Συζητώντας για τη Μνήμη, το Τραύμα και τη Γενοκτονία

Μια πολύ ενδιαφέρουσα (για μένα) συζήτηση μεταξύ εμού και του Γιώργου Σιακαντάρη λαμβάνει χώρα στις σελίδες του φιλόξενου the books’ journal.

Μέσα από τις γραμμές των τοποθετήσεων προβάλλουν οι διαφορετικές προσεγγίσεις αξιολογήσεις εκείνων των ιστορικών στιγμών αλλά και των συγκεκριμένων πράξεων.  Ο προσεκτικός αναγνώστης μπορεί να αντιληφθεί μέσα από το συγκεκριμένο διάλογο τις αιτίες που οι προβληματισμοί περί Γενοκτονίας στην Ανατολή, συναντούν τη δυσπιστία, αν όχι την ανοιχτή αντίθεση, των νεοελληνικών ελίτ.   

Η αφορμή για την πραγματοποίηση της έντυπης αυτής συζήτησης, δόθηκε από την βιβλιοκρισία του Γ. Σιακαντάρη για το βιβλίο Γιώργος Κόκκινος – Έλλη Λεμονίδου – Βλάσης Αγτζίδης, Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη, εκδ. Ταξιδευτής, Αθήνα, 2010. 

 Το κείμενο που έστειλα ως σχολιασμό-απάντηση στη βιβλιοκρισία του Σιακαντάρη υπό τον τίτλο:» Για τη Μνήμη, το Τραύμα και τα Ρήγματα…»  δημοσιεύτηκε στο τρέχον τεύχος 9 (Ιούλιος 2011, σελ. 10-12) του the book’s journal υπό τον τίτλο «Ήταν οι σφαγές των Ποντίων γενοκτονία;» Στη συνέχεια δημοσιεύτηκε και η ανταπάντηση του Γιώργου Σιακαντάρη που βρίσκεται αμέσως μετά το δημοσιευμένο  κείμενό μου.

Savvas Bakitzoglou 1

Για τη Μνήμη, το Τραύμα και τα Ρήγματα…

Καιρό κρατά μια συζήτηση που άρχισε 25 χρόνια πριν, με την εμφάνιση ενός πρωτόλειου προσφυγικού λόγου πλήρως αιρετικού και αναιρετικού παράλληλα των νεοελληνικών στερεοτύπων. Αντικείμενο αυτής της συζήτησης υπήρξαν τα γεγονότα που χαρακτήρισαν το ιστορικό μεταίχμιο 1914-1923 και καθόρισαν το σημερινό μας κόσμο, όπως και τα όσα αφορούσαν τη σταλινική παραμόρφωση και τις διώξεις κατά των μειονοτήτων στην ΕΣΣΔ (1937-1949).

Τα χρόνια αυτά που πέρασαν, εκείνη η πρωτόλεια ανάδυση μιας απωθημένης Μνήμης, παρήγαγε μια ορατή -στους έχοντες την ικανότητα ανάγνωσης των επιστημολογικών εξελίξεων- «προσφυγική ιστοριογραφία». Πλήθος συγγραμμάτων φωτίζουν πλέον τις άγνωστες εκείνες σελίδες της ιστορίας, διδακτορικές διατριβές εκπονούνται, επιστημονικά συνέδρια συγκροτούνται, διεπιστημονικά και διακρατικά δίκτυα δομούνται. Παράλληλα, για πρώτη φορά μετά το ’22 ο προσφυγικός ελληνισμός διεκδίκησε και πολιτικά αυτή την απωθημένη Μνήμη. Η ανάδυση της Κοινωνίας των Πολιτών επέτρεψε τη διατύπωση αιτημάτων, ώστε η συλλογική αυτογνωσία σε επίπεδο επίσημης αναγνώρισης, να συμπεριλαμβάνει και αυτά τα τμήματα του πληθυσμού.

Το εντυπωσιακό αυτό κίνημα των πολιτών αγωνίστηκε και κατάκτησε αυτό που θεωρούσε ότι του ανήκει στο κοινό έθνος-κράτος. Και αυτό το συμβόλισε επιπλέον με ανέγερση τόπων Μνήμης και το υποστήριξε με ανασυγκρότηση θεσμών. Φυσικά, η επιβολή στο κράτος της αναγνώρισης των Ημερών Μνήμης για τις Γενοκτονίες μέσω της κινητοποίησης της Κοινωνίας των Πολιτών, ουδόλως σήμαινε την αποδοχή από μέρους του της επιχειρηματολογίας της Κοινωνίας αυτής. Μια επίσκεψη στο σάιτ του υπουργείου Εξωτερικών θα πείσει και τον πλέον δύσπιστο για την παράδοξη εκείνη αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Παράλληλα, αυτή η μικρή προσφυγική ιστοριογραφική σχολή δημιούργησε σχέσεις και δίκτυα με τους μη εθνικιστές Τούρκους ιστορικούς. Είναι εντυπωσιακή η συνάφεια των ερμηνειών των δύο αυτών χώρων. Η νέα γνώση που κομίζουν ιστορικοί, όπως ο Taner Aksam, o Fuat Dündar, ο Temel Demirer, ο Fikret Baskaya, ο Ali Sait Çetinoğlu και πολλοί άλλοι, εισφέρουν σε μια πληρέστερη και ουσιαστικότερη γνώση για την κρίσιμη εποχή του μετασχηματισμού και την αντικατάσταση της πολυεθνικής ισλαμικής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας από έθνη-κράτη. Η συνάντηση και ο διάλογος με τους μη εθνικιστές Τούρκους ιστορικούς επιτρέπει μια καλύτερη θέαση του ιστορικού παρελθόντος και λειτουργεί ευεργετικά, ώστε να αποσαφηνιστεί πλήρως κάθε σημείο που η κρατικιστική (και όχι μόνο) ιστοριογραφία έχει παραχαράξει.

Ένα από τα σημαντικά ζητήματα που απασχολεί τα δύο αυτά μέρη ήταν εάν υπήρχαν περισσότεροι του ενός δρόμοι. Εάν υπήρχε κάποιος άλλος δρόμος που θα οδηγούσε στη μετεξέλιξη της Αυτοκρατορίας σ’ ένα σύγχρονο πολυπολιτισμικό δημοκρατικό κράτος, από τον δρόμο που τελικά που επέβαλε η νεοτουρκική τριανδρία. Δηλαδή, αυτόν της γενοκτονίας, της μεθοδικά οργανωμένης φυσικής εξόντωσης ενός μεγάλου μέρους των οθωμανών πολιτών.

 Η νεοελληνική αμηχανία και η (μελλοντική) γεφύρωση του χάσματος

Η νεοελληνική κοινωνία και ειδικότερα η ιστοριογραφία μας είχε έως τότε επεξεργαστεί σχήματα που ερμήνευαν με διαφορετικό τρόπο τις συγκεκριμένες ιστορικές περιόδους. Η ανάλυση των εσωτερικών κοινωνικών αντιθέσεων και ανταγωνισμών που οδήγησαν στην υιοθέτηση από την πλευρά των Νεότουρκων συγκεκριμένων πολιτικών γενοκτονίας των μη αφομοιώσιμων οθωμανικών κοινοτήτων, δεν απασχόλησαν ποτέ την κυρίαρχη εκδοχή της νεοελληνικής ιστοριογραφίας. Η αντίληψη που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα ήταν απολύτως συμβατή με την επίσημη γραμμική καθεστωτική αντίληψη, που επικράτησε και στην ίδια την Τουρκία. Μελετώντας την νεοελληνική ιστοριογραφία, τον τρόπο πρόσληψης της σύγχρονης ιστορίας και ειδικά του συγκεκριμένου ιστορικού μεταίχμιου βρισκόμαστε αντιμέτωποι με μια ελληνική εκδοχή του κεμαλικού ερμηνευτικού σχήματος. Στη νεοελληνική ιστοριογραφία δεν υπάρχει ρήξη μεταξύ οθωμανικού και τουρκικού χώρου, αλλά αντιθέτως υπάρχει μια αδιαμφισβήτητη και ενιαία τουρκική εθνική κυριαρχία στη Μικρά Ασία και στην Ανατολία, την οποία έρχονται να αμφισβητήσουν έξωθεν οι Έλληνες. Δε συνειδητοποιείται η -ανεξάρτητη από το ελληνικό κράτος- ύπαρξη της παραμέτρου «Έλληνες της Ανατολής». Μια παράμετρος ουσιαστικότατη και ένας πληθυσμός υπαρκτός και πολυάριθμος, που διεκδικούσε είτε την συνύπαρξη με τους άλλους λαούς σ’ ένα κοινό δημοκρατικό πολυπολιτισμικό οθωμανικό κόσμο, είτε την αυτόνομη πολιτική του υπόσταση από τη στιγμή που οι Νεότουρκοι απέκλεισαν κάθε δυνατότητα δημοκρατικής μετέξελιξης.

Για τις ηγεμονικές τάσεις της ιστοριογραφίας μας δεν υπάρχει γενοκτονία και οργανωμένο σχέδιο κατά των χριστιανικών κοινοτήτων από τους Νεότουρκους, γιατί απλώς οι Νεότουρκοι αντιμετωπίζονται ως θετική δύναμη και η πολιτική τους θεωρείται «νόμιμη αντίδραση». Επίσης, δεν αναλύεται η επόμενη μέρα της οθωμανικής κατάρρευσης (Νοέμβρης ’18) ως ευκαιρία επίλυσης του εσωτερικού εθνικού ζητήματος, γιατί απλώς οι χριστιανικές κοινότητες δεν αντιμετωπίζονται ως συλλογικά υποκείμενα με πολιτικά δικαιώματα. Η νομιμοποίηση των εθνικών εκκαθαρίσεων που διέπραξε ο τουρκικός εθνικισμός υπήρξε κοινός τόπος. Ως εξέλιξη της ίδιας πολιτικής μπορεί να θεωρηθεί η αποσιώπηση και η απουσία κάθε ερευνητικής απόπειρας, για τις σταλινικές διώξεις που πραγματοποιήθηκαν εναντίον των Ελλήνων της Σοβιετικής Ένωσης από το 1937.

Με την εμφάνιση της νέας ανάγνωσης του πρόσφατου ιστορικού παρελθόντος, η κυρίαρχη νεοελληνική ιστοριογραφία επέλεξε το δρόμο είτε της παραγνώρισης, είτε της περιφρόνησης, είτε της στείρας άρνησης. Έτσι, τα χρόνια αυτά διαμορφώθηκαν για τη μελέτη αυτών των εποχών δύο ασύμβατοι κόσμοι με μηδενικές δυνατότητες επικοινωνίας. Η «επίσημη» ιστοριογραφία («αριστερή» και «δεξιά» σε θαυμαστή συμφωνία) δεν έδειξε την παραμικρή διάθεση για ανάπτυξη διαλόγου. Ένα από τα σημεία διαφωνίας που έχει λάβει πλέον  χαρακτήρα συμβόλου, είναι εάν τα γεγονότα εκείνης της περιόδου μπορούν να χαρακτηριστούν «γενοκτονία» ή είναι απλώς συνήθη εγκλήματα πολέμου, με ίσως μεγαλύτερη ένταση. Στην αρνητική επιχειρηματολογία αντιτείνεται το σχόλιο ότι ο όρος «γενοκτονία» είναι απλώς ένας όρος του διεθνούς δικαίου ο οποίος ορίζεται με συγκεκριμένα και απολύτως σαφή κριτήρια. Αντί το ερώτημα να τεθεί στην πραγματική του βάση –δηλαδή εάν οι εθνικές εκκαθαρίσεις που πραγματοποίησαν οι Νεότουρκοι και οι κεμαλικοί εμπίπτουν στα κριτήρια αυτά- παρουσιάζεται o όρος με τρόπο τέτοιο, που δεν αντιστοιχεί στον πραγματικό νομικό ορισμό. Με μια έννοια, οι «αρνητές» συνειδητά αλλοιώνουν το περιεχόμενο του όρου «γενοκτονία», ακολουθώντας μια παρελκυστική πολιτική που αποσκοπεί στην υποβάθμιση των ιστορικών γεγονότων και στην εν τέλει αθώωση των εθνικιστικών εγκλημάτων. Αποσιωπούν παράλληλα σημαντικές αποφάσεις διεθνών οργανισμών, όπως αυτό της Διεθνούς Ένωσης Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars), που εντάσσει τη γενοκτονία των Ελλήνων της Ανατολής στις μεγάλες γενοκτονίες του 20ου αιώνα.

Ήδη όμως η συζήτηση για τα ζητήματα αυτά άρχισε. Κομμάτι αυτής της συζήτησης μπορεί να θεωρηθεί και η κριτική παρουσίαση του Γιώργου Σιακαντάρη (Τhe books journal, τεύχ. 8, σελ. 74,5) για το συλλογικό έργο «Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης». Έστω και αν η προσέγγιση γίνεται με βάση τα διαμορφωμένα αξιώματα που προαναφέρθηκαν! Ο δρόμος είναι μακρύς μέχρι να βρεθούν οι κοινές συμβάσεις. Όμως τουλάχιστον η συζήτηση άρχισε. 

Savvas Bakitzoglou

(από ‘Επέκεινα’ του Σάββα Μπακιρτζόγλου)

____________________________________________________________

  

 

ΤΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΟΠΩΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΑΝ : 

 

(πατήστε Enter  επί των σελίδων)

Πάντως, τα κοινά σημεία που προκάλεσαν το χειροφίλημα του Θεοδωράκη απ’ τον Ψωμιάδη, δεν ήταν  αυτά που θεωρεί ο Γ. Σιακαντάρης, αλλά  -σύμφωνα με τη δημοσιογραφία- η κοινή «αντιμνημονιακή» τους αντίληψη και το… τραγούδι!  


ΠΑΡΑΚΑΤΩ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ Η ΑΡΧΙΚΗ ΒΙΒΛΙΟΚΡΙΣΙΑ, ΟΠΩΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ  :

2 comments so far

  1. Ματσουκάτες on

    Διάβασα με προσοχή όλα τα κείμενα. Νομίζω ότι ο κ. Σιακαντάρης παρανόησε τα κείμενα του κ. Αγτζίδη. Περιώρισε την κριτική του στους Πόντιους, θεωρώντας ότι το σύνολο των προσφύγων του 1922, Ελλήνων της Μικράς Ασίας και της Ανατολικής Θράκης, είναι όλοι Πόντιοι.

    Παράξενη βιβλιοκρισία!

  2. […] θυμάστε, ίσως, τη συζήτηση που είχα με τον Γιώργο Σιακαντάρη με αφορμή την βιβλιο-παρουσίαση που έκανε στο […]


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: