Σμύρνη και κυρίαρχη ιδεολογία: Η εισήγηση στο Πεδίο του Άρεως

Την Τετάρτη 16 Μαϊου (19.30-22.00), στο χώρο εκδηλώσεων της Έκθεσης Βιβλίου (Πεδίον Άρεως-Αθήνα) πραγματοποιήθηκε εκδήλωση με τίτλο: «Η καταστροφή της Σμύρνης στην κυρίαρχη νεοελληνική ιδεολογία«

O Δημήτρης Παντέλας από το Mikrasiatis.gr παρακολούθησε την εκδήλωση και ανέβασε ένα τμήμα στο youtube:

 Αντικείμενο του προβληματισμού αποτέλεσαν τα ερωτήματα που αφορούν:
-την παράδοξη συνάφεια των θέσεων πολύ διαφορετικών πολιτικών χώρων, που καλύπτουν το σύνολο σχεδόν του πολιτικού φάσματος,
-τους κυρίαρχους μηχανισμούς επιλογής των «χρήσιμων» στοιχείων για τις ιδεολογικές κατασκευές και τις δημόσιες αναπαραστάσεις,
-την αντιμετώπιση της προσφυγικής Μνήμης και της προσπάθειας αναμνημόνευσης της τραυματικής εμπειρίας.
Η όλη εκδήλωση πλαισιώθηκε από προβολή ντοκιμαντέρ και από αφηγήσεις μαρτυριών από τους ηθοποιούς Ανατολή Αθανασιάδου και Αλέξανδρο Μπουρδούμη.

Kάποιες φωτογραφίες από την εκδήλωση

12 comments so far

  1. TEM on

    …..γιατί έως σήμερα κάποιοι νεοέλληνες ιστορικοί (Λιάκος, Γιαννουλόπουλος κ.ά.) δεν γνωρίζουν ποιός έκαψε τη Σμύρνη!!!!!!

    ——————————–

    ….It was shortly before lunch on September 13th, 1922. Miss Minnie Mills, dean of the American Collegiate Institute for Girls in Smyrna, glanced out of her office window and was shocked by the sight that greeted her.
    “I saw with my own eyes a Turkish officer enter a house with small tins of petroleum,” she later wrote. Seconds later, the building was in flames.
    Miss Mills was even more alarmed when the neighboring houses also caught fire. As the conflagration spread from building to building, it began inching its way toward the American Collegiate Institute.

    βρίσκεται στη σελ. 9 (Είναι οι 2 πρώτες παράγραφοι του βιβλίου-η αρχή του τέλους για το Αμερικανικό Κολλέγιο στη Σμύρνη.)

    Miss Mills looked out of her study windows and saw scenes of violence. The irregular Turkish forces were sacking the Armenian quarter and murdering its inhabitants.
    “We saw many killed likewise in front of our windows and in front of the door of the school. The dead bodies were left on the streets for one or two days and were very often mutilated.” …….At every corner she saw “mutilated corpses-and ……(σελίδα 27)
    και συνεχίζεται

    ………..the streets were full of savage tsetes [irregulars] loaded with booty…She also noticed small fires breaking out in nearby homes. Fearing for the college’s safety, she requested the Turkish firemen to protect the buildings. “But they refused to act.”
    On September 13, the fires took a more sinister turn. “I saw a Turk officer in uniform coming out of a house, taking with him tin containers full of petrol which were situated on the exterior staircase of another house.” In rapid succession, house after house burst into flames.
    Miss Mills’ first duty was to protect the college. She instructed refugees to spray the roofs and walls with water. But they were forced to stop when the Turkish soldiers in the streets threatened to shoot them if they continued. «We realized,» said Miss Mills, «that the burning down of the school had been pre-decided.»(σελίδα 28)
    Τέλος
    “The brutal massacre by regular Turkish soldiers and officers of the regular army …was one of the most degrading situations of modern history,” wrote Miss Mills. (σελίδα 29)

    Απ’ το βιβλίο με τίτλο «Not to be served but to serve» που έγραψε ο Giles Milton και εξέδωσε ο εκδ. οίκος Λιβάνη για λογαριασμό του Αμερικανικού Κολλεγίου Αγ. Παρασκευής (The American College of Greece) αποκλειστικά και μόνο. Δεν κυκλοφορεί στο εμπόριο. Πρόκειται για την ιστορία του Κολλεγίου από την ίδρυσή του στη Σμύρνη το 1875 μέχρι σήμερα. Το πρώτο τμήμα του (Smyrna 1875-1922) έχει ενδιαφέρουσες πληροφορίες αλλά και φωτογραφίες από τη Σμύρνη της εποχής εκείνης.

    http://www.acg.edu/news/giles-milton-book-presentation

  2. Βλάσης Αγτζίδης on

    1922, Σμύρνη: ενενήντα χρόνια μετά

    Ημερομηνία δημοσίευσης: 26/08/2012
    ΤΟΥ ΑΛΚΗ ΡΗΓΟY

    «Η απόγνωση των ερειπίων της Μικρασίας είναι απερίγραπτη. Τα πάντα συντείνουν για την κάνουν πιο στυγνή. Οι νεκροί, για να μιλήσουν, έχουν ανάγκη από ζωντανό αίμα, είναι αυτό που λείπει εδώ», γράφει ο Γιώργος Σεφέρης όταν αντικρίζει την Σμύρνη στα 1950. Μα αν λείπει εκεί, παραμένει εδώ και αναβλύζει μέσα στις μνήμες, κυρίως των απογόνων των προσφύγων, αλλά όχι μόνο, και οι οποίοι συνεχίζουν να αναπολούν, να αναστοχάζονται νοσταλγικά μα και ερευνητικά, τούτο το ορόσημο στη συλλογική μνήμη του Ελληνισμού.

    Ενενήντα χρόνια μετά, το φαινόμενο τούτης της άσβεστης μνήμης είναι πράγματι εντυπωσιακό, ίσως και γιατί δεν το διαχειρίστηκε η επίσημη εθνική μας αφήγηση, που παραμένει αμήχανη απέναντι του και ως προς τις αιτίες που οδήγησαν στην καταστροφή και ως προς τις συνέπειες του αρνητικές μα και θετικές, για τον νεοελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, και ιδίως ως προς την σχεδόν ανοικτά ρατσιστική αντιμετώπιση από τους γηγενείς τού προσφυγικού πληθυσμού, που η Καταστροφή έριξε βίαια και αμετάκλητα στην από δω πλευρά του Αιγαίου. Άλλωστε ο πρόσφυγας -ο κάθε πρόσφυγας- ποτέ και πουθενά δεν είναι ευπρόσδεκτος. Το ίδιο αμήχανοι στάθηκαν και οι επίσημοι πνευματική Θεσμοί, Πανεπιστήμια, Ακαδημία, Ερευνητικά Κέντρα. Το μοναδικό Κέντρο Μικρασιατικών Ερευνών και η πολύτιμη συμβολή του στη μελέτη του ελληνισμού της Μικρασίας είναι δημιούργημα της ιδιωτικής πρωτοβουλίας, της Μέλπως και του Οκτάβιου Μερλιέ.

    Αντίθετα, πολυποίκιλες είναι οι εκδηλώσεις που οργανώνουν με αντίστοιχα θέματα οι προσφυγικής καταγωγής Δήμοι και συλλογικότητες σε όλη τη χώρα. Υπενθυμίζουμε, για να μείνουμε στις πιο πρόσφατες: την ταινία της Μαρίας Ηλιού και τη μικρή έκθεση που την συνόδευε στο Μουσείο Μπενάκη, την εντυπωσιακή έκθεση στο χώρο της Παλιάς Βουλής της Ένωσης Σμυρναίων που μόλις τελείωσε, όπως και τη συνεχή πλούσια βιβλιογραφική παραγωγή της, τον προγραμματισμό μουσικής εκδήλωσης τον Σεπτέμβριο του Δήμου Νέας Σμύρνης, το συνέδριο που ετοιμάζει για τον Δεκέμβριο ο Δήμος Καισαριανής, τα Πρακτικά του 5ου Συμποσίου του Δήμου Νέας Ιωνίας που μόλις εκδόθηκαν. Όλα αυτά συγκροτούν ένα πολύπλευρο και συνεχώς διευρυνόμενο και διεθνοποιούμενο βιβλιογραφικό corpus∙ προς αυτή την κατεύθυνση θυμίζουμε τις τρείς πιο πρόσφατες σημαντικές εκδόσεις: του γάλλου H. Georgelin, Σμύρνη. Από τον κοσμοπολιτισμό έως τους εθνικισμούς, ελ. μτφρ. Κέδρος 2007, του εγγλέζου G. Milton, Χαμένος Παράδεισος. Σμύρνη 1922. Η καταστροφή της μητρόπολης του μικρασιατικού Ελληνισμού, ελ. μτφρ. Μίνωας 2008, καθώς και την ιστορικο-μυθιοστορηματική γραφή του τούρκου Κεμάλ Αναντόλ, Ο μεγάλος χωρισμός, Θεμέλιο 2007, που αφιερώνεται μάλιστα στη Διδώ Σωτηρίου.

    Βέβαια οι εκδηλώσεις αυτές εμπεριέχουν τον κίνδυνο μιας μονόπλευρης και σε ένα βαθμό εξιδανικευμένης πρόσληψης των στοιχείων που συνθέτουν τις πολύπλευρες και πολυπολιτισμικές διαστάσεις του θέματος, ακόμη και εθνικιστικές εξάρσεις. Κίνδυνο ο οποίος δημιουργεί ως φυσικό επακόλουθο και την αντίστροφη τάση «ουδετεροποίησης», από μια δήθεν ορθολογική και «εκσυγχρονιστική» υπεροπτική και ειρωνική αναφορά στις εκδηλώσεις ζώσας μνήμης, καθιστώντας το θέμα ανοικτό διακύβευμα διαπάλης, αρκετές φορές και πολεμικής. Το φαινόμενο αποκτά επιπρόσθετες δυσκολίες, στα πλαίσια μιας «αναθεωρητικής» τάσης που έχει εμφανιστεί τελευταία και στη χώρα μας σε κάποιους κύκλους ιστορικών και πολιτικών επιστημόνων. Όσο και αν η ιστορικό-πολιτική ανάλυση γίνεται πάντοτε στα πλαίσια του παρόντος χρόνου και των ερωτημάτων που αυτός θέτει στον ερευνητή, δεν μπορεί το γεγονός αυτό να οδηγεί σε μια προκρούστεια λογική. Προφανώς ο κάθε μελετητής έχει ιδεολογικές, πολιτικές, κοινωνικές, πολιτισμικές αντιλήψεις, καταγωγές, άρα και διαφορετικές προσλαμβάνουσες, σε καμιά περίπτωση όμως -και σ’ αυτό το επίπεδο κρίνεται η επιστημονική εντιμότητά του- δεν του επιτρέπεται να παραγνωρίζει, να υπερτιμά ή να υποτιμά τα ιστορικά δεδομένα αυτά καθ’ αυτά.

    Και η Αριστερά; Η Αριστερά, στην οποία εντάσσεται μετά το ’30, η πλειονότητα των προσφύγων; Η Αριστερά που απ’ αρχής στάθηκε ενάντια στην μικρασιατική εκστρατεία και κυρίως στην διχαστική διάκριση γηγενών και προσφύγων, τονίζοντας ότι: « Η Ελλάδα δεν διαιρείται σε ντόπιους και πρόσφυγες. Η Ελλάδα διαιρείται σε πλούσιους και φτωχούς, σε ανθρώπους που δε δουλεύουν και ζουν και σε ανθρώπους που δουλεύουν και δεν μπορούν να ζήσουν… Ο καθένας πρέπει να διαλέξει μεταξύ του πλούσιου πρόσφυγα που συνδυάζεται με τον πλούσιο ντόπιο και του φτωχού πρόσφυγα που σύντροφό του θα έχει το φτωχό ντόπιο εργάτη». Γιατί ας μη το λησμονούμε υπήρχαν και πλούσιοι πρόσφυγες. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ο Μποδοσάκης.

    Η Αριστερά λοιπόν, στον ηγετικό πυρήνα της οποίας πλειοψηφούν οι πρόσφυγες μετά το ’30, επιχειρεί να ψαύσει το όλο πρόβλημα υπερβαίνοντας προσωποκεντρικές, διχαστικές και εθνικιστικές ερμηνείες, έστω και αν υποτάσσει, σε μεγάλο βαθμό μονοδιάστατα, το θέμα στην ιμπεριαλιστική του διάσταση και σε μια εξαρτησιακή λογική, κάτω από την ιστορική επίδραση του Νίκου Ψυρούκη. Ιδιαίτερα στην ευφορία των αρχών του ’60, στα σαραντάχρονα της Καταστροφής, με το αφιέρωμα της Επιθεώρησης Τέχνης και τα αντίστοιχα της Αυγής του Οκτωβρίου του ‘62 -μέσα προφανώς στο πνεύμα και τα όρια της κυρίαρχης μαρξιστικής μεθοδολογίας της εποχής- επιχειρεί να αναδείξει την πολιτισμική και πολιτική διάσταση του όλου προβλήματος. Αυτή την πορεία ακολουθεί και στα χρόνια της μεταπολίτευσης, τουλάχιστον η ανανεωτική της πτέρυγα, υπερβαίνοντας τις μονοδιάστατες και δικές της παλιότερες ερμηνείες. Επιχειρεί να χαράξει μια αφήγηση απαλλαγμένη από εθνικιστικά κηρύγματα, α-ιστορικούς εκ των υστέρων χαρακτηρισμούς, εξαρτησιακές αναλύσεις, τονίζοντας και τον βαθμό ευθύνης της κρατικής μεγαλοϊδεατικής πολιτικής, χωρίς όμως σε καμιά περίπτωση να υποτιμά τα γεγονότα αυτά καθ’ αυτά ή να αποσιωπά τα δικά μας εγκλήματα στο μικρασιατικό μέτωπο. Η αρθρογραφία και από τις στήλες αυτής της εφημερίδας είναι πλούσια και συνεχής, με επιχειρήματα, αμφισβητήσεις, νέα ερωτήματα και ερευνητικές προσεγγίσεις, αναδεικνύοντας έναν πλούσιο και ζωντανό διάλογο. Ένα διάλογο που σέβεται το ιστορικό ορόσημο του 1922 αλλά και τους απογόνους των προσφύγων, που συνετέλεσαν και συντελούν ποικιλόμορφα και δημιουργικά στην πορεία του κοινωνικού μας σχηματισμού, ακόμη και σήμερα, ως διακεκριμένη κοινωνική κατηγορία με ιδιαίτερα πολιτισμικά χαρακτηριστικά και κυρίως ένα θετικό τρόπο πρόσληψης της ζωής. Ως κοινωνική κατηγορία που επιμένει να βιώνει την μνήμη όχι απλά φολκλορικά αλλά ενεργά, καθιστώντας την ζώσα μνήμη. Μια που χωρίς μνήμη, χωρίς κατανόηση του χθες, είναι αδύνατο να χαράξουμε ένα όραμα για το αύριο.

    http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=708886

  3. Βλάσης Αγτζίδης on

    Η Κατάρρευση

    Δεκαπενταύγουστος 1922

    Το ελληνικό στρατιωτικό μέτωπο στη Μικρά Ασία διασπάται από τα στρατεύματα του Κεμάλ Αττατούρκ. Η κατάρρευση ενός κουρασμένου και διαβρωμένου από την προπαγάνδα του «οίκαδε» στρατού επέρχεται ραγδαία. Σε λιγότερο από είκοσι μέρες, ούτε ένα ελληνικό στρατιωτικό τμήμα της πάλαι ποτέ ένδοξης στρατιάς δεν απομένει στη γη της Ιωνίας.

    Ο αρχιστράτηγος Χατζηανέστης ανακαλείται. Ο Ύπατος Αρμοστής -ο έλληνας δηλαδή Υπουργός της Ιωνίας- Αριστείδης Στεργιάδης, αφού μετέφερε στο αγγλικό αντιτορπιλικό Iron Duke και την τελευταία καρέκλα του σπιτιού του, αναχωρεί υπό την προστασία βρετανικού αγήματος, που άνοιξε βίαια δρόμο ανάμεσα στο έξαλλο πλήθος των Σμυρνιών που τον καταριότανε, για την Ρουμανία κι από κει για τη Νίκαια της Νότιας Γαλλίας, όπου έζησε -σύμφωνα με την μαρτυρία του Πυρομάγλου- μισθοδοτούμενος από την Ιντέλλιντζενς Σέρβις μέχρι τον θάνατό του στην περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.

    Ο μοιραίος αυτός άνθρωπος, που επιλέχθηκε προσωπικά από τον Ελευθέριο Βενιζέλο αλλά έμεινε στο πόστο του και μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920 -μόνος αυτός απ’ όλο τον βενιζελικό κόσμο- εμπόδισε συνειδητά κάθε προσπάθεια των Ελλήνων της Μικρασίας να οργανωθούν οι ίδιοι αμυντικά. Τους απέκρυψε μέχρι τέλους την αλήθεια. Αρνήθηκε να τους δώσει όπλα. Κι ακόμη περισσότερο, έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να μη φύγουν έγκαιρα από την Σμύρνη, λέγοντας, με τον κυνισμό που τον διέκρινε -σύμφωνα με την καταγραφή του Δαφνή που ουδέποτε διαψεύστηκε-, στον νεαρό Γεώργιο Παπανδρέου: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξη ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα, θα ανατρέψουν τα πάντα».

    Η Σμύρνη στις φλόγες

    Ο τουρκικός στρατός, υπό τον Νουρεντίν Μπέη, εισέρχεται στη Σμύρνη. Ο επίσκοπός της Χρυσόστομος -η μόνη Αρχή που έχει απομείνει στην πόλη- σέρνεται στο Διοικητήριο και παραδίνεται από τον ίδιο τον Νουρεντίν στον τουρκικό όχλο που τον λυντσάρει. Σκηνές φρίκης ακολουθούν.

    Οι μαρτυρίες των ξένων είναι συγκλονιστικές. Λεηλασίες, σφαγές βιασμοί και κάθε είδους φρικαλεότητες σε βάρος Ελλήνων και Αρμενίων βυθίζουν τα πάντα στο αίμα. Η Σμύρνη τυλίγεται στις φλόγες. Το λιμάνι γεμίζει πτώματα κι απελπισμένους ανθρώπους, που με κάθε μέσο προσπαθούν να φτάσουν στα αγγλογαλλικά και αμερικανικά πολεμικά για να σωθούν. Οι διαταγές των συμμαχικών κυβερνήσεων προς τους κυβερνήτες των πλοίων τους ρητές: καμία ενέργεια που θα ενοχλούσε τους Τούρκους, τις τραγικές αυτές ώρες. «Αυστηρά ουδετερότης». Κι όμως, θα αρκούσε «μια οβίδα στο βρόντο πάνω από την τουρκική συνοικία -γράφει ο τότε πρόξενος των Ηνωμένων Πολιτειών Τζωρτζ Χόρτον-, για να συγκρατηθεί η θηριωδία των Τούρκων». Μα τα συμφέροντα είχαν στομώσει τις μπούκες των κανονιών του πανίσχυρου συμμαχικού στόλου.

    Ευτυχώς για την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, τα επίσημα συμφέροντα αντιστάθμισε το θάρρος και η μεγαλοψυχία των ατόμων. Αρκετοί σύμμαχοι ναύτες και στρατιώτες, με τις πράξεις τους έκαναν τους διοικητές τους να ντρέπονται. Ο αμερικανός Πρόξενος εσκεμμένα παραβίασε τις διαταγές της Κυβέρνησής του -που μοναδικό κίνητρο είχαν το εμπόριο με τη νέα κεμαλική Τουρκία- για να βοηθήσει τον χριστιανικό πληθυσμό. Ο αξιωματούχος της ΧΑΝ Ειζά Τζέννινγκς ουσιαστικά διοίκησε όλο τον ελληνικό εμπορικό στόλο του Αιγαίου, στη μεγάλη σωστική επιχείρηση των αμάχων, μολονότι όπως έλεγε: «το μόνο που ήξερα από καράβια, ήταν ότι σ’ αυτά πάθαινα ναυτία»! Παρ’ όλες όμως τις εθελοντικές τούτες προσπάθειες περισσότεροι ήταν οι χιλιάδες που χάθηκαν παρά που σώθηκαν.

    Απολογισμός 700 χιλιάδες νεκροί. Ενάμισι εκατομμύριο πρόσφυγες. Κι αμέτρητες οι χιλιάδες που παίρνουν τον δρόμο της ομηρίας προς το εσωτερικό της Ανατολίας. Μόνο από την περιοχή της Σμύρνης υπολογίζονται σε εκατόν πενήντα χιλιάδες οι άντρες 18 ως 45 χρονών που χάθηκαν σ’ αυτές τις μακρές, σιωπηλές μαρτυρικές πορείες χωρίς γυρισμό.

    Το τέλος

    Μέσα στα αποκαΐδια, ο Κεμάλ Αττατούρκ μπαίνει θριαμβικά στην «Γκιαούρ Ισμίρ». Ο τουρκικός πληθυσμός τον αποθεώνει.

    «Στα μέρη που τραγουδήθηκαν για πρώτη φορά τα ομηρικά έπη, εκεί που πρωτογράφτηκε ελληνικά το Ευαγγέλιο, εκεί που οι σοφιστές με την παλιά καλλιέπεια ανάθρεψαν τους πατέρες της εκκλησίας, εκεί που ανάβλυσε το μεσαιωνικό έπος του Ακρίτα κι απ’ όπου ορμούσαν ακατάβλητα οι λόγιοι του 17ου και 18ου αιώνα για να ξαναφτιάξουν το γένος, εκεί ούτε ένας Έλληνας πια δεν αναπνέει. Η πόλη των Αμαζόνων και του Τάνταλου σβήνει από τους χάρτες του κόσμου»

    Η πολυπολιτισμική της προσωπικότητα ποδοπατιέται. Το Κιάι, το Παραλλέλι, η Μπελαβίστα, οι Βερχανέδες, το Μπουλβάρ Αλιότι, οι Μεγάλες Ταβέρνες, ο Κουλές, τα Τράσα, η Αγιά Φωτεινή, η Αγία Κατερίνα, τα βαποράκια του Κορδελιού, το Τράμ της προκυμαίας που το ‘σερναν άλογα, τα μονά–ζυγά φυστίκια, τα πολιτάκια με τα σαντούρια, η Όπερα, οι κομψές πεταχτές κυρίες, ο φραγκομαχαλάς, οι μπάνκες, τα κονσολάτα, η μικρή φραγκολεβαντίνα Κλότα που αγάπησε στην εφηβεία του ο πατέρας μου, του Χατζηφράγκου, τα Εγγλέζικα, τα Μαλτέζικα, τα Αρμένικα, τα Σπιτάλια, ο Άγιος Κωνσταντίνος, ο Άγιος Νικόλαος, ο Άγιος Τρύφων, ο φούρνος της προγιαγιάς μου, η Λέσχη των κυνηγών, το Tennis Club, ολόκληρη η κάτω πόλη χάνεται στις φλόγες.

    Το όνομά της πεθαίνει και στη θέση του ξεφυτρώνει το άσημο Ισμίρ. Βέβαια, επειδή η οικονομία αντέχει πιότερο απ’ όλα τούτα, το όνομά της εξακολουθεί να επιζεί στο Διεθνές Εμπόριο, χάρις στα «Smyrna figs”, αυτή την εκλεκτότερη ποικιλία ξερών σύκων του αγγλοσαξωνικού κόσμου…

    Η έσχατη ελληνική κραυγή στην Ανατολή

    Την ίδια ώρα, λίγο πιο έξω από τη Σμύρνη, κατά τα δυτικά, στον Τσεσμέ, τα υπολείμματα της νικημένης Ελληνικής Στρατιάς, μέσα σε μία και μόνη νύκτα, επιβιβάζονται στα καράβια. Ούτε μια κάσα υλικού, ούτε μια σφαίρα δεν απομένει στη στεριά, εκτός από τα μη απαραίτητα πια υποζύγια. Η διαταγή αμείλικτη, να εξοντωθούν για να μην πέσουν στα χέρια του Τουρκικού Στρατού.

    Τα αθώα μουλάρια παρατάσσονται μπροστά στις μπούκες των πολυβόλων, μα πολλοί αξιωματικοί παρακούνε τη σκληρή διαταγή. Κι έτσι, όσα σώθηκαν, λαβωμένα, φοβισμένα, πάνε και στήνονται γύρω από τα λιγοστά πηγάδια, ακίνητα παθητικά και άβουλα, προσμένοντας κάποιον να νοιαστεί να σβήσει τη δίψα τους. Εικόνα τραγική, που έκανε τον νεαρό τότε αμερικανό πολεμικό ανταποκριτή Έρνεστ Χεμινγουαίη να γράψει μερικές υπέροχες σελίδες, θρηνώντας τούτα τα αθώα θύματα ενός ακόμη άδικου πολέμου.

    Και η βαριά μέρα τελειώνει. Το σκοτάδι πέφτει αργά. Σιγή απλώνεται στην έρημη παραλία του Τσεμέ, με τους διπλομανταλωμένους στα σπίτια τους Τούρκους. Σιγή βασιλεύει και στα καράβια. Παράξενη, κατανυκτική. Σαν ένα σιδερένιο χέρι να έκλεισε με βία τριάντα χιλιάδες στόματα. Όλοι αμίλητοι, κρατώντας λες την ανάσα τους, κοιτούν τη μαύρη ακτή. Όλα τέλειωσαν. Αυτοί είναι οι τελευταίοι της καταστροφής. Έτοιμοι να αφήσουν πίσω τους τη νεκρή πια Ιωνία.

    Και ξαφνικά, μέσα σ’ αυτή την απόλυτη σιωπή της νύκτας, από το επίτακτο «Κύκνος» όπου βρίσκεται ο νέος αρχιστράτηγος Πολυμενάκος με το επιτελείο του, μια σάλπιγγα αντηχεί, τραγικά συγκλονιστική, ανατριχιαστική στο συμβολισμό της, αδυσώπητη στη μελωδία της. Δεν σημαίνει ούτε παιάνα, ούτε έφοδο∙ σημαίνει, αλίμονο, τη «Θοδώρα», που στην στρατιωτική γλώσσα μεταφράζεται σε «αποχώρηση»!

    Αυτό το σάλπισμα κλείνει μια ολόκληρη εποχή χιλιετηρίδων. Ήταν το πένθιμο αντίο στην πάλαι ποτέ ελληνική Ιωνία. Η έσχατη κραυγή στην Ανατολή. Το οριστικό τέλος ογδόντα σχεδόν χρόνων Μεγαλοϊδεατισμού!

    http://www.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=708886

    Από το βιβλίο του Άλκη Ρήγου: Τα Κρίσιμα Χρόνια 1922- 1935, τομ. πρώτος, Παπαζήσης Αθήνα 1995, γραμμένο για τις ανάγκες και τις δεσμεύσεις του ομώνυμου ντοκιμαντέρ.

  4. Β.Α. on

    Από: http://eranistis.net/wordpress/2013/03/23/%CE%B7-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%B1-%CF%83%CF%87%CE%BF%CE%BB%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CE%B5%CE%B3%CF%87%CE%B5%CE%B9%CF%81%CE%AF%CE%B4%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7%CF%82-%CF%84%CE%BF/

    Η Ελλάδα στα σχολικά εγχειρίδια της Τουρκίας

    Γράφει ο Γιάννης Σιατούφης

    Οι χώρες στα πολύπαθα Βαλκάνια έχουν βεβαρημένο παρελθόν, με κοινή πορεία επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας, με πολέμους, αυθαίρετο χωρισμό συνόρων και ύπαρξη μειονοτήτων. Κάθε χώρα προσπάθησε να οικοδομήσει εθνική συνείδηση με όπλο την εθνική ιστοριογραφία, μία εικόνα της οποίας αποτυπώνεται στα σχολικά εγχειρίδια. Ενδιαφέρον έχει να δούμε πώς παρουσιάζεται η Ελλάδα και οι Έλληνες στα σχολικά βιβλία της γειτονικής Τουρκίας με τα στερεότυπα και τις ιστορικές διαστρεβλώσεις.

    Με την ίδρυση της «Δημοκρατίας της Τουρκίας» στις 29/10/1923 αναπτύχθηκε από Τούρκους ιστορικούς, διανοούμενους και πολιτικούς η Τουρκική Ιστορική Θέση και η Θεωρία Ηλίου-Γλώσσας. Η Τουρκική Ιστορική Θέση είναι μια ερμηνεία της ιστορίας σύμφωνα με την οποία το τουρκικό έθνος είναι πανάρχαιο και έχει συμβάλλει αποφασιστικά στον παγκόσμιο πολιτισμό. Για να ανυψωθεί ακόμη περισσότερο η εθνική συνείδηση προστέθηκε και η Θεωρία Ηλίου-Γλώσσας, σύμφωνα με την οποία η τουρκική γλώσσα είναι η πρώτη ή μία από τις πρώτες γλώσσες της ανθρωπότητας. Ο σκοπός αυτών των θεωριών ήταν να αναπτυχθεί ένας αντίλογος στη δυτική επιχειρηματολογία, να ενισχυθεί η εθνική υπερηφάνεια και να νομιμοποιηθεί η παρουσία τους στη Μικρά Ασία.

    Με την ίδρυση της «Δημοκρατίας της Τουρκίας» στις 29/10/1923 αναπτύχθηκε από Τούρκους ιστορικούς, διανοούμενους και πολιτικούς η Τουρκική Ιστορική Θέση και η Θεωρία Ηλίου-Γλώσσας. Η Τουρκική Ιστορική Θέση είναι μια ερμηνεία της ιστορίας σύμφωνα με την οποία το τουρκικό έθνος είναι πανάρχαιο και έχει συμβάλλει αποφασιστικά στον παγκόσμιο πολιτισμό.
    Με την ίδρυση της «Δημοκρατίας της Τουρκίας» στις 29/10/1923 αναπτύχθηκε από Τούρκους ιστορικούς, διανοούμενους και πολιτικούς η Τουρκική Ιστορική Θέση και η Θεωρία Ηλίου-Γλώσσας. Η Τουρκική Ιστορική Θέση είναι μια ερμηνεία της ιστορίας σύμφωνα με την οποία το τουρκικό έθνος είναι πανάρχαιο και έχει συμβάλλει αποφασιστικά στον παγκόσμιο πολιτισμό.
    Γι’ αυτό, σύμφωνα με τη θεωρία αυτή, όλοι οι λαοί της Ασίας ήταν Τούρκοι, άρα και κάθε αρχαίο είναι τουρκικό. Η Κεντρική Ασία είναι η κοιτίδα, η αρχική πατρίδα των Τούρκων και η Ανατολία (η Μ. Ασία) είναι η τελική πατρίδα. Έτσι, ενώ οι Τούρκοι συγγενεύουν με όλους τους λαούς της περιοχής (π.χ. Χετταίους, Λύδιους κ.α.), χωρίς να αναφέρονται οι Κούρδοι και οι Αρμένιοι βέβαια, οι σύγχρονοι Έλληνες δε συγγενεύουν με κανέναν. Αυτό το έκαναν για να αναιρέσουν τη διαχρονικότητα του Ελληνικού έθνους και να τονίσουν ότι οι μόνοι απόγονοι όλων των αρχαίων λαών της Ανατολής είναι οι Τούρκοι. Για παράδειγμα στο πρώτο βιβλίο (Tarih 1) αναφέρεται: «η ομοιότητα που παρατηρείται μεταξύ των αρχαίων έργων τέχνης της Κρήτης και της Τροίας από τη μία και αυτών που βρέθηκαν στις τουρκικές περιοχές ανατολικά της Κασπίας από την άλλη αποτελεί χρήσιμη απόδειξη …», «όλες οι πηγές της ελληνικής επιστήμης, τέχνης και φιλοσοφίας προέρχονται από την ανατολική Ανατολία», «οι Αρχαίοι Έλληνες αποκαλούσαν Σκήτες τους Τούρκους … και περιέγραψαν τους Σκήτες ως το πιο πολιτισμένο έθνος», «ο λαός της Μικράς Ασίας είναι Τούρκοι των Χάτα οι οποίοι έγιναν γνωστοί με ονόματα όπως Χετταίοι κ.α. … οι αρχαιότεροι κάτοικοι είναι οι τουρκικές φυλές … αυτοί αναμίχθηκαν με τους Θράκες … οι Θράκες έχτισαν την πρώτη Τροία …».

    Στον αντίποδα των απόψεων αυτών που έχουν οι Δυτικοί, οι Τούρκοι υποστηρίζουν ότι όλοι οι αρχαίοι λαοί ήταν Τούρκοι και αυτοί δημιούργησαν τους πολιτισμούς της Μεσογείου, οι οποίοι επηρέασαν και τους Έλληνες. Επίσης οι σύγχρονοι Έλληνες δεν έχουν καμία σχέση με τους Αρχαίους Έλληνες. Ελληνικές (κόκκινο) και φοινικικές (κίτρινο) αποικίες.
    Στον αντίποδα των απόψεων αυτών που έχουν οι Δυτικοί, οι Τούρκοι υποστηρίζουν ότι όλοι οι αρχαίοι λαοί ήταν Τούρκοι και αυτοί δημιούργησαν τους πολιτισμούς της Μεσογείου, οι οποίοι επηρέασαν και τους Έλληνες. Επίσης οι σύγχρονοι Έλληνες δεν έχουν καμία σχέση με τους Αρχαίους Έλληνες.
    Ελληνικές (κόκκινο) και φοινικικές (κίτρινο) αποικίες.
    Οι Έλληνες αντιμετωπίζονται ως εχθροί, ως απειλή για το τουρκικό έθνος, όχι τόσο στρατιωτικά όσο γιατί υποστηρίζονται από τη Δύση. Οι Δυτικοί έχουν μια λανθασμένη γνώμη γι’ αυτούς, γιατί τους θεωρεί απόγονους των Αρχαίων Ελλήνων, ενώ δεν αναγνωρίζουν το μεγαλείο και την ανωτερότητα των Τούρκων. Στον αντίποδα των απόψεων αυτών που έχουν οι Δυτικοί, οι Τούρκοι υποστηρίζουν ότι όλοι οι αρχαίοι λαοί ήταν Τούρκοι και αυτοί δημιούργησαν τους πολιτισμούς της Μεσογείου, οι οποίοι επηρέασαν και τους Έλληνες. Επίσης οι σύγχρονοι Έλληνες δεν έχουν καμία σχέση με τους Αρχαίους Έλληνες. Συγκεκριμένα στο 1ο βιβλίο (Tarih 1) τονίζεται ότι «κακώς η ανθρωπότητα … αποδίδει τον πολιτισμό στους Έλληνες, ενώ θα έπρεπε να αναγνωριστεί η συμβολή των Τούρκων» ή «η μοναδική σχέση αυτών με τους αρχαίους Έλληνες και τους Ρωμαίους ήταν απλώς ότι ζούσαν στην ίδια περιοχή». Ακόμη αναφέρεται ότι οι Δυτικοί έχουν αυτές τις απόψεις λόγω της σύγκρουσης του Ισλάμ με το Χριστιανισμό.

    Οι Βυζαντινοί παρουσιάζονται ως «Ανατολίτες», που δε μιλούσαν ελληνικά κι ότι επέζησαν τόσους αιώνες οφείλεται στην υποστήριξη των Τούρκων. Γι’ αυτό αποφεύγεται η χρήση του όρου Yunan, το οποίο παραπέμπει στους Έλληνες. Για παράδειγμα στο Tarih 2 αναφέρεται ότι: «τη σημαντική δουλειά στο Βυζάντιο την έκαναν οι μισθοφόροι. Μεταξύ αυτών υπήρχαν Τούρκοι», «οι τουρκικές επιδρομές ξεκινούσαν από το Δούναβη», «η Ισταμπούλ δεν παρουσιάζει κάποιον ιδιάζοντα πολιτισμό», «το Βυζάντιο σαν ένας πολιτισμός ανατολίτικης καταγωγής…».

    Οι Βυζαντινοί παρουσιάζονται ως «Ανατολίτες», που δε μιλούσαν ελληνικά κι ότι επέζησαν τόσους αιώνες οφείλεται στην υποστήριξη των Τούρκων. Γι’ αυτό αποφεύγεται η χρήση του όρου Yunan, το οποίο παραπέμπει στους Έλληνες. Χάρτης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 565 μ.Χ.
    Οι Βυζαντινοί παρουσιάζονται ως «Ανατολίτες», που δε μιλούσαν ελληνικά κι ότι επέζησαν τόσους αιώνες οφείλεται στην υποστήριξη των Τούρκων. Γι’ αυτό αποφεύγεται η χρήση του όρου Yunan, το οποίο παραπέμπει στους Έλληνες.
    Χάρτης της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας 565 μ.Χ.
    Το Οθωμανικό κράτος παρουσιάζεται ανώτερο από το Βυζαντινό, άρα η Οθωμανική περίοδος ήταν ευεργετική για όλους τους κατακτημένους λαούς (Tarih 3: «τα πλούτη που αποκτήθηκαν με τις χερσαίες και θαλάσσιες νίκες συγκεντρώνονταν στην Ισταμπούλ και έτσι η κυβέρνηση των Οθωμανών δεν έβλεπε το λόγο να φορολογήσει τους ρεαγιά»). Ο λόγος που εξεγέρθηκαν οι Έλληνες ήταν οι Δυτικοί, που τους παρότρυναν, μια και έβλεπαν τους Τούρκους ως βάρβαρους (Tarih 3: «ο Λόρδος Βύρωνας, ο οποίος δεν μπορούσε να διαμείνει στη χώρα του λόγω των πολλών σκανδάλων που είχε προκαλέσει, ήρθε στην Ελλάδα …»

    Επιπλέον οι Οθωμανοί Τούρκοι γίνονταν αντικείμενο οικονομικής εκμετάλλευσης, εκτός από τους Εβραίους, τους Φαναριώτες και το Πατριαρχείο, οι οποίοι όμως ήταν ξένοι αλλά όχι Έλληνες! Για παράδειγμα στο Tarih 3 αναφέρεται: «οι Ρωμιοί Φαναριώτες προύχοντες αποτελούσαν μια πραγματική πληγή για το οθωμανικό κράτος. Αυτή η σαβούρα του Βυζαντίου … είχε θησαυρίσει παράνομα … ήταν μια συμμορία αδιευκρίνιστου περιεχομένου φυλετικά και από άποψη καταγωγής». Σ’ αυτό το σημείο πρέπει να τονίσουμε ότι η οθωμανική αυτοκρατορία αντιμετωπίζεται αρνητικά στα βιβλία, γιατί ο Κεμάλ ήθελε να οικοδομήσει ένα νέο, δυτικού τύπου, κράτος.

    Η Οθωμανική Αυτοκρατορία (τουρκ. Osmanlı İmparatorluğu) ήταν ένα αχανές κράτος που ιδρύθηκε τον ύστερο 13ο αιώνα από τουρκικά φύλα στη Μικρά Ασία και κυβερνήθηκε από τους απογόνους του Οσμάν Α’ μέχρι την κατάλυσή της το 1918.
    Η Οθωμανική Αυτοκρατορία (τουρκ. Osmanlı İmparatorluğu) ήταν ένα αχανές κράτος που ιδρύθηκε τον ύστερο 13ο αιώνα από τουρκικά φύλα στη Μικρά Ασία και κυβερνήθηκε από τους απογόνους του Οσμάν Α’ μέχρι την κατάλυσή της το 1918.
    Γενικά πάντως οι Έλληνες στα σχολικά βιβλία χαρακτηρίζονται με εκφράσεις έντονα φορτισμένες, π.χ. υποκρισία, ποταπά και χυδαία υλικά συμφέροντα. Αναφέρεται η Μεγάλη Ιδέα («Megalo Idea») και αναφέρουν τους πολέμους του 1897, τους Βαλκανικούς και του 1919-1922 ως επιβεβαίωση των επεκτατικών προθέσεων των Ελλήνων (Tarih 4: «προσπαθούν να διαδώσουν ότι οι Τούρκοι είναι βάρβαροι και ότι δολοφονούν τους Αρμένιους» … «Οι Ρωμιοί στον Πόντο σκοτώνουν τους Τούρκους και καίνε τα χωριά τους», «η Σμύρνη απελευθερώνεται στις 9 Σεπτεμβρίου 1922», «οι Έλληνες, καθώς υποχωρούν, καίνε χωριά και πόλεις», «οι Ρωμιοί της Ανατολίας δραπετεύουν μαζί με τον ελληνικό στρατό».)

    Αυτές οι θεωρίες αμφισβητήθηκαν έντονα αργότερα και από Τούρκους ιστορικούς (π.χ. ο Μετέ Τουντσάι είπε ότι η Τουρκική Ιστορική Θέση είναι το αποκορύφωμα της εθνικιστικής αντίληψης) και σιγά-σιγά αποσιωπήθηκαν, ειδικά μετά το θάνατο του εμπνευστή τους Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ (1938). Εγκαταλείφθηκαν αυτές οι ιστορικές απόψεις χωρίς να δηλωθεί επίσημα, γιατί ήταν έμπνευση του γενάρχη του τουρκικού κράτους και αρχίζουν να αφαιρούνται φράσεις συναισθηματικά φορτισμένες. Αλλά η κεμαλική ιστορική κληρονομιά συνεχίζει να υπάρχει και στα σύγχρονα σχολικά εγχειρίδια.

    Το 1977, μετά από μια περίοδο ηπιότερου εθνικιστικού λόγου, εμφανίζεται μία νέα θεωρία, η “Τουρκοϊσλαμική Σύνθεση”, σύμφωνα με την οποία η τουρκική ταυτότητα στηρίζεται στην τουρκική/ασιατική καταγωγή και στο Ισλάμ. Έτσι αναβαθμίζεται τώρα η ισλαμική και οθωμανική παράδοση. Αυτό έγινε για να πριμοδοτηθεί το θρησκευτικό συναίσθημα του τουρκικού λαού κατά του κομμουνιστικού κινδύνου και του κουρδικού εθνικισμού.

    Η επανάσταση του 1821 παρουσιάζεται ως «ελληνική ανταρσία». Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι Ρωμιοί ζούσαν ευτυχισμένοι, απολαμβάνοντας τα προνόμιά τους. Ήταν πλούσιοι, σχεδόν ανεξάρτητοι και ζούσαν καλύτερα και από τους Τούρκους. Αλλά οι ξένες δυνάμεις, ειδικά οι Ρώσοι, τους ξεσήκωσαν. Ο ξεσηκωμός ήταν υπεύθυνος για την αδυναμία των Οθωμανών να κάνουν μεταρρυθμίσεις. Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλα, Θεόδωρος Βρυζάκης (1855).
    Η επανάσταση του 1821 παρουσιάζεται ως «ελληνική ανταρσία». Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι Ρωμιοί ζούσαν ευτυχισμένοι, απολαμβάνοντας τα προνόμιά τους. Ήταν πλούσιοι, σχεδόν ανεξάρτητοι και ζούσαν καλύτερα και από τους Τούρκους. Αλλά οι ξένες δυνάμεις, ειδικά οι Ρώσοι, τους ξεσήκωσαν. Ο ξεσηκωμός ήταν υπεύθυνος για την αδυναμία των Οθωμανών να κάνουν μεταρρυθμίσεις.
    Το στρατόπεδο του Καραϊσκάκη στην Καστέλα, Θεόδωρος Βρυζάκης (1855).
    Τα σχολικά βιβλία μέχρι το 1993 επαναλαμβάνουν όμως έμμεσα ότι οι Τούρκοι είναι οι ιδρυτές των μεγάλων αρχαίων πολιτισμών («οι Τούρκοι έφτασαν σ’ αυτές τις περιοχές, δίδαξαν στους λαούς του αρχαίου κόσμου πώς να καλλιεργούν, … και δημιουργήθηκαν σημαντικοί πολιτισμοί στη Μεσοποταμία, Αίγυπτο, Συρία και στην περιφέρεια του Αιγαίου»).

    Από το 1994 άρχισε να γίνεται μία προσπάθεια να αφαιρεθούν ορισμένες αρνητικές αναφορές που αφορούν τους Έλληνες. Για παράδειγμα, ενώ μέχρι τότε οι Αρχαίοι Έλληνες παρουσιάζονταν με αρνητικά χαρακτηριστικά, όπως βάρβαροι, εισβολείς, χωρίς οίκτο («το 1200 π.Χ. βάρβαρες φυλές εισχώρησαν από το Βορρά στην περιοχή που στις μέρες μας λέγεται Ελλάδα. Αυτοί λεηλάτησαν, κατέστρεψαν και σκότωσαν χωρίς οίκτο τους κατοίκους. Οι Ρωμαίοι αποκάλεσαν αυτές τις άγνωστες φυλές Γραικούς»), αυτά τώρα αφαιρέθηκαν από τα βιβλία.

    Όμως η ύπαρξη του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού στα σημερινά τουρκικά εδάφη προκαλεί ανασφάλεια στους γείτονες, με αποτέλεσμα, παρά τις αλλαγές, να επιμένουν στην άρνηση της ελληνικότητας των Ιώνων. Οι Ίωνες παρουσιάζονται ως ένας πολιτισμός της Μ. Ασίας, που βρίσκεται σε αντιπαράθεση με τον πολιτισμό της απέναντι όχθης του Αιγαίου («το όνομα Ίωνες δεν έχει καμιά απολύτως σχέση με το όνομα ΄Ελληνας -Yunan- . Ο ιωνικός πολιτισμός είναι αποτέλεσμα της πρόσμιξης των πολιτισμών της Ανατολίας και των Κρητών»). Ο Πυθαγόρας και ο Ηρόδοτος παρουσιάζονται ως κάτοικοι της Μιλήτου και του «Bodrum» και ήταν άτομα που απλώς μετέφεραν τις γνώσεις των Αιγυπτίων στους Έλληνες. Βλέπουμε δηλαδή υποβιβασμό της συμβολής των Ελλήνων στον παγκόσμιο πολιτισμό και αποσιώπηση της ελληνικότητας των κατοίκων και των πόλεων της Ανατολίας, αφού χρησιμοποιούν τα τουρκικά ονόματα.

    Ο πόλεμος του 1919-1922 παρουσιάζεται ως «εισβολή της Σμύρνης». Οι Νεοέλληνες φέρονται ως βίαιοι εισβολείς και οι Έλληνες της Ανατολίας (Ρωμιοί- Rum) συνεργάτες του εχθρού, ένα βλαβερό στοιχείο που έλεγχε την οικονομική ζωή της χώρας. Παρέλαση τμήματος του Ελληνικού Στρατού στην προκυμαία της Σμύρνης, 2 Μαΐου 1919.
    Ο πόλεμος του 1919-1922 παρουσιάζεται ως «εισβολή της Σμύρνης». Οι Νεοέλληνες φέρονται ως βίαιοι εισβολείς και οι Έλληνες της Ανατολίας (Ρωμιοί- Rum) συνεργάτες του εχθρού, ένα βλαβερό στοιχείο που έλεγχε την οικονομική ζωή της χώρας.
    Παρέλαση τμήματος του Ελληνικού Στρατού στην προκυμαία της Σμύρνης, 2 Μαΐου 1919.
    Διαβάζοντας τα παραπάνω καταλαβαίνουμε ότι οι Έλληνες δεν έχουν καμιά σχέση με τα δυτικά παράλια της Μ. Ασίας, ενώ οι Ίωνες έχουν τόπο καταγωγής τους την Ανατολία, δηλαδή την Τουρκία. Σε βιβλίο του Λυκείου σε κάποιο σημείο γράφει ότι «… όταν η επιστήμη και η ελευθερία είχαν φτάσει στα ύψη στην Ανατολία, στην Πελοπόννησο ακόμη φρουρούσαν τις γυναίκες και ούτε καν τις επέτρεπαν να κάθονται στο τραπέζι».

    Το Βυζάντιο απουσιάζει. Μικρή αναφορά γίνεται μόνο σε ότι έχει να κάνει με τις στρατιωτικές συγκρούσεις με τους Οθωμανούς. Η ιστορία 1100 χρόνων του Βυζαντίου παρουσιάζεται υποδεέστερα σε σχέση με άλλους πολιτισμούς π.χ. Χετταίοι. Στα βιβλία του Δημοτικού διαβάζουμε ότι η Ανατολία ήταν κάποτε υπό την ηγεμονία «ξένων» και ότι δεν είχε η περιοχή ιδιοκτήτες μέχρι τον ερχομό των Τούρκων. Στο βιβλίο του Γυμνασίου παρουσιάζονται οι Βυζαντινοί επιτιθέμενοι και οι Τούρκοι αμυνόμενοι. Στο βιβλίο του Λυκείου, ενώ είναι δίτομο, στο Βυζάντιο αφιερώνεται μόλις το ¼ μιας σελίδας!!!

    Επίσης δεν αναγνωρίζεται η ελληνικότητα του Βυζαντίου, η δε μάχη στο Μάτζικερτ παραλληλίζεται με τον πόλεμο του 1919-1922 («η μάχη του Μάτζικερτ άνοιξε τις πόρτες της Ανατολίας στους Τούρκους … Η Μεγάλη Επίθεση του Κ. Ατατούρκ εξασφάλισε το να μείνει η Ανατολία η πατρίδα των Τούρκων»).

    Μεγάλη σημασία δίνουν και στη φυλετική καθαρότητα της Ανατολίας: «ο τοπικός πληθυσμός της Ανατολίας τον 11ο αιώνα ήταν πολύ λίγος. Αυτή η μεγάλη χώρα είχε ερημωθεί σημαντικά … Σε σύντομο διάστημα οι Τούρκοι αποτέλεσαν την απόλυτη πλειοψηφία της Ανατολίας … ένα μέρος του χριστιανικού πληθυσμού μετακινήθηκε προς τα Βαλκάνια».

    Η επανάσταση του 1821 παρουσιάζεται ως «ελληνική ανταρσία». Συγκεκριμένα αναφέρεται ότι οι Ρωμιοί ζούσαν ευτυχισμένοι, απολαμβάνοντας τα προνόμιά τους. Ήταν πλούσιοι, σχεδόν ανεξάρτητοι και ζούσαν καλύτερα και από τους Τούρκους. Αλλά οι ξένες δυνάμεις, ειδικά οι Ρώσοι, τους ξεσήκωσαν. Ο ξεσηκωμός ήταν υπεύθυνος για την αδυναμία των Οθωμανών να κάνουν μεταρρυθμίσεις. Η ανταρσία κατεστάλη, αλλά μετά την καταστροφή στο Ναβαρίνο οι ξένες δυνάμεις δημιούργησαν ένα κράτος ελληνικό, το οποίο θα παραμείνει κάτω από την προστασία της Δύσης. Έκτοτε οι Έλληνες ήταν υποστηρικτές της Μεγάλης Ιδέας και ο Πατριάρχης ήταν από τους πρωτεργάτες της Φιλικής Εταιρείας (αποκαλείται Εθνική Εταιρεία), γι’ αυτό απαγχονίζεται. Βάλλεται η Γαλλική Επανάσταση σαν αιτία δημιουργίας εθνικιστικών κινημάτων που οδήγησαν στη διάλυση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Από τους ήρωες του 1821 αναφέρονται μόνο ο Α. Υψηλάντης και ο Ι. Καποδίστριας, ως όργανα του Τσάρου. Οι Έλληνες παρουσιάζονται βίαιοι και αιμοβόροι, π.χ. στην Τριπολιτσά σκότωσαν όλους τους Τούρκους, 40000 άτομα.

    Από το 1994 άρχισε να γίνεται μία προσπάθεια να αφαιρεθούν ορισμένες αρνητικές αναφορές που αφορούν τους Έλληνες. Για παράδειγμα, ενώ μέχρι τότε οι Αρχαίοι Έλληνες παρουσιάζονταν με αρνητικά χαρακτηριστικά, όπως βάρβαροι, εισβολείς, χωρίς οίκτο («το 1200 π.Χ. βάρβαρες φυλές εισχώρησαν από το Βορρά στην περιοχή που στις μέρες μας λέγεται Ελλάδα. Αυτοί λεηλάτησαν, κατέστρεψαν και σκότωσαν χωρίς οίκτο τους κατοίκους. Οι Ρωμαίοι αποκάλεσαν αυτές τις άγνωστες φυλές Γραικούς»), αυτά τώρα αφαιρέθηκαν από τα βιβλία. Ποσειδώνας ή Δίας, γ. 460 π.Χ., Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα.
    Από το 1994 άρχισε να γίνεται μία προσπάθεια να αφαιρεθούν ορισμένες αρνητικές αναφορές που αφορούν τους Έλληνες. Για παράδειγμα, ενώ μέχρι τότε οι Αρχαίοι Έλληνες παρουσιάζονταν με αρνητικά χαρακτηριστικά, όπως βάρβαροι, εισβολείς, χωρίς οίκτο («το 1200 π.Χ. βάρβαρες φυλές εισχώρησαν από το Βορρά στην περιοχή που στις μέρες μας λέγεται Ελλάδα. Αυτοί λεηλάτησαν, κατέστρεψαν και σκότωσαν χωρίς οίκτο τους κατοίκους. Οι Ρωμαίοι αποκάλεσαν αυτές τις άγνωστες φυλές Γραικούς»), αυτά τώρα αφαιρέθηκαν από τα βιβλία. Ποσειδώνας ή Δίας, γ. 460 π.Χ., Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Αθήνα.
    Τα τουρκικά σχολικά βιβλία τους Έλληνες πλέον, μετά το 1994, μπορεί να μην τους αποκαλούν «μιγάδες», αλλά υποστηρίζεται ότι «… δεν πρέπει να συγχέουμε το λαό της σημερινής Ελλάδας με τους Γραικούς (Grec) της αρχαιότητας. Οι Αρχαίοι έμαθαν πολλά από τα φύλα της Ανατολίας και αναμίχθηκαν με αυτούς και με τους Μακεδόνες, τους Ρωμαίους, τους Σλάβους και τους Αλβανούς. … οι σημερινοί Έλληνες δεν έχουν τίποτε κοινό εκτός από τη γλώσσα και ορισμένες παραδόσεις».

    Ο πόλεμος του 1919-1922 παρουσιάζεται ως «εισβολή της Σμύρνης». Οι Νεοέλληνες φέρονται ως βίαιοι εισβολείς και οι Έλληνες της Ανατολίας (Ρωμιοί- Rum) συνεργάτες του εχθρού, ένα βλαβερό στοιχείο που έλεγχε την οικονομική ζωή της χώρας. Το γεγονός ότι ο ελληνικός στρατός στράφηκε προς την Άγκυρα δείχνει την πρόθεση των Νεοελλήνων να επανιδρύσουν τη Βυζαντινή Αυτοκρατορία. Γι’ αυτό και το πραξικόπημα κατά του Μακάριου το 1974.

    Τέλος γίνεται αναφορά στα Δωδεκάνησα, τα οποία κακώς δόθηκαν από τις Μεγάλες Δυνάμεις το 1947 στην Ελλάδα « … παρόλο που ήταν τόσο κοντά στα τουρκικά παράλια και μέχρι πρόσφατα ήταν μέρος τη Οθωμανικής Αυτοκρατορίας».

    Ιδιαίτερα να προσεχθεί το παρακάτω: με αφορμή τη ρήση του τελευταίου Έλληνα βασιλιά που « … τόλμησε να πει ότι κάποια μέρα θα πάρουνε την Πόλη. Πρέπει να είμαστε σε επιφυλακή και προσεχτικοί μέχρι αυτός ο γείτονας να εκτιμήσει την αξία των φιλικών διαθέσεων της Τουρκίας…».

    Τα βιβλία από το 2000 και μετά επίσης δε διαφέρουν σημαντικά. Οι Έλληνες παρουσιάζονται με το συνήθη τρόπο, ίσως με πιο ουδέτερη γλώσσα π.χ. «ορισμένες γειτονικές χώρες προσπαθούν να εμποδίσουν τον εκσυγχρονισμό της Τουρκίας και θέλουν να επεκτείνουν τα εδάφη τους και να αποκτήσουν κυριαρχία στη θάλασσα», ή σε άλλο σημείο αναφέρεται η ανοχή των Τούρκων π.χ. «… οι Τούρκοι εισέβαλαν στη Μ. Ασία … δεν ήθελαν να χυθεί αίμα … αλλά ο Ρωμανός Διογένης με υπεροψία επέλεξε τον πόλεμο το 1071».

    Στα σύγχρονα τουρκικά βιβλία αναδεικνύονται 2 νέα θέματα, η Θράκη και η Κύπρος. Γίνεται αναφορά ότι « … οι Τούρκοι της Θράκης αντιμετωπίζουν πολιτιστικά και κοινωνικά προβλήματα …», « … η τρομοκρατική οργάνωση ΕΟΚΑ που διέπραξε σφαγές αθώων Τούρκων…». Επίσης προωθείται γενική ξενοφοβία και ανησυχία, καθώς οι Δυτικές χώρες επιδιώκουν το διαμελισμό της χώρας.
    Στα σύγχρονα τουρκικά βιβλία αναδεικνύονται 2 νέα θέματα, η Θράκη και η Κύπρος. Γίνεται αναφορά ότι « … οι Τούρκοι της Θράκης αντιμετωπίζουν πολιτιστικά και κοινωνικά προβλήματα …», « … η τρομοκρατική οργάνωση ΕΟΚΑ που διέπραξε σφαγές αθώων Τούρκων…». Επίσης προωθείται γενική ξενοφοβία και ανησυχία, καθώς οι Δυτικές χώρες επιδιώκουν το διαμελισμό της χώρας.
    Στα σύγχρονα τουρκικά βιβλία αναδεικνύονται 2 νέα θέματα, η Θράκη και η Κύπρος. Γίνεται αναφορά ότι « … οι Τούρκοι της Θράκης αντιμετωπίζουν πολιτιστικά και κοινωνικά προβλήματα …», « … η τρομοκρατική οργάνωση ΕΟΚΑ που διέπραξε σφαγές αθώων Τούρκων…». Επίσης προωθείται γενική ξενοφοβία και ανησυχία, καθώς οι Δυτικές χώρες επιδιώκουν το διαμελισμό της χώρας.

    Βλέπουμε λοιπόν ότι μπορεί να αφαιρέθηκαν εκφράσεις και αρνητικές αναφορές, αλλά η εικόνα του Έλληνα δεν άλλαξε. Και γενικά η τουρκική ιστοριογραφία παρουσιάζει τους Έλληνες τελείως διαφορετικά από οποιαδήποτε άλλη ιστοριογραφία, πράγμα που δείχνει και την αποξένωσή της. Είναι γεγονός όμως ότι για να οικοδομηθούν καλές σχέσεις γειτονίας πρέπει να γίνει πιο ουσιαστική προσπάθεια στην κατεύθυνση της αφαίρεσης από τα σχολικά βιβλία όλων εκείνων των σημείων που παρουσιάζουν τον «άλλο» με στερεότυπα.

    ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

    Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος larousse Britannica

    Ηρακλής Μήλλας «Εικόνες Ελλήνων και Τούρκων», Εκδόσεις Αλεξάνδρεια, Αθήνα 2003.

    Σολταρίδης Συμεών «Τουρκικά σχολικά βιβλία», Βιβλιοπωλείο της Εστίας, 1986.

    Oι χάρτες είναι από εδώ:

    http://www.ezilon.com/maps/europe/turkey-maps.html

    http://www.cristoraul.com/ENGLISH/readinghall/ByzantineEmpire-Door.html

  5. diasporic on

    Η καταστροφή της Σμύρνης μέσα από τα
    γραπτά Άγγλων και Αμερικανών ιστορικών

    Την περασμένη εβδομάδα είδαμε πώς ο Κεμάλ Ατατούρκ, υποχωρώντας
    προς τα ενδότερα της Μικράς Ασίας, παρέσυρε το ελληνικό στράτευμα σε
    μεγάλη απόσταση από τη βάση ανεφοδιασμού του, με αποτέλεσμα την
    εξάντληση των στρατιωτών, την κακή διατροφή τους, και το πεσμένο ηθικό
    τους.
    Ενώ ο Κεμάλ αναδιοργάνωνε τον στρατό του, με την στρατιωτική και
    οικονομική βοήθεια από την Ιταλία, την Γαλλία και την Σοβιετική Ρωσία, οι
    ελληνικές δυνάμεις ακινητοποιήθηκαν σε μια περιοχή που ο χειμώνας είναι
    πολύ δριμύς, και η ζέστη του καλοκαιριού ανυπόφορη.
    Όταν στα τέλη του Αυγούστου 1922 ο Κεμάλ ανέλαβε την πρωτοβουλία με
    επίθεση σε όλο το μήκος του μετώπου, οι ελληνικές γραμμές στην περιοχή
    του Αφιόν Καραχισάρ έσπασαν, με αποτέλεσμα την υποχώρηση του
    ελληνικού στρατού, η οποία στη συνέχεια εξελίχθηκε σε άτακτη φυγή προς
    το Αιγαίο Πέλαγος.
    Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος κατέφυγε στη
    Σμύρνη και σε προσκείμενες περιοχές, για να επιβιβασθεί σε πλοία για
    επιστροφή στην Ελλάδα. Όπως θα περίμενε κανείς, τους Έλληνες
    στρατιώτες ακολουθούσαν πανικόβλητοι και οι Έλληνες κάτοικοι από
    περιοχές που περνούσαν, φοβούμενοι την αντεκδίκηση των Τούρκων.
    Για τα συμβάντα στη Σμύρνη μετά την αποχώρηση του ελληνικού
    στρατεύματος, και την κατάληψη της πόλης από τον τουρκικό στρατό,
    αντλώ τις πληροφορίες από Αμερικανούς και Άγγλους ιστορικούς και
    συγγραφείς, με το σκεπτικό ότι η αντικειμενικότητά τους δεν μπορεί να
    αμφισβητηθεί.
    Ο Τζορτζ Χόρτον, Γενικός Πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη, ο οποίος ήταν
    αυτόπτης μάρτυρας των συμβάντων στη Σμύρνη κατά τη διάρκεια του
    Σεπτεμβρίου 1922, δίνει την ακόλουθη περιγραφή για τους Έλληνες
    στρατιώτες, που είχαν αποκοπεί από το κύριο σώμα του στρατού, το οποίο
    είχε παρακάμψει τη Σμύρνη, πηγαίνοντας σε παραπλήσιο λιμάνι για να 6

    αποβιβασθεί στα πλοία:
    «Τότε άρχισαν να φτάνουν οι ηττημένοι, σκονισμένοι και κουρελιασμένοι
    Έλληνες στρατιώτες, με το βλέμμα να κοιτάζει ίσια μπροστά, σαν
    υπνοβάτες… Χυνόντουσαν στην πόλη σε ένα ατέλειωτο ποτάμι με
    κατεύθυνση το σημείο της ακτής όπου είχε αποσυρθεί ο ελληνικός στόλος.
    Περπατούσαν σιωπηλοί, σαν φαντάσματα, χωρίς να κοιτούν ούτε δεξιά ούτε
    αριστερά. Κάπου κάπου, κάποιος στρατιώτης κατέρρεε από εξάντληση στο
    πεζοδρόμιο ή στο κατώφλι μιας πόρτας», (1).
    Από τους Έλληνες της Μικράς Ασίας, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν
    τα σπίτια και τις περιουσίες τους, και κατά χιλιάδες ακολούθησαν τον
    ελληνικό στρατό, υπολογίζεται πως γύρω στις 200.000 είχαν καταφύγει στη
    Σμύρνη στις αρχές του Σεπτεμβρίου 1922.
    Ενδεικτική της ανθρώπινης τραγωδίας είναι η ακόλουθη εικόνα που δίνει ο
    Τζορτζ Χόρτον:
    «Πολλοί από τους πρόσφυγες κουβαλούσαν τους αρρώστους στους ώμους
    τους. Θυμάμαι ιδιαίτερα μια γυναίκα με γκρίζα μαλλιά η οποία σερνόταν
    μέσα στους δρόμους της Σμύρνης κουβαλώντας στην πλάτη της το
    σκελετωμένο γιο της που ψηνόταν στον πυρετό. Ήταν πιο ψηλός από τη
    μητέρα του και τα πόδια του σερνόντουσαν στο χώμα», (2).
    Ο Άγγλος συγγραφέας Michael Llewellyn Smith δίνει την ακόλουθη
    περιγραφή για τους πρόσφυγες:
    «Καθώς τα μαύρα μαντάτα, διαστρεβλωμένα από τις φήμες, έφταναν
    συνέχεια από το εξωτερικό, το ρυάκι των προσφύγων φούσκωνε και
    γινόταν σταθερό ρεύμα. Με την άφιξή τους επιβεβαίωναν αυτό που ήξεραν
    όλοι, ότι είχε έρθει το τέλος της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Οι
    πρόσφυγες έφταναν κατά χιλιάδες στη Σμύρνη και σε όλες τις παράλιες
    πόλεις. Κοιμούνταν στις εκκλησίες, στα σχολεία, στα φιλανθρωπικά
    ιδρύματα των Αμερικανών, στις σχολές ιεραποστόλων της ΧΑΝ, και στους
    δρόμους… (3).
    Στην προκυμαία της Σμύρνης είχε δημιουργηθεί το αδιαχώρητο, καθώς
    στρατιώτες και πολίτες προσπαθούσαν να επιβιβασθούν στα τελευταία
    από τα ελληνικά πλοία που έφευγαν από τη Σμύρνη, πριν φτάσει στην
    πόλη ο τουρκικός στρατός.
    Οι ελπίδες των Ελλήνων της Σμύρνης και των προσφύγων για εξασφάλιση
    μιας θέσης στα ελληνικά πλοία εξανεμίστηκαν όταν το βράδυ της 8ης
    Σεπτεμβρίου είδαν και τα τελευταία ελληνικά πλοία να αποπλέουν από το
    λιμάνι της Σμύρνης, με κατεύθυνση προς τη χερσόνησο της Ερυθραίας,
    όπου ήταν συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατού.
    Το απόγευμα της ίδιας ημέρας επιβιβάστηκε στο αγγλικό πλοίο “Iron Duke”
    ο Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης, Αριστείδης Στεργιάδης, με προορισμό
    την Κωνσταντινούπολη, η οποία τότε ήταν υπό τη διοίκηση των Συμμάχων.
    Από εκεί μετέβηκε στη Γαλλία, όπου έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής
    του, χωρίς ποτέ να πατήσει πόδι σε ελληνικό έδαφος.
    Για τον Στεργιάδη γράφει τα ακόλουθα ο διδάκτορας Ιστορίας Βλάσης 7

    Αγτζίδης:
    «Είναι χαρακτηριστικός -και απίστευτος- ο διάλογος Παπανδρέου-
    Στεργιάδη, που παραθέτει ο ιστορικός του μεσοπολέμου Γρηγόρης Δαφνής
    στο δίτομο έργο του «Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων». Όταν ο Στεργιάδης
    ανακοίνωσε στο νεαρό τότε πολιτικό Γεώργιο Παπανδρέου την επερχόμενη
    καταστροφή, δέχθηκε την ερώτηση: «Γιατί δεν ειδοποιείτε τον κόσμο να
    φύγει;». Η απάντηση του Έλληνα Αρμοστή Σμύρνης ήταν η εξής:
    «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην
    Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα!», (4).

    Ο ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ

    Για την είσοδο των Τούρκων στη Σμύρνη ο Τζορτζ Χόρτον δίνει την
    ακόλουθη περιγραφή:
    «Γύρω στις έντεκα το πρωί της 9ης Σεπτεμβρίου 1922 ακούστηκαν κραυγές
    τρόμου. Βγαίνοντας στην πόρτα του Προξενείου, είδα ένα πλήθος
    πρόσφυγες, κυρίως γυναίκες, να εφορμούν με τρόμο στο κτίριο
    αναζητώντας άσυλο…
    Μια ματιά από το μπαλκόνι που έβλεπε στην προκυμαία έκανε εμφανή την
    αιτία του τρόμου τους: το τουρκικό ιππικό προχωρούσε σε φάλαγγα κατά
    μήκος της προκυμαίας, καθ’ οδόν προς τους στρατώνες του Διοικητηρίου
    στην άλλη άκρη της πόλης. Ήταν ρωμαλέοι άντρες και βάδιζαν με άψογη
    τάξη. Φαίνονταν καλοθρεμμένοι και ξεκούραστοι. Πολλοί ανάμεσά τους
    είχαν τα μογγολικά χαρακτηριστικά που συναντά κανείς μεταξύ των
    μουσουλμάνων της Μικράς Ασίας», (5).
    Ο Χόρτον γράφει πως καθώς οι τελευταίοι Έλληνες στρατιώτες είχαν
    αποβιβασθεί στα ελληνικά πλοία το βράδυ της 8ης Σεπτεμβρίου, οι Τούρκοι
    γρήγορα έγιναν οι κυρίαρχοι της Σμύρνης, και περίπολοι στρατιωτών
    έκαναν την εμφάνισή τους στους δρόμους της πόλης από την 9η
    Σεπτεμβρίου.
    Δεδομένου ότι οι τελευταίοι Έλληνες στρατιώτες εγκατέλειψαν τη Σμύρνη
    στις 8 Σεπτεμβρίου 1922, την ευθύνη για τα επεισόδια που άρχισαν να
    εκδηλώνονται από τις 9 Σεπτεμβρίου, τα οποία περιγράφουν οι ξένοι
    ιστορικοί, την φέρνει ακέραια ο τουρκικός στρατός.
    Γράφει ο Χόρτον:
    «Το βράδυ της 9ης Σεπτεμβρίου άρχισε η λεηλασία και η σφαγή.
    Πυροβολισμοί ακούγονταν από διάφορες μεριές της πόλης όλη τη νύχτα,
    και, το επόμενο πρωί, γνήσιοι Αμερικανοί πολίτες, άνδρες και γυναίκες,
    έκαναν τις πρώτες αναφορές για πτώματα στους δρόμους του εσωτερικού
    της πόλης», (6).
    Μια από τις πιο φρικαλέες πράξεις των Τούρκων ήταν η κυριολεκτική
    κατακρεούργηση του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου. Στις 9
    Σεπτεμβρίου Τούρκοι στρατιώτες πήραν τον Μητροπολίτη από τη 8

    Μητρόπολη και τον πήγαν στο Διοικητήριο του στρατηγού Νουρεντίν, ο
    οποίος είχε αναλάβει τη διοίκηση της Σμύρνης.
    Στη συνέχεια, ο Νουρεντίν παράδωσε τον Μητροπολίτη στον έξαλλο όχλο
    έξω από το γραφείο του, να τον κάνει ό,τι ήθελε.
    Ο Michael Llewellyn Smith περιγράφει ως ακολούθως τις τελευταίες
    μαρτυρικές στιγμές του Μητροπολίτη Χρυσόστομου:
    «Άρπαξαν το Μητροπολίτη και κακοποιώντας τον, τον πήγαν ως το μαγαζί
    του Ισμαήλ, ενός Λεβαντίνου κουρέα. Εκεί έντυσαν τον Χρυσόστομο με την
    άσπρη μπλούζα του κουρέα και το πλήθος άρχισε να τον χτυπάει και να τον
    προπηλακίζει. Βγήκαν μαχαίρια, και ο όχλος έπεσε επάνω του. Προτού
    πεθάνει ο Μητροπολίτης ακρωτηριάστηκε φρικτά», (7).
    Στόχος των Τούρκων υπήρξαν και οι Αρμένιοι της Σμύρνης. Ο Michael
    Llewellyn Smith δίνει την ακόλουθη περιγραφή:
    «Τη νύχτα της 10ης Σεπτεμβρίου, η σφαγή των Αρμενίων είχε γίνει
    συστηματική και πήρε μέρος σ’ αυτήν και ο τουρκικός στρατός.
    Διαδραματίστηκαν φρικιαστικές σκηνές, σωστό μακελειό. Αρμένιοι που είχαν
    συγκεντρωθεί στις εκκλησίες τους περικυκλώθηκαν και οδηγήθηκαν στο
    θάνατο», (8).
    Θα ολοκληρώσω την περιγραφή της καταστροφής της Σμύρνης την
    ερχόμενη εβδομάδα.
    Του Κυριάκου Αμανατίδη
    Bachelor of Arts, Melbourne University,
    Bachelor of Letters, University of New England

    Σημειώσεις

    1. George Horton «Η μάστιγα της Ασίας», Βιβλιοπωλείο της «Εστίας»,
    Αθήνα 2006, σελ. 113-114.

    2. Όπως πιο πάνω, σελ. 113.

    3. Michael Llewellyn Smith, «Το Όραμα της Ιωνίας – Η Ελλάδα στη
    Μικρά Ασία, 1919-1922», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης»,
    Αθήνα 2009, σελ. 517. Ο Llewellyn Smith αντλεί τις πληροφορίες του
    από το αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Βρετανίας.
    9

    4. Αθηναϊκή εφημερίδα «Η Καθημερινή», 24/09/2000.

    5. Όπως το (1), σελ. 119.

    6. Όπως το (1), σελ. 120.

    7. Όπως το 3, σελ. 534.

    8. Όπως το (1), σελ. 126.

    ______________________________________________
    Μερικά βιβλία ξένων συγγραφέων που μπορείτε να διαβάσετε online –
    (κάντε κλικ πάνω στην εικόνα του εξωφύλλου)
    10

    Η Σμύρνη μάνα καίγεται

    15 Η Σμύρνη μάνα καίγεται…

    Όπως ανέφερα την περασμένη εβδομάδα, σήμερα θα κλείσω το πιο
    τραγικό επεισόδιο στην ιστορία του Ελληνισμού, τις σφαγές των Ελλήνων
    κατοίκων της Σμύρνης, και την πυρπόληση της πόλης, αντλώντας στοιχεία
    από Αμερικανούς και Άγγλους συγγραφείς, που έχουν ερευνήσει το θέμα
    διεξοδικά, η αντικειμενικότητα των οποίων δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.
    «Η μαγευτική αυγή της Τετάρτης (13 Σεπτεμβρίου 1922) προμηνούσε μια
    ακόμη θαυμάσια ημέρα. Και όμως, ο φθινοπωρινός ήλιος δεν μπόρεσε να
    αλλάξει την κατάσταση, όπως διαμορφωνόταν στη Σμύρνη. Ο νικηφόρος
    στρατός του Μουσταφά Κεμάλ ήταν εκτός ελέγχου, και ο πληθυσμός της
    πόλης – ο οποίος πρόσφατα διογκώθηκε στις 700.000 – ήταν σε άμεσο
    κίνδυνο».
    Η παραπάνω παράγραφος είναι δική μου μετάφραση από το βιβλίο του
    Βρετανού ιστορικού συγγραφέα Giles Milton “Paradise Lost – Smyrna
    1922. The Destruction of Islam’s City of Tolerance”, Λονδίνο 2008, σελ.
    302. Το βιβλίο μεταφράστηκε στα ελληνικά με τίτλο «Σμύρνη, ο Χαμένος
    Παράδεισος», Εκδόσεις Μίνωας.
    Τις πληροφορίες που δίνει στο εν λόγω βιβλίο του ο Giles Milton τις
    άντλησε από μέλη μεγάλων ευρωπαϊκών οικογενειών που είχαν ζήσει στη 11

    Σμύρνη πριν την καταστροφή, και είχαν ασχοληθεί με το εμπόριο και τη
    βιομηχανία.
    Μεταφέρω πιο κάτω μέρος από συνέντευξη που ο Giles Milton έδωσε στην
    αθηναϊκή εφημερίδα Η Καθημερινή (7/12/2008):
    «Η καταστροφή της Σμύρνης δεν έγινε ένα οικουμενικό μάθημα για τον
    κόσμο. Σίγουρα δεν έγινε για τις κυβερνήσεις. Δεν είμαι Έλληνας για να
    διαισθάνομαι τον πόνο που προκαλεί η λέξη Σμύρνη, αλλά ο κυνισμός με
    τον οποίον αντιμετώπισαν το θέμα η βρετανική και η αμερικανική κυβέρνηση
    είναι σοκαριστικός. Σε ανθρωπιστικό επίπεδο ήταν μια καταστροφή
    τεράστιας κλίμακας, η πρώτη που είδαμε τον 20ό αιώνα. Ήταν επίσης το
    πρώτο δείγμα βάναυσης ρεάλ πολιτίκ. Οι ξένες κυβερνήσεις γύρισαν την
    πλάτη στο πλήθος που ήταν έτοιμο να σφαγιαστεί, για να μη φανεί ότι θα
    σώσουν τους εχθρούς της Τουρκίας».
    Η 13η Σεπτεμβρίου (με το νέο ημερολόγιο) είναι η αποφράδα ημερομηνία
    για τους Έλληνες, αλλά και τους Αρμένιους κατοίκους της Σμύρνης, καθώς
    και για τις εκατοντάδες χιλιάδες Ελλήνων προσφύγων που είχαν καταφύγει
    στην πόλη.
    Την ημέρα αυτή, σύμφωνα με όλες τις μαρτυρίες, οι Τούρκοι, στρατιώτες
    και πολίτες, έβαλαν φωτιά στις ελληνικές και αρμενικές συνοικίες, με
    αποτέλεσμα την πλήρη αποτέφρωσή τους. Μόνο οι μουσουλμανικές και οι
    εβραϊκές συνοικίες έμειναν άθικτες.
    Ο Τζορτζ Χόρτον, που την περίοδο εκείνη ήταν Γενικός Πρόξενος των ΗΠΑ
    στη Σμύρνη, και υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της πυρπόλησης και των
    σφαγών, δίνει την ακόλουθη περιγραφή:
    «Μετά την ολοκληρωτική καταστροφή της αρμενικής συνοικίας, οι Τούρκοι
    στρατιώτες έβαλαν φωτιά ταυτόχρονα σε πολλά σπίτια. Όπως έχουμε ήδη
    αναφέρει, διάλεξαν την ώρα που φυσούσε δυνατός άνεμος σε κατεύθυνση
    αντίθετη από τη μουσουλμανική συνοικία», (1).
    Ο Χόρτον επικαλείται και τη μαρτυρία της Minnie Mills, η οποία την περίοδο
    εκείνη ήταν Διευθύντρια του Αμερικανικού Κολλεγίου Θηλέων της Σμύρνης.
    Ο Χόρτον μεταφέρει ως ακολούθως την περιγραφή που του έδωσε η Mills:
    «Έβλεπα καθαρά τους Τούρκους να κουβαλούν τους τενεκέδες με το
    πετρέλαιο μέσα στα σπίτια, από τα οποία ξεπετάγονταν φλόγες αμέσως
    κατόπιν. Δεν υπήρχε ούτε ένας Αρμένιος, και τα μόνα άτομα που
    κυκλοφορούσαν ήταν Τούρκοι στρατιώτες του τακτικού στρατού με κομψές
    στολές», (2).
    Ο Michael Llewellyn Smith δίνει την ακόλουθη περιγραφή στο βιβλίο του
    «Το όραμα της Ιωνίας – Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922»,
    Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 2009, σελ. 538:
    «Η αρμενική, η ελληνική και η «φράγκικη» ή ευρωπαϊκή συνοικία είχαν
    σχεδόν εντελώς καταστραφεί. Μόνον οι εβραϊκές και οι τουρκικές συνοικίες
    απόμεναν… Με φρικιαστική ακρίβεια, η φωτιά εξέφραζε συμβολικά το
    ξερίζωμα και την καταστροφή της ελληνικής και της αρμενικής Σμύρνης. Η
    ελληνική Σμύρνη είχε πεθάνει…». 12

    Ο Τζορτζ Χόρτον επικαλείται τις μαρτυρίες και Άγγλων για την πυρκαγιά:
    «Μια από τις πιο σημαντικές μαρτυρίες σχετικά με την πυρκαγιά είναι η
    έκθεση που υπογράφει ο Αγγλικανός εφημέριος της Σμύρνης,
    Αιδεσιμότατος Charles Dobson, και μια επιτροπή από σημαίνοντες
    Βρετανούς κατοίκους της περιοχής, συμπεριλαμβανομένων των
    Αγγλικανών εφημερίων του Μπουρνόβα και του Μπουτζά. Η έκθεση αυτή
    επιρρίπτει την ευθύνη για την πυρκαγιά στους Τούρκους, «οι πιο φανατικοί
    από τους οποίους, μετά από ελεύθερο πλιάτσικο τριών ημερών,
    πυρπόλησαν την πόλη με την ελπίδα να διώξουν το μη-μουσουλμανικό και
    μη-εβραϊκό στοιχείο. Η έκθεση, που προέρχεται από μια τόσο αξιόπιστη
    πηγή, δεν αφήνει καμιά αμφιβολία για το γεγονός ότι η Σμύρνη
    πυρπολήθηκε από τους Τούρκους», (3).
    Δεν ήταν μόνο η πυρκαγιά, που δημιούργησε το δράμα στη Σμύρνη στα
    μέσα του Σεπτεμβρίου 1922. Ήταν και οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού.
    Ο Giles Milton, στο βιβλίο του, στο οποίο αναφέρθηκα πιο πάνω, δίνει τα
    ακόλουθα στοιχεία:
    «Είναι δύσκολο να υπολογίσει κανείς τον αριθμό των νεκρών με ακρίβεια.
    Σύμφωνα με τον Edward Hale Bierstadt, ο οποίος ήταν επικεφαλής της
    Επιτροπής Άμεσης Βοήθειας των ΗΠΑ, περίπου 100.000 είχαν σκοτωθεί,
    και 160.000 εξορίσθηκαν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας…», (4).
    Και ο Τζωρτζ Χόρτον τοποθετεί τους νεκρούς στις 100.000. Γράφει:
    «Το πρακτορείο Reuters, σε ανταπόκριση της ίδιας ημερομηνίας (18
    Σεπτεμβρίου 1922), μεταδίδει: «Από τις περιγραφές που έχουμε, δεν είναι
    δυνατό να εξαχθεί ακριβής αριθμός θυμάτων, αλλά υπάρχει φόβος ότι
    οπωσδήποτε υπερβαίνουν τις εκατό χιλιάδες», (5).
    Για εκείνους που είχαν σταλθεί στα τάγματα εργασίας, στο εσωτερικό της
    Μικράς Ασίας, ο Llewellyn Smith δίνει την ακόλουθη περιγραφή:
    «Η μεγάλη έξοδος των χριστιανών από τη Μικρά Ασία είχε ξεκινήσεει. Πλοία
    από πολλές χώρες έφταναν στα λιμάνια της για παραλάβουν τα φορτία των
    προσφύγων. Από τους αρτιμελείς άνδρες, μόνον οι τυχεροί κατόρθωσαν να
    διαφύγουν. Οι υπόλοιποι, από 18 ως 45 χρονών, συγκεντρώθηκαν από
    τους Τούρκους στη Σμύρνη και, αφού κηρύχθηκαν επισήμως αιχμάλωτοι με
    διάταγμα του τουρκικού κράτους, στάλθηκαν στο εσωτερικό για να
    ενταχθούν στα τάγματα εργασίας. Για πολλούς, αυτό ισοδυναμούσε με
    θάνατο. Οι γυναίκες και τα παιδιά χωρίστηκαν από τους άντρες τους,
    στριμώχτηκαν στα πλοία και διαπεραιώθηκαν στον Πειραιά ή στη
    Θεσσαλονίκη», (6).
    Μετά από τις παραπάνω αναφορές από ξένους ιστορικούς, παραθέτω μια
    παράγραφο τεσσάρων γραμμών, στην οποία υποτίθεται ότι καλύπτονται
    από το σχολικό βιβλίο «Ιστορία ΣΤ΄ Δημοτικού – Στα νεότερα και σύγχρονα
    χρόνια» η πυρπόληση της Σμύρνης και οι σφαγές του άμαχου πληθυσμού.
    «Ένα χρόνο μετά, οι τουρκικές δυνάμεις, με ηγέτη τον Κεμάλ, επιτίθενται και
    αναγκάζουν τα ελληνικά στρατεύματα να υποχωρήσουν προς τα παράλια.
    Στις 27 Αυγούστου 1922 (9 Σεπτεμβρίου1922 με το νέο ημερολόγιο) ο 13

    τουρκικός στρατός μπαίνει στη Σμύρνη. Χιλιάδες Έλληνες συνωστίζονται
    στο λιμάνι προσπαθώντας να μπουν στα πλοία και να φύγουν για την
    Ελλάδα», σελ. 100.
    Μάλιστα, μέσα σε μια παράγραφο τεσσάρων γραμμών, στις οποίες δεν
    γίνεται καν λόγος για την πυρκαγιά, για τις σφαγές και για τις απελάσεις
    των ανδρών, ένα σχολικό βιβλίο, που κυκλοφόρησε από τον κρατικό
    Οργανισμό Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων το 2006, «κάλυψε» την
    μεγαλύτερη τραγωδία του σύγχρονου Ελληνισμού.
    Η παραπάνω παραποίηση της ιστορίας στο εν λόγω βιβλίο δεν είναι η
    μόνη. Ευτυχώς που, μετά από παλλαϊκή κατακραυγή, το Υπουργείο
    Παιδείας και Θρησκευμάτων απέσυρε «το βιβλίο της ντροπής» πριν από
    δύο χρόνια. Όμως, η επί κεφαλής της συγγραφικής ομάδας, Μαρία
    Ρεπούση, συνεχίζει να διδάσκει ελληνική ιστορία στο Αριστοτέλειο
    Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Το 2007, ένα χρόνο μετά την κυκλοφορία του
    εν λόγω βιβλίου, πήρε και προαγωγή σε Αναπληρώτρια Καθηγήτρια!
    Μακριά, ομολογουμένως, η διαδρομή που επιχείρησα, από την ίδρυση της
    Σμύρνης από Έλληνες έποικους στην αχλή του 10ου αιώνα π. Χ., μέχρι το
    επώδυνο τέρμα της στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα, με τις σφαγές των
    Ελλήνων, και των Αρμενίων, κατοίκων της, την πυρπόληση του ελληνικού
    και αρμενικού τμήματος της πόλης από το στράτευμα του Μουσταφά
    Κεμάλ, και τον τελικό, και απάνθρωπο, ξεριζωμό ενός λαού που έζησε στον
    τόπο εκείνο για τρεις χιλιάδες χρόνια…
    Οι ιστορικοί καταγράφουν και τα πιο τραγικά γεγονότα με την
    αντικειμενικότητα και αποστασιοποίηση που απαιτεί η επιστήμη τους.
    Στην περίπτωση της Μικρασιατικής Καταστροφής, επαφίεται στους ποιητές
    να εμβαθύνουν στην ανθρώπινη διάσταση των ιστορικών γεγονότων,
    στους μουσικούς να την επενδύσουν με τον ελεγειακό της τόνο, και στους
    τραγουδιστές να την ερμηνεύσουν, για να νιώσουμε το δράμα των
    θυμάτων, και να συνειδητοποιήσουμε την εθνική τραγωδία.
    Αυτό το τρίπτυχο της τέχνης έχει επιτύχει η τριάδα Πυθαγόρας – Καλδάρας
    – Νταλάρας με τη σύνθεση που αρχίζει με τους ακόλουθους στίχους:
    Η Σμύρνη μάνα καίγεται, καίγεται και το βιος μας.
    Ο πόνος μας δε λέγεται, δε γράφεται ο καημός μας…

    Σημειώσεις

    1. Τζορτζ Χόρτον «Η μάστιγα της Ασίας», Βιβλιοπωλείο της Εστίας,
    Αθήνα 2006, σελ. 133.

    2. Όπως πιο πάνω, ίδια σελίδα.
    14

    3. Όπως πιο πάνω, σελ. 159.

    4. Giles Milton “Paradise Lost – Smyrna 1922. The Destruction of
    Islam’s City of Tolerance”.

    5. Όπως το (1), σελ. 157.

    6. Michael Llewellyn Smith ««Το όραμα της Ιωνίας – Η Ελλάδα στη
    Μικρά Ασία, 1919-1922», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης,
    Αθήνα 2009, σελ. 550.

    Κυριάκος Αμανατίδης
    Bachelor of Arts, Melbourne University,
    Bachelor of Letters, University of New England
    Μελβούρνη
    H σειρά των άρθρων πρωτοεμφανίστηκαν στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος»

  6. diasporic on

    Στήθηκε το σκηνικό για την Μικρασιατική
    τραγωδία

    Όπως είδαμε την περασμένη εβδομάδα, μετά τη λήξη του Α΄ Παγκοσμίου
    Πολέμου, το Συμβούλιο Ειρήνης, απαρτιζόμενο από τις νικήτριες χώρες της
    Αντάντ, άρχισε τις εργασίες του τον Ιανουάριο του 1919 και κράτησε
    σχεδόν για όλη τη διάρκεια του 1919.
    Σε υπόμνημά του στο Συμβούλιο ο Ελευθέριος Βενιζέλος προσδιόρισε τις
    ελληνικές διεκδικήσεις στην Μικρά Ασία, τις οποίες στήριξε σε δύο κύριους
    λόγους:
    1) Στο γεγονός ότι από το πρόγραμμα βίαιου εκτουρκισμού που είχαν
    αρχίσει οι Νεότουρκοι το 1911, με την ενθάρρυνση της Γερμανίας, αλλά και
    κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918), γύρω στις
    900.000 Έλληνες της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής
    Θράκης είχαν εξοντωθεί με εκτελέσεις ή εκτοπισμούς, ενώ κοντά στο μισό
    εκατομμύριο διώχθηκαν ή έφυγαν τρομοκρατημένοι ως πρόσφυγες στην
    Ελλάδα.
    Ο Βενιζέλος είχε κάθε λόγο να πιστεύει πως οι διώξεις αυτές θα
    συνεχίζονταν και κατά τη διάρκεια του 1919, όπως πράγματι έγινε, όταν ο 16

    Κεμάλ Ατατούρκ άρχισε το νέο κύμα των διωγμών στον Πόντο από τα μέσα
    του Μαΐου 1919.
    2) Στο γεγονός ότι η Ιωνία (τμήμα των δυτικών παραλίων της Μικράς
    Ασίας, με κέντρο τη Σμύρνη), διατηρούσε αναλλοίωτο τον ελληνικό της
    χαρακτήρα από τα πανάρχαια χρόνια, και ως εκ τούτου επιβαλλόταν η
    ενσωμάτωσή της με την Ελλάδα.
    Η Μεγάλη Βρετανία και η Γαλλία έβλεπαν ευνοϊκά τις προτάσεις του
    Βενιζέλου, ενώ αρχικά οι Η.Π.Α. είχαν επιφυλάξεις, ενώ η Ιταλία αντιδρούσε
    έντονα, γιατί οι Σύμμαχοι της είχαν υποσχεθεί περιοχές της Μικράς Ασίας
    που περιλαμβάνονταν στο υπόμνημα του Βενιζέλου, όπως η Αττάλεια και η
    Σμύρνη (Συνθήκη του Λονδίνου, 1915, και συνδιάσκεψη Αγίου Ιωάννη της
    Μωριέννης, 1917).
    Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν τον Απρίλιο του 1919 η Ιταλία, ενοχλημένη
    από την ευνοϊκή στάση των Αγγλογάλλων προς την Ελλάδα, αποχώρησε
    για ένα διάστημα από το Συνέδριο Ειρήνης, και έστειλε πολεμικά πλοία στα
    δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας, με πρόθεση να καταλάβει τις περιοχές
    που της είχαν υποσχεθεί.
    Ο Θάνος Βερέμης (1), σε άρθρο του με τίτλο «Η απόφαση για την απόβαση
    στη Σμύρνη» στην αθηναϊκή εφημερίδα Η Καθημερινή (8/11/2009), δίνει την
    ακόλουθη εξήγηση για την εντολή που οι Σύμμαχοι έδωσαν στον Βενιζέλο
    να στείλει ελληνικό στράτευμα στη Σμύρνη:
    {…} « Όμως, η ιταλική βουλιμία και οι επιθετικές αυθαιρεσίες, που οι ιταλικές
    δυνάμεις διέπρατταν την άνοιξη του 1919 σε περιοχές πέραν της
    αρμοδιότητάς τους, ανάγκασαν τους Άγγλους, τους Γάλλους, ακόμα και
    τους Αμερικανούς, που υπήρξαν αρχικά αντίθετοι, να λογαριάσουν σοβαρά
    τις διεκδικήσεις του Βενιζέλου για μια ζώνη ελληνικού ενδιαφέροντος στη
    Μικρά Ασία, η οποία θα περιελάμβανε και τη Σμύρνη».
    {…} «Όταν ο Lloyd George, με τη σύμφωνη γνώμη του Clemenceau,
    πρότεινε στον Βενιζέλο να στείλει ειρηνευτική δύναμη στη Σμύρνη, αυτός
    άρπαξε την πολυπόθητη ευκαιρία με ενθουσιασμό».

    Η ΜΟΝΗ ΕΓΝΟΙΑ ΤΩΝ ΣΥΜΜΑΧΩΝ ΗΤΑΝ ΤΑ ΣΥΜΦΕΡΟΝΤΑ ΤΟΥΣ

    Το θέμα των ελληνικών διεκδικήσεων στα δυτικά παράλια της Μικράς
    Ασίας, και των μυστικών ενεργειών των Ιταλών, επανήλθε σε συνάντηση
    των τριών Μεγάλων Δυνάμεων (Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και Η.Π.Π.)
    στο Παρίσι στις 6 Μαΐου 1919, μία ημέρα πριν από την επιστροφή του
    Ιταλού Πρωθυπουργού και του Υπουργού Εξωτερικών, που είχαν
    αποχωρήσει από το Συνέδριο για να οργανώσουν, μυστικά, αποστολή
    στρατευμάτων στην Μικρά Ασία.
    Ο Michael Llewellyn Smith (2) καλύπτει εκτενώς τις συζητήσεις μεταξύ των
    ηγετών Λόυντ Τζορτζ (Μεγάλη Βρετανία), Ζωρζ Κλεμανσώ (Γαλλία) και
    Γούντροου Ουίλσον (Η.Π.Α.), στις οποίες λήφθηκε η απόφαση να δοθεί 17

    εντολή στην Ελλάδα να στείλει στράτευμα στη Σμύρνη, όχι τόσο γιατί είχαν
    πεισθεί από τα επιχειρήματα του Βενιζέλου, αλλά γιατί οι μυστικές κινήσεις
    της Ιταλίας αντέβαιναν στα συμφέροντα των χωρών τους.
    Σημειώνω εδώ πως, σύμφωνα με τον Michael Llewellyn Smith, οι
    στρατιωτικοί σύμβουλοι των παραπάνω πολιτικών ηγετών ήταν της γνώμης
    πως η απόφασή τους για την αποστολή ελληνικού στρατεύματος ήταν εκ
    των πραγμάτων καταδικασμένη σε αποτυχία.
    Συγκεκριμένα ο Άγγλος στρατηγός Χένρυ Ουίλσον, ο οποίος ήταν
    στρατιωτικός σύμβουλος του Λόυντ Τζορτζ, έγραψε στο ημερολόγιό του:
    «Φυσικά, η όλη υπόθεση είναι σκέτη παραφροσύνη» (3).
    Το απόγευμα της ημέρας που πάρθηκε η απόφαση (6 Μαΐου 1919), ο
    Τζορτζ Λόυντ κάλεσε τον Βενιζέλο να τον συναντήσει στο Γαλλικό
    Υπουργείο Εξωτερικών. Ο Llewellyn Smith (4) μεταφέρει ως ακολούθως τη
    συζήτηση στη συνάντηση εκείνη:
    Τζορτζ Λόυντ: Έχετε διαθέσιμο στρατόν;
    Βενιζέλος: Έχομε. Περί τίνος πρόκειται;
    Τζορτζ Λόυντ: Απεφασίσαμεν σήμερον μετά του Προέδρου Ουίλσωνος και
    του κυρίου Κλεμανσώ ότι δέον να καταλάβετε την Σμύρνην.
    Βενιζέλος: Είμεθα έτοιμοι.
    Ο Llewellyn Smith (5) σχολιάζει ως ακολούθως την απόφαση των Τριών
    Μεγάλων Δυνάμεων:
    {…} «Η απόφαση να στείλουν τους Έλληνες στη Μικρά Ασία ελήφθη
    ξαφνικά, πρόχειρα, και με μεγάλη μυστικότητα από τους Τρεις Μεγάλους, με
    την ενθάρρυνση του Βενιζέλου αλλά με δική τους πρωτοβουλία, χωρίς
    σοβαρή ανταλλαγή απόψεων με τους εμπειρογνώμονες και χωρίς να
    αναλογιστούν τις συνέπειες. Ο Λόυντ Τζορτζ, βασιζόμενος στα στοιχεία που
    του έδωσε ο Βενιζέλος, προκάλεσε την απόφαση. Ο πρόεδρος Ουίλσον,
    παρακάμπτοντας τις απόψεις των Αμερικανών εμπειρογνωμόνων στην
    Επιτροπή των Ελληνικών Εδαφικών Διεκδικήσεων, έδωσε τη συγκατάθεσή
    του στο σχέδιο με σκοπό να εξουδετερώσει την Ιταλία. Ο Κλεμανσώ έπαιξε
    δευτερεύοντα ρόλο».
    {…} «Αν βρισκόταν στην ανάγκη να εκλογικεύσει την υποστήριξη που έδινε
    στους Έλληνες, ο Λόυντ Τζορτζ θα μπορούσε να ισχυριστεί ότι η νέα
    Ελλάδα θα γινόταν ο φορέας των βρετανικών συμφερόντων στην Ανατολική
    Μεσόγειο… Αυτό το επικίνδυνα ελκυστικό όραμα βασιζόταν στο πρόωρο
    συμπέρασμα ότι η Τουρκία ήταν ανίσχυρη».
    {…} «Αν το κοινό αυτό όραμα του Λόυντ Τζορτζ και του Βενιζέλου είχε κάτι
    το μεγαλειώδες, η απομόνωση των δύο πολιτικών είχε κάτι το τρομακτικό.
    Οι ενδοιασμοί του Κλεμανσώ, η αναξιοπιστία των Αμερικανών, η δυσφορία
    των Ιταλών και η επιφυλακτικότητα των στρατιωτικών συμβούλων θα
    έπρεπε να τους είχε προϊδεάσει ότι τώρα άρχιζαν τα προβλήματα».

    18

    ΣΤΕΡΝΗ ΜΟΥ ΓΝΩΣΗ ΝΑ Σ’ ΕΙΧΑ ΠΡΩΤΑ…

    Σύμφωνα με την Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (6), ο Βενιζέλος, μετά τη
    συζήτηση που είχε με τον Λόυντ Τζορτζ στις 6 Μαΐου, με υπερεπείγον
    τηλεγράφημα έδωσε εντολή στο Υπουργείο Εξωτερικών να ετοιμαστούν
    όλα τα διαθέσιμα φορτηγά και επιβατικά πλοία για να μεταφέρουν, μόλις
    πάρουν διαταγή, την 1η Μεραρχία στρατού από τη Θεσσαλονίκη, σε τόπο
    που θα τους γνωστοποιούσε αργότερα.
    Όλοι όμως ήδη γνώριζαν πως ο προορισμός του ελληνικού στρατεύματος
    ήταν η Σμύρνη, αφού αυτό ήταν το αντικείμενο του υπομνήματος του
    Βενιζέλου στο Συνέδριο Ειρήνης, το οποίο είχε σχολιασθεί από όλες τις
    ελληνικές εφημερίδες.
    Έξι ημέρες αργότερα (12 Μαΐου 1919), με επείγον και εμπιστευτικό
    τηλεγράφημα προς το Υπουργείο Εξωτερικών ο Βενιζέλος ανήγγειλε
    θριαμβευτικά:
    «Αυτήν την στιγμήν το Ανώτατο Συμβούλιο της Συνδιασκέψεως … εν τη
    σημερινή συνεδριάσει του απεφάσισεν όπως το εκστρατευτικό σώμα
    αναχωρήσει αμέσως διά Σμύρνην. Η απόφασις ελήφθη παμψηφεί. Ζήτω το
    Έθνος!…», (7).
    Στη φάση αυτή των συνδιασκέψεων η εντολή των Συμμάχων προς την
    Ελλάδα ήταν να στείλει στράτευμα στη Σμύρνη μόνο για την τήρηση της
    τάξης και την πρόληψη βιαιοτήτων εκ μέρους των Τούρκων εις βάρος του
    ελληνικού στοιχείου.
    Ένα χρόνο αργότερα, με τη Συνθήκη των Σεβρών (Αύγουστος 1920), οι
    Σύμμαχοι αναγνώρισαν στην Ελλάδα το δικαίωμα να παραμείνει στη
    Σμύρνη για πέντε χρόνια, οπότε θα διενεργούσε δημοψήφισμα, το
    αποτέλεσμα του οποίου θα έκρινε αν η Σμύρνη και η ενδοχώρα της θα
    ενσωματώνονταν στην Ελλάδα, ή θα παρέμεναν υπό την κυριαρχία της
    Τουρκίας.
    Ενόψει αυτών των όρων, και λαμβάνοντας υπόψη πως η Μικρασιατική
    Εκστρατεία ήταν η μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση του σύγχρονου
    ελληνικού κράτους, εύλογα προκύπτει το ερώτημα για το κατά πόσο ο
    Βενιζέλος ενήργησε με αδικαιολόγητη βιασύνη, χωρίς να έχει
    προηγουμένως συμβουλευθεί το Γενικό Επιτελείο Στρατού.
    Εξίσου εύλογο είναι το ερώτημα, αν ο Βενιζέλος επέτρεψε στον εαυτόν του
    να γίνει όργανο των Μεγάλων Δυνάμεων, ιδιαίτερα της Βρετανίας,
    δεδομένου ότι δεν είχε απαιτήσει διαβεβαιώσεις για την μελλοντική τους
    συμπαράσταση, διπλωματική, οικονομική και στρατιωτική, αν οι
    περιστάσεις την απαιτούσαν.
    Τα ερωτήματα αυτά θα μας απασχολήσουν την ερχόμενη εβδομάδα.
    Του Κυριάκου Αμανατίδη
    Bachelor of Arts, Melbourne University,
    Bachelor of Letters, University of New England 19

    Σημειώσεις

    1. Ο Θάνος Βερέμης είναι Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών στο
    Πανεπιστήμιο Αθηνών, και Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου
    Παιδείας.

    2. Michael Llewellyn Smith, «Το Όραμα της Ιωνίας – Η Ελλάδα στη
    Μικρά Ασία, 1919-1922», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης»,
    Αθήνα 2009, σελ. 161-172. Κύρια πηγή των πληροφοριών του
    Llewellyn Smith είναι τα έγγραφα σχετικά με την βρετανική εξωτερική
    πολιτική του Υπουργείου Εξωτερικών της Βρετανίας.

    3. Όπως πιο πάνω, σελ. 164.

    4. Όπως πιο πάνω, σελ. 163.

    5. Όπως πιο πάνω, σελ. 166 και σελ. 172.

    6. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1978,
    Τόμος ΙΕ, σελ. 115.

    7. Όπως πιο πάνω, σελ. 115

  7. diasporic on

    Λίγο πριν την Εθνική Συμφορά
    Από την Οικοσελίδα «Εκκλησία της Κϋπρου»

    Στα τέλη Μαΐου του 1922, ο πολύ δραστήριος Μητροπολίτης Πάφου
    Ιάκωβος (1910-1929) επισκεπτόταν τη Σμύρνη και επέδιδε στο
    Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομο (1910-1922), το μετέπειτα
    Εθνομάρτυρα, και στον αρχιστράτηγο Αναστάσιο Παπούλα (1859-1935)
    επιστολές του Εθνικού Συμβουλίου και της Εκκλησίας της Κύπρου, με τις
    οποίες οι Έλληνες της Κύπρου χαιρετούσαν τις νίκες του Ελληνικού
    στρατού στη Μικρά Ασία και εύχονταν η Ιωνία να ανακτήσει την
    Ελληνικότητά της.
    Ο ικανότατος αρχιστράτηγος Αναστάσιος Παπούλας τις μέρες εκείνες είχε
    αντικατασταθεί από το Γεώργιο Χατζηανέστη. Ο Μητροπολίτης Πάφου, ως
    αποσταλμένος του Εθνικού Συμβουλίου και της Εκκλησίας της Κύπρου,
    εξέφρασε το θαυμασμό και την ευγνωμοσύνη όλων των Ελλήνων για όσα ο
    αρχιστράτηγος είχε επιτελέσει στο μέτωπο. Δε έκρυψε, επίσης, τη βαθιά
    λύπη του για την αποχώρησή του από το στράτευμα.
    Στη διάρκεια της παραμονής του στην πρωτεύουσα της Ιωνίας, ύστερα από
    παράκληση του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσοστόμου, ο Μητροπολίτης
    Ιάκωβος τέλεσε, στις 29 Μαΐου, μέρα σημαδιακή για τις παλινορθωτικές
    προσδοκίες της Μεγάλης Ιδέας, τη θεία λειτουργία στον καθεδρικό ναό της
    Αγίας Φωτεινής. Στην ομιλία του, ανάμεσα στα άλλα, τόνισε την
    αλληλεγγύη του κυπριακού Ελληνισμού στον αγώνα της Ιωνίας, και
    εξέφρασε την πεποίθηση ότι μετά την απελευθέρωση των ελληνικών
    εδαφών της Μικράς Ασίας, θα ακολουθήσει και η λαμπρή εκείνη μέρα κατά
    την οποία θα κυματίσει η κυανόλευκη στις επάλξεις των κυπριακών ακτών.
    Σε συνέντευξή του στην εφημερίδα της Σμύρνης Θάρρος, την τελευταία
    μέρα του Μαΐου του καταστροφικού για τον Ελληνισμό έτους 1922, ο
    ικανότατος Μητροπολίτης Πάφου τόνισε πως ο αιώνιος πόθος των
    Κυπρίων ήταν «η ωραία νήσος να αποτελέσει μέρος αναπόσπαστον της 21

    Μεγάλης Πατρίδος μας».
    Η αισιοδοξία του κύπριου ιεράρχη προερχόταν, κυρίως, από τις ως τότε
    νίκες του ελληνικού στρατού στο μικρασιατικό μέτωπο, από το γεγονός ότι
    ο τότε Πρωθυπουργός της Βρετανίας Λόιντ Τζιορτζ άφηνε μια χαραμάδα
    ελπίδας και η αγγλική κυβέρνηση αναγνώριζε, για πρώτη φορά, τους «μη
    μωαμεθανούς κατοίκους της Κύπρου», ως «Έλληνες της Κύπρου»,
    παρόλο που δεν τους επέτρεπε να συμμετέχουν, ως εθελοντές, στον
    ελληνικό στρατό, στο μικρασιατικό μέτωπο. Τελικά η Συμφορά ήρθε, με το
    χειρότερο τρόπο να γκρεμίσει τα ονείρων των Ελλήνων.
    Η Κύπρος, μαζί με ολόκληρο τον Ελληνισμό, παρακολούθησε το άδοξο
    τέλος της εκστρατείας, θρήνησε, στο σκληρό Αύγουστο του 1922, τον
    ενταφιασμό της Μεγάλης Ιδέας και με ανέκφραστη ψυχική οδύνη
    παρακολούθησε την απώλεια της Μικράς Ασίας. Έζησε μια συμφορά που
    όμοιά της δεν υπάρχει στην ελληνική ιστορία. Ο Ελληνισμός της Κύπρου,
    με επικεφαλής την Εκκλησία, πρόσφερε γενναιόδωρα υλική και κάθε
    βοήθεια στους πρόσφυγες που κατέφθαναν στο νησί, παρά τα εμπόδια
    που παρενέβαλλε η αποικιακή κυβέρνηση.
    Ενενήντα χρόνια μετά την εθνική συμφορά, η πληγή της πυρπολημένης,
    λεηλατημένης και ατιμασμένης από τα τουρκικά στρατεύματα του Κεμάλ
    Ατατούρκ Σμύρνης, παραμένει ανοιχτή. Η λογοτεχνία, που εκφράζει με τον
    πιο όμορφο και αληθινό τρόπο τις συγκινήσεις του ελληνικού λαού, δε
    σταματά να καταγράφει, ακόμη και σήμερα, την ψυχική οδύνη του
    Ελληνισμού, που δε λέει να κοπάσει. Και η ιστορία σημειώνει πως η
    εισβολή των τούρκικων στρατευμάτων στην Κύπρο, πενήντα δυο χρόνια
    μετά τη Μικρασιατική Συμφορά, αποτελεί τη συνέχεια των οθωμανικών
    επεκτατικών βλέψεων, οι οποίες παίρνουν σάρκα και οστά με τις ευλογίες
    των δυνάμεων εκείνων που ηγούνται του λεγόμενου πολιτισμένου κόσμου,
    ο οποίος ανέλαβε να φέρει τη δικαιοσύνη και τη δημοκρατία στην
    ταραγμένη εποχή μας.
    Tου Δρ Ανδρέα Κ. Φυλακτού
    22

    Σμύρνη και 25 Οκτωβρίου 1920

    13 Το δάγκωμα μιας μαϊμούς άλλαξε την ιστορία
    της Ελλάδας

    Όπως είδαμε την περασμένη εβδομάδα, η Συνθήκη των Σεβρών
    επικυρώθηκε στις 10 Αυγούστου 1920. Με τη Συνθήκη αυτή στο
    χαρτοφύλακά του, ο Βενιζέλος επέστρεψε στην Ελλάδα με τη βεβαιότητα
    πως ο ελληνικός λαός θα τον υποδεχόταν με ενθουσιασμό, και θα τον
    συγχωρούσε για τις ταλαιπωρίες που είχε υποστεί κατά τους Βαλκανικούς
    Πολέμους του 1912-1913, τα δύο τελευταία χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου
    Πολέμου (1916-1918), και πιο πρόσφατα με την Μικρασιατική Εκστρατεία,
    που άρχισε με την απόβαση στρατεύματος στη Σμύρνη στις 15 Μαΐου
    1919.
    Ως εκ τούτου, βέβαιος για την λαϊκή αναγνώριση των διπλωματικών του
    επιτεύξεων, ο Βενιζέλος ανακοίνωσε ότι θα καλούσε τον ελληνικό λαό στις
    κάλπες στις 25 Οκτωβρίου 1920.
    Έτσι είχαν τα πράγματα, όταν στις 12 Οκτωβρίου 1920 ο βασιλιάς
    Αλέξανδρος, ο οποίος βρισκόταν στο θρόνο κατά τη διάρκεια της εξορίας
    του πατέρα του Κωνσταντίνου, πέθανε από σηψαιμία, ως αποτέλεσμα του
    δαγκώματος από μια μαϊμού, που είχαν στο παλάτι του Τατοΐου. 23

    Εν όψει αυτού του γεγονότος, ο Βενιζέλος ανέβαλε τις εκλογές για μια
    εβδομάδα ως την 1η Νοεμβρίου, για να του δοθεί χρόνος να τακτοποιήσει
    το συνταγματικό θέμα που προέκυψε από το θάνατο του Αλέξανδρου.
    Επειδή ο έκπτωτος βασιλιάς Κωνσταντίνος ήταν ανεπιθύμητος στους
    Συμμάχους, λόγω της φιλογερμανικής του στάσης κατά τη διάρκεια του Α΄
    Παγκοσμίου Πολέμου, και ο πρωτότοκος γιος του Γεώργιος δεν έχαιρε της
    εμπιστοσύνης των στελεχών του Φιλελεύθερου Κόμματος, ο Βενιζέλος
    αποφάσισε να καλέσει τον πρίγκιπα Παύλο, τον μικρότερο γιο του
    Κωνσταντίνου, για να αναλάβει το θρόνο.
    Ο Παύλος δεν αποδέχθηκε την πρόταση, με τη δικαιολογία ότι πρώτα ο
    πατέρας του, και στη συνέχεια ο μεγαλύτερος αδελφός του, δεν είχαν
    παραιτηθεί από τα δικαιώματά τους στο θρόνο.

    ΟΙ ΜΟΙΡΑΙΕΣ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 1ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1920

    Μη θέλοντας να δυσαρεστήσει τους Άγγλους, ανακηρύσσοντας αβασίλευτη
    δημοκρατία, ο Βενιζέλος αποφάσισε να κατέλθει στις εκλογές με την
    υπόσχεση ότι θα τακτοποιούσε το θέμα του θρόνου στο άμεσο μέλλον.
    Η αντιπολίτευση εκμεταλλεύτηκε αυτήν την κατάσταση, και χρησιμοποίησε
    στην προεκλογική της εκστρατεία το σύνθημα: «Βενιζέλος ή
    Κωνσταντίνος». Παράλληλα, κατηγόρησε τον Βενιζέλο ότι δεν φρόντισε να
    αποσπάσει από τους Συμμάχους εγγυήσεις για την οικονομική και
    στρατιωτική τους βοήθεια, αν οι εξελίξεις στην Μικρασιατική Εκστρατεία το
    απαιτούσαν. Επίσης, η αντιπολίτευση εσκεμμένα δημιούργησε την
    εντύπωση στο εκλογικό σώμα ότι σύντομα θα έθετε τέρμα στον
    Μικρασιατικό πόλεμο.
    Στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920 το κόμμα του Βενιζέλου υπέστη
    ταπεινωτική ήττα, παίρνοντας 118 από τις 362 έδρες, παρά το γεγονός ότι
    πήρε το 50% των ψήφων. Ούτε ο ίδιος ο Βενιζέλος επανεξελέγη, ο οποίος,
    μόλις έγιναν γνωστά τα αποτελέσματα της ήττας του, αναχώρησε για το
    Παρίσι.
    Πρώτο μέλημα της νέας κυβέρνησης ήταν η διενέργεια δημοψηφίσματος
    για την επιστροφή του εξόριστου Κωνσταντίνου. Το δημοψήφισμα έγινε για
    πολιτικούς λόγους, για να είναι σε θέση η νέα κυβέρνηση να πει στους
    Συμμάχους πως η επιστροφή του Κωνσταντίνου οφειλόταν στην επιθυμία
    του ελληνικού λαού.
    Λίγες ημέρες πριν από το δημοψήφισμα, οι Σύμμαχοι – Αγγλία, Γαλλία και
    Ιταλία – έκαναν γνωστό στην ελληνική κυβέρνηση πως θα θεωρούσαν την
    επιστροφή του Κωνσταντίνου στο θρόνο ως «μη φιλική ενέργεια», γεγονός
    που θα συνεπαγόταν την αποδέσμευσή τους από τη Συνθήκη των Σεβρών.
    Στις 21 Νοεμβρίου 1920, παραμονές του δημοψηφίσματος, οι πρεσβευτές
    της Αγγλίας, Γαλλίας και Ιταλίας εξουσιοδοτήθηκαν από τις κυβερνήσεις
    τους να γνωστοποιήσουν στην ελληνική κυβέρνηση ότι οι Σύμμαχοι θα 24

    διέκοπταν κάθε οικονομική υποστήριξη προς την Ελλάδα, αν ξαναγύριζε ο
    Κωνσταντίνος.
    Η ελληνική κυβέρνηση παρέμεινε αμετάπειστη, και προχώρησε στη
    διενέργεια του δημοψηφίσματος. Σύμφωνα με τα κρατικά στοιχεία, 99% του
    λαού ψήφισε υπέρ της επιστροφής του Κωνσταντίνου! Το ποσοστό αυτό
    είναι ενδεικτικό της έκτασης της νοθείας στο αποτέλεσμα του
    δημοψηφίσματος.
    Τον Δεκέμβριο του 1920 ο Κωνσταντίνος έφτασε στην Αθήνα και ανέλαβε
    τα βασιλικά του καθήκοντα. Από την ημερομηνία εκείνη αρχίζει η
    αντίστροφη μέτρηση της Μικρασιατικής Καταστροφής.

    Ο ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ, ΚΑΙ ΟΙ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ ΤΟΥ,
    ΥΠΕΥΘΥΝΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΗ ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΗ

    Σε άρθρο του στην αθηναϊκή εφημερίδα Ελευθεροτυπία με τίτλο «Μεγάλη
    Ιδέα, Μεγάλη Υποκρισία, Μεγάλη Καταστροφή», ο Θάνος Κακουριώτης (1),
    γράφει μεταξύ άλλων:
    «Το 1920 ο Βενιζέλος χάνει τις εκλογές και ο βασιλόφρονας Γούναρης που
    τις κερδίζει επαναφέρει τον Κωνσταντίνο, που ωσάν Δον Κιχώτης-
    Αρχιστράτηγος, ύστερα από τη μία νίκη των Ελλήνων στο Αφιόν
    Καραχισάρ, κραδαίνει τη σπάθη του έφιππος κραυγάζοντας : «Στην
    Άγκυρα!» Οι εμπειροπόλεμοι βενιζελικοί αξιωματικοί αντικαθίστανται από
    άπειρους και άπραγους φιλομοναρχικούς, ο ψυχολογικά προβληματικός
    στρατηγός Χατζηανέστης αντικαθιστά τον σώφρονα Παπούλα. Το
    χειρότερο, οι σύμμαχοι προσχηματικά και υποκριτικά αρνούνται κάθε
    βοήθεια στον ελληνικό στρατό, εφόσον κάθεται στον θρόνο γερμανόφιλος
    βασιλιάς. Οι Ελληνες μένουν εντελώς αβοήθητοι, ενώ οι Τούρκοι
    ενισχύονται από Γάλλους (κρυφά), Ιταλούς (φανερά) αλλά προπάντων τους
    Μπολσεβίκους…».
    Την επομένη των εκλογών ο Βενιζέλος προέβλεψε τη συμφορά. Η
    Πηνελόπη Δέλτα κατέγραψε τις προβλέψεις του ως ακολούθως:
    «Θα φέρουν πίσω τούτοι τον Κωνσταντίνο. Και ο Κωνσταντίνος δεν θα έχει
    την φιλοπατρία ν’ αρνηθεί. Η Συνθήκη των Σεβρών δεν θα μας σώσει. Η
    Ιταλία με το ζόρι υπέγραψε. Η Γαλλία δεν θα μας υποστηρίξει, αν φέρουν
    τον Κωνσταντίνο. Μόνη η Αγγλία δεν θα επιμείνει ή θα βάλει όρους. Εγώ
    δεν υπολόγισα ποτέ στις δυνάμεις του στρατού μας για να κρατήσουμε τα
    σύνορά μας, αλλά στις συμμαχίες και στα γενικά ευρωπαϊκά συμφέροντα. Η
    επιστροφή του Κωνσταντίνου θα διαλύσει τις συμμαχίες», (2).
    Πράγματι, μέσα σε λίγες ημέρες οι διάδοχοι του Βενιζέλου είχαν
    καταστρέψει τις διασυνδέσεις και συμμαχίες, που επί χρόνια και με την
    διπλωματική του δεινότητα είχε καλλιεργήσει ο Βενιζέλος με τις Μεγάλες
    Δυνάμεις της περιόδου εκείνης.
    Το μεγάλο λάθος των φιλομοναρχικών κυβερνήσεων ήταν ότι συνέχισαν 25

    τον πόλεμο και μετά τη διάλυση της συμμαχίας με τις Μεγάλες Δυνάμεις,
    αλλά και παρά το γεγονός ότι γνώριζαν πως ο Μουσταφά Κεμάλ δεχόταν
    μεγάλη οικονομική και στρατιωτική βοήθεια από την Ιταλία, τη Γαλλία και
    την Σοβιετική Ρωσία.
    Ακόμη μεγαλύτερο λάθος ήταν η απόρριψη από την ελληνική κυβέρνηση
    της πρότασης των Συμμάχων τον Ιούνιο του 1921 για μεσολάβηση μεταξύ
    της Ελλάδας και Τουρκίας για διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών.
    Στη φάση εκείνη της Μικρασιατικής Εκστρατείας η διαπραγματευτική
    δύναμη της Ελλάδας ήταν ισχυρή, καθότι το ελληνικό στράτευμα ήταν κατά
    πολύ ισχυρότερο από τις δυνάμεις του Κεμάλ, και η Αγγλία είχε πείσει τη
    Γαλλία να υποστηρίξει τις ελληνικές θέσεις.
    Επιπλέον, ο Κεμάλ, αβέβαιος καθώς ήταν για την τελική έκβαση του
    πολέμου, είχε αφήσει να εννοηθεί πως ήταν διατεθειμένος να αναγνωρίσει
    την αυτονομία της Σμύρνης, στο πλαίσιο του τουρκικού κράτους, και να
    συμφωνήσει στην προσάρτηση της Ανατολικής Θράκης, πλην της
    Κωνσταντινούπολης, στο ελληνικό κράτος.
    Ως και ο Βενιζέλος από το Παρίσι έστειλε μήνυμα στην ελληνική κυβέρνηση
    συμβουλεύοντάς την να δεχθεί την προσφορά των Συμμάχων.
    Η ελληνική κυβέρνηση απέρριψε την πρόταση των Συμμάχων, και αγνόησε
    τη συμβουλή του Βενιζέλου, και στις αρχές του Ιουλίου 1921 διέταξε το
    ελληνικό στράτευμα να συνεχίσει την προέλαση προς την Άγκυρα.
    Οι αποφασιστικές μάχες δόθηκαν στις όχθες του ποταμού Σαγγάριου.
    Το σχέδιο του Κεμάλ, να παρασύρει το ελληνικό στράτευμα στο εσωτερικό
    της Μικράς Ασίας, μακριά από τις βάσεις ανεφοδιασμού, πέτυχε απόλυτα.
    Σε 20.000 στρατιώτες ανήλθαν τα θύματα στις μάχες του Σαγγάριου, με
    αποτέλεσμα όχι μόνο η προέλαση του ελληνικού στρατού να αναχαιτισθεί,
    αλλά και την ανάληψη της πρωτοβουλίας των κινήσεων από τον Κεμάλ.
    Από τη μια το πεσμένο ηθικό των Ελλήνων στρατιωτών, η δυσκολία
    ανεφοδιασμού του στρατεύματος, και τα οικονομικά προβλήματα που
    αντιμετώπιζε η Ελλάδα, και από την άλλη η αναδιοργάνωση του τουρκικού
    στρατού από την στρατιωτική βοήθεια από την Ιταλία και Γαλλία, και την
    οικονομική βοήθεια από τη Ρωσία, είχαν ως αποτέλεσμα την πρωτοβουλία
    των κινήσεων να την αναλάβει ο Μουσταφά Κεμάλ.
    Μετά από αποτελμάτωση ενός χρόνου, που ευνόησε την τουρκική πλευρά,
    άρχισαν οι τουρκικές επιθέσεις στις 26 Αυγούστου 1922, όταν ο Κεμάλ
    έκρινε πως βρισκόταν σε πλεονεκτική θέση, με αποτέλεσμα
    την υποχώρηση στην αρχή, και στη συνέχεια την άτακτη φυγή, του
    ελληνικού στρατεύματος προς τη Σμύρνη και άλλες πόλεις στα δυτικά
    παράλια της Μικράς Ασίας.
    Η Μικρασιατική Εκστρατεία, που μετατράπηκε σε νεοελληνική τραγωδία,
    έκλεισε, όπως θα δούμε την ερχόμενη εβδομάδα, με την πυρπόληση της
    ελληνικότατης Σμύρνης. 26

    Του Κυριάκου Αμανατίδη
    Bachelor of Arts, Melbourne University,
    Bachelor of Letters, University of New England

    Σημειώσεις

    1. Ο Θάνος Κακουριώτης είναι ομότιμος Καθηγητής του Αριστοτέλειου
    Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.

    2. Αθηναϊκή εφημερίδα Ελευθεροτυπία, 8/12/09.

  8. diasporic on

    Ο Βενιζέλος και η Μικρασιατική Καταστροφή

    Το ερώτημα αν η αποστολή ελληνικού στρατεύματος στη Σμύρνη ήταν
    σωστή ή λαθεμένη απόφαση του Ελευθέριου Βενιζέλου, ακόμη απασχολεί
    τους ιστορικούς, 91 χρόνια αργότερα. Αυτό δεν πρέπει να μας παραξενεύει,
    γιατί η απόβαση του ελληνικού στρατεύματος στην Σμύρνη στις 15 Μαΐου
    1919 υπήρξε η πρώτη πράξη ενός δράματος που διήρκεσε κοντά
    τρεισήμισι χρόνια.
    Η τελευταία πράξη έκλεισε με την πυρπόληση της Σμύρνης τον Σεπτέμβριο 28

    του 1922, και με τον ξεριζωμό ενάμισι εκατομμυρίου Ελλήνων της Μικράς
    Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης από τις προαιώνιες
    πατρογονικές τους εστίες.
    Πίσω τους δεν άφησαν μόνο την ιστορία τριών χιλιάδων χρόνων, τους
    προγονικούς τάφους, και τις περιουσίες που απέκτησαν με το μόχθο, την
    ικανότητα και την εργατικότητά τους. Άφησαν και ένα εκατομμύριο δικούς
    τους, θύματα της εθνοκάθαρσης, που είχαν θέσει σε εφαρμογή οι
    Νεότουρκοι από το 1911.
    Εν όψει αυτών των τραγικών εξελίξεων, ο Βενιζέλος κατηγορήθηκε πως,
    παρασυρμένος από τον ενθουσιασμό του για το όραμα της Μεγάλης Ιδέας,
    δεν στάθμισε με την πρέπουσα προσοχή τα υπέρ και τα κατά της
    πρότασης των Συμμάχων για την εσπευσμένη αποστολή του ελληνικού
    στρατεύματος στην Σμύρνη.
    Αναμφίβολα, η θετική ανταπόκριση στην πρόταση των Συμμάχων αποτελεί
    την πιο επίμαχη απόφαση του Βενιζέλου καθ’ όλη τη διάρκεια του πολιτικού
    του βίου.
    Όμως, όταν εξετάζουμε τα επικριτικά σχόλια των ιστορικών για την
    απόφαση εκείνη του Βενιζέλου, δεν πρέπει να μας διαφεύγει το γεγονός ότι
    έχουν διατυπωθεί εν όψει του αποτελέσματος της Μικρασιατικής
    Εκστρατείας, το οποίο ήταν η Μικρασιατική Καταστροφή.
    Ο Βενιζέλος όμως, ή οποιοσδήποτε άλλος ήταν στη θέση του, δεν
    μπορούσε να γνωρίζει εκ των προτέρων την έκβαση της απόφασής του.
    Ιδιαίτερα δε όταν, όπως στην περίπτωση του Βενιζέλου, το πολιτικό
    σκηνικό στην Ελλάδα είχε αλλάξει ριζικά μετά τις εκλογές του Νοεμβρίου
    1920, τις οποίες έχασε ο Βενιζέλος, και οι αποφάσεις για την επέκταση των
    στρατιωτικών επιχειρήσεων, που οδήγησαν στην Μικρασιατική
    Καταστροφή, είχαν παρθεί από τους πολιτικούς του αντιπάλους, οι οποίοι
    επιπλέον ήταν αντιπαθείς στους Συμμάχους.
    Εκεί, που κατά τη γνώμη μου, κάποιοι ιστορικοί αδικούν τον Βενιζέλο, είναι
    ότι κρίνουν την απόφασή του να στείλει στράτευμα στην Σμύρνη με μόνο
    κριτήριο τους γεωστρατηγικούς στόχους της στρατιωτικής εκστρατείας.
    Με αυτό εννοώ ότι η κριτική τους επικεντρώνεται στο κατά πόσο η Ελλάδα
    είχε την στρατιωτική δύναμη να διεκδικήσει μέρος των δυτικών παραλίων
    της Μικράς Ασίας, και αν η ένταξή τους στην ελληνική επικράτεια ήταν
    βιώσιμη μακροπρόθεσμα.
    Οπωσδήποτε τα παραπάνω είναι βασικά κριτήρια για την αξιολόγηση της
    Μικρασιατικής Εκστρατείας, γιατί πράγματι ο Βενιζέλος είχε εισηγηθεί στους
    Συμμάχους την προσάρτηση στο ελληνικό κράτος της εν λόγω περιοχής.
    Δεν είναι όμως τα μόνα κριτήρια. Υπάρχουν και οι συναισθηματικοί,
    ανθρωπιστικοί, και πατριωτικοί λόγοι, που στην περίπτωση του Βενιζέλου
    είχαν μεγάλη βαρύτητα.

    Ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ ΜΕΓΑΛΩΣΕ ΚΑΤΩ ΑΠΟ ΠΑΡΟΜΟΙΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΜΕ
    ΤΟΥΣ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΕΣ 29

    Όταν μιλάμε για τον Βενιζέλο ως Εθνάρχη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είχε
    γεννηθεί στην τουρκοκρατούμενη Κρήτη το 1864.
    Το 1866, όταν ξέσπασε η επανάσταση στην Κρήτη, η οικογένειά του
    υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει το νησί, και να καταφύγει στη Σύρο, επειδή ο
    πατέρας του μικρού τότε Ελευθέριου είχε πάρει μέρος στην επανάσταση. Η
    οικογένειά του επέστρεψε στην Κρήτη το 1872, όταν ο Σουλτάνος έδωσε
    αμνηστία.
    Ο ίδιος ο Ελευθέριος ήταν από τους πρωτοστάτες στο κίνημα που ξεκίνησε
    από το Ακρωτήρι Χανίων το 1897 για την ένωση της Κρήτης με την
    Ελλάδα. Το 1905 ηγήθηκε της επανάστασης του Θέρισου για τον ίδιο
    σκοπό.
    Τον Μάιο του 1910 εξελέγη πρωθυπουργός της Κρητικής Πολιτείας, θέση
    που κράτησε μέχρι τον Οκτώβριο του ιδίου έτους, όταν μετέβηκε στην
    Ελλάδα για να αναλάβει την πρωθυπουργία του ελληνικού κράτους.
    Η Κρήτη ενώθηκε με την Ελλάδα ως αποτέλεσμα των νικηφόρων
    Βαλκανικών Πολέμων του 1912-1913, παράλληλα με την απελευθέρωση
    της Βόρειας Ελλάδας και μεγάλων νησιών του Αιγαίου. Αναντίρρητα, αυτό
    υπήρξε το μεγαλύτερο επίτευγμα του Βενιζέλου.
    Από τα παραπάνω προκύπτουν τρία κύρια σημεία αναφορικά με τον
    Βενιζέλο:

     Γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Κρήτη κατά τη διάρκεια της
    τουρκοκρατίας.

     Δοκίμασε τη γεύση του εκτοπισμού, έστω και σε ελληνικό νησί, στα
    νεανικά του χρόνια.

     Διαδραμάτισε ηγετικό ρόλο σε επαναστατικά κινήματα των Κρητικών
    κατά των Τούρκων, και υπήρξε ο κύριος συντελεστής για την ένωση
    της Κρήτης με την Ελλάδα.

    Από τα παραπάνω προκύπτει πως ο Βενιζέλος είχε όλα τα βιώματα, αλλά
    και τα όνειρα, των Μικρασιατών, και ως εκ τούτου ήταν σε καλύτερη θέση
    από τους άλλους πολιτικούς της Ελλάδας να καταλάβει τους πόθους τους
    για λυτρωμό, αλλά και να κατανοήσει την έκταση του δράματος από τις
    εκτοπίσεις και τους διωγμούς που είχαν υποστεί από το 1911 μέχρι το 30

    τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου το 1918.

    ΕΘΝΙΚΑ, ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΑ, ΤΑ ΚΙΝΗΤΡΑ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ

    Ως εκ τούτου, σημαντικός συντελεστής για την απόφαση του Βενιζέλου να
    στείλει ελληνικό στράτευμα στην Σμύρνη τον Μάιο του 1919 ήταν ο διακαής
    πόθος του να προστατέψει τους Έλληνες της Μικράς Ασίας, τη στιγμή που
    είχε την ενθάρρυνση, μάλλον προτροπή, των Συμμάχων να κινηθεί προς
    εκείνη την κατεύθυνση. Η ανθελληνική στάση της Ιταλίας δεν του επέτρεπε
    περιθώρια για ενδοιασμούς.
    Θα ήταν άδικο ο Βενιζέλος να θεωρηθεί υπόλογος για τα λάθη που
    διέπραξαν οι πολιτικοί του αντίπαλοι, υπό την ηγεσία του βασιλιά
    Κωνσταντίνου, από τον Νοέμβριο του 1920 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 1922,
    όταν ο Βενιζέλος βρισκόταν εκτός Ελλάδας.
    Σε βιβλίο του που κυκλοφόρησε πρόσφατα, ο Κωνσταντίνος Δ.
    Σβολόπουλος (1) κάνει μια διεξοδική αναφορά στην αρνητική κριτική για
    την απόφαση του Βενιζέλου να στείλει ελληνικό στρατό στην Σμύρνη.
    Συνοπτικά δίνω τους κύριους λόγους, που σύμφωνα με τον Καθηγητή
    Σβολόπουλο συνέτειναν στην απόφαση του Βενιζέλου να στείλει ελληνικό
    στράτευμα στη Σμύρνη:
    *Οι οργανωμένοι διωγμοί των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, πρώτα από τους
    Νεότουρκους από το 1911, και στη συνέχεια από την Οθωμανική
    Αυτοκρατορία κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου (1914-1918),
    αποτελούσαν για τον Βενιζέλο ένδειξη πως θα συνεχίζονταν και μετά το
    1919, από το νέο κράτος της Τουρκίας που θα αναδυόταν από τη διάλυση
    της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
    Ως εκ τούτου, η παρουσία του ελληνικού στρατεύματος στην Μικρά Ασία
    κατ’ αρχήν, και στη συνέχεια η ενσωμάτωση στην Ελλάδα μέρους των
    δυτικών παραλίων, θα παρείχαν την απαραίτητη ασφάλεια στους Έλληνες
    της Μικράς Ασίας.
    *Δεδομένου ότι οι Σύμμαχοι ήταν αποφασισμένοι να προβούν στο
    διαμελισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, περιοχές της οποίας θα
    περιέρχονταν υπό τον έλεγχό τους, ο Βενιζέλος ήταν της γνώμης πως η
    Ελλάδα είχε μεγαλύτερες διεκδικήσεις στην Μικρά Ασία από τους
    Συμμάχους, λόγω του ελληνικού στοιχείου που ζούσε στα μέρη εκείνα για
    περίπου τρεις χιλιάδες χρόνια.
    *Ο Βενιζέλος δεν είχε αμφιβολίες πως, λόγω του κύρους του μεταξύ των
    ηγετών των Συμμάχων, θα είχε την οικονομική, και στρατιωτική
    συμπαράστασή τους, αν οι συνθήκες την απαιτούσαν.
    *Ο Βενιζέλος δεν περίμενε να χάσει τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920,
    ιδίως μετά την επικύρωση της Συνθήκης των Σεβρών από τους Συμμάχους
    τον Αύγουστο του 1920, με την οποία γινόταν πραγματικότητα «η Ελλάδα
    των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών». 31

    Αλλά ούτε, προσθέτω, μπορούσε να προβλέψει ο Βενιζέλος πως σε
    περίπτωση της εκλογικής του ήττας, η νέα κυβέρνηση θα ακολουθούσε
    εκείνην την αδιανόητη πολιτική για την πορεία προς την Άγκυρα, που
    οδήγησε στην εξάντληση, και τελική ήττα, του ελληνικού στρατεύματος.
    Αν ο ίδιος επανεκλεγόταν πρωθυπουργός τον Νοέμβριο του 1920, και
    πραγματοποιούσε την ενσωμάτωση της Σμύρνης, με την ενδοχώρα της και
    τις προσκείμενες περιοχές, στο ελληνικό κράτος, η ιστορία θα τον έκρινε
    διαφορετικά.
    Κατά την άποψή μου, για την καταστροφή της Σμύρνης, και τον ξεριζωμό
    του Ελληνισμού της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης,
    υπεύθυνοι ήταν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος και οι βασιλόφρονες, και
    ανίκανες, κυβερνήσεις του.
    Την ερχόμενη εβδομάδα θα αναφερθώ στα εγκληματικά λάθη που
    διαπράχθηκαν από τις προσκείμενες στον βασιλιά Κωνσταντίνο
    κυβερνήσεις από το 1921 που οδήγησαν στην Μικρασιατική Καταστροφή.
    Θα κλείσω τη σειρά αυτή την μεθεπόμενη εβδομάδα, με την πυρπόληση
    της Σμύρνης από τα στίφη του Μουσταφά Κεμάλ τον Σεπτέμβριο του 1922,
    η οποία υπήρξε η τελευταία δραματική σκηνή της Μικρασιατικής
    Τραγωδίας…
    Του Κυριάκου Αμανατίδη
    Bachelor of Arts, Melbourne University,
    Bachelor of Letters, University of New England

    Σημείωση
    Κωνσταντίνος Δ. Σβολόπουλος «Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΕΚΤΑΣΗ ΤΗΣ
    ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΚΥΡΙΑΡΧΙΑΣ ΣΤΗ ΜΙΚΡΑ ΑΣΙΑ», Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών και
    Μελετών «ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ» και Ίκαρος Εκδοτική Εταιρία,
    Αθήνα 2009. Ο Κ. Δ. Σβολόπουλος είναι από τους πιο έγκριτους
    σύγχρονους Έλληνες ιστορικούς. Είναι ομότιμος Καθηγητής της Ιστορίας
    του Nεότερου Ελληνισμού στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και είναι επίτιμος
    Διευθυντής του Iδρύματος Mελετών Xερσονήσου του Aίμου.
    32

    ————————————————-

    Σμύρνη – Βενιζέλος, Λόυντ Τζορtz

    Ελευθέριος Βενιζέλος: ρεαλιστής ή ουτοπιστής;

    Όπως είδαμε την περασμένη εβδομάδα, τον Μάιο του 1919 στο Συμβούλιο
    Ειρήνης στο Παρίσι ο Πρωθυπουργός της Μεγάλης Βρετανίας Λόυντ
    Τζορτζ, με τη σύμφωνη γνώμη του Πρωθυπουργού της Γαλλίας Ζωρζ
    Κλεμανσώ και του Προέδρου των Η.Π.Α. Γούντροου Ουίλσον, πρότεινε
    στον Ελευθέριο Βενιζέλο να στείλει ειρηνευτική δύναμη στη Σμύρνη, για την
    προστασία του χριστιανικού πληθυσμού της.
    Βλέποντας το όνειρό του για την Μεγάλη Ιδέα να πλησιάζει την πλήρη
    πραγματοποίησή του – το πρώτο της μέρος είχε ήδη επιτευχθεί με την
    απελευθέρωση της Ηπείρου, της Μακεδονίας και των μεγάλων νησιών του
    βορειοανατολικού Αιγαίου στους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913 – ο
    Βενιζέλος ενήργησε αστραπιαία, μήπως και η Ιταλία έπειθε τις τρεις 33

    σύμμαχες χώρες να αλλάξουν την απόφασή τους.
    Με τηλεγράφημά του στις 6 Μαΐου 1919, ο Βενιζέλος ζήτησε από το
    Υπουργείο Εξωτερικών να προβεί στη λήψη μέτρων για την ετοιμότητα
    αποστολής της 1ης Μεραρχίας στρατού από τη Θεσσαλονίκη, σε τόπο που
    θα τους γνωστοποιούσε αργότερα.
    Στις 12 Μαΐου, πάλι από το Παρίσι, ο Βενιζέλος έδωσε εντολή στο
    Υπουργείο Εξωτερικών για την άμεση αποστολή του στρατεύματος στη
    Σμύρνη. Στις 15 Μαΐου το στράτευμα αποβιβάστηκε στη Σμύρνη.
    Το γεγονός ότι μια αποστολή στρατού, του μεγέθους της Μικρασιατικής
    Εκστρατείας, οργανώθηκε και διεκπεραιώθηκε μέσα σε 9 ημέρες (6 Μαΐου
    – 15 Μαΐου) σχολιάστηκε, και συνεχίζει να σχολιάζεται, επικριτικά από
    πολλούς ιστορικούς.
    Βέβαια, οι ιστορικοί έχουν το πλεονέκτημα ότι σχολιάζουν την απόφαση
    εκείνη του Βενιζέλου, γνωρίζοντας τις εξελίξεις που ακολούθησαν μετά την
    Μικρασιατική Εκστρατεία.
    Όμως, όταν ο Βενιζέλος κλήθηκε να δώσει μια επί τόπου απάντηση στην
    πρόταση των Συμμάχων με ένα «ναι» ή ένα «όχι», δεν ήταν ανθρωπίνως
    δυνατό να προβλέψει την μελλοντική αλλαγή στην στάση των Συμμάχων,
    ούτε την εμφάνιση στο τουρκικό προσκήνιο του Κεμάλ Ατατούρκ, που
    πυροδότησε την έξαψη του τουρκικού εθνικισμού.
    Ούτε βέβαια μπορούσε να φαντασθεί ο Βενιζέλος πως ενάμισι χρόνο
    αργότερα θα έχανε τις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου 1920, και πως ο
    αντιπαθής στους Συμμάχους βασιλιάς Κωνσταντίνος θα επέστρεφε στη
    Ελλάδα από την εξορία του.
    Εκείνο για το οποίο θα μπορούσε να επικριθεί ο Βενιζέλος είναι ότι, πριν
    από την απόφασή του δεν είχε συμβουλευθεί το Γενικό Επιτελείο Στρατού,
    και πως επέτρεψε τον ενθουσιασμό του, και την ειλικρινή του έγνοια για την
    προστασία του ελληνικού στοιχείου της Ιωνίας, να επισκιάσουν την
    ευθυκρισία και οξυδέρκεια που τον διέκριναν ως πολιτικό και διπλωμάτη.
    Επιπλέον, θα μπορούσε να του καταλογισθεί πως στο Συνέδριο Ειρήνης
    στο Παρίσι δεν μερίμνησε, πριν την αποστολή του στρατεύματος στη
    Σμύρνη, να εξασφαλίσει τη δέσμευση των συμμάχων για έμπρακτη
    βοήθεια, όταν οι περιστάσεις θα το απαιτούσαν. Εξάλλου έπρεπε να
    γνωρίζει, από τις μακρόχρονες συζητήσεις και διαπραγματεύσεις κατά τη
    διάρκεια του Συνεδρίου Ειρήνης στο Παρίσι, ότι η κύρια μέριμνα των
    Συμμάχων ήταν η διασφάλιση των δικών τους οικονομικών και
    γεωστρατηγικών συμφερόντων από τον προβλεπόμενο διαμελισμό της
    Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.

    ΟΙ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΑΠΟΦΑΙΝΟΝΤΑΙ

    Δεδομένου ότι η Μικρασιατική Εκστρατεία συνεχίζει να απασχολεί τους
    ιστορικούς, στη συνέχεια θα δώσω απόψεις διακεκριμένων 34

    πανεπιστημιακών για το επίμαχο αυτό θέμα, που σε μεγαλύτερο βαθμό
    από κάθε άλλο, συνέβαλε στη διαμόρφωση, και πορεία, του ελληνικού
    κράτους μετά το 1922.
    Φωτογραφία των μελών της Επιτροπής της Κοινωνίας των Εθνών. Δεξιά ο
    Βενιζέλος (Φωτο- Wikipedia) Photo of the members of the commission of
    the League of Nations created by the Plenary Session of the Preliminary
    Peace Conference, Paris, France 1919. Venizelos is on the right.
    Η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους αναφέρεται σε δήλωση στελέχους της
    βρετανικής κυβέρνησης στη Βουλή των Κοινοτήτων στις 26 Μαρτίου 1920
    ότι η Αγγλία «ουδεμίαν υποχρέωσιν οιουδήποτε είδους» είχε αναλάβει
    απέναντι στην Ελλάδα, (1).
    Στην ίδια σελίδα, το εν λόγω βιβλίο δίνει τους ακόλουθους λόγους, που
    κατά πάσα πιθανότητα έκαναν τον Βενιζέλο να αδράξει την ευκαιρία που
    του έδωσαν οι Σύμμαχοι για την αποστολή ελληνικού στρατεύματος στη
    Σμύρνη:
    «Αλλά οι διεθνείς συγκυρίες, η ήττα της Τουρκίας και η προοπτική
    διαμελισμού της, η κυρίαρχη παρουσία της Αγγλίας στα στενά και στην
    Κωνσταντινούπολη, η πεποίθηση ότι θα εφαρμοζόταν ο όρος του
    αφοπλισμού, και οι επανειλημμένες συμμαχικές δηλώσεις για υποστήριξη
    των ελληνικών διεκδικήσεων, ήταν αντίθετα παράγοντες που έδιναν στη
    συμμαχική εντολή όλα τα χαρακτηριστικά μιας σπάνιας ευκαιρίας για τις
    αλυτρωτικές βλέψεις της ελληνικής πολιτικής».
    Ο Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος, Καθηγητής νεότερης ιστορίας στο
    Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, εκφράζει πολλές επιφυλάξεις
    για την Μικρασιατική Εκστρατεία, όπως φαίνεται από την παρακάτω
    παράγραφο:
    «Ο πειρασμός (για την Μικρασιατική Εκστρατεία) ήταν ακατανίκητος: μήπως
    η αποστολή αυτή δεν έφερνε μαζί της τον γοητευτικό αντικατοπτρισμό της
    βυζαντινής αυτοκρατορίας; Το όνειρο όμως αυτό ήταν πραγματοποιήσιμο
    με διαιρεμένο τον ελληνικό λαό; Αλλά και οι ευρύτερες αντικειμενικές
    συνθήκες της εποχής έδιναν ελπίδες επιτυχίας στην επικίνδυνη αυτή
    επιχείρηση; Πάντως γεγονός είναι ότι οι «σύμμαχες» μεγάλες δυνάμεις
    έσπρωχναν την Ελλάδα σε μια τέτοια περιπέτεια, στην οποία όχι μόνο δεν
    ήταν πρόθυμες να βοηθήσουν, αλλ’ αντίθετα να κάνουν το παν για να την
    καταστρέψουν, εφόσον τα συμφέροντά τους αντιστρατεύονταν στα δικά
    της», (2).
    Ενδιαφέροντα είναι τα ακόλουθα σχόλια του Winston Churchill, ο οποίος
    την περίοδο εκείνη ήταν Υπουργός Στρατιωτικών της Αγγλίας:
    «Δεν μπορώ να καταλάβω ως σήμερα πώς οι διακεκριμένοι πολιτικοί στο
    Παρίσι, ο Ουίλσον, ο Λόυντ, ο Κλεμανσώ και ο Βενιζέλος, που η γνώση, η
    σύνεση και η επιδεξιότητά τους, τους είχαν ανυψώσει, ύστερα από τις
    σοβαρές δοκιμασίες, τόσο πάνω από τους ομοίους τους, μπόρεσαν να
    ξεγελαστούν και να προβούν σ’ ένα τόσο απερίσκεπτο και μοιραίο
    διάβημα», (3). 35

    Σε άρθρο του στην αθηναϊκή εφημερίδα Το Βήμα (12/7/2009) με τίτλο «Η
    ελληνική απόβαση και ο τουρκικός εθνικισμός», ο Π. Κ. Κιτρομηλίδης (4)
    θέτει το ερώτημα κατά πόσο η απόβαση ελληνικού στρατεύματος στη
    Σμύρνη έδωσε την ευκαιρία στον Κεμάλ Ατατούρκ να εξάψει τον τουρκικό
    εθνικισμό, με το σύνθημα ότι διακυβευόταν η εδαφική ακεραιότητα και
    ανεξαρτησία της πατρίδας του τουρκικού λαού.
    «Η απόφαση για την ελληνική απόβαση στη Σμύρνη το 1919 παραμένει η
    πιο επίμαχη και αμφισβητούμενη πολιτική πράξη του Ελευθερίου
    Βενιζέλου.
    {…} Για την τουρκική πλευρά η ελληνική απόβαση στη Σμύρνη στις 15
    Μαΐου 1919 ήταν μια ανυπόφορη πρόκληση, ριζικά διαφορετική από την
    οδυνηρή απώλεια των ευρωπαϊκών εδαφών της Οθωμανικής
    Αυτοκρατορίας κατά τους Βαλκανικούς Πολέμους. Τώρα, το 1919, φαινόταν
    ότι όντως κατέρρεε οριστικά η Τουρκία και ότι η επιβίωση του τουρκικού
    έθνους στην κοιτίδα του ετίθετο εν αμφιβόλω. Έτσι τουλάχιστον προσέλαβε
    την πρόκληση εκείνος που επρόκειτο να αποβεί διά πυρός και σιδήρου ο
    «πατέρας των Τούρκων», ο Μουσταφά Κεμάλ».
    ΟΙ ΕΚΛΟΓΕΣ ΤΗΣ 1ης ΝΟΕΜΒΡΙΟΥ 1920 ΑΛΛΑΞΑΝ ΤΟ ΠΟΛΙΤΙΚΟ
    ΣΚΗΝΙΚΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

    Ο Βενιζέλος, παρ’ όλη την προνοητικότητα που τον διέκρινε στη λήψη των
    αποφάσεών του, δεν φαίνεται να είχε λάβει υπόψη του, τον αστάθμητο
    ομολογουμένως, αλλά ελλοχεύοντα, τουρκικό εθνικισμό, ο οποίος σε
    συνδυασμό με τα λάθη που διαπράχθηκαν μετέπειτα από την ελληνική
    πλευρά, έμελλε να οδηγήσει στην Μικρασιατική Καταστροφή.
    Το ελαφρυντικό για τον Βενιζέλο είναι ότι μετά την εκλογική του ήττα τον
    Νοέμβριο του 1920, η επιστροφή του βασιλιά Κωνσταντίνου, την εξορία του
    οποίου είχαν επιβάλει οι Σύμμαχοι το 1917 για τα φιλογερμανικά του
    αισθήματα, χρησιμοποιήθηκε, κυρίως από τους Γάλλους και τους Ιταλούς,
    ως πρόσχημα για την αποδέσμευσή τους από τη Συνθήκη των Σεβρών
    που είχαν επικυρώσει τον Αύγουστο του 1920.
    Δεν ήταν μόνο η απόσυρση της υποστήριξης προς την Ελλάδα εκ μέρους
    της Ιταλίας και της Γαλλίας, αλλά και η βοήθεια, οικονομική και στρατιωτική
    από τις δύο αυτές χώρες, καθώς και από την Σοβιετική Ρωσία, προς τον
    Κεμάλ, που του έδωσαν τη δυνατότητα να αντιπαρατάξει έναν αξιόμαχο
    στρατό στο ελληνικό εκστρατευτικό σώμα. Σε αντίθεση, η Αγγλία κράτησε
    μια ουδέτερη στάση.
    Αν ο Βενιζέλος παρέμενε πρωθυπουργός καθ’ όλη τη διάρκεια της
    Μικρασιατικής Εκστρατείας, ίσως η Αγγλία να συμπαραστεκόταν στην
    Ελλάδα ενεργά, γιατί ο πρωθυπουργός της Λόυντ Τζορτζ έτρεφε μεγάλη
    εκτίμηση προς το πρόσωπο του Βενιζέλου, αλλά και γιατί η ελληνική
    παρουσία στην Μικρά Ασία εξυπηρετούσε καλύτερα τα αγγλικά
    συμφέροντα. 36

    Η συζήτηση γι’ αυτήν την όψη της Μικρασιατικής Εκστρατείας θα
    συνεχισθεί την ερχόμενη εβδομάδα.
    Του Κυριάκου Αμανατίδη
    Bachelor of Arts, Melbourne University,
    Bachelor of Letters, University of New England

    Σημειώσεις

    1. Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1978,
    Τόμος ΙΕ΄, σελ. 116.

    2. Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος «Νέα Ελληνική Ιστορία, 1204-1985»,
    Εκδόσεις Βάνια, Θεσσαλονίκη 1997, σελ. 366.

    3. Winston Churchill, “The World Crisis: The Aftermath”, London
    1929, σελ. 369. Το απόσπασμα που παρέθεσα είναι από το βιβλίο
    του Michael Llewellyn Smith, «Το Όραμα της Ιωνίας – Η Ελλάδα στη
    Μικρά Ασία, 1919-1922», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης,
    Αθήνα 2009, σελ. 173.

    4. Ο Πασχάλης Κ. Κιτρομηλίδης είναι Καθηγητής Πολιτικής Επιστήμης
    στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, και Διευθυντής του Ινστιτούτου
    Νεοελληνικών Ερευνών.
    37

  9. diasporic on

    ΣΜΎΡΝΗ – Η ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΉ ΣΤΟΝ ΞΈΝΟ ΤΎΠΟ
    14 Η. ΚΑΤΑΣΤΡΟΦΉ ΤΗΣ ΣΜΎΡΝΗΣ ΜΕΣΑ ΑΠΌ ΤΑ ΓΡΑΠΤΆ
    ΆΓΓΛΩΝ ΚΑΙ ΑΜΕΡΙΚΑΝΏΝ ΙΣΤΟΡΙΚΏΝ

    Την περασμένη εβδομάδα είδαμε πώς ο Κεμάλ Ατατούρκ, υποχωρώντας προς τα ενδότερα της Μικράς Ασίας, παρέσυρε το ελληνικό στράτευμα σε μεγάλη απόσταση από τη βάση ανεφοδιασμού του, με αποτέλεσμα την εξάντληση των στρατιωτών, την κακή διατροφή τους, και το πεσμένο ηθικό τους.

    Ενώ ο Κεμάλ αναδιοργάνωνε τον στρατό του, με την στρατιωτική και οικονομική βοήθεια από την Ιταλία, την Γαλλία και την Σοβιετική Ρωσία, οι ελληνικές δυνάμεις ακινητοποιήθηκαν σε μια περιοχή που ο χειμώνας είναι πολύ δριμύς, και η ζέστη του καλοκαιριού ανυπόφορη.

    Όταν στα τέλη του Αυγούστου 1922 ο Κεμάλ ανέλαβε την πρωτοβουλία με επίθεση σε όλο το μήκος του μετώπου, οι ελληνικές γραμμές στην περιοχή του Αφιόν Καραχισάρ έσπασαν, με αποτέλεσμα την υποχώρηση του ελληνικού στρατού, η οποία στη συνέχεια εξελίχθηκε σε άτακτη φυγή προς το Αιγαίο Πέλαγος .

    Το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού εκστρατευτικού σώματος κατέφυγε στη Σμύρνη και σε προσκείμενες περιοχές, για να επιβιβασθεί σε πλοία για επιστροφή στην Ελλάδα. Όπως θα περίμενε κανείς, τους Έλληνες στρατιώτες ακολουθούσαν πανικόβλητοι και οι Έλληνες κάτοικοι από περιοχές που περνούσαν, φοβούμενοι την αντεκδίκηση των Τούρκων.

    Για τα συμβάντα στη Σμύρνη μετά την αποχώρηση του ελληνικού στρατεύματος, και την κατάληψη της πόλης από τον τουρκικό στρατό, αντλώ τις πληροφορίες από Αμερικανούς και Άγγλους ιστορικούς και συγγραφείς, με το σκεπτικό ότι η αντικειμενικότητά τους δεν μπορεί να αμφισβητηθεί.

    Ο Τζορτζ Χόρτον, Γενικός Πρόξενος των ΗΠΑ στη Σμύρνη, ο οποίος ήταν αυτόπτης μάρτυρας των συμβάντων στη Σμύρνη κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου 1922, δίνει την ακόλουθη περιγραφή για τους Έλληνες στρατιώτες, που είχαν αποκοπεί από το κύριο σώμα του στρατού, το οποίο είχε παρακάμψει τη Σμύρνη, πηγαίνοντας σε παραπλήσιο λιμάνι για να αποβιβασθεί στα πλοία:

    «Τότε άρχισαν να φτάνουν οι ηττημένοι, σκονισμένοι και κουρελιασμένοι Έλληνες στρατιώτες, με το βλέμμα να κοιτάζει ίσια μπροστά, σαν υπνοβάτες … Χυνόντουσαν στην πόλη σε ένα ατέλειωτο ποτάμι με κατεύθυνση το σημείο της ακτής όπου είχε αποσυρθεί ο ελληνικός στόλος. Περπατούσαν σιωπηλοί, σαν φαντάσματα, χωρίς να κοιτούν ούτε δεξιά ούτε αριστερά. Κάπου κάπου, κάποιος στρατιώτης κατέρρεε από εξάντληση στο πεζοδρόμιο ή στο κατώφλι μιας πόρτας », (1).

    Από τους Έλληνες της Μικράς Ασίας, που αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους, και κατά χιλιάδες ακολούθησαν τον ελληνικό στρατό, υπολογίζεται πως γύρω στις 200.000 είχαν καταφύγει στη Σμύρνη στις αρχές του Σεπτεμβρίου 1922.

    Ενδεικτική της ανθρώπινης τραγωδίας είναι η ακόλουθη εικόνα που δίνει ο Τζορτζ Χόρτον:

    «Πολλοί από τους πρόσφυγες κουβαλούσαν τους αρρώστους στους ώμους τους. Θυμάμαι ιδιαίτερα μια γυναίκα με γκρίζα μαλλιά η οποία σερνόταν μέσα στους δρόμους της Σμύρνης κουβαλώντας στην πλάτη της το σκελετωμένο γιο της που ψηνόταν στον πυρετό. Ήταν πιο ψηλός από τη μητέρα του και τα πόδια του σερνόντουσαν στο χώμα », (2).

    Ο Άγγλος συγγραφέας Michael Llewellyn Smith δίνει την ακόλουθη περιγραφή για τους πρόσφυγες:

    «Καθώς τα μαύρα μαντάτα, διαστρεβλωμένα από τις φήμες, έφταναν συνέχεια από το εξωτερικό, το ρυάκι των προσφύγων φούσκωνε και γινόταν σταθερό ρεύμα. Με την άφιξή τους επιβεβαίωναν αυτό που ήξεραν όλοι, ότι είχε έρθει το τέλος της ελληνικής παρουσίας στη Μικρά Ασία. Οι πρόσφυγες έφταναν κατά χιλιάδες στη Σμύρνη και σε όλες τις παράλιες πόλεις. Κοιμούνταν στις εκκλησίες, στα σχολεία, στα φιλανθρωπικά ιδρύματα των Αμερικανών, στις σχολές ιεραποστόλων της ΧΑΝ, και στους δρόμους … (3).

    Στην προκυμαία της Σμύρνης είχε δημιουργηθεί το αδιαχώρητο, καθώς στρατιώτες και πολίτες προσπαθούσαν να επιβιβασθούν στα τελευταία από τα ελληνικά πλοία που έφευγαν από τη Σμύρνη, πριν φτάσει στην πόλη ο τουρκικός στρατός.

    Οι ελπίδες των Ελλήνων της Σμύρνης και των προσφύγων για εξασφάλιση μιας θέσης στα ελληνικά πλοία εξανεμίστηκαν όταν το βράδυ της 8 ης Σεπτεμβρίου είδαν ΚΑΙ ΤΑ Ταινίες Ελληνικά Πλοία ΝΑ αποπλέουν ΑΠΌ ΤΟ Λιμάνι Της Σμύρνης, με κατεύθυνση προς τη χερσόνησο της Ερυθραίας, όπου ήταν συγκεντρωμένο το μεγαλύτερο μέρος του ελληνικού στρατού.

    Το απόγευμα της ίδιας ημέρας επιβιβάστηκε στο αγγλικό πλοίο «Iron Duke» ο Ύπατος Αρμοστής της Σμύρνης, Αριστείδης Στεργιάδης, με προορισμό την Κωνσταντινούπολη, η οποία τότε ήταν υπό τη διοίκηση των Συμμάχων. Από εκεί μετέβηκε στη Γαλλία, όπου έζησε τα υπόλοιπα χρόνια της ζωής του, χωρίς ποτέ να πατήσει πόδι σε ελληνικό έδαφος.

    Για τον Στεργιάδη γράφει τα ακόλουθα ο διδάκτορας Ιστορίας Βλάσης Αγτζίδης:

    «Είναι χαρακτηριστικός-και απίστευτος-ο διάλογος Παπανδρέου-Στεργιάδη, που παραθέτει ο ιστορικός του μεσοπολέμου Γρηγόρης Δαφνής στο δίτομο έργο του« Η Ελλάς μεταξύ δύο πολέμων ». Όταν ο Στεργιάδης ανακοίνωσε στο νεαρό τότε πολιτικό Γεώργιο Παπανδρέου την επερχόμενη καταστροφή, δέχθηκε την ερώτηση: «Γιατί δεν ειδοποιείτε τον κόσμο να φύγει?». Η απάντηση του Έλληνα Αρμοστή Σμύρνης ήταν η εξής: «Καλύτερα να μείνουν εδώ να τους σφάξει ο Κεμάλ, γιατί αν πάνε στην Αθήνα θα ανατρέψουν τα πάντα!», (4).

    Ο ΤΟΥΡΚΙΚΟΣ ΣΤΡΑΤΟΣ ΜΠΑΙΝΕΙ ΣΤΗ ΣΜΥΡΝΗ

    Για την είσοδο των Τούρκων στη Σμύρνη ο Τζορτζ Χόρτον δίνει την ακόλουθη περιγραφή:

    «Γύρω στις έντεκα το πρωί της 9 ης Σεπτεμβρίου 1922 ακούστηκαν κραυγές τρόμου. Βγαίνοντας στην πόρτα του Προξενείου, είδα ένα πλήθος πρόσφυγες, κυρίως γυναίκες, να εφορμούν με τρόμο στο κτίριο αναζητώντας άσυλο …

    Μια ματιά από το μπαλκόνι που έβλεπε στην προκυμαία έκανε εμφανή την αιτία του τρόμου τους: το τουρκικό ιππικό προχωρούσε σε φάλαγγα κατά μήκος της προκυμαίας, καθ ‘οδόν προς τους στρατώνες του Διοικητηρίου στην άλλη άκρη της πόλης. Ήταν ρωμαλέοι άντρες και βάδιζαν με άψογη τάξη. Φαίνονταν καλοθρεμμένοι και ξεκούραστοι. Πολλοί ανάμεσά τους είχαν τα μογγολικά χαρακτηριστικά που συναντά κανείς μεταξύ των μουσουλμάνων της Μικράς Ασίας » , (5).

    Ο Χόρτον γράφει πως καθώς οι τελευταίοι Έλληνες στρατιώτες είχαν αποβιβασθεί στα ελληνικά πλοία το βράδυ της 8 ης Σεπτεμβρίου, οι Τούρκοι γρήγορα έγιναν οι κυρίαρχοι της Σμύρνης, και περίπολοι στρατιωτών έκαναν την εμφάνισή τους στους δρόμους της πόλης από την 9 Η. Σεπτεμβρίου.

    Δεδομένου ότι οι τελευταίοι Έλληνες στρατιώτες εγκατέλειψαν τη Σμύρνη στις 8 Σεπτεμβρίου 1922, την ευθύνη για τα επεισόδια που άρχισαν να εκδηλώνονται από τις 9 Σεπτεμβρίου, τα οποία περιγράφουν οι ξένοι ιστορικοί, την φέρνει ακέραια ο τουρκικός στρατός.

    Γράφει ο Χόρτον:

    «Το βράδυ της 9 ης Σεπτεμβρίου άρχισε Η. λεηλασία ΚΑΙ Η. σφαγή. Πυροβολισμοί ακούγονταν από διάφορες μεριές της πόλης όλη τη νύχτα, και, το επόμενο πρωί, γνήσιοι Αμερικανοί πολίτες, άνδρες και γυναίκες, έκαναν τις πρώτες αναφορές για πτώματα στους δρόμους του εσωτερικού της πόλης », (6).

    Μια από τις πιο φρικαλέες πράξεις των Τούρκων ήταν η κυριολεκτική κατακρεούργηση του Μητροπολίτη Σμύρνης Χρυσόστομου. Στις 9 Σεπτεμβρίου Τούρκοι στρατιώτες πήραν τον Μητροπολίτη από τη Μητρόπολη και τον πήγαν στο Διοικητήριο του στρατηγού Νουρεντίν, ο οποίος είχε αναλάβει τη διοίκηση της Σμύρνης.

    Στη συνέχεια, ο Νουρεντίν παράδωσε τον Μητροπολίτη στον έξαλλο όχλο έξω από το γραφείο του, να τον κάνει ό, τι ήθελε.

    Ο Michael Llewellyn Smith περιγράφει ως ακολούθως τις τελευταίες μαρτυρικές στιγμές του Μητροπολίτη Χρυσόστομου:

    «Άρπαξαν το Μητροπολίτη και κακοποιώντας τον, τον πήγαν ως το μαγαζί του Ισμαήλ, ενός Λεβαντίνου κουρέα. Εκεί έντυσαν τον Χρυσόστομο με την άσπρη μπλούζα του κουρέα και το πλήθος άρχισε να τον χτυπάει και να τον προπηλακίζει. Βγήκαν μαχαίρια, και ο όχλος έπεσε επάνω του. Προτού πεθάνει ο Μητροπολίτης ακρωτηριάστηκε φρικτά », (7).

    Στόχος των Τούρκων υπήρξαν και οι Αρμένιοι της Σμύρνης. Ο Michael Llewellyn Smith δίνει την ακόλουθη περιγραφή:

    «Τη νύχτα της 10 ης Σεπτεμβρίου, η σφαγή των Αρμενίων είχε γίνει συστηματική και πήρε μέρος σ ‘αυτήν και ο τουρκικός στρατός. Διαδραματίστηκαν φρικιαστικές σκηνές, σωστό μακελειό. Αρμένιοι που είχαν συγκεντρωθεί στις εκκλησίες τους περικυκλώθηκαν και οδηγήθηκαν στο θάνατο », (8).

    Θα ολοκληρώσω την περιγραφή της καταστροφής της Σμύρνης την ερχόμενη εβδομάδα.

    Του Κυριάκου Αμανατίδη
    Bachelor of Arts, Πανεπιστήμιο της Μελβούρνης,
    Bachelor of Letters, του Πανεπιστημίου της Νέας Αγγλίας

    Σημειώσεις

    George Horton «Η μάστιγα της Ασίας», Βιβλιοπωλείο της «Εστίας», Αθήνα 2006, σελ. 113-114.
    Όπως πιο πάνω, σελ. 113.
    Michael Llewellyn Smith , «Το Όραμα της Ιωνίας – Η Ελλάδα στη Μικρά Ασία, 1919-1922», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης », Αθήνα 2009, σελ. 517. Ο Llewellyn Smith αντλεί τις πληροφορίες του από το αρχείο του Υπουργείου Εξωτερικών της Βρετανίας.
    Αθηναϊκή εφημερίδα «Η Καθημερινή», 24/09/2000.
    Όπως το (1), σελ. 119.
    Όπως το (1), σελ. 120.
    Όπως το 3, σελ. 534.
    Όπως το (1), σελ. 126.
    ______________________________________________

  10. diasporic on

    Ενώ ο Βενιζέλος διπλασίασε την Ελλάδα,
    ο Κωνσταντίνος την δίχασε

    Την περασμένη εβδομάδα αναφέρθηκα στις εκλογές του Νοεμβρίου 1910,
    στις οποίες η παράταξη του Ελευθέριου Βενιζέλου πήρε 307 από τις 362
    έδρες. Εδώ πρέπει να γίνει η διευκρίνιση ότι στις εκλογές εκείνες δεν πήραν
    μέρος τα παλαιά μεγάλα κόμματα, και ως εκ τούτου τις έδρες τις
    μοιράστηκε η παράταξη του Βενιζέλου με κάποια μικρά κόμματα, όπως
    ήταν η ομάδα των Κοινωνιολόγων του Αλέξανδρου Παπαναστασίου, και
    διάφορους ανεξάρτητους πολιτικούς.
    Επιπλέον, ο μεγάλος αριθμός των εδρών εξηγείται από το γεγονός ότι οι
    εκλογές του 1910 έγιναν για αναθεώρηση του Συντάγματος. Σύμφωνα με
    τις τότε επικρατούσες συνταγματικές διατάξεις, ο αριθμός των εδρών σε
    εκλογές για Αναθεωρητική Βουλή ήταν διπλάσιες από τις έδρες για την
    ανάδειξη μιας κανονικής Βουλής, οι οποίες ήταν 181.
    Εκτός από τις σημαντικές εκπαιδευτικές, οικονομικές, εργασιακές και
    κοινωνικές μεταρρυθμίσεις της νέας κυβέρνησης, κύριο μέλημα του
    Βενιζέλου ήταν η αναδιοργάνωση και η ενίσχυση των Ενόπλων Δυνάμεων,
    για να καταστεί δυνατή η επίτευξη της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή της
    σταδιακής απελευθέρωσης περιοχών που ακόμη βρίσκονταν κάτω από το 43

    ζυγό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
    Έχοντας περατώσει το έργο της η Αναθεωρητική Βουλή, τον Μάρτιο του
    1912 έγιναν νέες εκλογές, στις οποίες πήραν μέρος και τα παλαιά κόμματα.
    Το κόμμα των Φιλελευθέρων, που δημιούργησε ο Βενιζέλος, εξασφάλισε
    συντριπτική πλειοψηφία, με 146 βουλευτές από τους 181 της Βουλής.
    Έχοντας εξασφαλίσει την λαϊκή ετυμηγορία, ο Βενιζέλος ρίχτηκε ακάθεκτος
    στην πραγματοποίηση των οραμάτων του για το ελληνικό έθνος.
    Τον Φεβρουάριο του 1912 η Σερβία και η Βουλγαρία, παρά τις μεταξύ τους
    εδαφικές διαφορές, υπέγραψαν συμφωνία για κοινό μέτωπο εναντίον της
    Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, και την μελλοντική διανομή των ευρωπαϊκών
    εδαφών της.
    Ο Βενιζέλος, με την οξύνοια και τη διορατικότητα που τον διέκρινε,
    διαπίστωσε πως αν η Ελλάδα δεν συμμετείχε σε αυτό το μέτωπο, δεν θα
    ήταν σε θέση να διεκδικήσει τις κατεχόμενες ελληνικές περιοχές σε
    περίπτωση απελευθέρωσής τους από τη σύμπραξη της Σερβίας και της
    Βουλγαρίας.
    Με την αποφασιστικότητα που τον χαρακτήριζε για τη λήψη των αναγκαίων
    μέτρων, όταν οι περιστάσεις το καλούσαν, και με την διπλωματική
    δεινότητα που διέθετε, ο Βενιζέλος ενήργησε αστραπιαία, και μέσα σε
    σύντομο χρονικό διάστημα πέτυχε το σχηματισμό της Βαλκανικής
    Συμμαχίας μεταξύ της Ελλάδας, της Σερβίας, της Βουλγαρίας και του
    Μαυροβουνίου.
    Οι εχθροπραξίες εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ξεκίνησαν από
    το Μαυροβούνιο στα τέλη του Σεπτεμβρίου 1912, και στη συνέχεια από τις
    αρχές Οκτωβρίου από την Ελλάδα, τη Σερβία και τη Βουλγαρία. Μέσα σε
    λίγους μήνες η Ελλάδα επανέκτησε την Ήπειρο, τις νότιες περιοχές της
    Μακεδονίας, και τα νησιά Θάσο, Χίο, Λήμνο, Σάμο και Μυτιλήνη.
    Παρόλο που τα ελληνικά στρατεύματα είχαν καταλάβει και την Βόρεια
    Ήπειρο, με το Πρωτόκολλο του Λονδίνου που αναγνωρίστηκε η ίδρυση
    ανεξάρτητου αλβανικού κράτους, και στη συνέχεια με το Πρωτόκολλο της
    Φλωρεντίας τον Δεκέμβριο του 1913, στο νεοσύστατο αλβανικό κράτος
    επιδικάστηκε η Βόρεια Ήπειρος, παρά την ελληνικότητά της με τις 120.000
    των Ελλήνων κατοίκων της.
    Τον Ιούνιο του 1913 η Βουλγαρία στράφηκε εναντίον της Σερβίας και
    Ελλάδας, και θέλησε να επεκτείνει τις κατακτήσεις της εις βάρος των
    πρώην συμμάχων της. Η σύμπραξη Ελλάδας και Σερβίας είχε ως
    αποτέλεσμα την ήττα της Βουλγαρίας, και την απελευθέρωση της
    Ανατολικής Μακεδονίας.
    Με τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους η έκταση του ελληνικού
    κράτους αυξήθηκε από 64.786 τετραγωνικά χιλιόμετρα σε 108.606, και ο
    πληθυσμός της διπλασιάστηκε από 2.666.000 στα 4.363.000.
    Κατά την άποψή μου αυτό υπήρξε το μεγαλύτερο επίτευγμα του Βενιζέλου.
    Δεν νομίζω πως άλλος πρωθυπουργός θα είχε την ενόραση, τις
    διπλωματικές δεξιότητες, την εκτίμηση των Ευρωπαίων και την υποστήριξη 44

    του ελληνικού λαού, για να αξιοποιήσει στο βαθμό που κατόρθωσε ο
    Βενιζέλος τις ιστορικές συγκυρίες προς όφελος της Ελλάδας.
    Με την απελευθέρωση της Βορείου Ελλάδας, η μέχρι τότε μικρή χώρα της
    Βαλκανικής Χερσονήσου είχε εξελιχθεί σε υπολογίσιμο παράγοντα στην
    Νοτιοανατολική Ευρώπη, που έμελλε να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στα
    δύο τελευταία χρόνια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

    ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΠΡΟΣΤΡΙΒΕΣ ΤΟΥ ΒΕΝΙΖΕΛΟΥ ΜΕ ΤΟ ΒΑΣΙΛΙΑ

    Στις 5 Μαρτίου 1913 ο βασιλιάς Γεώργιος Α΄ δολοφονήθηκε ενώ βρισκόταν
    στη Θεσσαλονίκη, μετά την απελευθέρωσή της, και στο θρόνο τον
    διαδέχθηκε ο πρίγκιπας Κωνσταντίνος Α΄.
    Εδώ αξίζει να μεταφέρω τα προφητικά λόγια του Συνταγματάρχη Νικόλαου
    Ζορμπά, ο οποίος ήταν αρχηγός του Στρατιωτικού Συνδέσμου, που είχε
    καλέσει τον Βενιζέλο στην Αθήνα να βοηθήσει στην αντιπαράθεση του
    Συνδέσμου με την ελληνική κυβέρνηση και τα Ανάκτορα.
    Όταν ο Βενιζέλος έκανε γνωστή την απόφασή του να επαναφέρει τα μέλη
    της βασιλικής οικογένειας στη διοίκηση του στρατεύματος, ο Νικόλαος
    Ζορμπάς του είπε τα ακόλουθα:
    {…} Σας εξορκίζω, κύριε Πρόεδρε να μην επιμένητε εις το ζήτημα των
    πριγκίπων και του Επιτελείου. Εάν τους επαναφέρετε θερμαίνετε εις τους
    κόλπους σας έχιδνας. Μόλις αναζωογονηθούν θα δαγκάσουν πρώτον
    υμάς, τον ζωοδότην και ευεργέτην των.
    Εύχομαι να διαψευσθώ ίνα μη ευρίσκωμαι εν ζωή διά να ίδω τα θλιβερά
    αποτελέσματα, τα οποία η μακρά πείρα μου με κάνει να προβλέπω. Μην
    παραγνωρίζετε, κύριε Πρόεδρε, την μακράν πείραν 50 ετών την οποίαν
    αποκτήσαμεν, συζώντες με τους ανθρώπους αυτούς εν Ελλάδι.
    Φοβούμαι μήπως μιαν ημέραν δαγκάσουν όχι μόνον υμάς, αλλά και τα
    ζωτικότερα συμφέροντα της χώρας αυτής. Εύχομαι ο Θεός να μας οδηγήση
    εις λύσιν προς το συμφέρον της Ελλάδος*.
    Όπως θα δούμε από τη συνέχεια αυτής της σειράς, οι φόβοι του Ν. Ζορμπά
    επαληθεύτηκαν, και στις δύο διαστάσεις τους, στην προσωπική και στην
    εθνική.
    Ο βασιλιάς Κωνσταντίνος Α΄ επανειλημμένα υποχρέωσε τον Βενιζέλο να
    παραιτηθεί από τη θέση του Πρωθυπουργού, οδηγώντας τη χώρα στον
    Εθνικό Διχασμό, και μετά την ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920,
    ήταν συνυπεύθυνος, με τους εκάστοτε πρωθυπουργούς που διόριζε, για
    την Μικρασιατική Καταστροφή.
    Πολύ συνοπτικά θα αναφερθώ στις αντιπαραθέσεις μεταξύ του
    Κωνσταντίνου και του Βενιζέλου από το 1915 μέχρι το 1917, πριν
    επικεντρωθώ στην αποστολή, από τον Βενιζέλο, ελληνικού στρατεύματος
    στη Σμύρνη τον Μάιο του 1919, και στις μετέπειτα εξελίξεις που οδήγησαν
    στην Μικρασιατική Καταστροφή του 1922, και τον ξεριζωμό του 45

    Ελληνισμού από την Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη.
    Κατά τη διάρκεια του 1913-1914 οι Νεότουρκοι, με τη συμπαράσταση και
    καθοδήγηση του Γερμανού στρατηγού Liman von Sanders, ξεκίνησαν ένα
    πρόγραμμα πιέσεων και εκτοπισμού των Ελλήνων της Ανατολικής Θράκης
    και των μικρασιατικών παραλίων του Αιγαίου και του Εύξεινου Πόντου, με
    αποτέλεσμα χιλιάδες Ελληνες να ζητούν τη σωτηρία τους καταφεύγοντας
    στην Ελλάδα ως πρόσφυγες.

    Η ΕΛΛΑΔΑ ΒΡΕΘΗΚΕ ΜΕ ΔΥΟ ΚΥΒΕΡΝΗΣΕΙΣ

    Μόλις ένα χρόνο μετά τη λήξη της δεύτερης φάσης του Βαλκανικού
    Πολέμου ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος, μεταξύ των Κεντρικών
    Δυνάμεων (Γερμανίας και Αυστροουγγαρίας) από τη μια, και της Αντάντ ή
    Τριπλής Συνεννόησης (Μεγάλης Βρετανίας, Γαλλίας και Ρωσίας) από την
    άλλη.
    Δεδομένου ότι η Οθωμανική Αυτοκρατορία και η Βουλγαρία, δύο γειτονικές
    και εχθρικά διακείμενες προς την Ελλάδα χώρες, μπήκαν στον πόλεμο στο
    πλευρό των Κεντρικών Δυνάμεων, η Ελλάδα βρέθηκε σε πολύ δύσκολη
    θέση ως προς τη στάση που έπρεπε να κρατήσει.
    Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο, λόγω των διαμετρικά
    αντίθετων αντιλήψεων μεταξύ του βασιλιά Κωνσταντίνου και του
    Πρωθυπουργού Βενιζέλου, ως προς ποια από τις δύο αντιμαχόμενες
    παρατάξεις είχε τις περισσότερες προοπτικές νίκης και εξυπηρέτησης των
    ελληνικών συμφερόντων.
    Όταν τον Σεπτέμβριο του 1915 ο Βενιζέλος κήρυξε επιστράτευση, γιατί η
    Βουλγαρία ήταν έτοιμη να επιτεθεί εναντίον της Σερβίας, με την οποία η
    Ελλάδα συνδεόταν με αμυντική συμφωνία, ο Κωνσταντίνος αρνήθηκε να
    υπογράψει το σχετικό διάταγμα, αναγκάζοντας έτσι τον Πρωθυπουργό να
    παραιτηθεί.
    Τον Οκτώβριο του 1915 οι Αγγλογάλλοι αποβίβασαν στράτευμα στη
    Θεσσαλονίκη, αφενός για να υποχρεώσουν την Ελλάδα να ενταχθεί στο
    πλευρό τους, και αφετέρου να εμποδίσουν τις βουλγαρικές και γερμανικές
    δυνάμεις να εισβάλουν στο ελληνικό έδαφος.
    Τον Σεπτέμβριο του 1916 ο Βενιζέλος, σε συνεργασία με το Ναύαρχο
    Παύλο Κουντουριώτη και τον Στρατηγό Παναγιώτη Δαγκλή, σχημάτισε
    δεύτερη κυβέρνηση, με έδρα τη Θεσσαλονίκη.
    Η κυβέρνηση της Θεσσαλονίκης σχημάτισε σώματα ενόπλων δυνάμεων, τα
    οποία πήραν μέρος στις συμμαχικές επιχειρήσεις μέχρι τη λήξη του
    πολέμου.
    Ο Εθνικός Διχασμός, απόρροια των φιλογερμανικών αισθημάτων του
    βασιλιά Κωνσταντίνου – η σύζυγός του Σοφία ήταν αδελφή του Κάιζερ της
    Γερμανίας Γουλιέλμου – διαίρεσε την Ελλάδα στους μοναρχικούς και στους 46

    βενιζελικούς, με καταστροφικές επιπτώσεις για τη χώρα κατά τα επόμενα
    χρόνια, όπως θα δούμε στη συνέχεια.
    Του Κυριάκου Αμανατίδη

    Σημειώσεις
    * Ιστορία Νεότερη και Σύγχρονη, τεύχος Γ΄, Γ΄ Λυκείου, ΟΕΔΒ, Αθήνα
    1994.
    Πηγές

     Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος «Νέα Ελληνική Ιστορία, 1204 – 1985»,
    Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1997.

     Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Τόμος ΙΕ΄, Αθήνα
    1978.
    47

    Σμύρνη – Εξελίξεις στην Ελλάδα γύρω στα 1900

    7 Οι εξελίξεις στην Ελλάδα
    πριν την εμφάνιση του Βενιζέλου στο πολιτικό
    σκηνικό

    Πριν μπω στο θέμα της Μικρασιατικής Εκστρατείας, κρίνω πως είναι
    απαραίτητη η αναφορά σε κάποιες από τις σημαντικές εξελίξεις από τα τέλη
    του 19ου αιώνα, ως την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα (1900-1910), ως
    προοίμιο για την εμφάνιση του Ελευθέριου Βενιζέλου στο πολιτικό σκηνικό
    της Ελλάδας το 1910, στο οποίο έμελλε να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό
    ρόλο κατά την επόμενη δεκαετία (1910-1920).
    Επειδή η ιστορία είναι μια συνεχόμενη ροή γεγονότων και εξελίξεων,
    νομοτελειακά συνδεδεμένων μεταξύ τους, τα ζωτικής σημασίας γεγονότα
    της δεκαετίας 1910-1920 για τη νεότερη ιστορία του έθνους μας θα ήταν
    κατά τη γνώμη μου δύσκολο, αν όχι αδύνατο, να αποτιμηθούν σε όλη τους
    την έκταση, χωρίς την ιστορική αναδρομή στα γεγονότα των
    προηγούμενων ετών.
    Ο 19ος αιώνας έληξε για την Ελλάδα με δύο επεισόδια που έπληξαν όλες
    τις εκφάνσεις της οικονομικής, πολιτικής και ιδεολογικής ζωής της χώρας.
    Στις 10 Δεκεμβρίου 1893 ο πρωθυπουργός Χαρίλαος Τρικούπης
    αναγνώρισε, σε αγόρευσή του στο Κοινοβούλιο, την πτώχευση του
    ελληνικού κράτους, όταν είπε εκείνο το κλασικό «Κύριοι, δυστυχώς,
    επτωχεύσαμεν». Mε νόμο η κυβέρνησή του περιόρισε την εξυπηρέτηση
    των τόκων κατά 30% και ανέστειλε την πληρωμή των τοκοχρεολυσίων.
    Τέσσερα χρόνια αργότερα η Ελλάδα ενεπλάκη σε πόλεμο με την
    Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο οποίος είναι γνωστός στην ιστορία ως ο
    Ελληνοτουρκικός Πόλεμος του 1897, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να ηττηθεί
    μέσα σε 30 ημέρες, και παρ’ ολίγον να χάσει τη Θεσσαλία, η οποία μόλις το
    1881 είχε προσαρτηθεί στο ελληνικό κράτος. 48

    Η Οθωμανική Αυτοκρατορία είχε κηρύξει τον πόλεμο κατά της Ελλάδας
    όταν η ελληνική κυβέρνηση αποφάσισε να στείλει στην Κρήτη μοίρα του
    ελληνικού στόλου, και στρατιωτικό σώμα, για να εμποδίσει την απόβαση
    οθωμανικών δυνάμεων στη Μεγαλόνησο, στόχος των οποίων ήταν να
    καταπνίξουν την εξέγερση των Κρητικών. Οι Κρητικοί είχαν εξεγερθεί γιατί η
    Οθωμανική Αυτοκρατορία παραβίαζε τις διατάξεις της Σύμβασης της
    Χαλέπας, με την οποία παραχωρήθηκαν στους χριστιανούς κατοίκους της
    Κρήτης δικαιώματα, τα οποία ουσιαστικά ισοδυναμούσαν με την παροχή
    καθεστώτος ημιαυτονομίας στη Μεγαλόνησο.
    Η Συνθήκη Ειρήνης, που υπογράφτηκε στην Κωνσταντινούπολη το
    Δεκέμβριο του 1897, υπήρξε ταπεινωτική για την Ελλάδα, αφού
    υποχρεώθηκε να πληρώσει πολεμική αποζημίωση τεσσάρων
    εκατομμυρίων τουρκικών λιρών, ποσό τεράστιο για τις οικονομικές
    δυνατότητες της χώρας, ιδιαίτερα μετά από τη πτώχευση του 1893.
    Η Ελλάδα αναγκάστηκε να ζητήσει δάνειο από τις Μεγάλες Δυνάμεις, με
    αποτέλεσμα να δεχθεί Διεθνή Οικονομικό Έλεγχο, απαρτιζόμενο από
    αντιπροσώπους των Δυνάμεων, οι οποίοι είχαν αναλάβει τη διαχείριση της
    ελληνικής οικονομίας μέχρι την εξόφληση του δανείου.
    Τον Σεπτέμβριο του 1898, σφαγές Ελλήνων και Άγγλων από τους
    Τούρκους στο Ηράκλειο, συντέλεσαν ώστε οι Μεγάλες Δυνάμεις να
    επέμβουν και να ζητήσουν από την Οθωμανική Αυτοκρατορία να αποσύρει
    τον στρατό της από την Κρήτη.
    Τον Δεκέμβριο του ιδίου έτους ο πρίγκιπας Γεώργιος αποβιβάσθηκε στην
    Κρήτη ως Ύπατος Αρμοστής των Μεγάλων Δυνάμεων. Η τελική ένωση της
    Κρήτης με την Ελλάδα έγινε την 1η Δεκεμβρίου 1913, μετά τους
    Βαλκανικού Πολέμους.

    Ο ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟΣ ΑΓΩΝΑΣ (1904-1908)
    Η ΕΠΟΜΕΝΗ ΠΡΟΚΛΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

    Από τα τέλη του 19ου αιώνα η Μακεδονία βρέθηκε στο επίκεντρο εδαφικών
    διεκδικήσεων από τη Βουλγαρία, η οποία μετά την πραξικοπηματική
    κατάληψη της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1885, έστρεψε την προσοχή της
    στη Μακεδονία, που την περίοδο εκείνη αποτελούσε περιφέρεια της
    Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.
    Από το 1893 η Βουλγαρία είχε αρχίσει μια κίνηση στο χώρο της
    Μακεδονίας μεταξύ του χριστιανικού πληθυσμού, με σύνθημα την
    αυτονομία της Μακεδονίας. Με άλλα λόγια, η Βουλγαρία παρουσιαζόταν ως
    υπέρμαχη των δικαιωμάτων των χριστιανών κατοίκων της Μακεδονίας.
    Αυτό για τη Βουλγαρία ήταν το πρώτο στάδιο ενός μακρόπνοου
    προγράμματος για την τελική προσάρτηση της Μακεδονίας, και την έξοδό
    της στο Αιγαίο Πέλαγος. Όταν όμως διαπίστωσε πως με την πειθώ δεν
    επιτύγχανε τον απώτερο σκοπό της, η Βουλγαρία άρχισε να χρησιμοποιεί 49

    βία, με την αποστολή ενόπλων ομάδων, και την άσκηση πίεσης στους
    Έλληνες ιερείς και δασκάλους να προσχωρήσουν στην Βουλγαρική
    Εξαρχία, απομακρυνόμενοι έτσι από το Οικουμενικό Πατριαρχείο της
    Κωνσταντινούπολης.
    Κατά το διάστημα 1904-1908 ο Μακεδονικός Αγώνας μπήκε σε νέα φάση,
    με ένοπλες συγκρούσεις μεταξύ βουλγαρικών και ελληνικών ομάδων,
    χωρίς όμως την επίσημη συμμετοχή του Ελληνικού κράτους, λόγω των
    προβλημάτων που αντιμετώπιζε, όπως ανέφερα πιο πάνω.
    Παρόλα αυτά, τα ελληνικά Προξενεία της Θεσσαλονίκης και του
    Μοναστηρίου είχαν γίνει κέντρα συντονισμού του αγώνα εναντίον των
    Βουλγάρων, ενώ ανταρτικά σώματα από Έλληνες της Μακεδονίας, αλλά
    και εθελοντές από την ελεύθερη Ελλάδα και την Κρήτη, στελεχωμένα από
    αξιωματικούς του ελληνικού στρατού, άρχισαν την ένοπλη δράση για να
    εξουδετερώσουν τις βουλγαρικές ενέργειες.
    Οι επιτυχίες των Ελλήνων στον ακήρυκτο εκείνο πόλεμο εναντίον των
    επεκτατικών σχεδίων της Βουλγαρίας τόνωσαν την αυτοπεποίθηση του
    ελληνικού έθνους, το οποίο άρχισε να διαβλέπει την πιθανότητα ανάκτησης
    των βόρειων ελληνικών περιφερειών, οι οποίες είχαν πάρει μέρος στην
    Επανάσταση του 1821, αλλά δεν είχαν κατορθώσει να απελευθερωθούν.
    Ως εκ τούτου, η Μακεδονία βρισκόταν στο πλαίσιο της Μεγάλης Ιδέας, για
    την οποία έγραψα την περασμένη εβδομάδα. Οι προκλήσεις της
    Βουλγαρίας έδωσαν το έναυσμα για την προβολή του Μακεδονικού
    Ζητήματος στην πολιτική σκηνή και στη συνείδηση του ελληνικού λαού.

    ΤΟ ΚΙΝΗΜΑ ΤΩΝ ΝΕΟΤΟΥΡΚΩΝ ΤΟ 1908

    Έτσι είχε η κατάσταση στη Μακεδονία, όταν τον Ιούνιο του 1908 έγινε το
    Κίνημα των Νεοτούρκων από αξιωματικούς του Γ΄ Σώματος του
    Οθωμανικού Στρατού, που έδρευε στη Θεσσαλονίκη.
    Στόχος των Νεοτούρκων ήταν η ανατροπή του σουλτάνου Αβδούλ Χαμίτ
    Β΄, ο οποίος βρισκόταν στη αρχή από το 1876, και είχε επιβάλει ένα
    απολυταρχικό καθεστώς.
    Οι εθνικιστές Νεότουρκοι – μεταξύ αυτών ήταν και ο Κεμάλ Πασάς,
    αργότερα γνωστός ως Ατατούρκ (πατέρας των Τούρκων) –, αφού
    κατέλαβαν τη Θεσσαλονίκη, επέβαλαν στον σουλτάνο να επαναφέρει το
    Σύνταγμα του 1876, πράγμα που έπραξε τον Ιούλιο του 1908.
    Όταν μια αντεπανάσταση εναντίον των Νεοτούρκων το 1909 απέτυχε, ο
    σουλτάνος Αβδούλ Χαμίτ Β΄ αντικαταστάθηκε από τον Μωάμεθ Ε΄, του
    οποίου οι δικαιοδοσίες περιορίστηκαν σημαντικά.
    Το σύνθημα των Νεοτούρκων για συναδελφοσύνη των εθνοτήτων,
    σεβασμό των θρησκευτικών τους δοξασιών, για ισονομία και για
    ισοπολιτεία, βρήκε μεγάλη απήχηση σε όλες τις εθνοτικές ομάδες της
    Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. 50

    Στη Μακεδονία το Κίνημα των Νεοτούρκων είχε μεγαλύτερη απήχηση,
    δεδομένου ότι ξεκίνησε από τη Θεσσαλονίκη, με αποτέλεσμα να τεθεί
    τέρμα στον Μακεδονικό Αγώνα.
    Ο Θάνος Βερέμης, Καθηγητής Πολιτικής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο
    Αθηνών, και Πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας, γράφει τα
    ακόλουθα:
    «Η είδηση της νίκης των Νεοτούρκων έγινε δεκτή με ενθουσιασμό από όλες
    τις εθνότητες της Μακεδονίας. Έλληνες, Βούλγαροι, Αρμένιοι και Τούρκοι
    αγκαλιάζονταν στους δρόμους της Θεσσαλονίκης, πανηγυρίζοντας την
    αφετηρία μιας νέας εποχής ειρηνικής συμβίωσης»*.
    Γρήγορα όμως έγινε αντιληπτό πως οι εξαγγελίες των Νεοτούρκων για
    αδελφοσύνη, ισονομία και ισοπολιτεία όλων των εθνοτήτων της
    Οθωμανικής Αυτοκρατορίας ήταν «προπέτασμα καπνού», αφού κύριος
    στόχος τους ήταν ο βίαιος εξισλαμισμός και εκτουρκισμός των μειονοτήτων
    που είχαν διατηρήσει την εθνική τους συνείδηση, τη γλώσσα τους και το
    θρήσκευμά τους.
    Ως αντίδραση σε αυτούς τους στόχους των Νεοτούρκων, αλλά και για τη
    βελτίωση των ενόπλων δυνάμεων, της διοίκησης και της παιδείας της
    χώρας, καθώς και για την απομάκρυνση του διαδόχου του Θρόνου και των
    πριγκίπων από ηγετικές στρατιωτικές θέσεις, αξιωματικοί του ελληνικού
    στρατού σχημάτισαν τον Στρατιωτικό Σύνδεσμο, ο οποίος στις 15
    Αυγούστου 1909, στο στρατόπεδο Γουδί της Αττικής οργάνωσε κίνημα,
    γνωστό ως το Κίνημα στο Γουδί.
    Για τη διαμεσολάβηση μεταξύ του κινήματος και του Θρόνου, ο
    Στρατιωτικός Σύνδεσμος κάλεσε τον Ελευθέριο Βενιζέλο, ο οποίος είχε
    πάρει μέρος στα επαναστατικά κινήματα της Κρήτης, και είχε ταχθεί υπέρ
    της ένωσης της Μεγαλονήσου με την Ελλάδα.
    Έτσι αρχίζει η παρουσία του Βενιζέλου στο προσκήνιο της ελληνικής
    πολιτικής, στην οποία θα διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο καθ’ όλη τη
    διάρκεια της δεκαετίας 1910-1920, όπως θα δούμε στις επόμενες
    εβδομάδες.
    Του Κυριάκου Αμανατίδη

    _____________________
    Σημείωση
    *Ένθετο της αθηναϊκής εφημερίδας Η Καθημερινή «Η Ελλάδα τον 20ο
    αιώνα, 1900-1910», 17 Οκτωβρίου 1999.
    Πηγές

     Απόστολος Ε. Βακαλόπουλος «Νέα Ελληνική Ιστορία, 1204 – 1985»,
    Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1997. 51

     Michael Llewellyn Smith «Το όραμα της Ιωνίας – Η Ελλάδα στη
    Μικρά Ασία, 1919-1922», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης,
    Αθήνα 2009.

     Νίκος Σβορώνος «Επισκόπηση της Νεοελληνικής Ιστορίας, Θεμέλιο,
    Αθήνα 1976.

     Θέματα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από τις πηγές»,
    Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 1992.

     Ιστορία του Ελληνικού Έθνους, Εκδοτική Αθηνών, Αθήνα 1978.
    52

    Σμύρνη – Η Μεγάλη Ιδέα

    Η Μεγάλη Ιδέα και ο Ελευθέριος Βενιζέλος

    Μετά τα εισαγωγικά κεφάλαια για την ιστορία της Σμύρνης, από την
    ερχόμενη εβδομάδα θα ασχοληθώ με την Μικρασιατική Εκστρατεία, που
    άρχισε με την αποστολή στρατεύματος στις 15 Μαΐου 1919 από τον
    Ελευθέριο Βενιζέλο για την κατάληψη της Σμύρνης, μέχρι την Μικρασιατική
    Καταστροφή, και την πυρπόληση της πόλης τον Σεπτέμβριο του 1922.
    Για να γίνει κατανοητή η προσπάθεια του Βενιζέλου να πείσει τους
    Συμμάχους για την αποστολή ελληνικού στρατεύματος στην Μικρά Ασία,
    θα χρειασθεί να γίνει μια εισαγωγική αναφορά στην Μεγάλη Ιδέα, και πώς
    αυτή επηρέασε την εξωτερική πολιτική της Ελλάδας από τα μέσα του 19ου
    αιώνα μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1920.
    Ο όρος Μεγάλη Ιδέα αποδίδεται στον Ιωάννη Κωλέττη, ο οποίος σε
    αγόρευσή του το 1844 στις εργασίες της Α΄ Εθνοσυνέλευσης, αναφέρθηκε
    στους αυτόχθονες και ετερόχθονες Έλληνες – Έλληνες που ζούσαν στην
    επικράτεια του τότε ελληνικού κράτους, και Έλληνες της υπόλοιπης
    τουρκοκρατούμενης Ελλάδας, των ελληνικών νησιών, της
    Κωνσταντινούπολης και της Μικράς Ασίας.
    Ο Ιωάννης Κωλέττης (1773 – 1847) ήταν Έλληνας αγωνιστής της
    Επανάστασης του 1821 και πολιτικός, ο οποίος επί σερά ετών είχε
    υπηρετήσει ως Υπουργός και Πρωθυπουργός του νεοσύστατου τότε
    ελληνικού κράτους.
    Στην αγόρευσή του κατά τη διάρκεια της Α΄ Εθνοσυνέλευσης τον Ιανουάριο
    του 1844 ο Κωλέττης, μεταξύ άλλων, είπε και τα ακόλουθα, σύμφωνα με
    τον Michael Llewellyn Smith:
    «Το Βασίλειο της Ελλάδος δεν είναι η Ελλάς. Αποτελεί έν μέρος μόνον, το
    πλέον μικρόν και το πλέον πτωχό της Ελλάδος… Υπάρχουν δύο μεγάλα 53

    κέντρα του Ελληνισμού. Αι Αθήναι είναι η πρωτεύουσα του Βασιλείου. Η
    Κωνσταντινούπολις είναι η μεγάλη πρωτεύουσα, η Πόλις, το όνειρο και η
    ελπίς όλων των Ελλήνων».(1)
    Στη αγόρευσή του ο Κωλέττης δεν χρησιμοποίησε τον όρο «Μεγάλη Ιδέα»,
    αλλά παρεμφερείς εκφράσεις. Οπωσδήποτε, η ερμηνεία της αγόρευσής του
    έδωσε υπόσταση στην έννοια της Μεγάλης Ιδέας, που όλοι αναζητούσαν
    για να εκφράσουν τα οράματά τους για μια Μεγάλη Ελλάδα.
    Η έννοια της Μεγάλης Ιδέας ήταν ουσιαστικά η επιδίωξη της εθνικής
    ένωσης του υπόδουλου Ελληνισμού και η ανάκτηση των χαμένων εδαφών,
    και υπήρξε το ισχυρότερο ιδεολόγημα στην Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας,
    που προβλήθηκε κατά καιρούς από διάφορους πολιτικούς, και γιγάντωσε
    τα όνειρα του ελληνικού λαού.
    Αξίζει εδώ να αναφέρω πως σε επίπεδο φραστικό, ο ποιητής Αλέξανδρος
    Σούτσος είχε προηγηθεί στη διατύπωση της Μεγάλης Ιδέας , στο θεατρικό
    έργο του με τίτλο «Ο πρωθυπουργός», το οποίο είχε εκδώσει το 1843, έναν
    χρόνο πριν από την ομιλία του Ιωάννη Κωλέττη. Ο όρος Μεγάλη Ιδέα
    συνάγεται από τους ακόλουθους στίχους:
    «Κι αν εις το Γένος ήρχετο ιδέα τις μεγάλη
    τα νεκρωμένα μέλη του εις κίνησιν να βάλη,
    κι εζήτει την προγονικήν αυτού κληρονομίαν,
    τις τολμητίας έμελλεν αντίστασιν να δείξη,
    την πάνδημον εντός κι εκτός φωνήν αυτού, να πνίξει;»

    Η λαϊκή αποδοχή κατέστησε τον νεφελώδη αυτό όρο κύριο άξονα, και
    καθοδηγητική δύναμη της ελληνικής εξωτερικής και εσωτερικής πολιτικής,
    από το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα μέχρι το 1922.
    Λέω «νεφελώδη» γιατί ποτέ δεν προσδιορίστηκαν ακριβώς οι στόχοι και οι
    τρόποι επίτευξής του, αν και σε γενικές γραμμές απέβλεπε στην
    απελευθέρωση όλων των Ελλήνων που βρίσκονταν υπό την τουρκική
    κυριαρχία, και την ενσωμάτωσή τους σε ένα έθνος-κράτος, χωρίς όμως να
    προσδιορίζει γεωγραφικά τις διαφιλονικούμενες περιοχές της τουρκικής
    κυριαρχίας.
    Με άλλα λόγια, η Μεγάλη Ιδέα συνδεόταν άρρηκτα με μια άλλη έννοια,
    σχεδόν ταυτόσημη, την έννοια του αλυτρωτισμού, ο οποίος προβαλλόταν
    ως η εθνική επιταγή και η θρησκευτική υποχρέωση για το ελληνικό κράτος.

    54

    ΕΝΣΑΡΚΩΣΗ ΤΗΣ ΜΕΓΑΛΗΣ ΙΔΕΑΣ ΣΤΟΝ 20ο ΑΙΩΝΑ Ο ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ

    Η εμφάνιση του Ελευθέριου Βενιζέλου στο πολιτικό προσκήνιο της
    Ελλάδας το 1910, οι ευνοϊκές διεθνείς συγκυρίες και οι επιτυχείς πολεμικές
    επιχειρήσεις, που έδωσαν στην Ελλάδα νέα εδάφη κατά τους Βαλκανικούς
    Πολέμους, αναβίωσαν την Μεγάλη Ιδέα.
    Για κοντά 80 χρόνια (1844-1922) η πολύσημη, και ενίοτε αντιφατική,
    Μεγάλη Ιδέα βρέθηκε στο επίκεντρο της πολιτικής, εσωτερικής και
    εξωτερικής.
    Ο Michael Llewellyn Smith, στο βιβλίο του οποίου αναφέρθηκα πιο πάνω,
    διακρίνει τρεις μορφές της Μεγάλης Ιδέας, όπως διαπιστώνουμε από το
    ακόλουθο απόσπασμα:
    «Έτσι, η Μεγάλη Ιδέα κατέληξε, στα μέσα του 19ου αιώνα, να περικλείει
    τρεις τουλάχιστον διαφορετικές τάσεις. Στην κυριολεκτική ερμηνεία της ήταν
    το ρομαντικό όνειρο της ανασύστασης της ελληνοβυζαντινής αυτοκρατορίας
    με κέντρο την Κωνσταντινούπολη.
    Ευρύτερα ήταν η βαθιά φιλοδοξία να εξαπλωθεί η ελληνική πνευματική και
    οικονομική κυριαρχία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, προκαλώντας
    βαθμιαία ανατροπή από μέσα, με μια φυσική διαδικασία που δεν ήταν
    απαραίτητο να καταλήξει σε βίαιη σύγκρουση των δύο αντίπαλων
    εθνοτήτων, Ελλήνων και Τούρκων.
    Τρίτον, η Μεγάλη Ιδέα θα μπορούσε να ερμηνευτεί μέσα στα πλαίσια του
    σύγχρονου εθνικού κράτους: προοδευτική λύτρωση των υπόδουλων
    ελληνικών περιοχών, με την ενσωμάτωσή τους στο ελληνικό κράτος,
    πράγμα που σήμαινε κατά μέτωπο σύγκρουση με την Οθωμανική
    Αυτοκρατορία.
    Παρόλο που βρίσκουμε και τις τρεις επιμέρους ιδέες να επιβιώνουν στον
    20ό αιώνα, η τρίτη ήταν εκείνη που επικράτησε». (2)
    Σημειώνω πως την δεύτερη μορφή της Μεγάλης Ιδέας, δηλαδή την
    ελληνική πνευματική και οικονομική κυριαρχία στην Οθωμανική
    Αυτοκρατορία, την εκπροσωπούσε ο Ίων Δραγούμης, ενώ την τρίτη ο
    Ελευθέριος Βενιζέλος. Αυτή η διαφορά έφερε αντιμέτωπες δύο από τις
    μεγαλύτερες προσωπικότητες της Ελλάδας κατά τη διάρκεια της πρώτης
    εικοσαετίας του 20ού αιώνα, και είχε ως αποτέλεσμα τη δολοφονία του
    Δραγούμη από ανθρώπους προσκείμενους στον Βενιζέλο, χωρίς όμως τη
    γνώση και την έγκρισή του.
    Με τους νικηφόρους Βαλκανικούς Πολέμους του 1912-1913, μεγάλο
    επίτευγμα του Βενιζέλου, ο ελληνικός λαός πείσθηκε πως μακροχρόνια η
    Μεγάλη Ιδέα θα επιτύγχανε, όχι μόνο την απελευθέρωση των υπόδουλων
    ομογενών, αλλά και την επίτευξη ενός νέου κρατικού μορφώματος,
    αντίστοιχου σε γενικές γραμμές της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
    Η απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδας στους Βαλκανικούς πολέμους, και
    τα πρώτα επιτεύγματα της Μικρασιατικής Εκστρατείας, όπως
    επικυρώθηκαν από τη Συνθήκη των Σεβρών τον Αύγουστο του 1920, 55

    φάνηκαν να επιβεβαιώνουν τη ρήση του Ελευθέριου Βενιζέλου – μάλλον
    κομπασμός ήταν – για μια Ελλάδα των δύο Ηπείρων και των πέντε
    θαλασσών.
    Αν και μελετητής των αρχαίων Ελλήνων – είχε μεταφράσει τον Επιτάφιο
    του Περικλή – ,
    ο Βενιζέλος φάνηκε ότι αγνοούσε την αντίληψη των αρχαίων τραγωδών για
    την ύβρι, την αλαζονική συμπεριφορά του ανθρώπου, που τελικά επέφερε
    την τιμωρία του. Μόνο που στην περίπτωση του Βενιζέλου την τιμωρία δεν
    την υπέστη ο ίδιος, αλλά ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, του Πόντου και
    της Ανατολικής Θράκης. Μιλάμε για την μεγαλύτερη τραγωδία που υπέστη
    το ελληνικό έθνος στην μακρόχρονη ιστορία του.
    Αν η Συνθήκη των Σεβρών του 1920 χαρακτηρίζεται από πολλούς
    ιστορικούς ως το μεγαλύτερο επίτευγμα του Βενιζέλου, η Συνθήκη της
    Λωζάνης του 1923, η οποία ήταν η απόρροια της Συνθήκης των Σεβρών,
    υπήρξε η ταφόπετρα της Μεγάλης Ιδέας, και ο «Επιτάφιος» του Βενιζέλου.
    Αποτελεί τραγική ειρωνεία ότι ο Βενιζέλος διαπραγματεύθηκε εκ μέρους της
    Ελλάδας και τις δύο παραπάνω συνθήκες, την πρώτη ως Πρωθυπουργός,
    και την δεύτερη ως εντεταλμένος της ελληνικής κυβέρνησης.
    Στην διαπραγμάτευση της Συνθήκης των Σεβρών τον είχε παρασύρει ο
    οίστρος της Μεγάλης Ιδέας, ιδιαίτερα μετά από τα επιτεύγματα των
    Βαλκανικών Πολέμων, αποτέλεσμα των οποίων ήταν ο διπλασιασμός,
    γεωγραφικός και πληθυσμιακός, της Ελλάδας.
    Ευτυχώς για το ελληνικό έθνος, στην διαπραγμάτευση της Συνθήκη της
    Λωζάνης ο Βενιζέλος επέδειξε έναν ασυνήθιστο πραγματισμό, αφού ως
    αντιπρόσωπος της ηττημένης Ελλάδας κατόρθωσε να περιορίσει τις
    αρνητικές επιπτώσεις της Μικρασιατικής Καταστροφής. Σε εκείνη την
    κρίσιμη ώρα του Ελληνισμού, ο Βενιζέλος αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον
    αλυτρωτισμό, με άλλα λόγια την Μεγάλη Ιδέα, και να αγωνιστεί όχι για την
    επέκταση των ελληνικών συνόρων, αλλά για τη διαφύλαξη της εδαφικής
    ακεραιότητας της Ελλάδας. Βέβαια δεν μπόρεσε να αποτρέψει τον
    ξεριζωμό ενάμισι εκατομμυρίου Ελλήνων από τις προαιώνιες πατρογονικές
    τους εστίες.
    Αυτές τις αντιφατικές πλευρές της προσωπικότητας του Βενιζέλου θα
    διερευνήσω, μεταξύ άλλων, στις προσεχείς εβδομάδες από τη στήλη αυτή.
    Αντιλαμβάνομαι πως αυτή η σειρά τραβάει σε μάκρος, αλλά πρόθεσή μου
    είναι να αξιοποιήσω τα πορίσματα των τελευταίων ερευνών για την
    Μικρασιατική Καταστροφή, μια περίοδο της νεότερης ιστορίας μας, η οποία
    είναι η πιο σημαντική μετά την Επανάσταση του 1821.
    Του Κυριάκου Αμανατίδη
    Σημειώσεις

    56

    1. Michael Llewellyn Smith «Το όραμα της Ιωνίας – Η Ελλάδα στη
    Μικρά Ασία, 1919-1922», Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης,
    Αθήνα 2009, σελ. 36.

    2. Όπως πιο πάνω, σελ. 37.

    Πηγές

     Michael Llewellyn Smith, όπως πιο πάνω.

     Ένθετο της αθηναϊκής εφημερίδας Η Καθημερινή «Ελευθέριος
    Βενιζέλος – 60 χρόνια από το θάνατό του», 8/12/1996.

     Ένθετο της αθηναϊκής εφημερίδας Η Καθημερινή «Η Ελλάδα τον 20ό
    αιώνα, 1910-1920», 24/10/1999.

     Θέματα Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας από τις πηγές,
    Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, Αθήνα 1992.

  11. diasporic on

    Ο εθνικός ρόλος του ελληνικού τύπου
    και θεάτρου στη Σμύρνη

    Οι ελληνικές εφημερίδες και τα ελληνικά περιοδικά που κατά καιρούς
    κυκλοφόρησαν στη Σμύρνη συνέβαλαν, παράλληλα με τα ελληνικά
    σχολεία, τα μέγιστα στη διατήρηση της ελληνικής γλώσσας, στην
    καλλιέργεια της ελληνικής συνείδησης, και στην ενημέρωση των Ελλήνων
    κατοίκων της πόλης για τις εξελίξεις στον ελλαδικό χώρο.
    Οι απόψεις που διατυπώνει για τον ελληνικό τύπο της διασποράς ο
    Καθηγητής Γιώργος Καναράκης στον Πρόλογο του βιβλίου του «Ο
    Ελληνικός Τύπος στους Αντίποδες – Αυστραλία και Νέα Ζηλανδία»
    (Εκδόσεις Γρηγόρη, Αθήνα 2000) ισχύουν εξίσου και για τον ελληνικό τύπο
    της Σμύρνης.
    Παραθέτω απόσπασμα από τον Πρόλογο:
    «Ο Τύπος της διασποράς, σε οποιαδήποτε ακραία προφυλακή και αν τον
    τοποθέτησε η ιστορική του μοίρα, είναι η ίδια η φωνή των Ελλήνων της
    διασποράς, είναι ένας καθρέφτης που αντανακλά τις ελπίδες και τα όνειρα,
    τις επιτυχίες και τις αποτυχίες, καθώς και το καθημερινό πρόσωπο της κάθε
    μιας παροικίας του Ελληνισμού στο αλλόχθονο περιβάλλον».
    Εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των ελληνικών εφημερίδων που κατά
    καιρούς κυκλοφόρησαν στη Σμύρνη. Σε 135 ανέρχονται οι εφημερίδες και 58

    τα περιοδικά που κυκλοφόρησαν από το 1821 μέχρι το 1922, σύμφωνα με
    τον Χρήστο Σολομωνίδη*. Δεδομένου ότι η έκδοση εφημερίδας και
    περιοδικού την εποχή εκείνη ήταν πολυδάπανη, και η κυκλοφορία της
    συναντούσε πολλά εμπόδια, η διάρκεια ζωής πολλών από τα 135 έντυπα
    ήταν σύντομη.
    Από τις ελληνικές εφημερίδες της Σμύρνης η μακροβιότερη
    ήταν Αμάλθεια (1838-1922), η οποία αποτελούσε παράδειγμα της
    ελληνικής δημοσιογραφικής δράσης στην Μικρά Ασία. Άλλες εφημερίδες
    που κυκλοφόρησαν κατά καιρούς ήταν: Εφημερίδα της Σμύρνης (1849-
    1855), Πρόοδος (1872-1878), Νέα Σμύρνη (1869-1912), Αρμονία (1880-
    1922), Ο Εργάτης (1908-1922)
    Αξιοσημείωτο είναι ότι μετά τον ξεριζωμό, οι εκδότες της
    εφημερίδας Αμάλθεια συνέχισαν την έκδοσή της και στην Αθήνα μέχρι τον
    Οκτώβριο του 1923, συμπληρώνοντας 85 χρόνια κυκλοφορίας.
    Θα πρέπει να σημειώσω πως η έκδοση ελληνικών εφημερίδων και
    περιοδικών στην Μικρά Ασία δεν ήταν εύκολη υπόθεση. Οι οθωμανικές
    αρχές με δυσκολία έδιναν τις σχετικές άδειες. Παράλληλα, επιβάλλονταν
    και απαγορεύσεις για την κάλυψη λαϊκών εξεγέρσεων, για παράπονα
    εναντίον Τούρκων διοικητών, και άλλα θέματα που θα πρόβαλλαν αρνητική
    εικόνα για την Οθωμανική Αυτοκρατορία.
    Η μη συμμόρφωση με τις διάφορες απαγορευτικές διατάξεις είχαν ως
    συνέπεια την κατάσχεση φύλλων των σχετικών εντύπων, απαγόρευση της
    έκδοσης για κάποιο χρονικό διάστημα, ή και φυλάκιση ή εξορία του εκδότη.
    Εν όψει αυτών των περιορισμών, οι Σμυρναίοι δημοσιογράφοι έκαναν
    χρήση υπονοούμενων και αλληγοριών για να καμουφλάρουν ειδήσεις και
    σχόλια που απαγορεύονταν από τις διάφορες διατάξεις.
    Κοινό χαρακτηριστικό των εκδοτών ελληνικών εφημερίδων της Σμύρνης
    ήταν η ευρεία τους μόρφωση, το ενδιαφέρον τους για την ομογένεια, και το
    υψηλό εθνικό τους φρόνημα. Κύριο μέλημά τους ήταν η προάσπιση των
    δικαιωμάτων των υπόδουλων Ελλήνων, και η διατήρηση της ελληνικής
    γλώσσας.
    Και κάτι παράδοξο. Όπως θα δούμε στη συνέχεια αυτής της σειράς, μετά
    την απόβαση του ελληνικού στρατεύματος στη Σμύρνη στις 15 Μαΐου, η
    πόλη παρέμεινε κάτω από ελληνική διοίκηση μέχρι τις αρχές του
    Σεπτεμβρίου 1922, όταν το ηττημένο ελληνικό στράτευμα αποχώρησε από
    την Μικρά Ασία, και οι δυνάμεις του Κεμάλ Πασά κατέλαβαν, και
    πυρπόλησαν, τη Σμύρνη.
    Για το διάστημα Μάιος 1919 – Σεπτέμβριος 1922 υπεύθυνος για τη
    διοίκηση της Σμύρνης ήταν ο Ύπατος Αρμοστής Αριστείδης Στεργιάδης, ο
    οποίος ήταν υπεύθυνος για πολλές αυθαιρεσίες εις βάρος των Ελλήνων
    της Σμύρνης.
    Ως Ύπατος Αρμοστής, ο Στεργιάδης είχε επιβάλει λογοκρισία στις
    ελληνικές εφημερίδες της Σμύρνης για ειδήσεις που αφορούσαν τις
    πολεμικές επιχειρήσεις. Αυτό ήταν ευνόητο, λόγω της εμπόλεμης 59

    κατάστασης που επικρατούσε την περίοδο εκείνη.
    Ο ζήλος του όμως, και η επιθυμία του να μην θίξει την ευαισθησία του
    τουρκικού στοιχείου, τον οδήγησαν σε απαγορεύσεις, κάποιες από τις
    οποίες προκαλούσαν την αγανάκτηση ή την ειρωνεία των Σμυρναίων,
    όπως θα δούμε από τα ακόλουθα δύο παραδείγματα.
    Όταν στις 25 Μαρτίου 1921 στη Σμύρνη γιορτάστηκαν τα 100 χρόνια από
    την Επανάσταση του 1821, ο Στεργιάδης απαγόρευσε στις ελληνικές
    εφημερίδες της πόλης να χρησιμοποιήσουν τη λέξη «Τούρκος» και τα
    παράγωγά της.
    Μια από τις εφημερίδες που είχε πρωτοσέλιδα την εικόνα του Νικηταρά του
    Τουρκοφάγου, όταν βρισκόταν στο πιεστήριο, ο εκδότης αναγκάστηκε από
    τη λεζάντα που έγραφε «Νικηταράς ο Τουρκοφάγος» να βγάλει το πρώτο
    συνθετικό «Τουρκο», και έτσι η λεζάντα έγραφε «Νικηταράς ο -φάγος».
    Σε μια άλλη περίπτωση, μια εφημερίδα έβαλε την εικόνα της πυρπόλησης
    της τουρκικής Ναυαρχίδας στο λιμάνι της Χίου. Και πάλι, με διαταγή του
    Στεργιάδη, απαγορεύτηκε στη λεζάντα να γίνει λόγος για την πυρπόληση
    της τουρκικής Ναυαρχίδας, με αποτέλεσμα η λεζάντα να γράφει
    «Κωνσταντίνος Κανάρης. Ωραία φωτοχυσία εορτής»!

    Η ΑΚΜΗ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΘΕΑΤΡΟΥ

    Το ελληνικό θέατρο στη Σμύρνη έκανε την εμφάνισή του στα μέσα του 19ου
    αιώνα. Όπως είδαμε πιο πάνω, την ίδια περίπου περίοδο ξεκίνησαν την
    κυκλοφορία τους και οι πρώτες ελληνικές εφημερίδες.
    Αυτή ήταν η εποχή που στην ελληνική κοινότητα της Σμύρνης επανήλθε η
    γαλήνη, μετά από τους διωγμούς και τις σφαγές από τους Τούρκους κατά
    τη διάρκεια της δεκαετίας του 1820, ως αντίποινα για την Ελληνική
    Επανάσταση του 1821.
    Όταν το 1841 στη Σμύρνη άρχισε τη λειτουργία του το πρώτο μεγάλο
    θέατρό της «Ευτέρπη», γαλλικοί και ιταλικοί μελοδραματικοί θίασοι άρχισαν
    να επισκέπτονται την πόλη, συμβάλλοντας έτσι στη δημιουργία ενός
    θεατρόφιλου κοινού. Η πρώτη ελληνική παράσταση δόθηκε τον
    Φεβρουάριο του 1845 στο θέατρο «Ευτέρπη», από ερασιτέχνες ηθοποιούς.
    Το 1856, μετά από πιέσεις των Μεγάλων Δυνάμεων της εποχής εκείνης,
    εκδόθηκε το σουλτανικό διάταγμα Χάττι-Χουμαγιούν (1856), με το οποίο
    επαναπροσδιορίστηκαν τα δικαιώματα των χριστιανικών μειονοτήτων της
    Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, στις οποίες παραχωρήθηκαν κάποιες
    ελευθερίες στο χώρο της παιδείας και των πολιτιστικών δραστηριοτήτων.
    Κάτω από τις ευνοϊκές αυτές συνθήκες, και σε συνάρτηση με την
    οικονομική ευημερία των Ελλήνων της Σμύρνης, από τα μέσα του 19ου
    αιώνα μέχρι την Μικρασιατική Καταστροφή το 1922 η ελληνική κοινότητα
    είχε φτάσει στο απόγειο της ακμής της. 60

    Κατά την περίοδο αυτή το ελληνικό θέατρο γνώρισε ημέρες δόξας, με τη
    δημιουργία σμυρνιώτικων θιάσων, ερασιτεχνικών και επαγγελματικών, την
    επίσκεψη θιάσων από την Αθήνα, και τη συγγραφή ελληνικών θεατρικών
    έργων ή τη μετάφραση ευρωπαϊκών.
    Το 1862 στη Σμύρνη χτίστηκε ένα μεγάλο, τριώροφο θέατρο, στο οποίο
    δόθηκε το όνομα του Ιταλού αρχιτέκτονα «Καμεράνο», αλλά ήταν γνωστό
    και ως «Θέατρο Σμύρνης». Το νέο θέατρο δεν είχε τίποτε να ζηλέψει από
    τα μεγάλα ευρωπαϊκά θέατρα. Στη συνέχεια κτίστηκαν και πολλά άλλα
    θέατρα. Μεταξύ αυτών ήταν και το «Θέατρο Σπόρτιγκ Κλαμπ», με
    ευρωπαϊκές προδιαγραφές, και με 600 θέσεις, το οποίο το 1920
    μετονομάστηκε σε «Θέατρο Κυβέλη».
    Οι Έλληνες της Σμύρνης εξελίχθηκαν σε ένα ένθερμο θεατρόφιλο κοινό, και
    ενώ στην αρχή παρακολουθούσαν ξένες παραστάσεις, κυρίως ιταλικές και
    γαλλικές, με την δημιουργία τοπικών θιάσων, και τις επισκέψεις θιάσων
    από την Αθήνα, στράφηκαν με ενθουσιασμό στο ελληνικό θέατρο, το οποίο
    παράλληλα με την ελληνική παιδεία και τις ελληνικές εφημερίδες,
    λειτούργησε ως έκφραση του ελληνικού πολιτισμού, εμπέδωση της
    ελληνικής γλώσσας, και ενίσχυση της ελληνικής συνείδησης.
    Ενδεικτικό αυτής της συμβολής του ελληνικού θεάτρου αποτελούν οι
    παραστάσεις με έργα πατριωτικού και εθνικού περιεχομένου, όπως το
    1908, με τη λήξη του Μακεδονικού Αγώνα τα θεατρικά έργα «Ο ήρως της
    Μακεδονίας», «Ο Παύλος Μελάς», το 1909 «Οι Λύκοι της Μακεδονίας», και
    το 1919 «Προ παντός η πατρίς».
    Παράλληλα με τους τοπικούς επαγγελματικούς θιάσους, και τους θιάσους
    από την Ευρώπη και την Ελλάδα, στη Σμύρνη παρατηρήθηκε και μια
    έντονη θεατρική δραστηριότητα, σε ερασιτεχνικό επίπεδο, από
    ποικιλώνυμους οργανισμούς.
    Από τις τάξεις αυτών των θεατρικών ομίλων αναδείχθηκαν επιφανή μέλη
    της σμυρναϊκής κοινότητας, τα οποία διέπρεψαν στα γράμματα, στις τέχνες
    και στις επιστήμες. Με τον ξεριζωμό του 1992 και του 1923 πολλά από τα
    άτομα αυτά μετέφεραν στην Ελλάδα το θησαυρό των γνώσεών τους,
    συμβάλλοντας σημαντικά στην αναγέννηση των ελληνικών γραμμάτων και
    τεχνών.
    Αποτελεί τραγική ειρωνεία το ότι η τελευταία θεατρική παράσταση που
    δόθηκε στη Σμύρνη τον Ιούνιο του 1922, τρεις μήνες πριν από τον
    εμπρησμό της και τον τελικό ξεριζωμό τον Σεπτέμβριο του ιδίου έτους, είχε
    τον τίτλο «Μικρασία Χαίρε».
    Την ερχόμενη εβδομάδα θα ασχοληθώ με την Μεγάλη Ιδέα, ως προοίμιο
    για τον Μικρασιατικό Πόλεμο και την Μικρασιατική Καταστροφή που
    ακολούθησε ως απόρροιά του.
    Του Κυριάκου Αμανατίδη
    τα άρθρα για τη Σμύρνη που εκτίθενται στις ΜΝΗΜΕΣ και του Κ.Α.,
    έχουν πρωτοεμφανιστεί στην εφημερίδα της Μελβούρνης
    «Νέος Κόσμος» 61

    Κύριες πηγές

     Χρήστος Σολομωνίδης, «Η δημοσιογραφία στη Σμύρνη, 1821-1922»,
    Αθήνα 1959.

     Ένθετο της αθηναϊκής εφημερίδας Ελευθεροτυπία, «Σμύρνη – Η ζωή
    και το τέλος της πόλης των ‘Γκιαούρηδων’», 12/9/2009.

     Ένθετο της αθηναϊκής εφημερίδας Η Καθημερινή «Η παιδεία στη
    Σμύρνη», 3/5/1998.

     Ένθετο της αθηναϊκής εφημερίδας Η Καθημερινή «Το Θέατρο της
    Διασποράς», 7/9/2003

     Giles Milton, “Paradise Lost, Smyrna 1922”, Sceptre, London 2008.
    62

    Σμύρνη – Ελληνική Παιδεία

    4 Τα επιτεύγματα της ελληνικής παιδείας στη
    Σμύρνη

    Την περασμένη εβδομάδα αναφέρθηκα σε διάφορες πηγές για τη σύσταση
    του πληθυσμού της Σμύρνης πριν από την απόβαση του ελληνικού
    στρατεύματος στις 15 Μαΐου 1919.
    Πριν προχωρήσω στην ανάπτυξη του θέματος, κρίνω πως χρειάζονται
    κάποια επεξηγηματικά σχόλια για τη χρονολόγηση σχετικών ιστορικών
    γεγονότων. Πολλά από τα ιστορικά ντοκουμέντα δίνουν ως ημερομηνία της
    απόβασης του ελληνικού στρατεύματος την 2η Μαΐου 1919. Η διαφορά
    οφείλεται στο γεγονός ότι κάποιοι ιστορικοί χρησιμοποιούν το παλιό
    ημερολόγιο (Ιουλιανό), σύμφωνα με το οποίο η απόβαση του στρατεύματος
    έγινε στις 2 Μαΐου, και άλλοι το νέο ημερολόγιο (Γρηγοριανό), σύμφωνα με
    το οποίο η απόβαση έγινε στις 15 Μαΐου 1919. Η διαφορά μεταξύ των δύο
    ημερολογίων είναι 13 ημέρες.
    Το Γρηγοριανό ημερολόγιο υιοθετήθηκε από την Ελλάδα το 1924, ενώ για
    την Ευρώπη ίσχυε από πολύ νωρίτερα. Για το λόγο αυτό, συχνά υπάρχει
    σύγχυση ως προς την σωστή ημερομηνία ιστορικών γεγονότων, όταν οι
    ιστορικοί δεν διευκρινίζουν ποιο από τα δύο ημερολόγια χρησιμοποιούν.
    Στις αναφορές μου σε γεγονότα που συνδέονται με τη Σμύρνη
    χρησιμοποιώ την ημερομηνία που δίνεται στις πηγές από τις οποίες αντλώ
    τις κύριες πληροφορίες, καθώς είναι δύσκολο να προσδιορίσω το 63

    συγκεκριμένο ημερολόγιο.
    Για γεγονότα που σχετίζονται με τις εσωτερικές εξελίξεις στην Ελλάδα μέχρι
    τις αρχές του 1924 κατά γενικό κανόνα οι ημερομηνίες δίνονται με βάση το
    παλιό ημερολόγιο, όπως στην περίπτωση των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου
    1920, τις οποίες έχασε ο Ελευθέριος Βενιζέλος, και αποτελούν την
    αφετηρία της Μικρασιατικής Καταστροφής.
    Για γεγονότα που αφορούν την Ελλάδα, αλλά και άλλες ευρωπαϊκές χώρες,
    η χρονολόγησή τους κυμαίνεται από ιστορικό σε ιστορικό.
    Σήμερα θα ασχοληθώ με την παιδεία στο πλαίσιο της ελληνικής παροικίας
    της Σμύρνης, η οποία κατά κοινή ομολογία έφτασε σε υψηλά επίπεδα
    επιτευγμάτων.
    Στον τομέα της παιδείας η Σμύρνη υπήρξε πρωτοπόρος μεταξύ των άλλων
    ελληνικών παροικιών στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας. Στα παράλια
    του Εύξεινου Πόντου μόνο η Τραπεζούντα θα μπορούσε να παραβληθεί
    μαζί της. Την Κωνσταντινούπολη δεν την αναφέρω, καθότι ως πρωτεύουσα
    της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, και από το 1453 της Οθωμανικής
    Αυτοκρατορίας, και έδρα του Οικουμενικού Πατριαρχείου, είχε διατηρήσει
    πολλά προνόμια, μεταξύ των οποίων και για την ελληνική παιδεία.
    Η συμβολή της ελληνικής παιδείας στην ανάπλαση του φρονήματος του
    ελληνικού στοιχείου στην Σμύρνη, αλλά και σε όλο τον μικρασιατικό και
    ποντιακό ελληνισμό, υπήρξε τεράστια.
    Από τα μέσα του 17ου αιώνα οι καταπιέσεις των χριστιανικών κοινοτήτων
    στην Μικρά Ασία από την Οθωμανική Αυτοκρατορία άρχισαν να
    χαλαρώνουν, με αποτέλεσμα τα ελληνικά σχολεία που υπήρχαν να
    λειτουργούν πιο ελεύθερα, και παράλληλα να ιδρύονται νέα σχολεία σε
    πόλεις με μεγάλες ελληνικές κοινότητες, όπως η Σμύρνη, η Φιλαδέλφεια, οι
    Πέργαμος, οι Κυδωνιές, και άλλες.
    Εξαίρεση αποτέλεσαν οι ελληνικές κοινότητες στις κεντρικές και ανατολικές
    περιοχές της Μικράς Ασίας, οι οποίες είχαν υποστεί μεγαλύτερους
    διωγμούς κατά τους πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας. Οι Έλληνες των
    περιοχών εκείνων, απομονωμένοι από τον κύριο κορμό των ελληνικών
    κοινοτήτων στις μικρασιατικές ακτές του Αιγαίου (Ιωνία) και του Εύξεινου
    Πόντου (Πόντος), γρήγορα έχασαν την ελληνική γλώσσα και έγιναν
    τουρκόφωνοι.
    Για να αποφύγουν όμως τον εξισλαμισμό, επινόησαν μια νέα μορφή
    γραπτής γλώσσας. Το Ευαγγέλιο, τα σχολικά βιβλία και οι τοπικές
    εφημερίδες χρησιμοποιούσαν την τουρκική γλώσσα, γραμμένη με ελληνικά
    γράμματα. Η μορφή αυτή της γραπτής γλώσσας έγινε γνωστή ως
    καραμανλίδικη γραφή, από την περιοχή της Καππαδοκίας γνωστή ως
    Καραμάν.
    Οι Έλληνες κάτοικοι της Καππαδοκίας στις αρχές τις δεκαετίας του 1920
    ανέρχονταν στις 45.000. Η καραμανλίδικη γραφή συνέβαλε στη διατήρηση
    από τον ελληνικό πληθυσμό της Καππαδοκίας της ορθόδοξης πίστης και
    της ελληνικής συνείδησης. Σημειώνω εδώ πως η ανταλλαγή πληθυσμών 64

    μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας κατά το 1922 και 1923 έγινε με
    κριτήριο το θρήσκευμα, και όχι τη γλώσσα.
    Οι Έλληνες της Σμύρνης, καθώς και των άλλων πόλεων στα δυτικά
    παράλια της Μικράς Ασίας (πρώην Ιωνίας), δεν διατήρησαν μόνο την
    ελληνική γλώσσα, αλλά ίδρυσαν και ελληνικά σχολεία με ευρύχωρες και
    επιβλητικές κτιριακές εγκαταστάσεις, και σύγχρονα εποπτικά μέσα και
    όργανα.

    ΘΑΥΜΑΣΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΚΗ ΣΧΟΛΗ

    Το πρώτο από τα μεγάλα σχολεία της Σμύρνης, το οποίο μνημονεύεται σε
    ιστορικές πηγές είναι η Ευαγγελική Σχολή, η οποία θεωρείται το καύχημα
    των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων της πόλης, ΜΕ έτος ίδρυσης το 1717 (άλλες
    πηγές δίνουν το 1733 ως έτος ίδρυσης της Σχολής).
    Το κύρος της Ευαγγελικής Σχολής ήταν τέτοιο, που από το 1861 οι
    απόφοιτοί της εγγράφονταν χωρίς εξετάσεις στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.
    Το 1747 η Σχολή αυτονομήθηκε από την Ελληνική Κοινότητα της Σμύρνης,
    και τέθηκε κάτω από την προστασία της Μεγάλης Βρετανίας, προφανώς
    για την πλέον απρόσκοπτη λειτουργία της, υπό το καθεστώς των διεθνών
    διομολογήσεων.
    Ο όρος διομολογήσεις χρησιμοποιείται για τις αμοιβαίες συμφωνίες για
    παροχή προνομίων σε υπηκόους ισχυρών κρατών, όπως η Μεγάλη
    Βρετανία, η Γαλλία, οι Η.Π.Α, που ζούσαν ή είχαν επιχειρήσεις στην
    Οθωμανική Αυτοκρατορία.
    Με την πάροδο του χρόνου ιδρύθηκε και Εμπορική Σχολή, ως παράρτημα
    της Ευαγγελικής Σχολής, τμήμα διδασκαλίας ξένων γλωσσών, καθώς και
    Διδασκαλείο για την εκπαίδευση δημοδιδασκάλων.
    Στην Ευαγγελική Σχολή δίδαξαν διαπρεπείς λόγιοι, παιδαγωγοί και
    επιστήμονες, συμβάλλοντας στην ολοκληρωμένη και τέλεια μόρφωση των
    μαθητών τους.
    Μεταξύ των μαθητών της ήταν ο Αδαμάντιος Κοραής, ο Πατριάρχης
    Γρηγόριος ο Ε΄, ο ποιητής Στέλιος Σπεράντζας, ο μουσικός και
    ακαδημαϊκός Μανώλης Καλομοίρης, και ο πασίγνωστος εφοπλιστής
    Αριστοτέλης Ωνάση, αλλά και πολλοί άλλοι που αναδείχτηκαν ως λόγιοι,
    επιστήμονες, κληρικοί, καλλιτέχνες και επιχειρηματίες, οι οποίοι συνέβαλαν
    σημαντικά στην πνευματική και οικονομική ζωή της Σμύρνης, και μετέπειτα
    της Ελλάδας, αλλά και στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του ελληνικού
    έθνους.
    Σημειωτέον ότι η Ευαγγελική Σχολή προσέλκυε μαθητές και από άλλες
    πόλεις της Μικράς Ασίας, καθώς και από τα ελληνικά νησιά του Αιγαίου.
    Η Ευαγγελική Σχολή περιλάμβανε Βιβλιοθήκη με γύρω στις 50.000 βιβλία,
    σπάνια χειρόγραφα, καθώς και αρχαιολογικό μουσείο με πολύτιμα
    αντικείμενα και νομίσματα. 65

    Το παράδειγμα της Ευαγγελικής Σχολής ακολούθησαν και άλλα
    εκπαιδευτικά ιδρύματα, κοινοτικά και ιδιωτικά, καθώς και το
    Ελληνογερμανικό Λύκειο Γιαννίκη και το Ελληνογαλλικό Λύκειο Αρώνη.

    ΠΡΩΤΟΠΟΡΙΑΚΑ ΤΑ ΠΑΡΘΕΝΑΓΩΓΕΙΑ ΤΗΣ ΣΜΥΡΝΗΣ

    Παρά το γεγονός ότι οι αντιλήψεις των Τούρκων δεν ευνοούσαν τη
    μόρφωση των γυναικών, στην Σμύρνη το πρώτο ελληνικό σχολείο θηλέων
    άρχισε να λειτουργεί, αν και σε περιορισμένη κλίμακα, από το 1830.
    Πρόκειται για το «Παρθεναγωγείο της Αγίας Φωτεινής», το οποίο αργότερα
    μετονομάστηκε σε «Κεντρικό Παρθεναγωγείο».
    Όταν αναλογισθούμε ότι το 1830 η Ελλάδα ανακηρύχθηκε αυτόνομο
    κράτος, και το 1832 ανεξάρτητο κράτος, αντιλαμβανόμαστε πόσο
    προηγμένη ήταν η παιδεία στη Σμύρνη την εποχή εκείνη.
    Το πιο φημισμένο από τα σχολεία θηλέων ήταν το «Ομήρειο
    Παρθεναγωγείο», το οποίο ιδρύθηκε το 1881. Το παρθεναγωγείο αυτό
    σύντομα δημιούργησε και διδασκαλείο, στο οποίο εκτός από τις
    ελληνοπούλες της Σμύρνης είχε και οικότροφους από διάφορα μέρη της
    Μικράς Ασίας. Μετά την αποφοίτησή τους, τα κορίτσια εκείνα επέστρεφαν
    στους τόπους καταγωγής τους, όπου δημιουργούσαν νέα σχολεία θηλέων.
    Με την εκμάθηση της ελληνικής γλώσσας, αλλά και την ευρύτερη
    εγκυκλοπαιδική τους μόρφωση, οι νέες κοπέλες εντάσσονταν με
    μεγαλύτερη ευκολία στις τοπικές κοινότητες, και όταν αποκτούσαν
    οικογένειες γαλουχούσαν τα παιδιά τους στα νάματα της ελληνικής
    παιδείας, συμβάλλοντας έτσι στη διατήρηση της ελληνικής τους
    συνείδησης.
    Στον τομέα της παιδείας μπορεί να ενταχθεί και το «Ελληνικό
    Ορφανοτροφείο Σμύρνης», το οποίο ιδρύθηκε το 1870. Οι οικότροφοι του
    Ορφανοτροφείου παρακολουθούσαν μαθήματα μέχρι την Πέμπτη τάξη του
    Δημοτικού Σχολείου, ενώ ταυτόχρονα μάθαιναν διάφορες τέχνες.
    Στο ίδρυμα εκείνο χιλιάδες ορφανά έμαθαν την ελληνική γλώσσα,
    εξοπλίστηκαν με τεχνικές γνώσεις για να ενταχθούν σε διάφορα
    επαγγέλματα, και βρήκαν τη στοργή και την αγάπη, που στερήθηκαν από
    την απώλεια των γονιών τους σε νεαρή ηλικία.
    Παράλληλα με τα προαναφερθέντα μεγάλα εκπαιδευτικά ιδρύματα, στην
    Σμύρνη είχαν λειτουργήσει και 16 σχολεία στα προάστιά της, καθώς και
    γύρω στα 80 ιδιωτικά σχολεία.
    Από τα παραπάνω συνάγεται το συμπέρασμα πως η ελληνικότητα της
    Σμύρνης μέχρι τον τραγικό Σεπτέμβριο του 1922 δεν οφειλόταν μόνο στον
    μεγάλο αριθμό των Ελλήνων κατοίκων της, αλλά και στην υψηλού
    επιπέδου ελληνική παιδεία, η οποία υπήρξε το υπόβαθρο του
    Μικρασιατικού Ελληνισμού.
    Την ερχόμενη εβδομάδα θα κάνω μια επισκόπηση άλλων πτυχών από τη 66

    ζωή των Ελλήνων της Σμύρνης, όπως ο ελληνικός τύπος, το θέατρο, η
    βιομηχανία και το εμπόριο, και γενικά η κοινωνική ζωή, πριν προχωρήσω
    στον Μικρασιατικό Πόλεμο, και στην Μικρασιατική Καταστροφή που
    ακολούθησε, με όλα τα τραγικά συνακόλουθά της.
    Του Κυριάκου Αμανατίδη

    Κύριες πηγές
    * Ένθετο της αθηναϊκής εφημερίδας Ελευθεροτυπία, «Σμύρνη – Η ζωή και το τέλος της πόλης
    των ‘Γκιαούρηδων’», 12/9/2009.
    * Ένθετο της αθηναϊκής εφημερίδας Η Καθημερινή «Η παιδεία στη Σμύρνη», 3/5/1998 του
    Χρήστου Σολδάτου.
    * Διάφορα βιβλία ιστορίας και ιστορικά ντοκουμέντα.

  12. diasporic on

    Σμύρνη – Εστία του μικρασιατικού
    Ελληνισμού
    Την περασμένη εβδομάδα έκανα μια σύντομη αναδρομή στην ιστορία της
    Σμύρνης από την αρχαιότητα μέχρι την κατάληψή της από τους 68

    Οθωμανούς Τούρκους το 1424, είκοσι εννέα χρόνια πριν από την άλωση
    της Κωνσταντινούπολης το 1453.
    Οι δύο πρώτοι αιώνες της τουρκοκρατίας υπήρξαν ιδιαίτερα σκληροί για
    τον μικρασιατικό Ελληνισμό, με την αφομοίωση που επιδιώχθηκε με τα
    μέτρα του εξισλαμισμού, και με το παιδομάζωμα.
    Στα μέσα του 19ου αιώνα οι Μεγάλες Δυνάμεις επέβαλαν στην Οθωμανική
    Αυτοκρατορία να προβεί σε κάποιες μεταρρυθμίσεις αναφορικά με τις
    χριστιανικές κοινότητες στην επικράτειά της.
    Το σουλτανικό Διάταγμα του 1856, γνωστό ως Χάττι Χουμαγιούν, έδωσε
    ώθηση στις σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις της περιόδου εκείνης.
    Με το εν λόγω Διάταγμα διευρύνονταν οι θρησκευτικές ελευθερίες που
    ίσχυαν μέχρι τότε, και δινόταν η δυνατότητα σε κάθε ελληνική κοινότητα της
    αυτοκρατορίας να ιδρύει και να διατηρεί δικά της σχολεία.
    Πριν στη συνέχεια επικεντρωθώ στην δημογραφική σύσταση του
    πληθυσμού της Σμύρνης, αλλά και στις διάφορες πτυχές της κοινωνικής και
    πολιτιστικής της ζωής, κρίνω πως θα βοηθήσει να διαμορφώσουμε γνώμη
    για την ελληνικότητα της Ιωνίας, δηλαδή των δυτικών παραλίων της Μικράς
    Ασίας. Για το σκοπό αυτό παραθέτω σχετικό απόσπασμα από βιβλίο του
    George Horton (Τζορτζ Χόρτον), ο οποίος ήταν Γενικός Πρόξενος των
    Η.Π.Α. στη Σμύρνη κατά τις περιόδους 1911-1917 και 1919-1922.
    Πρόκειται για το βιβλίο The Blight ofAsia, 1926 – σε ελληνική μετάφραση Η
    Μάστιγα της Ασίας, έκτη έκδοση, Εστία 2006:
    «Ο ελληνικός πολιτισμός άνθησε ξανά και ξανά στην Μικρά Ασία, για να
    ποδοπατηθεί από Ασιάτες εισβολείς. Στο απόγειό του δημιούργησε τις
    αθάνατες πόλεις της Περάμου, της Σμύρνης, της Κολοφώνας, της
    Φιλαδέλφειας, της Εφέσου και της Αλικαρνασσού. Σε ολόκληρη τη χώρα
    υπήρχαν διασκορπισμένες άλλες μικρότερες πόλεις που τις στόλιζαν
    σχολές καλών τεχνών και όμορφοι ναοί. Από εκεί ξεπήδησαν διάσημοι
    φιλόσοφοι και ποιητές. Η Ιωνία είναι το μαρμάρινο νεκροταφείο των
    αρχαίων ελληνικών πόλεων και κωμοπόλεων, προς τις οποίες στρέφεται
    όλο και περισσότερο το ενδιαφέρον Αμερικανών μελετητών», σελίδα 98.
    Τους δύο πρώτους αιώνες της τουρκοκρατίας ο ελληνικός πληθυσμός της
    Σμύρνης είχε περιορισθεί, και η πόλη είχε χάσει το γόητρο που είχε
    αποκτήσει, σαν κέντρο της ελληνικής Ιωνίας στα δυτικά παράλια της
    Μικράς Ασίας κατά τη διάρκεια των Κλασικών χρόνων, της Ελληνιστικής
    περιόδου, της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.
    Δεν άργησε όμως, λόγω της εξαιρετικής γεωγραφικής της θέσης, να
    επανακτήσει το παλιό της γόητρο, και να καταστεί εκ νέου μεγάλο εμπορικό
    κέντρο, για την εξαγωγή γεωργικών προϊόντων από την Ανατολή, και την
    εισαγωγή βιομηχανικών προϊόντων από τη Δύση.
    Η ανάκαμψη της οικονομίας της Σμύρνης είχε ως αποτέλεσμα και την
    αύξηση των Ελλήνων κατοίκων της, όταν από το τέλος του 17ου αιώνα
    άρχισε να παρατηρείται μετακίνηση Ελλήνων από τα παρακείμενα νησιά, 69

    αλλά και από την ηπειρωτική Ελλάδα, εις αναζήτηση καλύτερων συνθηκών
    ζωής.
    ΚΑΤΑΦΥΓΙΟ ΤΩΝ ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΕΝΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ Η ΣΜΥΡΝΗ

    Νέα ώθηση μετοίκησης Ελλήνων από την ηπειρωτική Ελλάδα, και κυρίως
    από τη νότια Πελοπόννησο, έδωσε η αποτυχημένη εξέγερση του 1770,
    γνωστή στην ιστορία ως Ορλωφικά.
    Ο ρωσοτουρκικός πόλεμος που κηρύχθηκε το 1768 αναπτέρωσε τις
    ελπίδες των Ελλήνων πως η ομόθρησκη Ρωσία θα έθετε τέρμα στην
    τουρκοκρατία. Τον Φεβρουάριο του 1770, μετά από συνεννόηση με
    πρόκριτους της Μάνης, έφτασαν στην νότια Πελοπόννησο ρώσικα πλοία,
    με επικεφαλής τον Αλέξιο Ορλώφ. Το κίνημα, μετά από τις πρώτες
    επιτυχίες απέτυχε, και τα ρωσικά πλοία εγκατέλειψαν την περιοχή τον Μάιο
    του 1770. Τον Ιούνιο του 1770 τα ρωσικά πλοία, πριν επιστρέψουν στη
    Ρωσία, σύναψαν ναυμαχία με τον τουρκικό στόλο στη θάλασσα του
    Τσεσμέ, κοντά στη Χίο, καταστρέφοντας μεγάλο μέρος του.
    Για να αποφύγουν τις εκδικητικές διώξεις των Τούρκων, πολλοί Έλληνες
    της περιοχής εκείνης μετοίκησαν στη Σμύρνη και άλλες πόλεις της Ιωνίας.
    Το ίδιο έκαναν κατά καιρούς καταδιωκόμενοι από τους Τούρκους για
    διάφορους λόγους Έλληνες από διάφορες περιοχές της Ελλάδας. Και αυτό
    γιατί στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας σπάνιζαν τα επαναστατικά
    κινήματα.
    Λίγα χρόνια αργότερα ο ρωσοτουρκικός πόλεμος έληξε με τη νίκη των
    Ρώσων. Με τη Συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774), μεταξύ άλλων
    δόθηκε γενική αμνηστία στους Έλληνες που είχαν πάρει μέρος στην
    εξέγερση του 1770.
    Με την ίδια Συνθήκη επιτρεπόταν σε ελληνικά πλοία να ταξιδεύουν με
    ρωσική σημαία. Το προνόμιο αυτό επιτάχυνε την οικονομική ανάπτυξη των
    υπόδουλων Ελλήνων, αφού τους άνοιξε το δρόμο προς το εμπόριο με τη
    Ρωσία και την Ευρώπη. Καθώς η Σμύρνη ήταν το μεγαλύτερο λιμάνι στο
    Αιγαίο, και το μεγαλύτερο διαμετακομιστικό κέντρο της Ανατολής, άρχισε
    να γνωρίζει νέες ημέρες ευημερίας, προσελκύοντας όλο και μεγαλύτερο
    αριθμό Ελλήνων.
    ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΤΙΚΗ ΠΟΛΗ Η ΣΜΥΡΝΗ

    Από τα μέσα του 19ου αιώνα οι Έλληνες αποτελούσαν την μεγαλύτερη,
    πληθυσμιακά, εθνότητα της Σμύρνης. Τα στατιστικά στοιχεία κυμαίνονται
    σημαντικά, ανάλογα με τις πηγές από τις οποίες αντλούν τις πληροφορίες
    τους οι διάφοροι ερευνητές.
    Παραθέτω αποσπάσματα από το ένθετο «Επτά Ημέρες» της αθηναϊκής
    εφημερίδας Η Καθημερινή (14/9/1997), το οποίο φιλοξενεί αφιέρωμα στα 70

    «75 χρόνια από την Καταστροφή της Σμύρνης», στο οποίο γίνεται αναφορά
    στον πληθυσμό της Σμύρνης κατά τα τέλη του 19ου αιώνα και τις δύο
    πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα:
    {…} «Ο Πρόξενος της Αυστρίας στη Σμύρνη το 1872, Ch. de Scherzer,
    εκτιμά ότι σε σύνολο πληθυσμού 155.000 οι Έλληνες ήταν 75.000, οι
    Τούρκοι 45.000, οι Εβραίοι 15.000, οι Καθολικοί 10.000, οι Αρμένιοι 6.000
    και οι ξένοι 4.000», σελίδα 5.
    {…} «Ο Γάλλος περιηγητής G. Deschamps, που επισκέφθηκε το Σμύρνη το
    1888 γράφει: Οι Έλληνες είναι τόσοι πολλοί στη Σμύρνη, ώστε τη θεωρούν
    τμήμα της επικράτειάς τους. Οι 80.000 Έλληνες που κατοικούν στους
    δρόμους του Ρωμαίικου Μαχαλά και της Πούντας συμπεριφέρονται σαν να
    βρίσκονται στην πατρίδα τους», σελίδα 5.
    {…} «Σύμφωνα με στοιχεία του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, η Σμύρνη
    πριν από το 1922 αριθμούσε 270.000 κατοίκους, από τους οποίους οι
    140.000 ήταν Έλληνες και οι υπόλοιποι Τούρκοι (80.000), Αρμένιοι
    (12.000), Εβραίοι (20.000) και Ευρωπαίοι (15.000), σελίδα 5.
    {…} «Στις αρχές του 20ού αιώνα, στη Σμύρνη έπαλλε η καρδιά, κατά την
    έκφραση του Γερμανού Λίμαν φον Σάντερς, οργανωτή του
    οσμανικού/τουρκικού στρατού ‘μιας άλλης Ελλάδας’, της Μικρασιατικής.
    Πραγματικά, στο χώρο που καταλαμβάνει σήμερα η Τουρκία, το 1914, όταν
    άρχισε ο Πρώτος Παγκόσμιος Πόλεμος, διαβιούσαν 2.300.000 Έλληνες, οι
    οποίοι και αποτελούσαν το 20% περίπου του συνολικού πληθυσμού (από
    τους υπόλοιπους, 15% ήταν Αρμένιοι, 15% Κούρδοι, και 15% διάφορες
    άλλες εθνότητες). Το ποσοστό των Τούρκων με δυσκολία άγγιζε το 35% του
    συνόλου», σελ. 6.
    Ο Τζορτζ Χόρτον, στο βιβλίο του Η Μάστιγα της Ασίας, στο οποίο
    αναφέρθηκα πιο πάνω, δίνει τα ακόλουθα στοιχεία για τον πληθυσμό της
    Σμύρνης στις αρχές της δεκαετίας του 1920:
    «Οι τελευταίες επίσημες στατιστικές ανεβάζουν τον αριθμό των κατοίκων της
    στις τετρακόσιες χιλιάδες, από τις οποίες εκατόν εξήντα πέντε χιλιάδες ήταν
    Τούρκοι, εκατόν πενήντα χιλιάδες Έλληνες, είκοσι πέντε χιλιάδες Εβραίοι,
    είκοσι πέντε χιλιάδες Αρμένιοι και είκοσι χιλιάδες ξένοι, δηλαδή δέκα
    χιλιάδες Ιταλοί, τρεις χιλιάδες Γάλλοι, δύο χιλιάδες Βρετανοί και τριακόσιοι
    Αμερικανοί», σελ. 98.
    Σημειώνω πως αυτή είναι η πρώτη από τις αναφορές, τις οποίες
    συμβουλεύθηκα, στον ελληνικό πληθυσμό της Σμύρνης, στην οποία οι
    Τούρκοι φέρονται να υπερτερούν αριθμητικά των Ελλήνων.
    Σε αντίθεση με τα στατιστικά στοιχεία που δίνει ο Τζορτζ Χόρτον, το
    αφιέρωμα της αθηναϊκής εφημερίδας Ελευθεροτυπία, με τίτλο «Σμύρνη, η
    ζωή και το τέλος της πόλης των ‘Γκιαούρηδων’», 12/9/2009, γράφει, μεταξύ
    άλλων, και τα ακόλουθα για τη Σμύρνη του 1919:
    {…} «Το ελληνικό στοιχείο της Σμύρνης, σαφώς υπέρτερο αριθμητικά από
    τις υπόλοιπες εθνοθρησκευτικές κοινότητες, αλλά και με πρωτεύοντα ρόλο
    σε όλους τους τομείς των επιχειρηματικών και επαγγελματικών 71

    δραστηριοτήτων, αναδείχθηκε στον κατ’ εξοχήν φορέα του εκσυγχρονισμού
    της κοινωνίας της Σμύρνης. Με ζηλευτό επίπεδο παιδείας, πλήθος
    συλλόγων, φιλανθρωπικών οργανώσεων και ιδρυμάτων, εντυπωσιακή
    εκδοτική παραγωγή, αναπτυγμένο αθλητισμό, αξιόλογη θεατρική κίνηση και
    με συνεκτική δύναμη την ορθόδοξη Εκκλησία, η ελληνική κοινότητα
    διαμόρφωσε σταδιακά την «γκιαούρ Ισμίρ», την «άπιστη Σμύρνη».
    {…} Οι κάτοικοί της, χωρίς τα προάστια, φτάνουν τις 270.000, από τους
    οποίους οι 140.000 είναι Έλληνες. Ακολουθούν οι Τούρκοι (80.000), οι
    Εβραίοι, οι Ευρωπαίοι (15.000) και οι Αρμένιοι (12.000), σελίδες 33-34.
    Κατά την πρώτη δεκαετία του 20ού αιώνα, σε σύνολο 5.308 εργοστασίων
    και εργαστηρίων στη Σμύρνη και στα περίχωρά της τα 4.608, με άλλα
    λόγια 85%, ήταν ελληνικά.
    Την ερχόμενη εβδομάδα θα δούμε πώς η Σμύρνη αξιοποίησε, ίσως σε
    μεγαλύτερο βαθμό από άλλες πόλεις της Μικράς Ασίας με σημαντικές
    ελληνικές κοινότητες, τα περιορισμένα φιλελεύθερα μέτρα του Διατάγματος
    Χάττι Χουμαγιούν του 1856 στους τομείς της ελληνικής παιδείας, αλλά και
    της εν γένει πολιτιστικής δραστηριότητας.
    Του Κυριάκου Αμανατίδη
    72

    Μια διαχρονική αναφορά στην Σμύρνη

    1 Σμύρνη και Μικρά Ασία
    Από το μεγαλείο, στην τραγωδία, του Ανατολικού
    Ελληνισμού
    Εισαγωγή
    Του Κυριάκου Αμανατίδη

    Ομόφωνη είναι η γνώμη των ιστορικών ότι η Μικρασιατική Καταστροφή του
    1922, και ο ξεριζωμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της
    Ανατολικής Θράκης, που ακολούθησε, αποτελούν ένα από τα μεγαλύτερα
    πλήγματα που έχει υποστεί ο Ελληνισμός από την αρχαιότητα μέχρι τις
    ημέρες μας.
    Ο Στέφανος Ι. Παπαδόπουλος, Καθηγητής Ιστορίας του Πανεπιστημίου 73

    Ιωαννίνων, σε ομιλία που έδωσε στην αίθουσα του Βιομηχανικού
    Επιμελητηρίου Θεσσαλονίκης στις 29 Σεπτεμβρίου 1982, για τη
    συμπλήρωση 60 χρόνων από την Μικρασιατική Καταστροφή, είπε μεταξύ
    άλλων και τα ακόλουθα:
    «Στη νεότερη ιστορία μας η Μικρασιατική Καταστροφή (με το ευρύτερο
    περιεχόμενο που δίνουμε στον όρο αυτό) αποτελεί αναμφισβήτητα τον τρίτο
    μεγάλο ιστορικό σταθμό, ισάξιας σημασίας με την Άλωση της Πόλης και την
    Επανάσταση του 1821.
    Πρόκειται για ένα δράμα του Ελληνισμού με πολλές και ανυπολόγιστες
    συνέπειες, που επηρέασαν αποφασιστικά την ιστορική πορεία του έθνους
    μας και που την επηρεάζουν ακόμη και σήμερα.
    {…} Και σήμερα ακόμη (αναφέρεται στο 1982), 60 ολόκληρα χρόνια μετά τη
    συμφορά, δεν είναι εύκολο να συνειδητοποιήσουμε τι ακριβώς
    αντιπροσώπευαν για τον Ελληνισμό οι χαμένες αυτές πατρίδες…
    Απλωμένος από τα πανάρχαια χρόνια στην ανατολική πλευρά του Αιγαίου,
    και πιο πέρα ακόμη στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας και στα παράλια του
    Πόντου, ο Ελληνισμός αυτός αποτελούσε ανέκαθεν ένα αναπόσπαστο, ίσως
    το πιο ζωντανό, κομμάτι του έθνους.
    Φιλοσοφία, ποίηση, τέχνες, θέατρο και λαϊκές παραδόσεις στην Μικρά Ασία
    γνώρισαν ημέρες δόξας και αναπτύχθηκαν σε αξιοζήλευτο βαθμό, δίνοντας
    νέες διαστάσεις στον εν γένει ελληνικό πολιτισμό.
    Έπειτα από ζωογόνα παρουσία τριών χιλιάδων χρόνων στις παραπάνω
    περιοχές, το ένα τρίτο του Ελληνισμού εξοντώθηκε, και τα υπόλοιπα δύο
    τρίτα ξεριζώθηκαν βίαια από τις πατρογονικές τους εστίες.
    Ο αριθμός των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής
    Θράκης που έχασαν τη ζωή τους από τις διώξεις των Νεότουρκων και των
    Κεμαλικών κατά την περίοδο 1911-1922 ήταν τεράστιος. Ο Τζορτζ Χόρτον,
    Αμερικανός πρόξενος στη Σμύρνη την περίοδο των τραγικών γεγονότων,
    στο βιβλίο του “The Blight of Asia” (Η Μάστιγα της Ασίας), έκδοση του 1926
    από τον αμερικανικό Εκδοτικό Οίκο Bobbs – Merril Co, υπολόγισε σε
    περισσότερους από ένα εκατομμύριο τους Έλληνες που εξοντώθηκαν.
    Σύμφωνα με απογραφή πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, το
    1915 οι Έλληνες Ορθόδοξοι της Μικράς Ασίας, περιλαμβανομένου και του
    Πόντου και της Ανατολικής Θράκης, ανερχόταν στα 2.600.000.
    Η απογραφή πληθυσμού στην Ελλάδα το 1928, πέντε χρόνια μετά την
    ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας, έδειξε πως οι
    Έλληνες που είχαν γεννηθεί στις «χαμένες πατρίδες», ανέρχονταν σε
    1.165.000.
    Όταν από τα δύο εκατομμύρια εξακόσιες χιλιάδες Έλληνες που το 1915
    ζούσαν στην Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη αφαιρέσουμε
    το ένα εκατομμύριο εκατόν εξήντα χιλιάδες που με την ανταλλαγή
    πληθυσμών πήγαν στην Ελλάδα, μένει ένα υπόλοιπο 1.435.000 Ελλήνων.
    Το ερώτημα είναι τι απέγιναν οι Έλληνες εκείνοι. Αν υποθέσουμε πως από
    το 1.435.000 οι 435.000 Έλληνες πήγαν στη Ρωσία, ή μετανάστευσαν σε 74

    διάφορες χώρες όπως η Αμερική, η Αυστραλία, κλπ., τότε έχουμε απώλεια
    ενός εκατομμυρίου, που συμφωνεί με την εκτίμηση του Τζορτζ Χόρτον πως
    κατά την περίοδο του 1911 – 1922 εξοντώθηκε ένα εκατομμύριο Ελλήνων
    στην Μικρά Ασία, τον Πόντο και την Ανατολική Θράκη.
    Όταν λάβουμε υπόψη πως ο πληθυσμός της Ελλάδας το 1920 ήταν
    5.017.000, τότε το ένα εκατομμύριο εκατόν εξήντα χιλιάδες προσφύγων
    που μεταφέρθηκαν στην Ελλάδα το 1922 και το 1923 ως πρόσφυγες,
    πλησίαζε το ένα τέταρτο του αρχικού πληθυσμού της Ελλάδας.
    Καμιά άλλη χώρα στη σύγχρονη ιστορία της ανθρωπότητας δεν
    αντιμετώπισε την ανάγκη μέσα σε ένα-δύο χρόνια να εντάξει στον κορμό
    του πληθυσμού της ένα τόσο μεγάλο ποσοστό.
    Από το 1922 και μετά ο ελληνικός κόσμος περιορίστηκε στα γεωγραφικά
    όρια της Ελλάδας και στην Κύπρο, μετά από μια παρουσία στην Μικρά
    Ασία τριών χιλιάδων χρόνων.
    Μετά την ανταλλαγή πληθυσμών, Έλληνες επαγγελματίες, βιοτέχνες,
    λόγιοι, λογοτέχνες, μουσικοί και καλλιτέχνες από τον ευρύτερο μικρασιατικό
    χώρο, και από την Ανατολική Θράκη, έδωσαν νέα ώθηση στην οικονομική
    δραστηριότητα, καθώς και στην πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση στην
    Ελλάδα.
    Από τη στήλη αυτή έχω συχνά αναφερθεί στον Ποντιακό Ελληνισμό, και
    διάφορες πτυχές της Μικρασιατικής Εκστρατείας, καθώς και στους Έλληνες
    της Κωνσταντινούπολης, της Ίμβρου και της Τενέδου. Τώρα νιώθω την
    ανάγκη να ασχοληθώ κάπως εκτενώς με την Σμύρνη, το πολιτιστικό λίκνο
    του Μικρασιατικού Ελληνισμού.
    Στη σειρά που θα ακολουθήσει θα κάνω και μια γενική ανασκόπηση των
    εξελίξεων στην Ελλάδα και στην Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια της δεκαετίας
    του 1910, οι οποίες οδήγησαν στην Μικρασιατική Εκστρατεία, και στην
    τραγωδία του 1922.
    Αναπόφευκτα, αναφορές θα γίνουν και στους πρωταγωνιστές των
    εξελίξεων εκείνων, με προεξάρχοντα τον Ελευθέριο Βενιζέλο.
    Το 1922 σηματοδοτεί την αρχή του τέλους της Ελληνικής Διασποράς, με
    την έννοια της συμπαγούς παρουσίας του ελληνικού στοιχείου στην Μικρά
    Ασία, την Βόρεια Αφρική και την Νοτιοδυτική Ευρώπη.
    Στην ιστορική αυτή αναδρομή στον Μικρασιατικό Ελληνισμό – στον οποίο
    περιλαμβάνεται και ο Ελληνισμός του Πόντου, καθώς και ο Ελληνισμός της
    Ανατολικής Θράκης – θα αναφερθώ και σε αγγλικές ιστορικές πηγές,
    παράλληλα με τις ελληνικές.
    Αυτό το θεωρώ αναγκαίο, γιατί υπάρχει η τάση ξένοι ερευνητές να
    χαρακτηρίζουν πολλές ελληνικές πηγές ως μεροληπτικές, και ως εκ τούτου
    αναξιόπιστες.
    Επανέρχομαι στον Μικρασιατικό Ελληνισμό για τέσσερις βασικούς λόγους.
    1) Πολλές πτυχές του μεγάλου μέρους του γένους μας που μέχρι το 1922
    ζούσε στον εν λόγω χώρο δεν τις έχω καλύψει σε προηγούμενα δοκίμιά
    μου. 75

    2) Κρίνω πως αποτελεί βασικό προαπαιτούμενο για την εθνική αυτογνωσία
    να έχουμε σαφή αντίληψη του πολιτισμού που ανέπτυξε, αλλά και των
    διώξεων που είχε υποστεί, το ένα τέταρτο της φυλής μας, το οποίο μέχρι το
    1922 ζούσε έξω από τα γεωγραφικά όρια της Ελλάδας.
    3) Τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει πολλές μελέτες για το κατά πόσο, σε
    τελική ανάλυση, ο Ελευθέριος Βενιζέλος θα μπορούσε να θεωρηθεί ως
    υπαίτιος για την Μικρασιατική Καταστροφή, με την απόφασή του να στείλει
    στράτευμα στην Μικρά Ασία τον Μάιο του 1919 για την κατάληψη της
    Σμύρνης, με προοπτική να την καταστήσει περιφέρεια της ελληνικής
    επικράτειας.
    4) Πρόσφατα, ο Άρειος Πάγος έκρινε ως παραδεκτή και βάσιμη την αίτηση
    του Μιχάλη Πρωτοπαπαδάκη, εγγονού του τραγικού πρωθυπουργού της
    Μικρασιατικής Καταστροφής Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, για την επανάληψη
    της ποινικής διαδικασίας εναντίον του παππού του επί εσχάτη προδοσία.
    Ο Π. Πρωτοπαπαδάκης ήταν ένας από τους πέντε πολιτικούς και τον έναν
    στρατηγό, τους οποίους το Έκτακτο Επαναστατικό Στρατοδικείο
    καταδίκασε στις 15/11/1922 σε θάνατο ως υπαίτιους για την Μικρασιατική
    Καταστροφή. Η αναψηλάφηση εκείνης της απόφασης από τον Άρειο Πάγο
    φέρνει στην επικαιρότητα τα τραγικά λάθη που είχαν διαπραχθεί στο
    χειρισμό της Μικρασιατικής Εκστρατείας από τις αντιβενιζελικές
    κυβερνήσεις.
    Στη σειρά των δοκιμίων που θα ακολουθήσει θα κάνω μια διαχρονική
    αναφορά στη Σμύρνη, με την πολύπτυχη πολιτισμική της παράδοση, και
    στις αρχαίες ελληνικές αποικίες της Μικράς Ασίας, για να καταλήξω, και να
    επικεντρωθώ, στο πρώτο τέταρτο του 20ού αιώνα.
    Αξιοποιώντας πρόσφατες έρευνες και μελέτες, θα επιχειρήσω τον
    επιμερισμό ευθυνών σε πρόσωπα που διαδραμάτισαν αποφασιστικό ρόλο
    στην Μικρασιατική Εκστρατεία του 1919 και στην τραγωδία της
    Μικρασιατικής Καταστροφής του 1922.
    Το θέμα του Μικρασιατικού Ελληνισμού είχε επανέλθει στην επικαιρότητα
    με το επίμαχο βιβλίο «Ιστορία ΣΤ΄ Δημοτικού – Στα νεότερα και σύγχρονα
    χρόνια», Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων, που κυκλοφόρησε το
    2006.
    Για την πυρπόληση της Σμύρνης, στην οποία είχαν καταφύγει πάνω από
    μισό εκατομμύριο Έλληνες, και τις σφαγές που ακολούθησαν, οι
    συγγραφείς του βιβλίου είχαν να πουν μόνο τα ακόλουθα:
    {…} Ένα χρόνο μετά (το 1922), οι τουρκικές δυνάμεις, με ηγέτη τον Κεμάλ,
    επιτίθενται και αναγκάζουν τα ελληνικά στρατεύματα να υποχωρήσουν προς
    τα παράλια. Στις 27 Αυγούστου 1922 (με το παλιό ημερολόγιο) ο τουρκικός
    στρατός μπαίνει στη Σμύρνη. Χιλιάδες Έλληνες συνωστίζονται στο λιμάνι
    προσπαθώντας να μπουν στα πλοία και να φύγουν για την Ελλάδα».
    Μετά από τις έντονες αντιδράσεις πανεπιστημιακών και άλλων ανθρώπων
    των γραμμάτων, το εν λόγω βιβλίο αποσύρθηκε από τον κατάλογο των
    σχολικών βιβλίων. 76

    Αυτό, σε γενικές γραμμές, είναι το ιστορικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα
    κινηθώ στη σειρά των δοκιμίων που θα ακολουθήσουν.
    2 Η Σμύρνη από την αρχαιότητα μέχρι την
    Τουρκοκρατία

    Καθ’ όλη τη διάρκεια της αρχαιότητας η Σμύρνη υπήρξε ένα πολύ
    σημαντικό εμπορικό κέντρο στις δυτικές ακτές της Μικράς Ασίας. Το φυσικό
    της λιμάνι, σε συνδυασμό με την εύκολη πρόσβαση στα ενδότερα της
    Μικράς Ασίας, την ανέδειξαν σε μια από τις αρχαιότερες πόλεις, και ένα
    από τα σημαντικότερα λιμάνια της Μεσογείου.
    Σήμερα, γνωστή ως Ιζμίρ στα τουρκικά, είναι η τρίτη σε πληθυσμό πόλη
    της Τουρκίας, μετά την Κωνσταντινούπολη και την Άγκυρα, με πληθυσμό
    2.500.000 κατοίκους.
    Αρχαιολογικές ανασκαφές έχουν οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι η Σμύρνη
    χτίστηκε την τρίτη χιλιετία π. Χ., δηλαδή στην Πρώιμη Εποχή του Χαλκού,
    στη θέση του Μπαϊρακλί, προαστίου της σύγχρονης Σμύρνης.
    Οι ανασκαφές έχουν φέρει στο φως ερείπια κατοικιών και ισχυρού
    οχυρωματικού τείχους, καθώς και ναό της Αθηνάς, που χτίστηκαν από τον
    10ο μέχρι τον 7ο αιώνα π. Χ.
    Πιθανολογείται πως οι κάτοικοι της προϊστορικής Σμύρνης ήταν οι Λέλεγες,
    προελληνικό φύλο εγκατεστημένο σε διάφορες περιοχές του ελλαδικού
    ηπειρωτικού και νησιωτικού χώρου, καθώς και της δυτικής Μικράς Ασίας.
    Στην Μικρά Ασία οι Λέλεγες επέζησαν έως τους πρώιμους ιστορικούς
    χρόνους, όταν αφομοιώθηκαν από τους Κάρες
    Τα αρχαιολογικά ευρήματα οδηγούν στο συμπέρασμα πως οι κάτοικοι
    αυτοί της Σμύρνης υπήρξαν φορείς προηγμένου πολιτισμού, ο οποίος είχε
    πολλά κοινά χαρακτηριστικά με τον πολιτισμό της Τροίας.
    Στα τέλη του 12ου π.Χ. αιώνα στην Ελλάδα έλαβε χώρα η κάθοδος των
    Δωριέων, από την περιοχή της Πίνδου στην βορειοδυτική Ελλάδα προς το
    νότο. Τα μεγαλύτερα κύματα των Δωριέων κινήθηκαν προς την
    Πελοπόννησο, και εγκαταστάθηκαν στη νότια και ανατολική περιοχή της.
    Μια ομάδα Δωριέων έμεινε στην Στερεά Ελλάδα, στην περιοχή που
    ονομάστηκε Δωρίδα.
    Η πίεση των Δωριέων στις νέες περιοχές που εγκαταστάθηκαν, και η γενική
    στενότητα του χώρου που προσφερόταν για τη γεωργία και την
    κτηνοτροφία, ανάγκασε μεγάλες ομάδες Ελλήνων να μετακινηθούν προς
    την ανατολή, στα νησιά του Αιγαίου και τις δυτικές ακτές της Μικράς.
    Η μετακίνηση αυτή ελληνικών φύλων προς την Ανατολή πήρε μεγαλύτερες
    διαστάσεις κατά τον δέκατο αιώνα, και είναι γνωστή ως Α΄ ελληνικός
    εποικισμός.
    H Ελληνικότητα της Σμύρνης 77

    Οι μεγάλες φυλετικές ομάδες που μετακινήθηκαν ανατολικά, και οι περιοχές
    στις οποίες εγκαταστάθηκαν, είναι οι ακόλουθες:
    *Αιολείς. Ξεκίνησαν από τις περιοχές της Θεσσαλίας και της Βοιωτίας, και
    αρχικά αποίκισαν τα νησιά Λέσβο και Τένεδο. Στη συνέχεια ίδρυσαν
    αποικίες στα βόρεια τμήματα των παραλίων της Μικράς Ασίας, αρχίζοντας
    από την Τρωάδα και φτάνοντας ως τον κόλπο της Σμύρνης. Η περιοχή
    αυτή ονομάστηκε Αιολίδα.
    *Ίωνες. Ξεκίνησαν από την Αττική, την Εύβοια, την Αργολίδα και την
    Κορινθία, και δημιούργησαν αποικίες στη Χίο, τη Σάμο και το κεντρικό
    τμήμα των παραλίων της Μικράς Ασίας.
    Η περιοχή που εγκαταστάθηκαν οι Ίωνες ονομάστηκε Ιωνία, και επειδή οι
    ιωνικές πόλεις αναπτύχθηκαν περισσότερο από τις πόλεις των άλλων
    αποικιών, με την πάροδο του χρόνου τα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας
    που είχαν εποικισθεί από Έλληνες έγιναν γνωστά ως Ιωνία.
    *Δωριείς. Και οι Δωριείς, που κατέβηκαν στη νότια Ελλάδα, ακολούθησαν
    το μεταναστευτικό ρεύμα. Πρώτα στράφηκαν προς τα νησιά Μήλο, Κρήτη,
    Ρόδο και Κω, και στη συνέχεια στο νότιο τμήμα των ακτών της Μικράς
    Ασίας.
    Αιολείς λοιπόν – Έλληνες από τη Θεσσαλία και τη Βοιωτία – ήταν οι πρώτοι
    κάτοικοι της Σμύρνης από τα τέλη του 11ου αιώνα π. Χ.
    Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο (1, 150) στις αρχές του 7ου αιώνα π.Χ. την
    Σμύρνη κατέλαβαν οι Ίωνες από την πόλη Κολοφώνα, και υποχρέωσαν
    τους Αιολείς κατοίκους της να μετακομίσουν σε άλλες γειτονικές ελληνικές
    πόλεις. Έκτοτε η Σμύρνη αποτέλεσε μέρος της Ιωνικής Δωδεκάπολης.
    Οι ανασκαφές έχουν δείξει πως στις αρχές του 7ου αιώνα στη Σμύρνη
    ανεγέρθηκε τέμενος προς τιμήν της θεάς Αθηνάς. Ο ναός αυτός αποτελεί
    ένα από τα αρχαιότερα δείγματα μνημειακής αρχιτεκτονικής στην Μικρά
    Ασία.
    Το πρώτο χρονολογικά επιβεβαιωμένο γεγονός στην ιστορία της Σμύρνης
    αφορά τον πυγμάχο Ονομαστό, ο οποίος αναδείχθηκε ολυμπιονίκης στους
    23ους Ολυμπιακούς Αγώνες (688 π. Χ.).
    Γύρω στο 660 π. Χ. οι Σμυρναίοι απέκρουσαν επίθεση του βασιλιά των
    Λυδών Γύγη, γεγονός που προκάλεσε τον γενικό θαυμασμό των άλλων
    πόλεων της Ιωνίας.
    Όμως το 600 π. Χ. οι Λυδοί, με αρχηγό τον Αλυάττη Β΄, κατέλαβαν τη
    Σμύρνη, έκαψαν ένα μεγάλο μέρος της πόλης, και υποχρέωσαν τους
    περισσότερους κατοίκους της να διασκορπιστούν στα γύρω χωριά.

    78

    Ο Μέγας Αλέξανδρος ξαναέκτισε τη Σμύρνη

    Στα μέσα του 6ου αιώνα η Σμύρνη καταστράφηκε ολοκληρωτικά από τους
    Πέρσες του Κύρου Β΄ του Μεγάλου. Για πάνω από δύο αιώνες η Σμύρνη
    δεν ήταν τίποτε περισσότερο από λίγα ασήμαντα χωριά. Η επανίδρυσή της
    αποδίδεται στον Μέγα Αλέξανδρο, ο οποίος μετά την αποφασιστική του
    νίκη εναντίον των Περσών στην Ισσό το 333 π. Χ. έδωσε στην Σμύρνη, και
    σε άλλες ελληνικές πόλεις της Μικράς Ασίας, το δικαίωμα για αυτοδιοίκηση.
    Στην περίπτωση της Σμύρνης, ο Αλέξανδρος συγκέντρωσε τους
    διασκορπισμένους κατοίκους της, και έκτισε εκ νέου την πόλη στους
    πρόποδες του λόφου Πάγος, πολύ κοντά στην ακτή.
    Μετά το θάνατο του Αλέξανδρου το 323 π.Χ. οι διάδοχοί του Αντίγονος και
    Λυσίμαχος κατέστησαν τη Σμύρνη ακμαίο πολιτιστικό και εμπορικό κέντρο.
    Σύμφωνα με τον ιστορικό και γεωγράφο Στράβωνα (65 π. Χ. – 23 μ. Χ.) η
    Σμύρνη ήταν η πιο όμορφη πόλη της Ιωνίας.
    Γράφει σχετικά ο Στράβων (14, 646):
    «Είτα ανήγειρεν αυτήν (τη Σμύρνη) Αντίγονος, και μετά ταύτα Λυσίμαχος,
    και νυν εστί καλλίστη πασών… Έστι δε και βιβλιοθήκη, και το Ομήρειον,
    στοά τετράγωνος έχουσα ναόν Ομήρου και ξόανον».
    Μεταγλωττίζω:
    «Μετά την οικοδόμησε (την Σμύρνη) ο Αντίγονος, και στη συνέχεια ο
    Λυσίμαχος, και τώρα είναι η ομορφότερη από όλες τις πόλεις. Υπάρχει και
    βιβλιοθήκη, και το Ομήρειο, τετράγωνη στοά με ναό του Ομήρου και με
    ξύλινο άγαλμά του».
    Και μια και ο λόγος για τον Όμηρο, η Σμύρνη ήταν μια, και η πιθανότερη,
    από τις εφτά πόλεις που διεκδικούσαν την καταγωγή του Ομήρου. Η
    προσωνυμία του Ομήρου «Μελησιγενής» επιβεβαιώνει στην καταγωγή του
    από τη Σμύρνη, καθότι Μέλης λεγόταν ο ποταμός της Σμύρνης.
    Το 188 π. Χ. η Σμύρνη και οι υπόλοιπες πόλεις της Ιωνίας προσαρτήθηκαν
    στην Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, όταν η επικράτειά της απλώθηκε στην Μικρά
    Ασία και τη Μέση Ανατολή.
    Κατά την περίοδο αυτή η Σμύρνη απέκτησε σημαντικά δημόσια κτίσματα,
    όπως ναούς, θέατρο, βιβλιοθήκη, στάδιο, ωδείο, σχολεία, λουτρώνες, κ.ά.
    Η Σμύρνη ήταν από τις πρώτες πόλεις στην Μικρά Ασία στην οποία
    διαδόθηκε ο Χριστιανισμός, και αυτό παρά την ισχυρή ρωμαϊκή παρουσία.
    Κατά πάσα πιθανότητα η εκκλησία της Σμύρνης είχε ιδρυθεί από τον
    απόστολο Παύλο σε κάποια από τις περιοδείες που πραγματοποίησε στα
    παράλια της Μικράς Ασίας στα μέσα του πρώτου αιώνα μ. Χ.
    Όταν το 330 μ. Χ. ο Κωνσταντίνος ο Μέγας μετέφερε την πρωτεύουσα της
    Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στην πόλη Βυζάντιο, η οποία
    μετονομάστηκε σε Κωνσταντινούπολη, το εμπόριο της Σμύρνης με την
    Ανατολή παρήκμασε, και ως εκ τούτου η Σμύρνη έχασε την αίγλη της ως το
    σημαντικότερο εμπορικό κέντρο στην ανατολική Μεσόγειο. Δεν έπαψε
    όμως να αποτελεί, μαζί με τις υπόλοιπες πόλεις της Ιωνίας, σημαντικό 79

    προπύργιο των Βυζαντινών εναντίον των Περσών, των Αράβων και των
    Τούρκων.
    Στις αρχές του 11ου αιώνα, στις ανατολικές περιφέρειες της Βυζαντινής
    Αυτοκρατορίας έκαναν την εμφάνισή τους οι Σελτζούκοι Τούρκοι. Μετά από
    νικηφόρο μάχη εναντίον του στρατεύματος του αυτοκράτορα Ρωμανού Δ΄
    στην περιοχή Ματζικέρτ το 1071, οι Σελτζούκοι Τούρκοι διέσχισαν την
    κεντρική Μικρά Ασία, με κατεύθυνση προς τις δυτικές ακτές του Αιγαίου. Το
    1084 κατέλαβαν τη Σμύρνη, και εξόντωσαν το μεγαλύτερο μέρος του
    πληθυσμού της.
    Μεγάλη καταστροφή υπέστη η Σμύρνη και από τις ορδές των Μογγόλων
    του Ταμερλάνου το 1402. Το 1424, δεκαεννιά χρόνια πριν από την άλωση
    της Κωνσταντινούπολης το 1453, η Σμύρνη περιήλθε στην απόλυτη
    κυριαρχία των Οθωμανών Τούρκων, στην οποία παρέμεινε μέχρι την
    απελευθέρωσή της από τον ελληνικό στρατό το 1919.
    Την ερχόμενη εβδομάδα θα ασχοληθούμε με τη Σμύρνη κατά τη διάρκεια
    της Τουρκοκρατίας, και ιδιαίτερα κατά τον 19ο αιώνα και τις δύο πρώτες
    δεκαετίες του 20ού αιώνα, όταν το ελληνικό στοιχείο είχε επικρατήσει σε
    τέτοιο βαθμό, που οι Τούρκοι την ονόμαζαν «γκιαούρ Ιζμίρ» – Σμύρνη των
    απίστων.
    Του Κυριάκου Αμανατίδη

    Πηγές
    * Ένθετο «Η Σμύρνη υπό ελληνική κηδεμονία» της αθηναϊκής εφημερίδας Η Καθημερινή,
    14/0/1997.
    * Ένθετο «Σμύρνη – Η ζωή και το τέλος της πόλης των ‘Γκιαούρηδων’» της αθηναϊκής
    εφημερίδας Ελευθεροτυπία, 1/9/2009.
    * Ιστορία των Αρχαίων Χρόνων ως το 30 π.Χ. Οργανισμός Εκδόσεως Διδακτικών Βιβλίων,
    Αθήνα 1987.


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: