκετά!» (σ.σ.: σε αντίστιξη με το σύνθημα «Ένα-δύο-τρία, πολλά Πολυτεχνεία!») τοῦ παιδαγωγοῦ Νίκου Ράπτη καὶ ἡ προσπάθεια τοῦ ὑποφαινομένου γιὰ ἐπέκταση τοῦ προβληματισμοῦ τοῦ προηγουμένου ἄρθρου, δημοσιευμένη μὲ τὸν τίτλο «Το ‘Πολυτεχνείο’ ως η καθεστωτική εορτή της χρεοκοπημένης Μεταπολίτευσης». Παραπέμπουμε στὸ πρῶτο καὶ παραθέτουμε τὸ δεύτερο: ἴσως οἱ προβληματισμοὶ τῶν ἄρθρων νὰ ἔχουν νόημα καὶ σήμερα, στὸ σαρακοστὸ πλέον «Πολυτεχνεῖο».

    **************************

    Το 1973, στα γεγονότα του «Πολυτεχνείου», συνέβη κάτι πραγματικά εκπληκτικό: Έλληνες φοιτητές διακινδύνευσαν την ζωή τους και την ελευθερία τους με τον πλέον σαφή τρόπο, προκειμένου να διαδηλώσουν ενάντια στην Χούντα των Συνταγματαρχών – και, ει δυνατόν, να την ρίξουν. Αυτός ο έρωτας ελευθερίας σίγουρα αξίζει να τιμηθεί και να εορταστεί. Να μείνει ζωντανός στην μνήμη, να διδάσκει.

    Όμως, ευτυχώς στην ιστορία της νεώτερης Ελλάδας έχουμε πολλά παραδείγματα παρόμοιων ηρωικών πράξεων -όχι μόνο ατομικών, αλλά και συλλογικών, όπως του Πολυτεχνείου- και αιματηρών συγκρούσεων. Πράξεων αντίστασης σε παράνομες, αντιδημοκρατικές εξουσίες. Δίκαια αιτήματα που πληρώθηκαν με αίμα. Καμμία όμως από τις υπόλοιπες δεν τιμάται με τον ίδιο τρόπο όσο το Πολυτεχνείο.

    Ο υπερτονισμός του Πολυτεχνείου εξυψώνει επίσης και την ιστορική σημασία της συγκεκριμένης Χούντας: η Ελλάδα πέρασε πολλές στρατιωτικές δικτατορίες. Όχι μόνον δεν απετέλεσε η δικτατορία του Παπαδόπουλου την αιμοσταγέστερη της νεώτερης ιστορίας, αλλά αν εξαιρέσουμε την τραγωδία της Κύπρου -που έλαβε χώρα επί Ιωαννίδη- ήταν… μάλλον light: σίγουρα περισσότερο αδιάφορη από την αρκετά σκληρώτερη του Ιωαννίδη. Επίσης, υπάρχουν πραξικοπήματα και στρατιωτικές δικτατορίες της νεώτερης ελληνικής ιστορίας που κατά έναν ανεξήγητο τρόπο παρουσιάζονται ως και με θετικό τρόπο, ακόμα και από την Αριστερά – διότι, απ’ ότι φαίνεται, εκείνες ήταν «καλές» δικτατορίες, «καλά» πραξικοπήματα, στην αλλόκοτη συλλογική μας ιστορική λογική…

    Τί λοιπόν καθιστά το όντως ηρωικό Πολυτεχνείο ηρωικότερο από παρόμοιες πράξεις που δεν μνημονεύονται τόσο συχνά, και την χούντα του Παπαδόπουλου χειρότερη από τρισχειρότερες δικτατορίες που δεν μονοπωλούν τόσο το συλλογικό μας ενδιαφέρον;

    Ο σχετικά πρόσφατος χαρακτήρας των γεγονότων θα μπορούσε να αποτελεί μιαν απάντηση – μεσολαβούν μόλις 38 χρόνια. Ναι μεν αυτό σχετίζεται με την ένταση της μνήμης των ζώντων, αλλά μάλλον αποτελεί αντίστροφο επιχείρημα δεδομένου του τί έχουμε θεσμοθετήσει ως κράτος: η Πολιτεία έχει θεσπίσει ολοήμερη σχολική αργία και εκτενή θεωρητική σχολική προετοιμασία για τρία μόνο εθνικά ιστορικά γεγονότα: την Επανάσταση του 1821, το Όχι του 1940 και το Πολυτεχνείο του 1973.

    Έτσι, η χούντα του ’67-’74 και η αντίσταση σ’ αυτήν εξισώνεται σε ιστορική σημασία για το νέο ελληνικό κράτος των 190 χρόνων με την Επανάσταση που το γέννησε και με την ηρωική του στάση στον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο – ενώ παρόμοιες δικτατορίες και παρόμοιες αντιστάσεις αφήνουν την Πολιτεία παγερά αδιάφορη… Την ίδια Πολιτεία που έχει εξοβελίσει από την σχολική πραγματικότητα το ασύλληπτου ηρωισμού και ιστορικής σημασίας έπος της ΕΟΚΑ, ή τον Μακεδονικό Αγώνα.

    Υφίσταται μία και μόνο εξήγηση γι’ αυτήν την προτίμηση:

    Με το «Πολυτεχνείο» εορτάζονται δύο πράγματα. Ο ηρωισμός της πράξης αφ’ ενός, αλλά και αυτό που θέλει να αναγνωρίζει το καθεστώς της Μεταπολίτευσης ως την ιδρυτική της στιγμή, και ακόμα παραπέρα την μεγαλύτερή της στιγμή, την νομιμοποιητική για ό,τι θα ακολουθούσε.

    Η «γενιά του Πολυτεχνείου» γνώριζε, συνειδητά ή ανεπίγνωστα, ότι μόνο η επαναλαμβανόμενη ηρωοποίησή της ως συνόλου θα μπορούσε να της προσφέρει τα «κλειδιά» της νέας πολιτικής περιόδου.

    Ο υπερτονισμός του εορτασμού αφ’ ενός χαρίζει… δυνατές συγκινήσεις στην ίδια την γενιά που έζησε τα γεγονότα («αχ βρε Μαρία, αχ Μίμη, τί ωραίοι και αγωνιστές που ήμασταν τότε»), αφ’ ετέρου εγκαθιδρύει την περίπου ημίθεη φύση της στο διαγενεακό της περιβάλλον –ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν. Ο ενθουσιαστικός αυτοθαυμασμός αυτής της γενιάς εγκαθιδρύει παράλληλα την τοτεμική της εξουσία απέναντι στην επόμενη, δίδει κυκλούμενη άφεση αμαρτιών και μόνιμη θέση αυθεντίας.

    Εν τέλει, το «Πολυτεχνείο» επελέγη για να διαδραματίσει τον ρόλο της «τελετουργικής γιορτής του Καθεστώτος» – όπως στην χούντα εορταζόταν η «εθνοσωτήριος επανάστασις», και όπως στο μετεμφυλιακό κράτος της Δεξιάς εορταζόταν ο «Γράμμος-Βίτσι». Πρόκειται για μια εξαιρετική επιλογή, καθ’ ότι η αυτοθυσιαστική και αντιστασιακή φύση της εξέγερσης του Πολυτεχνείου μεταγγίζει την γνησιότητα και την αθωότητά της και στο ίδιο το καθεστώς, κάτι που λειτούργησε άψογα τις προηγούμενες δεκαετίες.

    Τώρα όμως, που το καθεστώς της Μεταπολίτευσης είναι πτώμα οδωδός και τυμπανιαίο, μήπως πρέπει να αποσυνδέσουμε την όντως ηρωϊκή εξέγερση του Πολυτεχνείου από την νομιμοποιητική της, αυτοαγιογραφική χρήση εκ μέρους μιας αδίστακτης πολιτικής κάστας; Και να διερωτηθούμε αν είναι η χούντα του ’67-’74 και η εξέγερση εναντίον της όντως ένα από τα τρία σημαντικώτερα γεγονότα της νεώτερης ελληνικής ιστορίας, όπως εμπράκτως διδάσκουμε στα παιδιά μας;

    Και μια που αναφέρθηκε το τί διδάσκουμε στα παιδιά μας, πρέπει να σημειωθεί η εξής παρατήρηση του παιδαγωγού Ν. Ράπτη: στην σχολική διαδικασία, εκ των πραγμάτων λόγω της εποχής του το Πολυτεχνείο λαμβάνει πολύ μεγαλύτερη έκταση από τις υπόλοιπες δύο σχολικές εορτές: το πλήθος των οπτικοακουστικών μέσων, τα ντοκυμαντέρ, η βιντεοσκόπηση, οι μαρτυρίες καθιστούν το Πολυτεχνείο πολύ πιο «πραγματικό» ερέθισμα. Από πολύ μικρή ηλικία, από το Δημοτικό. Και το «ηθικό δίδαγμα» του ερεθίσματος, αν αφαιρέσει κανείς τα ιστορικά συμβεβηκότα όπως συνήθως τα αφαιρεί το μυαλό του μικρού παιδιού, είναι το πόσο σωστές είναι οι καταλήψεις σχολείων και σχολών, η σύγκρουση, η ρήξη και η πάλη με το κράτος. Όπως έχει γραφτεί πολλές φορές από πολλές γραφίδες στο παρελθόν, το σχολείο της Μεταπολίτευσης ετοιμάζει συνεχώς και εμμονικά τα παιδιά για την αντίσταση σε μια αενάως επερχόμενη στρατιωτική δικτατορία, που όλο είναι εδώ και ποτέ δεν έρχεται – λες και η κασσέτα της προηγούμενης δικτατορίας παίζεται σε επανάληψη.

    Όμως, το γεγονός ότι τότε μιλάγαμε για ένα παράνομο στρατιωτικό καθεστώς, ενώ σήμερα για μια κοινοβουλευτική δημοκρατία, είναι καταδικασμένο να παραμείνει «ψιλά γράμματα» για το παιδί, συγκρινόμενο με την πληθώρα των ερεθισμάτων, μια μικρή υποσημείωση με αστερίσκο με την οποία κανείς δεν ασχολείται.«Οι απεγνωσμένες και αμήχανες υπενθυμίσεις των εκπαιδευτικών (ή μερίδας τους) πως «τότε είχαμε δικτατορία ενώ τώρα δημοκρατία και άρα αυτές οι ‘μορφές πάλης’ δικαιολογούνταν τότε αλλά όχι τώρα», είναι καταδικασμένες να πέσουν στο κενό. Παιδαγωγικά, το μήνυμα του ‘Πολυτεχνείου’ είναι σαφές: από τη μια είναι το κράτος, από την άλλη ο λαός· το κράτος είναι πάνοπλο και αδίσταχτο, ο λαός αθώος και ιδεαλιστής· το κράτος πνίγει τον λαό στο αίμα, αλλά στο τέλος η επανάσταση νικάει.»

    Το σύνθημα «Εμπρός για της γενιάς μας τα Πολυτεχνεία» φανερώνει του λόγου το αληθές: είναι ή ήταν μέχρι πρότινος ένα απολύτως αποδεκτό σύνθημα για κάθε είδους πορεία νέων ανθρώπων, σχεδόν μπανάλ ή κλισέ για την ακρίβεια. Όμως, τα απολύτως φυσιολογικά «Πολυτεχνεία» αυτής της γενιάς δεν θα «έριχναν» παράνομα στρατιωτικά καθεστώτα, αλλά νόμιμες κοινοβουλευτικές δημοκρατίες…

    Αν υποθέσουμε ότι κάθε σχολική «διδασκαλία της Πολιτείας»/κρατική προπαγάνδα δημιουργεί δύο «τάξεις» μαθητών, αυτούς που την αποδέχονται και την αναπαράγουν και αυτούς που την αρνούνται και αντιδρούν σ’ αυτήν, τότε στα πλαίσια μιας νόμιμης κοινοβουλευτικής δημοκρατίας (και όχι του παρανόμου καθεστώτος μίας στρατιωτικής χούντας) η συγκεκριμένη διδασκαλία δημιουργεί, στα ακρώτατά της όρια,… κουκουλοφόρους και φασίστες. Από τη μία αυτούς που καταπίνουν την κρατική διδασκαλία (της σώμα με σώμα πάλης με το… ίδιο το κράτος) και την αναπαράγουν, τους «κουκουλοφόρους», από την άλλη αυτούς που από αντίδραση στην κρατική διδασκαλία εξωραΐζουν την χούντα και αποζητούν να μυηθούν στους τρόπους της, τους «φασίστες». Ανέκαθεν υπήρχαν υποδοχείς για την πρώτη ομάδα, αλλά η δεύτερη έμενε ευτυχώς αμήχανη, δεν είχε πού να στραφεί, δεν ολοκληρωνόταν ώστε να εκφραστεί ρητά: όμως σήμερα –κατά τραγικό τρόπο- υπάρχουν υποδοχείς και για την δεύτερη… Θα έχετε ακούσει ότι στα σχολεία υπάρχουν δύο και μόνο πολιτικές παρατάξεις: ο ΣΥΡΙΖΑ και η ΧΡΥΣΗ ΑΥΓΗ. Βάλτε στην εξίσωση και το ότι η ένταξη του νέου στο «σύστημα» του μεταπολιτευτικού καθεστώτος δεν αποτελεί πλέον ελκυστική προοπτική, ώστε να γίνεται ενθουσιωδώς αποδεκτή η «τελετουργική μύηση», οπότε οι λόγοι της αποδοχής της διδασκαλίας της υφίστανται απίσχνανση (δεν εκφράζουμε εδώ τί θα θέλαμε ή τί θα θεωρούσαμε σωστό: εκφράζουμε το τί βλέπουμε να συμβαίνει ήδη μπροστά στα μάτια μας).

    Μαζί με το τέλος ενός συγκεκριμένου πολιτικού Καθεστώτος, της Μεταπολίτευσης, ίσως πεθαίνει και ο τελετουργικός εορτασμός του, όπως κατέρρεαν τα επιβλητικά αγάλματα των επαναστατών στις χώρες της πρώην σοβιετικής ένωσης. Τώρα, που ακόμα η μεγάλη «παρέα» της «γενιάς του Πολυτεχνείου» προσπαθεί με νύχια και με δόντια να συνεχίσει να κρατά τα ηνία, αυτεξευτελιζόμενη σε όλο και μεγαλύτερη καταβαράθρωση της αξιοπρέπειάς της. Ίσως είναι νωρίς για να τεθούν αυτές οι νύξεις -μόνο η φυσική, βιολογική φθορά της ηλικίας είναι ικανή να πείσει την γενιά του Πολυτεχνείου ότι δεν της ανήκουν τα σκήπτρα της αιώνιας εξουσίας και επιβολής- μα πιστεύουμε ότι συν τω χρόνω θα φανερώνεται ο ρεαλισμός τους.

  4. […] Δεν είναι μια ειρωνία σχεδόν «καλλιτεχνική»; Μέσα στο Πολυτεχνείο τους σκότωσαν, γιατί εκείνοι πάλευαν για δημοκρατία. […]

  5. Ez on

    «Κοπελιά άκου»:

    Ένας Χανιώτης οικοδόμος που συμμετείχε στα γεγονοτα του Πολυτεχνείου απαντά στη δεσποινίς Έλλη Παπαγγελή που αμφισβήτησε την υπαρξη νεκρών

    “Μας είπαν για ομαδικούς τάφους και εκατοντάδες νεκρούς, χωρίς ποτέ τίποτα να αποδειχθεί… Μας είπαν για δολοφονημένους εντός του χώρου του Πολυτεχνείου, όπου όμως κανείς δεν έχασε τη ζωή του”, εγραψε η κ. Παπαγγελή στον λογαριασμό της στο facebook και αν και μέσα στις επόμενες ημέρες και μετά την γενικευμένη κατακραυγή κατέβασε το επιμαχο κείμενο, μυαλά δεν άλλαξε.
    Ο Ανδρέας Μαλεφάκης είναι ένας λιγοτερο “λαμπερός” άνθρωπος.
    Μια ζωή οικοδόμος, “στη βιοπάλη”, όπως λέει, έζησε τα γεγονότα του Πολυτεχνείου μέσα από το Πολυτεχνείο. Κυνηγήθηκε και βασανισθηκε αλλά δεν πρόδωσε τους σύντροφούς του. Δεν άνηκε σε κάποιο κόμμα αλλά πίστευε στην ελευθερία. Δεν καρπώθηκε οφέλη από τη συμμετοχή του στα γεγονότα. Θυμάται και μιλά στη “ματαιοδοξη” κοπελιά που αμφισβήτησε τους νεκρούς του Πολυτεχνείου. Κατακεραυνωνει όσους πουλήσανε τους αγώνες και τα οράματα των αγωνιστών. Για να καταλήξει, ότι η “χούντα δεν τελείωσε το ’73”.

    Διαβάστε τη συγκλονιστική μαρτυρία και απάντησή του στη δεσποινίς Ελλη Παπαγγελή: “Δεσποινίς Έλλη Παπαγγελή.
    Διαβάζοντας αυτά που γράψατε για τους αγωνιστές του πολυτεχνείου σηκώθηκε η τρίχα μου κάγκελο που λέμε στην Κρήτη.
    Λοιπόν κοπελιά,το ονομα μου είναι Ανδρέας Μαλεφάκης και τα παιδιά μου είναι στην ηλικία σου.
    Επομένως, αυτά που έγραψες από κάπου τα διάβασες η κάποιοι σου τα υπαγόρευσαν.
    Εγώ δεν ξέρω τα γράμματα που ξέρεις αλλά κρίμας αυτά που έμαθες γιατί πήγανε χαμένα.
    Έχω να σου πω τούτο, ότι είσαι και απολίτικη ,ανιστόρητη, αγράμματη: Επιπόλαια.
    Λοιπόν, άκου για να μαθαίνεις γιατί είσαι πολύ μικρή ακόμη και έχεις πολλά να μάθεις.
    Ήμουν εργάτης στην οικοδομή στην Αθήνα, σε ηλικία δέκα επτά χρόνων, διότι κοπελιά μου έπρεπε να δουλέψω για να βοηθήσω την οικογένεια μου και τον εαυτό μου να επιβιώσουμε.
    Για σχολειό δεν υπήρχε χρόνος .Το σχολειό μας ήταν το πεζοδρόμιο και η καθημερινή βιοπάλη. Δεν τα βρήκα όλα έτοιμα σαν και την πάρτη σου.
    Οι οικοδόμοι ήταν ένας από τους πρώτους κλάδους εργαζομένων που βρεθήκαμε διπλά στους φοιτητές.
    Από εκείνη τη μέρα έχουν περάσει σαράντα ένα χρόνια, ποτέ άλλοτε στην ζωή μου δεν τα έχω διηγηθεί η παινευτεί.
    Αν τα λέω τώρα, κοπελιά, είναι γιατί αυτοί που υπηρετείς είναι οι καινούργιοι Δικτάτορες της Ελλάδος. Ξανά χούντα.
    Οι περισσότεροι που ήμασταν μέσα στο πολυτεχνείο, ήμασταν χωρίς κομματικές ταυτότητες. Πιστεύαμε, μόνο στην ιδεα της ελευθερίας και τίποτα άλλο. Για ένα καλύτερο αύριο.
    Εγώ, μαζί άλλους μπήκαμε μέσα στο Πολυτεχνείο την Τετάρτη.
    Μέσα και έξω ήταν γεμάτο από φοιτητές, οικοδόμους, απλούς πολίτες που όλοι είχαμε ένα στόχο.
    Την ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΜΑΣ. ΤΗΝ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ.

    Ο κόσμος απ’ εξω ήταν αλληλέγγυος προς εμάς.
    Τα βράδυ μας έφερναν τρόφιμα και φάρμακα. Οι αστυνομικοί που ήταν ακροβολισμένοι στα γύρω τετράγωνα τους πυροβολούσαν στο ψαχνό.
    Προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να εμποδίσουν τον κόσμο να έλθει..
    Έξω γινόταν μάχες, άκουγες πυροβολισμούς συνέχεια μα ειδικά τοις απογευματινές ώρες όπου ανέβαινε πολύς κόσμος.
    Παρόλα αυτά ο κόσμος όλο και αυξανόταν.
    Ποτέ δεν θα ξεχάσω την Πέμπτη ο βραδύ ένα άτομο να πεφτει από πυροβολισμούς στο απέναντι τετράγωνο, έξω από την είσοδο του πολυτεχνείου.
    Ποτέ δεν μάθαμε αν επέζησε η πέθανε.
    Εικόνες φρίκης, αλλά και αγώνα όπου δεν περιγράφονται…
    Σαράντα ένα χρόνια, τα κράτησα σαν ιερό κειμήλιο,μεσα μου.
    (Που να το φανταστώ οτι θα ξανά ζήσω χούντα και κατοχή)
    49-æÿ-02.50
    Φτάσαμε το βραδύ της Παρασκευής όπου, αργά είδαμε το αρμα, να έρχεται και καταλάβαμε ότι θα γινόταν εισβολή.
    Οι περισσότεροι από εμάς είμαστε σκαρφαλωμένοι πάνω στα κάγκελα.
    Από νωρίς είχαμε τοποθετήσει μπροστά από την καγκελόπορτα τρία αμάξια πλευρικά, το ένα διπλά στο άλλο.
    Δεν μας φόβιζε τίποτα. Το αίμα μας χόχλαζε. Φωνάζαμε να γνωστά συνθήματα: “Ψωμί, παιδεία, ελευθερία”.
    Μιλούσαμε απευθείας στα αδέλφια μας τους φαντάρους.
    Προσπαθούσαμε να τους πείσουμε να μην εκτελέσουν την διαταγή.
    Τραγουδούσαμε τον εθνικό ύμνο.
    (Ακούτε κοπέλια δεν είμαστε φασίστες ,είμαστε αγωνιστές, σαν και σας τώρα αλλά τραγουδούσαμε τον εθνικό μας ύμνο.)
    Τελικά τα ξημερώματα πριν φέξει μπήκε το άρμα. Όλοι τραβηχτήκαμε πίσω. Παντού χαμός, πανδαιμόνιο.Τραυματίες, αίματα παντού.
    Τα καπνογόνα μας έπνιγαν.
    (Σαν και τώρα τους ΜΑΤΑΤΣΙΔΕΣ που πνίγουν κάθε μέρα τα παιδιά στους δρόμους το ιδιο αδίστακτοι, βασανιστές είσαστε σαν και αυτούς, τότε )
    Τρέχαμε να σωθούμε από τους αφηνιασμένους αστυνομικούς
    Μπήκαμε σε μια αίθουσα διδασκαλίας όπου κοπέλες έκλαιγαν σοκαρισμένες.
    Σπάσαμε ένα τζάμι και τις βοηθήσαμε να φύγουν από τα πλαϊνά παράθυρα και μετά πηδήξαμε και εμείς.
    Πλέον το πολυτεχνείο ήταν γεμάτο αστυνομικούς, πράκτορες. Ολα τα καλά τα παιδιά,ήταν μέσα.
    Στούς δρόμους οι αστυνομικοί, έριχναν φωτοβολίδες και οποίον έβλεπαν να κινείται τον πυροβολούσαν, αμέσως .
    Μπροστά μας έπεσε ένα παλικάρι, στο απέναντι τετράγωνο.
    Αστυνομικοί με πολιτικά ή με στολές ήταν παντού. Χτυπούσαν αλύπητα και χωρίς εξαίρεση .
    Ήταν χειρότεροι από τα Γερμανικά SS.
    46-öªá½×½Ô¬-®½ÿ-íßÜí£óÿ
    Τρέχαμε όλοι να σωθούμε
    Βρεθήκαμε σε μια πολυκατοικία, όπου περίπου σαράντα άτομα, ανεβήκαμε την σκάλα και ζητούσαμε βοήθεια από τους πολίτες.
    Οι άνθρωποι τρομοκρατημένοι δε μας άνοιγαν.
    Ανεβήκαμε στο κλιμακοστάσιο.
    Σε λίγο μια χαραμάδα φωτός βγαίνει από μια πόρτα. Eμφανίστηκε ένας μεσήλικας άνδρας και μας κάλεσε μέσα.
    Μας ταΐσε ότι είχε, έστρωσε χάμω στα πατώματα κουβέρτες, χαλιά, για να ξαπλώσουμε .
    Σε λίγο χτύπησε η πόρτα όπου την άνοιξε ο κύριος (Δεν θυμάμαι το όνομα του μετά από τόσα χρόνια. Ας είναι καλά αν είναι ακόμα εν ζωή ) Είχε βάλει της πιτζάμες του και έκανε τον κοιμισμένο .
    Για καλή μας τύχη έπιασαν οι εκλήσεις του να μην ξυπνήσουν τα μωρά του. Έφυγαν αφού τους διαβεβαίωσε ότι δεν έπεσε στην αντίληψη του σπείρα αναρχικών”.
    Το ξημέρωμα ένας – ένας , με την βοήθεια και την κάλυψη του ΚΥΡΙΟΥ αυτού , φύγαμε από την πολυκατοικία.
    Στην πλατεία Κάνικος, μετά από λίγη ώρα, με συνέλαβαν τρεις άνδρες με πολιτικά. Με ανέκριναν. Μετά με οδήγησαν στο υπόγειο μιας πολυκατοικίας όπου είχε μετατραπεί σε κελί βασανιστηρίων. Με κάθισαν σε μια καρέκλα με καρφιά, με μαστίγωναν μ’ ένα αυτοσχέδιο γκλομπ όπου ήταν γεμάτο άμμο.
    Για πολλές ώρες προσπαθούσαν να μου αποσπάσουν ονόματα παιδιών που ήμασταν μέσα.
    Σαν απελπίστηκαν για να με ξεφτιλίσουν και να με ταπεινώσουν μου κούρεψαν το μισό μου κεφάλι με ξιφολόγχη…
    Κοπελιά, άκου.
    Οι απλοί αγωνιστές ποτέ δεν καπηλευτήκαμε τον αγώνα που δώσαμε για λευτεριά και Δημοκρατία.
    Συνεχίσαμε τον αγώνα της επιβίωσης χωρίς ποτέ να ζητήσουμε ανταλλάγματα, η αναγνωρισιμότητα.
    Ποτε δεν πήγαμε στα κομματικά τους μαγαζιά, να ζητήσουμε το ελάχιστο. Γιατί μάθαμε με την δική μας δύναμη να προσχωρούμε μπροστά, στην ζωη.
    Ναι, κάποιοι το εκμεταλλεύτηκαν.
    Δαμανάκη, Παπουτσής (Ποιος; Ο Παπουτσής! Που με εντολή του το 2011 επνιξε χιλιάδες διαδηλωτές στην Αθήνα με χημικά και ξύλο… Τρομάρα του, του αγωνιστή…), Λαλιώτης, Τζουμακας και τόσοι άλλοι που μετά ξέχασαν τα οραματα του αγώνα και το μόνο που ξέρανε και ξέρουν είναι να γεμίζουν τοις τσέπες τους με κλεμμένα χρήματα από τον κόπο και τον ιδρώτα του απλού λαού.
    Τώρα, οι άλλοτε άσπονδοι φιλοι είναι συνεταιρακια, στην μίζα, στην λαμογιά, στην προδοσία.
    Μαζί υπογράφουν το ξεπούλημα μιας περήφανης και πάμπλουτης χώρας, μόνο και μόνο για να αρπάξουν περισσότερα και να γλυτώσουν τα τομάρια τους.
    Και εμείς, οι απλοί πολίτες κοιμόμαστε ακόμη και σήμερα είμαστε χωρισμένοι σε χίλια κομμάτια.
    Κοπελιά,
    Αυτοί που υπηρετείς μαζί με τους συνεταίρους τους τα Πασοκια μας προδώσαν και μας ξεπούλησαν.
    Ξυπνάτε! Σταματήστε να σπέρνετε διχόνοια και μίσος! Όποιος σπέρνει ανέμους θερίζει θύελλες!
    Τελειώνοντας, για να μην σου στερώ τον πολύτιμο χρόνο σου, γιατί θα θες να πας να ποστάρεις την κάλπικη ομορφιά σου, να μαζέψεις μερικά like να κολακεύσεις την ματαιοδοξία σου θα σου πω μόνο τούτο:
    «Οι υψηλές θέσεις είναι σαν τα ψηλά βουνά που σε αυτά ανεβαίνουν οι αετοί και τα ερπετά»
    Εσύ, από ότι κατάλαβα έχεις επιλέξει να ανεβαίνεις έρποντας και γλύφοντας..
    “Ψωμί, Παιδεία, Ελευθερία η Χούντα δεν τέλειωσε το ’73”
    Ανδρέας Μαλεφάκης

  6. Faidon Papatheodorou
    3 ώρες ·
    ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΟ ΠΟΛΥΤΕΧΝΕΙΟ ΤΟΤΕ (1973) ΚΑΙ ΤΩΡΑ.
    Περίπου στις τέσσερις το απόγευμα της 16ης Νοεμβρίου 1973 μπήκα στο Πολυτεχνείο από την κεντρική είσοδο της Πατησίων μαζί με δυο φίλες φοιτήτριες στη Σχολή Καλών Τεχνών, που στεγαζόταν τότε σε κτίριο του προαυλίου του Πολυτεχνείου, στη γωνία Πατησίων και Τοσίτσα.
    Είχα τελειώσει τις σπουδές στη Σχολή των Πολιτικών Μηχανικών ΕΜΠ από τον Μάιο εκείνης της χρονιάς (1973), αλλά ο Τάσιος (ο γνωστός Τάσιος) που μας έκανε το μάθημα του Μπετόν (Ωπλισμένο Σκυρόδεμα επί το επιστημονικότερον), είχε κρίνει ότι δεν ήμουν επαρκώς καταρτισμένος στο Μπετόν και με είχε κόψει τόσο στις εξετάσεις του Ιουνίου, όσο και σε αυτές του Σεπτεμβρίου. Έτσι, περίμενα τις εξετάσεις της Τρίτης Περιόδου, τον Νοέμβριο, για να ξαναδώσω Μπετόν και στη συνέχεια να παρουσιάσω τη Διπλωματική Εργασία μου στο μάθημα της Πολεοδομίας. Θέμα της Διπλωματικής: «ΠΟΛΙΣ + ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ» (Τυχαίο; Δεν νομίζω.)
    Στην είσοδο υπήρχε συνωστισμός και η περιφρούρηση ζητούσε ταυτότητες (φοιτητικές).
    Ολόκληρος ο χώρος του Πολυτεχνείου είχε όψη απελευθερωμένης νησίδας που την προστάτευαν όχι τα κάγκελα του προαυλίου αλλά το πλήθος του κόσμου που μόνιμα υπήρχε απ’ έξω γύρω γύρω. Καταφθάνανε και ταψιά με φαγητά και γλυκά που τα έδιναν στους μέσα από τα κάγκελα.
    Πολλοί φοιτητές και μαθητές στο προαύλιο και στους εσωτερικούς χώρους.
    Επιτροπές διάφορες, συγκεντρώσεις, συνελεύσεις, χειρόγραφες προκηρύξεις και αφίσες, πρωτόγνωρη και πυρετώδης ατμόσφαιρα.
    Συνάντησα μερικούς φίλους και φίλες που ανασκουμπωμένοι εργάζονταν σε διαφόρους τομείς: στην καθαριότητα, στην περιφρούρηση κλπ
    Καμιά καταστροφή. Κανένας βανδαλισμός, που ψευδώς καταγγέλανε κάποιοι. Έριξα μια ματιά στους χώρους του Σπουδαστηρίου Πολεοδομικών Ερευνών, στο ισόγειο του κτιρίου Αβέρωφ. Ούτε εκεί υπήρχε πρόβλημα.
    Ένας φωτογράφος γύριζε κι έβγαζε φωτογραφίες μέσα στο προαύλιο. Στηθήκαμε και μας φωτογράφησε (Υπάρχουν άραγε αυτές οι φωτογραφίες; Δεν τις είδα ποτέ).

    Κατά τις 5.30, που άρχισε να σκοτεινιάζει, φύγαμε. Το μηχανάκι μου είχε χαλασμένα φώτα και αν κυκλοφορούσα στη γύρω περιοχή, που αστυνομοκρατείτο, αργότερα χωρίς φώτα, θα ‘βρισκαν αφορμή να με σταματήσουν, και μετά για «εξακρίβωση» κλπ.

    Τη συνέχεια, την πολιορκία του Πολυτεχνείου, τους νεκρούς και τους τραυματίες, την επέμβαση του στρατού με τα τανκς και τις Ειδικές Δυνάμεις, την άκουσα στο τρανζίστορ από τον ραδιοφωνικό σταθμό του Πολυτεχνείου, ξενυχτώντας στο σπίτι στους Αμπελοκήπους. Είχα και τηλεφωνική επικοινωνία με τη φίλη μου, της Σχολής Καλών Τεχνών, που έμενε στη Στουρνάρα, δίπλα στο Πολυτεχνείο.

    Την άλλη μέρα κατά το μεσημέρι προσπάθησα να κατέβω με το αυτοκίνητο του πατέρα μου στην περιοχή του Πολυτεχνείου. Παράτολμο. Στην Αλεξάνδρας ένα αυτοκίνητο είχε γίνει λιώμα, πατημένο από ένα τανκ. Τα τανκς κατέβηκαν τη νύχτα την Αλεξάνδρας, ξεκινώντας από του Γουδή. Η Πατησίων, από την Αλεξάνδρας προς το Κέντρο, ήταν βομβαρδισμένο τοπίο. Πυροβολισμοί ακούγονταν ακόμη…

    «Να μιλήσω για ήρωες να μιλήσω για ήρωες: ο Μιχάλης
    που έφυγε μ’ ανοιχτές πληγές απ’ το νοσοκομείο
    ίσως μιλούσε για ήρωες όταν, τη νύχτα εκείνη
    που έσερνε το ποδάρι του μες στη συσκοτισμένη πολιτεία,
    ούρλιαζε ψηλαφώντας τον πόνο μας. «Στα σκοτεινά
    πηγαίνουμε στα σκοτεινά προχωρούμε…»
    Οι ήρωες προχωρούν στα σκοτεινά.
    Λίγες οι νύχτες με φεγγάρι που μ’ αρέσουν».
    «Στο μεταξύ η Ελλάδα ταξιδεύει ολοένα ταξιδεύει
    κι αν «ορώμεν ανθούν πέλαγος Αιγαίον νεκροίς»
    είναι εκείνοι που θέλησαν να πιάσουν το μεγάλο καράβι
    με το κολύμπι
    εκείνοι που βαρέθηκαν να περιμένουν τα καράβια που δεν
    μπορούν να κινήσουν
    την ΕΛΣΗ τη ΣΑΜΟΘΡΑΚΗ τον ΑΜΒΡΑΚΙΚΟ.

    Σφυρίζουν τα καράβια τώρα που βραδιάζει στον Πειραιά
    σφυρίζουν ολοένα σφυρίζουν μα δεν κουνιέται κανένας
    αργάτης
    καμιά αλυσίδα δεν έλαμψε βρεμένη στο στερνό φως που
    βασιλεύει
    ο καπετάνιος μένει μαρμαρωμένος μες στ’ άσπρα και στα
    χρυσά.
    Όπου και να ταξιδέψω η Ελλάδα με πληγώνει.
    Παραπετάσματα βουνών αρχιπέλαγα γυμνοί γρανίτες…
    Το καράβι που ταξιδεύει το λένε ΑΓ ΩΝΙΑ 937″.
    (Αποσπάσματα από τα ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη: ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΣΤΑΘΜΟΣ και ΜΕ ΤΟΝ ΤΡΟΠΟ ΤΟΥ Γ.Σ.)
    Αυτή είναι η προσωπική μου εμπειρία από τα γεγονότα του Πολυτεχνείου 1973, όπως την κατέγραψα και τη σχολίασα ποιητικά πριν από μερικά χρόνια.

    Η κατάληψη του Πολυτεχνείου ήταν ειρηνική και μαζική. Οι φοιτητές δεν χρησιμοποίησαν βία.
    Η συστηματική βία που είδαμε και φέτος και που χρησιμοποιούν κάθε χρόνο ορισμένες ομάδες κατά την επέτειο του Πολυτεχνείου, και όχι μόνο, δεν έχει καμιά σχέση με το ιστορικό γεγονός του 1973.
    Η βία που εκδηλώνεται από αυτές τις ομάδες, που συνοδεύεται από καταστροφές στον δημόσιο χώρο αλλά ακόμη και σε ιδιωτικές περιουσίες άγνωστων σε αυτούς πολιτών, δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, καμιά σχέση με κοινωνική επαναστατική δράση.

    Ο καθένας βέβαια, από τη σκοπιά που βλέπει αυτά θα μπορούσε να τα ερμηνεύσει με πολλούς διαφορετικούς τρόπους (Ορισμένοι μάλιστα κατασκευάζουν διάφορες «θεωρίες συνωμοσίας» που τους επιτρέπουν στη συνέχεια να είναι απλοί παρατηρητές των πραγμάτων).
    Θυμάμαι έναν διδάσκοντα στο πανεπιστήμιο της Βενσέν στο Παρίσι, όπου σπούδαζα (1974-77), υπέρμαχο της καταστροφικής δράσης, που μας έλεγε κατά τη διδασκαλία του ότι το σπάσιμο βιτρινών, αυτοκινήτων κλπ προσφέρει ευχαρίστηση (ηδονή) και απελευθερώνει το άτομο που κάνει αυτές τις πράξεις. Αναμφίβολα έχει δίκιο. Όμως, το απελευθερώνει μέσα στον αδιέξοδο μικρόκοσμό του.

    Τόσο αυτά τα φαινόμενα, όσο και η άνοδος και η εγκληματική δράση της ακροδεξιάς είναι, κατά τη γνώμη μου, όψεις του ίδιου νομίσματος, των αδιέξοδων και των λανθασμένων επιλογών όσων ασκούν εξουσία.
    Και βέβαια, κανένας αναρχικός δεν θέλει την υποκατάσταση της καθεστωτικής βίας από τη βία των «αντιεξουσιαστών», εκτός αν πιστεύει ότι μια αναρχική κοινωνία μπορεί να επιβληθεί με τη βία.
    Θεωρητικούρες, θα μου πείτε. Και δεν έχετε άδικο.

  7. Το Πολυτεχνείο εγγράφηκε στη συλλογική μας μνήμη ως η κορυφαία πράξη αντίστασης στη διάρκεια της αυταρχικής Επταετίας, λειτουργώντας έτσι ως ένας από τους ιδρυτικούς μύθους της κατοπινής ελληνικής δημοκρατίας. Αν η ομοιογενοποίηση της συλλογικής μνήμης συνιστά τυπικό τρόπο με τον οποίο μια κοινωνία υπερβαίνει μια τραυματική περίοδο της ιστορίας της, στην Ελλάδα αυτό συνέβη μέσω της αγιογραφικής παρουσίασης της φοιτητικής αντίστασης και της ηρωικής αιματηρής κατάληξής της, που αναδείχθηκαν σε έμβλημα της αντίστασης του ελληνικού λαού στον αυταρχισμό. Από πολλές απόψεις, το Πολυτεχνείο μεταπολιτευτικά λειτούργησε ως κολυμβήθρα του Σιλωάμ για να ξεπλύνει την απουσία συστηματικής αμφισβήτησης του δικτατορικού καθεστώτος των Συνταγματαρχών. Η σχετική συναίνεση την οποία απολάμβανε η Χούντα σε ορισμένα τμήματα του ελληνικού πληθυσμού κατά τη διάρκεια της Επταετίας απαλείφθηκε πλήρως στο πλαίσιο της εξύμνησης του Πολυτεχνείου και περιέπεσε σε συλλογική λήθη.
    Ωστόσο, κριτικές στην ομώνυμη Γενιά που «ξεπουλήθηκε» άρχισαν να αρθρώνονται αρκετά νωρίς. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’80 άρχισαν να διατυπώνονται κατηγορίες πως η εν λόγω γενιά εξαργύρωσε τις αντιστασιακές της περγαμηνές. Όμως η πρόσφατη οικονομική κρίση δημιούργησε την τάση της συλλήβδην και χωρίς προηγούμενο απόρριψης και της επίρριψης της ευθύνης για όλα τα δεινά της ελληνικής κοινωνίας. Η «γενιά που κατέστρεψε την Ελλάδα» έχει γίνει ένα από τα πιο έντονα, αλλά και πιο ανυπόστατα στερεότυπα της εποχής μας, εφόσον στιγματίζει μια φουρνιά ανθρώπων που στην πραγματικότητα αποτέλεσαν ισχυρό φορέα εκσυγχρονισμού στη μεταδικτατορική Ελλάδα. Η κριτική όμως επεκτείνεται από τη γενιά στην ίδια την επέτειο και στο γεγονός πως κάθε χρόνο, παράλληλα με τους εορτασμούς για το Πολυτεχνείο παρακολουθούμε έναν επετειακό πετροπόλεμο, μια βεντέτα μεταξύ αντιεξουσιαστών και αστυνομίας, μια επιτέλεση της βραδιάς της 17ης Νοέμβρη με σχεδόν θεατρικό τρόπο, αλλά και ανείπωτες υλικές ζημιές γύρω και μέσα στο εμβληματικό αυτό κτίριο. Αναμειγνύοντας λοιπόν –καθόλου αθώα– ετερογενή υλικά, όπως τις επιτελέσεις, τις υποκουλτούρες των Εξαρχείων και τους αναρχικούς συμβολισμούς, με τη θεσμική υπόσταση της επετείου, άρχισε να τσιμεντώνεται ένα αφήγημα απαξίωσης που φτάνει στο απόγειό του με την αμφισβήτηση αυτού καθαυτού του γεγονότος, αλλά και των σημαινομένων του.
    «Γιατί γιορτάζουμε το Πολυτεχνείο;» αναρωτήθηκε σε πρόσφατη επιφυλλίδα του στην εφημερίδα Καθημερινή ο συγγραφέας Τάκης Θεοδωρόπουλος – ανακυκλώνοντας τον τίτλο παλαιότερου, ανώνυμου άρθρου της εφημερίδας με ταυτόσημο περιεχόμενο. Είχαν προηγηθεί σε προηγούμενες επετείους παρόμοια άρθρα της φίλης μου Σώτης Τριανταφύλλου, που έλεγε ότι ο εορτασμός αποτελεί αναχρονισμό και πρέπει να καταργηθεί, καθώς και του ιστορικού Θάνου Βερέμη, που αναρωτιόταν, στο ίδιο μήκος κύματος, ποια υπηρεσία προσέφερε όλο αυτό το συμβάν στην ελληνική δημοκρατία. Σε ακόμα πιο οξύ και έξω από τα δόντια ύφος, ο Θεοδωρόπουλος υπενθυμίζει πως το Πολυτεχνείο οδήγησε στην ανατροπή του Παπαδόπουλου από τον Ιωαννίδη και τη σκλήρυνση του καθεστώτος υπό τον τελευταίο, οδηγώντας εν τέλει στην κυπριακή τραγωδία. Σε αυτή τη γραμμική παρουσίαση των ιστορικών συμβάντων, το ένα γεγονός οδηγεί στο επόμενο, αναπόδραστα και σχεδόν νομοτελειακά. «Στην ουσία τελικά γιορτάζουμε χωρίς να ξέρουμε τι γιορτάζουμε», καταλήγει απαξιωτικά το άρθρο, υπονοώντας σαφώς πως θα ήταν καλύτερα η εξέγερση να μην είχε γίνει και ποτέ – όλοι θα ήμασταν ευτυχέστεροι σήμερα, και με την Κύπρο αλώβητη. Θεωρώ πως μέχρι πριν από κάποια χρόνια αυτή η προβληματική και αντιϊστορική άποψη θα θεωρούνταν τουλάχιστον επικίνδυνη και καταδικαστέα, αν όχι εντελώς φαιδρή. Σήμερα όμως, ο ρεβιζιονισμός αυτού του τύπου τείνει να λάβει διαστάσεις επιδημίας· είναι η επάνοδος του απωθημένου, κατά κάποιο τρόπο: μιας απωθημένης απόρριψης του γεγονότος που εμφανίστηκε πολύ νωρίς μεταπολιτευτικά από την τότε άκρα δεξιά, εξέλειψε αργότερα, για να επανεμφανιστεί τώρα με τον μπανάλ μανδύα της «κοινής λογικής».
    Όλη αυτή η μεθόδευση αψηφά κάποια πολύ συγκεκριμένα στοιχεία. «Τη Χούντα δεν την έριξε καμιά λαϊκή εξέγερση», λέει ο Θοδωρόπουλος, χωρίς να ασχολείται με το αν και κατά πόσο το Πολυτεχνείο κατάφερε ένα αποφασιστικό πλήγμα σε ένα αυταρχικό καθεστώς που ώς εκείνη την στιγμή, μετά από έξι χρόνια, ήταν ακλόνητο ή το κατά πόσο ακύρωσε την περίφημη «φιλελευθεροποίηση» της Χούντας, που πιθανότατα θα είχε μετατρέψει την Ελλάδα σε ένα είδος Τουρκίας ή Χιλής, με τον Παπαδόπουλο ισόβιο Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Ψιλά γράμματα. Ούτε βέβαια τον αφορά το γεγονός πως το Πολυτεχνείο και ο εορτασμός του είναι ακριβώς υπόμνηση στο γεγονός πως τη στιγμή που ο ελληνικός λαός δεν αντιστάθηκε μαζικά και σθεναρά στη δικτατορία (πλην ολίγων εξαιρέσεων), κάποιοι νέοι άνθρωποι σήκωσαν στην πλάτη τους την αντίσταση ενάντια σ’ ένα βάναυσο καθεστώς και τελικά ξέπλυναν την ντροπή μιας ολόκληρης κοινωνίας με τεράστιο ατομικό κόστος. Να προσθέσουμε εδώ πως ενώ στην Ισπανία του Φράνκο και στην Πορτογαλία του Καετάνο αναπτύχθηκαν παρόμοιες αντιδικτατορικές φοιτητικές δράσεις στις αρχές του ’70, παρόλα αυτά απουσιάζει ένα κεντρικό γεγονός με την ένταση και τις επιπτώσεις του Πολυτεχνείου –πράγμα που διαχωρίζει την ελληνική περίπτωση και την εντάσσει σ’ ένα πλαίσιο βάναυσης καταστολής που θυμίζει περισσότερο Πράγα η Χιλή και λιγότερο τα κινήματα του ’68. Αυτό βέβαια δεν ταιριάζει καθόλου με την αποκαθαρμένη εικόνα της δικτατορίας ως φαιδρής και γελοίας και κατ’ επέκταση όχι και τόσο βίαιης και κατασταλτικής, που φοριέται πολύ τελευταία.
    Το εν λόγω αφήγημα δεν ασχολείται καν με το γεγονός πως το Πολυτεχνείο δεν είναι μια μεμονωμένη στιγμή αλλά το επιστέγασμα πολύχρονων αγώνων, διωγμών και βασανιστηρίων, της ηρωικής πρώτης γενιάς αντιστασιακών οργανώσεων αλλά και στιγμών συλλογικής ανάτασης, όπως οι καταλήψεις της Νομικής ή οι κηδείες του Γεωργίου Παπανδρέου και του Γιώργου Σεφέρη. Μπαίνει αντιθέτως σε μια μπακαλίστικη λογική του «ποιος το προκάλεσε», «ποιός ωφελήθηκε», «πού κατέληξε», καταλήγοντας πως «δεν έριξε» το καθεστώς. Στην ιστορία όμως των εξεγέρσεων και των κοινωνικών κινημάτων ποτέ ένα κι ένα δεν έκαναν δύο. Τα πλήγματα που καταφέρνουν τα κινήματα είναι συχνά βραδίκαυστα, υπόγεια και φέρουν καρπούς μετά από καιρό – είναι όπως οι ρίζες του μπαμπού, σύμφωνα με μια παλιά χιλιάνικη παροιμία.
    Τυχαίνει να ζω στην Ισπανία, μια χώρα που έζησε το φασισμό στο πετσί της, μετά από έναν εξαιρετικά σκληρό εμφύλιο και με μια δικτατορία στυγνή και πολύχρονη. Ολόκληρη η ισπανική μετάβαση στη δικτατορία βασίστηκε ακριβώς στο αντίθετο της μνήμης του Πολυτεχνείου – κοινώς, την κεντρική ιδέα ότι πρέπει να προχωράμε μπροστά και να μην θυμόμαστε τις μαύρες σελίδες ή τις όποιες περγαμηνές αντίστασης στο δικτατορικό καθεστώς. Ενώ λοιπόν η μεταπολιτευτική Ελλάδα αποφάσισε για τους δικούς της λόγους να αντιμετωπίσει κάποια από τα «τέρατα του παρελθόντος», η Ισπανία αντιθέτως επέλεξε ένα δρόμο λήθης, τον οποίο πληρώνει ακριβά. Σήμερα, η ισπανική κοινωνία προσπαθεί με κόπο να βρει τα εργαλεία για να αναμετρηθεί με αυτό το απωθημένο παρελθόν που άρχισε να κακοφορμίζει.
    Το Πολυτεχνείο, αντιθέτως, είναι καμωμένο από τα υλικά της συλλογικής μνήμης. Δεν είναι όσα μας φαίνονται μπανάλ και χιλιοειπωμένα, σε γκρίζες τελετές, καταθέσεις στεφάνων, βαρετές σχολικές γιορτές ή πομπώδεις κορώνες για την υπέρτατη θυσία αγνών παιδιών. Είναι ένα πολύ δυνατό σύμβολο αντίστασης και υπενθύμιση πως κάποιοι –πολλοί– δεν βγήκαν στους δρόμους εκείνο το βράδυ, ενώ το καθεστώς «σκότωνε τα παιδιά τους» που είχαν αψηφίσει το φόβο, προτάσσοντας το γενικό καλό πάνω από το προσωπικό τους συμφέρον και την ατομική τους ασφάλεια. Είναι ο ασθμαίνων εθνικός ύμνος την ώρα της εισβολής, η αιματοκυλισμένη σημαία, τα παιδιά με τις τρύπες στο θώρακα και τα διαλυμένα πόδια της φοιτήτριας που πλάκωσε η πύλη. Είναι το κυνηγητό και η αναζήτηση καταφύγιου στα σκοτεινά και σε σπίτια αγνώστων. Είναι το μετά, οι επέτειοι της Μεταπολίτευσης, οι χιλιάδες κόσμου στους δρόμους και οι συμπλοκές έξω από την Αμερικανική Πρεσβεία. Είναι οι αέναες συζητήσεις και οι κόντρες για το πραγματικό του νόημα και για τους αγώνες που συνεχίζονται και δικαιώνονται. Είναι όλη η διαδρομή που μεσολάβησε από την εξιδανίκευση στη δαιμονοποίηση, μέχρι αυτήν ακόμα την τωρινή του απόρριψη. Όλα αυτά μαζί και κάτι παραπάνω· γιατί είναι, εν τέλει, μια μετωνυμία της ίδιας της Μεταπολίτευσης και των σαράντα δύο χρόνων που διανύσαμε έκτοτε. Και γι’ αυτό ακόμα το συζητάμε. Γι’ αυτό και οι «αγανακτισμένοι» φώναξαν πως «η Χούντα δεν τελείωσε το ’73», και όχι το ’74 – γιατί έτσι έχει εγγραφεί στο συλλογικό φαντασιακό, όσο καταφανέστατα λάθος κι αν είναι αυτό.
    Όντως οφείλουμε να αναστοχαστούμε πάνω στο γεγονός και στις μυθικές του διαστάσεις και να σκεφτούμε το ρόλο της επετείου, της πορείας και των συμβολισμών, χωρίς διάθεση τοτεμοποίησης ή εξιδανίκευσης. Να κατανοήσουμε το ρόλο που έπαιξε και πώς συντελέστηκε η εργαλειοποίηση αλλά και η μνημειοποίηση του, χωρίς ταμπού και προκαταλήψεις. Να σκεφτούμε πάνω στη φόρμα και τη μορφή των εορτασμών, πέρα από το περιεχόμενο, γιατί οι μνημονικές πρακτικές έχουν τη δική τους αποτύπωση όπως μας υπενθυμίζει ο Paul Connerton(1) – συμπεριλαμβανομένου του περίφημου κεφαλιού του Σβορώνου που φιλοτέχνησε ο Μέμος Μακρής και που τώρα τόσο χυδαία λοιδoρείται. Οι συμβολικές επιτελέσεις αποτελούν ένα κοινωνικό δράμα, μια συλλογική διαδικασία, ένα ιεροτελεστικό που λειτουργεί συνεκτικά και με έντονο συναισθηματικό αντίκτυπο. Δεν γίνεται λοιπόν να θάβουμε τσαπατσούλικα –ούτε καν ιεροτελεστικά– ό,τι δεν μας αρέσει ή δεν καταλαβαίνουμε, χωρίς πραγματική διάθεση κατανόησης αλλά με αποκλειστικό στόχο την ισοπέδωση. Ξεμπερδέψαμε με την Μεταπολίτευση, να τελειώνουμε και με το Πολυτεχνείο. Ε, δεν είναι τόσο απλό.
    Τέλος, το Πολυτεχνείο αποτέλεσε τον κατεξοχήν τόπο μνήμης, σύμφωνα με τον κλασικό όρο του Πιερ Νορά, πάνω στον οποίο οικοδομήθηκε το συλλογικό φαντασιακό μεταδικτατορικά – από τις πρώτες εκλογές που έλαβαν χώρα 17 Νοεμβρίου ώς την εκμετάλλευσή του από την τρομοκρατική οργάνωση 17 Νοέμβρη· είναι το σημείο αναφοράς της μετάβασης στη δημοκρατία και το γεγονός-κλειδί με το οποίο αναμετριέται η ελληνική κοινωνία κάθε δέκα χρόνια.(2) Η παρούσα τάση ισοπεδωτικής απόρριψης απειλεί τα ίδια τα θεμέλια πάνω στα οποία οικοδομήθηκε η μεταδικτατορική συλλογική μνήμη, ακριβώς λόγω της λειτουργίας του Πολυτεχνείου ως εθνικού μνημονικού τόπου. Απομένει να δούμε με ποιους τρόπους η ακραία αμφισβήτηση ενός τόσο κομβικού γεγονότος και της απελευθερωτικής του δυναμικής θα επηρεάσει στο μέλλον την πολιτική κουλτούρα της χώρας και την αυτοεικόνα της. Όσο για την ίδια τη Γενιά, δυστυχώς δεν κατόρθωσε πάντα να διαχειριστεί με τον καλύτερο τρόπο τη μνήμη του γεγονότος που βίωσε και που τελικά, και ίσως αναμενόμενα, την ξεπέρασε. Τα παιδιά της εξέγερσης μπορεί να κουράστηκαν και να γύρισαν στο σπίτι, εμείς όμως οφείλουμε να διατηρήσουμε τη μνήμη αυτή ζωντανή, κρατώντας την όσο γίνεται μακριά από τα αναθέματα και τις αναθυμιάσεις του δημόσιου λόγου.

    http://chronos.fairead.net/kornetis-polytexneio


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: