1922: Πώς «αποφύγαμε» την παλαιστινιοποίηση;

Ένα από τα θέματα που θίγονται στη μελέτη Ιδεολογικές κατασκευές και αλλοτρίωση στο συλλογικό : Γιώργος Κόκκινος – Βλάσης Αγτζίδης – Έλλη Λεμονίδου, Tο τραύμα και οι πολιτικές της Μνήμης. Ενδεικτικές όψεις των συμβολικών πολέμων για την Ιστορία και τη Μνήμη, εκδ. Ταξιδευτής, είναι η τελείως διαφορετική εξέλιξη ενός ιστορικού φαινομένου, του οποίου το αντίστοιχο 20 χρόνια αργότερα θα εκφραστεί πολιτικά με εντελώς διαφορετικό τρόπο.

Πώς «αποφύγαμε» την παλαιστινιοποίηση;

Αν θελήσουμε να αναλύσουμε την κοινωνική δομή που επικρατούσε στην Ελλάδα μετά το ’22, θα διαπιστώσουμε σημαντικές ομοιότητες με το παλαιστινιακό παράδειγμα: Ένας σημαντικός σε αριθμητικό μέγεθος πληθυσμός υποχρεώνεται από μια εχθρική προς αυτόν δύναμη να εκπατριστεί και να εγκατασταθεί βιαίως σ’ έναν ξένο τόπο, όπου τη διοίκηση ασκούν ομοεθνείς του, αλλά όχι όμοιοι και όχι πάντα φιλικοί.[1] Υπήρχαν αντίστοιχες συνθήκες και δομή με το παλαιστινιακό, υπήρχε επίσης η συναισθηματική βάση καθώς και η κρίσιμη πληθυσμιακή μάζα. Ένα ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί στους πρόσφυγες δεν αναπτύχθηκε μετά το ’23 ένα μαζικό κίνημα παλαιστινιακού τύπου, το οποίο θα διεκδικούσε την Επιστροφή στις πατρίδες τους, αίτημα το οποίο είναι γνωστό ότι υπήρχε τουλάχιστον μέχρι την υπογραφή της Συνθήκης της Άγκυρας το 1930.

Στο ερώτημα αυτό ο κοινωνιολόγος Δημήτρης Τσαούσης, αφού αποδέχεται την ύπαρξη ισχυρών ενδοεθνικών αντιθέσεων στην ελληνική περίπτωση και δεδομένων προσδοκιών στους πρόσφυγες, υποστηρίζει ότι οι λόγοι που η διαφοροποίηση της ταυτότητας δεν οδήγησε σε παρόμοια έκφραση μ’ αυτή των Παλαιστινίων προσφύγων, είναι ότι ο ελληνικός εθνικισμός λειτουργούσε ενοποιητικά, σ’ αντίθεση με τον αραβικό, ο οποίος αντί να αφομοιώνει περιθωριοποιεί τις διαφορετικές εκδοχές, καθώς και ότι η αποκατάσταση των προσφύγων υπήρξε μια μη αμφισβητήσιμη πολιτική.[2]

Όμως υπάρχουν και κάποιοι άλλοι παράγοντες που θα πρέπει να ληφθούν υπ’ όψη κατά την ανάλυση αυτής της υπόθεσης εργασίας. Στην παλαιστινιακή περίπτωση η πρώτη ρήξη προήλθε απ’ την αντίδραση την ενιαίας και αδιαμφισβήτητης ιορδανικής εξουσίας να αποδεχτεί παράλληλα παλαιστινιακά δίκτυα, τα οποία είχε οργανώσει η εθνικοαπελευθερωτικών απόψεων αριστερά του PLO. Και όταν η ρήξη οξύνθηκε με τους ομοεθνείς Ιορδανούς, η ριζοσπαστικοποίηση των Παλαιστινίων θα συνδυαστεί με τη δράση του επίσης εθνικοαπελευθερωτικού μαρξιστικού-λενινιστικού PFLP, το οποίο υπότασε τον ταξικό αγώνα στο στόχο της Επιστροφής. Επίσης σημαντικό ρόλο είχαν και τα συμφέροντα της Σοβιετικής Ένωσης τα οποία ενίσχυσαν υλικά και ιδεολογικά το εθνικό παλαιστινιακό κίνημα και τους εθνικοαπελευθερωτικούς του προσανατολισμούς.

Στην ελληνική περίπτωση, ενώ η εσωτερική ένταση ήταν μεγαλύτερη απ’ ότι στην Ιορδανία για τους Παλαιστίνιους, υπήρχε πάντα κατά το Μεσοπόλεμο ένα ανταγωνιστικό δίπολο εξουσίας βενιζελικών-μοναρχικών το οποίο απορροφούσε εν μέρει τις εντάσεις, δημιουργώντας αναγκαστικές ισορροπίες και επιβάλλοντας στους πρόσφυγες το δίλημμα της επιλογής για λόγους επιβίωσής τους. Με τους δύο αυτούς πόλους οι πρόσφυγες είτε συνυπήρχαν με τριβές είτε ήσαν αντίπαλοι. Επί πλέον, η δική τους «επαναστατική πρωτοπορία»  είχε απορροφηθεί σε μεγάλο μέρος από το ΚΚΕ και είχε ενστερνιστεί  πλήρως τις ερμηνείες του για τα Μικρασιατικά, δηλαδή τη μη ύπαρξη δικαιωμάτων στις πατρίδες τους. Μια από τις υποθέσεις που χρήζουν ιδιαίτερης διερεύνησης είναι το πόσο οι άτεγκτες ιδεολογικές σταθερές εκείνης της εποχής και η αλλοτρίωση που επέφερε η Αριστερά στα πλέον ανήσυχα και δραστηριοποιημένα στοιχεία των προσφύγων, ήταν το καθοριστικό στοιχείο που απέτρεψε την εμφάνιση μιας αυτόνομης ριζοσπαστικής παρέμβασης που θα είχε ως στόχο την Επιστροφή.[3] Ο προσανατολισμός της ριζοσπαστικής προσφυγικής ηγεσίας φαίνεται καθαρά στην παρακάτω τοποθέτηση του σοσιαλιστή Γιάννη Πασαλίδη στο Συνέδριο Καυκασίων που έγινε στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του 1926: «…ημείς πρέπει να οργανώσωμεν τας τάξεις εκείνας τας οποίας εκμεταλλεύονται οι εκμεταλλευταί…. Οι εργάται και οι αγρόται πρέπει να έχουν κοινόν κόμμα και από κοινού να διεξαγάγουν τον αγώνα κατά της κεφαλαιοκρατίας. Οι σοσιαλισταί εις αυτό πρέπει να αποβλέπομεν. Τα προσφυγικά σωματεία εχρεωκόπησαν και πρέπει να απαλλαγώμεν από τους πρόσφυγας εκμεταλλευτάς».[4]

Η συσσωρευμένη μεσοπολεμική οργή των προσφύγων θα εκφραστεί αργότερα και θα εκτονωθεί κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του ’40 με την ένταξή τους σε μεγάλο βαθμό στην Εθνική Αντίσταση, και όχι μόνο, και τη συμμετοχή τους αργότερα στον Εμφύλιο.[5]


[1] Η Ιορδανία υπήρξε πολύ περισσότερο φιλόξενη και ομοειδής περιοχή για τους Άραβες πρόσφυγες της Παλαιστίνης, απ’ ότι η Ελλάδα για τους πρόσφυγες του ’22.

 

[2] Προλογικό Σημείωμα του Δ. Γ. Τσαούση στο Μαρία Βεργέτη, Από τον Πόντο στην Ελλάδα. Διαδικασίες διαμόρφωσης μιας Εθνοτοπικής Ταυτότητας, Θεσσαλονίκη, εκδ. Κυριακή, 1994, σελ. 15, 16.

[3] Στοιχεία τέτοιας έκφρασης θα εμφανιστούν σποραδικά στον οργανωμένο  ποντιακό χώρο από τις εποχές της δημοκρατικής ευφορίας, γύρω στο ’65 και στη συνέχεια μετά την πτώση της χούντας, κατά τις δεκαετίες του ’80 και του ’90, χωρίς όμως να καταφέρουν εν τέλει να συγκροτήσουν μια μεγάλης έκτασης παρέμβαση. Θεωρίες για «επιστροφή στην πατρίδα» θα εμφανιστούν όχι μόνο στον ποντιακό χώρο, αλλά και στον υπόλοιπο μικρασιατικό χώρο κατά τα μέσα της δεκαετίας του ’80. Χαρακτηριστικό είναι το: Παναγιώτης Κοντεσίδης, «Δεν καταλαβαίνω γιατί δεν ζητάμε τα δικαιώματα που έχουμε στον Πόντο», εφημ. Ελληνικός Πόντος, αρθ. 4, Ιανουάριος 1993, σελ. 11.

[4] Εφημ. Μακεδονία, 2 Φεβρουαρίου 1926, σελ. 1.

[5] Μαρία Βεργέτη, ό.π., σελ. 16.

2 comments so far

  1. [...] 2.3.3. Πώς «αποφύγαμε» την παλαιστινιοποίηση [...]

  2. [...] 1922: Πώς «αποφύγαμε» την παλαιστινιοποίηση; [...]


Υποβολή σχολίου

Fill in your details below or click an icon to log in:

WordPress.com Logo

You are commenting using your WordPress.com account. Log Out / Αλλαγή )

Twitter picture

You are commenting using your Twitter account. Log Out / Αλλαγή )

Facebook photo

You are commenting using your Facebook account. Log Out / Αλλαγή )

Connecting to %s

Follow

Get every new post delivered to your Inbox.