Η γενοκτονία και η άρνησή της

Η γενοκτονία των χριστιανικών κοινοτήτων από τον τουρκικό εθνικισμό (1914-1923) και ειδικώτερα αυτή του ελληνικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αντιμετωπίστηκε με επιφυλακτικό έως και αρνητικό τρόπο. 

Διαπραγματεύτηκα το φαινόμενο αυτό στο συλλογικό έργο: “Το Τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης¨, στις σελίδες 260-285.

            ………..Η πρώτη ουσιαστική διαφοροποίηση του προσφυγικού λόγου, η ρήξη με το κλίμα συναίνεσης που είχε δημιουργηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες και η αμφισβήτηση της επικυριαρχίας των κυρίαρχων ερμηνειών -τόσο των καθεστωτικών όσο και αυτών της Αριστεράς- θα εμφανιστεί στα μέσα της δεκαετίας του ’80 και θα οδηγήσει στη διατύπωση του αιτήματος για την αναγνώριση της γενοκτονίας που υπέστησαν οι Πόντιοι από τον τουρκικό εθνικισμό.[1] Τη δεκαετία αυτή θα συμβεί μια ενδιαφέρουσα και πρωτότυπη συνάντηση. Η υπάρχουσα πολιτική κληρονομιά του ποντιακού χώρου με τη γνώση και τις εύστοχες επισημάνσεις που είχε κληροδοτήσει η πρώτη γενιά στους “Πόντιους επιγόνους”, όπως έγραφε το ‘25 ο Βαλαβάνης[2], συναντήθηκε με την πολιτική παράδοση της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς, και με τις αντιιμπεριαλιστικές φιλομπααθικές απόψεις της αριστεράς του κυβερνώντος σοσιαλιστικού κόμματος και μετασχηματίστηκε σε σύγχρονο ριζοσπαστικό κίνημα.[3]  Χαρακτηριστική είναι η πρώτη φράση του πρώτου σχετικού δημόσιου κειμένου-προκήρυξης που είχε ως επικεφαλίδα: «Πόντος, 64 χρόνια Προσφυγιάς, Αλλοτρίωσης και Σιωπής»: «64 χρόνια πέρασαν από τότε που οι Έλληνες αστοί, μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή επικύρωσαν την παραχώρηση του Ποντιακού χώρου στους Τούρκους στρατοκράτες με τη συνθήκη της Λωζάννης. Συνθήκη-μνημείο της αστικής λογικής, όπου οι λαοί αντιμετωπίζονται σαν ‘πράγμα’ ανταλλάξιμο….  Η γνωστοποίηση των ιστορικών αυτών γεγονότων και η καταγγελία ενάντια στην Τούρκικη αστική τάξη για τη γενοκτονία και την προσφυγιά, δικαιώνει μερικά τους αγώνες του Ποντιακού λαού για τη χειραφέτησή του. Από την άλλη, βάζει το πρόβλημα της συμπεριφοράς του Ελληνικού Κράτους και των πολιτικών του σχηματισμών απέναντι στους προσφυγικούς πληθυσμούς. Συμπεριφορά που ήταν η απόκρυψή της μεταχείρισης τους απ’ τον τούρκικο σωβινισμό ακόμα και διοικητικά… Η συμπεριφορά του κράτους είχε όλα τα χαρακτηριστικά της κλοπής (ανταλλάξιμη περιουσία) και του ρατσισμού. Ρατσισμός που ακόμα και σήμερα επιβιώνει, έχοντας διαχυθεί πια σ’ όλη την κοινωνία τονίζοντας την παθητικοποίησή της. Απ’ την άλλη στους πολιτικούς σχηματισμούς, κύρια τους προοδευτικούς, επικράτησε η οικονομίστικη αντιμετώπισή τους αγνοώντας την προέλευσή τους…»[4]     

            Βασική ιδεολογική κατεύθυνση του νέου αυτού ρεύματος θα είναι η προσπάθεια για αναγνώριση της γενοκτονίας που συνέβη στο μικρασιατικό Πόντο. Ιδιαίτερα σημαντικό ρόλο θα διαδραματίσει η ομάδα των «Ιταλών». Χαρακτηριστικό στοιχείο του τρόπου με τον οποίον προσλαμβανόταν η μνήμη των ιστορικών γεγονότων ήταν η πλήρης αποκοπή της ποντιακής εμπειρίας από την ιστορική εμπειρία του υπόλοιπου ελληνισμού της Ανατολής. Το σχήμα με το οποίο προσέγγιζαν το ποντιακό, σχετιζόταν με το αντιιμπεριαλιστικό κίνημα, θεωρώντας ότι η μεγάλη αποικιακή και ιμπεριαλιστική δύναμη στην περιοχή μας είναι η Τουρκία. Επηρεασμένοι από τις αναλύσεις του Σαμίρ Αμίν έθεταν ως στόχο «τον αγώνα ενάντια στον ιμπεριαλισμό  και τα υποκατάστατά του», ώστε  «να αναδειχτούν ελεύθερα και ανεξάρτητα σοσιαλιστικά έθνη που θα ανοίξουν το δρόμο σε μια ενιαία, σοσιαλιστική ανθρωπότητα.»[5] 

            Ο οργανωμένος ποντιακός χώρος αντέδρασε αρχικά  έντονα στις νέες αυτές προσεγγίσεις. Η άποψη των δεξιών Ποντίων, ως απόρροια της γενικής αντίληψης της Δεξιάς, ήταν ότι δεν έπρεπε να τεθεί ζήτημα γενοκτονίας. Κορυφαία στελέχη  αμφισβήτησαν το ίδιο το ιστορικό γεγονός.[6] Στη συνέχεια όμως η αρχική αντίδραση του συντηρητικού ποντιακού χώρου θα υποχωρήσει και στο Β’ Παγκόσμιο Συνέδριο του Ποντιακού Ελληνισμού το 1988, ο στόχος της πρόταξης του αιτήματος για αναγνώριση της γενοκτονίας θα γίνει αποδεκτός απ’ όλους.[7] Η ερευνητική παραγωγή θα αυξηθεί και θα υπάρξει και έντονη παρέμβαση  μέσω του Τύπου για τη γνωστοποίηση των άγνωστων αυτών ιστορικών στιγμών. Η βαθμιαία αύξηση της δυνατότητας των πολιτών να παρεμβαίνουν στην κεντρική πολιτική σκηνή, να συνδιαμορφώνουν τα ιδεολογικά και κοινωνικά πρότυπα και να επηρεάζουν τις πολιτικές αποφάσεις, θα επιτρέψει στον οργανωμένο ποντιακό χώρο να προωθήσει τις απόψεις του και τα αιτήματά του. Το Φεβρουάριο του 1994 θα αναγνωριστεί ομόφωνα από την ελληνική Βουλή η γενοκτονία στον Πόντο και θα καθιερωθεί η 19η Μαϊου ως επίσημη Ημέρας Μνήμης.[8] Η επιτυχία του ποντιακού χώρου, που ήταν και η πρώτη πολιτική κατάκτηση των προσφύγων από το 1922, κινητοποίησε και τις υπόλοιπες μικρασιατικές οργανώσεις, οι οποίες με αιχμή τους σοσιαλιστές βουλευτές μικρασιατικής καταγωγής πέτυχαν να αναγνωρίσουν τη γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών στο σύνολο της Μικράς Ασίας και να καθιερώσουν ως επίσημη Ημέρα Μνήμης την 14η Σεπτεμβρίου, ημέρα πυρπόλησης της Σμύρνης από τα τουρκικά στρατεύματα.  

            Η ομόφωνη απόφαση  του ελληνικού κοινοβουλίου το ‘94 και η ενεργοποίηση της ποντιακής διασποράς στην κατεύθυνση διεθνούς αναγνώρισης της γενοκτονίας επέφερε τη σφοδρή αντίδραση των τουρκικών κυβερνήσεων και κυρίως του τουρκικού Υπουργείου Εξωτερικών και των διαφόρων παρακρατικών μηχανισμών του βαθέος κράτους.[9] Βέβαια στην τουρκική κοινωνία και κυρίως στο τμήμα της που σχετιζόταν με την αντικεμαλική Αριστερά, είχε αρχίσει να υπάρχει και ο αντίθετος λόγος.[10]

              Η ελληνική Αριστερά, παρότι το κοινοβουλευτικό της τμήμα ψήφιζε πάντα υπέρ των προσφυγικών προτάσεων στο κοινοβούλιο, παρέμεινε ουδέτερη σ’ αυτές τις διεργασίες. Στο χώρο της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς έγινε μια πρώτη προσπάθεια διαλόγου. Η συζήτηση που ξεκίνησε το 1987 στο περιοδικό Σχολιαστής έμεινε ανολοκλήρωτη.[11] Σποραδικές παρεμβάσεις και διάλογοι εκείνη την εποχή θα υπάρξουν σε διάφορα αριστερίστικα κυρίως έντυπα, όπως το Convoy, το Κόκκινο πάνω στο Μαύρο, Ρήξη, Σοσιαλιστική Αλλαγή, καθώς και στο αντεξουσιαστικό περιοδικό Άνθη του Κακού.[12] Χαρακτηριστικό είναι το άρθρο στο περιοδικό Convoy με τίτλο «Πόντος μια άγνωστη ιστορία», το οποίο ξεκινούσε με το τσιτάτο του Μπακούνιν: «Κάθε εθνότητα μεγάλη ή μικρή έχει το αναφαίρετο δικαίωμα να είναι ο εαυτός της, να ζει σύμφωνα με τη φύση της. Αυτό το δικαίωμα δεν είναι παρά η συνέπεια της γενικής αρχής της ελευθερίας».[13] Σε κείμενο στη Σοσιαλιστική Αλλαγή εξηγείται γιατί εμφανίστηκε η κινητικότητα σε σχέση με τον Πόντο: «Η συνωμοσία σιωπής που ακολούθησε παύει σήμερα μόνο από το γεγονός ότι οι νέοι Πόντιοι πρόσφυγες ολοκληρώνουν μετά από 70 χρόνια τον κύκλο που άρχισε με την εκδίωξη από τον Πόντο. Η επαναθεώρηση των ιστορικών ερμηνειών γίνεται πια επιτακτική. Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν τελείωσε για τους Πόντιους».[14]

              Η διαδικασία εκείνη, για συζήτηση και ανταλλαγή απόψεων δεν εξελίχθηκε σε μια γόνιμη αναδίφηση των ιστορικών γεγονότων. Φάνηκε ότι η πλειονότητα των παλιών συντρόφων που επιχειρούσαν τη συζήτηση δεν κατανοούσε πλήρως το διακύβευμα.[15] Παράλληλα, η εμφάνιση του νέου μεταναστευτικού κινήματος από την ΕΣΣΔ προς την Ελλάδα, οι διαδικασίες της περεστρόικα εντός της σοβιετικής κοινωνίας και η αύξηση της ακτιβιστικής δράσης εντός του ποντιακού χώρου θα μειώσουν τις προσπάθειες για συζήτηση εντός της Αριστεράς. Με την κατάρρευση της Σοβιετικής ΄Ενωσης και το νέο μεγάλο προσφυγικό κύμα που ήρθε στην Ελλάδα από την Κεντρική Ασία και από τις εμπόλεμες περιοχές του Καυκάσου σταμάτησε κάθε ουσιαστική προσπάθεια επικοινωνίας. Η Αριστερά, στο σύνολό της θα μείνει απαθής και θα κρατήσει ουδέτερη έως και αρνητική στάση στις μεγάλες κοινωνικές ανατροπές που επέφερε το νέο προσφυγικό ζήτημα, καθώς και στη μεγάλη ανθρωπιστική κρίση, που θα εμφανιστεί κυρίως με τον πόλεμο της Αμπχαζίας (1992-1993) και την καταστροφή της ανθούσας έως τότε ελληνικής παροικίας. Οι «Ρωσοπόντιοι» θα περιφρονηθούν από την κοινωνία, θα αγνοηθούν από την Αριστερά και θα αντιμετωπιστούν ως μια κοινωνική ομάδα, αντίστοιχη με τους Πακιστανούς στη Βρετανία και τους Αιθίοπες στην Ιταλία, οι οποίοι στην καλύτερη περίπτωση θα έπρεπε να τύχουν όχι της αρνητικής, αλλά της ουδέτερης συμπεριφοράς του κράτους.[16]  

            Η βαθμιαία απόρριψη της προσφυγικής κριτικής σε σχέση με την εθνική εκκαθάριση που υπέστησαν οι ελληνικοί πληθυσμοί από τον τουρκικό εθνικισμό, καθώς και η διαμόρφωση ενός νεότερου στερεότυπου θα αρχίσουν να αποτυπώνονται από το 1992.[17]  Ένας χαρακτηρισμός, που κατατέθηκε σ’ ένα αφιέρωμα μ’ αφορμή τα 70 χρόνια από τη Μικρασιατική Καταστροφή επρόκειτο να στοιχειώσει τις σχέσεις ενός τμήματος του πολιτικού χώρου που προήλθε από τη Β’ Πανελλαδική, με το αριστερό κομμάτι του ενεργοποιημένου προσφυγικού χώρου.[18] Η παρουσίαση της Μικράς Ασίας ως του «Βιετνάμ των Ελλήνων» στο αφιέρωμα αυτό, προκάλεσε τη μήνι και παρέμεινε ως συμβολικό σημείο της σύγχρονης απόρριψης των προσφύγων από το ελλαδικό σώμα.[19] Σημειολογικά, με βάση εκείνη την παρομοίωση, οι πρόσφυγες και οι απόγονοί τους δεν μπορούσαν παρά να είναι είτε ξένοι, ως «βιετναμέζοι», είτε Ελλαδίτες αποστερημένοι από την ιστορική τους μνήμη. Το αφιέρωμα αυτό καθ’ αυτό περιείχε μια ενδιαφέρουσα και σημαντική περιγραφή των δεινών που υπέστησαν οι πρόσφυγες στην Ελλάδα, καθώς και των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν από τον ελληνικό στρατό στη Μικρά Ασία κατά τη διάρκεια του ελληνοτουρκικού πολέμου.  Όμως η προσέγγιση αυτή, όπως και όλες οι  μετέπειτα αναφορές θα αποσιωπούν και θα καλύπτουν τις πράξεις του τουρκικού εθνικισμού κατά των χριστιανικών πληθυσμών που είχαν προηγηθεί του ελληνοτουρκικού πολέμου. Αναπαράγοντας μηχανιστικά το παραδοσιακό μανιχαϊστικό σχήμα, που διατύπωσε το ’35 με σαφήνεια ο Ν. Ζαχαριάδης: «Έλληνες ιμπεριαλιστές» κατά «Τούρκων εθνικοαπελευθερωτών», μόνον οι Έλληνες διέπραξαν εθνική εκκαθάριση (“ethnic cleansing”). Κατά συνέπεια δεν θα μπορούσαν να παρουσιαστούν στοιχεία που θα το υπονόμευανκαι θα επέτρεπαν στον αναγνώστη να αντιληφθεί ότι οι «Τούρκοι εθνικοαπελευθερωτές» είχαν προαποφασίσει την εξόντωση των χριστιανικών πληθυσμών και είχαν αρχίσει να την υλοποιούν πολύ πριν ο ελληνικός στρατός αποβιβαστεί στη Σμύρνη.[20] Ένα πολύ ενδιαφέρον παράδειγμα, που δείχνει τη διαιώνιση αυτής της ενιαίας ιδεολογικής κατασκευής, η οποία υπήρξε και αξιωματική θέση της ελληνικής Δεξιάς, είναι ένα κείμενο του Δικτύου 21, όπου η Μικρά Ασία παρουσιάζεται ως η «Κορέα των Ελλήνων».[21] 

            Ο προσφυγικός χώρος θα συγκρουστεί και άλλη μια φορά με το ρεύμα του «Ιού», όταν οι προσφυγικές οργανώσεις της Θεσσαλονίκης αντέδρασαν δυναμικά το ’98 στην προσπάθεια του βιομήχανου και συνεργάτη των σοσιαλιστών Γ. Μπουτάρη να διοργανώσει με  Έλληνες και Τούρκους επιχειρηματίες τιμητικό συνέδριο για τον Μουσταφά Κεμάλ. Στο πλαίσιο του τιμητικού συνεδρίου, ενυπήρχε και η πρόταση  Μπουτάρη για  μετονομασία ενός δρόμου της Θεσσαλονίκης σε «Οδό Κεμάλ Ατατούρκ».[22] Η πρωτοβουλία για την αντίδραση προήλθε απ’ τις προσφυγικές οργανώσεις και ήταν άμεση. Μαζί με τις ποντιακές οργανώσεις συμμετείχαν κουρδικές και κυπριακές, καθώς και πολίτες. Ο «Ιός», έχοντας τοποθετηθεί ιδεολογικά στο πλευρό του Μπουτάρη και των διοργανωτών του συνεδρίου, συνέδεσε την αντίδραση με τα «ακροδεξιά δίκτυα στην αστυνομία» καθώς και με τους εθνικιστές της “περίεργης πόλης” της Θεσσαλονίκης. Χρησιμοποιήθηκε ακόμα η  δολοφονία του Λαμπράκη για να προκληθούν αρνητικοί συνειρμοί. Ανακλήθηκαν στη μνήμη οι παρακρατικές οργανώσεις του ’63 και συνδέθηκαν αυθαιρέτως οι Πόντιοι, οι Κούρδοι και οι Κύπριοι πρόσφυγες με τις ακροδεξιές ομάδες. Οι Τούρκοι απ΄ την πλευρά τους, στις ανταποκρίσεις για τα γεγονότα δεν έκαναν ουδεμία αναφορά σε ακροδεξιούς, αντίθετα ενοχοποίησαν για όλα τους “φανατικούς Ρωμιούς του Πόντου”.[23]

            Όσο οξυνόταν το νέο Μακεδονικό, τόσο οι πρόσφυγες απαξιώνονταν όλο και περισσότερο στα κείμενα του «Ιού». [24] Βαθμιαία θα επικρατήσει ένα ακραία διπολικό  σχήμα, στο οποίο οι πρόσφυγες παρουσιάζονται μονοδιάστατα και αρνητικά ως «υποκείμενα του κράτους», που εξυπηρετούσαν την αντίληψή του περί «εθνικής ασφάλειας» και ότι ήταν μέρη ενός «σαφούς σχεδίου εθνολογικής τακτοποίησης της περιοχής». Για παράδειγμα, η αντίθεση μεταξύ καταπατητών στη Βεγορίτιδα λίμνη, στη Δυτική Μακεδονία, θα δώσει την ευκαιρία στους συντάκτες του «Ιού» να αναλύσουν δημοσιογραφικά τα γεγονότα ως «αντίθεση Ποντίων-σλαβοφώνων», ανακαλώντας στη μνήμη τον αρνητικό «ρόλο» που θεωρούσε ότι είχαν οι πρόσφυγες στην περιοχή.[25] Για την υποστήριξη αυτής της ιδεολογικής κατασκευής θα εξαφανιστούν ιστορικά δεδομένα. Ότι δηλαδή από τις περιοχές Φλώρινας και Κοζάνης απελάθηκαν με την Ανταλλαγή των πληθυσμών οι μουσουλμάνοι και στη θέση τους θα έπρεπε να εγκατασταθούν πρόσφυγες, οι οποίοι τελικά ήταν λιγότεροι από τον αριθμό των μουσουλμάνων που αναχώρησαν.[26]  Επίσης, δεν θα γίνει καμιά μνεία το ότι στα χρόνια της αρχικής εγκατάστασης, από την πλευρά της διοίκησης υπήρχαν επιφυλάξεις για τους πρόσφυγες που «μπολσεβικίζουν»[27] και ότι σε πολλές περιπτώσεις η μεταχείριση των προσφύγων από τις αρχές ήταν δυσμενής.[28] Η προκατάληψη του «Ιού» κατά των Ποντίων προσφύγων θα είναι τέτοια ώστε ακόμα και στο αφιέρωμα για το Ολοκαύτωμα του ποντιακού χωριού Μεσόβουνο στην Κοζάνη θα επαναλάβουν τη γνωστή τους θέση:  «..Η εγκατάσταση των προσφύγων στην περιοχή εξυπηρετούσε γνωστούς -και δημόσια διακηρυγμένους- «εθνικούς στόχους»..»[29]

            Εύγλωττη είναι η ολοκληρωτική απουσία οποιασδήποτε αναφοράς στο προσφυγικό πρόβλημα των Ποντίων από την πρώην Σοβιετική Ένωση από το χώρο αυτό, όπως και από τον «αντιρατσιστικό χώρο» κι απ’ τα «αντιρατσιστικά φεστιβάλ». Τα φεστιβάλ αυτά άρχισαν να διοργανωνονται από το Δίκτυο για τα Κοινωνικά και Πολιτικά Δικαιώματα, το οποίο όσον αφορά τα προσφυγικά ζητήματα επηρεαζόταν ιδεολογικά από το ρεύμα του «Ιού». Αντίστοιχα, ουδέτερη έως αρνητική στάση απέναντι στους νέους πρόσφυγες από την πρώην Σοβιετική Ένωση θα κρατήσει και ο αντίστοιχος πολιτικός χώρος του «Ιού» που υπήρχε στην πάλαι ποτέ «πρωτεύουσα των προσφύγων» κατά Ιωάννου, Θεσσαλονίκη, καθώς και η Οικολογική Ομάδα της πόλης. Η μοναδική αναφορά θα είναι ένα κείμενο του Μιχ. Τρεμόπουλου με τίτλο «Όχι Πόντιοι στη Θράκη», όπου απουσιάζει απολύτως κάθε συναίσθημα αλληλεγγύης προς τους νέους πρόσφυγες, οι οποίοι απλώς αντιμετωπίζονται ως ένας εν δυνάμει κίνδυνος για τους «τουρκομουσουλμάνους» της Δυτικής Θράκης, η οποία με τη σειρά της παραλληλίζεται με τα κατεχόμενα της Κύπρου.[30]

            Η στιγμή όμως της έντονης αντιπαράθεσης θα έρθει μετά το 2000, όταν θα επιχειρηθεί η ενεργοποίηση του δεύτερου νόμου που αναγνώριζε τη γενοκτονία στο σύνολο του μικρασιατικού εδάφους, που ψηφίστηκε επίσης ομόφωνα από τη Βουλή των Ελλήνων τον Οκτώβριο του 1998, δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης  και  παρέμενε ανενεργός[31]. Δυόμιση χρόνια αργότερα (Ιανουάριος 2001), με αφορμή τη διαδικασία αναγνώρισης της γενοκτονίας των Αρμενίων από το γαλλικό κοινοβούλιο, θα αρχίσουν να εμφανίζονται στον ελληνικό Τύπο άρθρα για την χρονική καθυστέρηση εφαρμογής του νόμου του ‘98.[32] Τελικά παρότι  στο 1ο άρθρο του ήδη ψηφισμένου και δημοσιευμένου νόμου αναφερόταν ότι «Ορίζεται η 14η Σεπτεμβρίου κάθε έτους, ως ημέρα εθνικής μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων της Μικράς Ασίας…», στο νέο Προεδρικό Διάταγμα που υπογράφηκε από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας δεν περιεχόταν πλέον ο όρος “γενοκτονία”.[33]

            Η ανορθόδοξη αυτή διαδικασία θα έχει την επιδοκιμασία της ανανεωτικής Αριστεράς, η οποία σε αγαστή συνεργασία με τη νεοφιλελεύθερη Δεξιά θα λάβει και πρωτοβουλίες για την αποτροπή της ενεργοποίησης του νόμου, όπως ακριβώς τον ψήφισε η Βουλή των Ελλήνων, ενώ παράλληλα θα δώσει άλλοθι για την αντικατάσταση του όρου «γενοκτονία» με τον όρο «καταστροφή».[34] Οι αντιτιθέμενοι στην αναγνώριση της γενοκτονίας απέκρυπταν ότι αυτός ο νόμος υπήρξε αποτέλεσμα της κινητοποίησης των προσφυγικών οργανώσεων και κατάκτηση εν τέλει της ίδιας της κοινωνίας των πολιτών. Αντίθετα τον παρουσίαζαν ως εθνικιστική και ρεβανσιστική κρατική πολιτική.[35] Υπήρξαν αφιερώματα που αντιμετώπιζαν τα γεγονότα με την παραδοσιακή αντίληψη[36] κι άλλα που υποβάθμιζαν και ειρωνεύονταν το ιστορικό γεγονός, θεωρώντας το ως εθνικιστικό εφεύρημα και προπαγάνδα.[37] Αυτό όμως που θα σοκάρει τις προσφυγικές οργανώσεις θα είναι η δήλωση τριών ερευνητών του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών (ΚΜΣ), οι οποίοι δήλωσαν ότι δεν υπήρξε γενοκτονία.[38]

            Με αφορμή τη συζήτηση για το συγκεκριμένο θέμα θα διατυπωθούν δημοσίως απόψεις ιστορικών που θεωρούσαν ότι η μόνη πραγματική γενοκτονία του 20ου αιώνα ήταν το Ολοκαύτωμα. Θα αμφισβητούν παράλληλα τη χρήση του όρου «γενοκτονία», στην περίπτωση των Ελλήνων της Ανατολής, αλλά και των Αρμενίων. Την τύχη αυτών των πληθυσμών την ερμηνεύουν ως απόρροια μιας ιστορικής διεργασίας που σχετιζόταν με τις κοινές συμπεριφορές οι οποίες αναπτύχθηκαν κατά τη διαδικασία συγκρότησης εθνικών κρατών. Η ύπαρξη ενός μεθοδευμένου σχεδίου από την πλευρά της νεοτουρκικής διοίκησης, η εμφάνιση μιας κυρίαρχης ιδεολογίας αποκλεισμού των ανεπιθύμητων πληθυσμών, η οργάνωση μηχανισμών εξόντωσης σε ειρηνικές εποχές, η υλοποίηση των σχεδιασμών εντός του Α’ΠαγκοσμίουΠολέμου, η συστηματική εθνική εκκαθάριση από το 1914, το μεγάλο ανθρώπινο κόστος σε άμαχο πληθυσμό θα παρακαμφθούν και θα αγνοηθούν. Το μοναδικό ιστορικό γεγονός που θα θεωρηθεί σημαντικό για να μνημονευτεί είναι η διαδικασία ανταλλαγής των πληθυσμών.[39]

            Η απόκλιση που έχουν οι προσφυγικές οργανώσεις και οι διανοούμενοι του προσφυγικού χώρου από την προηγούμενη προσέγγιση –που φαίνεται παρά ταύτα να εξακολουθεί να εκφράζει ένα διόλου ευκαταφρόνητο μέρος των σύγχρονων Ελλήνων ιστορικών- είναι πολύ μεγάλη. Και αυτή η διαφορά αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην παρακάτω ιδιαίτερη προσέγγιση στο Ολοκαύτωμα: «…η γενοκτονία των Εβραίων, μεταξύ αυτών και των συμπατριωτών μας Εβραίων της Ελλάδας, είναι ένα από τα μεγάλα εγκλήματα του 20ου αιώνα, που μας αφορά άμεσα. Και το έγκλημα αυτό μας αφορά ιδιαιτέρως! Όχι μόνο γιατί είναι συμπατριώτες μας, ούτε και με τον τρόπο που μας αφορούν οι άλλες μεγάλες γενοκτονίες, από των ιθαγενών της αμερικανικής ηπείρου μέχρι το σημερινό Νταρφούρ, αλλά με έναν κάπως ιδιαίτερο τρόπο. Και ο λόγος είναι ότι το τρομακτικό Ολοκαύτωμα που προκάλεσαν οι Ναζί κατά την περίοδο του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και η φρίκη που αυτό προκάλεσε στην ανθρωπότητα, επέτρεψε να καλλιεργηθεί η ευαισθησία για την καταπίεση πληθυσμών εξαιτίας της πολιτισμικής τους διαφορετικότητας. Έτσι φτάσαμε στο νομικό ορισμό του εγκλήματος της Γενοκτονίας από τον ΟΗΕ το 1948. Και έτσι κι εμείς, οι Έλληνες της Ανατολής δηλαδή, οι Αρμένιοι, οι Ασσύριοι, μπορέσαμε να μιλήσουμε ανοιχτά για το δικό μας Ολοκαύτωμα που έγινε από τους Νεότουρκους δασκάλους των Ναζί, μόλις 20 χρόνια πριν από το εβραϊκό… Όπως τους Εβραίους οι Ναζί τους θεωρούσαν υπανθρώπους (“σαν τις κατσαρίδες“) που έπρεπε να τους εξοντώσουν ….και τους εξόντωσαν, έτσι και ‘μας οι Νεότουρκοι μας θεωρούσαν ως “τα βλαβερά χόρτα που έπρεπε να ξεριζωθούν“…. και μας ξερίζωσαν!!! Οι Εβραίοι λοιπόν άνοιξαν το δρόμο. Και ίσως το πιο συμβολικό σημείο συνάντησης να είναι το Βερολίνο, όπου εδώ και πολλά χρόνια ο τοπικός Ποντιακός Σύλλογος οργανώνει τιμητική πορεία προς το Μνημείο του Ολοκαυτώματος για να τιμήσει τους δικούς μας νεκρούς της Γενοκτονίας. Αναγνωρίζοντας με τον πιο αποκαλυπτικό τρόπο, ότι η συλλογική μνήμη της ανθρωπότητας πρέπει να είναι ενιαία, όσον αφορά το έγκλημα της γενοκτονίας…»[40]

            Μετά το 2001, η παραδοσιακή ελλαδική ερμηνεία και στάση απέναντι στον προσφυγικό χώρο θα επανέλθει με ιδιαίτερη σφοδρότητα. Η αμφισβήτηση της γενοκτονίας θα γενικευτεί και θα επιβεβαιωθεί εκ νέου ότι αποτελεί μέρος της καθεστωτικής ιδεολογίας. Οι επικρατούσες απόψεις και πάλι θα είναι: «οι Έλληνες διέπραξαν ιμπεριαλισμό στη Σμύρνη» ή ότι δεν υπάρχει βεβαιότητα για το ποιοι έκαψαν τη Σμύρνη.[41] Με την προσέγγιση αυτή, ο Μουσταφά Κεμάλ προβάλλει ως αδιαμφισβήτητος επαναστάτης, ενώ στους χριστιανικούς πληθυσμούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν επιφυλάσσεται κανένας ρόλος. Η συγκρότηση των παρακρατικών ομάδων θανάτου από τους Νεότουρκους μετά τους Βαλκανικούς πολέμους παρουσιάζεται ως «μέτρο ριζοσπαστικοποίησης» και υποβαθμίζονται οι προειλημμένες αποφάσεις για εθνικές εκκαθαρίσεις, οι οποίες θεωρείται ότι νομιμοποιούνται εξαιτίας της «υπονομευτικής» διαδικασίας της ελληνοποίησης (hellenization) των Ρωμιών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας.[42] Σημειολογικό ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι την ίδια χρονιά (2001) μια τουρκική οργάνωση με την επωνυμία «Σύλλογος Αντιπάλων της Γενοκτονίας» με έδρα το Βερολίνο, συγκέντρωσε περισσότερες από έντεκα χιλιάδες υπογραφές σε κείμενο που απεστάλη στη Βουλή της Τουρκίας, με το οποίο ζητούσαν την αναγνώριση των γενοκτονιών.[43] 

            Στις αναλύσεις που άρχισαν να κυριαρχούν απουσιάζει η κοινωνία, είτε ως μέσο πραγματoποίησης της εθνικής οντότητας, είτε ως συμμετέχουσα σε σκληρότατες ιστoρικές διεργασίες. Όλα  διαδραματίζονται σε μια σκηνή θεάτρου, όπου αντιπαλεύουν προκατασκευασμένοι εθνικισμοί. Στα κείμενα αυτά:  

            -Δεν αναφέρονται καθόλου οι επίσημες αποφάσεις που είχαν ήδη ληφθεί από το 1911, από το κόμμα ‘Ενωση και Πρόοδος” που διαχειριζόταν την εξουσία.

            -Αγνοείται συστηματικά το γεγονός ότι από το 1913 οργανώνονται, όπως έχει αποκαλύψει ο ιστορικός Τανέρ Ακσάμ, οι μηχανισμοί που θα αναλάβουν δράση κατά των κοινοτήτων που έχουν προγραφεί από τους εθνικιστές

            -Αποκρύπτεται ότι από το 1914 ξεκινούν οι εθνικές εκκαθαρίσεις κατά των Ελλήνων στην Ιωνία και την Ανατολική Θράκη με βάση οργανωμένο σχέδιο

            -Συσκοτίζεται το γεγονός ότι η ιστορική στιγμή συγκροτεί ένα μεταίχμιο, το οποίο σηματοδοτεί τη μετάβαση από την πολυεθνική προνεωτερική Αυτοκρατορία (που διαλύεται και αποχωρεί από την Ιστορία) στο έθνος-κράτος.

            -Παρουσιάζεται η Οθωμανική Αυτοκρατορία ως το φυσικό έδαφος της εθνικιστικής Τουρκίας[44]

            -Δεν αναφέρονται οι εναλλακτικές λύσεις που είχε η ελληνική πλευρά την επαύριο του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου, όταν ηττήθηκαν οι Νεότουρκοι εθνικιστές που είχαν ήδη ξεκινήσει τις γενοκτονίες από το 1914.

            -Δεν αναγνωρίζονται πολιτικά δικαιώματα σ΄ένα πολύ μεγάλο ποσοστό του οθωμανικού πληθυσμού που ήταν οι Έλληνες της Ανατολικής Θράκης και της Μικράς Ασίας (Πόντος, Ιωνία, Βιθυνία, Καππαδοκία κ.ά.)

            -Θεωρείται ότι η μόνη φυσική λύση θα ήταν η εκ νέου υπαγωγή τους στην τουρκική διοίκηση.

            -Αποκρύπτεται το γεγονός ότι την περίοδο 1914-1923 από τα δύο εκατομμύρια του ελληνικού πληθυσμού της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας επέζησε το 60% περίπου, δεδομένου ότι οι πρόσφυγες που καταμετρήθηκαν στην Ελλάδα το 1928 ανέρχονταν σε 1.250.000 άτομα.

            -Αντιμετωπίζεται ο Μουσταφά Κεμάλ, που τα στρατεύματά του συγκροτήθηκαν με βάση τους παρακρατικούς πυρήνες των Νεότουρκων (Teskilat I Mahsusa), ως ο επαναστάτης και ο απελευθερωτής της περιοχής.

            -Επιχειρείται μια «εξίσωση του αίματος», αφού τα εγκλήματα του διαλυμένου ελληνικού στρατού που υποχωρούσε συγκρίνονται με την ψυχρή και προαποφασισμένη εξόντωση των Ελλήνων και των Αρμενίων. Δομικά επαναλαμβάνεται αυτό ακριβώς που κάνουν οι ρατσιστές αντισημίτες, οι οποίοι δικαιολογούν το Ολοκαύτωμα επικαλούμενοι τη δράση του ισραηλινού στρατού κατά των Παλαιστινίων.

         Στην ίδια ακριβώς γραμμή το ΚΚΕ θα επιβεβαιώσει τις παλαιότερες απόψεις του[45] για το ευρύτερο ιστορικό πλαίσιο, σύμφωνα με τις οποίες τα εδάφη της Ιωνίας είναι «υπερπόντια εδάφη» και η μικρασιατική εκστρατεία «ήταν μια υπερπόντια κατακτητική πολεμική επιχείρηση, πριν απ’ όλα του αγγλικού, αλλά και του γαλλικού και του ιταλικού ιμπεριαλισμού». Το δε κεμαλικό κίνημα παρουσιάζεται ως το μοναδικό «εθνικοαπελευθερωτικό κίνημα», ενώ όλοι ανεξαιρέτως οι υπόλοιποι διαπράττουν ιμπεριαλισμό.[46] Καμιά μνεία δεν γίνεται για τα κινήματα των γηγενών λαών, όπως το αρμενικό, το κουρδικό ή το ποντιακό. Και όταν μνημονεύουν τα κινήματα αυτά οι  ιστορικοί του ΚΚΕ, τα θεωρούν λίγο ή πολύ «ξενοκίνητα»: «Οι Πόντιοι  ξεσηκώνονται με προτροπή της «μητέρας πατρίδας» (της τυχοδιωκτικής ελληνικής αστικής τάξης), οι Κούρδοι με προτροπή των Άγγλων ενώ οι Αρμένιοι εισβάλλουν στο ανατολικό τμήμα….». Όλα τα άλλα κινήματα, πλήν του κεμαλικού, είναι «εθνικιστικά».[47] Η απόπειρα των Ποντίων να δημιουργήσουν δικό τους κράτος θεωρείται «καθαρά ιμπεριαλιστικού χαρακτήρα».[48] Η αντιμετώπιση του Μουσταφά Κεμάλ ως του αδιαμφιβήτητου «επαναστάτη που πέταξε στη θάλασσα τους Έλληνες εισβολείς» θα είναι καθολική σε όλο το φάσμα της Αριστεράς, ακόμα και της λεγόμενης «πατριωτικής».[49]

         Όμως παραδόξως ως ένα βαθμό το ΚΚΕ, σε αντίθεση με την υπόλοιπη Αριστερά θα αναγνωρίσει ουσιαστικά τη γενοκτονία των Ποντίων και θα τη μνημονεύει στην εφημερίδα του.[50] Η διοργάνωση του «1ο Επιστημονικού Συνεδρίου» με θέμα «Η Γενοκτονία του Ποντιακού Ελληνισμού και η διαχρονική εξέλιξη του ζητήματος» από Πόντιους οργανωμένους στο ΚΚΕ επιβεβαίωσε οριστικά την αναγνώριση.[51] Έστω και αν αυτή η αναγνώριση μπαίνει στην προκρούστεια ιδεολογική κλίνη των παραδοσιακών αντιλήψεων.[52]

            Την ίδια εποχή θα υπάρξουν επίσης αντιπροσφυγικές παρεμβάσεις εξαιρετικά έντονες, με αριστερή μορφή και φρασεολογία, όπως αυτές του Γ. Νακρατζά ή της «Αντιεθνικιστικής Κίνησης», που μάλλον θα έπρεπε να ενταχθούν σε άλλη κατηγορία, εφόσον μοιάζουν πάρα πολύ ή επηρεάζονται, πιθανόν ερήμην τους, απ’ τις τουρκικές εθνικιστικές ερμηνείες. [53] Το Νοέμβριο του 2009 ανακαλύφθηκε ότι ο τουρκικός στρατός διατηρούσε προπαγανδιστικό ιστότοπο για να προβάλει «τα εγκλήματα των Ελλήνων στον Πόντο».[54] Η επιχειρηματολογία του Νακρατζά είναι πανομοιότυπη με αυτή που διατυπώνεται σε τουρκικά ακροδεξιά ιστολόγια και προέρχεται από την επίσημη και παρακρατική τουρκική παραγωγή για το ποντιακό ζήτημα, όπως π.χ. από το βιβλίο Pontos Meselesi.[55] Οι θέσεις του Νακρατζά, εξ αιτίας της χρησιμοποιήσης αντιεθνικιστικής φρασεολογίας, βρίσκουν πρόσφορο έδαφος και αναδημοσιεύονται εύκολα σε αντιεξουσιαστικούς ιστότοπους.[56]

            Οι παρεμβάσεις του Νακρατζά θα αποκτήσουν ακροατήριο και οι απόψεις του θα αρχίσουν να διαδίδονται σε χώρους που είτε δεν έχουν πρόσβαση σε αντικειμενικές πληροφορίες ή αρχίζουν να ενοχλούνται από τις ακρότητες και τον εθνικιστικό λόγο που κυριάρχησε για μια περίοδο σε ορισμένες ποντιακές οργανώσεις. Έτσι αναπαράγεται το ιδεολογικό σχήμα που αμφισβητεί τα ιστορικά γεγονότα και αναφέρεται σε μια «υποτιθέμενη γενοκτονία», ή οποία αποτελεί μέρος μιας «νεοποντιστικής πολιτικής ιδεολογίας». Απ’ αυτή τη «σχολή σκέψης», οι ποντιακοί σύλλογοι δεν αντιμετωπίζονται ως δημοκρατικές οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών, αλλά ως «θεσμικό παρακράτος». Το ρεύμα αυτό αιτιολογεί την πολιτική που ακολούθησε ο τουρκικός εθνικισμός  και δικαιολογεί ακόμα και πράξεις δολοφονιών, όπως αυτή του δημοσιογράφου Νίκου Καπετανίδη, που συνέβη το 1921, χαρακτηρίζοντάς τον ως «πιθανόν κατάσκοπο του ελληνικού κράτους στην Τραπεζούντα…».[57] Το κείμενο αυτό αναρτήθηκε από τον Νακρατζά στην ιστοσελίδα της «Αντιεθνικιστικής Κίνησης» και απεστάλη ηλεκτρονικά σε χιλιάδες αποδέκτες.[58]

            Η αντιπροσφυγική φιλολογία θα γενικευτεί με την οργανωμένη πλέον αμφισβήτηση της γενοκτονίας. Θα εκδοθούν βιβλία που θα ενοχοποιούν πολιτικά και ιδεολογικά το κίνημα για την αναγνώριση της γενοκτονίας, τοποθετώντας το στο χώρο του εθνικισμού και της Δεξιάς. Αποκρύπτοντας παράλληλα το γεγονός ότι οι δυνάμεις που οδήγησαν τον ποντιακό χώρο στη ριζοσπαστικοποίηση προέρχονταν εξ ολοκλήρου από την Αριστερά καθώς και ότι το αίτημα για αναγνώριση της γενοκτονίας συνάντησε στην αρχή την αντίθεση της τότε Δεξιάς, η οποία προσπαθούσε να αποτρέψει το γεγονός της αναγνώρισης. Θα προβάλλονται τα υπαρκτά προβλήματα που κληροδότησε στο προσφυγικό κίνημα μια υπερβολική και αναποτελεσματική διαχείριση του ιστορικού παρελθόντος, όπως αυτό συνέβη με την υπερεκτίμηση των πληθυσμιακών μεγεθών, καθώς και του αριθμού των θυμάτων. Όμως, ενώ το γεγονός αυτό της μεγέθυνσης των πληθυσμών και των απωλειών συναντιέται σε όλες τις ομάδες που έχουν υποστεί διώξεις και γενοκτονία, από τους Αρμένιους μέχρι τους Εβραίους, οι συγκεκριμένοι συγγραφείς το προβάλλουν ως αποκλειστική επιλογή των Ποντίων και το αναδεικνύουν σε πρωτεύον γεγονός. Το σημαντικότερο όμως, από μεθοδολογικής πλευράς, είναι ότι το ιστορικό υλικό χρησιμοποιείται με βάση την εξυπηρέτηση του προαποφασισμένου συμπεράσματος και οι «ενοχλητικές πηγές» που δεν το εξυπηρετούν παρακάμπτονται.[59]


[1] Η γενοκτονία των ελληνικών πληθυσμών στον Πόντο και σ’ όλη τη Μικρά Ασία θα αναγνωριστεί ως μια από τις μεγάλες γενοκτονίες του 20ου αιώνα από τον καθ’ ύλιν διεθνή ακαδημαϊκό οργανισμό IAGS. Στις 16 Δεκεμβρίου 2007, η Διεθνής Ένωση Μελετητών Γενοκτονιών (International Association of Genocide Scholars – IAGS) εξέδωσε το εξής ψήφισμα:  «ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ η άρνηση της γενοκτονίας αναγνωρίζεται ευρέως ως το τελικό στάδιο της γενοκτονίας, που επιφυλάσσει στους δράστες της γενοκτονίας την ατιμωρησία και αποδεδειγμένα προετοιμάζει το έδαφος για μελλοντικές γενοκτονίες. ΔΕΔΟΜΕΝΟΥ ΟΤΙ η γενοκτονία μειονοτικών πληθυσμών από το Οθωμανικό κράτος κατά τη διάρκεια και μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο απεικονίζεται συνήθως ως γενοκτονία των Αρμενίων αποκλειστικά, με μερική μόνο αναγνώριση των ποιοτικά όμοιων γενοκτονιών άλλων Χριστιανικών μειονοτήτων της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΟΤΙ είναι πεποίθηση της διεθνούς Ενώσεως Ακαδημαϊκών για τη Μελέτη των Γενοκτονιών ότι η εκστρατεία των Οθωμανών εναντίον των Χριστιανικών μειονοτήτων της Αυτοκρατορίας μεταξύ 1914 και 1923 αποτέλεσε μια γενοκτονία των Αρμενίων, των Ασσυρίων και των Ελλήνων του Πόντου και της Ανατολίας. ΨΗΦΙΖΟΥΜΕ ΑΚΟΜΑ ΟΤΙ η ένωση ζητά εκ τούτου από την κυβέρνηση της Τουρκίας να αναγνωρίσει τις γενοκτονίες αυτών των πληθυσμών, να εκδώσει μια επίσημη απολογία και να προχωρήσει σε άμεσα και σημαντικά βήματα για αποκατάσταση». (http://www.genocidetext.net )

[2]      Γεώργιος Κ. Βαλαβάνης, Σύγχρονος Γενική Ιστορία του Πόντου, ανατύπωση εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, σελ. 3-7. 

[3]      Δύο είναι η ομάδες που θα πρωτοστατήσουν: Η πρώτη γύρω από τον Ποντιακό Σύλλογο Αργώ
 στην Καλλιθέα Αττικής και η δεύτερη γύρω από τους «Ιταλούς», που δημιούργησαν το Κέντρο Ποντιακών Μελετών. Η επανατοποθέτηση του ποντιακού ζητήματος από τους Χαραλαμπίδη-Φωτιάδη, που υπήρξαν βασικοί συντελεστές του ρεύματος που προήλθε από την Αριστερα του Πασόκ, τους λεγόμενους «Ιταλούς» θα γίνει με την εξής επιχειρηματολογία: «Αυτή την ιστορική συγκυρία το δικαίωμα των Ποντίων στη μνήμη, η γνώση δηλαδή της ιστορίας τους και ειδικότερα των πολιτικοϊστορικών λόγων που καθόρισαν την εξέλιξη και η σημερινή ποντιακή πραγματικότητα σε όλο τον κόσμο, αποτελεί επιτακτικά μια πρώτη βασική συνθήκη για την ποντιακή ύπαρξη και συνέχεια. Λογική ακολουθία αυτής της εκτίμησης είναι η ανάδειξη της αναγκαιότητας για έναν ακριβή προσδιορισμό ή επαναπροσδιορισμό της φύσης και του χαρακτήρα του ποντιακού προβλήματος σήμερα» (Μιχάλης Χαραλαμπίδης-Κώστας Φωτιάδης, Πόντιοι. Δικαίωμα στη Μνήμη, εκδ. Ηρόδοτος, 1987, Αθήνα, σελ. 9,10.)

[4]      Η προκήρυξη αυτή κυκλοφόρησε το 1986. Κάποιες άλλες προκηρύξεις της «Αργώς» δημοσιεύονται στο: Μαρία Βεργέτη, ό.π., σελ. 371-382. Σε μια δεύτερη εκδοχή της πρώτης αυτής προκήρυξης στα τελικά συνθήματα θα συμπεριληφθεί το «Αυτόνομη συγκρότηση του ποντιακού λαού», κάτι που θα προκαλέσει συναγερμό στις αρχές Ασφάλειας, οι οποίες θα αρχίσουν να αναζητούν τους «Πόντιους τροτσκιστές», οι οποίοι, όπως πίστευε η Ασφάλεια, ευθύνονταν γι αυτές τις προσεγγίσεις. (Βλάσης Αγτζίδης, «Πώς ξεκίνησαν οι προσπάθειες για αναγνώριση της γενοκτονίας», εφημ. Εύξεινος Πόντος, αριθ. 7, Ιούλιος 1997, σελ. 18-19)

[5] Μιχάλης Χαραλαμπίδης, Εθνικά Ζητήματα, εκδ. Ηρόδοτος, Αθήνα, 1989, σελ  108. Στο κείμενό του «Η ‘εθνικοφροσύνη’», εφημ. Ελευθεροτυπία, 1 Φεβρουαρίου 1991, ασκεί σφοδρή κριτική στη Δεξιά και την εθνικοφροσύνη για την «εθνική συρρίκνωση». Υποστηρίζει ότι «η Ελλάδα πρέπει να αναδειχθεί σε ηθική και αναγεννητική δύναμη αυτής της περιοχής». 

[6] «Δεν ανταποκρίθηκαν με υπευθυνότητα. Οι απόψεις του κ. Λαυρεντίδη για τη γενοκτονία», συνέντευξη στον Παύλο Τσακιρίδη, εφημ. Δεσμός, όργανο Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Ποντιακών Σωματείων,  αριθ. 36-37, Νοέμβριος-Δεκέμβριος 1992.

[7] Η διεθνής κινητοποίηση θα εγκαινιαστεί με την ενεργοποίηση των πρώτων ομάδων που οδήγησαν στη ριζοσπαστικοποίηση. Έτσι η πρώτη μεγάλης σημασίας και έκτασης παρέμβαση θα είναι η διοργάνωση σειράς εκδηλώσεων στο ευρωκοινοβούλιο με την κάλυψη και την ενίσχυση του Δημήτρη Φίλη που ως εκπρόσωπος του ενιαίου ΣΥΝ είχε αναλάβει τη διεύθυνση της Γενικής Γραμματείας Απόδημου Ελληνισμού («Η Οδύσσεια των Ελλήνων του Πόντου» εφημ. Νέα της Μόσχας, Ιούνιος, 1990, σελ. 22) 

[8]      Η εισηγητική έκθεση είχε κατατεθεί από 22 βουλευτές του Πασόκ τον Απρίλιο του 1992.      

[9] Το τουρκικό υπουργείο Εξωτερικών εξέδωσε ειδική ανακοίνωση με τον τίτλο: “Setting the record straight on Pontus propaganda against Turkey”, η οποία φιλοξενείται συνεχώς και από την επίσημη σελίδα του στο internet. Στην ανακοίνωση αυτή, επιχειρείται να παρουσιαστεί η ιστορία αντίστροφα. Στο ερώτημα: “Who commited genocide: Turks or Greeks bands?” απαντούν με βεβαιότητα: “Οι Έλληνες!” Επιπλέον, το τουρκικό Υπ.Εξ. -είτε από σκοπιμότητα, είτε από γνώση μόνο του τουρκικού τρόπου λειτουργίας μιας κοινωνίας- θεωρεί ότι το ζήτημα της γενοκτονίας γεννήθηκε από το ελληνικό κράτος και ότι εξυπηρετεί κρατικούς στόχους. Μέσα από την επίσημη θέση προβάλλουν όλοι οι τουρκικοί φόβοι, καθώς και όλο το πλαίσιο της τουρκικής προπάγανδας. Για την επίσημη Τουρκία, το θέμα της Γενοκτονίας των Ποντίων αποτελεί εφεύρημα του ελληνικού κράτους για να αμφισβητηθεί η ακεραιότητά της. Αποτελεί μέσο υπονόμευσης και αποσταθεροποίησης του τουρκικού κράτους με την υποκίνηση «μικρο-εθνικιστικών αισθημάτων» στο εσωτερικό του, καθώς και για την πρόκληση διώξεων κατά της «τουρκικής» μειονότητας της Δυτικής Θράκης. Όπως φαίνεται, δύο είναι οι βασικοί φόβοι της τουρκικής διπλωματίας: Η πιθανότητα εμφάνισης ποντιακής ταυτότητας στους ελληνόφωνους και μη πληθυσμούς της Βόρειας Τουρκίας που έχουν ως βασικό μέσο έκφρασης την ποντιακή λύρα (κεμεντζέ) και τη διαφύλαξη της μουσουλμανικής μειονότητας στην Ελλάδα, εφόσον έχει πλέον διαταραχθεί η μειονοτική ισορροπία, που επέβαλε η Συνθήκη της Λωζάννης, μετά τις διώξεις κατά των Ελλήνων στην Κωνσταντινούπολη, Ίμβρο και Τένεδο.

Γράφουν επίσης:

«Μπορεί να ειπωθεί ότι  η Ελλάδα επιδιώκει τους παρακάτω αντικειμενικούς στόχους:

                -Να αμαυρώσει την εικόνα του Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ, που εμπόδισε την ελληνική εισβολή στην Τουρκία,

                -Να παραπλανήσει τον κόσμο, ότι η ιστορία της Τουρκίας είναι γεμάτη από γενοκτονίες και ότι η ιδεολογία της βασίζεται επί του ρατσισμού,

                -Να εμφανίσει την τρομοκρατία του ΡΚΚ σαν ένα “πόλεμο για την απελευθέρωση” και να συγκροτήσει με το ΡΚΚ ένα μέτωπο εναντίον της Τουρκίας, δημιουργώντας ένα σύνδεσμο μεταξύ “Ελλήνων του Πόντου” και “Κούρδων”,

                -Να ενθαρρύνει τα αντιτουρκικά αισθήματα στους έτσι καλούμενους Έλληνες του Πόντου, αποδίδοντας σ’ αυτούς μια πλαστή “ποντιακή ταυτότητα”,

                -Τελευταίο, αλλά πιο σημαντικό, να χρησιμοποιήσει το στοιχείο του Πόντου στη διαδικασία αποτουρκοποίησης της Δυτικής Θράκης.” (Αναλυτική παρουσίαση της τουρκικής στάσης στο: Θεόδωρος Ε. Παυλίδης, Το Ποντιακό από τη Σκοπιά των Τούρκων, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2009.)

[10] Ακολουθώντας τη διεύθυνση http://members.aol.com/xsoysal/index.html/homepage.html (2000) βρίσκεσαι σ’ ένα μεγάλο φόρουμ συζητήσεων της αντικεμαλικής Αριστεράς που τιτλοφορείται: “Tarih ve Demokrasi Forum, δηλαδή “Ιστορικό και Δημοκρατικό φόρουμ”. Δημιουργός του είναι ο Ozcan Soysal, κάτοικος Άγκυρας και εθνικά Τούρκος όπως δηλώνει, που κατάγεται από το χωριό Χάσερε της Γκιουμουσχανέ (Αργυρούπολη) του Πόντου στη Βόρεια Τουρκία. Στις συζητήσεις του φόρουμ, συμμετέχουν καθημερινά περισσότερα από 150 άτομα. Πρώτο θέμα συζήτησης, όπως αναγράφεται στην εισαγωγική σελίδα, είναι “Το ζήτημα των Αλεβί / Κιζιλμπάσηδων”. Το δεύτερο θέμα είναι “Γενοκτονίες χριστιανών (Αρμένιοι, Ρωμιοί, Πόντος, Σύριοι, Ασσύριοι)”. Έβδομο θέμα, αμέσως μετά από  “Το κουρδικό ζήτημα” είναι το “Εθνικές μειονότητες στην Τουρκία: Πόντιοι, Λαζοί, Εβραίοι, Αρβανίτες, Πομάκοι κ.ά.” Κάνοντας κλικ στο δεύτερο θέμα μπήκαμε σε πλήθος κειμένων που περιείχαν προβληματισμούς, εισηγούνταν θέματα και τοποθετούνταν πάνω στα επίμαχα ζητήματα. Ένα εκτεταμένο θέμα για την ιστορία του Πόντου με τον τίτλο “Pontos Kimligi” (ποντιακή ταυτότητα), παρουσιάζει ένας μουσουλμάνος ελληνόφωνος, ο Mehmet. Μεταξύ άλλων γράφει: “Η Τουρκία παρουσίασε ως Πόντιους μόνο το χριστιανικό κομμάτι. Ο σκοπός της ήταν να μην ενωθούν τα δύο μέρη… Τελικά, την ιστορία μας των 3.000 χρόνων μας έκαναν να την ξεχάσουμε. Μας έκαναν να ντρεπόμαστε για την πραγματική μας ταυτότητα. Παρόλα αυτά δεν αντέχουν ούτε τις ύστατες προσπάθειές μας.” Ο Ozcan Soysal σχολιάζει ως εξής το άρθρο του Mehmet: “Χάρηκα ιδιαίτερα επειδή είμαι από τη Γκιουμουσχανέ.  Χάρηκα πολύ που άκουσα τη φωνή των μουσουλμάνων Ποντίων. Η φωνή σας θα είναι ένα δημοκρατικό βήμα την εποχή που η Τουρκία αλλάζει πρόσωπο. Το χωριό μας λεγόταν Χάσερε και κατοικιόταν από χριστιανούς και μουσουλμάνους. Οι χριστιανοί διώχτηκαν και πήγαν στην Ελλάδα. Πιστεύω ότι κάποτε θα μπορέσω να έρθω σε επαφή με τους χωριανούς μου στην Ελλάδα.” Σε άλλο άρθρο του ο Ozcan Soysal αναρωτιέται: “Οι κεμαλιστές υποστηρίζουν ότι οι Έλληνες που πήγαν στη Σμύρνη ήταν κατακτητές. Όμως στη Σμύρνη οι περισσότεροι ήταν Έλληνες, ενώ οι μουσουλμάνοι λίγοι. Πώς γίνεται λοιπόν να είναι κατακτητές;” Εξαιρετικό ενδιαφέρον έχει επίσης ο διάλογος που γίνεται στις τουρκικές σελίδες του site: http://members.xoom.com/pontians (2000) Στο φόρουμ αυτού του site συμμετέχουν καθημερινά γύρω στα τριάντα άτομα. Ο Mesut Guler  σ’ ένα δεκασέλιδο άρθρο με τίτλο “Pontos isyani” (Η επανάσταση του Πόντου), αναφέρεται στην “καταπιεστική Οθωμανική Αυτοκρατορία” και στους Πόντιους, οι οποίοι ως “αιχμάλωτοι”, άρχισαν να οργανώνονται και να επαναστατούν, ειδικά από το 1916. Γράφει μεταξύ άλλων: “Ο Πόντος έχει 2.700 χρόνια ιστορία. Χριστιανοί και μουσουλμάνοι επαναστάτησαν για τον ίδιο σκοπό: την ελευθερία του Πόντου… Τον Αύγουστο του 1923, γυναίκες, παιδιά, γέροι, γριές, όλοι οι Πόντιοι, έπρεπε να διωχθούν. Μέχρι το 1923 οι δολοφονίες και οι διωγμοί εφαρμόζονταν συστηματικά πάνω στον ποντιακό λαό. Στα χωριά και στις πόλεις, οι άοπλοι και οι αδύναμοι σκοτώνονταν συστηματικά. Τέλος, 322.500 Πόντιοι αφήνουν την πατρίδα τους και φεύγουν στην Ελλάδα. Πίσω έμειναν οι πλούσιοι και όσοι αντάρτες δεν μπόρεσαν να φύγουν. Έτσι, αυτοί που γλύτωσαν τη γενοκτονία αναγκάστηκαν να σιωπήσουν και να ξεχάσουν την ιστορία τους.”  (δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Καθημερινή με τίτλο: «Τουρκική κοινωνία και γενοκτονίες», 18 Ιουνίου 2000 σελ. 39.)

[11] Χαρακτηριστική είναι η εισαγωγή στο άρθρο για τον Παύλο Κερδεμελίδη, (τεύχ.  61, Φεβρουάριος 1988, σελ. 74-76) που συντάχθηκε και δημοσιεύτηκε με την ιδεολογική επιστασία του Τ. Κατιντσάρου –για την εξασφάλιση του «πολιτικά ορθού»- όπου ουσιαστικά γινόταν αποδεκτή  η επιχειρηματολογία του ριζοσπαστικού ποντιακού κινήματος, όπως είχε παρουσιαστεί στις προκηρύξεις της «Αργώς».  

[12] Για το άρθρο της «Σόνιας» στα Άνθη του Κακού βλ. http://ngnm.vrahokipos.net/apend04.html?start=7 (20-2-2010), ο Δ. Καταϊφτσής θεωρεί ότι: «Το συγκεκριμένο άρθρο είναι μια πολύ κλασσική περίπτωση προσπάθειας μιας αναρχικής να εντάξει ιστορικά τους Έλληνες Πόντιους στο συγκεκριμένο πολιτικό χώρο.»

 [http://pontosandaristera.wordpress.com/2010/01/21/greeks-in-machnovtsina/

  (20-2-2010)]

[13] «Πόντος: Μια άγνωστη ιστορία, ένα ανοικτό πρόβλημα», περ. Convoy, τεύχ. 7, 1987, σελ. 31. Στο κείμενο αυτό υπάρχει αναφορά στους ελληνοσοβιετικούς πληθυσμούς και τις σταλινικές διώξεις: «…με την επικράτηση του Σταλινισμού και του μεγαλορωσικού σωβινισμού αρχίζει η δίωξη της Ποντιακής διανόησης. Το 90% πεθαίνει στη Σιβηρία. Κλείνουν τα σχολεία, οι εφημερίδες τα θέατρα.»  Χαρακτηριστικό του πνεύματος του κειμένου είναι το εξής απόσπασμα: «Όσο αφορά την παραδοσιακή Αριστερά, ο οπορτουνισμός και η μεταφυσική σκέψη την οδήγησαν στην απόκρυψη των γεγονότων. Τους Ποντιακούς πληθυσμούς στην Ελλάδα τους είδε οικονομίστικα και αγνόησε τελείως την προέλευσή τους. Η πολιτική ερμηνεία της γενοκτονίας και της προσφυγιάς έγινε κάτω από το πρίσμα του απόλυτου σεβασμού της κυριαρχίας της Οθωμανικής αυτοκρατορίας πάνω στους καταχτημένους λαούς….» 

[14] «Για το ζήτημα των Ποντίων», εφημ. Σοσιαλιστική Αλλαγή, 13 Ιανουαρίου 1990.

[15]    Φαίνεται ότι πρόσφατα ξεκίνησε και πάλι, αυθόρμητα και όχι συστηματικά, μια τέτοια συζήτηση. Χαρακτηριστικό είναι το κείμενο του Θεοδωρίδη στην εφημερίδα Εργατική Αλληλεγγύη:  «Όλα τα παραπάνω ζητήματα, καθώς και η εμφάνιση ενός σημαντικού ποντιακού-προσφυγικού διεκδικητικού κινήματος εδώ και μια 25ετία, θέτουν την Αριστερά μπροστά στο καθήκον να ανοίξει μια πραγματική συζήτηση για το τι πραγματικά έγινε στην Ανατολή ( «ιδιοτροπία της Ιστορίας ή κακό παιχνίδι της διαλεκτικής» αναρωτιόταν από τότε ο Άγις Στίνας για το κίνημα Κεμάλ) τα κρίσιμα χρόνια του μετασχηματισμού, χωρίς ταμπού, προκαταλήψεις και προκάτ σχήματα. Μια τέτοια συζήτηση δεν έγινε ποτέ. Γιατί από τότε που οι πρόσφυγες της Μικρασιατικής Καταστροφής (μετά το ’23) συνάντησαν το ελλαδικό κομμουνιστικό κίνημα και του προσέφεραν πάρα πολλά, δεν έμεινε ποτέ χρόνος για μια ώριμη αποτίμηση.  Από το 1928 που θεσπίστηκε ο κατασταλτικός νόμος κατά των κομμουνιστών και των προσφύγων και μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει ποτέ μια τέτοια γόνιμη συζήτηση. Ίσως έχει έρθει η ώρα, εκτός εάν έχουμε αποφασίσει να εκχωρήσουμε στην Ακροδεξιά ένα κίνημα των πολιτών που αναπτύχθηκε από τα κάτω και θέτει τα δικά του ιδιαίτερα αιτήματα καθώς και την ιστορική του εμπειρία, βασισμένοι σε ιδεοληψίες και στερεότυπα του παρελθόντος.» (Στέργιος Π. Θεοδωρίδης, εφημ. Εργατική Αλληλεγγύη, «Πόντος: Για μια άλλη ματιά στη νεοελληνική ιστορική εμπειρία», τεύχ. 826, 17 Ιουλίου, 2008). Τέτοια συζήτηση γίνεται συστηματικά στο ιστολόγιο «Πόντος και Αριστερά» από το Δεκέμβριο του 2006.

[16]  “… οι Ινδοί και οι Πακιστανοί της Βρετανίας, οι Ινδονήσιοι της Ολλανδίας, οι Αιθίοπες της Ιταλίας, οι Αλβανοί και οι Ρωσοπόντιοι της  Ελλάδας κ.τ.λ. αποτελούν σημερινούς ή αυριανούς πολίτες της Ευρώπης απέναντι στους οποίους οι θεσμοί οφείλουν να συμπεριφέρονται ουδέτερα.” (Αντώνης Λιάκος, “Νέες Εποχές”, εφημ. Το Βήμα,  22 Οκτωβρίου 2000). Αν η Αριστερά κράτησε ουδέτερη θέση στο νέο προσφυγικό ζήτημα των Ποντίων της ΕΣΣΔ, οι σοσιαλιστές αδιαφόρησαν και είδαν ψηφοθηρικά το ζήτημα, ενώ η Δεξιά το αντιμετώπισε αρνητικά. 

[17] Πολλοί διανοούμενοι που προέρχονταν από την Αριστερά ενοχοποίησαν την ιστορική μνήμη των προσφυγικών πληθυσμών και κατασκεύασαν ιδεολογικά σχήματα που βασίζονταν στην αντιδιαστολή της «ανατολίτικης μιζέριας» με το ορθολογική, εκσυγχρονιστικό δυτικό πνεύμα. Αντιμετώπισαν υπεροπτικά και ειρωνικά την αναφορά στα ιστορικά γεγονότα και τη νοσταλγία των προσφυγικών πληθυσμών, χαρακτηρίζοντας την ως «συνεχής κλαψούρα για εθνικές συρρικνώσεις και χαμένες πατρίδες…» (Ριχάρδος Σωμερίτης, «Η ανατολίτικη μιζέρια μας», εφημ. Το Βήμα, 31 Μαρτίου 1996.)

[18]  Το τμήμα αυτό της Β’ Πανελλαδικής δημοσιογραφικά εκφράστηκε κατ΄ αρχάς με το περιοδικό Σχολιαστής και στη συνέχεια με τη δημοσιογραφική ομάδα του «Ιού». (Πρβ.: «Ο φάκελος της Β’ Πανελλαδικής», Ελευθεροτυπία, 19 Ιανουαρίου 2003) Επηρέασε διάφορες εξωκοινοβουλευτικές οργανώσεις, όπως το «Δίκτυο για τα Πολιτικά και Κοινωνικά Δικαιώματα», στις οποίες μετέφερε τις ιστορικές ερμηνείες και τις αξιολογήσεις του για το ποιες κοινωνικές ομάδες ήταν «πολιτικά ορθές» ώστε να υποστηριχθούν. Οι Πόντιοι πρόσφυγες από την πρώην ΕΣΣΔ  δεν ανήκαν στις ομάδες αυτές, παρότι την εποχή του Σχολιαστή είχε φιλοξενηθεί ένα σχετικό κείμενο στο περιοδικό.

[19] Ο Ιός της Κυριακής, “Ethnic Cleansing. Το ελληνικό Βιετνάμ», στο «Το άλλο ‘22», εφημ. Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 11 Οκτωρίου 1992, σελ. 50.

[20] Σύμφωνα μ’ αυτό το σχήμα «…η οδύσσεια των εκτοπισμένων στα βάθη της Ανατολίας, η τραγική μοίρα των αιχμαλώτων, ο αποδεκατισμός των ελληνικών κοινοτήτων της Ιωνίας από τους Τούρκους εθνικιστές» έπονται της τουρκικής νίκης του ’22. (Ο Ιός της Κυριακής, ό.π.)

[21] Εισαγωγικό Κείμενο, περ. «Ελληνικό Παρατηρητήριο», έκδ. Δίκτυο 21 Μακεδονίας-Θράκης, τεύχ. 36, Νοέμβριος-Δεκέμβριος ’07. Στο Κείμενο αυτό η εμπλοκή της Ελλάδας στο Μικρασιατικό παρουσιάζεται ως εξυπηρέτηση των ιμπεριαλιστικών συμφερόντων των συμμάχων, οι οποίοι «μας έστειλαν», όπως ακριβώς συνέβη αργότερα και στην Κορέα.

[22] Αναφορά στην τότε πρόταση Μπουτάρη στο: «Ο Μιχάλης Τρεμόπουλος απαντάει σε όλα τα ερωτήματα των αντιπάλων του: ‘’Γιατί όχι οδός Κεμάλ Ατατούρκ;’’», συνέντευξη στο Σταύρο Θεοδωράκη, εφημ. Τα Νέα,  30 Μαϊου 2009. Στην ερώτηση του δημοσιογράφου «Εσείς τι πραγματικά προτείνετε;» Ο Μ. Τρεμόπουλος απαντά: «Αυτό που είπε ο Μπουτάρης. Το στενό του Αποστόλου Παύλου που είναι δίπλα στο σπίτι του Ατατούρκ από το 1938 ώς το 1955 που έγινε το πογκρόμ της Πόλης λεγόταν Κεμάλ Ατατούρκ. Γιατί να μην επανέλθει;» Η επαναδιατύπωση της πρότασης Μπουτάρη από τον Τρεμόπουλο, προκάλεσε οργισμένες ανακοινώσεις των προσφυγικών οργανώσεων. Χαρακτηριστική του χάους που χωρίζει τις δύο πλευρές είναι η «Ανοιχτή Επιστολή» που εξέδωσε η Πανελλήνια Ομοσπονδία Ποντιακών Σωματείων, όπου μεταξύ άλλων αναφερόταν: « Εδώ και αρκετό καιρό περιμέναμε να συναισθανθείς το βάρος των πολιτικών και ιστορικών ανοησιών που κατά καιρούς έχεις εκτοξεύσει, εις βάρος της ιστορίας, των προγόνων μας και της αξιολογήσεως των ιστορικών προσώπων….. Ως απάντηση της ανοήτου πολιτικά και ιστορικά προτάσεώς σου, σου προτείνουμε η οδός του Απ. Παύλου, η μισή να μετονομαστεί σε οδό Κεμάλ Ατατούρκ και η άλλη μισή σε οδό Αδόλφου Χίτλερ…»

[23] «….Η ανάδυση της μικρασιατικής ταυτότητας σήμερα στους ελληνικούς προσφυγικούς πληθυσμούς και η διεκδίκηση ισότιμης συμμετοχής στο έθνος-κράτος των Ελλήνων, δημιουργεί μεγάλη αμηχανία στο παραδοσιακό παλαιοελλαδίτικο κατεστημένο, το οποίο με μεγάλη χαρά θα εκχωρούσε ένα σύγχρονο μικρασιατικό κίνημα (με πρωτοπορία του τον ποντιακό χώρο) στους ακροδεξιούς, είτε θα το σπίλωνε με ανυπόστατες κατηγορίες, αρνούμενο να το αποδεχτεί ως μια υπαρκτή συνιστώσα.» (Β. Αγτζίδης, ”Το επικίνδυνο πρόσωπο του παλαιοελλαδιτισμού ή πώς να κάνεις μια πετυχημένη προβοκάτσια”, περ. Ακρίτεια, δίμηνη έκδοση των Ακριτών του Πόντου Σταυρούπολης, Θεσσαλονίκη, Ιανουάριος 1998, σελ. 10.)

[24] Ο «Ιός» θα παρουσιάσει αργότερα το δράμα των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής,  («Η Ρατσιστική υποδοχή των προσφύγων του 1922. Πάντα ανεπιθύμητοι», εφημ. Ελευθεροτυπία, 24 Ιανουαρίου 2010) με μια «εκμεταλλευτική πρόθεση», όπως θα σχολιαστεί : «Η ομάδα του “Ιού” της Κυριακής που θυμήθηκε το δράμα των προσφύγων της Καταστροφής του ‘22 και της άθλιας και εχθρικής αντιμετώπισής  τους  από το κράτος και τη Δεξιά για να υποστηρίξει  τις απόψεις της για το μεταναστευτικό και τις δικές της εμμονές και ιδεοληψίες.»Ο Άρειος Πάγος, ο “Ιός” και ο νεοελληνικός αμοραλισμός», http://pontosandaristera.wordpress.com/2010/01/24/areios-pagos-ios/ (23-2-2010)]

[25] Ο Ιός της Κυριακής, «Τα στρέμματα της εθνικοφροσύνης», εφημ. Ελευθεροτυπία, 15 Μαρτίου 1998.

[26]    Στη Φλώρινα, στη θέση των 32.925 μουσουλμάνων που απεχώρησαν κατέφθασαν 19.105 πρόσφυγες, ενώ στην Κοζάνη οι μουσουλμάνοι που έφυγαν ήταν 68.268 και οι πρόσφυγες που ήρθαν 53.051. [Ευστάθιος Πελαγίδης, Η αποκατάσταση των προσφύγων στη Δυτική Μακεδονία (1923-1930), εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1994, σελ. 204.] Αυτό δε σημαίνει ότι  η κεντρική διοίκηση δεν προσπαθούσε να αυξήσει τα ποσοστά των Ελλήνων κατοίκων στις Νέες Χώρες μετά τους Βαλκανικούς πολέμους. Με την  Ανταλλαγή των Πληθυσμών διευκολύνθηκαν κατά πολύ οι κρατικές επιδιώξεις. Η πολιτική αυτή παρουσιάζεται στο Dimitri Petzopoulos, The Balkan exchange of minorities and its impact upon Greece, εκδ. Mouton, Παρίσι, 1962.

[27] Θεοφυλακτος Κ. Θεοφυλάκτου, Γύρω απ’ την  άσβεστη φλόγα, 2η έκδοση, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 1997,  σελ. 390-391.

[28]  Σε τηλεγράφημα του Γενικού Διοικητή Μακεδονίας προς την υποδιοίκηση Καϊλαρίων  στις 20 Ιουνίου 1923 αναφέρεται: Υπεβλήθησαν υμίν παράπονα ότι η απέναντι των προσφύγων στάσις υμών, το όσον αφορά εγκατάστασιν αυτών όσον και την περίθαλψιν δεν είνε ευνοϊκή και ότι η εν γένει  πολιτεία υμών απέναντι αυτών ουχί εξυπηρετική και διευκολυντική» (Νικηφόρος Μαναδής,  Εμπορικός Σύλλογος Πτολεμαϊδας από το 1923, έκδ. Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση Κοζάνης, Πτολεμαϊδα, 2007, σελ. 141.)

[29] Ιός, «Η ανατομία μιας σφαγής», εφημ.  Ελευθεροτυπία, 27 Οκτωβρίου 2002.

[30]  Μιχάλης Τρεμόπουλος, «Όχι στη Θράκη οι Πόντιοι», περ. Οικοτοπία, Μάρτιος 1990, σελ. 12. Στη Θράκη τελικά εγκαταστάθηκαν περίπου 20.000 από το σύνολο των 250.000 που έφτασε στην Ελλάδα μέσα σε μια δεκαετία, από το 1989. Η πραγματική κατάσταση των Ποντίων που είχαν ήδη εγκατασταθεί στη Θράκη δε φαίνεται να είναι τόσο ζηλευτή. Σε προκήρυξη που εκδόθηκε από τον Ιούλιο του 1988 και υπογράφεται από «Επιτροπή Ποντίων» αναφέρεται σε βιασμό μιας Πόντιας από τη ΕΣΣΔ από έναν μουσουλμάνο τονίζεται η δυσμενής κατάσταση στην οποία βρίσκονται οι Πόντιοι πρόσφυγες και σε σχέση με όλους τους υπόλοιπους. Η προκήρυξη έχει ως τίτλο «Ο αντρικός σωβινισμός είναι ο ισχυρότερος απ’ όλους τους σωβινισμούς» και έχει ως υπέρτιτλο «Η Κομοτηνή και οι πραγματικές μειονότητες». Στην προκήρυξη επισημαίνεται : «Το συγκεκριμένο και πρωτοφανές για τη Κομοτηνή γεγονός ανέδειξε και κάποιες άλλες πλευρές. Όπως: τον ρατσισμό που επικρατεί στο χώρο της μουσουλμανικής μειονότητας στην αντιμετώπιση των γυναικών…Οι Έλληνες από την ΕΣΣΔ αποτελούν την ελληνική μειονότητα της Κομοτηνής με πολλά προβλήματα.. Στην Κομοτηνή αντιμετωπίζει τον ρατσισμό πολλών άσχετων νεοελλήνων και πολλών μουσουλμάνων…. Το τελευταίο γεγονός του βιασμού απέδειξε ότι οι Έλληνες από την ΕΣΣΔ, εκτός από στόχο ανεγκέφαλων νεοελλήνων αρχίζουν να αποτελούν και πεδίο σεξιστικών ορέξεων των μουσουλμάνων»    

[31] Το μόνο που απέμενε ήταν η διοικητική πράξη εφαρμογής του με ένα τυπικό Προεδρικό Διάταγμα. Με βάση το 2ο άρθρο του Νόμου έπρεπε να καθοριστεί “ο χαρακτήρας, ο φορέας και ο τρόπος οργάνωσης των εκδηλώσεων εθνικής μνήμης” με Προεδρικό Διάταγμα. Τα όσα ακολούθησαν μπορούν να θεωρηθούν ως απόλυτη και συνειδητή υπονόμευση των κατακτήσεων της κοινωνίας των πολιτών, η οποία «τόλμησε» να παράγει ανεπιθύμητα αποτελέσματα στους κρατούντες. Με ευθύνη του τότε υπουργού Εξωτερικών, η τυπική διαδικασία εφαρμογής του νόμου δεν ακολουθήθηκε. Ο νόμος δεν πήρε το δρόμο της υλοποίησης, παρόλες τις διαμαρτυρίες των προσφυγικών μικρασιατικών οργανώσεων.

[32] Για να τεθεί σε εφαρμογή ο Νόμος θα έπρεπε να υπογραφεί το σχετικό Προεδρικό Διάταγμα, όπου θα περιγράφονταν απλώς ο τρόπος εφαρμογής. Με πρωτοβουλία του τότε υπουργού Πολιτισμού, ο Νόμος, ερήμην όπως φαίνεται του υπ. Εξ., πήρε το δρόμο του για ολοκλήρωση της διαδικασίας. Το Προεδρικό Διάταγμα που συντάχθηκε στάλθηκε στον Πρόεδρο της χώρας για να υπογραφεί ως τεχνική διαδικασία. Έτσι ή αλλιώς, ο Πρόεδρος είχε υπογράψει το Νόμο που αναγνώριζε τη “γενοκτονία στη Μικρά Ασία” δυόμιση χρόνια πριν. Όμως, ως αποτέλεσμα της νέας πολιτικής, το προεδρικό διάταγμα αποσύρθηκε για να απαλειφθεί ο όρος “γενοκτονία” και να ξαναϋπογραφεί από τον ίδιο πρόεδρο χωρίς την επίμαχη λέξη..

[33] Η προσπάθεια υπογραφής του Προεδρικού Διατάγματος συνδυάστηκε από πολλούς με τη διάθεση να υπονομευτεί η ελληνοτουρκική συνεννόηση. (Ριχάρδος Σωμερίτης, «Οι πολιτικές γενοκτονίες», εφημ. Το Βήμα, Νέες Εποχές, 25 Φεβρουαρίου 2001, σελ. 57.)  Στις πιο έντονες, τέτοιας κατεύθυνσης τοποθετήσεις, θεωρήθηκε ότι με τον τρόπο αυτό κάποιοι επιδίωκαν την υπονόμευση της ’πολιτικής Ελσίνκι’. Αμφισβητούνταν η επιστημονική τεκμηρίωση της γενοκτονίας, η οποία πάντα παρατίθεται ως όρος εντός εισαγωγικών. Υποστηρίχθηκε ότι η χρήση του όρου «γενοκτονία»  ήταν «υπερβολή που θίγει την εθνική ευαισθησία και η θεσμοθέτησή της αυτή εγκυμονεί κινδύνους για τα εθνικά συμφέροντα» (Χριστίνα Πουλίδου, «Αν ήταν ‘’γενοκτονία’’, πώς υπήρξε ανταλλαγή προσφύγων», εφημ. Επενδυτής, 18 Φεβρουαρίου 2001.) 

[34] Ο Συνασπισμός ζήτησε απ’ τον τότε υπ. Εξ Γ. Παπανδρέου «να επανεξεταστεί η απόφαση της Βουλής των Ελλήνων για ‘γενοκτονία’» εφόσον επρόκειτο «για ανιστόρητη και αντιεπιστημονική άποψη». Παρέμβαση έκανε ο πρόεδρος των (νέο)Φιλελευθέρων Στέφανος Μάνος, ο οποίος ζήτησε να μην προωθηθεί το σχέδιο του Προεδρικού Διατάγματος, με τον οποίο ετίθετο σε ισχύ ο νόμος. Η Ντόρα Μπακογιάννη υποστήριξε ότι το σχέδιο Προεδρικού Διατάγματος βλάπτει τη διεθνή εικόνα της χώρας. (Ν. Φίλης «Το σχ. Π.Δ. για τη “γενοκτονία” αναπέμπεται για μελέτη…», Αυγή, 25 Φεβρουαρίου 2001). Με την ομάδα αυτή των αρνητών συμπαρατάχθηκε και ο Νίκος Μπίστης ως Ανανεωτική Εκσυγχρονιστική Κίνηση της Αριστεράς, ο οποίος δήλωσε ότι το Προεδρικό Διάταγμα προκαλούσε την «έξαψη των εθνικιστικών παθών» («Η ΑΕΚΑ για τη γενοκτονία», εφημ Ελευθεροτυπία, 16 Φεβρουαρίου 2001).

[35] Το στέλεχος των (νέο)Φιλελεύθερων του Μάνου, Δημήτρης Σκάλκος θα γράψει στην Αυγή, στις 27 Μαρτίου 2001: «…ορισμένοι κύκλοι, εγκλωβισμένοι σε παρελθόντα ερμηνευτικά σχήματα και προβάλλοντας αμφισβητήσιμα στοιχεία, μοιάζουν να αισθάνονται άβολα με την διαφαινόμενη(;) προοπτική εξομάλυνσης των ελληνοτουρκικών σχέσεων, σχέσεις πάνω στις οποίες η σκιά της ιστορίας πέφτει βαριά και καταθλιπτική, δυσχεραίνοντας τις όποιες προσπάθειες προσέγγισης επιχειρούνται. Οι συνηθισμένοι κήρυκες της μισαλλοδοξίας, οι εργολάβοι της υπεράσπισης των «εθνικών συμφερόντων», αυτοί που αυτόκλητα παραδίδουν μαθήματα εθνικοφροσύνης, υιοθετούν μία βαθιά συντηρητική προσέγγιση των πραγμάτων. Με το βλέμμα στραμμένο στο παρελθόν, κινούνται σε νεκρό χρόνο, αιχμάλωτοι ενός α-χρονικού ιστορικισμού».

[36] Κάποια χαρακτηριστικά, από την πληθώρα των αρνητικών δημοσιευμάτων, είναι: «Δεν γνωρίζω αν το ελληνικό κράτος έχει χαρακτηρίσει κάποια άλλη ημερομηνία της Νεοελληνικής Ιστορίας ως ημέρα «εθνικής μνήμης». Υπάρχουν οι επίσημες εθνικές εορτές και πολλές άλλες ιστορικές επέτειοι. ….δεν υπάρχει κάποιος ειδικός λόγος ώστε η 14η Σεπτεμβρίου να εξαρθεί ως ημέρα εθνικής μνήμης… Στη συλλογική, λοιπόν, συνείδηση, από το 1922 μέχρι σήμερα, η Μικρασιατική Καταστροφή ήταν καταστροφή … που ήλθε ως συνέπεια του ελληνικού μεγαλοϊδεατισμού. Επήλθε ως συνέπεια ενός αιματηρού πολέμου στον οποίο η Ελλάδα όχι μόνον ήρξατο πρώτη χειρών αδίκων, αλλά ενεπλάκη σε ένα αδιέξοδο για σκοπούς κατακτητικούς και όχι απελευθερωτικούς….» (Άγγελος Ελεφάντης, «14 Σεπτεμβρίου: Ημέρα εθνικής αμνησίας», εφημ. Τα Νέα, 24 Φεβρουαρίου 2001),

[37] «Απομένει να δούμε τι θα γίνει αν ανάλογες εμπνεύσεις επικρατήσουν και αντίπερα του Αιγαίου, αν λ.χ. κάποιοι Τούρκοι εθνικιστές… ‘θυμηθούν’ κι αυτοί τη ‘’γενοκτονία’’ των τουρκομουσουλμανικών πληθυσμών του Μοριά του 1821…» (Ιός, «Ο καθένας κι η γενοκτονία του», εφημ. Ελευθεροτυπία, 17 Φεβρουαρίου 2001.) Ενδιαφέρον έχει το γεγονός ότι στο συγκεκριμένο αφιέρωμα ασκείται κριτική στον ΟΗΕ γιατί δημιούργησε ένα τόσο «προβληματικό νομικό ορισμό του συγκεκριμένου εγκλήματος».  Και ενώ θεωρεί τον όρο τόσο ευρύ  που «μπορεί να περιλάβει τα περισσότερα από τα αιματηρά συλλογικά ξεκαθαρίσματα», δεν επιτρέπει την χρήση του από τους Μικρασιάτες, ούτε και από το ποντιακό τμήμα τους. 

[38] Οι Στ. Ανεστίδης, Μ. Κουρουπού και Ι. Πετροπούλου, στο ερώτημα για τα αν οι διώξεις εις βάρος των Ελλήνων της Μικράς Ασίας συνιστούν γενοκτονία απάντησαν: «Απαντάμε σ’ αυτό το δύσκολο ερώτημα στηριγμένοι στην πείρα μας ως    ιστορικοί-ερευνητές του ΚΜΣ. Τιμούμε τη μνήμη των θυμάτων της Μικρασιατικής Καταστροφής και πιστεύουμε ότι οι κατά τόπους και κατά περίπτωση διωγμοί, σφαγές, εκτελέσεις και βιαιότητες που διαπράχθηκαν σε συνθήκες πολέμου και ενίοτε εκτεταμένα, με αποκορύφωμα την περίπτωση των Ποντίων, δεν νομιμοποιούν τη χρήση του όρου γενοκτονία σε επιστημονικό επίπεδο. Γενοκτονία, λέξη ανύπαρκτη πριν το 1944 σε όλες τις γλώσσες, είναι κατά τα λεξικά η συστηματική και προγραμματισμένη εξολόθρευση μιας ολόκληρης εθνότητας.» (Αυγή, 18 Φεβρουαρίου, 2001) Το κείμενο αυτό αποτελεί τη βάση που πάνω της χτίστηκε στη συνέχεια μια αντιπροσφυγική αναθεωρητική παραφιλολογία. Εμφανίζονται να αγνοούν τους όρους, όπως επίσης τα σχετικά διπλωματικά έγγραφα και τις μαρτυρίες των προσφύγων. Επενδύουν με το κύρος του Κ.Μ.Σ. μια πολιτική μεθόδευση, ακυρώνοντας έτσι οποιαδήποτε σχέση του Κέντρου με τις προσφυγικές οργανώσεις. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι ουδέποτε απάντησαν στις  έντονες αιτιάσεις, κυρίως των σμυρναϊκών οργανώσεων, ούτε και δέχτηκαν να συζητήσουν δημοσίως την άποψή τους.

[39] «Διότι η δημιουργία ομοιογενοποιημένων επικρατειών επέβαλε τη λογική των εθνοκαθάρσεων, η οποία πήρε άλλοτε βίαιες μορφές, όπως στην περίπτωση των Αρμενίων, άλλοτε τη μορφή της ανταλλαγής πληθυσμών, όπως ανάμεσα στην Ελλάδα, στην Τουρκία και στη Βουλγαρία. Αλλοτε και τα δύο.» (Αντώνης Λιάκος, «Από τη μνήμη-εκδίκηση στη μνήμη-κατανόηση», εφημ. Το Βήμα, 11 Μαρτίου 2001.)

[40] «Για τον Abravanel», http://pontosandaristera.wordpress.com/2008/07/01/abravanel/ (20-10-2010)

[41]    Χαρακτηριστικοί ήταν οι διάλογοι που ακολούθησαν την προβολή της σειράς «Το Πανόραμα του Αιώνα» στην κρατική τηλεόραση: «Δεν είναι τόσο αυτονόητο θα έλεγα ότι οι Τούρκοι έκαψαν την Σμύρνη. Υπάρχουν κάποια λογικά ερωτήματα. Γιατί ας πούμε οι Τούρκοι να κάψουμε μια πόλη η οποία τους ανήκει. Συνήθως καίει αυτός που φεύγει για να μην τα βρει ο νικητής.» (Γιάννης Γιαννουλόπουλος) «Έτσι λοιπόν όταν εμείς όταν κάναμε απόβαση στη Σμύρνη πρέπει να συνειδητοποιήσουμε, έστω και τόσα χρόνια μετά, ότι κάναμε απόβαση σε μια ξένη χώρα. Στην καρδιά μιας ξένης χώρας στην πραγματικότητα, όχι μόνο αυτό. Ότι υπήρξαμε εκεί αιώνες υπήρξαμε 40% μιας πόλης κοσμοπολίτικης, είχαμε την πόλη στα χέρια μας κατά κάποιο τρόπο, είχαμε χωράφια, κάναμε βιοτεχνίες, βιομηχανίες, ήμασταν τα αφεντικά εκεί και τα αφεντικά δεν αρκέστηκαν απλά να είναι τα αφεντικά και να είναι καλά. Έκαναν και μια απόβαση, έκαναν επεισόδια, έκαναν καταστροφές, θριαμβευτικές.» (Λένα Διβάνη) στο

          http://panorama.ert.gr/ekpompes.asp?subid=819&catid=3218

[42] «Η τουρκοποίηση του κράτους, της κοινωνίας και του εδαφικού χώρου αναδεικνύεται σε μοναδική λύση σωτηρίας για το κράτος. …όσο η τουρκοποίηση της «οθωμανικής εξουσίας νομιμοποιεί την πολιτική του ελληνικού κράτους, άλλο τόσο και η ελληνοποίηση των Ρωμιών νομιμοποιεί την πολιτική των Νεοτούρκων.» (Α. Αναγνωστοπούλου, Μικρά Ασία 19οςαι.-1919, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα, 1997, σελ. 523 από το: Ευ. Λούβη, κ.ά. Νεότερη και Σύγχρονη Ιστορία Γ’ Γυμνασίου, εκδ. ΟΕΔΒ, Αθήνα, 2009.)

[43] «Ο Σύλλογος… απαιτεί από την τουρκική Βουλή την επίσημη αναγνώριση της Γενοκτονίας που έγινε εις βάρος των χριστιανικών λαών της χώρας (Αρμένιοι, Ασσύριοι, Πόντιοι-Έλληνες) σαν Έγκλημα ενάντια στην Ανθρωπότητα» («Σύλλογος Τούρκων ζητά από την τουρκική Βουλή την αναγνώριση της γενοκτονίας», εφημ. Πόντος, πρωτοσέλιδο, άνοιξη 2001.) 

[44] Η θέση αυτή είναι πολύ πιο «πατριωτική» απ’ τις θέσεις του ίδιου του τουρκικού εθνικισμού, ο οποίος δεν θεωρεί το έθνος-κράτος της Τουρκίας ως συνέχεια της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και του πολιτισμού της. Η άποψη των Τούρκων εθνικιστών ήταν ότι η οθωμανική κληρονομιά έπρεπε να εξοβελιστεί και στη θέση της να αναπτυχθεί ένας καινούργιος αμιγώς τουρκικός πολιτισμός, που θα συνέδεε την κεντροασιατική καταγωγή με την ευρωπαϊκή προοπτική. Αυτή η θέση αναπτύχθηκε υποδειγματικά από τον Ziya Gökalp (1876-1924), που θεωρείται ο πατέρας του τουρκικού εθνικισμού. Για τους Τούρκους εθνικιστές, οι «Αρχές Τουρκισμού» του Ζιγιά Γκιοκάλπ είναι το ιδεολογικό τους Ευαγγέλιο. Ο Γκιοκάλπ λοιπόν θεωρεί ότι ο οθωμανικός πολιτισμός είναι βαθύτατα επηρρεασμένος και αποτελεί συνέχεια του «ρωμαίικου». Και ακριβώς γι αυτό το λόγο θα έπρεπε να εγκαταλειφθεί και να καταστραφεί. [Ziya Gökalp, Αρχές τουρκισμού (Türkçülügün esaslari), μετ. Άρης Αμπατζής, εκδ. Κούριερ Εκδοτική, Αθήνα, 2005.]

[45]    Οι απόψεις του ΚΚΕ συστηματοποιήθηκαν σε μια έκδοση υπό την εποπτεία του Κέντρου Μαρξιστικών Ερευνών και τίτλο: Η Μικρασιατική εκστρατεία και καταστροφή, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1983. Χαρακτηριστικά κείμενα που δημοσιεύονται είναι: Δημήτρης Λαζαρίδης, «Ο ρόλος του ιμπεριαλισμού στη Μικρασιατική Καταστροφή», Χρ. Τζιντζιλώνης, «Η Μικρασιατική Εκστρατεία και οι ευθύνες της ολιγαρχίας και των κομμάτων της.»

[46] Το κείμενο αυτό με τίτλο: «Από τη ‘’Μεγάλη Ιδέα’’ στην  απόλυτη τραγωδία» πρωτοδημοσιεύτηκε στην Κομμουνιστική Επιθεώρηση (ΚΟΜΕΠ) το 2000. Αναδημοσιεύτηκε απ’ τον Ριζοσπάστη στις 15 Αυγούστου 2009 στο ένθετο «7 ημέρες». 

[47]  Νίκου Παπαγεωργάκη, «Πτυχές από τη σφαγή των Ελλήνων του Πόντου» και «Το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο και η στάση των Μεγάλων Δυνάμεων», εισήγηση στο «1Ο Επιστημονικό Συνέδριο Συλλόγου Καυκασίων Καλαμαριάς 11-13/5/07».

[48]    Για να τεκμηριωθεί ο ιμπεριαλιστικός χαρακτήρας αντιπαραβάλλεται ο αριθμός των 600.000 Ποντίων του  Πόντου με το  μυθικό των 6 εκατομμυρίων (των άλλων). Ενώ είναι γνωστό ότι εκείνη την εποχή ο συνολικός πληθυσμός στο χώρο αυτό δεν ξεπερνούσε τα δύο εκατομμύρια. (Αναστάσης Γκίκας, Οι Έλληνες στη διαδικασία οικοδόμησης του σοσιαλισμού στην ΕΣΣΔ, εκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 2007, σελ. 83)  Το ειρωνικό είναι ότι η χρήση αυτών των αριθμών και η επίκληση του δικαίου της κατασκευασμένης  πληθυσμιακής υπεροχής, γίνεται από αυτούς που συμφωνούν απολύτως με την κατάργηση των εκλογών, τη βίαιη καταστολή της αντιπολίτευσης στην ΕΣΣΔ από την εποχή της Κροστάνδης και του Μάχνο, αποδέχονται την έλλειψη δημοκρατικής νομιμοποίησης των ηγεσιών στην ΕΣΣΔ και δοξάζουν τις εξουσιαστικές πολιτικές που άσκησε μια απονομιμοποιημένη ηγεσία με την κολεκτιβοποίηση του 1928, την εξόντωση κάθε αντιπολιτευτικής φωνής στο εσωτερικό της μπολσεβικικής τάσης και στην εξόντωση των εθνικών μειονοτήτων.

[49]           Ο Στάθης Σ. της «Ε» θα κατακρίνει την Μ. Ρεπούση γιατί χρησιμοποίησε τον όρο «εθνικιστικό κίνημα» για να χαρακτηρίσει το κεμαλικό. Θα γράψει: «Ο Κεμάλ ηγήθηκε του τουρκικού εθνικού κινήματος, μάλιστα απελευθερωτικού –ουδενός εθνικιστικού κινηματος ηγήθηκε» (Στάθης Σ., «Ο ναυτίλος», εφημ. Ελευθεροτυπία, 22 Μαϊου 2007.) Την ίδια άποψη διατύπωσε και ο Μίκης Θεοδωράκης στην επιστολή του για την Δραγώνα: «Άλλωστε η βασική εξωτερική μας πολιτική ως τώρα υπήρξε και είναι αμυντική με εξαίρεση την τυχοδιωκτική εκστρατεία στην Τουρκία, που μας κόστισε τόσο ακριβά…..» Θέση για την οποία υπήρξαν διαμαρτυρίες από προσφυγικής πλευράς. [«Ανοιχτή (καί κατ ιδίαν) επιστολή πρός τον Μίκη Θεοδωράκη» http://vripolidis.blogspot.com/2010/01/blog-post_16.html (22-2-2010)] Ενδιαφέρον παρουσιάζει η άποψη που υποβαθμίζει τον  «κεμαλισμό» και δαιμονοποιεί το «νέο-οθωμανισμό»: «Και, επιτέλους, πρέπει να φύγει από το λεξιλόγιό μας, και προπαντός από την αντίληψή μας, η άποψη ότι ο εχθρός του ελληνισμού και των Ποντίων είναι ο «κεμαλισμός» και μόνο, διότι τότε πέφτουμε στην παγίδα του τουρκισμού, ο οποίος, ήδη από την εποχή του Οζάλ, έχει προσλάβει «ισλαμοκεμαλικά» και νεο-οθωμανικά χαρακτηριστικά…..» Η προσέγγιση αυτό προέρχεται από μια άλλη εκτίμηση για το ρόλο του ποντιακού κινήματος: «Και, βέβαια, κάθε στρατηγική, η οποία υποβαθμίζει την πρωταρχικότητα της γενοκτονίας και αναβαθμίζει απλώς την νοσταλγία για τις «χαμένες πατρίδες» κινδυνεύει να μεταβληθεί σε όπλο του τουρκικού νεο-οθωμανισμού.  (Γ. Καραμπελιάς, «Ο Πόντος, η γενοκτονία και το ελληνικό δίλημμα», περ. Άρδην, τεύχ. 75, 2009) ) Επιπλέον, στο πλαίσιο των φοβιών που προκαλεί στην «πατριωτική Αριστερά» ο «νεοοθωμανισμός»,  η νοσταλγία των προσφύγων του ‘22 για τις πατρίδες τους ενοχοποιείται ως ιδεολογικό επιχείρημα για τη «δορυφοροποίηση στον ανερχόμενο νεο-οθωμανισμό» (Γ. Καραμπελιάς, «H αναπόφευκτη πτώχευση ενός μοντέλου», περ. Άρδην, τεύχ. 79, Μάρτιος-Απρίλιος 2010).

[50]    «Ημέρα μνήμης για τη γενοκτονία των Ποντίων», εφημ. Ριζοσπάστης, 17 Μαϊου 2001.

[51]  Το συνέδριο αυτό οργανώθηκε στην Καλαμαριά της Θεσσαλονίκης, στις 11-13 Μαΐου 2007 από το Σύλλογο Καυκασίων Καλαμαριάς (http://users.ima.sch.gr/aetos1963/pontos.htm)

[52]    Χαρακτηριστική είναι αυτή η αντίφαση στο άρθρο του Χρ. Τζιτζιλώνη, «70 χρόνια μετά τη Μικρασιατική Καταστροφή. Ο χαρακτήρας της εκστρατείας», στο Θέματα ελληνικής ιστορίας. Μαρξιστική προσέγγιση, έκδ. Σύγχρονη Εποχή, Αθήνα, 1995, σελ. 171, 172. Ο Τζιτζιλώνης παραδέχεται ότι υπήρχε «μεγάλη ελληνική μειονότητα στην περιοχή της Μικράς Ασίας». Θεωρεί ότι η ύπαρξή της «έθετε επιτακτικά το ζήτημα της κατοχύρωσης του δικαιώματος για τη διατήρηση της δικής της εθνικής ζωής και της ισοτιμίας της με τον υπόλοιπο πληθυσμό.» Δεν αποκρύπτει ότι κατά τη διάρκεια του πολέμου είχαν οργανωθεί «πογκρόμ  σε βάρος του μικρασιατικού ελληνισμού». Διαφωνεί όμως με την ελληνική στρατιωτική επέμβαση γιατί «δεν είχε τίποτα κοινό με την ιδέα της ολοκληρωτικής απελευθέρωσης των ελληνικών εδαφών που γύρευαν παλιά οι αστοί δημοκράτες…  Τότε επρόκειτο για ελληνικά εδάφη. Τώρα αφορούσε την επέκταση σε βάρος ξένων χωρών». 

[53]    Eίναι κλασικό το σχήμα που υπάρχει τόσο στα τουρκικά εθνικιστικά κείμενα όσο και σ’ αυτά του Νακρατζά, που άρχισαν να εμφανίζονται δημοσίως από το 2004. Υποστηρίζεται ότι δεν έχει γίνει καμιά γενοκτονία, ούτε Ελλήνων, ούτε Αρμενίων. Ότι τα περί γενοκτονίας των Ποντίων είναι  μυθεύματα κάποιων «φανατικών εθνικιστών νεοποντιστών», που εκ του μηδενός εφευρίσκουν ζητήματα και δημιουργούν προβλήματα. Και ότι αντιθέτως γενοκτονία διέπραξαν οι Πόντιοι κατά των Τούρκων. Σε κείμενό του, που φέρει τον τίτλο: «Ο θόρυβος σχετικά με τη γενοκτονία των Ποντίων» γράφει:  «Τα τελευταία χρόνια ακούγονται εκκωφαντικοί θόρυβοι αναφορικά με την υποτιθέμενη Γενοκτονία που υπέστησαν το 1922 οι Έλληνες της Ιωνίας και του Πόντου από τους Τούρκους…… Όσον αφορά την Γενοκτονία των Ποντίων ο εκκωφαντικός αυτός θόρυβος εξακολουθεί να συνεχίζεται προερχόμενος από εκείνη την μερίδα των Ποντίων, οι οποίοι στην πλειοψηφία τους αποτελούνται από άκρως εθνικιστικά στοιχεία και οι οποίοι σε ένα σημαντικό ποσοστό είναι επαγγελματίες πατριώτες… Παρόμοια εγκλήματα Γενοκτονίας που διέπραξαν οι Έλληνες αντάρτες στον Πόντο, αφορούσαν κυρίως στην Σάντα και στην Πάφρα….».  Αντίστοιχες απόψεις μ’ αυτές του Νακρατζά και της «Αντιεθνικιστικής Κίνησης» υπάρχουν αναρτημένες σ’ ένα εθνικιστικό βουλγαρικό ιστολόγιο, το Bulgarmak, που σχετίζεται άμεσα όπως είναι ευκόλως ορατό με τις τουρκικές μυστικές υπηρεσίες.

[54] Ο τουρκικός στρατός στο πλαίσιο της παρακρατικής οργάνωσης «Εργκενεκόν», που οργάνωνε πραξικόπημα, είχε θέσει σε λειτουργία και διαχειριζόταν περίπου 42 ιστότοπους στο πλαίσιο των επιχειρήσεων ψυχολογικού πολέμου με ειδικές αναφορές στα… «εγκλήματα» των Ελλήνων εις βάρος των Τούρκων στην Κύπρο, στη Μικρά Ασία και στον Πόντο! Μεταξύ αυτών βρίσκεται και ο  ιστότοπος www.pontuslu.com, με απόψεις βασισμένες στις κλασικές τουρκικές εθνικιστικές θέσεις για το ποντιακό, αντίστοιχες των οποίων είναι αυτές του Νακρατζά και της «Αντιεθνικιστικής Κίνησης». Η είδηση αυτή δημοσιεύτηκε αρχικά στις 5 Νοεμβρίου στην τουρκική εφημερίδα Ζαμάν.  (Νίκος Μελέτης, «Ηλεκτρονικός πόλεμος κατά της Ελλάδας από τον τουρκικό στρατό»,  εφημ. Έθνος, 28 Νοεμβρίου 2009)

[55]    Αναλυτικά η τουρκική οπτική και προπαγάνδα παρουσιάζεται στο:  Θεόδωρος Ε. Παυλίδης, Το Ποντιακό από τη Σκοπιά των Τούρκων, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη, 2009

[56]    Σ’ αυτή την κατηγορία ανήκει το: «Ο θόρυβος σχετικά με τη γενοκτονία των Ποντίων»,

         [http://athens.indymedia.org/front.php3?lang=el&article_id=247586 (22-2-2010)] Ενδιαφέρον έχει η συζήτηση που ακολουθεί καθώς και η αντίδραση κάποιων σχολιαστών, όπως: «Τώρα βλέπω να υπάρχει ένα πρόβλημα, αφού βασική αρχή των ίντι είναι να κόβουν τα ρατσιστικά άρθρα. Φαίνεται ότι εάν πεις ότι είσαι “αντιεθνικιστής” φτάνει. Δεν έχει σημασία το τι ακολουθεί. Ακόμα κι ας καλείς τους αγγλοσάξονες να σου φέρουν στο πιάτο κάποια κομμένα κεφάλια εθνικιστών αμπορίτζιναλς!»

[57] Όμηρος Ταχματζίδης, «Οι μπολσεβίκοι και ο Πόντος. Ποιους ενοχλεί ακόμα η Οκτωβριανή Επανάσταση», εφημ. Εργατική Αλληλεγγύη, νο. 821, 18 Ιουνίου 2008. Έμμεση απάντηση στο άρθρο του Ταχματζίδη θα δώσει ο  Στ. Θεοδωρίδης σε κείμενό του που ιδεολογικά βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα του Ταχματζίδη, όσον αφορά την υπεράσπιση των ποντιακών προβληματισμών (Στέργιος Π. Θεοδωρίδης, εφημ. Εργατική Αλληλεγγύη,  ό.π.)

[58] Στο Εισαγωγικό Κείμενο του με το οποίο συνόδευε το κείμενο του Ταχματζίδη, ο Νακρατζάς γράφει: «Αλλά και επί της ουσίας το θέμα (σ.τ.σ. της γενοκτονίας)  αποτελεί πνευματικό προϊόν των λεγόμενων νεοποντιστών, δηλαδή ενός σκληροπυρηνικού ελληνόφρονος ακροδεξιού αναθεωρητικού ρεύματος που έθεσε θέμα “γενοκτονίας” Ποντίων εντελώς ξεκάρφωτα και αντιεπιστημονικά (καθώς είναι γνωστή πια η διάκριση στο διεθνές δίκαιο ανάμεσα σε οργανωμένη επιχείρηση για εξόντωση μέχρις ενός ενός λαού, δηλαδή περίπτωση Άουσβιτς, και σε εθνοκάθαρση με στόχο την απομάκρυνση, την εκκένωση εδαφών, την εκδίκηση, αλλά δίχως δόλο α’ βαθμού για φυσική εξόντωση μέχρις ενός.» 

[59]           Παράδειγμα αυτής της κατηγορίας είναι το: Τάσος Κωστόπουλος, Πόλεμος και εθνοκάθαρση, «Παράρτημα Γ’», εκδ. Βιβλιόραμα, 2007, Αθήνα. Στο βιβλίο αυτό ασκείται επίσης κριτική στον ΟΗΕ, για την ελαστική διατύπωση του διεθνούς νομικού όρου για το έγκλημα της «Γενοκτονίας». Χαρακτηριστικό του τρόπου που προσεγγίζει τα γεγονότα εκείνης της εποχής ο Κωστόπουλος, είναι το αφιέρωμα που του έγινε στη τουρκική κεντροδεξιά και αρκετά εθνικιστική εφημερίδα Sabah, όπου παρουσιάστηκε το βιβλίο του και οι απόψεις του. Σύμφωνα μ’ αυτές, στην Ανατολή τα μόνα σοβαρά εγκλήματα τα έκανε ο ελληνικός στρατός μετά την ήττα του τον Αύγουστο του ‘22. Ο Κωστόπουλος δήλωσε -διά του δημοσιογράφου που παρουσίασε το έργο του-  ότι δεν έγινε  καμιά γενοκτονία στον Πόντο. (Stelyo Berberakis, “Pontus’ta soykırım yok ama çok kan döküldü”, εφημ.  Sabah,  31 Δεκεμβρίου 2008)

6 comments so far

  1. [...] Η γενοκτονία και η άρνησή της, του φίλου μας ιστορικού Βλάση Αγτζίδη από το συλλογικό βιβλίο “Το Τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης” [...]

  2. [...] αυτή ιστορία μπορείτε να διβάσετε στο κείμενό μου “Η Γενοκτονία και η άρνησή της“, καθώς και σε ένα άρθρο εκείνης της εποχής με [...]

  3. [...] αυτή ιστορία μπορείτε να διαβάσετε στο κείμενό μου “Η Γενοκτονία και η άρνησή της“, καθώς και ένα άρθρο εκείνης της εποχής με τίτλο: [...]

  4. [...] Θα παρουσιαστεί το ιδεολογικό και πολιτικό ζήτημα που υπάρχει στη σημερινή Ελλάδα και αφορά την επί της ουσίας ΜΗ αποδοχή του προβληματισμού για την Γενοκτονία  που συνέβη στην Ανατολή από τον τουρκικό εθνικισμό εις βάρος των «μη αφομοιώσιμων» πληθυσμών. Θα διερευνηθούν παράλληλα και οι αιτίες που δημιουργούν  την Άρνηση (negationnisme). [...]


Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.