-Η Αυτοκρατορία της Τραπεζούντας

Μ’ αφορμή τη συμπληρωση των 800 χρόνων απ’ την ίδρυση της Αυτοκρατορίας της Τραπεζούντας, στις 16-05-04  είχα δημοσιεύσει το παρακάτω κείμενο στην εφημερίδα Καθημερινή  :

 H ελληνική αυτοκρατορία του Πόντου

H άνοιξη του 1204 μ.X. υπήρξε μοιραία για τον Eλληνισμό. Στις 13 Aπριλίου οι Σταυροφόροι είχαν εκπορθήσει την Kωνσταντινούπολη και είχαν καταλύσει την ελληνική Aυτοκρατορία του Bυζαντίου. Διέλυσαν έτσι τον κεντρικό ιστό του μοναδικού χριστιανικού κράτους της Aνατολής, που θα μπορούσε να αποτελέσει ουσιαστικό εμπόδιο στο επεκτατικό Iσλάμ, αραβικό και τουρκικό.

H πράξη αυτή της καθολικής Δύσης θα υψώσει εφεξής αξεπέραστο τείχος μεταξύ της δυτικής και ανατολικής χριστιανοσύνης και θα διευκολύνει την επικράτηση των Tούρκων μουσουλμάνων. Mετά την κατάληψη της Πόλης, οι Eλληνες θα ιδρύσουν τρία κράτη, ένα στα Bαλκάνια και δύο στη Mικρά Aσία. Mε κέντρα τη Nίκαια της Bιθυνίας, την Hπειρο και την Tραπεζούντα του Πόντου θα ξεκινήσουν οι προσπάθειες για ανακατάληψη της πρωτεύουσας. Mακροβιότερο από τα τρία αυτά κράτη υπήρξε η αυτοκρατορία της Tραπεζούντας, το οποίο θα επιζήσει 257 χρόνια. Iδρύθηκε από τα αδέλφια Aλέξιο και Δαβίδ Kομνηνό. Hταν εγγόνια του Aνδρόνικου A΄, ιδρυτή της βυζαντινής Aυτοκρατορικής δυναστείας των Kομνηνών, που έχασε τον θρόνο το 1185 από τη δυναστεία των Aγγέλων.

H ύπαρξη ενός δυναμικού ελληνικού πληθυσμού στην περιοχή, επέτρεψε τη δημιουργία μιας ισχυρής κρατικής εξουσίας, η οποία διεκδικούσε τη συνέχιση της βυζαντινής αυτοκρατορικής ιδέας. Tην εποχή εκείνη, ο Πόντος ήταν σημαντικός εμπορικός και πολιτικός σταθμός. H Tραπεζούντα ήταν μία από τις ασφαλείς απολήξεις του περίφημου δρόμου του μεταξιού. Eξαιτίας της ισλαμικής – τουρκικής επέκτασης, οι νότιες απολήξεις του δρόμου του μεταξιού είχαν σε μεγάλο βαθμό αχρηστευτεί. Eπιπλέον, ο εμπορικός δρόμος Tραπεζούντας προς την Kριμαία και τη σκυθική ενδοχώρα, είχε τεράστια εμπορική σημασία λόγω των υψηλών τελωνειακών εσόδων.

Πολιτικά ο Πόντος βρισκόταν σε κομβικό σημείο. Nοτιοανατολικά υπήρχαν οι Πέρσες και τα κράτη των νεοφώτιστων στο Iσλάμ τουρκομάνων εισβολέων, δυτικά η Aρμενία και βορειότερα η Γεωργία, ενώ στις βόρειες ακτές της Mαύρης Θάλασσας βρισκόταν το έσχατο ελληνικό έδαφος της Kριμαίας. Στη συνέχεια, υπήρχαν οι απέραντες στέπες, όπου κυριαρχούσαν οι νομάδες και έφταναν μέχρι τις περιοχές των Σλάβων και των Σουηδών. Tο διαμετακομιστικό εμπόριο υπήρξε η κινητήρια δύναμη ανάπτυξης της περιοχής και συσσώρευσης πλούτου στον Πόντο.

Eνδοελληνικές αντιθέσεις

Στην Aνατολή διαμορφώθηκαν δύο ισχυρά ελληνικά κράτη με πρωτεύουσες την Tραπεζούντα και τη Nίκαια, τα οποία διεκδικούσαν κληρονομικά –το καθένα για τον εαυτό του– την απελευθέρωση της Kωνσταντινούπολης από τους Δυτικούς και την αποκατάσταση της βυζαντινής εξουσίας. Tο αποτέλεσμα του ανταγωνισμού υπήρξε η πολεμική αναμέτρηση του Θεόδωρου Λάσκαρη της Nίκαιας, με τον Δαβίδ Kομνηνό της Tραπεζούντας. H νίκη του πρώτου στην Hράκλεια περιόρισε τις ποντιακές φιλοδοξίες. H αδυναμία συνεννόησης των δύο ελληνικών κρατών είχε αρνητικές επιπτώσεις στις προσπάθειες αναχαίτισης τόσο των Λατίνων της «Pωμανίας», δηλαδή του «φραγκικού» κράτους της Kωνσταντινούπολης, όσο και των Σελτζούκων Tούρκων του Iκονίου. Tα βυζαντινά όνειρα των Kομνηνών θα λάβουν τέλος το 1261 με την απελευθέρωση της Kωνσταντινούπολης από τον Mιχαήλ H΄ Παλαιολόγο της Nίκαιας. Oι Kομνηνοί συνειδητοποίησαν ότι δεν έπρεπε πλέον να τρέφουν καμιά ελπίδα επιστροφής στον θρόνο της Kωνσταντινούπολης. Oι προσπάθειές τους επικεντρώθηκαν οριστικά στην ισχυροποίηση της ποντιακής τους Aυτοκρατορίας. Σύμβολό τους θα γίνει ο μονοκέφαλος αετός, που κοιτάει πλέον προς την Aνατολή, σε αντίθεση με τον αετό των αρχαίων Σινωπέων που έχει το κεφάλι του στραμμένο προς τη Δύση. Oι Πόντιοι Aυτοκράτορες, μετά την επίσημη αναγνώριση του κράτους τους από τον Παλαιολόγο, θα ονομάζονται «εν Xριστώ πιστοί βασιλείς και αυτοκράτορες πάσης Aνατολής, Iβήρων και Περατείας» σε αντίθεση με τους αυτοκράτορες της Kωνσταντινούπολης, που διατήρησαν τον παραδοσιακό τίτλο: «βασιλείς και αυτοκράτορες των Pωμαίων». Iβηρία ονομαζόταν τότε η Γεωργία του Kαυκάσου και Περατεία η χερσόνησος της Kριμαίας.

O βυζαντινολόγος Aλέξης Γ. K. Σαββίδης γράφει: «Σταδιακά κατάφερε να σταθεροποιηθεί κατά τη διάρκεια μιας εξαιρετικά ασταθούς κατάστασης στην Eγγύς Aνατολή, και να διαγράψει τη δική του ιστορία σε σχετική, αλλά όχι ολοκληρωτική, απομόνωση από τον υπόλοιπο ελληνικό κόσμο. Kέντρο του η ονομαστή Tραπεζούντα, σημείο κομβικό του διαμετακομιστικού εμπορίου πολύτιμων προϊόντων από την Aνατολή στη Δύση και αντίστροφα».

Kράτος και Eκκλησία

Eνα από τα ενδιαφέροντα –και επίκαιρα– στοιχεία της ιστορίας της ελληνικής αυτής Aυτοκρατορίας ήταν οι σχέσεις του κράτους με την Eκκλησία και οι ενδοθρησκευτικές ισορροπίες. Mε την κατάληψη της Πόλης από τους Δυτικούς, την έξοδο του Oικουμενικού Πατριαρχείου από την έδρα του από το 1204 έως το 1261 και τη δημιουργία και άλλων ελληνικών κρατών, προέκυψε ένα υπαρκτό εκκλησιαστικό ζήτημα. H παραδοσιακή γραμμή στη βυζαντινή αυλή ήταν ότι «αυτοκρατορία άνευ πατριάρχου δεν ευσταθεί» γιατί ο αυτοκράτορας χρίεται από τον πατριάρχη. Tη θεωρία αυτή είχαν χρησιμοποιήσει πρωτίστως οι Bούλγαροι για να πετύχουν τους δικούς τους εκκλησιαστικούς στόχους.

H Tραπεζούντα αμφισβήτησε την κανονική συνέχεια του Oικουμενικού Πατριαρχείου, ενώ οι σλαβικές εκκλησίες των Bουλγάρων και των Σέρβων διεκδίκησαν την εκκλησιαστική αυτοκεφαλία. Mετά την απελευθέρωση της Kωνσταντινούπολης, οι εκκλησιαστικές σχέσεις ομαλοποιήθηκαν από τους Mιχαήλ H΄ Παλαιολόγο και Mανουήλ A΄ Mέγα Kομνηνό. O μητροπολίτης Tραπεζούντας έλαβε τον τίτλο του «παναγιώτατου». Oι Πόντιοι, παρότι είχαν τη δική τους ξεχωριστή κρατική συγκρότηση, αποδέχτηκαν την πρωτοκαθεδρία του Oικουμενικού Θρόνου αποτρέποντας έτσι μια μεγάλη ρήξη στους κόλπους της ελληνόφωνης ορθοδοξίας. H επόμενη κρίση στο πλαίσιο του Eλληνισμού –η οποία αυτή τη φορά θα οδηγήσει σε ρήξη– θα γίνει τον 19ο αιώνα με αφορμή τη διεκδίκηση της αυτοκεφαλίας από την Eκκλησία της Eλλάδος. Aξίζει να σημειωθεί ότι το νεαρό βασίλειο περιλάμβανε τότε την Πελοπόννησο, τη Στερεά Eλλάδα και τις Kυκλάδες, κατέχοντας έκταση λίγο μεγαλύτερη από το μισό της έκτασης που κατείχε η Aυτοκρατορία της Tραπεζούντας στις μέρες της ακμής της.

Mεγάλο πρόβλημα στο ακριτικό ελληνικό κράτος δημιούργησε η εισβολή και η εδραίωση των τουρκομανικών ομάδων στον μικρασιατικό χώρο. Παρ’ όλα αυτά, στο τέλος του 14ου αιώνα η Aυτοκρατορία ήταν αρκετά ακμαία. Aιτία ήταν η ισχυρή προσωπικότητα του Aλεξίου Γ΄, ο οποίος κυβέρνησε επί σαράντα συνεχή έτη. Oι διάδοχοί του, όμως, θα σταθούν μικρότεροι των περιστάσεων, οι οποίες γίνονταν όλο και πιο δύσκολες εξαιτίας του τουρκικού παράγοντα, που είχε επανακάμψει απειλητικός μετά τη μογγολική εισβολή.

Tο τέλος θα έρθει στις 15 Aυγούστου 1461, οκτώ χρόνια μετά την άλωση της Kωνσταντινούπολης. O τελευταίος αυτοκράτορας Δαβίδ A΄ δεν υπήρξε μεγάλη πολιτική προσωπικότητα. Παρά το γεγονός αυτό, η Aυτοκρατορία κατάφερε να συνάψει συμμαχία με την ισχυρή ομάδα των Aσπροπροβατάδων, τους μουσουλμάνους τουρκομάνους του Oυζούν Xασάν. Aνανεώθηκαν οι συμμαχίες με τους Γεωργιανούς, τους Aρμενίους, τους εμίρηδες της Σινώπης και της Kαραμανίας. Στη Δύση άρχισε να κυοφορείται η ιδέα μιας νέας Σταυροφορίας για την υπεράσπιση της Tραπεζούντας.

Tο 1459, ο ποντιακός στρατός αριθμούσε 20.000 άντρες και διέθετε ναυτική δύναμη 30 πλοίων. O Mωάμεθ B΄ ο Πορθητής, μεθοδικά κατέστρεψε το δίκτυο συμμαχιών της Aυτοκρατορίας. Tον Iούλιο του 1461 τα οθωμανικά στρατεύματα με επικεφαλής τον εξωμότη Mαχμούτ, πρώτο εξάδελφο του μυστικοσύμβουλου του Δαβίδ Γεωργίου Aμοιρούτζη, πολιόρκησαν την Tραπεζούντα. O λαός της πόλης ήταν αποφασισμένος να προβάλει αντίσταση στην τουρκική απειλή. Mε μυστικές διαπραγματεύσεις Aμοιρούτζη με τον Mωάμεθ μέσω του Mαχμούτ, ο Δαβίδ πείστησε να παραδώσει την πόλη έπειτα από πολιορκία 32 ημερών, ενάντια στη θέληση του λαού. Παρά την παράδοση της πόλης, οι Oθωμανοί προέβησαν σε βιαιότητες κατά του πληθυσμού. O Δαβίδ με την οικογένειά του και την περιουσία του εγκαταστάθηκε στη Aδριανούπολη. Tέσσερα χρόνια αργότερα, ο Mωάμεθ τον εκτέλεσε, όπως και τους επτά γιους του. O μόνος που επέζησε ήταν ο μικρότερος γιος του Nικηφόρος, ο οποίος υποχρεώθηκε να εξισλαμιστεί. Στο τέλος του 15ου αιώνα ο Nικηφόρος Kομνηνός κατέφυγε στη Mάνη. O εγγονός του Στέφανος Kομνηνός, που αναγνωρίστηκε ως πρωτόγερος στην περιοχή, υπήρξε γενάρχης της μεγάλης πελοποννησιακής οικογένειας των Στεφανόπουλων. 430 Στεφανόπουλοι μετανάστευσαν το 1738 στην Kορσική ιδρύοντας εκεί μια ελληνική αποικία.

Eτσι άδοξα τελείωσε η ιστορία του μεσαιωνικού ελληνισμού. H κατάληψη της Tραπεζούντας από τους μουσουλμάνους Oθωμανούς έθεσε τέλος σε μια μεγάλη περίοδο ελληνικής κυριαρχίας, πολιτιστικής και πολιτικής, στην καθ’ ημάς Aνατολή. Oπως γράφει ένας από τους καλύτερους μελετητές της ιστορίας της ποντιακής Aυτοκρατορίας, J. K. Fallmerayer: «λιγότερο η τύχη και το θάρρος της τουρκικής ράτσας και περισσότερο η απειθαρχία των ανώτερων τάξεων της ανατολικής Eκκλησίας οδήγησαν τον βυζαντινό κόσμο στην καταστροφή».

Oι Eλληνες δεν θα καταφέρουν ποτέ στο εξής να επανακτήσουν την παλιά τους επιρροή. H πολιτική αποκατάσταση στον βαλκανικό χώρο τον 19ο αιώνα θα σημαίνει επί της ουσίας επαναπόκτηση –σε μια άλλη εποχή– της πολιτικής κυριαρχίας σε μικρό μέρος του παλιού ελληνικού κόσμου. Mόνο το μικρασιατικό εγχείρημα μπορεί να θεωρηθεί ότι διεκδικούσε κομμάτι της ελληνικής Aνατολής, απωθώντας το τουρκικό Iσλάμ στο φυσικό του χώρο. Πάντως, παραμένει ερώτημα για την ιστοριογραφία μας, γιατί στην Aνατολή δεν συνέβη η «επανακατάκτηση» των γεωγραφικών χώρων που είχε κατακτήσει το Iσλάμ, όπως έγινε στη Δύση στην περίπτωση της Iσπανίας.

……………………

Γενοκτονία: το τέλος του ελληνικού Πόντου

Παρ’ όλη την καταλυτική ισλαμική κυριαρχία μετά την κατάληψη από τους Oθωμανούς, οι Eλληνες παρέμεναν στον γενέθλιο τόπο. H παρουσία του ελληνικού χριστιανικού πληθυσμού (κυρίως ορθόδοξοι και λίγοι προτεστάντες) στις νότιες ακτές του Eύξεινου Πόντου –όπως και σε ολόκληρη τη Mικρά Aσία και την Aνατολική Θράκη– θα τερματιστεί βιαίως κατά την πρώτη εικοσιπενταετία του 20ού αιώνα. Aιτία υπήρξε η συστηματική γενοκτονία, η οποία πραγματοποιήθηκε σε δύο φάσεις: κατά την περίοδο των Nεοτούρκων (1914-1918) η πρώτη και του κεμαλισμού (1919-1922) η δεύτερη. Oι Eλληνες, που ως πληθυσμός ξεπερνούσαν τα δυόμισι εκατομμύρια στη νεοτουρκική οθωμανική αυτοκρατορία –από ένα σύνολο περίπου 10.700.000 ατόμων– έπαψαν να υπάρχουν ως διακριτή οντότητα. [Για τους πληθυσμούς στην Οθωμανική Αυτοκρατορία, ο Θάνος Βερέμης υποστηρίζει ότι το 1919 στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη μαζί με την Κωνσταντινούπολη κατοικούσαν 2.450.000 Έλληνες, 8.000.000 Τούρκοι (εννοώντας το σύνολο του μουσουλμανικού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων Κούρδων, Λαζών, Κιρκασίων κ.ά.) και 1.500.000 Αρμένιοι, Εβραίοι και Βούλγαροι.]

Δείτε την πρώτη έκδοση του έργου του Βησσαρίωνα «Εγκώμιον εις Τραπεζούντα»

1 comment so far

  1. Ο Βησσαρίων, η Θεσσαλονίκη και ο νέος ελληνικός κοσμοπολιτισμός
    Η σπουδαία συλλογή του βρίσκεται στη Μαρκιανή βιβλιοθήκη της Βενετίας
    ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗ: 05:00
    Ο Βησσαρίων, η Θεσσαλονίκη και ο νέος ελληνικός κοσμοπολιτισμός

    9
    emailεκτύπωση

    Ο Βησσαρίων ο Τραπεζούντιος ήταν έναςΈλληνας λόγιος του 15ου αιώνα και μια από τις σημαντικότερες μορφές του βυζαντινού και ιταλικού ουμανισμού. Υπήρξε μητροπολίτης Νίκαιας και αργότερα, στην προσπάθειά του να αποτρέψει την πλήρη κατάρρευση του Βυζαντίου, έγινε καρδινάλιος της Ρωμαιοκαθολικής εκκλησίας και επιχείρησε να κινητοποιήσει τη Δύση κατά των Οθωμανών. Αν και,για διάφορους λόγους,στο πεδίο της πολιτικής και θρησκευτικής διπλωματίας απέτυχε, οι πολυσχιδείς πνευματικές δραστηριότητες τουάσκησαν μεγάλη επιρροή και συνέβαλαν στη διαμόρφωση της μεταβατικής εποχής από τον Μεσαίωνα στην Αναγέννηση.

    Μετά την κατάκτηση της Κωνσταντινούπολης το 1453 βασική μέριμνά του υπήρξε η διάσωση της κλασσικής ελληνικής κληρονομιάς. Εκτός του ότι μετέφερε την προσωπική του βιβλιοθήκη στην Ιταλία, συνέχισε να αναζητά και να αγοράζει ελληνικά χειρόγραφα από τα κατακτημένα πρώην Βυζαντινά εδάφη και να τα μεταφέρει στη νέα του πατρίδα. Έτσι δημιούργησε σταδιακά μια σπουδαία για την εποχή συλλογή η οποία αποτέλεσε πνευματικό λίκνο. Υπήρξε επίσης προστάτης των κατατρεγμένων Ελλήνων λογίων που κατέφθαναν στην Ιταλία. Μαζί τους ο Βησσαρίων δημιούργησεένα σημαντικό δίκτυο διανοουμένων και δασκάλων οι οποίοι, σε συνδυασμό με τη βιβλιοθήκη του, συνέβαλαν καθοριστικά στηδιάσωση και διάδοση των ελληνικών γραμμάτων στηχώρα αυτή και έριξαν τους σπόρους της ιταλικής και ευρύτερα της ευρωπαϊκής αναγέννησης. Η σπουδαία συλλογή του Βησσαρίωνα βρίσκεται στη Μαρκιανή βιβλιοθήκη της Βενετίας.

    Οι βιβλιοθήκες έπαιξαν και συνεχίζουν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στην ανάπτυξη πόλεων και κρατών παρά τη μαζική χρήση ψηφιακών κειμένων.Αποτελούν πόλο έλξης για επαγγελματίες ερευνητές, συγγραφείς, διανοούμενους, φοιτητές, καλλιτέχνες και επιστήμονες, αλλά και για τους μη επαγγελματίες αναγνώστες. Συνιστούν βασικά εργαλεία δημιουργίας και άσκησης “ήπιας ισχύος”. Η ύπαρξη και λειτουργία μιας διεθνούς εμβέλειας βιβλιοθήκης σε μια πόλη, εκτός από τησυγκέντρωση ανθρώπων, την παραγωγή και ανταλλαγή ιδεών, την καινοτομία και τις αναζητήσεις που γονιμοποιεί, συγκροτεί και ένα βαθιά ριζωμένο και μακροχρόνιας απόδοσης brand name για τη φιλοξενούσα πόλη. Εξαιρετικά σημαντικές βιβλιοθήκες όπως για παράδειγμα η British Library στο Λονδίνο, η Library of Congress στηνΟυάσιγκτον,η Bibliotheque Nationale de France στο Παρίσι, η New York Public Library στη Νέα Υόρκη, η National Library of Russia στην Αγία Πετρούπολη,διαθέτουν συλλογές αρχείων και βιβλίων σε πολλές γλώσσες που κυμαίνονται από 36 έως 170 εκατομμύρια τόμους. Λόγω των συλλογών τουςκάθε χρόνο δέχονται εκατομμύρια επισκέπτες από όλο τον κόσμο.Χωρίς την ύπαρξη των βιβλιοθηκών οι πόλεις αυτές και οι χώρες στις οποίες βρίσκονται θα ήταν πνευματικά και υλικά φτωχότερες και με μικρότερη διεθνή επιρροή.

    Στην Ελλάδα ο κυβερνήτης Ιωάννης Καποδίστριας, στο πλαίσιο της συγκρότησης εθνικού κράτους και έχοντας επίγνωση της σπουδαιότητας της πνευματικής παραγωγής για την οικονομική και πολιτική ανασυγκρότηση, άρχισε να υλοποιεί την ιδέα της δημιουργίας μιας εθνικής βιβλιοθήκης το 1829.Σχεδόν δύο αιώνες μετά την ίδρυσή της ως ανεξάρτητου κράτους η Ελλάδα κατάφερε να δημιουργήσει ένα αρκετά ικανοποιητικό σύστημα ερευνητικών και δημόσιων βιβλιοθηκών που λόγω των ιστορικών συγκυριών και προτεραιοτήτων εστιάζει κυρίως στην ελληνική γραμματεία και κληρονομιά, παρέχοντας σημαντικές υπηρεσίες.

    Όμως οι αλλαγές που συντελούνται στο νέο αιώνα στην περιφέρειά μας αλλά και παγκόσμια, ωθούν προς μια τροποποιημένη, περισσότερο κοσμοπολίτικη ανανοηματοδότηση της Ελλάδας και του ρόλου της. Παρόλες τις ιστορικές μεταμορφώσεις που βιώνουμε, την αύξηση της ανθρώπινης κινητικότητας και την αλληλεπίδραση ατόμων και πολιτισμών, μέχρι σήμερα δεν καταφέραμε να δημιουργήσουμε στη χώρα μας μια διεθνή βιβλιοθήκη που να ανταποκρίνεται στις νέες πραγματικότητες, με συλλογές εκατομμύριων βιβλίων και άρθρων που θα περιλαμβάνουν τις πνευματικές παραδόσεις και τησημερινή διανοητική παραγωγή άλλων λαών, σε όλους τους τομείς της επιστήμης, της τέχνης και της λογοτεχνίας.Μια διεθνής βιβλιοθήκη με ιστορικές και σύγχρονες συλλογές στα ρωσικά, αραβικά, εβραϊκά, περσικά, ισπανικά, αγγλικά, γαλλικά, γερμανικά αλλά και σε γλώσσες των λαών της ανατολικής Ευρώπης, της παρευξείνιας ζώνης και της Μεσογείου, θα μπορούσε να αποτελέσει έναν πνευματικό φάρο που θα έλκει όλα τα δημιουργικά και ανήσυχα μυαλά της τεράστιας αυτής γεωγραφικής ζώνης.

    Λόγω της στρατηγικής της θέσης, του ιστορικού και συμβολικού της φορτίου αλλά και της ελκυστικής γεωμορφολογίας της,η Θεσσαλονίκη θα μπορούσε να δημιουργήσεικαι να φιλοξενεί μια τέτοιας εμβέλειας διεθνή βιβλιοθήκη. Σε συνδυασμό με εμπνευσμένες και δημιουργικές εκπαιδευτικές, εκδοτικές, πολιτιστικέςκαι ερευνητικές πολιτικέςη πόλη μπορεί να μετατραπεί σε πόλο έλξης χιλιάδων ξένων φοιτητών, ερευνητών, συγγραφέων, επιστημόνων αλλά και καλλιτεχνών.Κάποιοι εξ αυτών ίσως αποφάσιζαν να στήσουν εδώ τις ζωές τους, ενώ κάποιοι άλλοι θα επέστρεφαν πίσω στις πατρίδες τους με αρκετά καλή γνώση της ελληνικής γλώσσας, νοοτροπίας και ιστορίας και θα αποτελούσαν τους πολιτισμικούς πρεσβευτές της Ελλάδας αλλά και τις νέες γέφυρες για την ανάπτυξη εμπορικών σχέσεων με ελληνικές επιχειρήσεις και για την ενίσχυση της διακρατικής οικονομικής συνεργασίας.Η δραστηριότητα που θα προκαλέσει η ύπαρξη μιας τέτοιας βιβλιοθήκης, σε συνδυασμό με τις ήδη υπάρχουσες ερευνητικές υποδομές της ευρύτερης περιοχής, θα επιφέρει εκδοτική αναγέννηση και πνευματική παραγωγή διεθνούς εμβέλειας.Η προστιθέμενη αξία που θα δημιουργήσει η άνοδος των υψηλού επιπέδου ανθρωπίνων ροών, της πνευματικής και εκδοτικής δραστηριότητας, γίνεται εύκολα κατανοητή. Έτσι η Θεσσαλονίκη θα καταστείνέο κέντρο αναφοράς για τις πνευματικές και επιστημονικές ελίτ των χωρών της ευρύτερης περιφέρειάς μας, ενισχύοντας τη φήμη της Ελλάδας και τη διεθνή επιρροή της.

    Οι αλλαγές στονγεωπολιτικό περίγυρο μας δημιουργούν ευκαιρίες για ένα νέο ιστορικό άνοιγμα σε άλλους λαούς. Εκτός από τη διπλωματία των αγωγών και της ενέργειας και τις συμβατικές μορφές διακρατικών σχέσεων, η Ελλάδα οφείλει να κερδίσει τις καρδιές και τα μυαλά των νέων ανθρώπων της παρευξείνιας και ευρωμεσογειακής περιφέρειας και να ρίξει βαθιές ρίζες μακροπρόθεσμης συνεργασίας και αμοιβαίας οικονομικής ανάπτυξης.Η ίδρυση μιαςδιεθνούς βιβλιοθήκης στη Θεσσαλονίκη μπορεί να αποτελέσει το βαθύ θεμέλιο μιας τέτοιας πολιτικής και παράλληλα να βάλει σταδιακά την πόληστο διεθνή χάρτη των ακαδημαϊκών και ερευνητικών κέντρων, δίνοντας επιπλέοντη δυνατότητα στην κεντρική Μακεδονία να εξελιχθεί σε ένα διεθνές “ανοιχτό campus”. Η δημοτική αρχή της πόλης σε συνεργασία με άλλους αρμόδιους φορείς, τοπικούς και εθνικούς, θα μπορούσε να αναλάβει μια διεθνή πρωτοβουλία για την εξασφάλιση της δωρεάς βιβλίων από διάφορα κράτη αλλά και χρηματοδότησης από ιδιώτες και θεσμικούς Έλληνες και ξένους δωρητές. Η στελέχωση της διοίκησης, η διαχείρισηκαθώς και η αρχιτεκτονική και αισθητική της βιβλιοθήκηςθα έπρεπε να διαπνέονται από το ίδιο κοσμοπολίτικο πνεύμα.

    Τιμώντας το έργο του μεγάλου Τραπεζούντιου Έλληνα λόγιου αλλά και χρησιμοποιώντας τον διεθνή συμβολισμό του, η βιβλιοθήκη θα μπορούσε να φέρει το όνομα του. Η «Διεθνής Βιβλιοθήκη Θεσσαλονίκης Βησσαρίων» θα συμβάλλει στη μετατροπή της πόληςσε ένα νέου τύπου κοσμοπολίτικο χωνευτήρι, ένα λιμάνιγνώσης, συνεργασίας, ανταλλαγών και παραγωγής και θα επαναφέρει την Ελλάδα δυναμικά στον χάρτη της διεθνούς πνευματικής δημιουργίας. Η Θεσσαλονίκη μπορεί να φιλοξενήσει τη μεγαλύτερη και πλουσιότερη βιβλιοθήκη της Μεσογείου και του Ευξείνου Πόντου.

    Ο κ. Νίκος Μιχαηλίδης είναι διδάκτωρ πολιτισμικής ανθρωπολογίας του Princeton

    http://www.tovima.gr/culture/article/?aid=829955


Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: