ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ 100 χρόνια από τη γέννησή του

Το 2011 κηρύχθηκε από το Υπουργείο Πολιτισμού έτος Ελύτη, καθώς συμπληρώθηκαν 100 χρόνια από τη γέννηση του νομπελίστα ποιητή. Με αφορμή το γεγονός αυτό, στο πλαίσιο ενός ευρύτερου αφιερώματος στον ποιητή προσπάθησα να περιγράψω το περιβάλλον μέσα στο οποίο έζησε και δημιούργησε 

Το πολιτιστικό περιβάλλον του Οδυσσέα Ελύτη

1911

Μεγάλη μεταρρύθμιση του Ελληνικού Πανεπιστημίου. Αναθεωρήθηκε το γερμανικό μοντέλο που ίσχυε από το 1837. Θεσμοθετήθηκε η αυτονομία του Πανεπιστημίου και καταργήθηκε η κρατική παρέμβαση στην εκλογή καθηγητών. Ο συμβολισμός επηρεάζει αρκετούς ποιητές (Φιλύρας, Ουράνης, Λαπαθιώτης, Καρυωτάκης, Άγρας, Παπανικολάου, Πολυδούρη κ.ά.) οι οποίοι συγκροτούν μια διακριτή τάση η οποία ονομάστηκε «νεοσυμβολιστική», «νεορομαντική» ή  ακόμα και «μετασυμβολιστική». [Το ρεύμα του Συμβολισμού (Symbolism) δημιουργήθηκε στα τέλη του 19ου αιώνα και εξέφρασε την αντίδραση προς την κυριαρχία της φυσιοκρατικής και πραγματιστικής ματιάς στη λογοτεχνία και την τέχνη. To μανιφέστο του  (Manifeste du Symbolisme) συντάχθηκε από τον Έλληνα Jean Moréas. Ο συμβολισμός, στη θέση του ρεαλιστικού πρότεινε το φανταστικό, το όνειρο ίσως και το μεταφυσικό. Το κίνημα του συμβολισμού έχει τις ρίζες του στα Άνθη του κακού του Κ. Μποντλέρ]

Η εποχή χαρακτηρίζεται από δύο μεγάλους ποιητές, τον Παλαμά και τον Σικελιανό, που πιστεύουν στη παντοδυναμία του ποιητικού λόγου και εκφράζουν τον ελληνικό ιδεαλισμό σε αρμονική συμφωνία με τις γενικότερες  ευρωπαϊκές τάσεις. Στα έργα τους αντικατοπτρίζεται η εθνική ανάταση που ακολούθησε τον αποτυχημένο πόλεμο του 1897, καθώς και οι νέες προκλήσεις που προκύπτουν από τους εθνικούς ανταγωνισμούς στην καταρρέουσα Οθωμανική Αυτοκρατορία. Οι εμπνεύσεις τους προέρχονται από τη συνείδηση της διαχρονική μοίρα του γένους, από τη μνήμη του ελληνικού μεγαλείου, από τις προσπάθειες για αποκατάσταση της ελληνικής εθνικής συνέχειας και τον πόθο για ανασύσταση ενός ισάξιου μέλλοντος.

Τη χρονιά αυτή ο Καβάφης -που αναζητούσε έως τότε την εσωτερική ολοκλήρωση μέσα από ποιητικά φορτία βασισμένα στη μεταφορά και στην παραβολή- ομολογεί την ερωτική του ετεροδοξία και εξελίσσει το λόγο του χρησιμοποιώντας απροκατάλυπτα σχήματα απαλλαγμένα από κάθε συναλλαγή και υπολογισμό. Θα απαλλαγεί από την κενή ρητορεία και από τον αθηναϊκό ρομαντισμό και θα ακολουθήσει την ποιητική γραμμή που ονομάστηκε «καβαφικός ρεαλισμός».

Στο χώρο των εικαστικών τεχνών τέθηκε για πρώτη φορά το αίτημα για ανανέωση της ελληνικής τέχνης, η οποία αγνοούσε τις νεωτεριστικές τάσεις μένοντας προσκολλημένη στα πρότυπα του 19ου αιώνα.  Αφορμή ήταν η αποτυχημένη συμμετοχή των συντηρητικών Ελλήνων καλλιτεχνών στην έκθεση της Ρώμης.

Ο Δημήτρης Ταγκόπουλος, οπαδός του δημοτικισμού και ενός πρώιμου σοσιαλισμού φιλόλογος και εκδότης του «Νουμά» (στον οποίο συνεργάστηκαν οι Κωστής Παλαμάς, Κωνσταντίνος Χατζόπουλος, Νίκος Καζαντζάκης, Ρήγας Γκόλφης, Κώστας Παρορίτης, Αργύρης Εφταλιώτης κ.α), εκδίδει το βιβλίο «Το μαύρο χέρι».

Η Μαρίκα Κοτοπούλη ερμηνεύει το ρόλο της τραγικής ηρωϊδας στην  Ηλέκτρα, σε μια σύγχρονη εκδοχή του Χόφμανσταλ. Οι διασκευές ή οι εκδοχές των αρχαίων μύθων επιλέγονταν για να ξεπεραστούν οι αντιδράσεις των γλωσσαμυντόρων.

Δημιουργείται στην Αθήνα η πρώτη ελληνική εταιρεία παραγωγής ταινιών κινηματογράφου (Αθήνη-films) από τον  Σπ. Δημητρακόπουλο. Ενσωματώνεται η προβολή ταινιών σε επιθεωρήσεις του θεάτρου.

1914

Ιδρύεται από τους «Φιλελεύθερους» το «Γραφείο Γραμμάτων και Τεχνών» στο υπουργείο Παιδείας υπό τη διεύθυνση του Γ. Δροσίνη, καθώς και η Εθνική Πινακοθήκη. Η ιδεολογική πίεση που ασκούν οι βαλκανικοί ανταγωνισμοί υποχρεώνουν το ελληνικό κράτος να αναπροσαρμόσει την έως τότε ιδεολογική του κατεύθυνση που ήταν βασισμένη στην αρχαιοελληνική παράδοση. Η απόπειρα των σλαβικών λαών να οικειοποιηθούν τη βυζαντινή παράδοση δημιούργησε έντονο πεδίο συγκρούσεων και οδήγησε στον επαναπροσδιορισμό των παραδοσιακών κατευθύνσεων της ιστοριογραφίας και της αρχαιολογίας. Η πρώτη επίσημη πράξη αναγνώρισης του βυζαντινού παρελθόντος από το ελληνικό κράτος υπήρξε ο νόμος «Περί ιδρύσεως Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου». Η βυζαντινή πολιτιστική παράδοση θα ενσωματωθεί έκτοτε στη συνολική αντίληψη για το παρελθόν και θα γονιμοποιήσει κατά το Μεσοπόλεμο τις αναζητήσεις για την «ελληνικότητα».

     Ο Σμυρνιός Λ. Μπαχατώρης κατασκευάζει και εξοπλίζει κινηματογραφικό στούντιο στην Αθήνα για την δημιουργία «κινηματοδραμάτων».

1917

Εισάγεται η δημοτική γλώσσα στη στοιχειώδη εκπαίδευση. Ο «Εκπαιδευτικός Όμιλος» των Δελμούζου, Γληνού, Τριανταφυλλίδη σχεδιάζει τις μεταρρυθμίσεις.  Παράλληλα η δημοτική καθιερώνεται στην ποίηση και στην πεζογραφία. Η ποίηση και η λογοτεχνία σημαδεύονται από τα αντιθετικά σχήματα ελληνικότητα-ευρωπαϊσμός, αγροτική-αστική ηθογραφία, ρεαλισμός-συμβολισμός, αστική-σοσιαλιστική τέχνη. Χρησιμοποιείται για πρώτη φορά από τον αλεξανδρινό ποιητή Γιώργο Βρισιμιτζάκη ο όρος «ποιητικός ρεαλισμός» για να περιγραφεί η καβαφική ποιητική ματιά.

Εμφανίζεται στην Αθήνα η «Ομάς Τέχνη», συνδεόμενη πολιτικά με τους «Φιλελεύθερους», με ανανεωτικές τεχνοτροπικές τάσεις στο χώρο των εικαστικών τεχνών.  Η πλειονότητα των μελών της «Ομάδος» είχαν σπουδάσει στο Παρίσι, το οποίο εκείνη την εποχή ήταν η καλλιτεχνική πρωτεύουσα της Ευρώπης και η κοιτίδα των νεωτεριστικών τάσεων, του ιμρεσιονισμού και των μετα-ιμπρεσιονιστικών τάσεων. Στην Ομάδα ανήκουν οι Παρθένης, Μαλέας (που είχε επηρεαστεί στη Βιέννη από τις ριζοσπαστικές ίδεες του G.Klimt) κ.ά.

Το θέατρο Κοτοπούλη ανακαινίζεται ώστε να λειτουργεί κατά τους χειμερινούς μήνες ως κινηματογράφος. Καθιερώνεται η ορχήστρα στους κινηματογράφους μετά από την επιτυχία της μουσικής του Θεόφραστου Σακελλαρίδη για τη συνοδεία μιας κινηματογραφικής ιταλικής οπερέτας.

Η αθηναϊκή εταιρεία παραγωγής κινηματογραφικών ταινιών γυρίζει την «Προίκα της Αννούλας».

Ο Γάλλος ποιητής Γκιγιόμ Απολιναίρ κατασκευάζει τη λέξη «Surrealism». Ο όρος «σουρεαλισμός» (στα ελληνικά αποδόθηκε ως υπερρεαλισμός) δήλωνε κατά τον δημιουργό του τον σχετικιστικό τρόπο με τον οποίο πρέπει να ερμηνευθεί η πραγματικότητα. Όπως ο άνθρωπος δεν εφηύρε για την κίνησή του τα μηχανικά πόδια αλλά τον τροχό, έτσι κι ο ποιητής θα πρέπει να προσεγγίζει τις καταστάσεις με δημιουργική φαντασία, με τρόπο αναλογικό και όχι με στατικό και φυσιοκρατικό τρόπο.

1919

Εμφανίζεται ο Κώστας Καρυωτάκης, ο σημαντικότερος ποιητής της γενιάς του- με τη συλλογή «Ο πόνος του ανθρώπου  και των πραμάτων». Δύο χρόνια μετά ο Καρυωτάκης, εκφράζοντας καθαρά τις ποιητικές αναζητήσεις τις γενιάς του, αμφισβητεί με τα «Νηπενθή» την ποιητική έπαρση, τόσο την «παλαμική μεγαληγορία»  όσο και τη νεορομαντική έξαρση. Ο Καρυωτάκης, όπως και ο Καβάφης, βρίσκεται στον αντίποδα του μοντέλου που ενσαρκώνουν με το έργο τους ο Παλαμάς και ο Σικελιανός. Η ποίηση των Καρυωτάκη-Καβάφη είναι ανθρώπινη, εκφράζει τις υπαρξιακές αγωνίες του πλήθους -με το οποίο ο ποιητής συγχρωτίζεται- και τα υπαρκτά αδιέξοδα της πραγματικής ζωής. Ειδικά ο Καβάφης απομακρύνεται αισθητά από τα αποδεκτά έως τότε πρότυπα της λυρικής ποίησης. Προκαλεί τη συγκίνηση όχι μέσα από τη λογική αλληλουχία εικόνων και λέξεων, αλλά μέσα από μια «αισθησιακή» γλώσσα.

Δημοσιεύεται η δεύτερη ποιητική συλλογή του πλέον γνωστού αριστερού ποιητή, Κώστα Βάρναλη με τίτλο: «Προσκυνητής». Στο έργο αυτό ο Βάρναλης βρίσκεται κάτω από την επιρροή του Παλαμά, χρησιμοποιώντας όμως τη σάτιρα ως όπλο κοινωνικής κριτικής. Τρία χρόνια αργότερα, μυημένος πλέον στον μαρξισμό, θα γράψει το «Φως που καίει».

Η Εταιρεία Ελλήνων Θεατρικών Συγγραφέων ιδρύει θίασο και δραματική σχολή για το ανέβασμα αρχαίου δράματος. Η έναρξη των παραστάσεων γίνεται με τον «Οιδίποδα Τύραννο» με τον Βεάκη στον κύριο ρόλο, σε σκνοθεσία Φώτου Πολίτη.

Γυρίζεται από τον Δ. Μεραβίδη μια κινηματογραφική κωμωδία με τον «Έλληνα Σαρλώ», τον Κίμωνα Σπαθόπουλο.

Στο πλαίσιο της πολιτικής ρήξης των συντηρητικών μοναρχικών με τους προοδευτικούς «Φιλελεύθερους» κυριαρχούν οι νεωτεριστικές απόψεις στο χώρο της τέχνης αλλά και της κρατικής πολιτικής. Ο Ζαχαρίας Παπαντωνίου, που συνδέεται με τον Αλ. Παπαναστασίου, αναλαμβάνει διευθυντής της «Εθνικής Πινακοθήκης» και θέτει τις βάσεις για καλλιτεχνική αξιοποίηση της ελληνικής παράδοσης από τις νεωτεριστικές εικαστικές σχολές.  Με την άνοδο των μοναρχικών στην εξουσία το Νοέμβριο του 1920, σταματούν όλες οι νεωτεριστικές προσπάθειες.

Το κίνημα του φουτουρισμού, που είχε δημιουργηθεί από τον Τζιάκομο Μαρινέτι, βρέθηκε στο τελευταίο στάδιο της διάλυσής του. Οι φουτουριστές επηρέασαν τα μοντερνιστικά κινήματα. Ο Μαρινέτι υπήρξε οπαδός του ελεύθερου στίχου και συνοδοιπόρος των γάλλων συμβολιστών. Οι φουτουριστές ανέδειξαν την τεχνολογική διάσταση ως θριαμβο του ανθρώπου απέναντι στη φύση. Χαρακτηριστική είναι η έκφρασή τους: «ένα αυτοκίνητο… είναι ωραιότερο από τη Νίκη της Σαμοθράκης». Ο φουτουρισμός επηρέασε τα σύγχρονα ρεύματα, από τον ρωσικό κονστρουκτιβισμός, έως τον ντανταϊσμό και τον υπερρεαλισμό. Ο ίδιος ο Μαρινέτι υπήρξε ένας από τους πρώτους υποστηρικτές του ιταλικού φασισμού. Θεωρούσε το φασισμό ως μια φυσική εξέλιξη του φουτουριστικού κινήματος. Ένας απ’ τους Έλληνες που σνδέθηκαν με το κίνημα του φουτουρισμού, ήταν ο διηγηματογράφος Αλκ. Γιαννόπουλος (Αlc Gian), o oποίος συνέβαλε αργότερα στη διαμόρφωση της «Σχολής της Θεσσαλονικης».

1922

Σύγκρουση του Κώστα Παλαμά με τους αριστερούς ποιητές και κυρίως με τον Κώστα Βάρναλη. Αιτία υπήρξε το ποίημα «Οι λύκοι» του Παλαμά, που ο ποιητής είχε απαγγείλει αμέσως μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Αναφερόμενος στους αίτιους της Καταστροφής έγραφε στην πρώτη στροφή για  ««…Καλαμαράδες…» και «δημοκόπους…» και «…μπολσεβίκους».  Ο Βάρναλης απαντά στον Παλαμά από τις σελίδες του περιοδικού «Μούσα» (Οκτώβρης, 1922) με το ποίημα «Λευτεριά», με τελευταίο στίχο  ευθεία επίθεση  στον Παλαμά. Η πρώτη επίθεση του Παλαμά στους «μπολσεβίκους» είχε γίνει νωρίτερα, όταν είχε είχε δημοσιεύσει επιφυλλίδα με το ψευδώνυμο «W» και τίτλο «Πως σφάζουν οι Μπολσεβίκοι» στο «Εμπρός» (4-8-1920 σ.1.)

1924

Ο Αντρέ Μπρετόν, ένας από τους πλέον σημαντικούς θεωρητικούς του κινήματος του Υπερρεαλισμού, εκδίδει το πρώτο Μανιφέστο του Υπερρεαλισμού (Manifesto of Surrealism), όπου καταγράφει τους καλλιτέχνες που διαμόρφωσαν το ρεύμα αυτό. Στο Μανιφέστο του ο Μπρετόν δίνει τον εξής ορισμό για τη σημασία του όρου: «Αυτοματισμός ψυχικός, καθαρός, με τον οποίο προτίθεται κανείς να εκφράσει είτε προφορικά είτε γραπτά, είτε με οποιονδήποτε άλλο τρόπο, την πραγματική λειτουργία της σκέψης. Υπαγόρευση της σκέψης, με την απουσία κάθε ελέγχου από τη λογική, έξω από κάθε προκατάληψη αισθητική ή ηθική.» O υπερρεαλισμός ανανέωνει τη γραφή, αντιμάχεται τον «ορθό λόγο» και προσπαθεί να «επαναμαγεύση» τον κόσμο διευρύνοντας την αντίληψη της πραγματικότητας συμπεριλαμβάνοντας το όνειρο, το ασυνείδητο, τους ελεύθερους συνειρμούς, την αυτόματη γραφή κ.ά. Χρησιμοποιεί την «ειρωνική γλώσσα«, αναδεικνύει ως άμεσο και πρωτογενές μέσο την εικόνα και αμφισβητεί τη λογική σχέση σημαίνοντος και  σημαινόμενου. Πειραματίζεται με τολμηρούς συνδυασμούς με παράταιρα στοιχεία και χρησιμοποιεί την αντίθεση μεταξύ τους παράγοντας ειρωνία.

Χαρακτηριστικοί Έλληνες ποιητές που εντάχθηκαν στο ρεύμα του υπερρεαλισμού ήταν ο Ανδρέας Εμπειρίκος  και ο Νίκος Εγγονόπουλος.  Την ίδια χρονιά εκδίδεται και η πραγματεία του Λουί Αραγκόν υπό τον τίτλο «Une Vague de rêves», καθώς και τα περιοδικά «La Révolution surréaliste» και «Litterature» που εξέδιδε η ομάδα των υπερρεαλιστών. Η ανάμιξη λογικού με το παράλογο και οι τυχαίες –ονειρικές στη δομή- εικόνες χαρακτηρίζουν τη σουρεαλιστική έκφραση.


1927

Ο Άγγελος Σικελιανός, απαλλαγμένος από τα όρια μιας στενής ιστορικότητας που χαρακτηρίζουν τον Παλαμά, υλοποιεί το όραμά του με τη «δελφική προσπάθεια». Μια προσπάθεια που αποβλέπει στη διαμόρφωση ενός προτύπου κοσμολογικής αρμονίας, ενός παγκόσμιου μύθου που συγκροτείται  από τις πρωτόγονες θρησκείες, το αρχαιοελληνικό πνεύμα, την ορφική διδασκαλία και το χριστιανισμό. Οι Δελφοί επιλέγονται ως ο «ομφαλός της γής», για να αποτελέσουν το συμβολικό αλλά και πραγματικό πυρήνα ενός νέου παγκόσμιου πολιτισμού. Κατά τη μεσοπολεμική περίοδο ο Σικελιανός και ο Παλαμάς εκφράζουν με ονειρικά σχήματα την ιδεαλιστική υπέρβαση μιας κατακερματισμένης, σχεδόν διαλυμένης από τη Μικρασιατική Καταστροφή, ελληνικής κοινωνίας.

Ο Κώστας Βάρναλης γράφει ένα από τα σημαντικότερα έργα του, το «Σκλάβοι Πολιορκημένοι».

1928

Αυτοκτονεί στην Πρέβεζα ο Κώστας Καρυωτάκης, δύο μήνες από τη 1928, μετά από δυσμενή μετάθεση στη Νομαρχία Πρεβέζης, στο Γραφείο Εποικισμού και Αποκαταστάσεως (Μικρασιατών) Προσφύγων. Ο Καρυωτάκης υπήρξε ο σημαντικότερος εκπρόσωπος του νεορομαντικού ή νεοσυμβολιστικού ρεύματος, που απορρίπτει τόσο την πατριδολατρεία του Παλαμά και τη λυρική διάθεση του Σικελιανού, όσο και τις μαρξιστικές απόψεις του Κώστα Βάρναλη. Στις αναζητήσεις του ρεύματος αυτού εκφράστηκε η απογοήτευση από τη Μικρασιατική Καταστροφή και το βίαιο τέλος των μεγάλων οραμάτων. Χαρακτηρίστηκε από τη μελαγχολική διάθεση, την αίσθηση του ανικανοποίητου, τον θρήνο για την απουσία ιδανικών, τη στροφή στο άτομο. Οι επιρροές του ρεύματος αυτού μπορούν να αναζητηθούν στα «Άνθη του Κακού» του Μπωντλέρ.

1929

Ο Γ. Θεοτοκάς δημοσιεύει το «Ελεύθερο Πνεύμα», που υπήρξε το μανιφέστο της γενιάς του ’30. Στο «Ελεύθερο Πνεύμα» τιμάται ιδιαιτέρως ο Παλαμάς, ο οποίος θεωρείται ο πρωτοπόρος της τάσης για την αναζήτηση της «ελληνικότητας». Στο κείμενο του Θεοτοκά ορίζεται η νέα θέαση: «…η Ευρώπη είναι σαν ένας κήπος που συγκεντρώνει τα πιο διαφορετικά λουλούδια…. Όταν σηκωθεί το αεροπλάνο και αποκτήσουμε προοπτική και μπορέσουμε να αγκαλιάσουμε την ήπειρο με μια ματιά, αισθανόμαστε ξαφνικά η αρμονία του σύμπαντος..»

1930

Ο Κωστής Παλαμάς γίνεται πρόεδρος στην Ακαδημία Αθηνών. Αναγνωρίζεται με τον τρόπο αυτό η αντίληψή του για τον καθοδηγητικό ρόλο του προφήτη-ποιητή, ο οποίος αρκείται στην υψηλή ποίηση και δεν εμπλέκεται με την κοινή δυστυχία.

Εμφανίζονται οι πρώτες προσπάθειες του ελληνικού μοντερνισμού στην ποίηση και την πεζογραφία με χαρακτηριστικούς εκπροσώπους τους Σεφέρη, Ελύτη, Εγγονόπουλο, Εμπειρίκο. Η κύρια ιδέα ήταν ότι οι παραδοσιακές μορφές τέχνης και η έως τότε κοινωνική οργάνωση βασίζονταν σε ξεπερασμένα πρότυπα. Χαρακτηριστικό της νέας τάσης ήταν η καθιέρωση ελεύθερου στίχου και η υιοθέτηση φορμών του σουρεαλισμού-υπερρεαλισμού. Εμφανίζεται ο ελληνικός υπερρεαλισμός με την ποιητική συλλογή «Υψικάμινος» (1935) του Ανδρέα Εμπειρίκου και με τις  δύο πρώτες ποιητικές συλλογές του Εγγονόπουλου «Μην ομιλείτε στον Οδηγό» (1938) και «Τα Κλειδοκύμβαλα της Σιωπής» (1939). Η Αριστερά θεώρησε ότι ο ελληνικός υπερρεαλισμός και οι φορείς του του (Ελύτης, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος, Γκάτσος κ.λπ.)απέρριψαν την Αριστερά και υιοθέτησαν μια συντηρητικού τύπου ελληνικότητα.

Η γενιά του ’30 χαρακτηρίζεται από την πλήρη αποδέσμευση από τον παραδοσιακό στίχο. Όμως η παράδοση καταλαμβάνει σημαντική θέση στο έργο  του Σικελιανού, του Σεφέρη, του Ρίτσου, κ.ά.

Αντίστοιχες τάσεις θα εμφανιστούν και στο αστικό μυθιστόρημα, όπως π.χ. ο εσωτερικός μονόλογος. Οι πεζογράφοι που σχηματικά ονομάζονται «Γενιά του ’30» συχνά έχουν διαφορετικά χαρακτηριστικά. Τους ενώνει όμως ο κοινός στόχος της ανανέωσης της πεζογραφίας. Η γενιά αυτή διακρίνεται σε τρείς υποομάδες:

-τους Μικρασιάτες (Στρατής Μυριβήλης, Ηλίας Βενέζης, Φώτης Κόντογλου, Στρατής Δούκας), που αποκαλούνται και «Αιολική Σχολή» και εμπνέονται κυρίως από τους τόπους καταγωγής τους. H συγγραφή γι αυτούς ήταν μέσο για να κρατήσουν ζωντανά στην Μνήμη τα ιστορικά γεγονότα,

-τους πεζογράφους του αστικού ρεαλιστικού μυθιστορήματος (Γιώργος Θεοτοκάς, Άγγελος Τερζάκης, Μ. Καραγάτσης) κάποιοι εκ των οποίων ήταν επίσης πρόσφυγες από τη Μικρά Ασία , δεν απέρριπταν τους ρεαλιστικούς στόχους της προηγούμενης ομάδας, αλλά προσέβλεπαν κυρίως στο μέλλον και λιγότερο στο παρελθόν,

-τους πεζογράφους της «Σχολής της Θεσσαλονίκης» (Στέλιος Ξεφλούδας, Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, Γιάννης Σκαρίμπας, Γ. Μπεράτης κ.ά.), που απέρριψαν τις ρεαλιστικές προσεγγίσεις και ακολούθησαν αφηγηματικές τεχνικές αποδίδοντας με ένα δικό τους τρόπο τους εσωστρεφείς πειραματισμούς του μοντερνισμού.

Αντίστοιχους δρόμους ακολούθησε και η ελληνική ζωγραφική. Τον ελληνικό υπαιθρισμό διαδέχεται τώρα μια ανθρωποκεντρική ζωγραφική. Η νόηση κυριαρχεί πλέον πάνω στην αίσθηση. Οι χρωματισμοί καθορίζονται πλέον από την υποκειμενική αντίληψη και όχι από τη φυσική κατάσταση των πραγμάτων. Ο Δημήτρης Γαλάνης, χαράκτης και ζωγράφος, ακολουθεί και διαδίδει στην Ελλάδα την κλασικιστική γραμμή του Αντρέ Ντεραίν. Η γραμμή αυτή επηρέασε αρκετούς καλλιτέχνες της γενιάς του ’30.

 Στο έργο του Κωνσταντίνου Παρθένη επιδράσεις από την αρχαιότητα, το Βυζάντιο και τα νεότερα ρεύματα ενυπάρχουν στις αλληγορικές συνθέσεις του και συγχωνεύονται. Για τον Μικρασιάτη Φώτη Κόντογλου, το Βυζάντιο και η ανατολική παράδοση αποτελεί την αποκλειστική πηγή έμπνευσης. Αντίθετα ο Σπύρος Παπαλουκάς  αξιοποιεί την προσεγγίζει την εμπειρία της σύγχρονης τέχνης  για να προσεγγίσει την παράδοση. Στη μέση θα βρεθεί ο Γιάννης Τσαρούχης, επηρεασμένος από τον Ανρί Ματίς ο οποίος αξιοποιεί πολλές διαφορετικές εικαστικές παραδόσεις που προέρχονται από την τέχνη των ελληνιστικών χρόνων,  τη βυζαντινή αγιογραφία, την αναγεννησιακή τέχνη και τη λαϊκή τέχνη. Ο Νίκος Εγγονόπουλος με το έργο του συνδέει την αντίληψη του Κόντογλου με τους υπερρεαλιστικούς μεταφυσικούς κώδικες που απαδέχεται. Στη γραμμή του μετακυβισμού ζωγραφίζει ο Νίκος Χατζηκυριάκος-Γκίκας, κρατώντας όμως το ελληνικό χρώμα.  Στο πλαίσιο εκείνης της εποχής αναγνωρίζεται η αξία των λαϊκών καλλιτεχνών, όπως είναι ο Θεόφιλος και ο ζωγράφος του Μακρυγιάννη.

1935

Δημοσιεύεται και η τελευταία συλλογή του Παλαμά και εκδίδεται περιοδικό «Νέα Γράμματα» Εκδίδεται το «Μυθιστόρημα» του Σεφέρη και δημοσιεύονται τα πρώτα ποιήματα του Ελύτη. Ο Εμπειρίκος εκδίδει την «Υψικάμινο». Αργότερα, μέσα στην ίδια δεκαετία θα δημοσιευτούν τα πρώτα ποιήματα σε ελεύθερο στίχο του Ρίτσου και του Βρεττάκου ενώ θα εμφανιστεί και ο άλλος σημαντικός εκπρόσωπος του ελληνικού υπερρεαλισμού. Oι αριστεροί κριτικοί Ν. Καλαμάρης και Ν. Τετενές αντιπαρατίθενται ιδεολογικά στην υπερρεαλιστική απόπειρα καταγγέλοντάς την ως «αντιδραστική», προβάλλοντας ως πρώτο στόχο της τέχνης την «επαναστατική λειτουργία«.

1936

Η δικτατορία του Μεταξά θα σφραγίσει τη πολιτιστική κίνηση στην Ελλάδα. Η τάση του καθεστώτος είναι να ενισχύει την παραγωγή ηρωικών προτύπων, καθώς και την όχι πετυχημένη προσπάθεια να συγκροτήσει έναν ελληνικής κοπής εθνικοσοσιαλιστικό πολιτισμό υπό τον τίτλο «Γ΄ Ελληνικός Πολιτισμός.»  Κατά την περίοδο της δικτατορία οι πεζογράφοι της γενιάς του ’30 θα στραφούν στο άμεσο ή απώτερο παρελθόν, θα καταφύγουν στις μνήμες της παιδικής τους ηλικίας ή σε ιστορικά μυθιστορήματα. Η επιστροφή στις ρίζες σημαίνει την υπεκφυγή μπρος σε μια σκληρή πραγματικότητα. Οι αξίες της «Αιολικής σχολής» διαδίδονται και επικρατούν. Όμως η τουρκοφιλία που χαρακτήριζε το μεταξικό καθεστώς θα επηρεάσει τον χρόνο από τον οποίο εμπνέονταν πλέον οι πεζογράφοι και οι ποιητές.  η παραγωγή έργων δεν θα θίγει πλέον τα τραγικά γεγονότα της Μικρασιατικής Καταστροφής, αλλά θα εμπνέεται από την προηγούμενη ομαλή ζωή στις παλιές πατρίδες της Μικράς Ασίας.

Παράλληλα, η έντονα καταδιωκόμενη από το δικτατορικό καθεστώς Αριστερά, παρεμβαίνει ιδεολογικά στις  ποιητικές αναζητήσεις. Καίρια είναι η μελέτη του Νίκου Ζαχαριάδη, φυλακισμένου από τη δικτατορία Μεταξά στις φυλακές της Κέρκυρας, υπό τον τίτλο «Ο Αληθινός Παλαμάς». Στο βιβλίο του αυτό ο Ζαχαριάδης παρουσιάζει τον Παλαμά όχι σαν έναν ιδεαλιστή ποιητή, αλλά σαν «διαλεχτικό υλιστή φιλόσοφο»

Κατοχή-Εμφύλιος

Η αναβίωση της παράδοσης απασχόλησε σε μεγάλο βαθμό την ποίηση των πρώτων χρόνων του πολέμου και οδήγησε σε μια κορύφωση των τάσεων που καθιερώθηκαν κατά τη δεκαετία του ’30. Οι νέοι ποιητές όμως ακολούθησαν τελείως διαφορετική πορεία. Συνέχισαν να χρησιμοποιούν ελεύθερο στίχο, όσον αφορά τη φόρμα και το ύφος. Για τους ποιητές η επιστροφή στις ρίζες δεν σχετίζεται με την αποφυγή της σκληρής πραγματικότητας, αλλά με την άντληση διδαγμάτων και προτύπων για να αντιμετωπιστεί το παρόν. Ο Άγγελος Σικελιανός κυκλοφορεί παράνομα το 1942 πέντε χειρόγραφα ποιήματα υπό τον τίτλο «Ακριτικά». Η θεματολογία του προέρχεται από την αρχαιότητα και βασίζεται σε συνδυασμό παγανιστικών και χριστιανικών μύθων ώστε να παράγεται ένα μήνυμα ελπίδας και νίκης. O Σεφέρης εκδίδει το 1942 το «Ο Στρατής Θαλασσινός ανάμεσα στους αγάπανθους» και το 1944 τα «Ημερολόγια Καταστρώματος Β’» στην Αίγυπτο, όπου αποτυπώνεται το συναίσθημα απομόνωσης, αποκοπής απ’ την πατρίδα και εξορίας. Η περίοδος αυτή του Σεφέρη διακρίνεται για τη νεοτερικότητά της και χρησιμοποιεί τον καβαφικό υπαινιγμό.

    Την περίοδο μετά τα Δεκεμβριανά του ’44 ο Γ. Ρίτσος γράφει τη «Ρωμιοσύνη», η οποία όμως θα μείνει, για πολιτικούς λόγους, για αρκετά χρόνια αδημοσίευτη. Στο έργο αυτό οι Αντάρτες της Αντίστασης και του Εμφύλιου εντάσσονται στην παλαιότερη παράδοση των αγωνιστών του ελληνισμού, δίπλα στους βυζαντινούς Ακρίτες και στους αγωνιστές του 1821.

        Στην γραμμή της αναζήτησης της έμπνευσης από τον ελληνισμό και το ηρωικό ελληνικό παρελθόν, θα κινηθούν και οι υπερρεαλιστές.  Το πλέον χαρακτηριστικό ποίημα αυτής της τάσης είναι το «Μπολιβάρ. Ένα ελληνικό ποίημα» (1944) του Νίκου Εγγονόπουλου.  Ο Ανδρέας Εμπειρίκος, που αποστασιοποιείται από την ιστορία και τις παραδόσεις,  συγγράφει μέσα στην Κατοχή το «Αργώ ή πλους αεροστάτου». Μέσα στην Κατοχή γράφει τα πρώτα του ποιήματα, εμπνεόμενα μόνο απ’ τη μουσική και την επιστήμη, ένας από τους μετέπειτα κληρονόμους του ρέυματος αυτού, ο Ν. Κακναβάτος, ο οποίος δε φαίνεται να επηρεάζεται στο έργο του ούτε κατ’ ελάχιστον από το πλαίσιο της Κατοχής.

        Την περίοδο αυτή το σύνολο σχεδόν των ποιητών, χρησιμοποιώντας στοιχεία της παράδοσης,  καταφεύγουν  στο χώρο του φανταστικού άλλοτε περισσότερο και άλλοτε λιγότερο φανερά. Οι υπερρεαλιστές ποιητές επιζητούν τη φυγή ή την «απελευθέρωση» μέσα από την άρνηση των «περιορισμών» που έθετε η λογική. Κύριο χαρακτηριστικό της ποίησης αυτής της περιόδου είναι η μελαγχολία και η σκοτεινότητα. Σε όλη σχεδόν την ποίηση μετά το ’44 αναγνωρίζεται η επίδραση του Σεφέρη.

       Στην πεζογραφία παρατηρείται η στροφή στο παρελθόν, ως απόπειρα φυγής. Λίγα ήταν τα έργα που άντλησαν την έμπνευση από τις εμπειρίες του πολέμου (Γ. Μπεράτη «Πλατύ ποτάμι»,  Άγγ. Βλάχου, «Μνήμα της γριάς»).  Το 1946 εκδόθηκε το «Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά» του Νίκου Καζαντζάκη, που επηρέασε αποφασιστικά όλους τους επόμενους πεζογράφους. Τηνπερίοδο μετά την Κατοχή εκδόθηκαν αλλά δύο βιβλία που οι κριτικοί θεωρούν ότι καθόρισαν τις τάσεις που επικράτησαν τις επόμενες δεκαετίες: «Τα Ψάθινα καπέλα» της Μαργαρίτας Λυμπεράκη (1946) και το «Contre-temps» της Μιμίκας Κρανάκη (1947).

Mεταπολεμική γενιά

Μετά το τέλος του Εμφυλίου  οι ποιητές που ανδρώθηκαν στη δεκαετία του ’30 (Σεφέρης, Ελύτης, Ρίτσος, Εμπειρίκος, Εγγονόπουλος) θα παρουσιάσουν το πλέον ώριμο έργο τους. Παράλληλα ένας εξαιρετικά μεγάλος αριθμός νέων ποιητών εμφανίζεται. Δύο ρεύματα εμφανίζονται. Αυτό των Αριστερών ποιητών (Άρης Αλεξάνδρου, Μ. Αναγνωστάκης, Τάσος Λειβαδίτης, Τίτος Πατρίκιος) που χρησιμοποιούν ευρέως το καβαφικό ύφος, προτάσσουν τους κοινωνικούς προβληματισμούς και τη δράση και συνειδητά συνδιαλέγονται χρησιμοποιώντας τα ποιητικά τους εργαλεία, με την κοινωνία. Το δεύτερο ρεύμα συνεχίζει την παλαμική παράδοση, κρατά χαμηλούς τόνους και διακρίνεται για την εσωτερικευμένη μελαγχολία (Κ. Στεργιόπουλος, Άρης Δικταίος, Ελ. Βακαλό, Γ. Θέμελης, κ.ά.).

         Παράλληλα εμφανίζονται και οι κληρονόμοι κάποιων απόψεων του ελληνικού υπερρεαλισμού (Δ. Π. Παπαδίτσα, Έκτωρ Κακναβάτος, Γ. Δάλλας). Ο Ελύτης εκφράζει σε αρκετά ποιήματά του την τάση αυτή. Χαρακτηριστικό είναι το ποίημα «Μικρή Πράσινη Θάλασσα«, όπου ανατρέπει τη φυσική εικόνα της απέραντης θάλασσας παραβιάζοντας την λογική σχέση που ενυπάρχει μεταξύ της λέξης και της σημασίας της. Επίσης εφαρμόζει την υπερρεαλιστική «γραμμή» για την εικόνα έναντι της συμβατικής αξίας της λέξης, αναδεικνύοντας με τα κολάζ που δημιούργησε τη δύναμή της. Η Αριστερά, υπερασπίζοντας το «σοσιαλιστικό ρεαλισμό» και την «επαναστατική λειτουργία» της τέχνης, ασκεί σφοδρή κριτική στους υπερρεαλιστές. Ο Μάρκος Αυγέρης δημοσιεύει (1944) στο περιοδικό Γράμματα ένα οξύτατο κείμενο με τίτλο «Ο σουρεαλισμός και η κρίση κρίση των μορφών».  Ο Οδυσσέας Ελύτης απαντά εμπερστατωμένα στην κριτική του Αυγέρη ένα χρόνο μετά στο περιοδικό Τα Νέα Γράμματα

    Ποιητές που δεν μπορούν να ενταχθούν σε κάποια συγκεκριμένη τάση είναι οι Μίλτος Σαχτούρης, Τάκης Σινόπουλος, Νίκος Καρούζος. Ο Καρούζος συχνά χαρακτηρίζεται ως «φιλοσοφικός ποιητής» λόγω της στενής σχέσης του έργου του με την ορθοδοξία.

Στη δεκαετία του ’60 παρατηρείται ένας «ιστορικός συμβιβασμός» για το χώρο της ποίησης, που απηχεί τις ευρύτερες διεργασίες που πραγματοποιούνται και τα νέα στερεότυπα που διαμορφώνονται. Η Αριστερά αποδέχεται πλήρως το ποιητικό έργο των ιδεολογικών της αντιπάλων, Στη γραμμή του μεσοπολεμικού έργου του Νίκου Ζαχαριάδη «Ο άλλος Παλαμάς» αποδέχεται πλέον τους ποιητές Σεφέρη, Ελύτη, Γκάτσο –όχι όμως τον Εγγονόπουλο- που ιδεολογικά ανήκαν στον αντίπαλο χώρο. Ο ελληνοκεντρισμός του Ελύτη και ο μοντερνισμός του Σεφέρη  διαμόρφωσε πλέον και την αισθητική της Αριστεράς.

Πηγές:

Roderick Beaton, Εισαγωγή στη Νεώτερη Ελληνική Λογοτεχνία. Ποίηση και πεζογραφία 1821-1992, Αθήνα, εκδ. Νεφέλη,  1996,

-Μάριο Βίττι, Για τον Οδυσσέα Ελύτη, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1998,

-του ιδίου, Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας, μετάφραση Δ. Ν. Μαρωνίτη, εκδ. Κέδρος, Αθήνα, 1991,

-του ιδίου, Η γενιά του Τριάντα, εκδ. Ερμής-Ιστός, Αθήνα, 1995,

-του ίδιου, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, μετάφραση: Μυρσίνη Ζορμπά, 1987

-Δημήτρης Τσάκωνας, Λογοτεχνία και Κοινωνία στον Μεσοπόλεμο, εκδ. Κάκτος, Αθήνα, 1987,

-Αφροδίτη Αθανασοπούλου, «Ο Υπερρεαλισμός από σημερινή σκοπιά«, περ. Φιλόλογος, τεύχ. 138, Οκτώβριος-Δεκέμβριος 2009, σελ. 1209-1222.

Δείτε:

Odysseas Elytis a 100 ans

Οδυσσέας Ελύτης

Erga Eliti

Η Ελλάδα διαβάζει Ελύτη

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ (Από Τον “Μικρό Ναυτίλο”)
“Και Με Φως Και Με Θάνατο”, Ένα Ποίημα-Χρησμός!
(Deciphering A Cryptic Poem By ODYSSEUS ELYTIS)

Ένα καλό θεωρητικό κείμενο είναι: Ανθογαλίδου Θ. (2000)
H «λογοτεχνία» ως ιδεολογικό και πολιτικό διακύβευμα
Virtual School, The sciences of Education Online, τόμος 2, τεύχος 1
http://virtualschool.web.auth.gr/2.1/TheoryResearch/Enjeu.htm

9 comments so far

  1. […] https://kars1918.wordpress.com/2011/12/13/odysseas-elytis/ Κοινοπoιείστε το:Μοιραστείτε τοFacebookPrintTwitterEmailLike this:LikeBe the first to like this post. […]

  2. Μπορώ να έχω την άδεια για να αναρτηθεί στον ιστότοπο Ideotopos.gr. Στην ανάρτηση θα υπάρχει σύδεση με την δική σας ανάρτηση και αναφορά σε αυτή.

    Με εκτίμηση

    Για το Ideotopos.gr
    Γιώργος Μπουσούτας – Θανάσουλας

    • Βλάσης Αγτζίδης on

      Φυσικά! Από τη στιγμή που αναφέρετε συγγραφέα και ιστολόγιο, μπορείτε να αναδημοσιεύσετε αυτό το κείμενο, όπως και οποιοδήποτε άλλο σας ενδιαφέρει.

  3. Βλάσης Αγτζίδης on

    Στον πόλεμο του ’40: Ο Ελύτης στην πρώτη γραμμή του πολέμου «παρέα» με τον Κάλβο και τον Καβάφη – Νικηφόρος Βρεττάκος, «Ένα στρατιώτης μουρμουρίζει στο αλβανικό μέτωπο»
    By itzikas on Οκτωβρίου 28, 2012

    (Ο Οδυσσέας Ελύτης όπως είναι γνωστό πήρε μέρος στον πόλεμο του ’40 κατατασσόμενος σαν ανθυπολοχαγός στη Διοίκηση του Στρατηγείου Α’ Σώματος Στρατού. Στις 13 Δεκεμβρίου 1940 μετατέθηκε στη ζώνη πυρός και στις 26 Φεβρουαρίου του 1941 μεταφέρθηκε με σοβαρό κρούσμα κοιλιακού τύφου στο νοσοκομείο Ιωαννίνων).


    [Στο όρυγμα ………….]

    «Μου έτυχε, χωρίς διόλου να ‘μαι θαρραλέος, να βρεθώ δυο τρεις φορές πιο κοντά στο θάνατο παρά στη ζωή. Στον πόλεμο, φυσικά. Λοιπόν, ήταν κάτι εντελώς αντίθετο απ’ αυτό που περίμενα. Εγώ που τα ‘χανα στην Αθήνα με το παραμικρό και που ένας απλός πονόδοντος μ’ έκανε να στέλνω στο διάβολο όλα μου τα προβλήματα, εδώ αισθανόμουνα μια διαύγεια καταπληκτική, μια δύναμη ικανή, θα έλεγα, να κυριαρχεί τα πράγματα και προς τα εμπρός και προς τα πίσω, χωρίς να παρεμβάλλεται τίποτα ανάμεσά τους, μια ηρεμία ουράνια, όπου μπροστά της η ταραχή του κόσμου, εκείνη κατησχυμένη και όχι εγώ, σταματούσε. Καμιά φορά συλλογίζομαι πως ίσως γι αυτό σώθηκα.

    Είχα, θυμάμαι, βρεθεί σ’ αρκετή απόσταση κι από το πλησιέστερο όρυγμα κι από την παραμικρότερη ανωμαλία του εδάφους όπου θα υπήρχε τρόπος να προφυλαχθώ, τη στιγμή που όλες μαζί συγκεντρωμένες οι πυροβολαρχίες των Ιταλών, προετοιμάζοντας την επίθεση που ακολούθησε, άρχισαν, μπορεί να πει κανείς, με συχνότητα βολών πολυβόλου, να εξαποστέλλουν τις οβίδες τους στις γραμμές μας. Μέσα σε λίγα λεπτά ο τόπος ολόκληρος ντουμάνιασε από τους καπνούς και τη βρόμα της μπαρούτης. Στήλες από πυκνό χώμα υψώνονταν στον αέρα και ξαναπέφτανε, με πέτρες και ξύλα, βροχή πάνω στη ράχη μου. Κι αυτό το κακό ήξερα ότι θα κρατήσει- όπως και κράτησε- τουλάχιστον δυο ώρες. Να μετακινηθώ δεν υπήρχε περίπτωση. Έμενα μόνος, καθηλωμένος στο έδαφος, γραπωμένος απ’ το χώμα, ένα σώμα μαζί του, κι άκουγα τις κοντές αναπνοές μου, ένα είδος λαχάνιασμα που βέβαια κι αυτό δεν το είχε προκαλέσει κανένα τρέξιμο αλλά η αντίδρασή μου στον αιφνιδιασμό.

    Ήτανε και το μόνο άλλωστε. Γιατί σε λίγο άρχισα, με κατάπληξη, να αισθάνομαι κάτι άλλο, που μήτε ούτε ο ίδιος ήθελα να το παραδεχτώ: ότι συνεχίζω τις σκέψεις που είχα κάνει το προηγούμενο βράδυ, μη μπορώντας να κοιμηθώ, για την ποίηση του Κάλβου. Ναι, τώρα το έβλεπα, θα έπρεπε, άμα γυρίσω στην Αθήνα, να ολοκληρώσω το δοκίμιο για την εντελώς προδρομική θέση που είχε η εικονοπλαστική φαντασία του μέσα στη νεοελληνική έκφραση. Εκείνος ο καπνός που “θλίβει το διάστημα γαλάζιον των αέρων”, και το πρόσωπο της παρθένου “υγρόν υπό το σύγνεφον της δυστυχίας”, και το βράδυ που “εισπνέει μέσα εις τα πολύδενδρα δάση το τεθλιμμένον φύσημα”, και το “αναπαυμένον μέτωπον της οικουμένης”- βρε τον άτιμο! Αμ κείνες οι ελπίδες των θνητών που “χάνονται ως λεπτόν βόλι εις άπειρον βάθος πελάγου”; Τη τόλμη για κείνη την εποχή. Έτσι έπρεπε να ονομάσω τη μελέτη μου “Η Λυρική Τόλμη του Ανδρέα Κάλβου”.

    Βέβαια είναι δύσκολο να το πιστέψει κανένας. Ίσως και να υπερβάλλω λιγάκι. Αλλά το ξαναλέω: έβλεπα πολύ καθαρά ότι αυτό ήταν παραλογισμός, ότι από τη μια στιγμή στην άλλη κινδύνευα να τιναχτώ στον αέρα ή να μείνω μ’ ένα ποδάρι, κι όμως θυμόμουνα έναν άλλο ποιητή, τον Καβάφη, και σχεδόν γελούσα με την ικανότητα που είχε η σκέψη του- η σκέψη του; Η ποίησή του;- να προσαρμόζεται σε όλες τις καταστάσεις. Αυτό πια καταντούσε passé- partout. “Όμως μες σ’ όλη του την ταραχή και το κακό, επίμονα κ’ η ποιητική ιδέα πάει κι έρχεται”. Κι αλήθεια, είχα γίνει κι εγώ ένας καβαφικός Φερνάζης. Η ποιητική ιδέα πήγαινε κι ερχότανε. Οι πιο κοντινές εκρήξεις, που με την πίεση των αερίων με κοπανούσανε χάμου κυριολεκτικά, δε με τρομάζανε τόσο, όσο μ’ ενοχλούσε εκείνος ο φαντάρος που είχε βρεθεί λίγα μέτρα παρακάτω και φώναζε όλη την ώρα: “κερατάδες! κερατάδες!”».

    (Ο. Ελύτης, Ανοιχτά χαρτιά, Το χρονικό μιας δεκαετίας, εκδόσεις Ίκαρος)

  4. Ελ. Γ. on

    ΤΟ ΠΑΡΑΠΟΝΟ ΤΟΥ ΟΔ. ΕΛΥΤΗ, πόσο διαχρονικό αλλά και επίκαιρο !!!

    :

    Αναρωτιέμαι μερικές φορές:

    Είμαι εγώ που σκέφτομαι καθημερινά ,πως η ζωή μου είναι μία;

    Όλοι οι υπόλοιποι το ξεχνούν; Ή πιστεύουν πως θα έχουν κι άλλες, πολλές ζωές, για να κερδίσουν τον χρόνο που σπαταλούν;

    Ν’ αντικρίζεις τη ζωή με μούτρα. Να περιμένεις την Παρασκευή που θα φέρει το Σάββατο και την Κυριακή για να ζήσεις. Κι ύστερα να μη φτάνει ούτε κι αυτό, να χρειάζεται να περιμένεις τις διακοπές. Και μετά ούτε κι αυτές να είναι αρκετές. Να περιμένεις μεγάλες στιγμές. Να μην τις επιδιώκεις, να τις περιμένεις.

    Κι ύστερα να λες πως είσαι άτυχος και πως η ζωή ήταν άδικη μαζί σου.

    Και να μη βλέπεις ,πως ακριβώς δίπλα σου συμβαίνουν αληθινές δυστυχίες που η ζωή κλήρωσε σε άλλους ανθρώπους.

    Σ’ εκείνους που δεν το βάζουν κάτω και αγωνίζονται.

    Και να μην μαθαίνεις από το μάθημά τους.

    Και να μη νιώθεις καμία φορά ευλογημένος που μπορείς να χαίρεσαι τρία πράγματα στη ζωή σου, την καλή υγεία, δυο φίλους, μια αγάπη, μια δουλειά, μια δραστηριότητα που σε κάνει να αισθάνεσαι ότι δημιουργείς, ότι έχει λόγο η ύπαρξή σου.

    Να κλαίγεσαι που δεν έχεις πολλά.

    Που κι αν τα είχες, θα ήθελες περισσότερα.

    Να πιστεύεις ότι τα ξέρεις όλα και να μην ακούς. Να μαζεύεις λύπες και απελπισίες, να ξυπνάς κάθε μέρα ακόμη πιο βαρύς.

    Λες και ο χρόνος σου είναι απεριόριστος.

    Κάθε μέρα προσπαθώ να μπω στη θέση σου. Κάθε μέρα αποτυγχάνω.

    Γιατί αγαπάω εκείνους που αγαπούν τη ζωή. Και που η λύπη τους είναι η δύναμή τους.

    Που κοιτάζουν με μάτια άδολα και αθώα, ακόμα κι αν πέρασε ο χρόνος αδυσώπητος από πάνω τους.

    Που γνωρίζουν ότι δεν τα ξέρουν όλα, γιατί δεν μαθαίνονται όλα.

    Που στύβουν το λίγο και βγάζουν το πολύ.

    Για τους εαυτούς τους και για όσους αγαπούν.

    Και δεν κουράζονται να αναζητούν την ομορφιά στην κάθε μέρα, στα χαμόγελα των ανθρώπων, στα χάδια των ζώων, σε μια ασπρόμαυρη φωτογραφία, σε μια πολύχρωμη μπουγάδα.

    Όσο κι αν κανείς προσέχει

    όσο κι αν το κυνηγά

    πάντα, πάντα θα ‘ναι αργά

    δεύτερη ζωή δεν έχει.

    (από Το Παράπονο, του Οδ. Ελύτη)

  5. Πώς να γράψετε ένα ντανταϊστικό ποίημα

    Tristan_Tzara

    Πάρτε μια εφημερίδα.
    Πάρτε ένα ψαλίδι.
    Διαλέξτε από την εφημερίδα ένα άρθρο στο μέγεθος του ποιήματος που θέλετε να κάνετε.
    Κόψτε με το ψαλίδι το άρθρο.
    Κατόπιν κόψτε προσεκτικά τις λέξεις που αποτελούν το άρθρο και βάλτε τις μέσα σε μια τσάντα.
    Ταρακουνήστε μαλακά την τσάντα.
    Κατόπιν αρχίστε να βγάζετε από την τσάντα τη μία λέξη μετά την άλλη.
    Αντιγράψτε τις ευσυνείδητα.
    Με τη σειρά που βγήκαν από την τσάντα.
    Το ποίημα θα σας μοιάζει.
    Και να που γίνατε ένας απείρως πρωτότυπος συγγραφέας με μια χαριτωμένη ευαισθησία, έστω κι αν δεν σας καταλαβαίνει το άξεστο κοπάδι.

    Από το “Μανιφέστο για τον αδύναμο έρωτα και τον πικρό” (1920) του ντανταϊστή ποιητή Τριστάν Τζαρά, που αν ζούσε θα έκλεινε σήμερα τα 117.

    http://imwrong.wordpress.com/2013/04/16/%CF%80%CF%8E%CF%82-%CE%BD%CE%B1-%CE%B3%CF%81%CE%AC%CF%88%CE%B5%CF%84%CE%B5-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%B1%CF%8A%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CF%8C-%CF%80%CE%BF%CE%AF%CE%B7%CE%BC/

  6. Πόντος on

    Ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί πως έγραψε το Άξιον Εστί!

    «Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημά μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγύριζαν μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουν, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει.

    Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαινα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

    Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι.

    Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσαν. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.

    Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας.

    Κι έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί».

  7. ΟΔΕΓ on

    Πως έγραψε ο Οδυσσέας Ελύτης το «Άξιον Εστί»

    http://enallaktikidrasi.com/2014/02/pos-egrapse-o-odysseas-elytis-to-aksion-esti/

  8. Δημήτρης on

    Ο Οδυσσέας Ελύτης εξηγεί πως έγραψε το Άξιον Εστί!

    «Όσο κι αν μπορεί να φανεί παράξενο, την αρχική αφορμή να γράψω το ποίημά μου την έδωσε η διαμονή μου στην Ευρώπη τα χρόνια του ’48 με ’51. Ήταν τα φοβερά χρόνια όπου όλα τα δεινά μαζί – πόλεμος, κατοχή, κίνημα, εμφύλιος – δεν είχανε αφήσει πέτρα πάνω στη πέτρα. Θυμάμαι την μέρα που κατέβαινα να μπω στο αεροπλάνο, ένα τσούρμο παιδιά που παίζανε σε ένα ανοιχτό οικόπεδο. Το αυτοκίνητό μας αναγκάστηκε να σταματήσει για μια στιγμή και βάλθηκα να τα παρατηρώ. Ήτανε κυριολεκτικά μες τα κουρέλια. Χλωμά, βρώμικα, σκελετωμένα με γόνατα παραμορφωμένα, με ρουφηγμένα πρόσωπα. Τριγύριζαν μέσα στις τσουκνίδες του οικοπέδου ανάμεσα σε τρύπιες λεκάνες και σωρούς σκουπιδιών. Αυτή ήταν η τελευταία εικόνα που έπαιρνα από την Ελλάδα. Και αυτή, σκεπτόμουν, ήταν η μοίρα του Γένους που ακολούθησε το δρόμο της Αρετής και πάλεψε αιώνες για να υπάρξει.

    Πριν περάσουν 24 ώρες περιδιάβαινα στο Ουσί της Λωζάννης, στο μικρό δάσος πλάι στη λίμνη. Και ξαφνικά άκουσα καλπασμούς και χαρούμενες φωνές. Ήταν τα Ελβετόπαιδα που έβγαιναν να κάνουν την καθημερινή τους ιππασία. Αυτά που από πέντε γενεές και πλέον, δεν ήξεραν τι θα πει αγώνας, πείνα, θυσία. Ροδοκόκκινα, γελαστά, ντυμένα σαν πριγκηπόπουλα, με συνοδούς που φορούσαν στολές με χρυσά κουμπιά, περάσανε από μπροστά μου και μ’ άφησαν σε μια κατάσταση που ξεπερνούσε την αγανάκτηση.

    Ήτανε δέος μπροστά στην τρομακτική αντίθεση, συντριβή μπροστά στην τόση αδικία, μια διάθεση να κλάψεις και να προσευχηθείς περισσότερο, παρά να διαμαρτυρηθείς και να φωνάξεις. Ήτανε η δεύτερη φορά στη ζωή μου – η πρώτη ήτανε στην Αλβανία – που έβγαινα από το άτομό μου, και αισθανόμουν όχι απλά και μόνο αλληλέγγυος, αλλά ταυτισμένος κυριολεκτικά με τη φυλή μου. Και το σύμπλεγμα κατωτερότητας που ένιωθα, μεγάλωσε φτάνοντας στο Παρίσι.

    Δεν είχε περάσει πολύς καιρός από το τέλος του πολέμου και τα πράγματα ήταν ακόμη μουδιασμένα. Όμως τι πλούτος και τι καλοπέραση μπροστά σε μας! Και τι μετρημένα δεινά επιτέλους μπροστά στα ατελείωτα τα δικά μας! Δυσαρεστημένοι ακόμα οι Γάλλοι που δεν μπορούσαν να ‘χουν κάθε μέρα το μπιφτέκι και το φρέσκο τους βούτυρο, δυσανασχετούσαν. Υπάλληλοι, σωφέρ, γκαρσόνια, με κοιτάζανε βλοσυρά και μου λέγανε: εμείς περάσαμε πόλεμο Κύριε! Κι όταν καμιά φορά τολμούσα να ψιθυρίσω ότι ήμουν Έλληνας κι ότι περάσαμε κι εμείς πόλεμο με κοιτάζανε παράξενα: α, κι εσείς έ; Καταλάβαινα ότι ήμασταν αγνοημένοι από παντού και τοποθετημένοι στην άκρη-άκρη ενός χάρτη απίθανου. Το σύμπλεγμα κατωτερότητας και η δεητική διάθεση με κυρίευαν πάλι. Ξυπνημένες μέσα παλαιές ενστικτώδεις διαθέσεις άρχισαν να αναδεύονται και να ξεκαθαρίζουν.

    Η παραμονή μου στην Ευρώπη με έκανε να βλέπω πιο καθαρά το δράμα του τόπου μας. Εκεί αναπηδούσε πιο ανάγλυφο το άδικο που κατάτρεχε τον ποιητή. Σιγά-σιγά αυτά τα δύο ταυτίστηκαν μέσα μου. Το επαναλαμβάνω, μπορεί να φαίνεται παράξενο, αλλά έβλεπα καθαρά ότι η μοίρα της Ελλάδας ανάμεσα στα άλλα έθνη ήταν ότι και η μοίρα του ποιητή ανάμεσα στους άλλους ανθρώπους – και βέβαια εννοώ τους ανθρώπους του χρήματος και της εξουσίας. Αυτό ήταν ο πρώτος σπινθήρας, ήταν το πρώτο εύρημα. Και η ανάγκη που ένιωθα για μια δέηση, μου ‘δωσε ένα δεύτερο εύρημα. Να δώσω, δηλαδή, σ’ αυτή τη διαμαρτυρία μου για το άδικο τη μορφή μιας εκκλησιαστικής λειτουργίας.

    Κι έτσι γεννήθηκε το «Άξιον Εστί».


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: