-ΓΙΑΣΑΣΙΝ (ζήτω ο) ΓΟΥΝΑΡΗΣ
Το Σάββατο 30 Οκτωβρίου, η Ελευθεροτυπία δημοσίευσε μια παρέμβασή μου με αφορμή την απόφαση του Άρειου Πάγου για τους Έξ.
Με αφορμή την «αθώωση» των Εξ από τον Άρειο Πάγο
ΓΙΑΣΑΣΙΝ (ζήτω ο) ΓΟΥΝΑΡΗΣ
Μ’ αυτή την επευφημία οι Τούρκοι μπέηδες της Μακεδονίας την περίοδο μετά τις μοιραίες εκλογές του 1920 -που έφερε στην εξουσία την αντιπολεμική φιλομοναρχική παράταξη του Δημητρίου Γούναρη- εξαπέλυαν τις διώξεις κατά των ταλαιπωρημένων Ελλήνων προσφύγων του Καυκάσου που μόλις είχαν καταφθάσει στην ελληνική Μακεδονία. Δύο χρόνια αργότερα, η τουρκική εφημερίδα της Πόλης Yeni Giun θριαμβολογούσε για την ανέλπιστη νίκη των τουρκικών εθνικιστικών στρατευμάτων με ένα εντυπωσιακό πρωτοσέλιδο όπου πάνω από τις φωτογραφίες των Γούναρη και Στράτου έγραφε: «Γούναρης-Στράτος, οι σωτήρες της Τουρκίας».
Εν τω μεταξύ, η κυβέρνηση του Λαϊκού Κόμματος, υπό την πρωθυπουργία του Π. Πρωτοπαπαδάκη, ενώ είχε αποφασίσει να εγκαταλείψει τη Μικρά Ασία –χωρίς να προλάβει- είχε ψηφίσει τον Νόμο 2870/1922 που με τις υπογραφές των Κωνσταντίνου, Γούναρη και Ρούφου, απαγόρευε την έξοδο από τη Μικρά Ασία των Ελλήνων και των Αρμενίων. Παράλληλα είχε απαγορεύσει τη δράση της πολιτικής έκφρασης των Ιώνων, της Μικρασιατικής Άμυνας και τη δημιουργία ντόπιου μικρασιατικού στρατού.
Ογδονταοκτώ χρόνια μετά ο Άρειος Πάγος αποφασίζει την απαλλαγή αυτών που καταδικάστηκαν και εκτελέστηκαν τότε υπό το βάρος ενός τρομακτικού ανομήματος . Το παράδοξο της υπόθεσης ξεκινά απ’ την πρώτη αποδοχή του αιτήματος Πρωτοπαπαδάκη για ένα θέμα εξόχως πολιτικό που καθόρισε τη μοίρα της σύγχρονης Ελλάδας, διαμόρφωσε τα τελικά σύνορα στην περιοχή και τις γεωπολιτικές ισορροπίες του μεταοθωμανικού κόσμου. Και είναι παράδοξη η αρχική αποδοχή, γιατί ένα τμήμα του Άρειου Πάγου με συνείδηση της υφής της υπόθεσης δέχτηκε να εγκλωβίσει το θεσμό σε μια θολή υπόθεση, να μετατραπεί σε πολιτικολογούντα κριτή, να ξαναγράψει την εθνική ιστορία και να κινηθεί στα όρια της παραβίασης της έως τώρα γνωστής δεοντολογίας για τη θεσμική λειτουργία του οργάνου εντός της ελληνικής κοινωνίας, υπονομεύοντας οριστικά το όποιο κύρος του.
Τον τίτλο του κειμένου τον δανείστηκα από τον Π&Α, ο οποίος τον άντλησε από το κείμενο του Ανδρέα Αθανασιάδη για την εγκατάσταση στη Μακεδονία των πρώτων Ελλήνων προσφύγων του Καυκάσου (που είχαν εκπατριστεί λόγω της Συνθήκης του Μπρεστ Λιτόφσκ).









http://pontosworld.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1786&Itemid=1
http://www.antibaro.gr/forum/2191
http://infognomonpolitics.blogspot.com/2010/10/blog-post_9432.html
http://mikrasiatis.gr/?p=3535
http://www.kleopas.gr/news/giasasin-zito-o-goynaris
http://psematakaialitheies.blogspot.com/2010/11/blog-post.html
http://pontosworld.com/index.php?option=com_content&task=view&id=1786&Itemid=1
http://taxalia.blogspot.com/2010/11/blog-post_2054.html
http://www.inews.gr/62/pros-ton-areio-pago-kai-tous-dikastes-tis-patridas-mas.htm
http://www.eidhseis-shmera.gr/taxalia/%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%83-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CF%81%CE%B5%CE%B9%CE%BF-%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%BF%CF%85%CF%83-%CE%B4%CE%B9%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%B5%CF%83-%CF%84%CE%B7%CF%83-%CF%80%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%B9%CE%B4%CE%B1%CF%83-%CE%BC%CE%B1%CF%83/
————————————–
Μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για τον Δημήτριο Γούναρη εδώ:
http://www.phorum.gr/viewtopic.php?p=826913
http://www.tanea.gr/default.asp?pid=2&ct=1&artid=4600509
Η τελική απόφαση είναι της Ιστορίας
Του ΝΙΚΟΥ ΠΑΠΑΔΑΚΗ
Μια κορυφαία ιστορική στιγμή του 20ού αιώνα, ένα πολυσύνθετο θέμα με ιδιαίτερες πολιτικές, κοινωνικές και στρατιωτικές προεκτάσεις δεν είναι δυνατόν να αποτελέσει αντικείμενο νέας δικαστικής διαδικασίας. Αυτή εξακολουθεί να είναι η άποψή μας και μετά την απόφαση του Αρείου Πάγου για τη Δίκη των Εξι. Οταν άρχισε η διαδικασία επανάληψης της δίκης είχαμε προειδοποιήσει με επιστολή μας τον Αρειο Πάγο ότι η επανάληψη προς αποκατάσταση αδικιών νοείται μόνον όταν παρίσταται εφικτή η επανεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων (ή η εκτίμηση νέων) μέσα σε πλαίσιο εκφοράς συναφές ή πάντως συμβατό προς το οποίο είχε διεξαχθεί η αρχική δίκη, δηλαδή όταν είναι δυνατό να υπεισέλθει ο σημερινός δικαστής στη θέση του προηγουμένου και να διορθώσει τυχόν λάθη του. Αντίθετα, δίκες εξ ορισμού πολιτικές, δηλαδή δίκες των οποίων η διαδικασία, το αντικείμενο και η έκβαση είχαν επικαθορισθεί από το πλαίσιο συγκεκριμένης και ήδη αδιαμφισβήτητα παρωχημένης πολιτικής συγκυρίας, είναι αδιανόητο να επαναλαμβάνονται υπό όρους κοινής ποινικής δικονομίας, ως εάν αφορούσαν μιαν ανθρωποκτονία που πρέπει να επανεκδικασθεί επειδή ανευρέθη και ομολόγησε ο πραγματικός ένοχος. Αν μπορούσε να επαναληφθεί η Δίκη των Εξι, τότε γιατί όχι και του Παναγούλη, του Μπελογιάννη, των κινηματιών του 1935, του Κολοκοτρώνη, του Σωκράτη; Ή και έπειτα από λίγα χρόνια των πρωταγωνιστών της επτάχρονης τυραννίας;
Με λύπη μας πληροφορούμαστε σήμερα ότι η περίφημη «επανάληψη» της διαδικασίας προχώρησε τελικά σε μονομερή υιοθέτηση των απόψεων της μίας πλευράς, που επίμονα και πληθωρικά διατύπωσε. Ουσιαστικά χωρίς δίκη, χωρίς αντίλογο με παρούσα μόνη τη μία πλευρά διατυπώνει μια ιδιότυπη «αθωωτική άποψη», με προσθήκη της διά της «παραγραφής» λύσης του θέματος.
Είναι προφανές ότι το Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας με νομικοφανείς διαδικασίες εξέδωσε μια απόφαση, η οποία δεν προσφέρει τίποτε στην ιστορική αλήθεια, την πολιτική ισορροπία ή στη μνήμη κανενός. Παρά ταύτα, εμείς διατηρούμε την άποψή μας: Η τελική απόφαση ανήκει στη κρίση της Ιστορίας.
Ο Νικόλαος Παπαδάκης είναι γενικός διευθυντής Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών & Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος» (Χανιά)
——————————————————-
Ναι, να ξαναγράφουμε την Ιστορία μας, αλλά όχι στα δικαστήρια
Του ΒΑΣΙΛΗ ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΠΟΥΛΟΥ
Η είδηση κυκλοφορούσε εδώ και αρκετό καιρό. Ο εγγονός του κυκλαδίτη πολιτικού Πέτρου Πρωτοπαπαδάκη, ενός από τους έξι που καταδικάστηκαν από επαναστατικό στρατοδικείο ως υπεύθυνοι της Μικρασιατικής Καταστροφής και εκτελέστηκαν με συνοπτικές διαδικασίες, είχε προσφύγει στη Δικαιοσύνη και ζητούσε την ακύρωση της καταδίκης του προγόνου του και την απάλειψη της κατηγορίας της εσχάτης προδοσίας. Προχθές το αρμόδιο τμήμα του Αρείου Πάγου με απόφασή του (κατά πλειοψηφία), φαίνεται να δικαίωσε τον εγγονό Πρωτοπαπαδάκη και απέδωσε λευκό στην ελληνική κοινωνία τον μακαρίτη πρόγονό του, έπειτα από ογδόντα οκτώ ακριβώς χρόνια στιγματισμού και απαξίας.
Δεν ξέρω πώς πρέπει να αντιδράσει κανείς σε αυτή την περίεργη, ασφαλώς πρωτότυπη και οπωσδήποτε μακάβρια υπόθεση. Βέβαια, η νομική της πλευρά δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο σχολιασμού από έναν μη νομικό και φυσικά δεν πρόκειται να γίνει εδώ κάτι τέτοιο. Αλλωστε, μια υπόθεση που εκδικάζεται από ένα τμήμα του Αρείου Πάγου έχει μηδαμινές πιθανότητες να νοσεί νομικά, πέραν φυσικά από το ενδεχόμενο του ανθρωπίνου λάθους.
Αλλά και η πρόθεση του εγγονού Πρωτοπαπαδάκη να αποκαταστήσει τη μνήμη του παππού του, όσο και να φαίνεται δυσνόητη ή, ακόμη, και να προκαλεί σε κάποιους ειρωνικά σχόλια, έχει και αυτή την εξήγησή της. Η οικογενειακή αλληλεγγύη, έστω και στις συνθήκες παρακμής του οικογενειακού θεσμού που ζούμε σήμερα, έχει μια θέση ακόμη στις ελληνικές αρχοντικές οικογένειες που οι απόγονοί τους προσπαθούν να διαφυλάξουν άθικτο ή να αποκαταστήσουν το συμβολικό κύρος τους. Κάτι δηλαδή σαν τους Μορμόνους που (ανα)βαπτίζουν τελετουργικά τους προγόνους τους με την ελπίδα ότι θα τους εντάξουν στη νέα τους θρησκεία και θα τους εξασφαλίσουν την αιώνια ζωή.
Εχω την εντύπωση ότι η πράξη της προσφυγής στη Δικαιοσύνη, και μάλιστα στο Ανώτατο Δικαστήριο της χώρας, στερείται νοήματος αφού ούτε κάποιο κατώτερο δικαστήριο της τακτικής Δικαιοσύνης είχε επιβάλει την ποινή ούτε ενδεχόμενο θεραπείας της άδικης απόφασης εκκρεμούσε.
Αλλωστε στο επίπεδο της επιστημονικής ιστοριογραφίας, αλλά και σε εκείνο της δημόσιας ιστορίας γενικώς, το ζήτημα αυτό έχει εξομαλυνθεί ολοσχερώς. Ουδείς θεωρεί ή αποκαλεί σήμερα τους Εξι «προδότες» με την τρέχουσα, απαξιωτική σημασία της λέξης ούτε η αναφορά στη Μικρασιατική Καταστροφή εντοπίζεται στα πρόσωπά τους. Βεβαίως το Στρατοδικείο, η συνοπτική δίκη, η καταδίκη και η εκτέλεση αναφέρονται διεξοδικά στη βιβλιογραφία, αλλά χωρίς ηθική απαξίωση και πάντοτε στο πλαίσιο της στρατιωτικής ήττας και της λαϊκής οργής, δηλαδή των έκτακτων συνθηκών που πλαισίωσαν τις τραγικές ημέρες της Μικρασιατικής Καταστροφής.
Προς τι λοιπόν η προσφυγή και προς τι μία απόφαση που από άλλους κρίθηκε απορριπτική και από άλλους αθωωτική; Η απάντηση είναι ασφαλώς δύσκολη. Αλλωστε, μπορεί εύκολα να σκέφτεται κανείς σκοπιμότητες εκεί όπου μπορεί να έχει εμφιλοχωρήσει μια νομική ταλαιπωρία.
Προτείνω λοιπόν να σκεφτούμε λίγο διαφορετικά. Να ξεχάσουμε τη νομική της διάσταση και να δούμε πώς μπορεί να λειτουργήσει μια τέτοια υβριδική υπόθεση στις σημερινές συνθήκες του ιστοριογραφικού αναθεωρητισμού, που αρχίζει να διαδίδεται στον δημόσιο χώρο. Πράγματι ιδεολογικά «απελευθερωμένοι» μελετητές αναζητούν και καταγράφουν τα «εγκλήματα» των πολιτικών και κοινωνικών συγκρούσεων του 20ού αιώνα που διαπράχθηκαν, κυρίως και πρωτίστως, από την ευρύτερη αντιδεξιά παράταξη, από τους βενιζελικούς και τους επιγόνους των έως τους μαρξιστές επαναστάτες του ΚΚΕ. Θεωρώντας μεροληπτική την μέχρι τώρα ιστοριογραφική μας παραγωγή, φαντασιώνονται μια παντοδύναμη αριστερή κυριαρχία που πρέπει να καταλυθεί. Μόνο που η απόπειρά τους είναι επιλεκτική και ανιστόρητη. Οι νεκροί των εθνικών πολιτικών και κοινωνικών αγώνων είναι πολλοί και το πένθος δεν ήταν ισότιμο για όλους. Οχι λοιπόν περισσότερο δημόσιο πόνο για επιλεγμένους νεκρούς. Αλλά η αναθεωρητική τους απόπειρα είναι και ανιστόρητη.
Στον βραχύ χρονικό ορίζοντα των μελετών τους, η πολιτική και κοινωνική βία μετατρέπεται σε ηθικό ελάττωμα της «Αριστεράς» που καλείται έτσι να καθήσει στο περιθώριο και να τιμωρηθεί για τα αμαρτήματά της. Δειλά αλλά επίμονα ένας συντηρητικός αναθεωρητισμός από λίγους πανεπιστημιακούς και περισσότερους ιεράρχες θέλει να ξαναγράψουμε την Ιστορία μας ή καλύτερα να την αφήσουμε άθικτη, όπως ήταν εκεί που την βρήκαμε όσοι αποπειραθήκαμε να την ξαναγράψουμε. Οπως και να έχουν τα πράγματα, εμείς θα επιμείνουμε. Ναι, να ξαναγράφουμε την Ιστορία μας αλλά όχι στα δικαστήρια.
Ουδείς θεωρεί ή αποκαλεί σήμερα τους Εξι «προδότες» με την τρέχουσα, απαξιωτική σημασία της λέξης ούτε η αναφορά στη Μικρασιατική Καταστροφή εντοπίζεται στα πρόσωπά τους
Ο ιστορικός Βασίλης Παναγιωτόπουλος είναι ομότιμος διευθυντής ερευνών στο Εθνικό Ιδρυμα Ερευνών
Πράξη πολιτικής σκοπιμότητας
Της ΛΙΝΑΣ ΛΟΥΒΗ
Η απόφαση του Αρείου Πάγου είναι σίγουρα μια δικαίωση για τους απογόνους των έξι πολιτικών και στρατιωτικών που εκτελέστηκαν το πρωί της 15ης Νοεμβρίου με την κατηγορία της «εσχάτης προδοσίας». Η «αθωότητά» τους όμως είναι ήδη γνωστή. «Του Ελληνισμού η σκληροτάτη Ειμαρμένη ηξίωσε την θυσίαν», έγραψε, αμέσως μετά την εκτέλεση, το Ελεύθερον Βήμα. Είναι κοινός τόπος ότι η τιμωρία των «ενόχων» της καταστροφής, που βρέθηκαν στα πρόσωπα των έξι εκτελεσθέντων, ήταν κατ΄ εξοχήν πράξη πολιτικής σκοπιμότητας. Ηταν αναγκαίο να δοθεί απάντηση στο ερώτημα «τις πταίει», που έθετε η οργισμένη κοινή γνώμη και, κυρίως, το στράτευμα. Επρεπε να βρεθούν συγκεκριμένοι υπαίτιοι της καταστροφής, και η προδοσία ήταν ο καλύτερος τρόπος για να αφομοιώσουν οι Ελληνες τη μεγάλη τους ήττα. Επομένως, η δίκη πέτυχε απόλυτα τον πολιτικό στόχο της. Η απόφαση ικανοποίησε το κοινό αίσθημα και αποσόβησε τον κίνδυνο περαιτέρω αναταραχών. Η ιστορική έρευνα λοιπόν έχει δώσει, και εξακολουθεί να δίνει, τις απαντήσεις της για τη Δίκη των Εξι.
Οι δικαστικοί λειτουργοί με την πρωτοφανή απόφασή τους επιδίωξαν μόνο να απαλλάξουν από το στίγμα της προδοσίας τους απογόνους των εκτελεσθέντων ή να ξαναγράψουν την Ιστορία; Η απόφαση ενός δικαστηρίου για ένα ιστορικό γεγονός που συνέβη πριν από περίπου έναν αιώνα, τι θα προσθέσει στις ιστορικές μας γνώσεις; Οπως έχει ήδη αναφερθεί («Το Βήμα», 14/2/2010) μήπως πρέπει να ξαναδικάσουμε τον Κολοκοτρώνη για να τον αθωώσουμε; Η επανεκδίκαση της υπόθεσης Μπελογιάννη θα άλλαζε την εικόνα του στη συλλογική μνήμη; Η Ιστορία δεν εξαρτάται από ένα δικαστήριο.
Η Λίνα Λούβη είναι επίκουρη καθηγήτρια Νεώτερης Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο
Απάντηση στο κατηγορητήριο του Θ. Βερέμη κατά του Ελευθ. Βενιζέλου
Posted by βιβλιοπωλείο “χωρίς όνομα” στο Νοεμβρίου 23, 2009
Στο φύλλο της 15-16 Αυγούστου 2009 δημοσιεύτηκε στην “Καθημερινή” άρθρο του διακεκριμένου δημοσιογράφου κ. Κώστα Ιορδανίδη, στο οποίο ανεφέρετο ότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος είναι ο υπαίτιος του Διχασμού και της Μικρασιατικής καταστροφής. Το άρθρο δεν ανέφερε καμμία απολύτως δικαιολογία ή ιστορικό επιχείρημα για τον χαρακτηρισμό αυτό, εκτός από το ότι η συμμετοχή της Ελλάδος στην εκστρατεία της Ουκρανίας έκαμε την κομμουνιστική Ρωσία να βοηθήσει αργότερα τον Κεμάλ. Η διατύπωση δημιουργούσε την εντύπωση – πράγμα που πιστεύω ότι δεν μπορεί να ήθελε ο κ. Κ. Ιορδανίδης – ότι το γεγονός αυτό ήταν η αιτία – ή η κύρια αιτία – της ήττας μας.
Το άρθρο αυτό ήταν συνέχεια άλλων άρθρων ή παρένθετων σχολίων που κατά διαστήματα εμφανίζονται τελευταίως στην “Καθημερινή”, με τα οποία επιχειρείται ακριβώς να αποδοθή ευθύνη, τουλάχιστον για την Μικρασιατική τραγωδία, στον Βενιζέλο.
Την 20 Αυγούστου είχα στείλει στην “Καθημερινή” την παρακάτω επιστολή, που δεν δημοσιεύτηκε – λόγω του μεγέθους της, όπως με άφησαν να καταλάβω.
Στο φύλλο της Κυριακής 8 Νοεμβρίου (σελίδα 34) της “Καθημερινής” δημοσιεύτηκε και άρθρο του κ. Θ. Βερέμη, προέδρου του Εθνικού Συμβουλίου Παιδείας, με τίτλο “Η Εκστρατεία στην Μικρά Ασία”. Ουσιαστικά ο κ. Βερέμης διατυπώνει την ίδια κατηγορία κατά του Βενιζέλου. Φοβούμαι όμως ότι υποπίπτει σε μία τουλάχιστον αντίφαση. Συγκεκριμένα αναφέρει τους διωγμούς εναντίον των Ελλήνων της Μικράς Ασίας ήδη από το 1914 και, σωστά, ότι “οι εκκλήσεις των Μικρασιατών Ελλήνων προς τον Βενιζέλο αποτέλεσαν σοβαρό λόγο για την απόφαση του Έλληνα πρωθυπουργού να διεκδικήσει στο Συνέδριο Ειρήνης στο Παρίσι, τη Σμύρνη και το Βιλαέτι του Αϊδινίου. Τη συστηματική προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης ενίσχυσε άθελά της και η διεκδικητικότητα της Ιταλίας και η προτίμηση των Άγγλων και Γάλλων ( αρχικά ) για μια ελληνική κατοχή αντί της, πιο επικίνδυνης για τα συμφέροντά τους, ιταλικής”.
Αμέσως μετά, αγνοεί αυτήν την συστηματική προσπάθεια και, προφανώς επικριτικά, γράφει: “όταν ο Lloyd George, με τη σύμφωνη γνώμη του Clemenceau, πρότεινε στον Βενιζέλο να στείλει ειρηνευτική δύναμη στη Σμύρνη, αυτός άρπαξε την ευκαιρία με ενθουσιασμό”.
Αυτό που εντυπωσιάζει είναι η αγνόηση, και στα δύο άρθρα, των πραγματικών συνθηκών υπό τις οποίες ενεργούσε τότε ο Βενιζέλος:
α. Η ρωσική αντίθεση ήταν δηλωμένη ήδη από πολύ παλιά. Είναι προφανές γιατί: με οποιοδήποτε καθεστώς, τσαρικό ή κομμουνιστικό, την Ρωσία δεν συνέφερε η Δύση να μπορεί να ελέγχει τα Στενά μέσω συμμάχου της. Η αδύναμη – ή έστω δυνατή αλλά όχι φίλαγγλος – Τουρκία ήταν πάντα προτιμότερη για την Ρωσία.
β. Ακριβώς γι’ αυτό το λόγο η Αγγλία και η Γαλλία προτιμούσαν την Ελλάδα αντί της – πάντοτε αντιπάλου, έστω και με καθεστώς ουδετερότητας – Τουρκίας. Εάν προτιμούσαν την Τουρκία, θα άφηναν τα πράγματα ως είχαν. Η Ελλάδα όμως του Ελ. Βενιζέλου ήταν σύμμαχος· και όσο κυβερνούσε ο Βενιζέλος, η βοήθεια των Συμμάχων ήταν εξασφαλισμένη. Συνεπώς δεν πιστεύω σωστό το γραφόμενο στο άρθρο του κ. Βερέμη πως “το μοναδικό ίσως σταθερό έρεισμα του Βενιζέλου ήταν η ηθική συμπαράσταση του Lloyd George” και παρακάτω ότι “… ο Clemenceau, ο Lloyd George και συνεπώς η αγγλογαλλική εύνοια ήταν εφήμερα στοιχεία της συγκυρίας”. Τα συμφέροντα και επομένως η πολιτική των μεγάλων δυνάμεων δεν αλλάζουν τόσο εύκολα.
γ. Το σφάλμα του Βενιζέλου λέγεται – και από τον κ. Βερέμη – ότι ήταν ότι ο Βενιζέλος δεν αντελήφθη την κόπωση του ελληνικού λαού από τους διαρκείς πολέμους και – από άλλους – ότι δεν έπρεπε να είχε κάμει τις εκλογές του Νοεμβρίου 1920. Το πρώτο είναι όντως σφάλμα του Βενιζέλου, αλλά η ενοχή για την ψήφο ανήκει στους ψηφοφόρους των εκλογών αυτών. Όσο για την προκήρυξη των εκλογών εάν δεν τις είχε προκηρύξει – που δεν μπορούσε να το κάμει, γιατί ήταν βαθύτατα δημοκρατικός – τότε, και άσχετα με την όποια τότε ιστορική συνέχεια, σήμερα βέβαια θα τον κατηγορούσαν για δικτατορικές τάσεις.
δ. Τέλος, αγνοείται το γεγονός ότι, όταν εξελέγη η αντιβενιζελική κυβέρνηση, οι Σύμμαχοι την προειδοποίησαν, ευθέως και χωρίς περιστροφές, ότι εάν επανέφερε τον Κωνσταντίνο η Ελλάδα θα έχανε κάθε υποστήριξή τους. Την προειδοποίηση αυτή η κυβέρνηση Γούναρη προτίμησε, χάριν του Κωνσταντίνου, να αγνοήσει πλήρως. Αυτή ήταν η μεγάλη προδοσία. Μαζί με την άφρονα προέλαση προς την Άγκυρα, αυτή ήταν η αιτία της Καταστροφής.
Παραθέτω το κείμενο της μη δημοσιευθείσης επιστολής μου:
Αγαπητή «Καθημερινή»,
Πιστεύω ότι λυπεί και άλλους πολλούς φανατικούς αναγνώστες σου η δημοσίευση κάθε τόσο στις σελίδες σου άρθρων που αποσκοπούν στην «αποδόμηση» του Ελευθερίου Βενιζέλου, στον οποίο αποδίδουν κυρίως την ευθύνη για τη Μικρασιατική Καταστροφή. Το άρθρο του κ. Κώστα Ιορδανίδη με τίτλο Η Ελλάς και οι «Ξένοι» στο φύλλο της 15-16 Αυγούστου 2009, τον κατηγορεί επιπλέον ως υπαίτιο του Διχασμού αλλά και για την εισαγωγή της «διαίσθησης» ως βασικής παραμέτρου στην εξωτερική μας πολιτική. Την άποψη αυτή στηρίζει στο επιχείρημα ότι όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος επέμενε στο να εισέλθει η Ελλάς στον πόλεμο κατά της Γερμανίας (εδώ έχουμε κάποια διαστρέβλωση: δεν επέμενε να πολεμήσουμε με δική μας πρωτοβουλία, αλλά εάν η Γερμανία επετίθετο κατά της Σερβίας) δεν είχε την παραμικρή «ένδειξη» ότι οι Σύμμαχοι θα κέρδιζαν τον πόλεμο, αλλά μόνο «ενόραση». Ενόραση, κατά το άρθρο, που ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν την είχε όταν έστειλε τον ελληνικό στρατό κατά των Μπολσεβίκων στην Ουκρανία, ωθώντας έτσι τη Ρωσία να βοηθήσει τον Κεμάλ. Υπονοείται, υποθέτω, ότι αυτό ήταν αποφασιστικός παράγων για την καταστροφή του 1922!
Οι σε μερικά σημεία όντως πρωτότυπες αυτές απόψεις δεν λαμβάνουν υπ’ όψη τους βασικά ιστορικά γεγονότα:
Διχασμό δεν προκαλεί η νόμιμη κυβέρνηση μιάς χώρας αλλά όποιος την ανατρέπει για καθαρά προσωπικούς λόγους. Ο «συνταγματικός» Βασιλιάς Κωνσταντίνος, στρατάρχης του γερμανικού στρατού επί τιμή, γαμπρός του Κάιζερ, έπαυσε τον Ελευθέριο Βενιζέλο από πρωθυπουργό (Σεπτέμβριος 1915) έξη μόλις ώρες (!) μετά από τη λήψη ψήφου εμπιστοσύνης στη Βουλή. Ο λόγος; Διότι ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε πει στη Βουλή ότι η Ελλάς θα βοηθούσε τη Σερβία, τιμώντας την υπογραφή της σε σχετική συνθήκη, αντιμετωπίζοντας και επίθεση της Γερμανίας εάν αυτή μας επετίθετο.
Η δήλωση αυτή του Ελευθέριου Βενιζέλου δεν ήταν τόσο «παράλογη» όσο ίσως φαίνεται. Ο Βενιζέλος προέβλεπε ότι, εάν οι Γερμανοί καταλάμβαναν τη Σερβία, τότε η Βουλγαρία εύκολα θα έβγαινε και αυτή στον πόλεμο στο πλευρό της Γερμανίας – με ανταλλάγματα εις βάρος της Ελλάδος. Αυτό ακριβώς και έγινε, χάρις στον Κωνσταντίνο και την κυβέρνησή του. Επίσης, προ της δηλώσεως αυτής, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε εξασφαλίσει διαβεβαιώσεις ότι, εάν η Γερμανία μας επετίθετο, η Αγγλία θα μας έστελλε ένα σώμα στρατού 40.000 ανδρών και θα εκάλυπτε όλα τα έξοδα του πολέμου. Και εθεωρείτο απίθανο ότι η Γερμανία θα επετίθετο κατα των ηνωμένων στρατών Σερβίας-Ελλάδος-Αγγλίας. Και μάλιστα χωρίς τη βοήθεια της Βουλγαρίας, που πιθανότατα δεν θα ενεπλέκετο υπό τις συνθήκες αυτές (ίδετε Γ. Βεντήρη, Η Ελλάς του 1910-1920).
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος δεν έκαμε το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας τότε ακριβώς γιατί δεν ήθελε το διχασμό. Το έκαμε ένα χρόνο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 1916, όταν είχαν πλέον συμβεί τα παρακάτω (παραλείπω την απόβαση των Συμμάχων στη Θεσσαλονίκη και άλλα σημαντικά):
Η γερμανική επιδίωξη της κατάκτησης της Γαλλίας εντός έξη εβδομάδων είχε αποτύχει μετά τη μάχη του Μάρνη (Σεπτ. 1914) που οδήγησε στην μακρά και εξαντλητική, ιδίως για τη Γερμανία, «μάχη των χαρακωμάτων» και μετά τις αποφασιστικώτερες για την έκβαση του πολέμου μάχες του Βερντέν στην ξηρά (Φεβρ.-Ιούνιος 1916) και Γιουτλάνδης στη θάλασσα (31 Μαίου 1916). Η ήττα της Γερμανίας είχε προδιαγραφεί.
Παρά την προδιαγραφόμενη ήττα, η Γερμανία είχε εισβάλει στη Σερβία και καταλάβει την ελληνική Ανατολική Μακεδονία (Σέρρες, Δράμα, Καβάλα) τον Αύγουστο του 1916, την οποία παρέδωσε αμέσως στους Βουλγάρους. Επίσης είχε «απαγάγει» στη Γερμανία το ελληνικό Δ’ Σώμα Στρατού. Η κατάληψη της Αν. Μακεδονίας είχε γίνει χωρίς στοιχειώδη αντίδραση από τον Κωνσταντίνο και η παράδοση αμαχητί ενός ολόκληρου ελληνικού Σώματος Στρατού είχε γίνει με εντολή του Κωνσταντίνου (είναι άνευ ουσίας να μιλάμε για τους αυλικούς που παρίσταναν την κυβέρνηση).
Για την ιστορία, η βουλγαρική κατοχή διήρκεσε 27 μήνες κατά τους οποίους εξετελέσθησαν ή πέθαναν από πείνα 45.000 Έλληνες. Μέχρι την ανατροπή της, η κυβέρνηση του Κωνσταντίνου, που τα επληροφορείτο και αυτή, περιωρίζετο σε «φιλικές διαμαρτυρίες» προς το Βερολίνο, που απαντούσε ότι οι «φήμες» αυτές ήταν αστήρικτες. Αλήθεια, πιστεύει κανείς ότι, χωρίς την Εθνική Άμυνα (άρα, τον Διχασμό) και τη συμπερίληψή μας στους νικητές του πολέμου, θα ανακτούσαμε ποτέ την Αν. Μακεδονία και τη Δυτική Θράκη;
Η δήλωση του 1915 και το Κίνημα του 1916 δεν ήταν «διαίσθηση» ή «ενόραση». Η έκβαση του πολέμου – αλλά και ποιες θα ήταν οι συνέπειες της απουσίας της Ελλάδος από αυτόν στο πλευρό των Συμμάχων – ήταν από τότε πρόδηλες τουλάχιστον σε ανθρώπους (δεν ήταν μόνο ο Ελευθέριος Βενιζέλος) που διέθεταν στοιχειώδεις ιστορικές και γεωπολιτικές γνώσεις και λογική λίγο πάνω από την «κοινή». Οι μεγάλοι πολιτικοί δεν έχουν «διαίσθηση» ή «ενόραση». ‘Εχουν γνώσεις, πείρα, ευφυία και καλή προετοιμασία προτού τολμήσουν. Και – επίσης πατριωτισμό.
Αλλ’ας έλθωμε και στο Μικρασιατικό.
Ο κ. Ιορδανίδης λέγει ότι υπαίτιος της Καταστροφής είναι ο Ελευθέριος Βενιζέλος και τον κατηγορεί ότι, με την εκστρατεία της Ουκρανίας, έστρεψε τη Ρωσία προς τον Κεμάλ, τον οποίο βοήθησε με όπλα και χρυσό.
Δεν νομίζω ότι η ρωσική βοήθεια ήταν από μόνη της αποφασιστικός παράγων για το 1922, ούτε πιστεύω να μπορεί κανείς να το ισχυρισθεί αυτό σοβαρά.
Όταν ο Ελευθέριος Βενιζέλος ξεκίνησε να διεκδικεί μέρος της Δυτικής Μικράς Ασίας, είχε υπ’όψη του τα εξής δεδομένα, τα οποία περιγράφει και στο περίφημο Υπόμνημά του προς το Συνέδριο Ειρήνης του 1919, στο οποίο εξέθετε τα Δίκαια – και τις διεκδικήσεις – της Ελλάδος. Έλεγε ως προς τη Δυτική Μικρά Ασία ότι: στα βιλαέτια Αϊδινίου, Προύσσας, Ισμίντ (ανατολική ακτή Βοσπόρου, κλπ) και Δαρδανελλίων ζούσαν 1.013.195 Έλληνες (άλλοι 731.000 στην Κωνσταντινούπολη και Αν. Θράκη), που αποτελούσαν σε πολλά τμήματα την μεγάλη πλειοψηφία του πληθυσμού. Επρότεινε συνεπώς την απόσπαση μέρους του βιλαετίου Προύσσας, του μεγαλύτερου τμήματος του βιλαετίου Αϊδινίου (Σμύρνης) και των νησιών, που κατοικούνταν σχεδόν μόνο από Έλληνες (Δωδεκάνησα, Ίμβρος, Τένεδος, νησιά Αρχιπελάγους) και την ένωση τους με την Ελλάδα. Επεκαλείτο δε την ανάγκη ασφαλείας των πληθυσμών αυτών με αιτιολογία:
τη σφαγή των Αρμενίων του 1915, ως δείγμα της τουρκικής πολιτικής,
την απέλαση 450.000 Ελλήνων από το 1914 έως το 1918,
τον εκτοπισμό εκατοντάδων χιλιάδων από τα παράλια στο εσωτερικό όπου πολλοί βρήκαν το θάνατο, και την ανάγκη επανόδου στα σπίτια τους των επιζώντων, πράγμα που προϋπέθετε την παύση της τουρκικής κυριαρχίας.
Παραλείπω εδώ τα όσα αναφέρει για τους άλλους ελληνικούς πληθυσμούς στην Τουρκία.
Ας υπομνησθή εδώ ότι βλέψεις για τη Σμύρνη είχε και η Ιταλία, η οποία είχε επιτύχει να αποσπάσει από τους Αγγλογάλλους τη Συμφωνία του Λονδίνου (26 Απριλίου 1915) βάσει της οποίας θα της παρεχωρείτο απροσδιόριστο τμήμα της Μικράς Ασίας, και αργότερα τη Συμφωνία του St-Jean-de-Maurienne με την οποία θα της παρεχωρείτο «ευρεία περιοχή της Δυτικής Μικράς Ασίας περιλαμβανομένης της Σμύρνης και άλλης –απροσδιορίστου-περιοχής βορειότερα αυτής». Συνεπώς, το πρόβλημα που ετίθετο ήτο: ή θα εγκατελείποντο οι Έλληνες της Μικράς Ασίας στις διαθέσεις των Τούρκων ή θα εγένοντο υπήκοοι της Ιταλίας – όπως έγιναν οι Δωδεκανήσιοι – ή θα εγένοντο επιτέλους και πάλι ελεύθεροι Έλληνες. Τέλος, η Ιταλία είχε ήδη καταλάβει εδάφη νοτιότερα της Σμύρνης.
Είναι γνωστό ότι εδαφικές παραχωρήσεις στα παράλια της Μικράς Ασίας είχαν υποσχεθή στον Ελευθέριο Βενιζέλο οι Σύμμαχοι και το 1915 υπό τον όρο συμμετοχής στην εκστρατεία της Καλλίπολης. Τον Νοέμβριο 1918 η γαλλική κυβέρνηση έθεσε ουσιαστικά ένα νέο όρο: Ο Κλεμανσώ και ο υπουργός εξωτερικών Πισόν εζήτησαν ελληνική συμμετοχή στην εκστρατεία της Ουκρανίας, με αντάλλαγμα την γαλλική υποστήριξη για την παραχώρηση στην Ελλάδα της Αν. Θράκης και της Σμύρνης, «εφ’όσον ετίθετο τέτοιο θέμα από τους Άγγλους ή Αμερικανούς». Η φρασεολογία αυτή λίγη αμφιβολία αφήνει ότι, εάν η Ελλάς ηρνείτο, οι Γάλλοι όχι μόνο δεν θα επρότειναν την παραχώρηση, αλλά και δεν θα συμφωνούσαν σ’αυτήν. Με δεδομένη ήδη την άρνηση της Ιταλίας και (από το 1917 ήδη) και της Ρωσίας, είναι προφανές ότι χωρίς τη συμμετοχή μας στην εκστρατεία δεν θα είχαμε πολλές ελπίδες για τη Μικρά Ασία.
Ως προς την αποδιδόμενη στον Ελευθέριο Βενιζέλο υπαιτιότητα για το 1922:
Όταν ο ελληνικός στρατός πήγε στη Σμύρνη, την 15 Μαίου 1919, την Τουρκία κυβερνούσε ακόμη Σουλτάνος με κυβέρνηση αποδυναμωμένη και υπάκουη στις θελήσεις των Συμμάχων. Ο Μουσταφά Κεμάλ ήταν ακόμη απλώς ένας ανώτερος αξιωματικός, που όμως είχε ήδη διακριθεί για τη στρατηγική ιδιοφυία του. Τον αγώνα εναντίον του Σουλτάνου και για την αποκατάσταση της τουρκικής κυριαρχίας στα εδάφη της Ανατολίας άρχισε όταν μετετέθη στην Σαμψούντα, την 19η Μαϊου 1919, 4 ημέρες μετά την ελληνική κατάληψη της Σμύρνης. Ο αγώνας του έγινε αισθητός μόνον το 1920, και ιδίως τον Ιούνιο του έτους αυτού, όταν οι Σύμμαχοι εζήτησαν τη βοήθεια του Ελευθέριου Βενιζέλου που, πολύ σοφά, τους προσέφερε περιορισμένη μόνο: δηλαδή την εξουδετέρωση του κεμαλικού στρατού «προ του μετώπου μας» (δηλαδή του ελληνικού) και την διασφάλιση των παραλίων της Προποντίδας. Μετά, έχασε τις εκλογές.
Οι διάδοχοί του αγνόησαν την προειδοποίηση των Συμμάχων ότι επάνοδος του Κωνσταντίνου θα επέφερε πλήρη διακοπή της υποστήριξης τους προς την Ελλάδα. Δεν περιόρισαν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην άμυνα του παραχωρηθέντος στην Ελλάδα τμήματος της Μικράς Ασίας , αλλά αφρόνως, όπως ο Ναπολέων και ο Χίτλερ, ξεκίνησαν για τη δική τους Μόσχα, την Άγκυρα, για να καταστρέψουν τον Κεμάλ- αφού πρώτα διέλυσαν τον ελληνικό στρατό με την αποπομπή όλων σχεδόν των έμπειρων ανώτατων και πολλών ανώτερων αξιωματικών για πολιτικούς λόγους, διορίζοντας μεταξύ άλλων έναν ημιπαράφρονα αρχιστράτηγο. Και όταν επήλθε η κατάρρευση του μετώπου, δεν επέτρεψαν στον στρατό να υπερασπιστεί την Σμύρνη, για να εξασφαλιστεί ότι θα μπορούσε τουλάχιστον να διαφύγει ο εκεί συγκεντρωμένος ελληνικός πληθυσμός.
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος έκαμε ασφαλώς λάθη, αλλά όχι βεβαίως αυτά που του αποδίδει το άρθρο. Όλοι οι άνθρωποι κάνουν λάθη και τα λάθη τους – όπως και τα επιτεύγματά τους – είναι ανάλογα του μεγέθους των ιδίων και ο Ελευθέριος Βενιζέλος ήταν μεγάλος. Όπως είπε ο σεβαστός κ. Κ. Δεσποτόπουλος, είναι ο μεγαλύτερος Έλληνας πολιτικός σε προσφορά στην Ελλάδα, μετά μόνον τον Ιωάννη Καποδίστρια. Ας θυμηθούμε ότι ο σοφώτερος όλων ημών, ο Γεώργιος Σεφέρης, έγραψε για το 1922 ότι «….η πραγματική καταστροφή – τα επακόλουθά της δεν ήταν καθόλου απροσδόκητα – ήταν η εσωτερική κατάρρευση του 1920».
Με εκτίμηση,
Κώστας Μ. Μελέγκογλου
Σχόλιο στην Απόφαση του ΑΠ για την Δίκη των 6
Η Δίκη των Έξι
http://www.enosismyrneon.gr/el/ekdoseis-tes-enoses/arthra-arkheiou/skholio-sten-apophase-tou-ap-gia-ten-dike-ton.html
ΜΕΤΑ την ήττα του ελληνικού στρατού τον Αύγουστο του 1922 στη Μικρά Ασία, τη Μικρασιατική Καταστροφή και τον ξεριζωμό του ελληνισμού από τις πατρίδες του, εκδηλώθηκε ως γνωστόν η Επανάσταση των στρατιωτικών μονάδων, που υπό την ηγεσία των Νικ. Πλαστήρα και Στυλ. Γονατά κατέλυσαν την κυβέρνηση των Αθηνών, εξεδίωξαν τον βασιλέα Κωνσταντίνο και συγκρότησαν Έκτακτο Επαναστατικό Στρατοδικείο για την τιμωρία των ενόχων της συντριβής και της εγκατάλειψης των Μικρασιατών στο έλεος των Τούρκων. Στο Στρατοδικείο προσήχθησαν οκτώ κατηγορούμενοι, από τους οποίους οι έξι καταδικάστηκαν σε θάνατο. Ήταν οι Δημ. Γούναρης, Νικ. Στράτος, Π. Πρωτοπαπαδάκης, Νικ. Θεοτόκης, Γεωργ. Μπαλτατζής (που είχαν διατελέσει πρωθυπουργοί ή υπουργοί στη διετία 1920-1922), και ο αρχιστράτηγος
της Ήττας Γεωργ. Χατζανέστης. Η εκτέλεσή τους έγινε στις 15 Νοεμβρίου 1922 στο Γουδί.
Από τότε υπήρξαν ατέλειωτες και οξύτατες διαμφισβητήσεις για το κατά πόσον οι Έξι ήταν πράγματι προδότες, όπως τους χαρακτήριζε η απόφαση του Στρατοδικείου, και αν άξιζαν τη θανατική εκτέλεση. Μετά από 85 χρόνια ο εγγονός του Π. Πρωτοπαπαδάκη προσέφυγε στον Άρειο Πάγο και ζήτησε την επανάληψη της διαδικασίας της περιώνυμης εκείνης δίκης (αναψηλάφηση). Σημειωτέον ότι η άσκηση ενός ενδίκου μέσου από οποιονδήποτε καταδικασθέντα συνεπάγεται την εκ νέου εκδίκαση της υπόθεσης και για
τους υπόλοιπους. Ο Άρειος Πάγος (Ζ’ Ποινικό Τμήμα) εξέδωσε την υπ’ αρ. 1675 /2010 απόφασή του, με την οποία ακύρωσε την απόφαση του Στρατοδικείου του 1922, αλλά δεν εδίκασε την υπόθεση εκ νέου, διότι η παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος επέφερε την παραγραφή των αδικημάτων που τους απεδόθησαν.
Την απόφαση αυτή του Αρείου Πάγου, η οποία δίχασε την κοινή γνώμη και τους ιστορικούς, σχολιάζει σήμερα στη Μικρασιατική Ηχώ ο συνεργάτης μας, επίτιμος δικηγόρος και συγγραφέας, κ. Τάκης Α. Σαλκιτζόγλου.
—————————————————————-
Σχόλιο στην Απόφαση 1675/2010 του Αρείου Πάγου
του ΤΑΚΗ Α. ΣΑΛΚΙΤΖΟΓΛΟΥ *
1 Μετά από αίτηση του Μιχ.Πρωτοπαπαδάκη, εγγονού ενός από τους καταδικασθέντες στη Δίκη των Έξι, ο οποίος ζήτησε την επανάληψη (αναψηλάφηση) της διαδικασίας του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου και την απάλειψη του στίγματος της προδοσίας, που η καταδικαστική απόφαση είχε αποδώσει σε αυτούς, ο Άρειος Πάγος (Ζ’ Ποινικό Τμήμα σε Συμβούλιο) μετά από δικονομικές δολιχοδρομήσεις εξέδωσε την
υπ’ αρ. υπ’ αρ. 1675/2010 απόφασή του. Το ανώτατο δικαστήριο της χώρας απεφάνθη,
με ισχυρή μειοψηφία, ότι ναι μεν έχει δικαίωμα να επιληφθεί της αναψηλάφησης της υπόθεσης, αλλά λόγω της επελθούσης παραγραφής, αφού από το 1922 έχουν συμπληρωθεί 88 ολόκληρα χρόνια, η καταδικαστική απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Στρατοδικείου πρέπει να ακυρωθεί και η εναντίον τους ποινική δίωξη να παύσει. Ο Άρειος Πάγος δηλαδή δεν αθώωσε τους καταδικασθέντες, όπως ίσως πολλοί ενόμισαν, αλλά απλά και μόνο δεν επελήφθη της ουσίας της υπόθεσης. Η ακύρωση της απόφασης του Στρατοδικείου σημαίνει και την ακύρωση του χαρακτηρισμού της προδοσίας που τους απεδόθη με την απόφαση αυτή. Έληξε έτσι το δικαστικό μέρος της πολυτάραχης αυτής υπόθεσης. Όχι όμως και το ιστορικό πρόβλημα που αφορά την ενοχή των καταδικασθέντων στη μεγαλύτερη ίσως ήττα που υπέστη ποτέ ο ελληνισμός.
Η απόφαση αυτή του Ζ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου (και μάλιστα σε Συμβούλιο, δηλαδή χωρίς δημοσία συνεδρίαση) παρέχει διττή αφορμή για σχολιασμό, τόσο από ιστορική θεώρηση όσο και από άποψη ορθής νομικής θεμελίωσης. Ο σχολιασμός και η κριτική των αποφάσεων των δικαστηρίων είναι βεβαίως ελεύθερος, αρκεί να γίνεται με ευπρέπεια και με επιχειρήματα.
Μια τέτοια κριτική θα επιχειρήσει και αυτός που σύρει τις ακόλουθες γραμμές.
Ευθύς εξ αρχής τονίζουμε ότι το κείμενο που ακολουθεί κάθε άλλο παρά επικροτεί την εκτέλεση της θανατικής ποινής την οποία κατέγνωσε το Επαναστατικό Στρατοδικείο. Οι εκτελέσεις των καταδικασθέντων χρεώνονται στην τότε ηγεσία της Επανάστασης, η οποία μπορούσε να διατάξει τη μετατροπή της θανατικής ποινής σε ισόβια δεσμά, όπως
έκανε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής για τους πραξικοπηματίες της 21ης Απριλίου 1967.
2 Ευρύτατο πεδίο κριτικής παρέχει κατ’ αρχάς το ιστορικό προοίμιο της κρινομένης απόφασης (1675/2010), το οποίο αναπτύσσεται στην πρόταση του κ. Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου. Η εισαγγελική αυτή πρόταση εκτείνεται στις 162 από τις 182 σελίδες της όλης απόφασης, γεγονός ασύνηθες στα δικαστικά χρονικά. Και εάν η εισαγγελική πρόταση επρόκειτο να εγκύψει στην επίλυση ακανθωδών νομικών προβλημάτων, που έχουν διχάσει την επιστήμη και τη νομολογία, θα ήταν δυνατόν να δικαιολογηθεί μια κάποια έκταση στην εισήγησή αυτή, οπωσδήποτε όμως όχι σε τέτοιο βαθμό. Αλλά ο κ.
αντεισαγγελέας θεώρησε υποχρέωσή του να ενσωματώσει μέσα στην πρότασή του μια πολυσέλιδη ιστορική πραγματεία, τελείως αλυσιτελή και περιττή, στην οποία αναπτύσσει δια μακρών άσχετα γεγονότα και υποπίπτει επί πλέον σε πολλαπλά σφάλματα, κυριότερο των οποίων είναι η τελική γνώμη του ότι οι έξι καταδικασθέντες “είναι προφανώς αθώοι” (σελ. 162 της απόφασης). Είναι γνωστόν όμως ότι η παραγραφή ποτέ δεν αθωώνει τους κατηγορουμένους. Απλώς παύει την ποινική δίωξη και δεν επιτρέπει την έρευνα της υπαιτιότητάς τους.
Προφανώς ο κ. αντεισαγγελέας παρεσύρθη στην έκφραση αυτής της νομικά άστοχης
πρότασής του περί “αθωότητος” των Έξι, ελαυνόμενος από τις προσωπικές ιστορικές εκτιμήσεις του, οι οποίες εκφράζονται μέσα από τον ποταμό των σελίδων της πρότασής του, όπου χωρίς λόγο μακρηγορεί και πλατειάζει.
Έτσι ο αναγιγνώσκων την πρότασή του δεν αντιλαμβάνεται τι σχέση έχουν με την κρινόμενη υπόθεση οι πολυσέλιδες αναφορές του στη Ρώσο-Γερμανική σύγκρουση του 1914 για την Πρωσία (σελ. 12), στην κινηματογραφική ταινία του Μέλ Γκίμπσον Gallipoli (σελ. 34), στον Έρνεστ Χεμινγουέι και τον ισπανικό εμφύλιο πόλεμο του 1936-
1939 (σελ. 93-94), στην εκστρατεία του Ναπολέοντα στη Ρωσία (σελ. 101), στην ήττα των Γάλλων στο Ντιεν-Μπεν-Φού της Ινδοκίνας το 1954 (σελ. 157), ακόμα και στο ρόλο του … Ρασπούτιν κατά την Οκτωβριανή Επανάσταση (σελ. 40), όπως επίσης και, λίαν περιέργως, στον……Τρωικό Πόλεμο (σελ. 106-107). Η μικρή αυτή σταχυολόγηση μερικών μόνο επιχειρημάτων του από την πλημμύρα των άχρηστων και άσχετων ιστορικών συμβάντων, τα οποία ματαίως προσπαθεί να συνδέσει ο συντάκτης της πρότασης με την προδοσία ή όχι των Έξι καταδικασθέντων, αποδεικνύει απλώς την επιδεικτική ιστοριομάθεια του κ. αντεισαγγελέα. Η πολυσέλιδη αυτή εισαγγελική πρόταση αναλίσκεται επίσης σε διεξοδική περιγραφή όλων σχεδόν των μαχών που έδωσε ο στρατός μας στη Μικρά Ασία, πράγμα βεβαίως περιττό αφού κανείς δεν περιμένει να λάβει μαθήματα πολεμικής στρατηγικής από τα δικόγραφα των νομικών.
Όλα αυτά είναι απλώς περιττά και απροσδιόνυσα 1 και δεν συνάδουν με τη λακωνικότητα και την εύστοχη ακρίβεια που πρέπει να διακρίνει τις δικαστικές εισηγήσεις και αποφάσεις.
3 Εξάλλου ο συντάκτης της εισαγγελικής πρότασης παρεσύρθη και σε σοβαρές ιστορικές παρεκτιμήσεις, πράγμα αναμενόμενο από τη στιγμή που θέλησε να γίνει κριτής των συμβάντων της Ιστορίας. Οι δικαστικές αποφάσεις δεν είναι πεδίον και ευκαιρία ανάπτυξης υποκειμενικών θεωριών επί θεμάτων αμφισβητουμένων ή και άλυτων, επί
των οποίων η επιστήμη δεν έχει ακόμη κατασταλάξει, και ίσως ποτέ δεν θα το κατορθώσει, και που διαφεύγουν από το γνωστικό αντικείμενο των δικαστών. Διότι δεν περιμένουμε βεβαίως από τα δικαστήρια να αποφανθούν επί μεγάλων προβλημάτων όπως π.χ. η ορθότης των θεωριών του Δαρβίνου, η παραδοχή ή η απόρριψη της θεωρίας του Φρόϋντ, ακόμη και η ύπαρξη ή όχι Θεού2.
Και η αποτίμηση των ιστορικών γεγονότων είναι έργο των ιστορικών και όχι των δικαστών. Διαφορετικά οδηγούμεθα σε μια επικίνδυνη Δικαστηριοποίηση της Ιστορίας (Judiciarisation de l’ Histoire).
Οι ιστορικές αυτές παρεκτιμήσεις αλλά και οι άσκοπες περιηγήσεις του κ. αντεισαγ-γελέα στην παγκόσμια ιστορία, είναι άπειρες. Γνωμοδοτεί περιέργως ότι “δεν ήταν ο εθνικός διχασμός εκείνος που άσκησε τη νομιζόμενη γενικώς επιβλαβή επιρροή στη Μικρασιατική Καταστροφή, αλλά άλλα γεγονότα ανεξάρτητα εκείνου “ (σελ. 7). Ισχυρίζεται μάλιστα ότι ο εθνικός διχασμός στα 1916 ήταν ….. επωφελής (!) για την Ελλάδα, αφού συνετέλεσε να καθυστερήσει η είσοδος της χώρας μας στο πλευρό της Αντάντ κατά τον Α’ Παγκόσμιο πόλεμο (σελ. 41). Μας πληροφορεί το λίαν ενδιαφέρον (για τον ίδιο φυσικά) γεγονός ότι ο Τσάρος προσέφερε 50.000 ρούβλια στο Ρώσσο στρατιώτη που θα έμπαινε πρώτος στο Βερολίνο (σελ. 15), και το μεγάλης σημασίας (κατά τον κ. αντεισαγγελέα) γεγονός ότι ο Έρικ φον Φάλκενχαϊμ, που αντικατέστησε μετά τη μάχη του Μάρνη τον στρατάρχη φον Μόλτκε, ήταν “ένας κοντοκουρεμένος Γερμανός αξιωματικός με γκρίζο μουστάκι, με βλέμμα ψυχρό και ύφος στιβαρό” (σελ. 16), ότι η απόπειρα αυτονόμησης της Ιωνίας” δεν βρήκε ανταπόκριση από τους ντόπιους” (σελ. 125), ότι η αρχαιοελληνική λέξη “Οίκαδε”, που έγινε τίτλος του
πασίγνωστου άρθρου του Γ. Α. Βλάχου στην εφημερίδα «Καθημερινή» τον Αύγουστο του 1922, απασχολούσε τους στρατιώτες της Μικράς Ασίας “ όπως τον ομηρικό Οδυσσέα η ΙΘΑΚΗ “ (σελ. 134, περίεργη παρομοίωση), ότι το “ αποτέλεσμα της ήττας ήταν η μ ε τ α κ ί ν η σ η ενός τεραστίου πλήθους 1.500.000 προσφύγων από τη Μικρά Ασία και την Ανατολική Θράκη στην κυρίως Ελλάδα “ (σελ. 143, έτσι ονομάζει το ξερρίζωμα τόσων Ελλήνων από τις προαιώνιες πατρίδες του ο κ. αντεισαγγελέας, απλή … μετακίνηση) κ.λ.π., παραδείγματα «ων ουκ έστι αριθμός». Εκφράζει δε και τη γνώμη ότι θα έπρεπε η Ελλάδα να αποχωρήσει από την Ιωνία πολύ πριν από τις εκλογές της 1/11/1920 (σελ. 63), χωρίς βεβαίως να αναλογισθεί ότι έτσι μόνη της η Ελλάδα θα καταπατούσε τη Συνθήκη των Σεβρών με απροσμέτρητες συνέπειες για τη χώρα μας και βεβαίως και για τους ελληνικούς πληθυσμούς της Μικράς Ασίας, οι οποίοι υπέφεραν από τους διωγμούς των Νεοτούρκων με συνέπεια σημαντικό τμήμα από αυτούς να καταφύγουν, ήδη πολύ προ του 1919, έντρομοι στην Ελλάδα. Διαφεύγει απολύτως της
ιστοριομάθειας του κ. αντεισαγγελέα ότι η ελληνική κυβέρνηση, εκτός των άλλων, απεδέχθη την εντολή κατάληψης της Ιωνίας για να προστατεύσει τους Μικρασιάτες της Ανατολής από τη γενοκτονική βία των Νεοτούρκων. Το Οικουμενικό Πατριαρχείο έχει περιγράψει αναλυτικά και κατά περιοχές τα μαρτύρια και τους διωγμούς των Μικρασιατών στις 416 σελίδες της Μαύρης Βίβλου που εξέδωσε το 1919.
4 Θα μπορούσε κανείς να αλιεύσει πλείστα άλλα παρόμοια επιχειρήματα από την πρόταση του κ. αντεισαγγελέα. Μπορεί επί παραδείγματι να επισημάνει την α π ο σ ι ώ π η σ η πολλών κρισίμων ιστορικών περιστατικών, όπως την επανειλημμένη αγνόηση της εκπεφρασμένης ετυμηγορίας του ελληνικού λαού από τον Κωνσταντίνο, την σαφώς φιλογερμανική στάση του, την παράδοση του Ρούπελ στον στρατό των γερμανοβούλγαρων, την αυτομόληση ολόκληρης ελληνικής μεραρχίας στους Γερμανούς (της γνωστής μεραρχίας του Γκέρλιτς), πράξεις οι οποίες δικαιολογήθηκαν στο βωμό της ουδετερότητας (ουσιαστικά γερμανοφιλίας) των βασιλικών κυβερνήσεων. Αποσιώπησε ο κ. αντεισαγγελέας ότι η εντολή του Μαΐου του 1919 προς τον Βενιζέλο να καταλάβει η Ελλάδα την Ιωνία δόθηκε επειδή οι Ιταλοί προέλαυναν ήδη από την Καρία προς τη Σμύρνη, και αν η Ελλάδα δεν δεχόταν την ιστορική αυτή ευκαιρία θα χανόταν ίσως δια παντός στο μέλλον η ελπίδα απελευθέρωσης των Μικρασιατών. Αποσιωπά ότι το οθωμανικό κράτος είχε κηρύξει ήδη από το 1914 απηνή διωγμό και κατά των Ελλήνων της Μικράς Ασίας, όπως αποδεικνύει η τακτική του με τα περιβόητα τάγματα εργασίας. Αποσιωπά επίσης τη σφοδρή αντίθεση των Συμμάχων προς το πρόσωπο του Κωνσταντίνου, τον οποίον θεωρούσαν τον μεγαλύτερο εχθρό τους μετά τον Κάϊζερ και ότι η επαναφορά του στο θρόνο συνετέλεσε και αυτή στη μεταστροφή της μέχρι τότε ευνοϊκής προς την Ελλάδα πολιτικής τους.
Το ακόμη περιεργότερο είναι ότι ο κ. Αντεισαγγελέας εξυμνεί τα αγαθά της ουδετερότητας που έπρεπε να τηρήσει τότε η ελληνική κυβέρνηση, επικαλούμενος το απαράδεκτο επιχείρημα ότι “οι προπαγανδιστές (της εξόδου στον πόλεμο) που εξήπταν τη φαντασία των νεαρών για ηρωικά κατορθώματα και δόξα ατελεύτητη παρέλειπαν να τους πουν, ότι ο Πόλεμος ούτε Πανήγυρη – ούτε Φιέστα – ούτε Χοροεσπερίδα – ούτε Πικ-νικ – ούτε Εκδρομή – ούτε Τουρισμός είναι. Είναι Αίμα, Δάκρυα, Θάνατος”. Και προς επίρρωσιν του κηρύγματός του μας παρακινεί να διαβάσουμε το αντιπολεμικό έργο του Εριχ Μαρία Ρεμάρκ “Ουδέν νεώτερον από το Δυτικό Μέτωπο” (σελ. 39). Εδώ θα
μας επιτραπεί να του υπενθυμίσουμε ότι ε υ τ υ χ ώ ς που δεν είχαν τέτοιες ιδέες οι Έλληνες, όταν πολέμησαν στους Βαλκανικούς Πολέμους και απελευθέρωσαν τόσα ελληνικά εδάφη ή όταν πήραν τα όπλα και έτρεξαν το 1940 στην Αλβανία. Διαφεύγει δε εντελώς από την ιστοριομάθεια του κ. αντιεισαγγελέα ότι η πολιτική της ουδετερότητας μετά την παράδοση του οχυρού του Ρούπελ και της γνωστής μεραρχίας του Γκέρλιτς στους Γερμανοβούλγαρους, έθετε σε άμεσο κίνδυνο τα εδαφικά οφέλη που είχε κερδίσει η Ελλάδα στους Βαλκανικούς πολέμους3.
5 Αποσιωπά επίσης η εισαγγελική πρόταση το γεγονός ότι ο αρχιστράτηγος της Ήττας Χατζανέστης, αντί να σπεύσει επί τόπου στα πεδία των μαχών, επέμενε να διευθύνει τις επιχειρήσεις από τη Σμύρνη, δηλαδή από απόσταση 80 χιλιομέτρων, με μόνο μέσο επικοινωνίας έναν ασύρματο, ο οποίος και αυτός ήταν κακοσυντηρημένος και
μισοχαλασμένος.3 Έτσι οι Τούρκοι υπέκλεψαν τη διαταγή της αντικαταστάσεώς του από τον αντιστράτηγο Νικ. Τρικούπη και ο νεοπροαχθείς εις αρχιστράτηγον Τρικούπης την πληροφορήθηκε από τον ίδιο τον Κεμάλ, όταν συνελήφθη αιχμάλωτος ! …
Επονείδιστες στιγμές στην ελληνική ιστορία, για τις οποί-
ες έπρεπε να πληρώσουν επιτέλους κάποιοι…
Αποσιωπά τέλος ο συντάκτης της σχοινοτενούς εισαγγελικής πρότασης τον απαράδεκτο νόμο 2870/1922 “περί απαγορεύσεως της παρανόμου μεταφοράς προσώπων ομαδόν ερχομένων εις ελληνικούς λιμένας εκ της αλλοδαπής” (Φ.Ε.Κ. 119/20-7-1922).
Με το νόμο αυτό η κυβέρνηση Πρωτοπαπαδάκη, προβλέποντας το κύμα των προσφύγων που θα κατέκλυζε την κυρίως Ελλάδα μετά την αναμενόμενη ήττα, θέλησε να το εμποδίσει. Στην ουσία δηλαδή εγκατέλειπε τους Μικρασιάτες στη σφαγιαστική μανία των Τούρκων, διότι κατά βάθος ήθελε να αποφύγει την έλευση στην κυρίως Ελλάδα των
εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων της Ιωνίας, της Αιολίδας, της Λυδίας κ.λ.π., οι οποίοι ήταν στην πλειοψηφία τους βενιζελικοί και θα άλλαζαν τους πολιτικούς συσχετισμούς. Δηλαδή προέταξαν το κομματικό τους συμφέρον και αδιαφόρησαν για την τύχη των Ελλήνων της Μικράς Ασίας…
6 Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και άλλες παρεκτιμήσεις ή αποσιωπήσεις των ιστορικών γεγονότων της ταραγμένης εκείνης εποχής, τις οποίες διαπιστώνει ο επαρκής αναγνώστης της εισαγγελικής πρότασης. Ο επαρκής αναγνώστης δεν είναι δυνατόν να μην διερωτηθεί πώς διέφυγε της προσοχής του κ. αντεισαγγελέως, ότι δεν είχε μπροστά του ούτε το κείμενο της προς αναψηλάφησιν απόφασης, ούτε τα πρακτικά της δίκης εκείνης, ούτε τα αποδεικτικά στοιχεία (δηλαδή τις μαρτυρίες και τα έγγραφα που κατετέθησαν), ούτε καν τον αριθμό της απόφασης του Στρατοδικείου, πράγμα που
δικαίως επεσήμαναν οι μειοψηφήσαντες δικαστές. Τούτο διότι, ως γνωστόν, ολόκληρη η δικογραφία έχει περιέργως εξαφανισθεί και μόνη πηγή από την οποία πληροφορούμεθα περί όλων αυτών είναι μερικές ανεύθυνες ή και ύποπτες μεταγενέστερες δημοσιογραφικές δημοσιεύσεις.
Μόνη αυτή ή έλλειψη της δικογραφίας, στο πρωτότυπο ή έστω σε επίσημο αντίγραφο, θα έπρεπε να οδηγήσει τον κ. αντεισαγγελέα στην άρνηση διατύπωσης οποιασδήποτε γνώμης περί της ανάγκης ή όχι της επανάληψης της διαδικασίας (αναφηλάφησης).
Και βεβαίως στην ίδια γνώμη θα έπρεπε να καταλήξει και το δικαστήριο του Αρείου Πάγου, όπως ορθώς εισηγήθηκε η μειοψηφία. Θα ανέμενε δε ευλόγως ο αναγνώστης του σκεπτικού της αρεοπαγιτικής απόφασης να ασχοληθεί με την κριτική επεξεργασία των επιχειρημάτων τα οποία προέβαλε ο προτείνας την αθώωση των καταδικασθέντων κ. αντεισαγγελέας. Αντιθέτως η απόφαση του Αρείου Πάγου εμφανίζεται να ασπάζεται ασυζητητί τα επιχειρήματα αυτά, αφού υιοθέτησε καθ’ ολοκληρίαν την εισαγγελική πρόταση.
7 Η επανάληψη της διαδικασίας ποινικής δίκης (αναψηλάφηση) διατάσσεται κατά το άρθρο 525 του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας χωρίς κανένα χρονικό περιθώριο, δηλαδή
οποτεδήποτε, αρκεί να αποκαλύφθηκαν μετά την καταδίκη νέα γεγονότα και αποδείξεις, άγνωστα στους δικάσαντες, τα οποία μόνα τους ή σε συνδυασμό με εκείνα που είχαν προσκομισθεί στο δικάσαν δικαστήριο καθιστούν φανερή την αθωότητα του καταδικα-σθέντος. .
Και ευλόγως διερωτάται ο καθένας: – Αφού δεν είχε ο Άρειος Πάγος υπ’ όψη του τα γεγονότα και τις αποδείξεις που προσκομίσθηκαν στο Στρατοδικείο, πώς αποφαίνεται ότι οι σημερινές αποδείξεις ήταν άγνωστες στους δικάσαντες; Τόσο στην εισαγγελική πρόταση όσο και στο σκεπτικό της απόφασης κανένα νέο τέτοιο γεγονός δεν αναφέρεται. Το μόνο που αναγράφεται είναι κάποιες γνώμες πολιτικών, ελλήνων και ξένων, που προέβλεψαν (για δικούς τους λόγους) την αποτυχία της εκστρατείας ή κείμενα συγγραφέων, που εκ των υστέρων βεβαίως, έγραψαν ότι η εκστρατεία στη Μικρά Ασία ήταν καταδικασμένη.
Αυτά όμως δεν είναι νέα γεγονότα, που π ρ ο ϋ π ή ρ ξ α ν της καταδίκης και που παρέμειναν, για διαφόρους λόγους, άγνωστα στους δικάσαντες. Οπωσδήποτε δε οι νεότερες αυτές γνώμες καθόλου δεν συνάπτονται με την προδοτική ή όχι συμπεριφορά των Έξι καταδικασθέντων.
8 Η απόφαση ελήφθη με ψήφους τρεις κατά δύο. Οι δύο εκ των πέντε δικαστών που συναποτελούσαν τη σύνθεση του Ζ’ Τμήματος του Αρείου Πάγου διατύπωσαν την αντίθετη γνώμη τους σε ένα κείμενο ευσύνοπτο, που είναι θεμελιωμένο κυρίως στις
διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας. Οι μειοψηφήσαντες αρεοπαγίτες (Κων/νος Φράγκος και Ανδρ. Ξένος) είχαν την ορθή, κατά την άποψή μας, γνώμη ότι έπρεπε να ανακληθεί η προηγουμένη απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία παρέπεμψε την υπόθε-
ση στην Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου (υπ’ αρ. 1533/2009), αφ’ ενός μεν διότι δεν ήταν οριστική (και το αιτιολογούν πειστικότατα αυτό), αφ’ ετέρου δε διότι θα έπρεπε να εξετασθεί εξ αρχής η υπόθεση παρουσία μάλιστα του αιτούντος, κυρίως δε :
“διότι δεν βρέθηκε στα Αρχεία του Κράτους και δεν υπάρχει στο φάκελο της δικογραφίας ούτε η προσβαλλομένη από 15-11-1922 απόφαση του Εκτάκτου Επαναστατικού Δικαστηρίου, ούτε τα πρακτικά της δίκης εκείνης, ούτε τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα που έλαβαν υπ’ όψιν τους οι δικαστές που συγκρότησαν το δικαστήριο εκείνο (…….) και δεν δύνανται να συγκριθούν και να αξιολογηθούν προς όσα στοιχεία ως νέα γεγονότα και αποδείξεις επικαλείται και προσκομίζει στην αίτησή του (ο αιτών την αναψηλάφηση), ώστε να δύναται να συναχθεί ασφαλές συμπέρασμα ότι ήταν ικανά να οδηγήσουν, είτε μόνα τους είτε σε συνδυασμό με τα γεγονότα που είχαν τεθεί υπ’ όψιν των δικαστών (του Στρατοδικείου) στην παραδοχή της ενδίκου αιτήσεως επαναλήψεως της διαδικασίας”.
Οι τρείς όμως πλειοψηφήσαντες δικαστές (Θεοδώρα Γκοΐνη, αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου, Ιωάννης Παπαδόπουλος και Ιωάννης Γιαννακόπουλος, εισηγητής) απέρριψαν τη γνώμη της μειοψηφίας και έκαναν δεκτή την πρόταση του Αντεισαγγελέα κ. Νικολάου Τσάγγα. Έτσι ετάχθησαν αλληλέγγυοι με τα όσα η εισαγγελική αυτή εισήγηση προέτεινε και με όσες ιστορικές απόψεις διατυπώθηκαν σε αυτήν.
Η Ιστορία λοιπόν ερμηνεύθηκε και αξιολογήθηκε από δικαστές, ανωτάτου μεν επιπέδου, για την ιστορική όμως παιδεία και κατάρτιση των οποίων δικαιούται ο καθένας να έχει αντίθετη γνώμη.
9 Ο γράφων δεν υποστηρίζει ότι οι καταδικασθέντες ήσαν προδότες με την αυστηρή έννοια του νομικού όρου. Θυμάται όμως πάντοτε τον γνωστό κανόνα του Ρωμαϊκού Δικαίου, που προήλθε από τον λαό εκείνο, του οποίου η νομική διαίσθηση και σκέψη μας εκπλήσσει μέχρι σήμερα, και ο οποίος κανόνας έλεγε ότι culpa lata dolo comparatur (η βαρεία αμέλεια εξομοιούται προς τον δόλο). Πολύ ενωρίς άλλωστε η έννοια του δόλου διευρύνθηκε και περιέλαβε και τη βαρεία αμέλεια. Ήταν φυσικό να υιοθετηθεί αυτή η κοινώς κρατούσα άποψη από ένα Έκτακτο Επαναστατικό Στρατοδικείο, που συνεδρίαζε όταν γύρω του ήταν νωπές οι πληγές της Καταστροφής, όταν η Ελλάδα είχε πλημμυρίσει από εκατοντάδες χιλιάδες πρόσφυγες που θρηνούσαν το θάνατο των δικών τους ανθρώπων, που δεν είχαν ούτε καν ακόμη στεγασθεί σε αντίσκηνα ή σε παράγκες και επαιτούσαν «μονοχίτωνες και μονοσάνδαλοι». Οι θεωρούμενοι, καλώς ή κακώς, υπεύθυνοι της Καταστροφής αντιμετώπιζαν την ζέουσα οργή του επαναστατημένου στρατού και της κοινής γνώμης. Βεβαίως οι έξι δεν άξιζαν τη θανατική εκτέλεση. Δεν άξιζαν όμως το θάνατο ούτε οι εκατοντάδες χιλιάδες των σφαγιασθέντων Μικρασιατών και αιχμαλώτων.
Η ευθύνη της εκτέλεσής τους, όπως προαναφέρθηκε, δεν βαρύνει τόσο τους στρατοδίκες, αλλά περισσότερο την επαναστατική κυβέρνηση εκείνης της ιστορικής ώρας. Το αίμα που ρέει από τις εκτελέσεις πολιτικών αντιπάλων φέρνει άλλο αίμα, όπως έγινε μετά το κίνημα του 1935 και τις εκδικητικές εκτελέσεις των Παπούλα και Κοιμίση.
10 Η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της προδοσίας απαιτεί τη συνδρομή του στοιχείου του δόλου στον δράστη. Κανένας δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι οι καταδικασθέντες επρόδωσαν ενσυνείδητα την πατρίδα τους, όπως έκανε ο Εφιάλτης στις Θερμοπύλες. Τούτο το παραδέχθηκαν αργότερα τόσο ο Θ. Πάγκαλος όσο και ο Ε.
Βενιζέλος. Και κανένας όμως δεν μπορεί να παρίδει την εγκληματική αμέλειά τους σε πληθώρα περιπτώσεων, και τον κομματικό τους καιροσκοπισμό, που μπορούν να αποτελέσουν το αντικείμενο άλλου, ξεχωριστού, σχολίου.
Έχει διατυπωθεί μάλιστα η άποψη ότι στους τρεις εξ αυτών (Γούναρη, Θεοτόκη και Πρωτοπαπαδάκη) μπορεί να αποδοθεί και ενδεχόμενος δόλος5.
Η καταδίκη των Έξι δεν ήταν παρά η κάθαρση μιας εθνικής τραγωδίας. Ήταν η δυσάρεστη, οδυνηρή και αιματηρή εκτόνωση του λαϊκού και εθνικού αισθήματος εκείνων των τραγικών ημερών, μια στρόφιγγα από την οποία εκτονώθηκε η αγανάκτηση μιας νικημένης στρατιάς τουλάχιστον 100.000 στρατιωτών και ενός εκατομμυρίου ξεριζωμένων (και όχι απλώς…. μετακινηθέντων, όπως τους θέλει η απόφαση) Μικρασιατών προσφύγων, οι οποίοι θρηνούσαν τουλάχιστον άλλα 500.000 θύματα σφαγών, αποκεφαλισμών, βιασμών, εμπρησμών, δηώσεων και κατακρεουργήσεων.
Όσον αφορά τον ξεριζωμό και τον αφανισμό του ενός από τους δύο πνεύμονες με τους οποίους ανέπνεε και μεγαλουργούσε ο ελληνισμός, και που είναι η προαιώνια Μικρασιατική του πατρίδα, αυτό είναι ένα άλλο κολοσσιαίο κεφάλαιο με το οποίο η κρινόμενη απόφαση του Αρείου Πάγου, και βεβαίως και ο προτείνας κ. αντεισαγγελέας δεν ασχολήθηκαν.
Οι καταδικασθέντες το 1922 δεν επρόδωσαν. Όμως παρέδωσαν τη Μικρά Ασία και τους Μικρασιάτες στους τσέτες του Κεμάλ. Ίσως οι κ.κ. αρεοπαγίτες να διατύπωναν διαφορετικά την απόφασή τους (και βεβαίως και ο κ. αντεισαγγελέας την πρότασή του), αν ήξεραν ότι δυο χρόνια αργότερα η τουρκική εφημερίδα της Κωνσταντινούπολης Yeni Giun, σε μια ανασκόπηση της ελληνοτουρκικής σύρραξης, παραδεχόταν ότι η τουρκική νίκη ήταν ανέλπιστη και δημοσίευε μάλιστα στην πρώτη της σελίδα τις φωτογραφίες των Γούναρη και Στράτου με τον υπέρτιτλο «Οι Σωτήρες της Τουρκίας»………6
Δεν πρέπει να λησμονούμε ότι η Άλωση δεν έγινε το 1453. Έγινε το 1922.
1. «Τί προς Διόνυσον;» αναφωνούσαν οι αρχαίοι Αθηναίοι όταν έβλεπαν στις θεατρικές παραστάσεις ότι τα δρώμενα ήταν άσχετα με τη διονυσιακή λατρεία.
2. Τούτο ενθυμίζει παλαιό πανεπιστημιακό καθηγητή ο οποίος έθεσε στους φοιτητές του σε ψηφοφορία το ζήτημα αν υπάρχει ή όχι Θεός! Μετά από την ψηφοφορία ανακοίνωσε περιχαρής ότι απεδείχθη η ύπαρξη του Θεού….
3. Βλ. Γ. Μαυρογορδάτος, Μελέτες και Κείμενα 1909-1940, εκδ. Αντ. Σάκκουλα, σ.60.
4. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Βίκτωρ Δούσμανης, γνωστός για την προσήλωσή του στην κυβέρνηση Γούναρη, έγραψε για τον Χατζανέστη : « Από μακράν ηδυνάτει να διοικήσει. Και εάν ήτο ικανός, ηδυνάτει να αντιληφθεί την εκάστοτε κατάστασιν της μάχης.
Και εάν την αντελαμβάνετο, ηδυνάτει να επέμβει αμέσως, ταχέως και αποτελεσματικώς …. Μακράν ευρισκόμενος υποχρεωτικώς ηδράνησεν, αδρανήσας ηστόχησεν και αστοχήσας επέφερε την καταστροφήν ». (Δούσμανης Β., Η εσωτερική όψις της Μικρασιατικής εμπλοκής, Αθήναι, 1928, σελ. 177).
5. Βλ. Γ. Θ. Μαυρογορδάτος, «Ασύγνωστη αμέλεια ή και ενδεχόμενος δόλος», εφ. Καθημερινή 28/11/2008.
6. Βλ. Βλάση Αγτζίδη, «Η Δίκη των Εξ», περιοδικό Επίκαιρα.
*Αναδημοσίευση από την εφημερίδα Μικρασιατική Ηχώ,
Νο 409, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 2011, σελ. 9-12
ΑΠΟ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ Γιάννη Μέγα στην εφημερίδα Μακεδονία
Εκατό χρόνια από την απελευθέρωση της Θεσσαλονίκης, μερικά ερωτήματα που συνοδεύουν την κρίσιμη για την πόλη χρονική περίοδο 1912-1913 παραμένουν: Πόσο εύκολα θα μπορούσε σήμερα η Θεσσαλονίκη να μην είναι ελληνική;
Της Κυριακής Τσολάκη: “Γιάννης Μέγας: Στο παρά πέντε ελληνική η Θεσσαλονίκη”
……………………..
…………………….
http://www.makthes.gr/news/arts/83326/
-Στο βιβλίο γίνεται εκτενής αναφορά στη δολοφονία του βασιλιά Γεωργίου, της οποίας, ως γνωστόν, τα κίνητρα δεν εξιχνιάστηκαν ποτέ. Η έρευνά σας οδήγησε στα πιθανά αίτιά της;
-Ο δολοφόνος προέβη στην πράξη αυτή μπροστά στα μάτια όλου του κόσμου, αλλά κανείς δεν ξέρει γιατί το έκανε. Λένε πως ήταν ένας μισότρελος από τις Σέρρες, που λίγες εβδομάδες μετά, στη διάρκεια της ανάκρισης, πήδηξε από το παράθυρο. Δεν ξέρουμε όμως αν πήδηξε ή τον έσπρωξαν. Μετά από αυτό συνέβησαν πάρα πολλά που δεν δικαιολογούνται. Ο υπασπιστής τού βασιλιά που συνόδευε τον Γεώργιο τη στιγμή της δολοφονίας του δεν ανακρίθηκε ποτέ και, κατά έναν περίεργο λόγο, τον έστειλαν στην πρεσβεία στην Ουάσιγκτον όπου και πέθανε. Τα αρχεία της ανάκρισης εξαφανίστηκαν, χωρίς ποτέ κανείς να μάθει τι ακριβώς συνέβη. Διαβάζοντας και γράφοντας, κατέληξα στο ότι όλο αυτό ήταν ένα σχέδιο των Γερμανών προκειμένου να εξουδετερώσουν τον Γεώργιο που ήταν εντονότατα φιλοεγγλέζος και να γίνει βασιλιάς ο Κωνσταντίνος, ο οποίος ήταν γνωστός φιλογερμανός.
……………………………….
……………………………….